Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικαστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εικαστικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

«Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»

Δημήτρης Μεγαλίδης, Άτιτλο, ξυλογραφία

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μαρτύρησαν για την αταλάντευτη πίστη στις ιδέες τους, αλλά δεν θα τους βρούμε στα επίσημα εορτολόγια και δεν γιορτάζουν ποτέ. «Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»
Γιώργος Σικελιώτης, Στο απόσπασμα, σχέδιο
Γιώργος Σικελιώτης, Στο απόσπασμα, σχέδιο
Πολλοί συνάνθρωποί μας δεν  τους γνωρίζουν  ούτε έχουν ακούσει κάτι γι’ αυτούς γιατί μπόλικη λάσπη ρίχτηκε πάνω τους και καλλιεργήθηκε  μεθοδικά η λήθη των αγώνων και των  θυσιών τους. Νέοι και ηλικιωμένοι, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, που έπεσαν στη φωτιά συνειδητά και προτίμησαν να αγωνιστούν και να θυσιαστούν για  ελευθερία, για εθνική ανεξαρτησία, για μια κοινωνικά δίκαιη κοινωνία, για τη θεμελίωση και την ανοικοδόμηση ενός κόσμου σοσιαλιστικού. Δεν  συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και την κατεστημένη τάξη,  δεν συνθηκολόγησαν, δεν  λιποτάκτησαν και  πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα των αγώνων τους.  Έφυγαν από τη ζωή με τραγικό τρόπο αλλά εξακολουθούν να ζουν  στις συνειδήσεις μας και στις καρδιές μας φωτίζοντας με τη θυσία τους τα πυκνά σκοτάδια και τους δύσβατους δρόμους.
Είναι πολλοί, χιλιάδες, επώνυμοι και κυρίως ανώνυμοι, δημοκράτες, αριστεροί, κομμουνιστές. Μνημονεύουμε  όλους αυτούς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, πόνεσαν, εξορίστηκαν, στήθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο γιατί ονειρεύτηκαν έναν κόσμο διαφορετικό, έναν κόσμο ανθρώπινο. Το αίμα τους φωνάζει και μας καλεί σε συνεχή αντίσταση και πάλη…
Τάσσος, χαρακτικό
Η ΑΥΓΗ ΚΙ Η ΜΕΡΑ
Η αυγή κι η ημέρα θάνατος κι εμείς πουλιά πετούμενα
κι από παντού ξεχύνονταν ελπίδας μοσκοβόλημα,
σάμπως να χλόιζε ο γιαλός σπαρμένος αγρολούλουδα
κι ο ήλιος ετραγούδαγε τη λευτεριά στα πέρατα. (Β. Ρώτας)
Ηλίας Φέρτης, Γυναίκες στο απόσπασμα, τέμπερα

ΤΟ ΠΡΩΙ
Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.( Μ.Αναγνωστάκης)
«Αμπελογιάννης Σπήλιος Κων/νου
οδός Άστρους 93, Κολωνός.
Έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι Έλληνες. Πεθαίνω περήφανος.
Ζήτω η Λευτεριά. Διαβάτη Έλληνα, το ρούχο τούτο να το πας στην παραπάνω διεύθυνση. Είναι η στερνή επιθυμία ενός ανθρώπου, που ξέρει να πεθαίνει για τη Λευτεριά. Ζήτω ο ελληνικός Λαός.»

(Τουφεκίστηκε με τους 200 την Πρωτομαγιά του ’44 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ήταν τότε 22 ετών. Το σημείωμα βρέθηκε καρφιτσωμένο στο πέτο του σακακιού του στον τόπο όπου εκτελέστηκε)
«Εγώ το σπόρο έσπειρα
κατά της τυραννίας.
Εξ ου και θέλει θεριστεί
καρπός ελευθερίας.» (Κανάρης – Σπύρος Αναλυτής. Τον κρέμασαν στο Ληξούρι στις 5 Ιουλίου 1944. Ήταν 22 ετών. Το τετράστιχο βρέθηκε γραμμένο στον τοίχο του κρατητηρίου της χωροφυλακής στο Ληξούρι).
«Δεν σας ξέχασα ποτές. Για σας και για τον ελληνικό λαό έδωσα τη ζωή μου. Σήμερα 1η του Μάη 1944 σας φιλώ για τελευταία φορά» (Α. Βαγενάς. Δε βρέθηκαν βιογραφικά, παλιό μέλος του ΚΚΕ, πιασμένος κατά τη Μεταξική δικτατορία, παραδόθηκε το 1941 στους Ναζί και εκτελέστηκε)
Γιώργος Μόσχος, Ξυλογραφία για το σπίτι – κάστρο του Υμηττού
«1η Μαΐου 1944
Αγαπητή Σοφία,
Επειδή πιστεύω πως θα μας πάρουν και μας το βράδι για τον γνωστό αγύριστο προορισμό, αφού δεν με άφησαν να επικοινωνήσω με κανέναν γνωστό, σε παρακαλώ εσένα αν μπορείς να επικοινωνήσεις με τους δικούς μου ή όταν βγεις μια μέρα να τους πεις τα λόγια που δεν μπόρεσα εγώ να τους πω και να τους δώσεις τους τελευταίους μου χαιρετισμούς και τα τελευταία μου φιλιά στο παιδί μου, τη γυναίκα μου, τη μητέρα μου και τις αδελφές μου. Στη γυναίκα μου πες να βαφτίσει το μπέμπη με τ’ όνομά μου. Πιστεύω πως όλοι θα σταθούν στοργικοί στο παιδί μου ώστε να μην αιστανθεί την ορφάνια του.
Αντίο για πάντα.
Αργύρης» (Εκτελέστηκε 3 του Μάη 1944 με αγχόνη στο Μεγάλο Πεύκο)
Τάσσος, Οι διακόσιοι της Πρωτομαγιάς του  ’44,  ξυλογραφία
ΑΝΘΟΥΣ – ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Δεν είντουσαν πεντέξι κι ουδέ μια δεκαριά,
παρ’ είντουσαν Διακόσιοι μιαν εκκλησιά κορμιά.
Διακόσιοι είν’ ένας κι ένας, μ’ αντρειά, μ’ αξιά, με νου,
διακόσιοι βασιλιάδες λεβέντες του λαού.
Πριν φέξει τους χωρίσαν, τους βάλαν στη σειρά
κι είν’ ομορφοντυμένοι, κεφάλια τους ψηλά.
Πρωτομαγιά χαράζει, μα δε μοσκοβολάει,
η αυγή φοβάται να’ βγει, το φως χασομεράει.
Τους φορτώσαν δεμένους , τους  στρίμωξαν ορθούς,
κλεισμένοι εμείς ακούμε: – τους παίρνουν, δεν ακούς;
Να, πάνω από τη μάντρα χέρια περνάνε, δες,
τα χέρια τους κουνάνε και φεύγουνε και παν,
σαν να κουνάν σημαίες μάς αποχαιρετάν:
Σημαίες ματοβαμένες πώς ανεμίζουνε,
μιλάν με χίλιες γλώσσες και ξεφωνίζουνε:
– Λαέ μας, τα παιδιά σου, σταθήκαμε πιστά,
κατά το μάθημά σου στον τύραννο μπροστά.
Δώσαμε τις ζωές μας ντυμένες αρετή,
για τη δική σου δόξα και για την προκοπή.
Λαέ μας δοξασμένε, πατρίδα μας γλυκιά,
μας κόψαν τις ζωές μας ανθούς Πρωτομαγιά. (Β.Ρώτας)
Ηλίας Φέρτης, Βασανιστήρια, τέμπερα
ΨΥΧΟΧΑΡΤΙ
Τα ονόματά σας μένουνε, μα πόσο ματωμένα,
Καλάβρυτα και Τρίπολη, Δίστομο και Χορτιάτη,
Καισαριανή και Κούρνοβο, Κρήτη και Μονοδέντρι
και κόρη του Ταΰγετου, κατακαημένη Μάνη,
και φτωχομάνα αδούλωτη δουλεύτρα Σαλονίκη
και Δράμα και Προσότσιανη, κακόμοιρο Δοξάτο,
και σεις με δίχως όνομα βουνά, πλαγιές, λαγγάδια
ραχούλες, λάκκες, ρεματιές, νησιά και περιγιάλια
στα χώματά σας κρύψετε καλά τους σκοτωμένους
μην τους ξεθάβουν τα σκυλιά, μην τους σπαράζουν τα όρνια
τι’ ναι σημαίες οι μνήμες τους κι εικόνες οι μορφές τους. (Β.Ρώτας)
Χρίστος Δαγκλής, Γουδί, 29 Μαΐου 1944, ξυλογραφία εμπνευσμένη από το μαρτύριο της αγωνίστριας Άννας Παρλιάρου
Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο – περιμένει τ’ όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι, οι σπουδαστές κ’ οι προλετάριοι
– κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά-
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδιά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ το γκρεμό.
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα
μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές
σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Κ’ η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του – τίποτ’ άλλο. Γειας σας σύντροφοι. (Γ. Ρίτσος)
Κατσικογιάννης Δημήτρης, Άτιτλο, ξερό παστέλ
Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
Εσείς που χρόνια δε σηκώσατε κεφάλι
και καλοσύνη δε σας άγγιξε καμιά

Ήρθε καιρός, ήρθε καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη.

Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί. (Ν. Γκάτσος)
Γιώργος Φαρσακίδης, χαρακτικό
Εμείς που μείναμε
στο χώμα το σκληρό
για τους νεκρούς
θ’ ανάψουμε λιβάνι
κι όταν χαθεί
μακριά το καραβάνι
του χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη,
στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.

Εμείς που μείναμε
θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι,
ένα τσαμπί σταφύλι από τ’ αμπέλι
και δίχως πια του φόβου το τριβέλι,
μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.

Εμείς που μείναμε
θα βγούμε μια βραδιά
στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι
και πριν για πάντα
η νύχτα να μας πάρει
θα κάνουμε τη γη προσκηνυτάρι
και κούνια για τ’ αγέννητα παιδιά. (Ν.Γκάτσος)
Γιώργος Φαρσακίδης, από σχέδιο του 1949
ΞΕΝΕ ΜΟΥ ΟΠΟΥ ΠΑΣ
Ξένε μου, όπου πας και περπατάς τη γη μας,
να πατάς σεμνά και ν’ αλαφροδιαβαίνεις,
τ’ είναι ο τόπος μας αιματοποτισμένος,
κάθε δρασκελιά κι από’ νας σκοτωμένος,
ένας σύντροφος που’ πεσε πολεμώντας
για το δίκιο μας και για τη λευτεριά μας.

Κάθονται οι ψυχές σε πέτρα, σε λιθάρι,
και μοιρολογάν και τον καημό τους λένε. (Β.Ρώτας)
Παπαγεωργίου Δημήτρης, Έπεσαν για όλου του κόσμου το ψωμί το φως και το τραγούδι, Έγχρωμη χαλκογραφία
Πηγές:
1) Βασίλη Ρώτα – Βούλας Δαμιανάκου, Μνημόσυνο, Αθήνα 1961
2) Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα (1941 -1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000
3) Γιάννης Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι, Κέδρος, Αθήνα, 1977, 13η έκδοση
4) Νίκος Γκάτσος, ποιητική στιχουργία για το δίσκο «Νυν και Αεί» (1974)
5) Ασαντούρ Μπαχαριάν – Πέτρος Ανταίος, Εικαστικές Μαρτυρίες. Ζωγραφική – Χαρακτική. Στον πόλεμο, στην Κατοχή, στην Αντίσταση. Οδυσσέας, Αθήνα 1995, 3η έκδοση
6) Εικαστικές Τέχνες και Αντίσταση. Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας και Δήμος Αθηναίων, Αθήνα 2014
7) Γιώργος Φαρσακίδης, Μακρόνησος, Τυποεκδοτική
8) Εθνική Αντίσταση 1941 -1944. Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών, Αθήνα 1974

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Βάλιας Σεμερτζίδης, Δουλεύοντας τα έργα μου

«Το ελληνικό τοπίο δεν το είδε κανείς, όπως δεν είδε κανείς και τον άνθρωπο που ζει σε τούτη τη χώρα. Και δε βλέπω πουθενά σημάδια, να θέλει κανείς να τα μάθει αυτά τα δύο. Έτσι γεννήθηκε η αποθυμιά να ιστορήσω το τοπίο αυτό, κάθησα πάνω σ’ ένα βράχο και κοίταζα…»

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos


Το καλοκαίρι του 1944 ο Βάλιας Σεμερτζίδης ζούσε στα βουνά της Αργιθέας και μελετούσε τη ζωή των ανθρώπων και την ομορφιά του τόπου μέσα στον οποίο ζούσαν. Κοιτώντας μια χαράδρα στην Αργιθέα μάς αφηγείται τον τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να προσεγγίσει και να αποδώσει με το πινέλο του το τοπίο συνδέοντας το με τον κοινωνικό ρόλο της τέχνης και τον αγώνα των ανθρώπων για ελευθερία και για  καλύτερη ζωή.
Το κείμενο  του με τίτλο  «Δουλεύοντας τα έργα μου» είναι δημοσιευμένο στο περιοδικό «η λέξη» το Γενάρη του 1987, στο τεύχος 61.

Βάλιας Σεμερτζίδης, Δουλεύοντας τα έργα μου

Έχω στο εργαστήρι μου ένα σωρό αρχινιμένα έργα, όλα είναι στην εξέλιξή τους. Σαν τον άνθρωπο, σαν το κάθε ζωντανό που περνάει ένα σωρό στάδια εξέλιξης από τη σύλληψη ως τη γέννα και το μεγάλωμα. Από το σπόρο που πέφτει στη γη ως την ώρα που γίνεται ένα θεόρατο φυτό. Όμως θα ήθελα να μιλήσω για ένα απ’ αυτά. Για την ιστορία του από τότε που μπήκαν οι πρώτες πινελιές, οι πρώτες μπογιές ως τα τώρα. Κάθε έργο που έχω αρχινιμένο το δουλεύω σε πολλές παραλλαγές τον ίδιο καιρό. Ρωτιέμαι συχνά τι είναι αυτό που σπρώχνει σε τόση ταραχή; Άλλοτε από μεγάλο που δουλεύω το έργο μου, περνώ σε μικρό κι ύστερα σε πολύ μικρό κι ύστερα πάλι μεγάλο το αρχινάω ή το αντίθετο. Πότε σχεδιάζω πρώτα, καμιά φορά σχεδιάζω με επιμονή , μα τις περισσότερες φορές αρχίζω κατευθείαν χρώμα και σχεδιάζω με πινέλο. Αυτά είναι συνηθισμένα , σίγουρα πράγματα. Οι καλλιτέχνες έτσι θα κάνουν, γιατί αλλιώτικα δεν γίνεται κιόλας. Σαν δουλεύω δε σκέφτομαι, προσπαθώ μονάχα να κάνω εκείνο που σκέφτηκα  πριν και σαν σταματώ κυριεύομαι από αγωνία και δέρνομαι από λογιών – λογιών ανησυχίες και ρωτήματα και ξαναρχίζω αλλιώτικα κι όλο αλλιώτικα. Μα άλλο ήθελα να πω κι άλλο λέω. Το έργο που θέλω να πω την ιστορία του, είναι ένα τοπίο.

 (Βάλιας Σεμερτζίδης, Τοπίο στην Αργιθέα, περ. 1955, λαδοτέμπερα σε χαρτόνι, 112 x 75 εκ.) Ο πίνακας είναι από την Ψηφιακή Πλατφόρμα , Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης (iset)

Μια χαράδρα της Αργιθέας. Είναι μια κουβέντα να πεις πώς ζωγραφίζεις ένα τοπίο – μπορεί δίχως πολλή σημασία. Όμως δεν είναι ολότελα έτσι. Ζούσα στα βουνά της Αργιθέας το 1944 το καλοκαίρι, μελετούσα τη ζωή των ανθρώπων και την ομορφιά του τόπου που ζούσαν αυτοί. Προσπάθησα να νιώσω όσο είναι δυνατόν πιο πολύ και τα δύο αυτά που ανάμεσά τους είναι αξεχώριστα στο κάτω – κάτω. Το τοπίο εδώ είχε μια ξέχωρη δικιά του ζωή – όπως και κάθε άλλο έχει ένα βαθύ δικό του προσωπικό χαρακτήρα, ιστορία και μέλλον. Είναι βράχια πανύψηλα, οι πέτρες σηκώνονται η μια δίπλα στην άλλη σαν φύλλα βιβλίου, κρέμονται σαν ξετυλιγμένα τόπια υφάσματος. Πανύψηλα γκρεμνά, στο βάθος τρέχουν νερά, πάνω πετάνε γυπαετοί και τα σύννεφα σκεπάζουν τις κορφές. Ένιωσα πως αυτό το κομμάτι της γης έχει ένα ολότελα δικό του εσωτερικό κόσμο, θρέφει δικά του φυτά αλλιώτικα απ’ τα άλλα. Οι πέτρες έχουν ένα αλλόκοτο φως, χρώμα, άλλες γαλάζιες άλλες κόκκινες, οι άνθρωποι που ζουν πάνω σ’ αυτές, που ανατράφηκαν απ’ αυτές, γίνηκαν το ίδιο ξέχωροι, μεγαλόπρεποι κι ωραίοι έχοντας για αναθρεφτή μια τέτοια φύση, δίχως να το νιώσουν γέμισε ο μέσα τους κόσμος από τη δικιά της αξιοσύνη, πίστη στον εαυτό τους, στη ζωή και τη λευτεριά. Κοιτάνε σαν αητοί, βλέπουν μακριά και δε φοβούνται.
Κοίταγα τα μαύρα σύννεφα που τρέχαν στις κορφές και κείνο που γινόταν μες στις χαράδρες και σκεπτόμουν τα πολλά που λέγονται για το ελληνικό τοπίο. Γαλάζιος ουρανός, καθαρή ατμόσφαιρα κι άλλα τέτοια σημαίνουν τάχα ελληνικό τοπίο, μονοπώλιο παγκόσμιο, στ’ αλήθεια είναι μια ανοησία παγκόσμιου μονοπωλίου. Το ελληνικό τοπίο δεν το είδε κανείς, όπως δεν είδε κανείς και τον άνθρωπο που ζει σε τούτη τη χώρα. Και δε βλέπω πουθενά σημάδια, να θέλει κανείς να τα μάθει αυτά τα δύο. Έτσι γεννήθηκε η αποθυμιά να ιστορήσω το τοπίο αυτό, κάθησα πάνω σ’ ένα βράχο και κοίταζα. Ήταν απόγευμα, ύστερα από δυό μήνες που περνούσα το μέρος αυτό, διάλεξα από όλες τις άλλες ώρες της ημέρας το απόγευμα και έκανα την αρχή. Μα και δω ένιωσα εξαρχής την ίδια αδυναμία που ένιωθα κάθε φορά που καταπιανόμουνα με κάτι τόσο σπουδαίο. Με τα εφόδια που διαθέτουμε – τα ζωγραφικά εννοώ φυσικά – εμείς οι σημερινοί ζωγράφοι είναι αδύνατο να ερμηνεύσεις κάτι τέτοιο. Τι ήταν εκείνο που έκαμνα; Καταγραφή μιας εντύπωσης με χρώματα και σήματα που για αποτέλεσμα είχε μια αρμονία χρωμάτων και σχημάτων που όμως καμιά σχέση δεν είχε μ’ αυτό που ένιωθα κοιτάζοντας τη φύση που με τριγύριζε με το βαθύ νόημά της. Είπα πως θάπρεπε να μείνω σε κείνο το βράχο ένα χρόνο δουλεύοντας για να στέκονταν, μπορεί, δυνατό, στο τέλος, ν’ αποσπάσω αυτό που ζητούσα.
Όμως ήρθαν γρήγορα οι μέρες που αφήσαμε εκείνα τα μέρη, πέρασαν δύο χρόνια. Δε σταμάτησα να δουλεύω πάνω στο θέμα αυτό. Έκανα κάπου είκοσι παραλλαγές μεγάλα σχέδια χρώμα, μικρά, πολύ μικρά, χρώμα άσπρο, χαρακτική στο τέλος. Η μια προσπάθεια διαδεχόταν την άλλη και δεν ήταν ποτέ εκείνο που έπρεπε να βρω. Πότε γινόταν ρομαντικό πότε απλώς παράξενο πότε απίθανο, συχνά επιβλητικό, μα ολοκληρωμένο έργο που να ιστοράει ένα ξέχωρο κομμάτι γης με δυνατό δικό του χαρακτήρα δεν κατάφερα να κάνω.

Σχέδιο του Β.Σ. (από το περιοδικό)
Στο μεταξύ τα ζωγραφικά μου εφόδια πλουτίζονταν κι αλλάζανε συνεχώς. Όλο και πιο πολύ καταλάβαινα τι θάπρεπε να κάνω και καμιά φορά πώς θάπρεπε να κάνω. Ο εμπρεσιονισμός απ’ τη μια και η όλη μετεμπρεσιονιστική ζωγραφική – από τον κυβισμό ως τον σουρεαλισμό – από την άλλη σκλαβώνουν το νου και τα χέρια και τη θέληση, νιώθεις την ανάγκη να λευτερωθείς. Νιώθεις πως αυτά έχουν μέσα τους κάτι το σάπιο και άρρωστο, νιώθεις πως με αυτά δε μπορείς να πας μακριά, είναι σαν δεκανίκια στα χέρια σου, σα βραχνάς, σαν αγιάτρευτη αρρώστια. Κάτω από τέτοια πίεση έχουμε ανατραφεί όλοι οι ζωγράφοι της εποχής μας, κούφια, επιπόλαιη, απατεωνίστικη τέχνη, σαν την τάξη που τη γέννησε. Εκείνο που χρειάζεται σήμερα είναι η βαθιά γνώση όλης της ως τώρα κατάχτησης της τέχνης στις πρωτοποριακές  εποχές και μαζί με τη γνώση αυτή η πίστη στον αληθινό προορισμό της τέχνης, στον κοινωνικό της ρόλο: έτσι εξοπλισμένος ν’ αρχίζεις να προσπαθείς  να ιστορήσεις την ιστορική στιγμή που ζεις , τη στιγμή που ζεις τέλος πάντων. Έτσι το αντικείμενο δεν είναι απλώς αφορμή για σύνθεση σχημάτων και χρωμάτων, μα είναι αναγκαίο πρώτο υλικό για το έργο τέχνης. Ο άνθρωπος δεν είναι αφορμή για σύνθεση που θάδινε απλώς ένα διαφορετικό αποτέλεσμα από αφορμή κανάτι ή μήλο. Είναι ο άνθρωπος που σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά έχει συνείδηση της δύναμής του, κάνει έναν αγώνα που με αυτόν αλλάζει την ως τα τώρα πορεία της ζωής του, χρειάστηκαν χιλιάδες χρόνια για να φτάσει σ’ αυτή τη μεγαλειώδη καμπή του. Μα μια και ο άνθρωπος ανατράφηκε πάνω σε τούτη τη γης, ανάμεσα σε δέντρα και πέτρες και τώρα αυτά του παραστέκουν στον αγώνα του για μια καλύτερη ζωή, πήραν κι αυτά – γης, πέτρες, δέντρα – μια ξεχωριστή σημασία. Η ζωή έχει ένα νόημα με το χτες, το σήμερα και το αύριο, για το αύριο γίνεται η σημερινή πάλη, σαν το καταλάβεις αυτό μονομιάς όλα γεμίζουν από τον ίδιο σκοπό και είναι για τον ίδιο σκοπό. Το ίδιο και το τοπίο. Τότε πρέπει να βρεις εκείνο το κομμάτι της γης που θα σε βοηθήσει να κάνεις τη σύνθεση έτσι ώστε να αποκαλυφθεί αυτό το νόημα. Στην τέχνη κοντά στο περιεχόμενο πρέπει να είναι και η μορφή, άλλη αγωνία αυτή μα σιγά – σιγά είδα πως γι’ αυτό δεν μπορεί να γίνει τίποτε εξεπίτηδες. Η μορφή θα βγει. Στην αρχή τα έργα μας δεν θα είναι αριστουργήματα, μα θα είναι αληθινά κι αυτό θα φέρει και το αριστούργημα, το ολοκλήρωμα. Δε θα πει πως δεν πρέπει να καταπιανόμαστε  με κάτι τέτοια πράγματα μια και δεν μπορούμε, δεν μπορούμε γιατί ίσα – ίσα δεν καταπιανόμαστε, γιατί κάνουμε κούφια και ψεύτικα πράγματα.
Σύνθεση, πορτραίτο, τοπίο, όλα να μιλούν για τη σημερινή στιγμή, για τη μεγάλη καμπή, για την τιτάνια πάλη, για την ομορφιά του ανθρώπου και του ωραίου του αγώνα.
Μπορεί στην τελευταία παραλλαγή να γνωρίσω την αλήθεια, θέλω κοιτάζοντας το τοπίο αυτό να γεμίζουμε από πίστη για τη λευτεριά, να γεμίζουμε από αποθυμιά να είμαστε άξιοι να ζούμε μια τέτοια ωραία γης.
                                                                                         Βάλιας Σεμερτζίδης

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Η ομορφιά και ο έρωτας αντιμάχονται την ίδια την αδικία, τον ίδιο τον πόνο, την ίδια την εχθρότητα...



Πέτρες, πέτρες εκατοντάδες, χιλιάδες πέτρες. Πότε άρχισα να ζωγραφίζω πέτρες; Βέβαια, άρχισα να ζωγραφίζω από παιδί 6-7 χρονών στα μαθητικά μου τετράδια, στους τοίχους του σπιτιού, όπου έβλεπα μια κάποια επιφάνεια που με βόλευε. Αργότερα μού πήραν και λαδομπογιές, αλλά στην αρχή ζωγράφιαζα μόνο με κραγιόνια ή και με ακουαρέλες. Όταν μού πήραν τις λαδομπογιές ζωγράφιζα απάνω σε ατλάζι, κάτι εσταυρωμένους, κάτι σταυρούς, κάτι στεφάνια, κάτι χρυσάνθεμα πολύ ωραία κάποτε. 


Αλλά στις πέτρες πώς κατέληξα;
Ίσως επειδή αγαπούσα από τα παιδικά μου χρόνια τις πέτρες. Μου μιλούσανε οι πέτρες της Μονεμβασιάς. Ο ίδιος ο βράχος της Μονοβάσιας. Ίσως επειδή αγαπούσα πάρα πολύ την αρχαία ελληνική γλυπτική. Καθόμουνα ώρες μπροστά στα αγάλματα. Η πέτρα μου' δινε αυτή πια την αίσθηση της αφής και παράλληλα την αίσθηση μιας στερεότητας και τα πρώτα μου αφηρημένα ζωγραφικά έργα, ακουαρέλες, λάδι ή μονοτυπίες, ξεκίνησαν αντιγράφοντας κάποιες αποχρώσεις και κάποια σχήματα απολύτως αόριστα που ήταν διαγεγραμμένα πάνω στις πέτρες. Κι απο κει κατά κάποιο τρόπο έκανα μια αντιγραφική 
 δουλειά.

Αργότερα, στη δεύτερη εξορία μου, στη Γυάρο, που δεν είχαμε καθόλου ζωγραφικό υλικό, τίποτα, η Βάσω η Κατράκη διάλεγε κάτι ωραία λεία χαλίκια, τα' παιρνε όμως σαν ζωγραφικές επιφάνειες και ζωγράφιζε κοριτσόπουλα, ζωγράφιζε ήλιους. Κι απο κει λέω, να καλή ιδέα. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει την πέτρα, όχι ατόφια όπως είναι, αλλά ακούγοντάς την τι υπαγορεύει. Όχι μόνο σαν γενικό σχήμα, αλλά και σαν ιδιαίτερα σχήματα πάνω στην πέτρα. Δηλαδή, παίρνοντας τις γλυπτικές ιδιότητες της πέτρας, υπογραμμίζοντας τις εσοχές για να προεξέχουν, να αναδεικνύονται σαν ανάγλυφα οι εξοχές. Έτσι άρχισα από τη μια μεριά στη Γυάρο κι ύστερα, όταν μεταφέρθηκα στο Παρθένι της Λέρου έβρισκα διάφορες πέτρες από την ακρογιαλιά - κάθε φορά που μάς επέτρεπαν να βγούμε για λίγο - υπό φρούρηση βέβαια έξω από τον περίβολο του στρατοπέδου και διάλεγα πέτρες.


Ήταν και πολλοί άλλοι συνεξόριστοι που διάλεγαν πέτρες, που ' ξεραν πως τις αγαπούσα κι άρχιζα να ζωγραφίζω. Έκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Επειδή όμως η πέτρα δε δέχεται - συνηθισμένοι όπως είμαστε από τα αριστουργήματα της αρχιτεκτονικής της αρχαίας Ελλάδας, όπως και από τα περίφημα γλυπτά της και της προκλασικής και της κλασικής - ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραμμή της Κνωσού, κάποτε την κλασική. Κάποτε έπαιρνα, χωρίς να τα ' χω μπροστά στα μάτια μου αλλά τα διατηρούσα στη μνήμη μου, τους Κούρους. Κι άρχισα να ζωγραφίζω συνέχεια. Μόνον ανθρώπινες μορφές και ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Η πέτρα δεν είναι να κάνεις ζωγραφική απάνω της κι ολόκληρη η γλυπτική είναι βέβαιο - όπως ξέρουμε - δεν είχε ποτέ κανένα τοπίο, ούτε δένδρα, ούτε τίποτα. Μόνο ανθρώπους, ανθρώπινα σώματα, ως επί το πλείστον γυμνά. Ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα τα οποία είναι από τα ωραιότερα, τα κομψότερα ζώα που έχουμε, βέβαια και τα λιοντάρια συμβολικά. Έτσι έφτιαξα ένα Πάνθεον ωραίων κοριτσιών και ωραίων αγοριών, όπου ανάδιδαν μια δύναμη μέσα απ' την ομορφιά τους και μιαν αίσθηση ερωτική.

Πολλές φορές συνεξόριστοι με ρωτούσανε:
- Τέλος πάντων Ρίτσο, πώς φτιάχνεις αποκλειστικά μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα γυμνά, δείχνεις τίποτα απ' τα βάσανά μας, απ' τα μαρτύρια μας, απ' τη μοναξιά μας, απ' τις στερήσεις μας; Και έλεγα, σκεφτόμουνα και έλεγα: γιατί γινότανε αυτό το πράγμα; Πρώτα από όλα γιατί δε μ' αρέσουνε αυτά τα πολύ νατουραλιστικά, τα οποία υποδηλούν ακριβώς ορισμένα αισθήματα, ενώ θα μπορούσα να αντιπαραθέσω σε όλη αυτή τη σκοτεινή ζωή, σε όλο αυτό το μαρτύριο, σε όλη αυτή τη στέρηση, την ερημιά και τη σκλαβιά.
Ένιωθα την ανάγκη να αντιπαραθέσω κάτι που είναι ωραίο, κάτι που είναι ζωντανό, κάτι που είναι δυναμικό. Την ομορφιά και τον έρωτα που είναι οι μεγάλες και αιώνιες αξίες της ζωής. Κι έτσι δεν επέτρεπα ούτε στον εαυτό μου ούτε στους άλλους που έβλεπαν αυτά μου τα πονήματα να νιώσουν ότι έχουν αποστερηθεί της ζωής. Ότι έχει χαθεί η ομορφιά, ότι έχουν χαθεί οι αξίες της ανθρώπινης ύπαρξης. Και πραγματικά, έβλεπα ότι είχε μιαν επίδραση αυτό το πράγμα. Όσο δε για μένα, σαν να ήμουν ερωτευμένος με τις πέτρες και αυτή ακριβώς η αντιπαράθεση των γυμνών σωμάτων, γιατί όπως ξέρουμε το σώμα είναι η έδρα και της ψυχής και του πνεύματος και η πρωταρχική σημασία είναι ακριβώς το ανθρώπινο σώμα. Αυτό το αντιπαρέθεσα σε όλες τις στερήσεις, σ' όλη τη βία, σ' όλα τα μαρτύρια. Και νομίζω πως ήταν η πιο απλή και η πιο σωστή νίκη.

Η ομορφιά και ο έρωτας αντιμάχονται την ίδια την αδικία, τον ίδιο τον πόνο, την ίδια την εχθρότητα. Κι έτσι είχα πραγματικά αυτή την αίσθηση μιας νίκης, όχι προσωπικής, μιας νίκης όλων μας. Ναι, είναι αυτή που λέμε αιώνια πάλη του φωτός με το σκοτάδι. Το φως είναι η ομορφιά και ο έρωτας...

Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, Γιάννης Ρίτσος - Αυτοβιογραφία . Κινηματογραφική αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του, Αρχείο Κρήτης, Αθήνα 2008