Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Leo Tolstoy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Leo Tolstoy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

Λέων Τολστόη

Όσοι ασχολήθηκαν με τον Τολστόη έγραψαν για το μεγάλο θέμα που τον βασάνιζε, το θέμα του θανάτου και της αθανασίας - αν ο θάνατος θα τον διαλύσει όλον ή θ' αφήσει κάτι δικό του να συνεχίζει τη ζωή.

" Κάποτε, γράφει ο Γκόρκι, μου φαινόταν πως ο γερομάγος αυτός παίζει με το θάνατο, ερωτοτροπεί μαζί του, κάποιο πονηρό παιχνίδι πάει να του παίξει: δε σε φοβάμαι, σα να του λέει, σ' αγαπώ και σε περιμένω. Αλλά την ίδια στιγμή τον ραμφίζει με τα μικρά μυτερά του του μάτια: τι νάσαι άραγε εσύ; Τι βρίσκεται εκεί πιο πέρα από σένα; Όλον  τελοσπάντων θα με φας ή θ' αφήσεις κάτι από μένα να συνεχίζει τη ζωή μου;"

Ο Γκόρκι, που δεν ήταν οπαδός του και λίγο έζησε στο περιβάλλον του, κατάλαβε τον Τολστόη καλύτερα από πολλούς άλλους. Είδε τα εχθρευόμενα στοιχεία που συνθέταν την προσωπικότητά του, "τα χίλια μάτια" όπως λέει  με τα οποία κοιτούσε τον κόσμο, τις βαθιές ρεματιές που χώριζαν τις σκέψεις του και τις επιθυμίες του, τη ζωή του από τους σκοπούς της ζωής του κ.λ.π. Μέσα του ζούσαν πλήθος πρόσωπα, σημειώνουν οι βιογράφοι του, και δε θα μπορούσε κανείς να ταυτίσει τον Τολστόη με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Μα δε θάταν επίσης ορθή και η άποψη που θα αποξένωνε εντελώς το δημιουργό από τα δημιουργήματά του. Ο Τουργκένιεφ, όταν διάβασε το διήγημα του Τολστόη " Ο Χολστομέρ", την ιστορία ενός αλόγου, του είπε με κατάπληξη " Εσύ, φίλε μου, κάποτε σίγουρα ήσουν άλογο!". Δεν πρόκειται μόνο για την ικανότητα του καλλιτέχνη να μετουσιώνεται στα πρόσωπα που δημιουργεί. Ένα από τα γνωρίσματα του Τολστόη είναι πως, παρόλη την πολυπροσωπία του, τον ξεχωρίζει σπάνια ακεραιότητα που τη νοιώθουμε κυρίως στην επιμονή να κυριαρχήσει κάθε ένα από τα στοιχεία που αγωνίζονταν μέσα του, στην ένταση του πάθους, και, τέλος, στο δραματισμό, στην τραγωδία της ζωής του. Αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του θα την βρούμε σ' όλα τα κύρια πρόσωπα των έργων του. Χωρίς το στοιχείο αυτό είναι αδιανόητες οι κλασικές μορφές του Νεχλιούντωφ, της Άννας Καρένινας, του πρίγκηπα Αντρέα και του Πιέρου, του Κωνσταντίνουν Λέβιν κλπ.
Να μερικές παρατηρήσεις του Γκόρκι:

" Θαρρώ πως εκτός από εκείνα που μας λέει, υπάρχουν κι άλλα πολλά για τα οποία δε μιλάει ποτέ του - ούτε στο ημερολόγιό του. Τ' αποσιωπά. Το πιθανότερο είναι πως δε θα μιλήσει γι' αυτά σε κανέναν ποτέ. Είναι "κάτι" που σπάνιες φορές γλυστρούσε ανάμεσα στις λέξεις...κάτι που θα μπορούσε να το πει κανείς " άρνηση  κάθε κατάφασης", γέννημα ενός απέραντου κι ακαταμάχητου αισθήματος απόγνωσης και μοναξιάς, τέτιας που μάλλον κανένας άνθρωπος ως τώρα δε την δοκίμασε με τόσο φριχτή δύναμη. Συχνά νόμιζα  πως είχα απέναντί μου έναν άνθρωπο που η ψυχή του είναι ανεπανόρθωτα διαποτισμένη από την αδιαφορία για τον άλλον. Τόσο ψηλότερα στέκει από τους άλλους, αποτραβηγμένος σε κάποιαν έρημο, τανύζοντας όλες τις φοβερές δυνάμεις του πνεύματός του, έρημος και μόνος προσπαθεί να δει από κοντά εκείνο που είναι το πρώτο απόλα - το θάνατο..."
"...Είναι μερικές στιγμές που θαρρείς ότι μόλις έφτασε από κάποιο πολύ μακρινό μέρος, όπου οι άνθρωποι σκέφτονται κι αισθάνονται αλλοιώς, αλλοιώς βλέπει ο ένας τον άλλον, ίσως μάλιστα κι αλλοιώτικα να περπατάν και σ' άλλες γλώσσες να μιλάνε. Κάθεται στην άκρη κουρασμένος, γκριζωπός, πασπαλισμένος θαρρείς από τη σκόνη εκείνης της άλλης γης και κοιτάζει όλους τους άλλους εξεταστικά σαν ξένος, σαν κωφάλαλος".
"...Έχει κάτι θαυμάσια χέρια, που είναι κακοφτειαγμένα, γιομάτα γωνιές από τις φουσκωμένες φλέβες, μα αναδίνουν μιαν ιδιαίτερη εκφραστικότητα, ξεχωριστή δύναμη δημιουργίας. Κάπως έτσι έπρεπε νάταν τα χέρια του Λεονάρδου ντα Βίντσι. Μ' αυτά τα χέρια φτειάχνει κανείς ό,τι θέλει. Κάποτε ενώ μιλά, σαλεύει, τα δάκτυλά του, σιγά - σιγά η γροθιά σφίγγεται για ν' ανοίξει ξαφνικά εκεί που θα πει κάτι σπουδαίο, ένα βαθύ νόημα. Μοιάζει με θεό, όχι όμως με το Σαβαώθ ή κάποιον από τους θεούς του Ολύμπου, αλλά μ' έναν από εκείνους τους ρώσους θεούς...που χωρίς νάναι πολύ μεγαλοπρεπείς, δεν αποκλείεται νάναι οι πονηρότεροι απόλους τους θεούς..."
" Οι σχέσεις του με το θεό είναι κάπως ανεξιχνίαστες. Κάποτε θαρρείς πως θεός και Τολστόη είναι δυό αρκούδια στην ίδια σπηλιά".

Ο Τολστόη ήταν ένας πανίσχυρος οργανισμός. " Μέσα του έβραζε πάλη γιγάντων" λέει ο Λουνατσάρσκι. Η σάρκα, που ήθελε να ζήσει γιομάτα τη ζωή της, και το πνεύμα, που πάσχιζε να φυλαχτεί από την αμαρτία.Ο αδυσώπητος διάλογος μεταξύ τους αντηχεί σ' όλα τα έργα του. Αν λοιπόν κανένας από τους ήρωές του δε μπορεί νάναι ο ίδιος ο Τολστόη είναι γιατί μόνο ένας άλλος Τολστόη θα μπορούσε να χωρέσει μέσα του αυτόν τον εκπληχτικό άνθρωπο που έσφυζε από σωματική δύναμη και υγεία κι είχε συνάμα καλλιεργήσει και ραφινάρει τόσο το πνεύμα του. Σε σχέση με τον ίδιον τα πρόσωπα των μυθιστορημάτων του είναι φύλλα και καρποί πάνω στο πελώριο δέντρο. Σάρκα από τη σάρκα του, αλλά ένα μέρος μόνο από τη σάρκα του - το καθένα μια στιγμή, μια φάση της ζωής του. Υπάρχουν βέβαια και τα πρόσωπα που καθρεφτίζουν αντιπροσωπευτικότερα από  άλλα το δικό του πρόσωπο. Ο κεντρικός ήρωας της Παιδικής Τριλογίας Νικολάκης Ιρτένιεφ, τ' αδέρφια Κοζελτσώφ από τα " Διηγήματα της Σεβαστούπολης", ο Ολένιν από τους " Κοζάκους", ο Πιέρος κι ο πρίγκηπας Αντρέας, ο Λέβιν, ο Νεχλιούντωφ - όλοι τους σημαδεύονται από το βιογραφικό στοιχείο και παρακολουθώντας κανείς την ανέλιξη αυτών των κεντρικών ηρώων μπορεί κιόλας να έχει πιστή εικόνα της βιογραφίας του Τολστόη, αναφορικά τόσο με τα χτυπητά περιστατικά της ζωής του, όσο και με την πλούσια και συνεχή θυελλώδη ψυχική ζωή του. Συνεπώς η απομόνωση του Τολστόη από τα πλάσματά του, όπως επιχειρείται κάποτε, δε μπορεί να είναι πειστική. Από την άποψη αυτή γίνονται συχνά συγκρίσεις με το Ντοστογιέφσκι.Ο Ντοστογιέφσκι, είναι η αλήθεια, εντονότερα από τον Τολστόη παρασύρει στην τάση  να τον ταυτίζουμε με κάποιο από τα πρόσωπα των έργων του. Αλλά μόνο ένας από τους ήρωες του, ο Αλιόσια Καραμάζωφ, θα μπορούσε να βολέψει μέσα του τη φοβερά διχασμένη προσωπικότητα του δημιουργού. Είπαμε όμως μιλώντας για τους "Αδελφούς Καραμάζωφ", πως η μορφή του Αλιόσια έμεινε ασυμπλήρωτη και μόλις αχνοφαίνεται. Το μέλλον του Αλιόσια ήταν όλο μπροστά. Σε σύγκριση με τ' άλλα πρόσωπα του Ντοστογιέφσκι, θα ήταν μια καινούρια φυσιογνωμία που θα χαροπάλευε πολλές φορές ανάμεσα στις δύο σκάλες της ζωής, το καλό και το κακό. Ανάμεσα στον αρνητή Ιβάν και στον άνθρωπο του Θεού, τον πάτερ Ζωσιμά. Κι όπως φαίνεται από τα σημειώματα του Ντοστογιέφσκι το διαδοχικό πέρασμα από το θεό στην άρνηση κι από εκείνη πάλι στο θεό και πάλι στο δαίμονα κλπ. δε θα γινόταν για να συμφιλιωθούν τ' ασυμφιλίωτα, παρά για να φανεί, με το κλείσιμο στην ίδια ψυχή, τι άβυσσος τα χωρίζει. Στους " Αδελφούς Καραμάζωφ " είχε αρχίσει να διαγράφεται η μελλοντική πορεία του Αλιόσια. Είχαν φανεί τα φύτρα  του Καραμαζοφισμού.

- Τι θα τον κάνουμε, Αλιόσια, το στρατηγό; τον ρωτάει το μεγάλο αδέρφι, ο Ιβάν, αφού του έχει αφηγηθεί την ιστορία του στρατηγού, που σπάραξε  με τα σκυλιά του το μικρό αγοράκι. - Τι θα τον κάνουμε τον στρατηγό; Για να ικανοποιήσουμε το αίσθημα του δικαίου πρέπει να τον σκοτώσουμε ή όχι;  Αποκρίσου Αλιόσια!
- Να τον τουφεκίσουμε! απαντά σιγανά ο Αλιόσια, ατενίζοντας μ' ένα ωχρό άμορφο χαμόγελο τον αδελφό του.
- Μπράβο! αναφώνησε με αγαλλίαση ο Ιβάν. Αφού το λες κι εσύ, τότε θα πει..Άι, να μου ζήσεις, καλογεράκι μου! Να λοιπόν που και στη δική σου καρδούλα φωληάζει ένας μικρός δαίμονας, Αλιόσια Καραμάζωφ!

Όπως και στο Ντοστογιέφσκι, η βιογραφία του Τολστόη είναι σκόρπια στα γραφτά του. Μια πρώτη ιδέα αποκτάμε από τα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του, από τη γνωριμία μας με τους ήρωες του. Τη συμπληρώνουμε μελετώντας τα πολυάριθμα γράμματά του, τα πολύτιμα ημερολόγια του, τα φιλοσοφικά του συγγράμματα, την πολιτική αρθρογραφία του, τα κοινωνιολογικά του δοκίμια. Πολύ διαφωτιστικές επίσης είναι οι μαρτυρίες των συγχρόνων του, κατά πρώτο λόγο τα ημερολόγια της γυναίκας του, οι αναμνήσεις των γραμματικών του.
Μας κάνει πρώτα εντύπωση μια χτυπητή δυσαναλογία ανάμεσα στην ήσυχη, λιγοκίνητη εξωτερικά ζωή του και στην ανήσυχη όλο βαθιές ρεματιές και ψηλά ανεβάσματα ζωή του πνεύματός του. Εξωτερικές θύελλες στη ζωή του Τολστόη δε θα βρούμε, όπως στο Ντοστογιέφσκι, τον Τσερνισέφσκι, το Χέρτσεν κι άλλους ρώσους κλασικούς. Αν αφαιρέσει κανείς μια ζωηρή περίοδο αναζητήσεων τους πρώτους καιρούς της νεότητας, πολύ σύντομη κι εκείνη, εξωτερικά η ζωή του είναι ήρεμη, καλοβαλμένη, δίχως πολλά περπατήματα. Εκεί που γεννήθηκε, στο χτήμα της μητέρας του, τη Γιάσναγια Πολιάνα, έζησε όλη σχεδόν τη ζωή του. Εκεί είναι κι ο τάφος του, μόνος κι έρημος μες στο δάσος. Πολλά ταξίδια δεν έκανε. Έζησε λίγο στο Καζάν, στη Μόσχα, ύστερα στον Καύκασο, πολέμησε το 1855 στη Σεβαστούπολη για να ξαναγυρίσει στη Γιάσναγια Πολιάνα, απόπου με εξαίρεση τα δυό ταξίδια του στο εξωτερικό ( 1857 και 18610 και τις λίγες φορές που πεταγόταν ως τη Μόσχα ή στην Κριμαία για θεραπεία, δεν το κούνησε ως το τέλος. Η Γιάσναγια Πολιάνα ήταν γι' αυτόν κάτι πολύ σπουδαιότερο απότι το σπίτι, η οικογένεια, ο τόπος της δουλιάς. Ήταν η ψηλή βίγλα απόπου κοίταζε τον κόσμο, τον ταξινομούσε και ρύθμιζε τη στάση του απέναντί του. Ήταν έπειτα ο κρίκος που έδενε τη μια ζωή με την άλλη - την πόλη με την ύπαιθρο, τον πολιτισμό με τη φύση την τόσο απαραίτητη στον Τολστόη. Ήταν ο τόπος όπου ο γίγας αυτός έπρεπε να σταθεί, να στερεώσει κάτω τα πόδια του. Έλεγε ο ίδιος τότε που ήταν νέος: " Χωρίς τη Γιάσναγια Πολιάνα μου δυσκολεύομαι να καταλάβω τη Ρωσία, δυσκολεύομαι να καταλάβω τον εαυτό μου μέσα στη Ρωσία". Άλλαζαν όμως οι καιροί κι άλλαζε κι η Γιάσναγια Πολιάνα. Σα μαραμένα φύλλα πέφταν από πάνω της τα πολλά χαρίσματά της κι έμεινε στο τέλος ό,τι ο Τολστόη δε μπορούσε να μη μισήσει μ' όλη την ψυχή του - νησίδα αφθονίας και πολυτέλειας μες στη θάλασσα της ανομολόγητης λαϊκής δυστυχίας. Ο Τολστόη τη μίσησε όπως μισεί κανείς τη φυλακή του. Δεκαετίες ολόκληρες κλεισμένος εκεί μέσα, πολιορκημένος από τη χλιδή της οικογενειακής ζωής ( που στην πραγματικότητα κάθε άλλο ήταν παρά χλιδή) κατάστρωνε το σχέδιο της απόδρασης, την ηρωική έξοδο.

Εκείθε με τους αδελφούς , εδώθε με το χάρο.

Μόλο που το σχήμα είναι οξύμωρο, μπορεί να πει κανείς πως ο Τολστόη έπεσε με το σπαθί στο χέρι, σαν ένας πολιορκημένος που αποφάσισε να σπάσει τον κλοιό κι ας ήξερε πως η έξοδος δεν έχει ελπίδα. Η φυγή από τη Γιάσναγια Πολιάνα ήταν περισσότερο μια πράξη διαμαρτυρίας, η τελευταία. Φυγή από το ρέμα που μαύριζε πίσω του, ενώ φαινόταν και το άλλο που βάθαινε μπροστά...



Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Πέντε Ρώσοι Κλασικοί, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, 2η έκδοση

Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

«Περί πείνας»

Luke Fildes, Applicants for Admission to a Casual Ward (1874), Tate Gallery of London

Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Ο μεγάλος ρώσος συγγραφέας  Λέων Τολστόι, όταν ο ρωσικός λαός μαστιζόταν από την πείνα – φαινόμενο όχι σπάνιο – στα 1891 -1893, έγραψε το άρθρο «Περί πείνας», το οποίο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων και απαγορεύτηκε η δημοσίευσή του στις ρωσικές εφημερίδες μετά από ειδική εντολή της Γενικής Διεύθυνσης Τύπου.

Στις 13 Σεπτεμβρίου 1891 έχει γράψει στο Ημερολόγιο: “ Άραγε αυτοί που ζούνε εις βάρος των άλλων ποτέ τους δε θα καταλάβουν πως αυτό δεν πρέπει να γίνεται, να το καταλάβουν μόνοι τους και να κατεβούνε από κει που κάθονται προτού οι άλλοι σηκωθούν και τους πνίξουν;”
«Ο λαός πεινάει κι εμείς, οι ανώτερες τάξεις, έχουμε πολύ συγκινηθεί και θέλουμε να τείνουμε χείρα βοηθείας. Συνεδριάζουμε, σχηματίζουμε επιτροπές, συγκεντρώνουμε χρήματα, αγοράζουμε ψωμί, το μοιράζουμε στο λαό.

Γιατί όμως πεινάει; Είναι άραγε τόσο δύσκολο να το καταλάβουμε; Είναι απαραίτητο ν’ αρχίσουμε να τον συκοφαντούμε, όπως το κάνουν μερικοί ασυνείδητοι λέγοντας πως ο λαός πεινάει επειδή οι άνθρωποι του λαού είναι τεμπέληδες και μεθύστακες ή, όπως κάνουν άλλοι, να ξεγελάμε τον εαυτό μας ισχυριζόμενοι πως ο λαός πεινάει επειδή εμείς δεν μπορέσαμε ακόμα να του μεταδώσουμε όλη τη σοφία του πολιτισμού μας, μα να τώρα αρχίζουμε, αύριο κιόλας, και χωρίς τίποτα να του κρύψουμε, να τον κάνουμε κοινωνό όλης μας της σοφίας κι έτσι να πάψει να είναι φτωχός` κι ας μην ντρεπόμαστε που ζούμε εις βάρος του, όλα θα γίνουν όσα πρέπει για το καλό του.

Εμείς ιδιαίτερα, οι ρώσοι, οφείλουμε να αντιληφθούμε κάποια πράγματα που οι βιομηχανικοί και εμπορικοί λαοί μπορούν να μην τα βλέπουν γιατί εκείνοι τρέφονται από τις αποικίες, όπως οι άγγλοι. Η ευημερία των πλούσιων τάξεων στις χώρες αυτές δεν είναι σε άμεση εξάρτηση από την κατάσταση των εργατών. Η δική μας απευθείας επαφή με το λαό είναι τόσο εξόφθαλμη που ο καθένας καταλαβαίνει ότι τα πλούτη τα δικά μας οφείλονται στη φτώχεια τη δική του, η φτώχεια του είναι τα πλούτη μας, επομένως δεν μπορούμε να μη βλέπουμε ποια η αιτία της φτώχειας και της πείνας του. Γνωρίζοντας λοιπόν για ποιο λόγο πεινάει , μας είναι πάρα πολύ εύκολο να βρούμε και τον τρόπο ώστε να μην πεινάει.

Ένας τρόπος: να μην του τρώμε το ψωμί.

Μπορεί να μην πεινάει ένας λαός, όταν οι όροι υπό τους οποίους ζει με τέτοια δοσίματα, με αυτόν τον ελάχιστο κλήρο, αυτή την εγκατάλειψη και την αγριότητα όπου φροντίζουν να τον κρατούν, υποχρεώνεται να κάνει όλη εκείνη τη φοβερή δουλειά που τους καρπούς της καταβροχθίζουν οι πρωτεύουσες μας, οι πόλεις μας και τα περιφερειακά κέντρα όπου κυλάει η ζωή των πλούσιων ανθρώπων;

Όλα αυτά τα μέγαρα, τα θέατρα, τα μουσεία, τα αγαθά αυτά και τα πλούτη, όλα έχουν βγει μέσα από τον ίδιο τον πεινασμένο λαό που υποχρεώνεται να κάνει κι αυτές τις αχρείαστες γι’ αυτόν δουλειές για να συντηρεί τη ζωή του πάντα αναγκασμένος να σώζει τον εαυτό του από τον κίνδυνο της πείνας που κρέμεται πάνω από το κεφάλι του. Παντοτινή του μοίρα.

Η φετινή χρονιά μάς έδειξε με τη σιτοδεία πως η χορδή έχει τεντωθεί όσο δεν παίρνει άλλο. Πάντα το λαό φροντίζουμε να τον κρατάμε μισοπεινασμένο. Είναι ο τρόπος μας να τον αναγκάζουμε να μας δουλεύει. Αυτή τη χρονιά το κακό παράγινε. Τίποτα καινούργιο, τίποτα το απροσδόκητο δε συνέβη. Φαίνεται όμως ότι τώρα πια μπορούμε να το ξέρουμε γιατί ο λαός πεινάει.

Οι φροντίδες τώρα της κοινωνίας να βοηθήσει τον πεινασμένο λαό θυμίζουν εκείνους που ίδρυσαν τον Ερυθρό Σταυρό για τις ανάγκες του πολέμου. Στον πόλεμο άλλοι φροντίζουν να σακατεύουν και να σκοτώνουν ανθρώπους κι άλλοι να βοηθούν τους σακάτηδες και αυτούς τους νεκρούς. Και καλά είναι αυτά όσο ο πόλεμος, όπως και η πείνα, θεωρούνται καταστάσεις ομαλές. Αλλά από τη στιγμή που αρχίζουμε να λέμε πως λυπόμαστε όσους σκοτώνονται στους πολέμους και τους άλλους που μαστίζονται από την πείνα, δεν είναι καλύτερο να μη σκοτώνουμε τους ανθρώπους και να μη χρειάζεται καν να φτιάχνουμε ιδρύματα για να θεραπεύουν τα θύματα; Δεν είναι καλύτερο να πάψουμε να κακοποιούμε τη ζωή των ανθρώπων, παρά, αφού κάνουμε το κακό, να προφασιζόμαστε ότι φροντίζουμε για το καλό του;

…Μεταξύ της κοινωνίας μας και του λαού καμία αγάπη δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρξει. Μεταξύ των ανθρώπων της κοινωνίας μας, τους καλοντυμένους κυρίους με τα κολλαριστά πουκάμισα, τους γραφειοκράτες, εμπόρους, αξιωματικούς , επιστήμονες, καλλιτέχνες, μεταξύ όλων αυτών και των χωρικών σχέση άλλη δεν υπάρχει από εκείνη που λέει πως οι μουζίκοι, οι εργάτες, hands, όπως εκφράζονται οι άγγλοι, μας χρειάζονται , τους θέλουμε να δουλεύουν για μας.

Για ποιο λόγο να κρατάμε κρυφό ό,τι τόσο καλά το ξέρουμε όλοι: μεταξύ αφεντικών και μουζίκων είναι ολόκληρη άβυσσος…γιατί κοροϊδεύουμε και τον ίδιο τον εαυτό μας; Το λαό τον έχουμε μόνο για εργαλείο. Τα συμφέροντά μας( όσο και να ισχυριζόμαστε το αντίθετο) είναι πάντα διαμετρικά αντίθετα με το συμφέρον του λαού. Όσο περισσότερο μισθό και σύνταξη μου δώσουν, σκέφτεται ο δημόσιος υπάλληλος, δηλαδή όσα περισσότερα πάρουν από το λαό, τόσο καλύτερα για μένα. Όσο ακριβότερο πουλήσω το ψωμί κι ό,τι άλλο έχει ανάγκη ο λαός κι όσο δυσκολότερη γίνει απ’ αυτό η θέση του , τόσο το καλύτερο για μένα – αυτά ο έμπορος και ο γαιοκτήμονας. Όσο λιγότερη δουλειά δώσω του εργάτη, βάζοντας στη θέση του τη μηχανή κι όσο ακριβότερα πουλήσω το προϊόν, τόσο το καλύτερο για τη ζωή τη δική μου – ο εργοστασιάρχης. Όσο φτηνότερη η δουλειά του κι όσο φτωχότερος ο λαός, τόσο το καλύτερο για μας – όλοι μαζί οι άνθρωποι των πλούσιων τάξεων. Για ποια συμπάθεια στο λαό μάς μιλάς; Εμάς με το λαό δε μας συνδέει παρά η βέργα που τραβάμε ο καθένας προς το μέρος του. Το καλύτερο για μένα, χειρότερο για κείνον, χειρότερα για κείνον καλύτερα για μένα. Για ποια λοιπόν βοήθεια του λαού μάς μιλάς!


Για όλους αυτούς τους λόγους, αν ο άνθρωπος της κοινωνίας μας πράγματι θέλει να προσφέρει στο λαό, το πρώτο που έχει να κάνει είναι να καταλάβει καλά τη σχέση μαζί του…Αν πράγματι λυπόμαστε το άλογο που καβαλάμε, πριν απ’ όλα πρέπει να κατεβούμε κάτω και να πάμε με τα ποδαράκια μας. Αν έτσι καταλάβουμε τη σχέση μας με το λαό και θέλουμε να τον βοηθήσουμε, ας προσπαθήσουμε, πρώτο, rendre gorge, πίσω τα κλεμμένα, δεύτερο, να πάψουμε να του παίρνουμε ό,τι του παίρνουμε και, τρίτο, ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας γκρεμίζοντας το τείχος της κάστας που μας χωρίζει από το λαό…»



Σε ένα άλλο άρθρο του με τίτλο « Έχουμε ή δεν έχουμε πείνα»(1898) ο Τολστόι υποστηρίζει  τα εξής:

«Αν μου λέγανε: θέλεις το καλό του λαού, ορίστε, διάλεξε ένα από τα δύο: να δώσουμε σε όσους έπληξε το κακό από 3 άλογα στο σπίτι, 2 αγελάδες και τρία εκτάρια καλής γης ή ελευθερία πίστης, μόρφωσης, μετακίνησης και κατάργηση όλων των περιοριστικών νόμων για τους αγρότες, θα διάλεγα, δίχως τον παραμικρό δισταγμό, το δεύτερο, και τούτο γιατί πιστεύω πως ό,τι υλικά αγαθά να προσφέρουμε στους αγρότες, αν θα μείνουν με τους ίδιους παπάδες και δεσποτάδες, τα ίδια ενοριακά σχολεία, τα ίδια δημόσια καπηλειά, την ίδια στρατιά υπαλλήλων που δήθεν νοιάζονται για την ευημερία τους, σε είκοσι χρόνια θα τα έχουν φάει όλα και θα μείνουν φτωχοί, όπως ήταν και πριν. Αν όμως τους ελευθερώσουμε απ’ όλους τους περιορισμούς και τις ταπεινώσεις που τους δένουν τα χέρια σε είκοσι χρόνια θα έχουν όλα τα αγαθά, που θα τους χαρίζαμε εμείς κι ακόμα περισσότερα.»


Από το βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας ασυνήθιστος δάσκαλος

Οι μεγάλοι συγγραφείς γίνονται με το έργο τους οι φωτισμένοι παιδαγωγοί και δάσκαλοι των λαών. Αλλά ο Λέων Τολστόι δεν αρκέστηκε σ' αυτό. Οδηγημένος από τη μεγάλη του αγάπη για τα παιδιά, δημιούργησε το πιο τολμηρό για την εποχή του, το πιο ελεύθερο και χαρούμενο σχολείο που μπορούν να ονειρευτούν και σήμερα ακόμη τα παιδιά του κόσμου.
Το σχολείο του Τολστόι για τα φτωχά αγροτόπαιδα της Γιάσναγια Πολιάνα, του αγροκτήματός του, ήταν βέβαια ένα αυνήθιστο σχολείο, αλλά κι ο δάσκαλος, ο Τολστόι, ο πιο ασυνήθιστος δάσκαλος που έτυχε να έχουν ποτέ τα παιδιά.
Στο σχολείο αυτό δε χτυπούσε ποτέ κανένα κουδούνι για το μάθημα ή για το διάλειμμα, μα τα παιδιά πήγαιναν από το χάραμα και δε θέλανε να φύγουνε ούτε αργά το βράδυ. Δεν υπήρχαν θρανία, και τα παιδιά κάθονταν όπως θέλανε, δυο δυο, τρία τρία, πέντε πέντε, σε πάγκους μπροστά σε μακριά τραπέζια. Την ίδια ώρα που μια ομάδα από παιδιά διάβαζε, άλλα παιδιά ζωγράφιζαν κι άλλα έλυναν ασκήσεις. Το κάθε παιδί έκανε ό,τι προτιμούσε. Κάπου κάπου τα παιδιά φώναζαν: 

" Λέων Νικολάγιεβιτς, έλα να μας ακούσεις, σωστά διαβάζουμε το ποίημα;"  Ή 
" Σωστά λύσαμε την άσκηση;"

Αν κάποιος διατάρασσε με ανόητες αταξίες τούτη τη χαρούμενη απασχόληση των παιδιών, τα ίδια τα παιδιά τον έδιωχναν στο σπίτι του. Όμως αυτό ήταν πολύ σπάνιο. Ο Λέων Νικολάγιεβιτς ποτέ δεν είχε τιμωρήσει κανένα παιδί. Έβρισκε πάντα να πει στο καθένα μια καλή κουβέντα, να το ενθαρρύνει για να τραβήξει μπροστά.
Όταν τα παιδιά κουράζονταν, πήγαιναν με το δάσκαλό τους στο δάσος, στο ποτάμι, παίζανε με τα χιόνια, κάνανε τσουλήθρα με τα έλκηθρα, παραβγαίνανε στις παγοδρομίες. Η μεγαλύτερη χαρά των παιδιών ήταν να κυλιούνται στο χιόνι με το δάσκαλό τους, αυτόν τον φημισμένο συγγραφέα με τον τίτλο του κόμη, κι ύστερα να προσπαθούν όλα μαζί να σκεπάσουν το πελώριο γερό κορμί του με χιόνι, φτιάχνοντας ολόκληρο χιονόβουνο...
Η φιλία με τα παιδιά και η θερμή τους αγάπη γέμιζε χαρά τη ζωή του Τολστόι. Αλλά και για τα παιδιά αυτή η φιλία ήταν μια μεγάλη ευτυχία. Να τι έγραψε αργότερα ένας από τους μαθητές του, ο Βασίλ Μοροζόφ: " Η αγάπη μου για τον Λέοντα Τολστόι ήταν το πιο δυνατό αίσθημα που δοκίμασα. Αν μου στερούσαν αυτή την αγάπη, δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να ζήσω".
Ο Λέων Τολστόι θεωρούσε πολύ σπουδαίο να μπολιάσει τα παιδιά με την αγάπη και το σεβασμό για τη δουλειά. Έδενε πάντα τις γνώσεις με την πρακτική, με τη χρήσιμη, απλή, φυσική δουλειά. Μόλις έμπαινε η άνοιξη, δούλευαν όλοι μαζί στα χωράφια, μάθαινε τα παιδιά των αγροτών πώς να καλλιεργούν σωστά τη γη, πώς να περιποιούνται τα ζώα και τα φυτά, πώς να χρησιμοποιούν τα γεωργικά μηχανήματα εκείνης της εποχής.
Ο Τολστόι υπέφερε αφάνταστα όταν έβλεπε να βασανίζουν τα παιδιά. Καθώς εργαζόταν στο σπίτι του, γράφοντας τα αριστουργήματά του, άκουγε όλη μέρα, ως αργά τη νύχτα, κάτι σφυρίγματα που έρχονταν από το γειτονικό εργοστάσιο καλτσοποιΐας. Τέλος δε βάσταξε και πήγε εκεί να δει τι συμβαίνει. Να τι έγραψε μετά στο ημερολόγιό του:

" Πήγα στο εργοστάσιο καλτσοποιΐας. Τα σφυρίγματα σημαίνουν πως στις 5 το πρωί τα μικρά αγόρια πιάνουν δουλειά στους αργαλειούς. Στις 8 πίνουν μια κούπα τσάι και συνεχίζουν τη δουλειά ως τις 12. Γίνεται διάλειμμα και ύστερα εξακολουθούν να στέκουν μπροστά στους αργαλειούς ως τις 4 το απόγευμα. Στις 4.30 συνεχίζουν ξανά τη δουλειά ως τις 8 το βράδυ. Κι αυτό κάθε μέρα. Να τι σημαίνουν τα σφυρίγματα που εμείς ακούμε στο κρεβάτι μας..."

Ο Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόι πήγε και σ' ένα εργοστάσιο υαλουργίας, και το βράδυ έγραψε στο ημερολόγιό του:

" Κοριτσάκια δέκα χρονών αρχίζουν δουλειά στις 12 τα μεσάνυχτα και δουλεύουν συνέχεια ως τις 12 το μεσημέρι. Μετά, από τις 4 το απόγευμα πηγαίνουν στο σχολείο, όπου με παραγγέλματα μαθαίνουν να διαβάζουν..."
Πώς μπορούσε λοιπόν να βοηθήσει αυτά τα παιδιά, αυτός, ο συγγραφέας και φίλος των ανθρώπων; Πώς να τους δώσει λίγο φως και λίγη χαρά; Με το βιβλίο! Με τη μάθηση! Κι έτσι αυτός, ο ξακουστός συγγραφέας , που ξεκινούσαν άνθρωποι από τη μακρινή Ινδία να πάνε να τον δουν, που έφτασαν να τον θεωρούν ιδρυτή νέας θρησκείας - της θρησκείας της αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους και της άρνησης του κακού και της βίας -, πλάι στα μεγάλα μυθιστορήματά του γράφει ιστοριούλες, μικρά διηγήματα, μύθους και παραμύθια , ακόμα και ωραίες περιγραφές και εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων, για τα παιδιά. Γράφει πράγματα που πιστεύει πως χρειάζονται τα παιδιά για να γίνουν τίμιοι και δίκαιοι άνθρωποι, πράγματα που  τους αρέσουν. Από τότε που τα παιδιά του σχολειού της Γιάσναγια Πολιάνα, πρώτα στον κόσμο , διάβαζαν αυτές τις ιστορίες, πέρασαν σχεδόν 140 χρόνια. Κι από τότε που γεννήθηκε ο Τολστόι ( 28-8-1828) συμπληρώνονται φέτος 168 χρόνια( σημ.ιστολογίου: το κείμενο γράφτηκε το 1996). Και να που εκατομμύρια παιδιά της γης εξακολουθούν να διαβάζουν με συγκίνηση τις γεμάτες ανθρωπιά και αγάπη ιστορίες του Τολστόι.


Το κείμενο είναι απόσπασμα από τον πρόλογο του Πέτρου Ανταίου στην πολύ όμορφη έκδοση της Ωκεανίδας, Λέων Τολστόι, Διηγήματα, Μύθοι και Παραμύθια. Τη μετάφραση από τα ρώσικα έκανε ο Πέτρος Ανταίος και την εικονογράφηση ο Β. Γκαλντιάεφ. Εκδόθηκε στη σειρά Κλασικά τον Ιούνιο του 1996.

Τρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2014

Λέων Τολστόι, " να γνωρίζεις τον κόσμο από τα μέσα και να τον διαμορφώνεις κατά τη γνώση σου και την αγάπη σου, αυτό που ονομάζουμε χάρισμα ποιητικό, ταυτόσημο με την αγάπη".


για μια γενική ιδέα...

Το 1852 κάνει την πρώτη του δημοσίευση, είναι 24 χρονών. Ακούει ό,τι θα λαχταρούσε ν' ακούσει στο πρώτο του βήμα ένας νέος συγγραφέας. Οι γνωρίζοντες καλά τα πράγματα κατάλαβαν πως άνοιγε στη ρωσική πεζογραφία μια τελείως καινούργια ιστορία κι έβαλε πλώρη για μακριά. Ένας δόκιμος ήδη μυθιστοριογράφος, ο Αλεξέι Πίσεμσκι, τα μάζεψε όλα σε δύο φράσεις : " Αυτός ο υπολοχαγάκος θα μας καταχωνιάσει όλους. Κάτω τα κοντύλια μας."
Το πρώτο του ανάγνωσμα, την Παιδική ηλικία, την παρουσίασε ο Νικολάι Νεκράσωφ από το περιοδικό του, Ο Σύγχρονος.
Έτσι θα γίνεται και με τ' άλλα του έργα. Όλα ή σχεδόν όλα είχαν κάτι πάνω τους από εκείνα τα απρόοπτα που παραπέμπουν τις εντυπώσεις πέρα από τα συνηθισμένα, ξαφνιάζουν όπως έρχονται, μ' έναν τρόπο σαν να είναι τελείως απρόβλεπτα και συγχρόνως τόσο φυσικά.
Παρόμοιες εντυπώσεις θα προκαλεί μετά στη Μόσχα και στην Πετρούπολη το παρουσιαστικό του, ο χαρακτήρας του και οι απρόσμενες , πολλές φορές και αλλόκοτες για τους άλλους, γνώμες και ιδέες του. Εκτός από σαφείς μαρτυρίες που έχουμε από την εποχή εκείνη, τα διακρίνουμε αυτά στους τρόπους που χρησιμοποίησαν όσοι κατά καιρούς έγραψαν για τον συγγραφέα και τον άνθρωπο Τολστόι, αντλώντας συχνά από τα στοιχεία της φύσης μέτρα και έννοιες που τους διευκόλυναν να εκφράσουν τη βαθύτερη αίσθηση που προκαλούσε αυτός ο απίθανος ΛΕΟΝΤΑΣ, όπως τον έγραφε με τα κεφαλαία ένας από τους επιφανείς αισθητικούς και κριτικούς της ρωσικής τέχνης, ο Βλαδίμηρος Στάσωφ, γιος του διάσημου αρχιτέκτονα Βασίλη Στάσωφ, από τις σπουδαίες φυσιογνωμίες που έχτισαν την Πετρούπολη. Κατά κανόνα, όσοι έγραψαν για τον Τολστόι προσέφυγαν σε παρόμοιους τόνους και χρώματα μιας αναπόφευκτης υπερβολής και αμηχανίας. Τέτοιος ήταν ο άνθρωπος, η φύση του. Τέτοιες είναι οι ανθρώπινες μορφές στα έργα του, οι ολοζώντανοι άνθρωποι που έφτιαξε, αλλά και ο λόγος του, ανάγλυφος, παραστατικός και ακριβής, χωρίς περιττά πράγματα, αυτό το σπουδαίο χάρισμα που κάνει τους ενενήντα μνημειακούς τόμους των Απάντων του υποδέιγματα σαφήνειας και οικονομίας στην έκφραση. Και υπάρχουν ρώσοι συγγραφείς που έχουν γράψει πως αυτός είναι ο λακωνικότερος συγγραφέας.


Λόγος ομηρικών διαστάσεων. Λέξεις στερεά σώματα, σαν όλα τα χρειώδη της ζωής. Από τους μεγάλους πεζογράφους που γνωρίζουμε, ο ρώσος συγγραφέας είναι πιο κοντά στον αρχαίο ραψωδό. Και φυσιογνωμικά κατά κάποιον τρόπο...Ο Όμηρος είναι ο μόνος από τα μεγάλα αναστήματα της λογοτεχνίας που ο Τολστόι δεν του εναντιώθηκε με τη φυτεμένη μέσα του κόντρα απέναντι σ' όλα τα διάσημα ονόματα, τις κατακυρωμένες αυθεντίες - κάτι είπε στις αρχές και για τον  Όμηρο, αλλά μετά τα πήρε πίσω. Ο Παλαμάς, που ο στίχος του έθρεψε, όπως έθρεψε, το παλιότερο λογοτεχνικό μας πανελλήνιο, είχε συλλάβει το ιδιαίτερο γνώρισμα του Τολστόι` Χαίρε ο Τολστόης,ραψωδέ των επικών αγώνων, έτσι άρχιζε ένα από τα τετράστιχά του - ο αδρός τόνος που δε λείπει και από εκείνα τα κείμενα του Τολστόι που τα κρίνουν ως ορθολογικά.
Σ' αυτά να σταθούμε λίγο. Η ακριβολογημένη αντίληψη περί Τολστόι δεν επιδέχεται μονολεκτικούς χαρακτηρισμούς. Σ' όλα του αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο συγγραφέας, ήταν πολλά μαζί. Πολλά και αλληλοσυγκρουόμενα. Και αυτή η θρησκεία του περιέχει πολλά παράφωνα και ανατρεπτικά, αρχίζοντας από το ότι δεν ήταν θρησκεία, δεν ήταν απλά και μόνο ηθική διδασκαλία, μίλαγε όμως για θρησκεία και για θεό και είχε λόγους...
Ήταν μεταξύ των άλλων και ορθολογικός. Για την ακρίβεια έ γ ι ν ε , του χρειάστηκε αυτό σαν μία απαραίτητη έξοδος από την πλημμύρα των αισθήσεων που τις ένιωθε να τον κρατάνε κλεισμένον στο ισχυρό, πληθωρικό εγώ του, από το οποίο αισθάνθηκε την ανάγκη να αποδεσμευτεί, να πάει πιο πέρα, ώστε ζώντας τη ζωή του να μπορέσει και να εννοήσει τι είναι ο ίδιος μέσα στον κόσμο που τον τυλίγει και τον ορίζει. Πώς βγαίνεις από τους υλικούς περιορισμούς και την άγνοια, μ' άλλα λόγια πώς ξυπνάει μέσα σου ο άνθρωπος. Και πόσο, σε τι βαθμό το πρόβλημά σου είναι και των άλλων ανθρώπων.
Θυσίαζε στη λογική για να ανθρωπεύει τις αισθήσεις του. Αλλά με αυτές έχει ως  άνθρωπος ένα μπλέξιμο εφ' όρου ζωής, δεν τις απαρνιέται ούτε όταν γράφει ένα κείμενο για τα ευαγγέλια.
Με τον Χριστό, με τα ευαγγέλια, μοιράζεται και αυτά τα ορμέφυτά του.
Η χαρά του και το δράμα του.
Τα αισθανόμαστε αυτά με τα πρώτα διαβάσματα δικών του βιβλίων, οι εικόνες, οι περιγραφές, οι μορφές και οι ιστορίες που πλάθει μάς προδιαθέτουν. Και θα έρθουν στην πορεία και κάποιες δικές του σκέψεις και εκμυστηρεύσιες να μας τα διευκρινίσουν καλύτερα.
Όσο γνωρίζω η πιο διαφωτιστική από αυτές τις δικές του εξηγήσεις είναι μια εγγραφή που κάνει στο Ημερολόγιο του στις 5 Οκτωβρίου του 1893:

Δύο είναι οι τρόποι με τους οποίους γνωρίζουμε τον εξωτερικό κόσμο, πρώτος ο πιο αρχέγονος και απαράβατος, οι πέντε αισθήσεις μας. Με τις οποίες όμως δε θα καταστάλαζε μέσα μας ο κόσμος όπως τον ξέρουμε τώρα, θα συνεχίζαμε να μένουμε σε μια κατάσταση χάους που θα μάς έδινε απλώς κάποιες γεύσεις. Ο άλλος μας τρόπος είναι από κει και μετά: αφού γνωρίσουμε τον εαυτό μας με την αγάπη που τρέφουμε γι' αυτόν, να μπορέσουμε - πάντα μέσα από την αγάπη μας - να γνωρίσουμε και τους άλλους έξω από μας, να περάσουμε νοερά μέσα σ' έναν άλλο άνθρωπο, ένα ζώο, ένα φυτό, στην ίδια την πέτρα. Κατ' αυτό τον τρόπο γνωρίζεις τον κόσμο από τα μέσα και μπορείς να τον διαμορφώνεις κατά τη γνώση σου και την αγάπη σου, αυτό είναι που ονομάζουμε χάρισμα ποιητικό, ταυτόσημο με την αγάπη. Ξανασμίγεις έτσι τα μοιρασμένα εδώ κι εκεί πλάσματα του κόσμου, βγαίνεις από τον εαυτό σου, μπαίνεις μέσα σ' εκείνα. Σ' όλα μπορείς να έχεις το ελεύθερο, όλους να τους σμίξεις με τον θεό, που θα πει: Όλα μ' όλους.
Κύριες γραμμές και για το δικό μας σενάριο.
Αν η εξιστόρηση της ζωής του Τολστόι και η ενημέρωση για το έργο του αρθούν στο ύψος τους, τότε μπορεί να περιμένει ο αναγνώστης όχι μια και δυο αφορμές για να σκεφτεί αυτή την κίνηση της πνευματικής διαμόρφωσης του ζωικού οργανισμού, να τη σκεφτεί και να δει κάποιες στιγμές, εντελώς δικές του, μέσα όμως από ένα τόσο σπάνιο παράδειγμα, εξαιρετικά εντυπωσιακό χάρη στην προσωπικότητα του Τολστόι, όπου η δύναμη της ανθρώπινης θέλησης και του ανθρώπινου πνεύματος έχουν ενσαρκωθεί σ' ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα φαινόμενα.
Το μεγάλο στην τέχνη είναι μεγάλο με τον τρόπο του, άλλοι το εκτιμούμε έτσι κι άλλοι αλλιώς. Αν αρκεστούμε σε μια επιλογή μεγάλων, κατά γενική αναγνώριση , συγγραφέων διαλέγοντας από τον Όμηρο ως τις μέρες μας και προσπαθήσουμε να βρούμε τι τους συνδέει, τι το κοινό έχουν παρά τις διαφορές τους, εκείνο που θα συγκεντρώσει τους περισσότερους , αν όχι κι όλους, στη δική του στήλη, μάλλον θα είναι η συνάντηση του ατομικού με το συλλογικό δαιμόνιο, η επικοινωνία ή και συνύπαρξη χωρίς το ένα να ταυτίζεται με το άλλο, έρχονται όμως σ' επαφή επικοινωνούν, αλληλοκαταγράφονται. Συμβαίνει αυτό όταν το προσωπικό μήνυμα της τέχνης μπορεί να γίνεται αποδεκτό όχι υποχρεωτικά από το σύνολο, αλλά από έναν έναν που μετέχουν σ' αυτό, από τον άνθρωπο εν γένει. Η διάβαση από το ατομικό στο ανθρώπινο. Μέσα από αυτή τη σχέση ζυγίζεται ο καλλιτέχνης και "ανεβαίνει ", όπως λέμε, ανθρωπίζεται και ο μεγάλος, ο πληθυντικός αριθμός.
Ο δικός του μεγάλος σκοπός. Πάντα τον είχε μέσα του, από τότε ακόμα που δεν τον ήξερε, αλλά διαρκώς τον πλησίαζε. Η  " έξοδος " του Τολστόι στον πολύ κόσμο ακολουθεί αυτή τη γραμμή, είναι ο συγγραφέας που  με το δικό του οδοιπορικό στην τέχνη έχει δώσει σε συναρπαστικές εικόνες αυτή την προσπάθεια και τον αγώνα, περνώντας πάνω από γνωστικές, φιλοσοφικές και άλλες μονομέρειες και διατηρώντας ανοιχτή τη σκέψη του για όσα η ανθρωπότητα ήδη έμαθε και όσα ακόμα δεν έμαθε και δε μάθει ίσως ποτέ της. Το υπερβατικό και το άλογο μένει στοιχείο δραστικό στον "ορθολογισμό " του Τολστόι.
Ήταν φτιαγμένος να περπατήσει έτσι. Είναι γνωστές οι αντιφάσεις του, οι ανακολουθίες του, τα ναι και όχι, η τόσο ακατανόητη κάποτε για τους άλλους συμπεριφορά του, ο αναγνώστης έχει μια ιδέα γι' αυτά. Στη θέση του Τολστόι, ένας άλλος εκείνη την εποχή όχι στη Ρωσία μόνο, παρά και στην Ευρώπη, έχοντας στο ενεργητικό του ένα έργο σαν την Τριλογία, διηγήματα σαν εκείνα της Σεβαστούπολης και τους Δυο ουσάρους του, έστω αυτά μόνο, μα και το άλλο του ακόμα μυθιστόρημα, την Οικογενειακή ευτυχία, θα ένιωθε όχι ικανοποιημένος, αλλά και πάνοπλος, έτοιμος ν' αρχίσει να μεσουρανεί. Θα ήταν ήδη συγγραφέας πρώτης γραμμής. Σαν ψυχολογικό οικογενειακό ρομάντζο  η Οικογενειακή ευτυχία, ένα  έργο που δεν το λογαριάζουμε και τόσο, είναι λογοτεχνικά άψογο, αριστούργημα , ο Ρομαίν Ρολλάν τού πλέκει στο βιβλίο του για τον Τολστόι ύμνους, θαυμάζει τον ψυχολόγο Τολστόι, βρίσκει αξεπέραστο σε εγκράτεια τόνων το πορτρέτο της αφηγήτριας κι όλο το έγο τέλειο, " εφάμιλλο σε τελειότητα ενός Ρακίνα", το πιο "καθαρό " απ' όσα έγραψε ο Τολστόι , έτσι το εκτιμά και δεν έχει άδικο.
Ο Ρολλάν τα έγραψε αυτά πενήντα χρόνια μετά την εμφάνιση του μυθιστορήματος , γνώριζε τις αντιδράσεις του Τολστόι μόλις το έργο δημοσιεύτηκε , πόσο δεν του άρεσε , για την ακρίβεια πόσο το έργο αυτό έφερε ως επάνω, έως το πλέον ου, την άλλη γραμμή της ποιητικής του από την οποία ένιωθε πως καιρός ήταν να απαλλαγεί. Άλλοι πειρασμοί τριβόλιζαν τα αισθήματα και τις σκέψεις του, ανοίγανε άλλοι ορίζοντες. Αυτό που ήθελε τότε ο Τολστόι ήταν να δει τι είναι - αν είναι - μέσα του και τον τυραννάει "ζητώντας να βγει έξω, οπλίζοντας τον με τόλμη, περηφάνια και δύναμη", εκφράσεις δικές του.
 Δεν θα' ναι καθόλου εύκολο να βρούμε άλλο συγγραφέα που να είχε τόσο τεταμένες σχέσεις με το έργο του. Ο Τολστόι πολύ συχνά, πάντα μπορούμε να πούμε, δυσφορεί με αυτά που γράφει. Από τη στιγμή που θα βάλει την τελεία , αρχίζει να συνοφρυώνεται. Δεν είναι η κακή του διάθεση από κάποιες επιμέρους ατέλειες που βλέπει, όταν το διήγημα, το μυθιστόρημα είναι πια τελειωμένο, πολύ περισσότερο τυπωμένο. Είναι όλο μαζί το έργο, το ότι έγραψε ένα τέτοιο έργο, έστω και ένα από λογοτεχνικής πλευράς αριστούργημα. Δημοσιεύτηκε, διαβάστηκε, του απέφερε ένα εισόδημα, πολλαπλασίασε τη φήμη του, τη δόξα του. Τι μ' αυτό; Όπως φαίνεται από τα σχόλια που ο ίδιος κάνει, αισθάνεται τώρα που το έχει όλο μπροστά του, σαν να πήρε ένα δρόμο, τον περπάτησε όλο και έφτασε τώρα σ' ένα μέρος άλλο απ' αυτό που ήθελε - για την ακρίβεια  όχι που ήθελε, αλλά που έπρεπε, που το είχε μέσα του. Αυτό για το οποίο θ' άξιζε να κάνει τόσο δρόμο, να γράψει ένα διήγημα, ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. 
Θα δούμε στα γράμματά του συχνές δυσφορίες και αιτιάσεις, πολύ περισσότερες στις ημερολογιακές του σημειώσεις, ακόμα και γι' αυτή την Άννα Καρένινα, τον Πόλεμο και Ειρήνη...Κάποια άλλα έργα του δε θα τα δώσει καν για δημοσίευση, όπως τον θαυμάσιο Χατζή Μουράτ, το τελειότερο ίσως από τα καλλιτεχνικά δημιουργήματά του...Μ ετη λογοτεχνία του, ο Τολστόι ομαλές σχέσεις δεν είχε. Κάθε άλλο. Πολλές φορές την παράτησε, διέρρηξε το δεσμό, άλλες τόσες θα επανάλθει.
Θα επανέλθιε, αλλά όχι από τον ίδιο δρόμο. Θα πάει από αλλού. Με άλλες ιδέες, σκέψεις και κατευθύνσεις, με άλλες μορφές. Για ένα πιο μεγάλο ζητούμενο, το οποίο για την ώρα ας το κρατήσουμε εδώ στον μικρό αυτόν πρόλογο, όπως τον έδωσε στην ημερολογιακή εγγραφή του 1893, που είδαμε πιο πάνω, με τις τελευταίες φράσεις, εκεί που μιλάει για την ανάγκη που έχει μέσα του ο άνθρωπος να πλαταίνει τους πνευματικούς του ορίζοντες, " να γνωρίζεις τον κόσμο από τα μέσα και να τον διαμορφώνεις κατά τη γνώση σου και την αγάπη σου, αυτό που ονομάζουμε χάρισμα ποιητικό, ταυτόσημο με την αγάπη".






Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007

186 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γέννηση του μεγάλου συγγραφέα.