Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχάλης Γκανάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μιχάλης Γκανάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 23 Μαΐου 2017

...ένα γεφύρι πέτρινο απλώνει τ' άσπρα του φτερά

Εκεί που σμίγουν δυό ποτάμια
και αδελφώνουν τα νερά
ένα γεφύρι πέτρινο 
απλώνει τ' άσπρα του φτερά

Ξέρω τα χέρια που το χτίσανε
τα πόδια που το περπατήσανε.

Κρυμμένο μέσα στα πλατάνια
ακούει τ' άγρυπνο νερό
ένα γεφύρι πέτρινο
που ταξιδεύει στον καιρό.

Ξέρω τα χέρια που το χτίσανε
τα χείλη που το τραγουδήσανε
κι ακούω το γέλιο της χτισμένης
στα πέρατα της οικουμένης.

Μιχάλης Γκανάς, Ο ύπνος του καπνιστή ( 2003)

[Φωτογραφίες: Γεφύρι Κλειδωνιάβιστας ή Βοϊδομάτη( Μάης 2017)

Βρίσκεται στο χωριό Κλειδωνιά της επαρχίας Κόνιτσας, εκεί που τελειώνει η χαράδρα του Βίκου. Γεφυρώνει τον Βοϊδομάτη. Χτίστηκε το 1853 με έξοδα της Μπαλκίζ Χανούμ τού Μαλήκ Πασά.
Στο σημείο αυτό του ποταμού, προϋπήρχε από τους βυζαντινούς χρόνους μια παλιότερη γέφυρα η οποία είχε συνδεθεί μ’ ένα φονικό επεισόδιο που έγινε εκεί μεταξύ δυο οικογενειών της περιοχής και είχε σαν αποτέλεσμα να εγκαταλειφτεί ένα ολόκληρο χωριό. Δύο μεγάλες και πλούσιες οικογένειες συγκρούστηκαν για ζήτημα τιμής πάνω στο γεφύρι. Η μία ήταν η οικογένεια του Γεραίνη και η άλλη ήταν η οικογένεια του Σταμάτη. Νύφη η κόρη του Γεραίνη περνούσε μαζί με την οικογένεια και τους συγγενείς της πάνω από το γεφύρι, όταν ρίχτηκε πάνω τους η οικογένεια του Σταμάτη μαζί με φίλους. Στη μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν μεταξύ άλλων ο Γεραίνης με τη γυναίκα του και δύο ξαδέρφια της νύφης. Από τότε τραγουδιέται και το μοιρολόϊ της κόρης του Γεραίνη: "Δεν τον αλλάζω τον αχό/να πω άλλο τραγούδι/έχασα κύρη καί κυρά καί δυό πρώτα ξαδέρφια...".]

Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Οι μέρες κι οι νύχτες μου

Οι μέρες κι οι νύχτες μου 
κι όλος ο χρόνος που πέρασε.

Αφημένος εδώ
ένα τίποτε ή ένα σημάδι
κάτω απ' το γλόμπο του ήλιου.
Καίει το σκοτάδι αθόρυβα
καταναλώνει τα δέντρα και τη φυλή μου.

Όλα τούτα
προστίθενται κάπου ή αφαιρούνται;

Μιχάλης Γκανάς, Μαύρα λιθάρια ( 1980)

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Νέκυια: Ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη (κατά Μιχάλη Γκανά)

Jan Styka, Επίκληση των νεκρών
Και τότε κατηφορίσαμε στο καράβι,
κυλήσαμε την καρένα στη θάλασσα τη θεοτική,
σηκώσαμε τ' άλμπουρο και το πανί στο μελανό τούτο καράβι
και το φορτώσαμε μ' αρνιά, φορτώσαμε μαζί και τα κορμιά μας
βαριά από δάκρυα, κι οι αγέρηδες ολόπρυμα
μας πήραν πέρα μακριά με το πρησμένο καραβόπανο,
της Κίρκης τούτη η τέχνη, της καλοχτένιστης θεάς.
Τότες καθίσαμε σην κουπαστή, κι ο αγέρας μάγκωνε το τιμόνι.
Έτσι ολάρμενοι, περνούσαμε το πέλαγο ως να τελειώσει η μέρα.
Αποκοιμήθη ο ήλιος, ίσκιοι σ' ολάκερο τον ωκεανό,
και τότες μπήκαμε στα πιο βαθιά νερά,
στις Κιμμέριες χώρες...
Έτσι λοιπόν...

...βρεθήκαμε σ' αυτόν τον ανήλιαγο τόπο με τους γκρίζους ανθρώπους. Πυκνό, χειροπιαστό σκοτάδι τούς τυλίγει, που δεν μπορεί ο ήλος να τρυπήσει ούτε στο μεσουράνημά του. Εκεί αράξαμε. Πήραμε τα σφάγια και φτάσαμε στο μέρος που μας είχε πει η Κίρκη.
Τράβηξα το σπαθί μου κι άνοιξα λάκκο ίσα με μια οργιά κι ύστερα άρχισα τις χοές στους πεθαμένους. Έχυσα μέλι πρώτα, κι ύστερα γάλα, γλυκό κρασί και δροσερό νερό, και τα πασπάλισα με άσπρο κατάλευκο αλεύρι. Κι έταξα στους νεκρούς να θυσιάσω, μόλις γυρίσω στην Ιθάκη, μια στείρα δαμάλα, την καλύτερη. Και για τον Τειρεσία ειδικά, ένα κατάμαυρο κριάρι, το πρώτο γκεσέμι του κοπαδιού.
Έσφαξα έπειτα τ' αρνιά στον λάκκο, και το αίμα τους πότισε βαθιά το χώμα ώσπου λίμνασε. Τότε άρχισαν να' ρχονται οι ψυχές των πεθαμένων: νιόνυφες σκονισμένες απ' τα χώματα και παλικάρια με μαλλιά σαν σπάρτα` βασανισμένοι γέροι και τρυφερές παρθένες με λυπημένο βλέμμα` κι άλλοι λαβωμένοι από χάλκινα κοντάρια, με τ' άρματα και τις πανοπλίες τους μέσα στο αίμα, το δικό τους και το ξένο.
Έτρεχαν στον λάκκο όλοι μαζί, σαν τα μυρμήγκια στη μυρμηγκοφωλιά, με φωνές και αλαλαγμούς όμως τέτοιους, που άσπρισα από τον φόβο μου.
Κανέναν ωστόσο δεν άφησα να πλησιάσει να πιεί μαύρο αίμα γιατί περίμενα τον Τειρεσία.
Μα ήρθε πρώτη η ψυχή του Ελπήνορα, του σύντροφου που παρατήσαμε νεκρό φεύγοντας βιαστικά από το παλάτι της Κίρκης.
Με πήρανε τα δάκρυα γιατί δεν το περίμενα να φτάσει πριν από μας στον Άδη, πεζός αυτός κι εμείς με καλοτάξιδο καράβι. Έκλαιγε ασταμάτητα και μου' πε πως έπεσε από τη σκάλα, πιωμένος και ζαλισμένος όπως ήταν, κι έσπασε τον αυχένα του, κατρακυλώντας γρήγορα ως εδώ κάτω.
ΕΛΠΗΝΩΡ: Βασιλιά μου, θυμήσου με όταν γυρίσεις στο νησί της Κίρκης. Μη μ' αφήσεις άκλαυτο κι άθαφτο να με φάνε τα όρνια και τ' αγρίμια, γιατί μπορεί να γίνω αιτία να σου θυμώσουν οι θεοί και να σε τιμωρήσουν. Κάψε το λείψανο και τ' άρματά μου, και φτιάξε τάφο δίπλα στο ακοίμητο κύμα να με θυμούνται οι μελλούμενοι. Κι ύστερα μπήξε στον τάφο το κουπί, αυτό που έλαμνα με τους συντρόφους μου.
Του υποσχέθηκα πως θα κάνω όλα όσα μου ζήτησε, κρατώντας πάντα το σπαθί στο χέρι και διώχνοντας τις λιμασμένες ψυχές των νεκρών.
Jan Styka, Η ψυχή του Τειρεσία προβλέπει το μέλλον του Οδυσσέα
ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΗΡΘΕ Η ΑΝΤΙΚΛΕΙΑ. Και δεν την άφησα! Δεν άφησα τη μάνα μου να πιεί αίμα μια στάλα. Κι εκείνη παραμέρισε για να περάσει ο Τειρεσίας που είχε φτάσει φουριόζος στον λάκκο. Κρατούσε το ολόχρυσο σκήπτρο του και μ' αναγνώρισε αμέσως.
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Οδυσσέα, δυστυχισμένε γιε του Λαέρτη, γιατί ήρθες εδώ; Γιατί πολυμήχανε, άφησες το λαμπρό φως του ήλιου για να βρεθείς στον μαύρο κι άραχλο κόσμο των νεκρών; Μάζεψε το σπαθί σου να σκύψω και να πιω αίμα ζεστό για να σου πω τα μελλούμενα που περιμένεις.
Έσκυψε με λαχτάρα, ήπιε μαύρο αίμα και ύστερα σηκώθηκε και μου είπε.
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Είναι γλυκιά η πατρίδα, Οδυσσέα, αλλά ο νόστος είναι μέλι πικρό που τρώει τα σωθικά σου. Ο γυρισμός σου έχει απoφασιστεί από τους θεούς, αλλά ο Ποσειδώνας σου' χει μεγάλο άχτι και θα σε δυσκολέψει όσο μπορεί. Έχει μεγάλο πόνο, σαν να του έχουν μπήξει έναν πάσσαλο στην καρδιά, σαν αυτόν με τον οποίο τύφλωσες τον γιο του τον Πολύφημο. Πολύφημος αλλά μονόφθαλμος, κι εσύ πήγες και του' βγαλες το μάτι!
Το δεύτερο μεγάλο εμπόδιο θα το βρεις μπροστά σου, όταν φτάσετε στο νησί της Θρηνακίας. Εκεί, μέσα σε καταπράσινα λιβάδια, βόσκουν τα ιερά γελάδια και τα πρόβατα του θεού Ήλιου.
Αν θέλεις να γυρίσεις στην Ιθάκη μην τ' αγγίξεις. Πες το και στους συντρόφους σου. Γιατί άμα σφάξετε και φάτε έστω και ένα ζώο, χαθήκατε! Κυριολεκτικά. Αυτοί θα χάσουν τις ζωές τους κι εσύ καράβι και συντρόφους. Θα μείνεις μόνος και θα βασανιστείς πολύ μέχρι να φτάσεις στην Ιθάκη.
Φτάνοντας εκεί, θα βρεις μέσα στο ίδιο σου το παλάτι κάτι ευγενείς αλλά χαρμοφάηδες "γαμπρούς", τους περίφημους μνηστήρες. Πιέζουν τη γυναίκα σου, την Πηνελόπη, να διαλέξει έναν από αυτούς και να τον παντρευτεί. Και όσο ν' αποφασίσει εκείνη, τρώνε και πίνουν ροκανίζοντας την περιουσία σου.
Θα πρέπει όλους αυτούς να τους ξεκάνεις για να πάρεις πάλι στα χέρια σου τον θρόνο, το σπιτικό και τη γυναίκα σου, φυσικά.
Αν όλα πάνε καλά, που θα πάνε, άκουσε τι θα κάνεις. Θα πάρεις ένα γερό και καλοφτιαγμένο κουπί στον ώμο σου και θα πας σε μέρη ορεινά κι απόμακρα. Εκεί θα βρεις ανθρώπους που δεν έχουν δει θάλασσα στη ζωή τους, ούτε καράβια ούτε κουπιά και τρώνε ανάλατο φαΐ.
Εσύ περπάτα ανάμεσά τους με το κουπί στην πλάτη. Κι όταν ακούσεις κάποιον να σου πει: " Ωραίο λιχνιστήρι κουβαλάς, πού το βρήκες;" σταμάτα και μπήξε το κουπί στο χώμα. Κάνε θυσίες στον Ποσειδώνα για να τον εξευμενίσεις και, μόλις γυρίσεις στο παλάτι σου, φρόντισε να προσφέρεις εκατόμβες σε όλους τους θεούς, κανείς μη μείνει παραπονεμένος.
Έτσι θα ζήσεις πολλά και καλά χρόνια, τιμημένος και σοφός Βασιλιάς ανάμεσα στον ευτυχισμένο λαό και την οικογένειά σου.
Δεν είναι της μοίρας σου να πνιγείς στη θάλασσα, Οδυσσέα. Θα κοιμηθείς γλυκά, ήσυχος και γαλήνιος στην κλήνη σου, πλήρης ημερών.
Είπα και ελάλησα την πάσα αλήθεια.
Όσην ώρα μιλούσε ο Τειρεσίας, η μάνα μου στεκόταν μπροστά στον λάκκο. Δεν σήκωσε ούτε μια φορά τα μάτια της επάνω μου, σαν να μη με γνώριζε.
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Ασ' τη να πιεί και θα δεις. έτσι γίνεται με τους νεκρούς. Αν τους αφήσεις να πιουν αχνιστό αίμα, σε αναγνωρίζουν και σου μιλάνε. Αν τους εμποδίσεις, γυρίζουν και φεύγουν.
Έτσι γύρισε κι αυτός και χάθηκε στα ερεβώδη δώματα του Άδη, βαδίζοντας αργά και τελετουργικά.
Εγώ καθόμουνα μπροστά στο λάκκο κοιτάζοντας επίμονα και πυρετικά τη μάνα μου. Ώσπου ήρθε πιο κοντά, οσμίστηκε το αίμα κι ύστερα έσκυψε και ήπιε. Σηκώθηκε, με κοίταξε και μ' αναγνώρισε αμέσως. Βούρκωσα ακούγοντας την αγαπημένη και τόσο γνώριμη φωνή της.

ΑΝΤΙΚΛΕΙΑ: Πώς ήρθες παιδάκι μου, στον Κάτω Κόσμο αφού είσαι ακόμα ζωντανός; Όσο είμαι εδώ δεν είδα άλλον κανένα να' ρχεται από εκεί έξω. Και πώς να' ρθει κανείς από τον Πάνω Κόσμο. Μας χωρίζουν συναγωγές πολλών υδάτων, ποτάμια γεμάτα ρεύματα και ρουφήχτρες. Και πάνω απ' όλα μας χωρίζει ο μέγας Ωκεανός, που κανένας δεν μπορεί να περάσει αν δεν έχει κότσια και γρήγορο, καλοχτισμένο καράβι.
Μήπως έρχεσαι κατευθείαν από την Τροία; Δεν έφθασες ακόμη στην Ιθάκη, δεν είδες τη γυναίκα σου και το παιδί σου, άμοιρε;
- Όχι, δεν έφτασα, μάνα. Βασανίζομαι χρόνια και τυραννιέμαι, σε μανιασμένες θάλασσες και αφιλόξενες στεριές. Δεν πάτησα ακόμα μια πιθαμή αχαϊκής γης. Ήρθα εδώ να βρω τον Τειρεσία, να μου πει τη μοίρα μου.
Άσε με εμένα όμως. Πες μου πώς έφτασες εσύ εδώ. Από κακιά αρρώστια ή από κανένα ατύχημα;
Πες μου ακόμη για τον πατέρα και τον γιο μου. Για τη γυναίκα μου, την Πηνελόπη. Είναι καλά, με σκέφτονται καθόλου ή με ξέχασαν;
ΑΝΤΙΚΛΕΙΑ: Όλοι σε σκέφτονται και σε θυμούνται, γιόκα μου. Η Πηνελόπη κρατάει το σπίτι με τη βοήθεια του Τηλέμαχου και κλαίει για σένα πότε κρυφά και πότε φανερά.
Ο πατέρας σου έφυγε από το παλάτι. Του φαινόταν άδειο χωρίς εσένα και πήγε στο αχούρι, δίπλα στο αμπέλι που φυτέψατε μαζί. Εκεί μένει και κοιμάται, πάνω στο χώμα, χωρίς σκεπάσματα σχεδόν, μαζί με τους δούλους. Είναι πολύ λυπημένος. Περίλυπος! Δεν μπορεί ν' αντέξει που λείπεις τόσα χρόνια και μαραζώνει μέρα με τη μέρα.
Αυτό το μαράζι, γιόκα μου, αυτός ο καημός μ' έφαγε κι εμένα. Ξύπναγα μέσα στη νύχτα και σε σκεφτόμουνα - πού να' σαι, πώς να' σαι, γερός ή σακάτης, ζωντανός ή νεκρός - σκόρπιζε ο νους μου κι άντε μετά να τον μαζέψω. Έτσι μ' έπαιρναν τα χαράματα. Το άλλο βράδυ τα ίδια.
Δεν άντεξα, καμάρι μου, να μη σεβλέπω, να μη σ' ακούω, να μη σ' αγκαλιάζω, να μη σε καμαρώνω. Έλιωσε το κορμί μου, στέγνωσε η ψυχή μου, σώθηκε.
Η καρδιά μου πήγε να σπάσει από τον πόνο κι έτρεξα να την αγκαλιάσω. Δοκίμασα μια, και δυο, και τρεις φορές, αλλά ήταν σαν να' πιανα τον αέρα. Σαν ν' αγκάλιαζα έναν ίσκιο, ένα όνειρο πες. Με πήρε το παράπονο.
Jan Styka, Ο Οδυσσέας θέλει να αγκαλιάσει την ψυχή της μάνας του

- Μάνα, γιατί δεν μ' αφήνεις να σ' αγκαλιάσω; Γιατί δεν απλώνεις τα χέρια σου να σφιχταγκαλιστούμε και να κλάψουμε μαζί;
ΑΝΤΙΚΛΕΙΑ ( με απόκοσμη φωνή):
Με τι ποδάρια να σταθώ, χέρια να σ' αγκαλιάσω, ψυχή, καρδούλα μου...Οι σάρκες λιώνουν, τα νεύρα σπάνε, τα κόκαλα γυμνώνονται κι ασπρίζουν. Όλα τα τρώει η φωτιά και μόνον η ψυχή βγάζει φτερά και πάει...
(Κι ύστερα με την κανονική φωνή της, αλλά σαν φοβισμένη.)
Φύγε αποδώ αμέσως, γιόκα μου, πήγαινε προς το φως που σε καλεί. Ό,τι κι αν είδες, ό,τι κι αν άκουσες, πες το αν θέλεις στη γυναίκα σου και στους άλλους. Αλλά μην περιμένεις να σε πιστέψουν.


Ομήρου Οδύσσεια του Μιχάλη Γκανά, Διασκευή για νέους αναγνώστες. Εικονογράφηση: Βασίλης Γρίβας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2016
" Το ανάγνωσμα απευθύνεται σε παιδιά που ετοιμάζονται να μπουν στην εφηβεία και σε άλλους που έχουν βγει πρόσφατα ή προ πολλού από αυτήν, χωρίς να έχουν διαβάσει ποτέ ολόκληρη την Οδύσσεια. Ας όψεται το ελληνικό σχολείο. Εκεί δεν τα φορτώνουμε όλα;
Ολόκληρη, πάντως, δεν θα τη βρούνε οι αναγνώστες ούτε στη δική μου διασκευή, γιατί έπρεπε να τη συμμαζέψω κάπως. Έτσι, έκοψα, έραψα, κάπου έβαλα δικά μου λόγια και ανθολόγησα στίχους ποιημάτων και τραγουδιών, που ενσωμάτωσα στο κείμενο της αφήγησης, όπου νόμιζα ότι ταιριάζουν.
Ελπίζω να μην τραυμάτισα βαριά ή θανάσιμα το μεγάλο έπος του Ομήρου..." ( Μιχάλης Γκανάς, από το επιλογικό σημείωμα)
Τρυφερή η αφιέρωση:
Στην Κάλλη - Κάλλη πορτοκάλι
         και στην Αλίκη το τζιτζίκι

            από τον παππού Μιχάλη

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Χριστός Ανέστη

Είχαμε πάρει το μονοπάτι για το σπίτι
θάλασσα ολούθε μπαμπακιά ο Απρίλης
κι όσο χωνόμασταν μες στα πλατάνια
τόσο σωπαίναν δε φυσούσε
μόνο που με κοιτάζαν από μέσα μου
νωπά τα μάτια της απ' τα κεριά
και σφύριζα θυμάμαι το Χριστός Ανέστη

Ο ουρανός που λίγο πριν αστροφορούσε
σ' άσπρο σεντόνι γύριζε και σε βρεγμένο.

Δυο βήματα απ' τη βρύση ο αδελφός της,
έσταζε το βρακί και το παγούρι του
- Χριστός Ανέστη, πώς περνάς, τι να περνούσε
κόντευε χρόνο πεθαμένος.
Γύρισε να μας δει κι έφεξε ο τόπος
σαν κάποιος να μας φωτογράφιζε τη νύχτα.

Μιχάλης Γκανάς, Μαύρα Λιθάρια(1980) στο Ποιήματα 1978- 2012,
 εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Ρινίσματα

Βλάσης Κανιάρης 
 
Βωξίτες κι άλλα μεταλλεύματα. Αγενή.
Ρινίσματα που τα φυσούν μαγνήτες.
Σαν τα παιδιά σου,
άλλα στα ξένα κι άλλα στα Xenia.

Γιατί δεν έχει μέσα κι έξω πια,
πάνω και κάτω.
Ο τόπος φεύγει
δίπλα στ' ακίνητα τραίνα,
γαζωμένος από φωτογραφικές μηχανές.
Χειρολαβές μπήγονται στον εγκέφαλο,
μικρόφωνα, κεραίες τηλεοράσεως.

Χτίζουν το μέλλον κάτω απ' τη μύτη μας.
Πανύψηλο,
μας αφήνει απ' έξω

Μιχάλης Γκανάς, Ακάθιστος Δείπνος (1978)
 στο Ποιήματα 1978-2012 , Μελάνι 2013

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Το σπίτι παλιό, πολυταξιδεμένο, άξαφνα κάνει μνήμες, βουλιάζει.


 ΝΑΥΑΓΙΟ

Παλιό το σπίτι, πέφτουν σοβάδες,
μετριούνται τα πλευρά του τοίχου.
Από μέσα η μάνα,
απ' έξω ο αντίχειρας του Θεού,
θα τη λιώσει.
Σ' όποια γωνιά κι αν πας,
τα πράγματα γυρίζουν να σε δουν,
απότιστα γελάδια.

Πίσω απ' τα ντουλάπια της κουζίνας
είναι άλλα ντουλάπια
και πίσω απ' αυτά πάλι ντουλάπια
ως το βυθό του τοίχου
και το παλιό ψυγείο.
Εδώ κοιμίζουνε τ' αρθριτικά τους χέρια
η κυρά - Λένη η κυρά - Μαρία...

Το σπίτι παλιό, πολυταξιδεμένο,
άξαφνα κάνει μνήμες, βουλιάζει.

Μιχάλης Γκανάς, Ακάθιστος Δείπνος (1978) στο Ποιήματα (1978-2012), Μελάνι 2013

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Εσύ δεν θα πεθάνεις

Φωτογραφία: Κώστας Μπαλάφας
— Εσύ δεν θα πεθάνεις.
— Μάζεψε τη φωτιά.
— Πεθαίνουν οι μανάδες; Δεν πεθαίνουν.
— Όχι. Κοίταξε μην καείς.
— Κι η μάνα του Νικόλα γιατί πέθανε;
— Ήταν άρρωστη πόναγε η καημένη.
— Κι εσένα που σε πόναγε το δόντι;
— Άλλο το δόντι. Δεν πέθανε κανένας από δόντι.
Σύρε να παίξεις.
— Δε θέλω. Θέλω να μην πεθάνεις.
— Μπα σε καλό σου. Φέρε μου το σινί.
— Η γιαγιά όμως θα πεθάνει.
— Θα ’σαι μεγάλος τότε μη φοβάσαι.
— Πόσο μεγάλος θα ’μαι;
— Άντρας. Θα ’χεις γυναίκα και παιδιά.
Μπορεί κι αγγόνια.
— Κι εσύ πώς θα ’σαι τότε;
— Σαν τη γιαγιά. Γριούλα.
— Σαν τη γιαγιά; Φαφούτα μ’ ένα μάτι…
Εσύ δεν θα ’σαι έτσι. Κι ούτε θα πεθάνεις.
Θα πεθάνεις;
— Όχι δεν θα πεθάνω. Φέρε τη γάστρα.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω να το ξέρεις.
— Κούφια η ώρα. Μη λες τέτοιες κουβέντες.
— Άμα πεθάνεις θα πεθάνω. Μ’ ακούς;

Σ’ ακούω. Ψεύτη.
Ούτε αυτά που μου ’ταξες παιδί δεν κράτησες.

                                                                             Μιχάλης Γκανάς 


Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2012

Χριστουγεννιάτικη ιστορία



Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ως εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία

για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
να παρηγορηθούνε.
(στον πατέρα μου και στα παιδιά μου. Στ΄αδέρφια μου)

Μιχάλης Γκανάς, " Γυάλινα Γιάννενα" , Καστανιώτης Αθήνα 1989

 Το χαρακτικό της Αλεξίας Τάγκα από εδώ

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Γυάλινα Γιάννενα

Χάραζε ο τόπος με βουνά πολλά
κι ανάτελλε τα ζωντανά του,
καλούς ανθρώπους και κακούς, νυφίτσες,
αλεπούδες,


 μια λίμνη ως κόρην
οφθαλμού


 και κάστρα πατημένα.



Θα ‘ναι τα Γιάννενα, ψιθύρισα,
στο χιόνι και στον άγριο καιρό
γυάλινα και μαλαματένια.


                                                      Δημήτρης Aνδρεαδάκης, Aπό τη γη στον ουρανό
                                                                     
Κι όσο πήγαινε η μέρα,
σαν το βαπόρι σε καλά νερά,
είδα και μιναρέδες 

                                                                Νικόλαος Oθωναίος, Ιωάννινα
                                                                
κι άκουσα
τα μπακίρια να βελάζουν.

Μιχάλης Γκανάς, Τα Γυάλινα Γιάννενα, Καστανιώτης


Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Η Ακαδημία Αθηνών βραβεύει τον Μιχάλη Γκανά

Με αφορμή τη βράβευση του ηπειρώτη ποιητή Μιχάλη Γκανά από την Ακαδημία Αθηνών για το σύνολο του έργου του , ένα ντοκιμαντέρ που προβλήθηκε στο 9ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και στο 1ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας και  τιμήθηκε με το δεύτερο βραβείο και το Βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας.

"Με λίγο φώς στους ώμους" Μιχάλης Γκανάς from Αντίφωνο (antifono.gr) on Vimeo

Σχετικό αφιέρωμα είχα κάνει παλιότερα