Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

"Το μόνον της ζωής της ταξίδιον"

Μυταράς Δημήτρης, Γυναίκα VΙ. Στέγη Φιλότεχνων Φλώρινας. Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

 Τα πεθαμένα σου ! βρυχήθηκε ο Μπαρμπαλιάς ο ταβερνιάρης, ενώ ετοιμαζότανε πρωί - πρωί να περάση το κατώφλι φορώντας τα καλά του και κρατώντας  περασμένο στο μπράτσο του το καλάθι με τα "διάφορα".
Η κυρά Φιλιώ μαζεύτηκε ένα κουβάρι στη γωνιά, από το φόβο. Τον ήξερε τον άντρα της τι βλάστημος είτανε και πόσο δεν ήξερε τι έκανε απάνω στο θυμό του.
- Κεχαγιά θα σε βάλω στις δουλειές μου; ξαναβρυχήθηκε.
Κι' αρπάζοντας τα πιάτα απ' τον μπάγκο άρχισε να τα βροντάη χάμου και κατόπι με τον μπαλντά του κρέατος να βαράη και να γκρεμίζη την τούβλινη κουζίνα!

***

Η κακομοίρα η κυρά Φιλιώ! Πρώτη φορά τόλμησε να παραπονεθή. Κυριακή μέρα των Βαγιώνε. Και τώρα δεν άνοιγε η γης να την καταπιή!
Από νιάναρο μεγάλωσε και γέρασε στα ξένα χέρια. Όλος της ο κόσμος είτανε ο νεροχύτης. Δε θυμότανε καν από πού ήρθε! Σαράντα χρόνια στον ίδιο νεροχύτη! Ο σκύλος του σπιτιού γύριζε έξω λυτός ολημερίς κι' ολονυχτίς κι' αυτή δεμένη μέσα, στο νεροχύτη! Το πολύ - πολύ και γρήγορα - γρήγορα "ταξίδευε" ως το φούρνο και το μανάβη μαντηλοδεμένη χωρίς να κυττάζη. Το μόνο αίσθημα, που γνώρισε ήταν ο φόβος! Καρδιοχτυπούσε και στον ξύπνιο και στον ύπνο της μην κάνη κανένα λάθος και της πούνε κανένα λόγο τ' αφεντικά της.
Αυτή ανάθρεψε τα παιδιά τους. Και τα παιδιά των παιδιών τους. Και μήτε ονειρεύτηκε ποτές πως θα μπορούσε κι' αυτή να παντρευτή και να γεννοβολήση. Τουλάχιστον να φύγη από κείνον το νεροχύτη!
Άσκημη από γεννητάτα, κουτόμουτρη και κουτή, όσο πιο γέραζε, τόσο και πιο ασκήμιζε και κόνταινε κι' αποκουτιαινότανε.

***

Κι' όμως, βρέθηκε άνθρωπος να τη γυρέψη και να την παντρευτή. Ο Μπαρμπαλιάς, ο γείτονας. Ο ταβερνιάρης. Άσκημος σαν κι' αυτήνε, γέρος. Και χηριός μ' αγγόνια. Όχι πως λιμπίστηκε την ομορφιά και τα νειάτα της. Λιμπίστηκε τη νοικοκυρωσύνη της. Και την πήρε κι' αυτός για το νεροχύτη. Του χρειαζότανε μια μαγείρισσα. Κι' αντί να πάρη μαγείρισσα να την πληρώνη, παντρεύτηκε την κυρά Φιλιώ και δεν την πλήρωνε.
Και δεν είχε μονάχα αυτό το κέρδος. Η κυρά Φιλιώ είτανε χρυσοχέρα, η ευλογία του Θεού. Μαγείρευε τόσο νόστιμα και καθαρά που σε λίγο η κουζίνα του Μπαρμπαλιά φημίστηκε στα τέσσερα σημεία της Αθήνας. Οι δουλειές πηγαίνανε περίφημα. Κι' όσο μεγαλώνανε οι δουλειές, τόσο η κυρά Φιλιώ δούλευε περισσότερο. Κι' αυτή τη φορά μήτε τον ήλιο δεν έβλεπε. Διαρκώς χωμένη μέσα στα δυο ντουβάρια της κουζίνας, δίχως παράθυρα, δεν ήξερε αν είτανε ζωντανή ή θαμμένη.

***

Ο Μπαρμπαλιάς την αγαπούσε με τον τρόπο του. Και την περιποιότανε, όσο μπορούσε.
Αλλά εξακολουθούσε και να ζη με τον τρόπο του. Κάθε Κυριακή και γιορτή, έκλεινε το μαγαζί, έβαζε τα καλά του, έπαιρνε και το καλάθι με τα "διάφορα" και πήγαινε σε καμμιά γειτονική εξοχή με την παρέα του. Η παρέα του είτανε όλοι τους άνθρωποι της δουλειάς. Άλλος τσαγκάρης, άλλος ασπριτζής, άλλος χτίστης, άλλος ξυλουργός - αλλ' όλοι τους διαλεγμένοι τραγουδιαστάδες με τις κιθάρες τους. Όπου πηγαίνανε, αφίνανε εποχή. Αλλ' ο Μπαρμπαλιάς, όπως κι' οι ρέστοι, δεν παίρνανε μαζύ τους και τις γυναίκες τους.
Έτσ' η κυρά Φιλιώ περνούσε τις Κυριακάδες και τις γιορτές μοναχή της. Και δεν κοτούσε να παραπονεθή. Τον έτρεμε τον Μπαρμπαλιά, γιατί ' τανε θυμώδης και βλάστημος - και στο θυμό του απάνω δεν ήξερε τι έκανε! Έτσι γλύτωσε από το φόβο των αφεντικών της κι' έπεσε στον τρόμο του άντρα της. Αλλ' αυτή τη φορά, χρονιάρα μέρα, δεν κρατήθηκε και τόλμησε να του πη ( δεν κατάπινε τη γλώσσα της καλύτερα!) την ώρα που ξεπόρτιζε:
- Κι' εγώ ψυχή δεν έχω; Σκλάβα είμαι; Ποτές μου έβαλα παπούτσι. Όλο με τις παντόφλες γυρίζω εδώ μέσα!
Ε, αυτό είτανε! Ο Μπαρμπαλιάς εμάνιασε και τα' κανε όλα γης Μαδιάμ.
- Να! Τώρα είσαι λεύτερη! Ευχαριστήθηκες;

***

Η κυρά Φιλιώ μαζεύτηκε στη γωνιά - ένα τόσο δα κουβάρι ανθρώπου! Κι' άρχισε το κλάμμα. Κλάμμα μουγγό και βαθύ και θανατερό. Προσπαθούσε να πνίξη το κλάμμα της για να μην ερεθίση περισσότερο το μανιασμένο της τον άντρα - και την χτυπήση κι' αυτήν.
Ο Μπαρμπαλιάς, παρ' όλ' αυτά, είτανε χρυσή καρδιά, όπως το λέγανε όλοι. Πόνεσε, μετάνοιωσε, συγκινήθηκε. Κι' αφού μπήκε βγήκε δυο τρεις φορές, κάθισε κοντά της κι' άρχισε κι' αυτός να κλαίη!
- Έλα, μην κάνεις έτσι!...
Τότες η κυρά Φιλιώ μπόρεσε να κλάψη λεύτερα...
- Δεν πειράζη, του λέει. Πήγαινε...
- Όχι! Δε θα πάω πουθενά. Σήκω και φέρε μου τον ασβέστη και τα τούβλα. Θα ξαναχτίσω την κουζίνα. Και πιάτα θα σου ξαναγοράσω περισσότερα. Θα σε παίρνω μαζύ μου. Οι δυο μας!Μεθαύριο, το Πάσχα, θα πάμε μαζύ για τρεις μέρες στη Χαλκίδα. Με την ωτομετρίσα! Α! Δεν ξέρεις τι γρήγορα τρέχει. Βουνά, κάμποι, δάση και θάλασσες - όλα τρέχουνε λουλουδισμένα, πράσινα, γαλάζια...Θα φάμε κυδώνια, γοφάρια της ώρας - και θα σε σεργιανίζω στα χωριά και στις εξοχές...Σήκω τώρα...
Όσο να πάη μέσα η Φιλιώ να φέρη τα τούβλα και τον ασβέστη, ο Μπαρμπαλιάς πετάχτηκε στο παρακάτω ζαχαροπλαστείο και της έφερε σοκολάτες και σκαλτσούνια.
- Για σένα, καλή μου, που σ' αγαπάω! Πάρε και συχώρα με!
Και δεν έλεγε ψέματα ο Μπαρμπαλιάς. Γιατί, όταν κάποτες αρρώστησε η κυρά Φιλιώ από το στομάχι της και μαρτυρούσε από τους πόνους, χωρίς να ξέρη τι έχει, ο Μπαρμπαλιάς έλεγε δακρυσμένος στους φίλους του πελάτες:
- Καλύτερα να πέθαινα εγώ παρά να υποφέρη αυτή.

***

Κείνη την ημέρα έμεινε μαζί της, ξαναχτίσανε τη φωληά τους σαν τα πουλιά, που ζευγαρώνουν. Και την άλλη μέρα νωρίς - νωρίς πήγε και της έφερε καινούργια πιάτα, καινούργιο φουστάνι, καινούργιο φακιόλι και καινούργια παπούτσια.
- Να ετοιμαστής καλά για το Πάσχα.
Η κυρά Φιλιώ, ήταν η πρώτη χαρά που γνώρισε στη ζωή της. Και καρδιοχτυπούσε και πάλι - αλλά από την ευτυχία! Πότε θα έρθη το Πάσχα! Αυτό το ταξίδι θα είτανε το πρώτο της ζωής της! Θα έβλεπε τον κόσμο κι' αυτή!
Το ραδιόφωνο μεσοβδόμαδα γρύλλιξε!
- Οι Γερμανοί σπάσανε το μέτωπο και κατεβαίνουν! Οι συγκοινωνίες κοπήκανε! Έλληνες θάρρος!

***

Το ταξίδι αυτό δεν έγινε. Έγινε όμως το άλλο - το αγύριστο. Και τα καινούργια φορέματα και τα παπούτσια τα φόρεσε στην κάσσα. Γιατί λίγους μήνες αργότερα πέθανε από την αρρώστεια της. Αλλ' ο Μπαρμπαλιάς βάσταξε το λόγο του. Ταξίδεψε κι αυτός μαζύ της. Πέθανε από την πείνα.

Κώστας Βάρναλης
ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΑΣ ΠΑΣΧΑ. Πασχαλινά αφηγήματα. Εισαγωγή, Νάσος Βαγενάς, Επιλογή κειμένων Φίλιππος Πυκνής, Νάρκισσος, Αθήνα 2016

Πέμπτη 22 Απριλίου 2021

Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο

 Στις 22 Απριλίου 1894 πέθανε στην Άρτα ο Κώστας Κρυστάλλης. Το 2018 κυκλοφόρησε από τις Ηπειρωτικές Εκδόσεις Πέτρα το αφιέρωμα για τα 150 χρόνια από τη γέννηση του με τίτλο "Κώστας Κρυστάλλης. Η Επιστροφή" , το οποίο επιμελήθηκε ο Ευάγγελος Αυδίκος.
Από αυτή την έκδοση , της οποίας τα κείμενα είναι εξαιρετικά ένα προς ένα, επέλεξα αυτό του Δημήτρη Παπαχρήστου, συγγραφέα, αρθρογράφου, ραδιοφωνικού παραγωγού, γνωστού μας  από τις συγκλονιστικές  εκφωνήσεις του στο ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα " Πύρρος" τ.17. Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2003. 


Ραντεβού με τον Κρυστάλλη, που με έκανε άνθρωπο
Επιτέλους, θα συναντούσα τον Κώστα Κρυστάλλη. Από μικρό παιδί περίμενα τούτη τη στιγμή. Τότε που η Ήπειρος φάνταζε στα παιδικά μου μάτια στην άκρη του χάρτη Άπειρος χώρα, κακοτράχαλη, μακρινή και ξένη. Φτωχειά πατρίδα, παρατημένη και ξεχασμένη.
Είχα βρεθεί κοντά στα μέρη του. Ο Άραχθος ποταμός κυλούσε μέσα στα μάτια μου. Το Γεφύρι της Πλάκας όρθιο και τοξωτό είχε γλιτώσει από το χρόνο κι από την καταπόντιση ενός νέου φράγματος. Στεκόμουν στην κορυφή του, βέλος ανθρώπινο να εκτοξευτώ στα Τζουμέρκα, ν' αγγίξω τις ψηλές κορφές, να φτάσω στους καταρράκτες, να σταθώ στα Άγναντα, όπου ο Γιάννης πήγαινε με τα πόδια, δυο ώρες δρόμο, σχολείο.
Τον παρακάλεσα να πάμε στους Μελισσουργούς, να πλησιάσουμε κοντά στον τόπο του ραντεβού μου, για το οποίο δεν είχα πει τίποτα, μια και ο Δημήτρης βαριότανε τις μετακινήσεις. Προτιμούσε ένα καλό μαγαζί, κουβεντούλα και τσίπουρο.
Ηπειρώτες και οι δυο, επέστρεφαν ένοχα στην ιδιαίτερη πατρίδα τους κι όλο για τη ζωή τους μιλούσαν, πριν ρίξουν πέτρα πίσω, και για την άγρια εποχή του '50 - '60. Έκαναν πως γνώριζαν την Ήπειρο απ' άκρη σ' άκρη κι όταν τους είπα να με πάνε στους Καλαρρύτες, αποκαλύφθηκε πως δεν είχαν πάει ποτέ τους.
Ήδη είχαμε πάρει το δρόμο, διασχίζοντας τον Καλαρρύτικο ποταμό κι ανεβαίνοντας στα βουνά σταματήσαμε στο θαύμα του ανθρώπου και της φύσης, στο Μοναστήρι της Κηπίνας. Ήπιαμε νερό από το φυσικό κρουνό που έβγαινε από το βράχο, σκαρφαλώσαμε στη φωλιά των καλογέρων, που έστεκε σκαλισμένη και εγκαταλειμμένη μέσα στο βράχο να θυμίζει το πέρασμά τους από εκεί.
Περήφανοι οι φίλοι μου για τον τόπο τους που τον γνώριζαν με έναν Ευβοιώτη από την Ιστιαία, που ισχυριζότανε πως είχε κάνει τσοπάνης με τον Κώστα Κρυστάλλη κι είχαν ανταλλάξει ποιήματα και τους καημούς τους μικρά παιδιά, τότε που ήθελαν να πετάξουν σαν τον σταυραητό τι θα τους έτρωγε ο κάμπος...
Γελούσαν με τις παλαβομάρες μου, αλλά φτάσαμε εύχαρεις στους Καλαρρύτες, όπου η ερημιά τσάκισε τη χαρά μας από την ομορφιά των σπιτιών του. Ευτυχώς υπήρχε ανοιχτό ένα μαγαζί, γιατί κάποιος παράτησε τον κάμπο της Αττικής, μπήκε στα φτερά του αετού κι αποφάσισε να ζήσει χειμώνα - καλοκαίρι εδώ πάνω στην ερημιά και στην αγκαλιά της σκληρής, αλλά και πανέμορφης, της Ηπειρώτικης μάνας γης.
Είπαμε πολλά, ήπιαμε και χαρήκαμε. Κι ήταν απόγευμα όταν τους είπα πως θα πεταχτώ απέναντι στο Συρράκο, στον μυθικό τόπο των σχολικών μου χρόνων, να συναντήσω τον Κρυστάλλη, γιατί το ραντεβού ήταν κλεισμένο από τότε που πρωτογνωριστήκαμε. Κάμφθηκαν οι αντιρρήσεις τους. Με είδαν αποφασισμένο να πάω με τα πόδια κι είχαν φτάσει στην άκρη του χωριού, ένα ποτάμι μάς χώριζε.
Όταν φτάσαμε στο Συρράκο, έπαιρνε να βραδιάζει. Ήταν παραμονή των απόκρεω, ο χειμώνας αντιστεκόταν ακόμα στην άνοιξη. Δεν υπήρχε ψυχή. Ούτε σκυλιά δεν γάβγιζαν. Πήγαμε κατευθείαν στο πέτρινο σπίτι του Κρυστάλλη, που το έχουν κάνει βιβλιοθήκη. Με περίμενε έξω στην αυλή. Στεκόταν όρθιος, σαν άγαλμα. Μιλήσαμε αρκετή ώρα για τα βάσανα της ζωής, για τη μικρή Ουρανία και τη σύντομη ζωή του, αισθάνθηκα το πικραμένο του γέλιο. Χάρηκε για τη συνάντησή μας, μέχρι που χειροκρότησε μαζί με τους συμπατριώτες του, το Γιάννη και το Δημήτρη, πριν τελειώσω το ποίημα του:

...Από ημερόδεντρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
Θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι,
Θέλω ν' ακούω τριγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
Θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
Θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
Ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
Θέλω, μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
Και τυρραννιέμαι, και πονώ, και σβυέμαι νύχτα μέρα.
Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
Και δος μου τες φτερούγες σου και πάρε με μαζύ σου
Πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!

Ναι, ναι έτσι είναι, συμφωνήσαμε. Η ελευθερία και η ανθρωπιά είναι πάνω απ' όλα. Ο πόνος όμως γεννάει την αγάπη. Μόνο όσοι πονάνε σήμερα είναι άνθρωποι. Πονάω, άρα υπάρχω, φώναξα. Δεν γίνεται να ζούμε με τον θάνατο και να πεθαίνουμε με τη ζωή που δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε.
Έγνεψε καταφατικά, αισθάνθηκα τον καημό του... Καθώς μας ξεπροβόδιζε, γύρισα να τον δω για τελευταία φορά κι είχε κλειστεί στο άγαλμά του...


Τρίτη 20 Απριλίου 2021

Κ' εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι....

 

...Κ' εσείς, ακριβοί μου σύντροφοι,
                                   σε κείνο το ασφυχτικό κελλί των μελοθανάτων,
ένα μήνα ζήσαμε κουλουριασμένοι, για να χωράμε,
και κάθε φορά που παίρναν κάποιον, για να μη μας λείπει
δεν απλώναμε το κορμί μας. Μέχρι που μείναμε
εγώ
     κι εσύ,
τελευταίε σύντροφε,
κουβαριασμένοι σε δυό γωνιές του άδειου κελλιού,
με την πελώρια αίσθηση γύρω μας
ότι υπάρχουν ακόμα 
όλοι.

Εσείς, που ζήσατε και πεθάνατε ταπεινά,
μα εγώ,
             παίζοντας γροθιές με την ανωνυμία
                                                      και τους νεκροθάφτες
σας άρπαξα
και σας έθαψα εδώ μέσα μέσα στα κόκκαλά μου,
για να μπορώ να ταξιδεύω τώρα στο διάστημα,
                                        πικρός και σιωπηλός
                                                                             κι ολόδροσος,
σαν ένα χωριάτικο κοιμητήρι που διασχίζει το χρόνο...

Τάσος Λειβαδίτης, 25η Ραψωδία της Οδύσσειας, Αθήνα, 1963
,

Δευτέρα 19 Απριλίου 2021

Εκεί που σμίγει ο καιρός με την ελπίδα...



Εκεί που σμίγει ο καιρός με την ελπίδα
κει που ανταμώνει το σκοτάδι με το φως,
στέκει το βλέμμα σου μπροστά στην καταιγίδα
κι είναι τα μάτια σου κουρσάρων θησαυρός

Κύματα οι σκέψεις μου στα πέλαγα του νου
πως με σημάδεψες σκιά του δειλινού
Μάγια που λύθηκαν στη ρότα της καρδιάς,
καημοί που ντύθηκαν στο χρώμα της χαράς

Κι εγώ που γύριζα τις θάλασσες του κόσμου
και κυνηγούσα τους ανέμους του νοτιά,
σ'είδα ν'αστράφτεις και να κατοικείς εντός μου,
τη νύχτα πού'βαλα στα χρόνια μου φωτιά

Κύματα οι σκέψεις μου στα πέλαγα του νου
πως με σημάδεψες σκιά του δειλινού
Μάγια που λύθηκαν στη ρότα της καρδιάς,
καημοί που ντύθηκαν στο χρώμα της χαράς

Στίχοι: Γιάννης Γιαβάρας
Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος
Από τον δίσκο του 2001   "Στης ψυχής το παρακάτω",
 

Κυριακή 4 Απριλίου 2021

"Πάντα παράξενος ο Απρίλιος πάντα να μας χωρίζει δίχως δισταγμό στα δύο Άνοιξη ή καλοκαίρι είναι τώρα; "

 

Ο ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ
Η ώρα ήταν πέντε και μισή εχάραζε
περήφανος ο Απρίλιος τίναζε
απ’ τα ξανθά μαλλιά του την ψιλή βροχή.
 
Πολλοί περνούσαν από κει επαναφέροντας
την κίνηση και τη βουή στο δρόμο
αλλά κανένας δεν τον πρόσεχε κανένας
δε είχε έλλειψη από ακεφιά και τρόμο.
 
Κάποιος ρωτούσε τι ώρα είναι
άλλος βλαστήμαγε που πέρασε η ώρα
άλλος ρωτούσε αν θα κάνει ζέστη
άλλος ρωτούσε αν θα ξαναβρέξει
άλλος ζητούσε μιαν αφετηρία λεωφορείων
άλλος ζητούσε μιαν αφετηρία της μέρας
άλλος – ο πιο επικίνδυνος για το σιγουρεμένο καθεστώς
ζητούσε μιαν αφετηρία πουλιών…
 
Πάντα παράξενος ο Απρίλιος πάντα
να μας χωρίζει δίχως δισταγμό στα δύο
Άνοιξη ή καλοκαίρι είναι τώρα;
 
Για τον ρακοσυλλέκτη όμως συνεχίζονταν ο χειμώνας.
Κοιμόταν σαν παιδί σαν αγγελούδι σαν αρνί
μες στα κουρέλια του και μέσα στα χαρτιά του
χαμογελούσε ονειρεύονταν φαίνεται ότι πετούσε
επάνω από λιβάδια σύγνεφα βουνά και θάλασσες
επάνω από εποχές χαρές και λύπες
 
Χαμογελούσε ονειρεύονταν φαίνεται ότι έπεφτε
από ψηλά μπαλκόνια έπεφτε απαλά στην άσφαλτο
σαν το φτερό πουλιού σαν λέξη κοριτσιού
και τίποτε δεν πάθαινε. Κοιμόταν χαμογελούσε
ονειρευότανε και δεν ξυπνούσε δεν ξυπνούσε…
 
ΘΩΜΑΣ  ΓΚΟΡΠΑΣ (ΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ, εκδόσεις ΕΞΟΔΟΣ 1983)


Τρίτη 30 Μαρτίου 2021

" Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

 
Η Πορεία
"Ο εκτοπισμός και η φυλάκιση των πολιτικών κρατουμένων είχαν ως στόχο να τους στερήσουν την ελευθερία και να ελέγξουν την επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο.
Οι φυλακισμένοι όμως έβρισκαν τρόπο να πληροφορούνται τα σημαντικά γεγονότα της εποχής. Αισθάνονταν μέλη ενός κινήματος, του οποίου η επιτυχία θα επηρέαζε τη χώρα τους, αλλά και τη δική τους τύχη και ζωή. Η είδηση λοιπόν της εκτέλεσης του Νίκου Μπελογιάννη( 1915 - 1952) έφτασε και στους κρατούμενους του Άη Στράτη. Ο Γιάννης Ρίτσος, εκτοπισμένος επίσης στον Άη Στράτη εκείνη την εποχή, συνέθεσε προς τιμήν του το ποίημα Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο, με αφορμή την πολύ γνωστή φωτογραφία του δικαζόμενου Μπελογιάννη να κρατά ένα γαρύφαλλο στο χέρι του.

"Σιωπή. Οι λαοί περνούν σηκώνοντας στους ώμους τους το μέγα φέρετρο του Μπελογιάννη"

Οι στίχοι αυτοί αποτέλεσαν την έμπνευση του Χρίστου Δαγκλή για τη φιλοτέχνηση του χαρακτικού του Η Πορεία.

 Νοηματικός και μορφολογικός άξονας της σύνθεσης είναι η γυμνή ανδρική μορφή, ρωμαλέα και νεανική, που κρατά στις πλάτες της το φέρετρο του Νίκου Μπελογιάννη. Σε κάποια από τα 13 προσχέδια του χαρακτικού η αλληγορική αυτή μορφή, που συμβολίζει τους λαούς, απεικονίζεται με το κεφάλι όρθιο, σε άλλες με σκυφτό, αλλά με τις γροθιές των χεριών πάντα σφιγμένες σε μια κίνηση δυναμικής αντίστασης. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος, ο καιρός ανάστατος, αντανακλά την ψυχολογία όσων θρηνούν για το χαμό του αγωνιστή της Αριστεράς. Άλλοτε οι μορφές αποδίδονται πιο φυσιοκρατικά, σε άλλες εκδοχές είναι εντελώς σχηματοποιημένες, ενώ σε μερικά σχέδια ένα γαρύφαλλο είναι τοποθετημένο πάνω στο φέρετρο  που βαραίνει τους ώμους των ανδρών.
Η τελική μορφή της σύνθεσης χαράκτηκε σε πλάγιο ξύλο το 1959, μετά την απελευθέρωση του Δαγκλή. Οι λαοί ενσαρκώνονται από τις ρωμαλέες, σχηματοποιημένες ανδρικές μορφές, που έχουν το κεφάλι σκυφτό, λόγω της πρόσκαιρης ήττας τους. Όμως τα χέρια τους είναι σφιγμένα σε γροθιές , μαρτυρώντας, ότι ο αγώνας τους δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Το φέρετρο, σαν ένα μεγάλο κομμάτι πέτρας, υψώνεται ως το συννεφιασμένο, άστατο ουρανό, μιαν ακόμη απόδειξη της θλίψης και του θρήνου για την εκτέλεση του Μπελογιάννη"

 Από το Λεύκωμα Χρίστος Δαγκλής, Χαρακτική - Ζωγραφική. Δημοτική Πινακοθήκη Ιωαννίνων, 2018

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2021

Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821

 
Ανάμεσα στα τόσα πολλά βιβλία που εκδόθηκαν για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ξεχωριστή θέση κατέχει το νέο βιβλίο του Γιώργου Μαργαρίτη " Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821. Μια μικρή εισαγωγή για την Ελληνική Επανάσταση"
Στηριγμένο σε αυθεντικές πηγές και αντιπροσωπευτική βιβλιογραφία ο Γιώργος Μαργαρίτης παρουσιάζει τα πρόσωπα, τα γεγονότα, την εποχή από μια διαφορετική οπτική γωνία, όχι και τόσο συνηθισμένη.  Είναι σαν να ανοίγει μια πόρτα και να μας καλεί να δούμε έναν άλλο κόσμο, ρεαλιστικό , ίσως και αντιηρωικό, αλλά βαθιά ανθρώπινο. Έναν κόσμο όμως ταξικό . Δεν έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε για την θέση των φτωχών ραγιάδων, αλλά και των φτωχών Οθωμανών και το πώς είδαν όλα αυτά που συνέβαιναν αιώνες δίπλα τους. Πώς τα είχαν προσλάβει , πώς αντιδρούσαν, πώς συμμετείχαν; Ποια η σχέση Οθωμανών και Ελλήνων; Και για ποιους Έλληνες μιλάμε κάθε φορά που αναφερόμαστε σε ό,τι υπήρξε πριν , κατά τη διάρκεια και μετά την Επανάσταση. Τι ήταν πραγματικά η Φιλική Εταιρεία, πώς επέδρασε το μήνυμα του Διαφωτισμού, τι ακριβώς συνέβη με την Επανάσταση, τόσο στην προετοιμασία της όσο και στο ξέσπασμά της και στα όσα ακολούθησαν;
Γράφει ο ιστορικός στον πρόλογο:
" Όλα αυτά που γνωρίζουμε προέρχονται συνήθως από τον ακαδημαϊκό χώρο και προορίζονται γι' αυτόν. Δημιουργούν μια κατάσταση " εσωτερικής" επικοινωνίας, η οποία μερικές φορές γίνεται στη βάση κώδικα, με αποτέλεσμα να είναι απροσπέλαστη στον πολύ κόσμο, να διαβάζεται δύσκολα. Δεν είναι αυτό το σοβαρότερο μειονέκτημα του διαβήματος. Καθώς επικεντρώνεται στο επιμέρους και δεσμεύεται από το είδος της πληροφορίας, της πηγής από την οποία προήλθε το υλικό που την τροφοδοτεί, αδυνατεί να συσχετίσει και να εντάξει, να δημιουργήσει αφήγηση, πολύ δε περισσότερο ερμηνευτικό σχήμα. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται το παράδοξο. Όσο συσσωρεύονται γνώσεις και πληροφορίες για μια ιστορική περίοδο και ένα ιστορικό γεγονός - της διάστασης μάλιστα της Ελληνικής Επανάστασης -, τόσο περιορίζονται  οι αφηγήσεις, οι ιστορικές συνθέσεις, καθώς και η ανάπτυξη ερμηνευτικών σχημάτων. Τόσο αποξενώνεται το γεγονός  από τον πολύ κόσμο, απ' όλους εκείνους που ζουν στη σκιά - μακρινή ίσως αλλά και τόσο παρούσα - του θεμελιακού , για το κράτος μέσα στο οποίο ζούμε, την Ελλάδα γεγονότος. Δεν είναι μια κατάσταση που θα περιγράφαμε ως δημοκρατική - στον τομέα της γνώσης και δι' αυτού της πολιτικής..."

Για το βιβλίο αυτό μπορείτε να διαβάσετε την πολύ καλή παρουσίαση του Γιώργου Σιακαντάρη στη σελίδα Book Press

Γιώργος Μαργαρίτης, Ενάντια σε φρούρια και τείχη. 1821. Μια μικρή εισαγωγή για την Ελληνική Επανάσταση, Διόπτρα, Αθήνα 2021,  πρώτη ανατύπωση,6η χιλιάδα