Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξιος Μάινας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλέξιος Μάινας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Μπλε μάγουλα


Όταν ήμουν παιδί πα­ρα­θε­ρί­ζα­με συ­νή­θως στὸ Κα­μά­ρι τῆς Σαν­το­ρί­νης, στὸ Μέ­σα βου­νό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κά­θε ἀ­πό­γευ­μα οἱ γο­νεῖς μου μὲ ἔ­στελ­ναν στὸ χω­ριό, ὅ­που ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ μπα­κά­λι­κο. Ἡ ἔν­νοι­α μί­νι μάρ­κετ ἦρ­θε ἀρ­γό­τε­ρα. Μὲ τὰ με­γά­λα κα­ρά­βια ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τοὺς του­ρί­στες ἀ­πὸ Πει­ραι­ὰ Ἀ­θη­νιὸ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε ὧ­ρες. Ἐ­πα­νά­στα­ση τὸ Λῆ­μνος.
       Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, σὰν νά ’­χε πέ­σει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ. «Τὸ φτι­ά­ξα­με πιὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ μὴ γί­νει τί­πο­τα…» μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μὲ ἔν­ρι­νη φω­νὴ σὰν νά ’­χε γά­ζες στὴ μύ­τη ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος. «Τί νὰ γί­νει δη­λα­δή;» ρώ­τα­γα. Ἤ­μουν παι­δί, κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λι­ό­ταν.
       Ἦ­ταν ὁ μπα­κά­λης, ξά­δερ­φος τῆς θεί­ας Μα­ρου­λί­ας. Τὸ μα­γα­ζὶ που­λοῦ­σε ἀ­πὸ καρ­πού­ζια μέ­χρι κρη­τι­κὲς μί­νι μπα­νά­νες, ἀ­πὸ συ­ρια­νὰ λου­κού­μια μέ­χρι σαν­το­ρι­νιὸ κου­φέ­το μὲ μέ­λι, ἀ­πὸ φά­βα μέ­χρι φάρ­μα­κα καὶ βι­βλί­α. Ἦ­ταν παν­το­πω­λεῖ­ο. Ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ σκα­λιὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ χω­ριοῦ, κα­θό­ταν πάν­τα μιὰ γι­α­γι­ού­λα, ἔ­τσι μοῦ ’­μοια­ζε, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα πέν­τε ἢ ἑ­ξήν­τα, ζα­ρω­μέ­νη καὶ μό­νη, μὲ μαύ­ρη μαν­τί­λα στὸ κε­φά­λι, καὶ κα­θά­ρι­ζε ὁ­λη­με­ρὶς φι­στί­κια στὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ὁ­λό­κλη­ρο σα­κὶ δί­πλα της. Τὴ θυ­μᾶ­μαι πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, στὰ ἀ­σβε­στω­μέ­να σκα­λιά, νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὰ φι­στί­κια καὶ νὰ ρί­χνει τὸν καρ­πὸ σ’ ἕ­να τσίγ­κι­νο πιά­το. Πο­τὲ δὲν τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει. Τὴ θυ­μᾶ­μαι νὰ δι­αι­ω­νί­ζει τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ἐ­πὶ ὧ­ρες, σὰν μη­χα­νή, καὶ ἀμ­φι­βάλ­λω ἂν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τή, ἀ­βέ­βαι­η, ἐρ­γα­τι­κὴ καὶ δι­η­νε­κής, μὲ συγ­κλο­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρη τοῦ Ἰσ­λαν­δοῦ ποὺ πνι­γό­ταν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας. Πνι­γό­ταν, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε χα­ρού­με­νος. Τὸν θυ­μᾶ­μαι μὲ μπλὲ μά­γου­λα νὰ χα­μο­γε­λά­ει ἀ­νί­κα­νος νὰ φω­νά­ξει, καὶ νὰ πι­τσι­λά­ει ὁ­λό­γυ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου τοῦ ’­χε ρί­ξει τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης μου, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πια­στεῖ, ὄ­χι ὅ­μως νὰ ξα­πλώ­σει πρὶν τὸν πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Ὅ­πως μοῦ ἐ­ξή­γη­σαν. Ἤ­μουν πέν­τε ἐ­τῶν καὶ συ­νέ­δε­σα τὸ θά­να­το μὲ τὴν ἀ­πώ­λεια παι­χνι­δι­ῶν.
       Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ παν­το­πω­λεῖ­ο, μπαί­νω μὲ τὸ μυα­λό μου ἀ­π’ τὴ δί­φυλ­λη ἄ­σπρη πόρ­τα. Τὸ ἕ­να φύλ­λο ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος τό ’βγα­ζε ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτός, γιὰ νὰ μπαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο φῶς. Μέ­σα τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σπη­λαι­ῶ­δες καὶ σκο­τει­νό, χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα. Ἔμ­παι­νες καὶ δὲν ἔ­βλε­πες τί­πο­τα γιὰ μι­σὸ λε­πτό. Ἔ­νι­ω­θες ἔκ­θε­τος. Ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο σοῦ μί­λα­γε ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος στὸν Σα­ούλ. Με­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­χνά. Στὸ βά­θος ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος κρα­τοῦ­σε ἕ­να μα­χαί­ρι μὲ τὴ νέ­α φέ­τα ἀ­πὸ Πε­λο­πόν­νη­σο.
       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μέ­ρος τοῦ μα­γα­ζιοῦ ὑ­πῆρ­χε μιὰ σκά­λα οἰ­κο­δο­μῆς ποὺ ἀ­νέ­βα­ζε τὸν ἀ­γο­ρα­στὴ στὰ ρά­φια μὲ τὰ βα­ζά­κια. Ρί­γα­νη, φα­σκό­μη­λο, ξε­ρα­μέ­να σύ­κα, κα­ρα­με­λω­μέ­να φι­στί­κια μὲ βα­σι­λι­κό, ὅ­λα ντό­πια καὶ δι­α­φα­νῆ σὲ βα­ζά­κια. Σὲ ἕ­να με­γά­λο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο ἐ­νυ­δρεῖ­ο εἶ­χε μι­κρὲς σαῦ­ρες ποὺ ἔ­παιρ­ναν πό­ζες πά­νω σε ξυ­λα­ρά­κια, νό­μι­ζες ὅ­τι ζοῦ­σαν. Σὲ μιὰ ψά­θι­νη πο­λυ­θρό­να δί­πλα στὴ σκά­λα κα­θό­ταν μὲ πλά­τη στὸ φῶς τῆς πόρ­τας ἕ­νας χλω­μὸς κύ­ριος σὲ λι­νὸ κου­στού­μι, γα­λά­ζιο που­κά­μι­σο, ἄ­σπρο κα­πέ­λο μὲ φαρ­διὰ πά­νι­νη ται­νί­α, καὶ πα­τε­ρί­τσες. Στὰ χέ­ρια του εἶ­χε ἕ­να τε­τρά­διο κι ἕ­να κόκ­κι­νο μο­λύ­βι, ποῦ καὶ ποῦ ση­μεί­ω­νε κά­τι, θά ’­λε­γες ὅ­τι ἔ­λυ­νε σταυ­ρό­λε­ξο. Ἦ­ταν σχε­δὸν πάν­τα στὸ μα­γα­ζὶ ὅ­ταν πή­γαι­να. Ἔ­στρε­φε γιὰ λί­γο τὸ κε­φά­λι, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε μὲ εὐ­γέ­νεια σὰν νὰ μ’ ἔ­βλε­πε γιὰ πρώ­τη φο­ρά, καὶ συ­νέ­χι­ζε νὰ λύ­νει, προ­σθέ­τον­τας κά­θε τό­σο μιὰ λέ­ξη.
       Ἤ­μουν σχε­δὸν κά­θε ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ. Μὲ πεί­ρα­ζε ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὁ κύ­ριος αὐ­τὸς μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­πως χα­μο­γε­λᾶ­με σ’ ἕ­να γά­το ποὺ σου­λα­τσά­ρει στὸ κάγ­κε­λο τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου. Γι’ αὐ­τὸν ἤ­μουν ἕ­να παι­δί. Ἕ­να παι­δὶ ποὺ μπαί­νει μὲ τι­ράν­τες καὶ φεύ­γει μὲ μιὰ μπλὲ σα­κού­λα το­μά­τες καὶ φέ­τα Πε­λο­πον­νή­σου.
       Μιὰ μέ­ρα ποὺ πε­ρί­με­να τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο νὰ ξε­φορ­τώ­σει καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ γιὰ νὰ μοῦ βά­λει κε­φα­λο­τύ­ρι, ἀ­κού­στη­κε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ μὲ φω­νά­ζει ἀπ’ τὸ σο­κά­κι δί­πλα στὸ μα­γα­ζί. Ὁ κύ­ριος μὲ τὶς πα­τε­ρί­τσες ση­κώ­θη­κε, για­τὶ ἐν­νο­οῦ­σαν ἐ­κεῖ­νον, ὅ­λοι Μά­ι­νες, Κα­ρα­μο­λέγ­κοι καὶ Σι­γά­λες λε­γό­μα­σταν, ἔ­βα­λε τὶς πα­τε­ρί­τσες στὶς μα­σχά­λες τοῦ κου­στου­μιοῦ καὶ κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τὸ κου­τσό, γύ­ρι­σε, μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει κά­τι, κοί­τα­ξε καὶ τὸ σταυ­ρό­λε­ξο πά­νω στὴν ψά­θι­νη καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἡ στιγ­μὴ εἶ­χε ἔρ­θει. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πῆ­γα στὴν πο­λυ­θρό­να, πῆ­ρα τε­τρά­διο καὶ μο­λύ­βι, τά ’­χω­σα στὴ σα­κού­λα μὲ τὸ γά­λα καὶ τοὺς γι­αρ­μά­δες καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω, χαι­ρέ­τη­σα τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο, ποὺ δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ ἀ­πο­ρή­σει, κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα. Κα­τέ­βη­κα στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ γυρ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὴν ἄμ­μο στὸ σπί­τι.
       Κά­θι­σα σὲ μιὰ βάρ­κα ποὺ εἶ­χε σχο­λά­σει καὶ τρα­βη­χτεῖ στὴν ἀ­κτὴ μὲ τὴ χει­ρο­κί­νη­τη τρο­χα­λί­α καὶ ἔ­βγα­λα τὸ τε­τρά­διο. Πά­νω ἔ­γρα­φε «Ἀγ­γε­λέ­τος». Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Δὲν ἦ­ταν σταυ­ρό­λε­ξα. Ἦ­ταν σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα λευ­κὲς σε­λί­δες μὲ λί­γες χει­ρό­γρα­φες λέ­ξεις στὴν κα­θε­μιά. Σὰν κώ­δι­κας. Ἐν μέ­ρει ἔ­βγα­ζαν νό­η­μα. Σὲ μιὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα ἔ­γρα­φε: Οἱ σαῦ­ρες κοι­μή­θη­καν / Βρεγ­μέ­να τὰ ρά­φια / Χα­μο­γε­λᾶ στὰ στε­γνὰ / Τὸ ἐ­νυ­δρεῖο.
                                                                                        Αλέξιος Μάινας