Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή 30 Ιουνίου 2013

Lena Horne


Η Λένα Μέρι Καλχούν Χορν (Lena Mary Calhoun Horne), όπως ήταν το πλήρες όνομά της, γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου 1917 στη Νέα Υόρκη από ευκατάστατη οικογένεια με ινδιάνικες και αφρικάνικες ρίζες. Το 1933 και σε ηλικία 16 ετών εγκατέλειψε το Λύκειο και ξεκίνησε την καριέρα της στο ονομαστό Cotton Club της Νέας Υόρκης, που άκμασε την εποχή της ποτοαπαγόρευσης και φιλοξένησε όλα τα μεγάλα ονόματα της τζαζ.
Τη δεκαετία του ‘40 μετακόμισε στο Χόλιγουντ, παίζοντας μικρούς και δεύτερους ρόλους, μέχρις ότου μπήκε στη μαύρη λίστα του γερουσιαστή Μακάρθι για τις προοδευτικές ιδέες της τη δεκαετία του ‘50. Οι πόρτες του Χόλιγουντ έκλεισαν και η Χορν επέστρεψε ως τραγουδίστρια σε νάιτκλαμπ. Μεγάλη επιτυχία της από εκείνη την περίοδο, η ταινία Stormy Weather, παραγωγής 1943, στην οποία πρωταγωνίστησε, κάνοντας γνωστό το ομότιτλο τραγούδι.
 
 Αναμίχθηκε από νεαρής ηλικίας στο κίνημα των αφροαμερικανών για πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες. Συμμετείχε στη μεγάλη αντιρατσιστική πορεία στην Ουάσιγκτον, που οργάνωσε το καλοκαίρι του 1963 ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και συνέχιζε να τραγουδά σε νάιτκλαμπ, να εμφανίζεται στην τηλεόραση και να κυκλοφορεί δίσκους.

 Το 1980 αποφάσισε να εγκαταλείψει τη σόουμπιζ και οι εμφανίσεις της από τότε έγιναν σποραδικές μέχρι τη δεκαετία του ‘90. Η Χορν κέρδισε 4 Γκράμι και δεκάδες άλλα βραβεία και διακρίσεις για τις καλλιτεχνικές της δραστηριότητες και την  πολιτική της δράση. Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο παιδιά.

 Η Χορν, με την αισθησιακή φωνή και την εξωτική ομορφιά, υπήρξε σύμβολο χειραφέτησης για την αφροαμερικανίδα γυναίκα. Όταν η Χάλε Μπέρι έγινε η πρώτη μαύρη που κέρδισε Όσκαρ ερμηνείας το 2002, δήλωσε: «Αυτή η στιγμή είναι για τη Λένα Χορν, την Ντόροθι Ντάντριτζ, την Νταϊάν Κάρολ… για κάθε ανώνυμη μαύρη γυναίκα, που τώρα έχει μια ευκαιρία, επειδή η πόρτα αυτή άνοιξε απόψε».


 Η Λένα Χορν πέθανε  πλήρης ημερών, σε ηλικία 93 ετών, στις 9 Μαΐου 2010.
Πηγή : Σαν σήμερα

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Το καφενείο



    Μια μεγάλη πινακίδα τοποθετημένη πάνω από την σιδερένια πόρτα με τη τζαμαρία έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα « Καφενείον ο Γιάννακας». Αρκετά μεγάλος  ο χώρος με μικρά τετράγωνα τραπέζια από άσπρο εμαγιέ στην επιφάνεια και ξύλινες καρέκλες με ψάθα τοποθετημένες γύρω από αυτά. Στο βάθος ο πάγκος σερβιρίσματος και πίσω από αυτόν τα  μπακιρένια καφεδόμπρικα  , τα τετράγωνα καφεκούτια , το ειδικό μακρύ κουταλάκι για τη σωστή δόση του καφέ και το ανακάτεμα. Από πάνω ράφια γεμάτα με χοντρά άσπρα φλυτζάνια και ποτήρια. Το ψυγείο γεμάτο αναψυκτικά, λεμονάδες , λεμονίτες, πορτοκαλάδες , σινάλκο και ταμ – ταμ, αλλά και μπύρες Άλφα, Φιξ , ρετσίνα Κουρτάκη . Δίπλα από το ψυγείο σε μεγάλες νταμιτζάνες βρισκόταν το ούζο. Χύμα αυτό. Κατσαρόλες και κατσαρολάκια γεμάτα μεζέδες για τις ώρες που σχολούσαν τα συνεργεία κυρίως οικοδόμοι και εργάτες στις αλυκές. 
    Σε μια γωνιά του μαγαζιού δέσποζε με τον όγκο του ένα τζουκ μποξ.   Έπαιζε όλη την ημέρα , μα πιο πολύ τα μεσημέρια και τα βράδια. Εντυπωσιακό μηχάνημα , αλλά ακόμη πιο εντυπωσιακός ο τρόπος που δούλευε. Ένα κέρμα, η επιλογή του δίσκου και το μαγαζί πλημμύριζε μουσική, λαϊκή και νησιώτικη. Άλλα τραγούδια δεν ακούγονταν. Κάποιες φορές σμυρνέικα τραγούδια και αμανέδες .
    Μόνιμος θαμώνας ο δάσκαλος . Λέγανε ότι δεν ήταν στα καλά του, ότι είχε προβλήματα. Σεκλετισμένος , με ένα τσιγάρο στο στόμα, κιτρινισμένα δάχτυλα από τη νικοτίνη  και ένα ποτήρι κρασί στο τραπέζι άκουγε πάντα το ίδιο τραγούδι , « θα πάρω μία πέτρα να σπάσω το κεφάλι μου..»

    Ονομαστό καφενείο στην κεντρική πλατεία του χωριού. Υπήρχαν και άλλα δυο , αλλά αυτό είχε την περισσότερη πελατεία, γιατί είχε πάντα καλό μεζέ και τον καφετζή , τον Γιάννακα.

    Ο Γιάννακας ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας και το πιο διαφορετικό. Κοντός, χοντρός, με μια μικρή αναπηρία σε ένα από τα πόδια του.  Ίσως αυτή να έφταιγε  για το δύστροπο χαρακτήρα του. Φωνακλάς, καβγατζής , τραχύς ορισμένες φορές. Παρ΄όλα αυτά έκανε καλά τη δουλειά του, έβγαζε πολύ περισσότερα από ένα καλό μεροκάματο. Καθαρός , με την άσπρη του ποδιά δεμένη στη μέση του και με μια πετσέτα πάντοτε ριγμένη στον ώμο για να σκουπίζει τα χέρια του.

   Τα καλοκαίρια έξω από το καφενείο γίνονταν δυο μεγάλα λαϊκά πανηγύρια, την παραμονή του Αγίου Παντελεήμονα και  την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου. Ίσως και ανήμερα.

    Από νωρίς το απόγευμα στήνονταν τα τραπέζια και οι καρέκλες στο μεγάλο χώρο έξω από το καφενείο και απλώνονταν μέχρι και την πλατεία. Σε δυο ψησταριές υπαίθριες ψήνονταν από το πρωί αρνιά. Σε εκείνα τα πανηγύρια τα σουβλάκια  και τα λουκάνικα ήταν άγνωστα. Σουβλιστό αρνί σέρβιρε το μαγαζί πάνω σε λαδόκολλα που το πουλούσε με το κιλό.

     Η μεγάλη επιτυχία όμως του πανηγυριού ήταν τα όργανα. Μπουζουκτζήδες  και λαϊκοί τραγουδιστές άλλοι γνωστοί και άλλοι στα πρώτα τους βήματα. Πολύ μερακλής ο Γιάννακας , πήγαινε ο ίδιος στην Αθήνα και συζητούσε με τους ατζέντηδες  τους .

     Οι καλλιτέχνες έρχονταν νωρίς το απόγευμα . Εμείς πιτσιρίκια τρέχαμε να τους δούμε. Σε μέρος που μπορούσε ο κόσμος να τους βλέπει στήνονταν οι καρέκλες. Στις δυο πρώτες κάθονταν ο τραγουδιστής και η τραγουδίστρια , πίσω τα όργανα. Πολύ σπουδαίοι μάς φαίνονταν. Μπουρνέλης , δεξιοτέχνης του μπουζουκιού, θυμάμαι να βάζει το μπουζούκι πίσω από το κεφάλι του ,να παίζει και να τρελλαίνεται ο κόσμος από κάτω. Ταλιούρης  και « εσύ είσαι αριστοκράτισσα κι εγώ φτωχός μπατίρης» μεγάλο σουξέ της εποχής. Μενιδιάτης «πήραν τα στήθια μου φωτιά» . Συνήθως συνόδευε και μια γυναίκα. Ντυμένη όπως στις παλιές ελληνικές ταινίες. Ίσιο στενό μαύρο φόρεμα μέχρι το γόνατο , μέση δαχτυλίδι, γόβα ψιλοτάκουνη και μαλλί στυλιζαρισμένο. Άλλες πάλι φορούσαν φουρώ από μέσα και το φόρεμα γινόταν πιο αεράτο.. Δυο ονόματα και δυο γυναικείες μορφές έμειναν στο νου μου ,η Μιμίκα Καζαντζή  και η Λίτσα Διαμάντη.

    Το γλέντι κρατούσε μέχρι τα χαράματα. Τελευταίοι έφευγαν οι Αρβανίτες από τα Μεσόγεια. Τότε μόνο σταματούσαν οι οργανοπαίχτες. Πολλές φορές ήταν δύσκολο να φύγουν και κοιμόντουσαν σε σπίτια.  Μια αμυδρή ανάμνηση με οδηγεί στη σάλα. Στρωσίδια κάτω και η τραγουδίστρια κοιμάται στρωματσάδα. Για ευχαρίστηση  μας μοιράζει  ασπρόμαυρες καλλιτεχνικές φωτογραφίες με την υπογραφή της.

    Ο Γιάννακας ,  κοιμήθηκε ένα βράδυ και δεν ξαναξύπνησε. Ήταν 54 χρονών και άφησε τρία παιδιά ορφανά. Μαζί του χάθηκαν το καφενείο, τα πανηγύρια , τα γλέντια. Το σημερινό καφενείο δεν θυμίζει σε τίποτα το παλιό. Όσες προσπάθειες και να γίνονται τα πανηγύρια δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα που έστηνε ο Γιάννακας.

   Πριν λίγα χρόνια , ένας σύλλογος θέλοντας να διαφημίσει το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα , τύπωσε αφίσες με μια φωτογραφία από ένα  πανηγύρι του παλιού καιρού. Ο Γιάννακας σέρνει το χορό . Πήρα την αφίσα από μια κολόνα , ενθύμιο μιας εποχής που  χάθηκε για πάντα. Βλέποντας την ξέχασα το φωνακλά, το δύστροπο άνθρωπο. Κράτησα μόνο το γλεντζέ .

Αιμίλιος Βεάκης


   Αιμίλιος Βεάκης (Πειραιάς, 13 Δεκεμβρίου 1884 – Αθήνα, 29 Ιουνίου 1951) υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους έλληνες ηθοποιούς. Διακρίθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους, έλαβε μέρος στην Αντίσταση κατά την Κατοχή ως μέλος του ΕΑΜ αλλά αργότερα δέχτηκε διώξεις λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων.

   Εγγονός του λόγιου και θεατρικού συγγραφέα Ιωάννη Βεάκη αλλά ορφανός και από τους δυο γονείς, πέρασε τα παιδικά του χρόνια μαζί με άτεκνους συγγενείς. Παρά τις ενστάσεις των κηδεμόνων του γράφτηκε σε ηλικία 16 ετών (1900) στη «Βασιλική Δραματική Σχολή». Μετά την απότομη διακοπή της δραματικής σχολής του Βασιλικού Θεάτρου εισήχθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών όπου και σπούδασε ζωγραφική. Το 1901 όμως, διέκοψε τις σπουδές του και άρχισε την καριέρα του ως ηθοποιός στο Βόλο με το θίασο της Ε. Νίκα. Από τότε θα περιοδεύσει στις επαρχίες όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο μέχρι την επιστράτευσή του στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) κατά την οποία και θα προαχθεί σε λοχία λόγω «ανδραγαθίας».
   Επιστρέφοντας από το μέτωπο, ο Βεάκης συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους θιάσους της εποχής (Λεπενιώτη, Καλογερίκου, Κοτοπούλη, Κυβέλη, Οικονόμου) και διακρίθηκε σε όλα τα θεατρικά είδη. Αναδείχθηκε εξαίρετος "καρατερίστας" και διέπρεψε στις κλασικές τραγωδίες και δράματα. Σταθμός στην καριέρα του θεωρήθηκε η ερμηνεία του Οιδίποδα στην ομώνυμη τραγωδία (Οιδίπους τύραννος) σε σκηνοθεσία του Φώτου Πολίτη με την «Εταιρεία Ελληνικού Θεάτρου». Από το 1932 μεσουράνησε στο επανασυσταθέν Βασιλικό Θέατρο ως Εθνικό Θέατρο. Διετέλεσε και ο ίδιος θιασάρχης του, καθώς επίσης και καθηγητής υποκριτικής στην επαγγελματική σχολή του Εθνικού θεάτρου.
  Κατά τη διάρκεια της κατοχής συνεργάστηκε με την κυρία Κατερίνα και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση από τις τάξεις του ΕΑΜ. Μετά τα Δεκεμβριανά, ακολούθησε το ΕΑΜ μαζί με άλλους ηθοποιούς στην υποχώρηση προς τα βουνά όπου και συνέχισαν να δίνουν θεατρικές παραστάσεις. Για αυτήν την πολιτική του τοποθέτηση ο Βεάκης μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας αντιμετώπισε διώξεις που κλόνισαν την υγεία του και έκαμψαν την ιδιοσυγκρασία του. Συνταξιοδοτήθηκε το 1947 και έκανε κάποιες σποραδικές εμφανίσεις μέχρι τις αποχαιρετιστήριες παραστάσεις του στο Εθνικό θέατρο τον Απρίλιο και το Μάιο του 1951. Πέθανε ξεχασμένος και πένης και κηδεύτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο.

Πηγή: Wikipedia


Παρασκευή 28 Ιουνίου 2013

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Το δέντρο με τα τσόκαρα

Είναι ορισμένες ταινίες που έχουν χαραχθεί για πάντα στο νου και στην καρδιά για το θέμα τους, την ποιητικότητά τους, την αυθεντικότητά τους, τη ζωντάνια των χαρακτήρων τους , τα συναισθήματα που προκαλούν. 
"Το δέντρο με τα τσόκαρα"(L' albero degli zoccoli) του Ερμάνο Όλμι είναι μία από αυτές. Σε μια περιοχή της Λομβαρδίας του 19ου αι. ζουν πέντε οικογένειες που αγωνίζονται μέσα σε πολύ σκληρές συνθήκες να επιβιώσουν. Δεν έχουν τίποτε δικό τους, όλα ανήκουν στον αφέντη. Οι ηθοποιοί είναι ερασιτέχνες , πραγματικοί χωρικοί της περιοχής και οι ερμηνείες συγκλονιστικές. Η σκηνοθεσία αριστουργηματική αποδίδει  ρεαλιστικά και συγχρόνως ποιητικά τόσο τη ζωή των χωρικών όσο και τους φυσικούς χώρους μέσα στους οποίους αυτή διαδραματίζεται.

Η ταινία βραβεύτηκε με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών το 1978.
Εδώ με αγγλικούς υπότιτλους, αλλά εύκολα κατανοητούς .


Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Εβδομάδα

 
Jack Bush, Man and Woman (1955)

1
Τα κύματα του ρυακιού
Το μέγεθος του ουρανού
Ο άνεμος το φύλλο το φτερό
Το βλέμμα η κουβέντα
Και το γεγονός πως σ' αγαπώ
Όλα εν κινήσει.

2
Μια όμορφη είδηση
Φτάνει το πρωινό ετούτο
Μ' ονειρεύθηκες.

3
Θα ήθελα να κοινωνώ την μοναχή αγάπη μας
Στους πιο πολυάνθρωπους τόπους του κόσμου
Που να μπορή ν' αφήση τη θέση της
Σ' εκείνους π' αγαπούν σαν κι εμάς
Είναι πολλοί είναι τόσο λίγοι.

4
Τα βάζω με την καρδιά μου τα βάζω με το κορμί μου
Μα δεν κάνω κακό σ' εκείνην που λατρεύω.

5
Ήμασταν δυο και ζούσαμε
Μια μέρα από αγάπη ηλιόλουστη
Τον ήλιο μας τον αγκαλιάζαμε μαζί
Ολάκερη η ζωή μας ήταν ορατή
Όταν η νύχτα ερχόταν μέναμε χωρίς σκιά
Για να εξευγενίσουμε το χρυσάφι του κοινού μας αίματος
Είμασταν δυο στην καρδιά του μόνου θησαυρού
Που το φως του είναι ακοίμητο για πάντα.

6
Η ομίχλη πλέκει το φως της
Στην πρασινάδα του σκότους
Εσύ πλέκεις τη χλιαρή σου σάρκα
Στους ακράτητους πόθους μου.

7
Σκεπάζεσαι φωτίζεσαι
Κοιμάσαι και ξυπνάς
Στο κορμί πιστών εποχών.

Κτίζεις ένα σπίτι
Κι' η καρδιά σου το ωριμάζει
Σαν κρεββάτι σαν καρπό.

Και το κορμί σου εκεί καταφεύγει
Και τα όνειρά σου εκεί εκτείνονται
Είναι το σπίτι των τρυφερών ημερών

Και φιλιών μες στη νύχτα.

Πωλ Ελυάρ, Ποιήματα, απόδοση Γ. Καραβασίλη , Εκδόσεις Σπηλιώτη , Αθήνα 1978, 2η έκδοση

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013