Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έθιμα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Το νερό


[...] Όλα τ' άσπρα νερά, από τη βυσούλα πια του σπιτιού μας και το πηγάδι της γειτονιάς, ως τον ποταμό και τη λίμνη, κι ακόμα ως την απέραντη θάλασσα, τα έχει από τα πρώτα χρόνια της ζωής του εκτιμήσει ο ευεργετημένος άνθρωπος, τα έχει κάπως θεοποιήσει, κι ασκεί με τον δικό του τρόπο τη λατρεία τους, παράλληλα προς τις ευλογίες όλων των ιερατείων της γης.
Είναι γνωστό εθνολογικά, ότι κανένα φυσικό στοιχείο δεν αποθεώνεται, αν δεν είναι ουσιαστικά πολύτιμο και ζωικό. Ο άνθρωπος θαύμασε, ότι μέσα στ' άσπρα νερά κινούνται πλήθος οργανισμοί, ενώ από τα ίδια διατηρούνται όλοι οι έξω οργανισμοί. Στο "ζωντανό" αυτό στοιχείο διατύπωσε κάποτε τον δυνατότερο όρκο του ( της Στυγός), ή το σκέφτηκε σαν αιώνιο μέσο αθανασίας ( το "αθάνατο νερό" των μυθολογιών του). Χάρηκε μαζί την πολιτιστική βοήθεια των ποταμιών και της θάλασσας στις επικοινωνίες του, που του έδωσαν νέα αίσθηση ζωής. Κι η προσωποποίηση έγινε από τότε το βασικότερο λαογραφικό αντίκρυσμα των νερών.
Σύμφωνα με τις παγκόσμιες δοξασίες, το νερό( και της πηγής και του ποταμού και της λίμνης και της θάλασσας) έχει δική του οντότητα, που κάτω κι από την πιο ήρεμη ροή ή επιφάνειά του, ζει και μάς αισθάνεται. Θέλει την αγάπη αλλά και τον σεβασμό μας, όσο κοιμάται ( " Το νερό κοιμάται, ο εχθρός δεν κοιμάται") κι απαιτεί το χαιρετισμό μας στο πρωινό ξύπνημα ( " Καλημέρα, το νερό!). Κάποτε παίρνει φύλακα ένα Στοιχειό ( που δεν επιτρέπει το λέρωμα και την προσβολή), ή εκπροσωπείται από καλλίμορφες Νύμφες και Νεράιδες , που τόσο τις χρειάζεται η μίζερη ζωή των αγροτών μας. Τα κελαρύσματα των νερών σ' όλες τις ώρες τους, από τα ρυάκια και τις βρύσες ως τους καταρράχτες και τις ακρογιαλιές, είναι φωνές και κουβέντες μεταφυσικών υπάρξεων, που το πιο ρεαλιστικό μυστικό τους είναι η υδάτινη πολύτιμη παρουσία τους. Ο πεζοπόρος, που θα προσπεράσει αδιάφορος μια βρύση που τραγουδάει, θα αισθανθεί τύψεις, αν δεν σταματήσει να πιει ή αν δεν γυρίσει πίσω στον κρουνό της.
Έχει και μαγικές δυνάμεις το νερό, ( όλων των στοιχείων έχει καταλάβει την "δυνάμει"ενέργεια ο λαός), που όταν τις δεσμεύουμε, μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε για τη μαντική και το μέλλον μας. Το περίφημο " αμίλητο νερό", που τόσο τελετουργικά κουβαλούσαν από τις πηγές και τα πηγάδια οι κοπέλλες, σε πλήθος μέρες και γιορτές, από την Πρωτοχρονιά ως τον Αι - Γιάννη τον Κλήδονα, είναι μια από τις πιο αντιπροσωπευτικές ενέργειες της μαγικής αυτής δέσμευσης, όσο και μιας λατρείας του νερού, με την μυστηριακή εκδήλωση της σιγής.
Ακολούθησε η καθαρτική και θεραπευτική λατρεία των νερών, με τις αρχαίες ιερές κρήνες, με τους προσωποποιημένους ποταμούς, και με τα χριστιανικά μας αγιάσματα. Σπηλιές με σταλαχτό κρύσταλλο, βρύσες μοναστηριών και πηγάδια έδιναν ευλογητικό το νερό τους, όταν ο κουρασμένος προσκυνητής κολλούσε τα χείλη του στο κρεμαστό τάσι, ή η νοικοκυρά ερχόταν από μακριά να το ζητήσει για τις γιατρευτικές του ιδιότητες. Κι όταν έρχονται οι μέρες των " αγιασμών ", ο κόσμος πίνει το νεράκι του Θεού σαν μετάληψη. Όλα τα νερά "αγιάζονται ", με ωραία ανανεωτική και για τον νέο Χρόνο εξόρμηση, την ημέρα των Φώτων. Κι είναι από τις πιο αισιόδοξες θρησκευτικές πρωτοβουλίες αυτή η αγιωτική καθυπόταξη των υδάτων, που ζητεί κάθε χρόνο να κρατήσει άφθονα και καθαρά ( σπουδαίο αυτό στα χρόνια μας) τα νερά της γης, και καλοτάξιδα τα άλλα του πελάγους, για τους ναυτικούς μας.
Γραφικά λατρευτικά είναι και τα ελληνικά έθιμα, που τελούνται στις  βρύσες και στις πηγές των χωριών τις χρονιάρες μέρες ( Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Φώτα, Πρωτομαγιά), όπου από το χάραμα αποθέτουν οι νοικοκυρές μειλίγματα και βούτυρα και καρπούς και λουλούδια ( κάποτε ανάβουν και καντήλι στη βρύση), ζητώντας τους να μη σταματήσουν την ευλογημένη ροή , και ν' αφήνουν έτσι τ' αγαθά να τρέχουν στο σπίτι, όπως το άφθονο νερό τους. Κι ακόμα πιο εντυπωσιακές είναι οι επισκέψεις των νιόπαντρων στις βρύσες και στις πηγές ( την πρώτη ή τρίτη μέρα από το γάμο), όπου η νύφη αφήνει τα δώρα της (γλυκούδια ή και νομίσματα ) και παίρνει ευοίωνο κι ευτεκνιακό το πρώτο νερό για το σπιτικό της. [...].
Βρίσκω την ευκαιρία ν' αναφερθώ εδώ και στο αρχιτεκτονικό θέμα της ελληνικής βρύσης. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας , η επαινετή αγάπη και των Τούρκων προς τα νερά, μαζί με την τοπική παράδοση της προσωποποιημένης πηγής, μας έδωσε γραφικά αρχιτεκτονήματα ( στέγαστρα και κρήνες), που τα σχήματα κι οι ανάγλυφες μορφές τους έχουν μείνει μουσειακά.[...] Το καλό σύστημα συνεχίστηκε μεταπελευθερωτικά στις επαρχιακές πόλεις μας, όπου φιλοδόξησαν να στήσουν, καλαίσθητα, κρήνες νεοκλασικές[...] 
Με τον καιρό εγκαταλείψαμε τις ωραίες βρύσες. Η προχειρότητα, η στηριγμένη στα εύκολα υλικά, σκέπασε κακόγουστα τους σωλήνες του νερού, και χάλασε τα πλυσταριά κάτω από τα πλατάνια. Λίγα είναι τα παλιά που συγκρατήθηκαν ή που ξαναφτιάχτηκαν με φροντίδα. Παρήγορο είναι κάτι που διαπίστωσα, ότι εργολάβοι κι επιχειρήσεις ανοίγματος δρόμων, προσφέρουν, ύστερ' από την εκτέλεση του έργου, σαν αναμνηστικό δώρο ( και από τα κέρδη τους) στην περιοχή, ένα καλοφτιαγμένο στέγαστρο βρύσης, με παραδοσιακό κτίσιμο και ρυθμό. Αν η συνήθεια συνεχισθεί, θα μπορούμε να έχουμε συχνό, σ' όλην την Ελλάδα, το πολιτιστικό και χαρούμενο αυτό δείγμα της ευγνωμοσύνης μας προς τα νερά.[...]
Φωτεινοί τώρα και "πολιτισμένοι" οι μεγάλοι δρόμοι μας από τα καλοχτισμένα πρατήρια βενζίνης και τις πλούσιες αντλίες τους. Δικαιολογημένη κι η αγωνία του κόσμου - αν και πέρασε χιλιετηρίδες χωρίς την ανάγκη τους - μήπως στερέψουν. Τι θα γινόμαστε όμως, αν όχι αυτές αλλά  οι άλλες πηγές, του ζωντανού νερού, όσες ποτίζουν και σαν φυτά τις υπάρξεις μας, εστέρευαν κάποτε ( ας πούμε κι από μια παράφρονη πετρελαιοενέργεια), ή εμολύνονταν, νεκρώνοντας και κάθε άλλον ζωογόνο οργανισμό; Και όχι μονάχα τα πόσιμα, αλλά και τα νερά του περιβάλλοντος μας, της θάλασσας , της λίμνης και των ποταμών;
Αλλά ας μένουν γερά κι "αγιασμένα"



Δημ. Σ. Λουκάτος Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών, εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1979

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Ανοίγουμε τον κλείδωνα στου Αγιαννιού τη χάρη κι όποια έχει ριζικό καλό σήμερα να το πάρει...


...Την παραμονή του Αη- Γιαννιού στις 23 του Ιούνη είχαμε άλλο πανηγύρι. Μεγάλοι και μικροί τρέχαμε από νωρίς να προμηθευτούμε κουρελαρία για κάψιμο, παλιοσάνιδα, άχυρα και παλιοστρώματα, καφάσια και καλάθια κι απάνω - απάνω οι ξεραμένοι Μάηδες` το πιο μεγάλο γλέντι γινότανε την ώρα που καιγότανε ο " Ρηρός ".
Ο Ρηρός ήταν απ' τις μεγάλες προσωπικότητες του Συνοικισμού. Πλανόδιος μικρομανάβης πήγαινε  αργά στη Λαχαναγορά, αγόραζε ό,τι περίσσευε και πούλαγε στη φτήνια. Σέρνοντας το ξύλινο καρότσι του έφτανε απομεσήμερο πια στην πλατεΐτσα και βάζοντας το χέρι του στ' αυτί φώναζε δυνατά: " Ο Ρηρόοοος...". Τρέχανε όλες οι γυναίκες να προμηθευτούν σε τιμές ευκαιρίας. Ευκαιρία και για μας τους πιτσιρικάδες να χωθούμε ανάμεσά τους και να βάλουμε τίποτα στην τσέπη: τζάνερα και κυδώνια, μούσμουλα και κεράσια, κάστανα, τζίτζιφα και γλυκοπατάτες, ρόδια και φραγκοστάφυλα, άγουρα ή σαπισμένα, χωρίς καμιά πολυτέλεια επιλογής. Ύστερα, μαζεμένοι κάτω απ' την ακακία, πλυμένα ή κι άπλυτα , τα ροκανίζαμε αργά - αργά γιομάτοι γλύκα κι ευχαρίστηση. Λίγοι νοικοκυραίοι τολμούσαν τότε ν' αγοράσουν φρούτα από του " Λάρου" ή τα άλλα μεγάλα μανάβικα της Χαροκόπου.
Απ΄τα χαράματα η Ελένη η χήρα, η Ελένη η Τσεμπερλού, η Κατίνα η Σκατοκολίνα κι άλλες, μαζωμένες στην αυλή, φτιάχνανε το ξόανο του Ρηρού. Παίρνανε ένα παλιό παντελόνι, το γιομίζαν ροκανίδια, ντύνανε μια παλιά πουκαμίσα κι ένα σακάκι κι ο Ρηρός ήταν έτοιμος. Μ' ένα τραγιασκάκι χωμένο ως τ' αυτιά και το τσιγάρο κουτσαβακίστικο στο ζωγραφισμένο στόμα.
Ίδιος κι απαράλλαχτος, κοντόχοντρος και καλοσυνάτος. Το βράδυ λαμπάδιαζε ο ντουνιάς. Καιγότανε και φάνταζε ο τόπος. Πηδούσαν οι μεγάλοι τρεις φορές και χίλιες οι πιτσιρικάδες. Όταν διασταυρώνονταν έλεγαν μια ευχή.


Αργά το βράδυ, σαν καταλάγιαζε η φωτιά, οι κοπέλες ετοιμάζανε τον κλείδωνα!
Παίρναν αντικείμενα, τα λεγόμενα " ριζικάρικα ": δαχτυλίδια, καρφίτσες, παραμάνες, κουμπιά κι άλλα πολλά. Ύστερα τα σκεπάζανε μ' ένα ύφασμα, λέγοντας το εξής δίστιχο:

Κλειδώνουμε τον κλείδωνα στου Αγιαννιού τη χάρη
κι όποια έχει το καλό να δώσει και να πάρει.

Το δοχείο έμενε όλη τη νύχτα έξω στη δροσιά. Τ' άλλο βράδυ - ανήμερα του Αγιαννιού - μαζευόντουσαν οι μεγάλοι στην αυλή της Καραγιαννούς, κι ο κλείδωνας ανοιγότανε, αφού έλεγαν τον παρακάτω στίχο:


Ανοίγουμε τον κλείδωνα στου Αγιαννιού τη χάρη
κι όποια έχει ριζικό καλό σήμερα να το πάρει.

Η αρχιμαστόρισσα έβαζε ένα-ένα τ' αντικείμενα, λέγοντας κάποιο δίστιχο που αντιστοιχούσε στην τύχη αυτής που το είχε. Και να τα γέλια κι οι προστυχιές! Χαρά και μεις οι πιτσιρίκοι που, χωμένοι ανάμεσά τους, ακούγαμε τους μεγάλους να λένε πρόστυχα , τα προλαβαίναμε κι εμείς κι η γλώσσα μας πήγαινε ροδάνι...



Βασίλης Λιόγκαρης, Συνοικισμός Χαροκόπου , Σύγχρονη Εποχή , Αθήνα 1998, 2η έκδοση














Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Διαμαντής Αξιώτης, Η Άννα του Κλήδονα

   
  Ιούνιος μήνας, του Αϊ-Γιαννιού του Ριζικάρη και φούντωναν οι νυχτερινές φωτιές, με τραγούδια και χάχανα, μέσα στο μεθυστικό λαχάνιασμα και στη μυρουδιά του καμένου ξύλου ελευθερώνονταν τα όνειρα κι ανέβαιναν ψηλά, πάνω απ' τις στέγες των σπιτιών, εκεί που καρτερούσαν το ταξίδι κι η φυγή των κρυφών πόθων και των φυλακισμένων επιθυμιών, να δροσιστούν στο αεράκι της μαγεμένης νύχτας, της μοίρας και του θαύματος.

    Και η Άννα, πρώτη και καλύτερη, εκεί, να μαζέψει ξύλα για τις φωτιές του ξεφαντώματος. Πρώτη να τρέξει σε τρεις βρύσες ή τρία σπίτια που κατοικούσαν μονοστέφανες, να κουβαλήσει τ' αμίλητο νερό, για να ρίξει μέσα τα ριζικάρια, σκουλαρίκια, σταυρούς, χάντρες ή κουμπιά:
Κλειδώσατε τον Κλήδονα στ'
Αγιού Γιαννιού τη χάρη κι
όποιος είν' καλορίζικος πρωί
θα ξενεφάνει
Για να δει το πρωί, κάθε φορά, στο ξεκλείδωμα, το ριζικό της το μαύρο και σκοτεινό:
Ανοίξατε τον Κλήδονα
να βγει χαριτωμένος
να βγει ένας αγγούραρος
θεριός θεριακωμένος 

          Να ρίξει τ' ασπράδι του αυγού στο νερό, να δει η έρμη σχήματα και μορφές της τύχης της. Δε βάζω στο λογαριασμό τα κουφέτα που μάζευε με τις χούφτες, όλο το χρόνο, από νυφιάτικα κρεβάτια και τα 'βαζε στο μαξιλάρι της να ονειρευτεί παλικάρια και καβαλάρηδες. Δεν ξέρω τι ονειρευόταν εκείνα τα βράδια, αλλά συχνά την έβλεπα, κάτι δευτεριάτικα πρωινά, να μασουλάει κουφέτα, με μίσος, θαρρώ. Τα ίδια και χειρότερα τραβούσε με τις φανουρόπιτες και τι να της φανερώσει ο Άγιος, που, στο κάτω κάτω, άντρας ήταν κι αυτός και μάτια είχε και γούστα. Άσε το πόσες φορές έγραψε τ' όνομά της στο γοβάκι της νύφης, για να ψάχνει, κάθε φορά, να δει αν και πόσο καλοσβήστηκε, πράμα που σήμαινε και το γρήγορο του επερχόμενου τυχερού. Θυμάμαι μια φορά, τι καβγάς φούντωσε, τι τσιρίδα και μαλλιοτράβηγμα έπεσε, όταν όλα τα κοριτσόπουλα γράψαν το μικρό τους όνομα στην πολύτιμη νυφιάτικη σόλα και δεν έμεινε χώρος για να χαράξει το δικό της η Άννα κι έπρεπε να το γράψει -γιατί θα το έγραφε οπωσδήποτε- στη μικρή καμάρα που, βέβαια, ήταν σίγουρο πως δε θα σβηνόταν ποτέ. Λες και τις τόσες φορές που το 'γραψε πρώτη αυτή, στο κέντρο του πατούμενου, και σβήστηκε και φαγώθηκε, είδε χαΐρι και προκοπή. 

   Είκοσι τρεις Ιουνίου λοιπόν, παραμονή του Αϊ-Γιαννιού και τότε. Ανάψαμε κι εμείς στο δρόμο μας τρεις φωτιές που οι φλόγες τους πήγαν ν' αγκαλιάσουν τη γειτονιά, ανάμεσα σε γέλια, ξεφωνητά και καβγάδες, φυσικά και τις πηδήξαμε πολλές και πολλές φορές, ίσια και σταυρωτά, και λαχανιάσαμε και ιδρώσαμε, καπνιστήκαμε και τσουρουφλιστήκαμε στο άτσαλο τρεχαλητό μας. Κι αφού καταλάγιασαν τα όμορφα τραγούδια, τα γεμάτα έρωτα και πόθο, προσμονή κι ελπίδα για νύφες και νεράιδες, ομορφονιούς και καβαλάρηδες, τα κορίτσια του δρόμου μας μάζεψαν λίγη απ' τη ζεστή ακόμα στάχτη της φωτιάς στα πιάτα τους, για να τα βάλουν πάνω στα κεραμίδια των σπιτιών τους, να τη δούνε τ' άστρα της εξαίσιας αυτής νύχτας και να κατεβούνε οι Μοίρες να τη μοιράνουνε για να πάρει μαντική και τελεσματική δύναμη και να σχηματίσει στην επιφάνειά της όνομα αρσενικό ή να φανερώσει σημάδι από επάγγελμα αντρικό. Να ξέρουν, δηλαδή, τι να περιμένουν στα κρυφά και χνοτιασμένα τους όνειρα ή στα καλέσματα και τα προξενιά που θα έρχονταν. Μάζεψε κι η Άννα πυρωμένη στάχτη σ' ένα μεγάλο σινί το σταύρωσε, το έφτυσε τρις κι αφού το 'στρωσε στα κεραμίδια του σπιτιού της, αποτραβήχτηκε στην κουρασμένη προσμονή της, σίγουρη κι αυτή τη φορά για το αίσιον αποτέλεσμα. Εμείς τ' αγόρια μείναμε, φυσικά, κάτι παραπάνω. Να πούμε τα δικά μας. Όνειρα και πόθοι ασχημάτιστοι ακόμα, μπερδεύονταν με σκανδαλιές και κατορθώματα. Ξύλινα σπαθιά και τενεκεδένιες ασπίδες μπλέκονταν με τα άγουρα στήθια των κοριτσιών που άρχιζαν να σχηματίζονται κι ακόμα, με τα απλωμένα γυναικεία εσώρουχα της μπουγάδας, σχέδια για το μεθαυριανό μας μέστωμα, για τη φυγή μας στο όμορφο και μεθυστικό άγνωστο, μέσα από φώτα, μουσικές και ιαχές ατέλειωτων λεωφόρων. Πού να 'ξερε ο καθένας μας, τότε, τι δρόμο θα τραβούσε αργότερα, σε ποιους διαδρόμους και μονοπάτια θα χανόταν της ζωής. Πού να 'ξερα τότε ότι, χρόνια μετά, θα γυρνούσα το κεφάλι πίσω, με τόση γλύκα και παράπονο.

         Πάντως, εκείνο το βράδυ της έξαψης, ο Αναστάσης ο φιρφιρής ήταν που έριξε την ιδέα, όπως έτρωγε το βραδινό του, μια φετάρα ψωμί βουτηγμένη στο λάδι, με ρίγανη κι αλάτι χοντρό μπόλικο από πάνω. Έτσι που τα κεραμίδια της Άννας μπαίναν στο χώμα και τις πέτρες απ' την πάνω μεριά του δρόμου μας, ο κλήδονας της δικής της απλωμένης στάχτης ήταν σχεδόν στα πόδια μας προκλητικός κι ανυπεράσπιστος. Στην αρχή, με προφυλάξεις έτριψε ψίχουλα απ' το ψωμί του, μετά, με θράσος έκοψε κομμάτια λαδωμένα και τα 'ριξε στο νυχτερινό σινί των άστρων και του ριζικού της Άννας της γουρλομάτας. Κι έτσι η τσογλανοπαρέα, μέσα σε γέλια και συνωμοτικά σπρωξίματα, ευχαριστημένη για το κατόρθωμά της και τις αυριανές συνέπειες αυτού, διαλύθηκε τη νύχτα εκείνη του Αϊ-Γιαννιού του Κλήδονα, του Ριζικάρη.

         Το πρωί, με ξύπνησαν ξεφωνητά κι αλαλαγμοί: «Ψωμάς. ψωμάς. φούρναρης, καλέ. Να, ολοφάνερο το σημάδι.». Κι η Άννα με την πουκαμίσα και χωρίς τη σκούπα στο χέρι αυτή τη φορά, καταμεσής του απότομου κατήφορου, κρατούσε το σινί, το σήκωνε και το περιέφερε κράζοντας να βγει όλη η γειτονιά, να δει το θαύμα. «Φούρναρης, καλέ. Να, ο Αϊ-Γιάννης το 'δειξε... Ψωμάς... ψωμάς... κοιτάχτε...» επέμενε, να βγουν οι γειτόνισσες και τα γειτονόπουλα να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τα κομμάτια του λαδωμένου ψωμιού που της έστειλε ο Άγιος της βραδιάς, να πιστέψουν αυτή τη φορά, για να μην έχουν ν' αμφιβάλλουν μετά και να λένε πίσω απ' την πλάτη της τα μύρια όσα.

         Πρόλαβα και είδα την Αγαθή, τη μάνα της, μέσα στο σπίτι τους να σταυροκοπιέται απανωτά. Για το θαύμα άραγες του Αγίου και να βγει αληθινό ή για την αλαφράδα της κόρης της κι ο Θεός να βάλει το χέρι του από δω και πέρα; Ποτέ δεν έμαθα.

         Η μάνα μου μού φάνηκε πως βούρκωσε. Για το σημάδι του κλήδονα αυτή, για τη συμφορά της γειτόνισσας ή για τη μακρινή τύχη των δύο αδερφάδων μου; Πού να 'ξερα τότε.

         Πάντως, η Άννα μας από κείνη τη μέρα και κάθε πρωινό, μετά, καλοντυμένη και στολισμένη φρεγάτα με σκουλαρίκια, γιορντάνια, μπακίρια κι ό,τι άλλο είχε ή έβρισκε, ξεκινούσε για ψωμί, παίρνοντας σβάρνα όλους τους φούρνους, Αγίας Βαρβάρας, Πεντακοσίων, Σούγιολου και βάλε.
         Από Ξάνθη και Δράμα τη συμμάζευαν οι δικοί της, αργότερα.

         Όταν άρχισαν να τρέχουν το κατόπι της τα παιδιά.
Δ. Αξιώτης, Ξόβεργα με μέλι, Νεφέλη