Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2017

Πίστομα

Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.
      Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
      O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
      Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
      Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:
      "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
      T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
      "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
      Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
      "Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
      Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
      Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
      "Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
      "Tον σκότωσες!"
      Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
      Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
      Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
      Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
      Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του: 
      "Bάλ'το πίστομα μέσα".


Κωνσταντίνος Θεοτόκης , Διηγήματα (Kορφιάτικες ιστορίες), Kείμενα, Αθήνα 1982 

"Οι χαρακτήρες του έργου είναι τρεις. Ο Αντώνιος Βραχνός ή Κουκουλιώτης, η γυναίκα του και το παιδί της, καρπός άνομης ερωτικής συνεύρεσης. Ο Κουκουλιώτης είναι το κέντρο βάρους στην πυκνή αφηγηματική τεχνική του Θεοτόκη. Είναι, ωστόσο, ένας από τους νιτσεϊκούς χαρακτήρες του Θεοτόκη, όπως περιγράφονται συχνά, ή απλά μια τραγική φυσιογνωμία που τη λούζει κρύος ίδρος και χλωμιάζει μπρος στο επερχόμενο συμβάν; Αν ένα διήγημα συμπυκνώνεται στον τίτλο του, τότε ο τίτλος αποκτά ξεχωριστό ενδιαφέρον στην αναζήτησή μας. Ο Κουκουλιώτης δεν προβαίνει ο ίδιος στην πράξη. Επιβάλλει στη γυναίκα του να το κάνει και μάλιστα τοποθετώντας το παιδί μπρούμητα. Τούτη η ταφική πρακτική έχει πανάρχαιες ρίζες και ως επί το πλείστον χαρακτηρίζεται ως πράξη τιμωρίας. Στη χριστιανική ταφική πρακτική το σώμα πρέπει να θάβεται με την όψη του προσώπου να ατενίζει τον ουρανό, προκειμένου να συμμετέχει εις ανάστασιν νεκρών. Από αυτή την άποψη ενδεχομένως ο Κουκουλιώτης δίκαια χαρακτηρίζεται ως νιτσεϊκός χαρακτήρας, αν και η ίδια η έννοια του υπερανθρώπου συνεπάγεται την ιδέα της τραγικότητας." ( από το Κ.Καλογερόπουλος : Κωνσταντίνος Θεοτόκης "Πίστομα" εδώ)

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2015

Ο ποιητής Κωνσταντίνος Θεοτόκης

Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης  γεννήθηκε στις 13 Μαρτίου του 1872  και είναι πολύ γνωστός στους αναγνώστες κυρίως για το πεζογραφικό του έργο όπως Η τιμή και το χρήμα, Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα, Ο κατάδικος, Οι σκλάβοι στα δεσμά τους. Το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ σημαντικό και ογκώδες. Μετέφρασε Οράτιο, Βιργίλιο, Λουκρήτιο, Πίνδαρο Σαίξπηρ, Γκαίτε, Φλωμπέρ, Σίλλερ ακόμα και αποσπάσματα της ινδικής λογοτεχνίας.
Ο Θεοτόκης όμως ήταν και ποιητής. Συνέθεσε σονέτα , τα περισσότερα από αυτά την περίοδο 1914 - 1920. Είναι μάλιστα ο μόνος Έλληνας ποιητής που έγραψε αποκλειστικά και μόνο σονέτα.
Σχεδόν όλα τα ποιήματα του είναι ερωτικά και τα περισσότερα εκφράζουν έναν απελπισμένο και ανεκπλήρωτο έρωτα που φθάνει μέχρι το θάνατο. Η ποίηση ήταν γι' αυτόν καταφύγιο, φάρμακο και λύτρωση από το ψυχικό μαρτύριο του έρωτά του.
Τα σονέτα του θεωρούνται άψογα από τεχνική άποψη. Είναι  άμεσα , βιωματικά και ανθρώπινα. Ο Θεοτόκης εκφράζει με αισθαντικό , συγκινητικό και πολλές φορές συγκλονιστικό τρόπο τα συναισθήματα του χωρίς φτηνό αισθηματισμό. Τα ποιήματα του γεννήθηκαν από την ψυχή του και την εκφράζουν με χάρη , δύναμη και ευγένεια

 Σονέτο αρ.5
Το σπάνιο μπλάβο ρόδο που μπροστά σου
    Στην ερμιά, μες στ' αγκάθια του κλεισμένο
    Το είδες, φαινότουν να σου λέει: " Προσμένω
 Τ' άσπρο σου χέρι να με κόψει. Στάσου!"
Το τήραξες, κυρά, κι ολόγυρά σου
    Τ' άχραντο βλέμμα ρίχνεις το βλοημένο
     Κι όλο τον κάμπο βλέπεις ανθισμένο
- Γεννά λουλούδια η γη για τη χαρά σου -
Και παίρνεις από τούτα και τ' αφήνεις,
      Γιατί φοβάσαι μήπως σ' αγκυλώσει
Μονάχα ακόμη μια ματιά του δίνεις
      - Πόνος αψύς μπορεί να σε λιγώσει -
Πέρα στο λόγγο η ροδαριά εξεράθη:
Καημένο μπλάβο ρόδο που εμαράθη!
                                                  
Σονέτο αρ.7
Τραγούδα, ψάλλε, πάλι στο προστάζει
       Κι ας τήζεσαι κι ας λιώνεις απ' τη θλίψη
       Με μια γλυκειά ματιά θα σ' ανταμείψει
Που αχ! πλιο πικρό θα κάνει το μαράζι.
Κι αν υποφέρεις τόσο τι πειράζει
       Τι πειράζει αν το πάθος σε συντρίψει
       Δεν πρέπει το τραγούδι να της λείψει
Θέλει με σε η κυρά να διασκεδάζει!
Κι ύμνο ποτέ χαράς δεν θα τονίσει
      Η λύρα μου που αδιάκοπα την κρούω
Τέτοια κυρά γιατί θα μ' αγαπήσει;
       Ευτυχισμένους άλλους θε ν' ακούω
Πικρό για με κι η αγάπη είναι μαρτύριο
Μυστήριο είναι όλα κι ο έρωτας μυστήριο.
                                                     
Σονέτο αρ.17
Όλο μου λέει ο νους, γιατρέψου Ντίνο
     Το πάθος που σ' αρρώστηε λησμόνει
      Συντρίβει την καρδιά του όποιος πεισμώνει
Τρελέ τι περιμένεις από κείνο.
Και του απαντώ σαν ξένος και του κρίνω
       Μου είναι γλυκά τα βάσανα κι οι πόνοι
       Κι η θλίψη κι ο καημός που με λιγώνει
Για το κορμί της το άσπρο σαν το κρίνο.
Και γιατρειά δεν θέλω, κι όσο μένει
Στα στήθη μου η πνοή, θα το θερμαίνει
        Αγάπη και λατρεία τόσο μεγάλη
Που ίσως κι αυτή μια μέρα ερωτεμένη
        Θ' αψηφήσει τα τόσα της τα κάλλη
        Και θα μ' έχει όλη νύχτα στην αγκάλη.
                                                             
 Σονέτο αρ.49
Φτωχοί πικροί μου στίχοι που εσείς μόνοι
       Λόγια γλυκά μπορείτε να της λέτε
       Και τον χαμένον Έρωτα να κλαίτε
Αφού δε θέλει πια να με σιμώνει,
Πείτε της πως, σαν με σφυρί στ' αμόνι 
       Η θλίψη της αγάπης που χαλιέται
       Ενώ η ζωή μαζί δεν καταλύεται
Την καρδιά μου βαρεί και τη ζυμώνει.
Κι ύμνοι γενείτε ταπεινοί σιμά της
      Και λέγετέ της στην καλή την ώρα
Πως ευλογώ τον πόνο στ' όνομά της
      Κι η συντριβή μου η ανέλπιδα ( ω συχώρα,
Κυρά, να σε λατρεύω) δεν με κάνει
Να θέλω η λησμονιά να τον γλυκάνει
                                   
 Σονέτο αρ.69
Είναι στιγμές που την καρδιά μου ανοίγει
     Πικρό, βαρύ, θανατερό μαράζι
     Μεσάνυχτου σκοτάδι την αδράζει
Κι η ζοφερή μαυρίλα λέω την πνίγει
Κι όξω ευλογία Θεού! στο φως τυλίγει
     Τα πάντα ο ήλιος και θερμά αγκαλιάζει
     Τη γη που απ' τα φιλιά του αναγαλλιάζει
Και στη χαρά της χάρη η γλύκα σμίγει
Να βρω ησυχία στου χάρου την αγκάλη
      Ο πόθος τότε φλογερός με σπρώχνει.
Κι η γλυκειά σου η λαλιά και τ' αργυρό σου
Το γέλιο που τ' ακούν μαζί μου κι άλλοι
      Κι η αγγελική ματιά σου που με διώχνει
Μου λεν νομίζω σπλαχνικά: νεκρώσου.




Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Τα Σονέτα, Εισαγωγή - Επιμέλεια: Ορέστης Αλεξάκης, Ωκεανίδα 1999

 

Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Κωνσταντίνος Θεοτόκης, αναζητήσεις και προσανατολισμοί

    " Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης - ο Ντίνος, όπως τον έλεγαν οι συγγενείς κι οι φίλοι του - μια από τις πιο φωτεινές μορφές στον κόσμο των ελληνικών γραμμάτων , είναι ο γενάρχης της πρωτοπόρας σοσιαλιστικής πεζογραφίας στη χώρα μας[...] 

    Γεννήθηκε στις 13 Μάρτη του 1872 [...] στο χωριό Καρουσάδες της Κέρκυρας.

    [...] Συνδέεται με στενή φιλία με το συντοπίτη του ποιητή Λορέντζο Μαβίλη, κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό του. Οι δυο φίλοι έχουν τις ίδιες πνευματικές ανησυχίες, τα ίδια ιδανικά και πορεύονται τον ίδιο δρόμο για κάμποσα χρόνια. Διαποτισμένοι κι οι δυο από τις φιλελεύθερες αρχές του Διαφωτισμού και της Γαλλικής αστικής επανάστασης, οραματίζονται και αγωνίζονται για την αστικοδημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας. [...] Παίρνουν μέρος στο κίνημα του Δημοτικισμού με την πίστη πως το κίνημα αυτό - πέρα από την αναγνώριση και την καθιέρωση της δημοτικής σαν επίσημης γλώσσας του έθνους - θάνοιγε το δρόμο για τον ολόπλευρο εκσυγχρονισμό και τη δημοκρατική αναγέννηση του τόπου. Πολεμούν ακόμα και με το όπλο στο χέρι για την απελευθέρωση των υπόδουλων εθνικών εδαφών. Το 1896 πολεμούν στην Κρήτη , επικεφαλής αντάρτικου σώματος που οργάνωσε και συντηρούσε με δικά του λεφτά ο Κ.Θεοτόκης. Και το 1897 με δικά τους αντάρτικα τμήματα πολεμούν ο Μαβίλης στην Ήπειρο κι ο Θεοτόκης στη Θεσσαλία.[...]
Λίγα χρόνια αργότερα ο Κ. Θεοτόκης θα συγκρουστεί ιδεολογικά με τον Λ. Μαβίλη και θα χωρίσουν τη δράση τους, χωρίς να πάψουν - ιδιαίτερα ο Θεοτόκης - να εκτιμούνται μεταξύ τους.

   Ο τυχοδιωκτικός πόλεμος του 1897 προκάλεσε και στον Κ.Θεοτόκη πολλά και βασανιστικά ερωτήματα. Έτσι άρχισε ν' αναζητάει τις βαθύτερες αιτίες της εθνικής και κοινωνικής αθλιότητας και κακοδαιμονίας[...]

   Με το γυρισμό του στην Κέρκυρα από την άτυχη εκστρατεία στη Θεσσαλία, ο Κ.Θεοτόκης μελετάει συστηματικά τα έργα του Κ.Μαρξ και του Φρ. Ένγκελς[...]

   [...] Ταξιδεύει στη Γερμανία [1907- 1909], όπου οι ιδεολογικές ζυμώσεις και το σοσιαλιστικό κίνημα βρίσκονταν σε πραγματικό οργασμό. Στο Μόναχο συναντιέται με τον Κώστα Χατζόπουλο, που είχε προσχωρήσει κιόλας κι ανήκε στην αριστερή πτέρυγα του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Η συνάντηση αυτή και οι συζητήσεις με τον Κ.Χατζόπουλο, μέσα στο γενικότερο πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα, ολοκληρώνουν την απόφασή του να προσχωρήσει στη σοσιαλιστική ιδεολογία[...]

   [...] Σε γράμμα του από την Πράγα (28/8/1909) στον Κ.Χατζόπουλο στο Μόναχο, εκφράζει αυτή την απόφαση να αγωνιστεί για τη διάδοση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και την οργάνωση Σοσιαλιστικού Κόμματος στην Ελλάδα:

" ...Γράψε μου, αγαπητέ μου, αν έχεις σκοπό να κατεβείς στη Ρομηοσύνη σε τούτες τις κρίσιμες στιγμές. Ίσως οι δυο μας ενωμένοι είμαστε μία δύναμη, ίσως βρίσκονται κι όλας εκεί κι άλλοι άνθρωποι με καρδιά και θάρρος. Και ίσως όλοι αυτοί να μη προσμένουν παρά το σύνθημα, έναν άνθρωπο να δόσει την πρώτη γυρισιά ( για να μιλήσω με τη Βουδιστική φρασεολογία) στη ρόδα της αλήθειας..."

   Για να εκτιμηθεί σωστά το γράμμα αυτό πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι 14 μέρες νωρίτερα (στις 14/8/1909 ) είχε γίνει το " Κίνημα στο Γουδί" κι η κατάσταση στην Ελλάδα ήταν πραγματικά κρίσιμη.

  Γυρνώντας στην Ελλάδα από τη Γερμανία, ο Κ. Θεοτόκης είναι πια πιστός οπαδός του σοσιαλισμού. Ένας σοσιαλιστής όμως διαποτισμένος από το πνεύμα και τις αντιλήψεις που κυριαρχούσαν την εποχή αυτή στη σοσιαλδημοκρατία της 2ης Διεθνούς. Και είναι περισσότερο ένας ιδεολόγος, παρά ένας έμπειρος πολιτικός ηγέτης, οργανωτής και καθοδηγητής των μαζών, που θα μπορούσε να επωμιστεί τα καθήκοντα και τις δυσκολίες της πραχτικής δράσης. Γι' αυτό κι οι πρώτες αποτυχημένες προσπάθειές του να ιδρύσει στην Κέρκυρα " Σοσιαλιστικό Κόμμα" , τον αποθαρρύνουν. Σε άλλο γράμμα του στον Κ.Χατζόπουλο (25/2/1910) από τους Καρουσάδες της Κέρκυρας ομολογεί:

" ...Για τη Σοσιαλιστική Εταιρία σε συγχαίρω για την ίδρυσή της (εννοεί τη Σοσιαλιστική Δημοτιστική Ένωση πούχει ιδρύσει το Δεκέμβρη του 1909 ο Κ.Χατζόπουλος στο Μόναχο μαζί μ' άλλους Έλληνες διανοούμενους), αλλά νομίζω πως σε τούτο το Κράτος είναι αδύνατο να προκόψει κάτι...Οι τάξεις εδώ στην Ελλάδα, δεν έχουν χωριστεί και δεν παλεύουν συνατές τους. Εμέ, λοιπόν, μου φαίνεται άσκοπο , προς το παρόν, να λάβω μέρος σ' ένα κόμμα, όποιο και νάναι, χωρίς να σου κρύβω πως όλες  μου οι συμπάθειες είναι με το μέρος του λαού, που γελιέται και τον γελούν..."

    Την οργανωτική απειρία, την ιδεολογική ανωριμότητα, αλλά και τις δύσκολες αντικειμενικές συνθήκες για την ανάπτυξη του σοσιαλιστικού κινήματος την εποχή αυτή, θα τη ζωντανέψει δέκα χρόνια αργότερα - στο περίφημο μυθιστόρημά του: " Οι σκλάβοι στα δεσμά τους "

   [...] Στα 1911 οι προσπάθειές του πετυχαίνουν. Μαζί με άλλους προοδευτικούς διανοούμενους συντοπίτες του, ιδρύει στην Κέρκυρα " Σοσιαλιστικό Κόμμα" και γίνεται ο ίδιος " ...η ψυχή της αριστερής κίνησης στο νησί του". Είναι τόσο μαχητικός και αδιάλλαχτος στις αρχές του, ώστε δεν διστάζει νάρθει σε σύγκρουση ακόμα και  με τον καλύτερο φίλο του, το Λορέντζο Μαβίλη, και ύστερα από μια έντονη συζήτηση να χωρίσουν για πάντα[...]

   [...] Όταν τον Ιούλη του 1914 ξέσπασε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ο Κ.Θεοτόκης πήρε την αρχή σωστή θέση κι εκδήλωσε τη διαμαρτυρία του ενάντια στον πόλεμο αυτόν. Σε μια αφιέρωση στην φίλη του Ειρήνη Δενδρινού (15/9/1914) που μπήκε και σαν πρόλογος στο πρώτο βιβλίο του " Η τιμή και το χρήμα", γράφει ανάμεσα σ' άλλα:

" ...Είταν η τύχη του φαίνεται το ειρηνικό διήγημά μου( είχε πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό "Νουμάς" το 1912) να προβάλει μέσα σε τέτιες κοσμοϊστορικές ταραχές, όταν ποτάμια αίματα βάφουν τη μητέρα γη, σα μια δειλή διαμαρτυρία ενάντια σ' ένα τόσο άτοπο καθεστώς, που για να υπάρχει χρειάζεται τον παράλογο φόνο και την ατυχία τόσων πλασμάτων. Τι σπατάλη ζωής έγινε στα χρόνια τούτα. Αλλά ας ευχηθούμε κιόλας , η τωρινή θλιβερή αιματοχυσία νάναι γραμμένη η τελευταία στα βιβλία της ανθρώπινης Μοίρας..."

    Μέσα στη φοβερή δίνη του πολέμου συνέρχεται στην Αθήνα (Απρίλης 1915), η Α' Πανελλαδική Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη , με τη συμμετοχή αντιπροσώπων των σοσιαλιστικών οργανώσεων της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, της Κέρκυρας, του Βόλου, της Πάτρας και της Μυτιλήνης, με σκοπό την ενοποίησή τους και τη δημιουργία ενιαίου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Στις εργασίες της Συνδιάσκεψης παίρνει μέρος και ο Κ.Θεοτόκης, σαν αντιπρόσωπος της οργάνωσης της Κέρκυρας που την καθοδηγούσε[...]

    Τον Αύγουστο όμως του 1916 εκδηλώνεται το ανταντόφιλο κίνημα του Ελευθέριου Βενιζέλου, το γνωστό σαν κίνημα" Εθνικής Αμύνης" με  κύρια επιδίωξη την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των " Συμμάχων" ( Αντάντ) και σε αντίθεση με τις προσπάθειες του βασιλιά Κωνσταντίνου Γλύξμπουργκ και της αντιβενιζελικής παράταξης να εντάξουν την Ελλάδα στο πλευρό των Γερμανών και των συμμάχων τους.

   Το σοσιαλιστικό κίνημα της χώρας μας, την εποχή αυτή, είναι ακόμα αδύναμο, ανοργάνωτο και ασυντόνιστο και πολλά στελέχη του επηρεάζονται σοβαρά από τις δυο μεγάλες πολιτικές παρατάξεις της χώρας - τους βενιζελικούς και τους αντιβενιζελικούς.[...]
Πολλοί απ' αυτούς - μαζί κι ο Κ.Θεοτόκης, ο Κ.Χατζόπουλος και άλλοι - πίστεψαν ότι η συντριβή του γερμανικού ιμπεριαλισμού θα οδηγήσει στην απελευθέρωση των λαών. Γι' αυτό και προσχώρησαν στο Ανταντόφιλο κίνημα του Ε.Βενιζέλου[...]

   Μ' αυτή την πίστη ο Κ.Θεοτόκης προσχώρησε στο κίνημα του Ε.Βενιζέλου(1916), που τον διόρισε στην αρχή αντιπρόσωπο της κυβέρνησής του στην Κέρκυρα και σε συνέχεια τον έστειλε με διπλωματική αποστολή στην Ιταλία. Η προσχώρηση αυτή δεν σήμαινε καθόλου και ιδεολογική μεταστροφή, απάρνηση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας του. Ο Κ.Θεοτόκης θα μείνει ως το τέλος της ζωής του πιστός στο σοσιαλισμό. Όλο το έργο του είναι διαποτισμένο , στον ένα ή στον άλλο βαθμό, από τα ιδανικά του σοσιαλισμού και γι' αυτά τα ιδανικά μάχεται.

   Η Σοσιαλιστική Επανάσταση στη Ρωσία, τον Οχτώβρη του 1917, τον συγκλονίζει κατάβαθα, και την τραγουδάει σ' ένα από τα καλύτερα σονέτα του.[...]

   Πιστός πάντα στα ιδανικά του σοσιαλισμού θα επιστρέψει το 1920 το παράσημο που τούστειλε η κυβέρνηση του Ε.Βενιζέλου, με πρόσχημα " τις εθνικές υπηρεσίες" του, στην πραγματικότητα για ν ατον προσεταιριστεί πολιτικά. Και δεν μπορούσε να κρατήσει διαφορετική στάση. Για τον Κ.Θεοτόκη είταν αδιανόητος κάθε καιροσκοπισμός και κάθε συμβιβασμός. 

" ...Δεν γνώρισα άλλον, λέει η Γαλάτεια Καζαντζάκη, να συγκινείται ως τα δάκρυα μπρος στην κάθε γενναία εκδήλωση, στο κάθε ηθικό μεγαλέιο, μπρος στην κάθε αρετή, στον κάθε ηρωισμό"

Το κείμενο είναι απόσπασμα της μελέτης Κωνσταντίνος Θεοτόκης που βρίσκεται στο βιβλίο του Τάκη Αδάμου , Η λογοτεχνική κληρονομιά μας ( Από μια άλλη σκοπιά), Βιβλίο Α΄- Πεζογράφοι, Καστανιώτης 1979

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012

Η τιμή της αγάπης

Εκείνη εκοίταξε πονεμένη τα αδέρφια της, εκατέβασε το βλέφαρο και δεν του αποκρίθηκε. «Γιατί δε χαίρεσαι;», την ερώτησε. Κι αυτήν τη στιγμή εμπήκε στο σπίτι ο γέροντας ο Τρίνκουλος. Ετρεμε όλος, αχνός, λιγνός, φοβισμένος, με μάτια που το κρασί από τόσα χρόνια τού τα 'χε θολώσει. Μα τώρα ήταν ξενέρωτος κι εδάκρυζε. Είχε ακούσει τα τελευταία τα λόγια του Αντρέα κι αγκάλιασε μ' αγάπη τη θυγατέρα του. Κι εκεί δεν εμπόρεσε πλια να βαστάξει. Ενα αναφιλητό βαρύ βαρύ του ετίναξε τα στήθη κι εμούγκρισε για να μην ξεφωνίσει το κλάμα. Κι ο Αντρέας στενοχωρημένος εκοίταζε τα δύο πλάσματα, που αγαπιόνταν, που υπόφερναν εξαιτίας του και που τώρα δεν εμιλούσαν. Τέλος ο πατέρας της είπε, σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του: «Σ' εδυστύχεψε!». Δεν είπε ποιος. Ο νους του ήταν ίσως για τη γυναίκα του, μα ο Αντρέας ενόμισε πως τα λόγια τον εχτυπούσαν εκείνον, κι είπε: «Εφταιξα. Μα τώρα εδιορθωθήκανε όλα. Την Κυριακή βάζω στεφάνι. Εδώ τα κλειδιά του κομού, είπε να μου τα δώκεις τα χίλια». «Και ξαναγοράζεις», του 'πε η Ρήνη πικρά, «και την αγάπη; Ω, τι έκαμες!»,. Κι εβάλθηκε να κλαίει. «Την αγάπη;», ερώτησε αχνίζοντας. «Και δεν την έχω;». «Οχι!», του αποκρίθηκε, «όχι! για λίγα χρήματα ήσουνε έτοιμος να με πουλήσεις και χωρίς αυτά δε μ' έπαιρνες, πάει τώρα η αγάπη. Επέταξε το πουλί!». «Θα ξανάρθει», της απολογήθηκε λυπημένος, «στη ζεστή τη φωλιά του. Η ζωή μας θα 'ναι παράδεισος!». «Οχι!», του 'πε. «Επειτα απ' ό,τι έκαμες όχι! κι α σ' αγαπούσα, δε θα ερχόμουνα μαζί σου. Είμαι δουλεύτρα, ποιόνε έχω ανάγκη;». Και σε μία στιγμή ξακολούθησε: «Γιατί ν' αδικηθούν τα αδέρφια μου;». «Σ' εδυστύχεψε!», είπε πάλι πικρά ο πατέρας, που τώρα ήταν ξενέρωτος. «Γιατί να μην τα δώσει από την αρχή όπως τση τό 'πα; Ανάθεμά τα τα τάλαρα!». «Πάμε!», είπε ο Αντρέας. «Οχι!», του 'πε μ' απόφαση. «Εδώ είναι ο χωρισμός μας, θα πάω σε ξένα μέρη, σε ξένον κόσμο, σ' άλλους τόπους. θα δουλέψω για με και για να κουναρήσω το παιδί που θα γεννηθεί. Θα μου δώσει η μάνα γράμματα για να 'βρω αλλού εργασία. θα τα πάρει από τες κυράδες της. Οχι, δεν έρχομαι! Είμαι δουλεύτρα, ποιόνε έχω ανάγκη;». Κι έπειτα από μία στιγμή σα ν' απαντούσε σε κάποια της σκέψη εξαναφώναξε: «Δεν έρχομαι, δεν έρχομαι!». Ο Αντρέας την εκοίταξε ξεταστικά κι εκατάλαβε πως όλα τα λόγια θα 'ταν χαμένα. «Ανάθεμά τα τα τάλαρα!» εφώναξε πάλι απελπισμένος. «Πάει η ευτυχία μου!». Κι εβγήκε στο δρόμο.
Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Η τιμή και το χρήμα (απόσπασμα)
 

από την μουσική της ταινίας: Η τιμή της αγάπης
ερμηνεύει η Δήμητρα Γαλάνη
μουσική της Ελένης Καραΐνδρου
στίχοι της Τώνιας Μαρκετάκη

Τιμή δεν έχει η αγάπη
Τιμή δεν έχει κι η ζωή
Ποιος την πουλά, ποιος αγοράζει
ποιος τήνε βγάζει στο σφυρί

Τιμή δεν έχει η αγάπη
Τιμή δεν έχει κι η ζωή
Όποιος την έχει τήνε δίνει
με μια ματιά, μ' ένα φιλί

Αν έχεις λίγη αγάπη, δως μου
να μου γλυκάνεις τη ζωή
Τιμή δεν έχει η αγάπη
Τιμή δεν έχει κι η τιμή