Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λένιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Από τον Ουλιάνωφ στο Λένιν

Σύντομος είναι
                 κι ως την ύστερη πνοή
τον ξέρουμε
          τον βίο
                    του Ουλιάνωφ.
Μα του συντρόφου Λένιν
           τη μακραίωνη ζωή
τη γράφουμε - 
           τη γράφουμε
                       και δεν τελειώνει.
( Μ α γ ι α κ ό φ σ κ ι )

Λένε πως ο Λένιν μόλις έμαθε το θάνατο του αδερφού του παρηγόρησε τη μητέρα του με τη φράση: " Εμείς θα πάρουμε άλλο δρόμο". Υπάρχει και ζωγραφικός πίνακας, και τον είδαμε στο σπίτι ή στο σχολείο, που παρασταίνει τη σκηνή: ο νεαρός Λένιν - ήταν τότε 17 χρονών - όρθιος πλάι στη μάνα του. Η μαυροφορεμένη μάνα κάθεται στην καρέκλα και προσπαθεί μ' ένα μαντήλι να κρατήσει το αναφυλλητό της. Στο τραπέζι ανοιχτό το γράμμα που έφερε την είδηση. Το χέρι του Λένιν ακουμπά στο τραπέζι, το άλλο είναι περασμένο στον ώμο της μάνας του - τώρα ο Βλαδίμηρος είναι ο πιο μεγάλος άντρας στο σπίτι.
Αν δεν ξέραμε τι έγινε κατόπιν ο Λένιν, μπορεί και να βρίσκαμε πολύ τολμηρή μια τέτοια φράση στα χείλη ενός παιδιού 17 χρονών. Μα εκείνο που με βεβαιότητα διαπιστώνουν οι βιογράφοι του είναι ότι κανένα από τα γραφτά του Λένιν, αυτά που υπάρχουν και μένουν, ούτε τα πιο νεανικά, δε φαίνονται να είναι από χέρι ανθρώπου που μόλις τώρα ξεκινά, από χέρι νέου. Τα γνώριμα σημάδια της ασχημάτιστης ακόμα σκέψης, των πρωτόλειων, των πρώτων αβέβαιων βημάτων στο δρόμο της μαθητείας, μάταια, λέει, θα τα ζητήσουμε στα πρώτα γραφτά του Λένιν. Τη διαδικασία της διαμόρφωσης του πνεύματός του, το πώς μέστωνε και πότε μέστωνε η σκέψη του είναι ζήτημα αν θα μπορέσει να τη συλλάβει κανείς εξονυχίζοντας τους πενήντα τόμους των έργων του. Αυτή είναι μια διαπίστωση που την έχουν κάνει άλλοι, εκείνοι που έσκυψαν στα έργα του Λένιν. Η Μαρία Σαγινιάν γράφει λ.χ. στο βιβλίο της:

"...Ο Ιλίτς βγήκε στον ιστορικό στίβο πολύ, πάρα πολύ νέος. Μα ο νέος αυτός από τα πρώτα του βήματα παρουσιάστηκε ως ένας ώριμος άντρας, ήταν κιόλας ο " Ιλίτς ", όπως τον θυμούνται οι σύγχρονοί του. Η πρώτη - πρώτη εργασία του γραμμένη το 1893, κριτική στο βιβλίο του Πόστνικωφ για την αγροτική οικονομία στη νότια Ρωσία, μας παρουσιάζει κιόλας έναν ώριμο Λένιν, έναν αριστοτέχνη της ανάλυσης με τα στέρεα συμπεράσματά του, με την ακαταμάχητη πειστική του δύναμη. Δεν είναι δυνατόν να την ονομάσει κανείς την εργασία αυτή " νεανική " γιατί σε μια νεανική εργασία ο συγγραφέας συνήθως είναι πάνω στη διαμόρφωσή του, ψάχνει νάβρει τον εαυτό του, δεν είναι ακόμη κατασταλαγμένος, αναμιγνύει ορθό και μη ορθό. Εδώ προβάλλει ένας ώριμος νους, με εντελώς αποκρυσταλλωμένη την πολιτική θέση."

Μπορεί να είναι αξιοθαύμαστο κι αυτό. Μα θα το λογαριάσουμε πολύ φυσικό κυττάζοντάς το από το ύψος της αποστολής που έθετε η ιστορία στο Λένιν και κυττάζοντάς το ακόμη μέσα στη συνέχειά του. Ύστερ' από τον Αλέξανδρο Ουλιάνωφ, μόνο ο Βλαδίμηρος Λένιν μπορούσε να έλεγε τον καινούργιο λόγο. Οι στίχοι του Μαγιακόφσκι είναι σίγουρα από τις καλλιτεχνικές εκείνες αστραπές που φιξάρουν το συμπυκνωμένο νόημα μερικών αιώνων:

Χρόνια και χρόνια,
              διακόσια χρόνια πριν,
τα πρώτα
           ακούγονται
                    μηνύματα
για τη ζωή του Λένιν.

Μέσα στο Λένιν θημωνιάζονται οι καιροί. Άλλωστε στη Ρωσία του 19ου αιώνα τα θαύματα πια είναι μια συνήθεια. Ο επιγραμματικός Λεσκώφ έχει πει πως αν στη Ρωσία της εποχής του καθόταν κανείς ν' απορεί και να θαυμάζει γι' αυτά που έβλεπε θα έπρεπε να μεταβληθεί σε άγαλμα μ' ανοιχτό στόμα. Θαυμάζουνε κι οι σημερινοί μελετητές την πνευματική ανάπτυξη της Ρωσίας, μαζί με τ' άλλα, και για τους γοργούς ρυθμούς της. Για λόγους που έχουν βέβαια την ιστορική τους εξήγηση ο 19ος ρωσικός αιώνας, αρχίζοντας από τον Πούσκιν, τρέχει ορμητικά σαν τη γνωστή μας Τρόικα του Γκόγκολ ή , όπως λέει ο Εσένιν, σαν τ' αλογάκια που έχουν στην τριγωνική τους πρόσοψη οι ρωσικές ίζμπες. Έτσι τρέχουν κι οι βιογραφίες των ανθρώπων. Ο Πούσκιν, ο Λέρμοντωφ, ο Μπελίνσκι, ο Ντομπρολιούμπωφ, ο Πίσαρεφ είναι κοντά στ' άλλα και απίθανα ρεκόρ ταχύτητας σε ωρίμανση και απόδοση. Αλλά και η μελέτη άλλων βιογραφιών δε θα μας εκπλήξει λιγότερο, παρόλο που εκεί η ζωή απλώθηκε μερικές δεκαετίες παραπάνω κι ο χρονικός αριθμητής παρουσιάζεται σχετικά μεγαλωμένος.
Όλα αυτά πρέπει κανείς να τα πάρει υπόψη του πλησιάζοντας το Λένιν. Στη σύλληψη του νέου δρόμου, που έπρεπε ν' ακολουθήσει το ρωσικό επαναστατικό κίνημα, στην ένωση της σοσιαλιστικής θεωρίας με τις επαναστατικές δυνάμεις της κοινωνίας, ο Λένιν παρουσιάζεται έτοιμος από πολύ μικρός - τον ίδιο χρόνο που τέλειωσε το γυμνάσιο και μπήκε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου του Καζάν το φθινόπωρο του 1887, τα αστυνομικά πρωτόκολλα και οι εκθέσεις των αστυνομικών πρακτόρων του Καζάν, παρουσιάζουν το Λένιν επικεφαλής μιας φοιτητικής διαδήλωσης: μπροστά γράφουν, ο φοιτητής Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ, έξαλλος, με κραυγές και βίαιες χειρονομίες, " το δε πρόσωπό του κατέρυθρο". Ασφαλώς ο ηγέτης της οχτωβριανής επανάστασης διαμορφώνεται μέσα στη συνέχεια των αγώνων για την αφομοίωση της παγκόσμιας επαναστατικής θεωρίας και πραχτικής πείρας, αλλά ο ρόλος αυτού εδώ του σπιτιού, η παρουσία του στη ζωή και στο έργο του Λένιν, η παρουσία των οικογενειακών και των εθνικών παραδόσεων, όπως οι τελευταίες αποκρυασταλλώνονταν εδώ μέσα, θα τον συνοδεύουν σ' όλη του τη ζωή. Ο ίδιος άλλωστε έχει γράψει πολλές φορές για τη μεγάλη επιρροή που άσκησε απάνω του η πρωτοποριακή εθνική παράδοση. " Πριν από το Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Πλεχάνωφ,  με είχε οργώσει κυριολεκτικά ο Τσερνισέφσκι" έλεγε σ' έναν από τους συγχρόνους του. Το έχει γράψει και στα βιβλία του, όπως λ.χ. στο περίφημο " Τι να κάνουμε ":

" Το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μόνο ένα κόμμα μπορεί τώρα να τον παίξει, ένα κόμμα εξοπλισμένο με πρωτοπόρα θεωρία. Για να σχηματίσει ο αναγνώστης μία κάπως συγκεκριμένη αντίληψη τι σημαίνει αυτό, ας θυμηθεί τους προδρόμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, το Χέρτσεν, το Μπελίνσκι, τον Τσερνισέφσκι και τη λαμπρή πλειάδα των επαναστατών του 1870. Ας αναλογιστεί την παγκόσμια σημασία που αποχτά σήμερα η ρωσική λογοτεχνία."

Πέρα όμως από το σπουδαιότατο αυτό κεφάλαιο, μπορούμε και σ' άλλες, επίσης σπουδαίες πλευρές της προσωπικότητάς του, να ψηλαφήσουμε τους δεσμούς με το φυτώριο του Σιμπίρσκ - ας θυμηθούμε λ.χ. την ηθική ακεραιότητά του για την οποία τόσα ζωντανά επεισόδιά μπορεί κανείς να διαβάσει στις αφηγήσεις των συγχρόνων του, στις αφηγήσεις της ζωής του. Θα ξαναγυρίσουμε για λίγο στο λαμπρό βιβλίο της Σαγκινιάν:
Πέθανε, μας λέει, το 1836 στο Άστραχαν ο παππούς του Λένιν, ο ράφτης Θανάσης Ουλιάνωφ, κι άφησε μια χήρα με τέσσερα παιδιά, ένα φτωχόσπιτο και κανένα πόρο ζωής. Πεθαίνει το 1886 στο Σιμπίρσκ ο πατέρας του Λένιν, ο Ηλίας Ουλιάνωφ, κι αφήνει μια χήρα με έξη παιδιά, με μια σύνταξη κι ένα σπίτι. Πεθαίνει το 1924 στη Μόσχα ο Λένιν. Αφήνει ένα παλιό ρολόι της τσέπης και μια επίσης παλαιϊκιά καδένα - και τα δύο τώρα στο μουσείο. Είχε κι ένα παλτό με με γούνινο γιακά, μονταρισμένο κοντά - κοντά με το βελόνι - τώρα είναι και το παλτό στο μουσείο. Είχε, όταν ζούσε, το μιστό του, μια κατοικία που ανήκε στο κράτος, έπιπλα που ανήκαν και αυτά στο κράτος και είχαν απάνω τη μεταλλική καρτελίτσα της απογραφής. ( Την κατοικία του μπορεί να τη δει κανείς σήμερα στο Κρεμλίνο, ήταν πλάι στο γραφείο του - τρία ή τέσσερα μικρά δωμάτια όπου έμεναν οικογενειακώς με μιαν από τις αδελφές , η μητέρα πέθανε το 1916, η επίπλωση λιτότερη από λιτή, από μια σιδερένια κουκέτα σε κάθε δωμάτιο, ένα κομοδίνο κι ένα γραφειάκι - στων γυναικών τα καμαράκι από μια ντουλάπα - έναν δυό καναπέδες, όλα αυτά συγυρισμένα, σκεπασμένα με αυτοσχέδια κελύφια, ίδια σαν αυτά που είδαμε κι εδώ στο Σιμπίρσκ. Υπάρχει και μια κουζινίτσα μ' ένα τραπεζάκι και τα ελάχιστα απαραίτητα σκεύη.) Ο μιστός του, συνεχίζει η Σαγκινιάν, ήταν λιγοστός κι ο προσωπάρχης του Υπουργικού Συμβουλίου αποφάσισε εν αγνοία του Λένιν να του κάνει αύξηση από 1 Μαρτίου 1918 αντί 500 να του δίνουν 800 ρούβλια. Το αποτέλεσμα ήταν να πάρει πίσω τα 300 ρούβλια με αυστηρότατες παρατηρήσεις. Ούτε βιβλία δικά του είχε. Όσα χρειαζόταν τα ζητούσε δανεικά από τις βιβλιοθήκες. Έχει διατηρηθεί ένα από τα σημειώματά του στη βιβλιοθήκη Ρουμιάνοφ ( αυτή που φέρει σήμερα το όνομά του). Αφού σημειώνει τι βιβλία του χρειάζονταν, κλείνει το σημείωμα με τα εξής: " Αν ο κανονισμός απαγορεύει να δίνονται λεξικά έξω από τη βιβλιοθήκη, παρακαλώ αν είναι δυνατόν να μου δοθούν για τη νύχτα όταν η βιβλιοθήκη είναι κλειστή. Το πρωί θα τα επιστρέψω". Το σκάκι, μόνο το ωραίο σκάκι, χειροτέχνημα του πατέρα του, τότε που εργαζόταν ακόμη δάσκαλος στο Κάτω Νόβγκοροντ και που είχε δει τόσους και τόσους οικογενειακούς αγώνες στο Σιμπίρσκ - μόνο αυτό το σκάκι κουβαλούσε μαζί του ο Ιλίτς στις περιπλανήσεις του ανά την Ευρώπη. Αλλά χάθηκε κι αυτό, κάπου εκεί στη Γαλικία τον καιρό του πολέμου - το κατάσχεσε η αστυνομία...
Μα θα μεταφέρουμε αυτούσιες μερικές παραγράφους από το βιβλίο της Σαγκινιάν:

" ...Όταν στεκόμαστε μπροστά σε μερικές λεπτομέρειες της ζωής του, όπως τις βλέπουμε στα εκθέματα των μουσείων, νιώθουμε μία συγκίνηση, ένα σφίξιμο στην καρδιά και λέμε: " Εξαίρετε, θαυμάσιε Ιλίτς", αλλά αυτό δεν είναι συναισθηματισμός, όπως άλλωστε και στον ίδιο το Λένιν η απλότητα του βίου του, η πλήρης ακτημοσύνη, η οικονομία που έκανε λ.χ ακόμη και στο ντύσιμό του δεν ήταν αποτέλεσμα μιας κάποιας "συναισθηματικής" αντίληψης περί λιτότητας στη ζω΄. Ούτε ήταν από έλλειψη χρόνου, επειδή ο Λένιν δεν είχε τον καιρό να φροντίσει αυτά τα πράγματα με τις διαρκείς περιπλανήσεις του, παρόλο που πράγματι η ζωή του ήταν διαρκής περιφορά...
Ήταν βαθιά ριζωμένο στο χαρακτήρα του Ιλίτς, το είχε συνειδητοποιήσει α π ό  π α ι δ ί κι έγινε κατόπιν πεποίθησή του αυτό το αίσθημα, αυτό το γνήσιο, το εντελώς καινούργιο ανθρώπινο αίσθημα να μη μαζεύει, να μη σκλαβώνεται στα πράγματα. Αγαπούσε πολύ, όπως κι η μάνα του, ν' ασχολείται με τη γη, να σκάβει στον κήπο, αγαπούσε  την γεωργία κι όταν η μάνα του πούλησε το σπίτι στο Σιμπίρσκ κι αγόρασε  ένα μικρό αγρόχτημα στο χωριό Αλκάγιεφκα, έξω από τη Σαμάρα, ο Ιλίτς δόθηκε μ' ενθουσιασμό σ' αυτή την απασχόληση. Αλλά γρήγορα εγκατέλειψε το αγρόχτημα. Αργότερα εξηγούσε το γιατί: α ν τ ι λ ή φ θ η κ ε  π ω ς ο ι  σ χ έ σ ε ι ς  τ ο υ  μ ε  τ ο υ ς α γ ρ ό τ ε ς  ά ρ χ ι σ α ν  ν α  π ε ρ ι π λ έ κ ο ν τ α ι, ν α ψ υ χ ρ α ί ν ο ν τ α ι  κ α ι  ν α  π α ί ρ ν ο υ ν  α ν ώ μ α λ ο  χ α ρ α κ τ ή ρ α.
Εκατοντάδες άνθρωποι που αυτοπαποκαλούνται σοσιαλιστές δε θα σημείωνα , αν ήταν στη θέση του Λένιν, αυτή την αλλαγή των σχέσεων ή δε θ' αποφάσιζαν  να δείξουν τέτια ευαισθησία, θα συνέχιζαν τη δουλειά τους. Εκατοντάδες άλλοι θα προσπαθούσαν να πείσουν τους αγρότες ότι δεν έχει και τόση σημασία, που αγόρασαν κι αυτοί ένα αγρόχτημα, στο βάθος της ψυχής τους εξακολουθούν να είναι όπως πρώτα, "σύντροφοι" των αγροτών, ίσιοι μ' εκείνους. Αλλά ο Ιλίτς τόσο είχε αποξενώσει την ιδιοσυγκρασία του ιδιοχτήτη, τόσο επιλήψιμο θεωρούσε να μισθώνει για λογαριασμό του άλλους, ώστε η κατάσταση που διαμορφωνόταν εκεί στην Αλκάγιεφκα, οι σχέσεις αφεντικού προς μουζίκους, του φάνηκε αμέσως ανώμαλη κι απαράδεχτη. Κι έδωσε από την πρώτη στιγμή τέρμα σ' αυτό το κεφάλαιο."

Έτσι μας τα λέει πολύ ορθά η Σοβιετική συγγραφέας. " Το είχε συνειδητοποιήσει α π ό  πα ι δ ί " - και πάλι, λοιπόν, όπως και με τον Αλέξανδρο, θα γυρίσουμε στο φυτώριο του Σιμπίρσκ, εδώ που φυτεύονταν οι σπόροι και μεγάλωναν, κάτω από την επίβλεψη των φωτισμένων γονιών, τα φυντάνια για τις νέες καταβολές στον ανθρώπινο χαρακτήρα, για τις ανώτερες, τις εξανθρωπισμένες ποιότητες.
Δε μπορούμε, ξαναπερνώντας από δω, να μην πάμε λίγο πιο πίσω στ' άλλα λαμπρά παραδείγματα από την κληρονομημένη παράδοση. Θα θυμηθούμε άλλη μια έξοχη μορφή, τον πρώτο Ρώσο λογιομάρτυρα που πολύ σωστά η ιστορική έρευνα τον θεωρεί εθνικό διαφωτιστή, κι ακέραιο επαναστάτη. Θέλουμε να πούμε για το Ραντίσεφ, που ήταν κοντά στ' άλλα και θερμός φιλέλληνας. Ο λαμπρός αυτός άνθρωπος έγραψε και τύπωσε μονάχος του το 1799 ένα βιβλίο, ένα κατηγορητήριο κατά του δεσποτισμού και των απάνθρωπων ηθών της εποχής του. Το βιβλίο το πλήρωσε με τη ζωή του. Γιατί δεν έκανε ηθικολογία από καθέδρας - αυτά η Αικατερίνη τα επέτρεπε, της άρεσαν, έγραφε μάλιστα κι η ίδια ηθικολογικά έργα - αλλά μαστίγωνε σκληρά και αναφερόταν όχι στο παρελθόν, ούτε έλεγε κοτσάνες για το μέλλον. Μιλούσε για τα παρόντα, καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα. Σ' ένα από τα κεφάλαιά του, περιγράφει μια συζήτηση με κάποιο Ρώσο δουλοπάροικο που τον βρήκε στο χωράφι να δουλεύει. Από τα χείλη του αγρότη μαθαίνουμε τα πολλά πάθη του. Ο συγγραφέας αφού σχολιάσει όσα άκουσε κι αφού προστέσει κι άλλες μερικές παραγράφους στο γενικό κατηγορητήριο κατά της κοινωνίας, αφήνει τον αγρότηα να συνεχίζει τη δουλειά του και συνεχίζει κι ο ίδιος το ταξίδι του. Συνεχίζει την περιοδεία του με την άμαξά του. Την άμαξα την οδηγεί ο δικός του δουλοπάροικος, ο δικός του σκλάβος. Μέρες και νύχτες ακοίμητος, τρελλός για ύπνο, κάθεται εκεί στο μπροστινό κάθισμα και διευθύνει τα γκέμια.

" Παραδομένος όντας στους λογισμούς εκείνους συνέλαβα αίφνης το βλέμμα μου να κατευθύνεται στον υπηρέτη μου, ο οποίος καθόταν εκεί μπροστά αλλά το κεφάλι του πότε έγερνε στη μια πλευρά και πότε στην άλλη πλευρά. Σκοτεινό νέφος σκέπασε ξαφνικά το νου μου και πήρε να διατρέχει το αίμα μου. Μια φλόγα αρχίζοντας από την κορυφή της κεφαλής εκάλυπτε σπιθαμή προς σπιθαμή το πρόσωπό μου. Συναισθάνθηκα τόση ντροπή, ώστε παρ' ολίγον να κλάψω. Επάνω εις την οργήν σου, έλεγα καθεαυτόν, εστράφης κατά των κυρίων εκείνων που καταπιέζουν τον γεωργό στα κτήματά των, αλλά και εσύ άραγε δεν κάνεις το αυτό και μάλιστα κάτι πολύ χειρότερο;..."

....και συνεχίζει " λικρινώς και γενναίως ", όπως θάλεγε ο Μακρυγιάννης, με φράσεις όλο πιο τσουχτερές, με οργή που φλογίζεται, συνεχίζει το κατηγορητήριο στραμμένο πια στον εαυτό του. Αφήνεται σε σκληρό αυτομαστίγωμα. Προσπαθεί να βάλει τέρμα στην ένοχη σιωπή, να δει ποια είναι κι η δική του συμμετοχή στο μεγάλο έγκλημα που νους και καρδιά καταδικάζουν - στην ανώμαλη μεταχείριση των συνανθρώπων.
Βέβαια, το πολυκατατρεγμένο αυτό βιβλίο είχε βρει στοργικό καταφύγιο στο φυτώριο του Σιμπίρσκ. Είναι τώρα ένα από τα εκθέματα του μουσείου, από τις λεπτομέρειες της ζωής του Λένιν μπροστά στις οποίες στεκόμαστε, κυττάζουμε, συλλογιζόμαστε τη μοίρα τους, τη θέση των πραγμάτων μέσα στη μοίρα των ανθρώπων. Των πραγμάτων που κατορθώνουν να διαφυλάξουν με κρυστάλλινη διαύγεια αυτά που όλοι οι άνθρωποι δε μπορούμε, αλλά τα μπορούν μόνο οι μεγάλοι άνθρωποι - μόνο εκείνοι και τα πράγματα - κι αυτή ίσα - ίσα η συνάντησή μας μαζί τους είναι που μας συγκινεί. Όχι γιατί έχουμε εύκολα ή απλοϊκά τα αισθήματά μας, αλλά επειδή ξυπνάν μέσα μας τη στέρεη συγκίνηση της επαφής με τα πρότυπα , με ιδανικές καταστάσεις της ζωής μας.


Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Από τη Μόσχα στη Μόσχα, εκδόσεις Καρανάση, Αθήνα 1975
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος διαπλέει τον Βόλγα για 20 ημέρες  με το μεγάλο ποταμόπλοιο "Λένιν" τον Ιούνιο του 1967, σταματώντας σε διάφορες πόλεις. Μία από αυτές το Σιμπίρσκ , που πήρε το όνομα Ουλιάνωφσκ από το οικογενειακό όνομα των Ουλιάνωφ. Εκεί  γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Λένιν.

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Το άγαλμα του Λένιν


Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Τον Ιούνιο του 1967, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επιβιβάζεται στο ποταμόπλοιο “Λένιν” μαζί με άλλους 449 τουρίστες και διαπλέουν το Βόλγα για 20 ημέρες σταματώντας σε διάφορες πόλεις. Αποτέλεσμα αυτού του ταξιδιού είναι το βιβλίο “Από τη Μόσχα στη Μόσχα”. Ένα συναρπαστικό ταξίδι που η πένα του Αλεξανδρόπουλου σε κάνει να νιώθεις όλα τα συναισθήματα. Συγκίνηση, ρίγος, θαυμασμό, στενοχώρια. Δεν είναι ένα απλό ταξιδιωτικό οδοιπορικό αλλά παρουσίαση πόλεων, τοποθεσιών, προσώπων, γεγονότων, μνημείων και μέσω αυτών η ιστορία και ο πολιτισμός τους καθώς και των κατακτήσεων του σοσιαλισμού και της Σοβιετικής Ένωσης.

Το απόσπασμα που ακολουθεί αφορά την αρχή του ταξιδιού. Ο συγγραφέας αναφέρεται σε ένα άγαλμα του Λένιν.


Το άγαλμα της Κοστρομάς

[…] Όμως από τα μνημεία της Κοστρομάς  που διατηρούνται – ακόμη και τα πιο παλιά –  σε αρκετά καλή κατάσταση, πολύ χρόνο μας πήρε εκείνο το πρωί το άγαλμα του Λένιν,  που βρίσκεται στη θέση του παλιού Κρεμλίνου. Σ’ όλες τις μεγάλες πόλεις που θα επισκεφθούμε, σε κάποια από τις κεντρικές πλατείες τους, θα δούμε να υψώνεται η ορειχάλκινη τις περισσότερες φορές φιγούρα του Λένιν. Τα μνημεία έχουν γίνει μέσα σ’ αυτή τη σύντομη, μα τόσο περιεχτική εποχή των πενήντα χρόνων που χωρίζουν τις μέρες μας από τις δέκα μέρες του 1917. Το θέμα Λένιν, μεγάλο από τότε, μεγαλώνει όσο περνούν τα χρόνια. Ενώνει πολλά θέματα της ιστορίας σαν έργο καταχτημένο και σαν έργο που συνεχίζεται. Το θέμα αυτό δε μπορεί να είναι κάτι που κοκκάλωσε στη ζωή και στην τέχνη – κινιέται κι αναπτύσσεται και μόνο έτσι θα μπορεί να είναι ζωογόνα δύναμη. Πολύ φυσιολογικό λοιπόν ότι τα αγάλματα που θα δούμε στις πόλεις του Βόλγα δεν αποτελούν στερεότυπη επανάληψη. Εκτός από το ότι εδώ δούλεψε ο ένας τεχνίτης και εκεί ο άλλος, αισθανόμαστε και μία πολυμορφία άλλου είδους, σαν εκείνην που παρουσιάζει η ζωή στην εξέλιξή της, η μία χρονιά πίσω από την άλλη. Από μνημείο σε μνημείο γινόμαστε παρατηρητές μιας πορείας. Ακολουθούμε το Λένιν στους ιστορικούς βηματισμούς μιας τόσο κρίσιμης ιστορικής περιόδου σαν τα πενήντα χρόνια που πέρασαν από τότε. Στο Καζάν λ.χ. θα δούμε τρία αγάλματά του: τα δύο από αυτά θα μας τα δείξει ο ξεναγός, το άλλο θα το ανακαλύψουμε τυχαία στη γωνιά ενός πάρκου. Είναι μπρούτζινο, μπορεί και από μαντέμι, πάντως δείχνει φτώχεια. Το στήσανε εκεί, όπως μάθαμε, με έρανο των εργατών αμέσως σχεδόν μετά το θάνατο του Λένιν. Ίσως να είναι και το πρώτο άγαλμά του. Η φιγούρα σε φυσικό μέγεθος απάνω σε ταπεινότατο βάθρο. Ο Λένιν πάει βιαστικά, όπως πάμε το πρωί στις δουλειές μας. Μπορεί ο ξεναγός να μην το θεωρεί σημαντικό και αξιόλογο για να μας το δείξει. Αλλά το αγαλματάκι τούτο έχει  το μέγα προνόμιο ότι κρατάει γύρω του ανέπαφη την ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής. Και πέρα από αυτό –  έχει το χάρισμα της φυσικής αλήθειας, την εγκαρδιότητα μιας καλής συνάντησης. Ο περαστικός θα σταθεί ή θα περάσει μ’ ένα χαμόγελο, όπως στεκόμαστε να σφίξουμε το χέρι ενός φίλου, να πούμε μια καλημέρα. Έτσι να ξαμώσεις το χέρι σου, έπιασες το δικό του. Ύστερα θα πάμε στην πλατεία της Ελευθερίας. Στη μέση του φαρδιού χώρου θα δούμε το άγαλμα του Λένιν πάνω σε ψηλό βάθρο από κοκκινωπό γρανίτη. Εδώ έχουμε να προσέξουμε πολλά πράγματα, όχι μόνο ένα άγαλμα: την πλατιά κλιμακωτή βάση, που κάπως θυμίζει το μαυσωλείο της Μόσχας, τις γλυπτικές παραστάσεις με τα επαναστατικά επεισόδια πάνω σε χάλκινες πλάκες, το πώς έχει στηθεί η φιγούρα, πώς όλο αυτό το σύμπλεγμα συντονίζεται με τον άλλο χώρο, με τα μεγάλα κτίρια που περιστοιχίζουν την πλατεία κλπ. Θα θαυμάσουμε την τέχνη του γλύπτη και του αρχιτέκτονα, θα δούμε να μας επιβάλλεται το έργο με τα μεγέθη του. Ταυτόχρονα θα αισθανθούμε πως εδώ πια είμαστε σε άλλη εποχή. Ανάμεσα σ’ εκείνο το μνημείο, εκεί στο πάρκο, και σε τούτο δω μεσολαβούν όχι μόνο δυο, τρεις ή τέσσερις δεκαετίες. Μεσολαβεί το συγκροτημένο κράτος. Η γιγάντια βιομηχανία με τα τόσα εκατομμύρια τόννους ατσάλι το χρόνο, τόσες εκατοντάδες χιλιάδες αυτοκίνητα  και τραχτέρια, τα τόσα δισεκατομμύρια ωριαία κιλοβάτ. Δε θα πούμε πως μπροστά στο μεγάλο μνημείο της πλατείας ακούσαμε μόνο τη μουσική των αριθμών της κρατικής οικονομίας. Ο περαστικός νιώθει ασφαλώς και τη δική του ποίηση. Αλλά έχει τη γοητεία της ρομαντικής λογοτεχνίας των πρώτων επαναστατικών χρόνων, όταν παίρνοντας μία στροφή στο μονοπάτι του κήπου, κάτω από τα ψηλά δέντρα, βλέπεις να έρχεται εντελώς απροειδοποίητα προς συνάντησή σου, στο ίδιο περίπου ύψος μ’ εσένα, η απαράμιλλη ανθρωπιά όλων εκείνων που ακούν σε μια – δυο λέξεις: κομμουνισμός, σοσιαλισμός, Λένιν.

Τι είναι όμως τότε το άγαλμα της Κοστρομάς; Αυτό είναι κάτι άλλο ή ίσως να είναι όλα τα παραπάνω μαζί προωθημένα πιο πέρα σε μια εκτίναξη, σαν εκείνη που πενήντα χρόνια πριν έκανε όλο τον κόσμο να πεταχτεί από τον ύπνο του και να δει με νέο μάτι την αισιοδοξία της ζωής. Φτιαγμένο από μπετόν, από χοντρές τετράγωνες πλάκες που τις βλέπουμε να ενώνονται όλες μαζί, σαν οι φυλές κι οι χώρες του κόσμου, σε μια στέρεα τσιμενταρισμένη σύνθεση, η φιγούρα του Λένιν χωρίς διόλου να κραυγάζει είναι ένα σάλπισμα. Αλλά και μια γνωστική χειρονομία. Το άγαλμα έχει τετραγωνισμένη, θάλεγε κανείς, κατασκευή, η πλαστικότητά του όμως δε ζημιώνεται από αυτό. Η κίνησή του, όπως έχει σταθεί με το αριστερό χέρι στην τσέπη του παντελονιού και το άλλο απλωμένο μπροστά, μοιάζει ώριμος καρπός.  Πράξη μελετημένη που διαπνέεται από πεποίθηση, αλλά διατηρεί και την ευλυγισία που έχει η φυσική στάση του ανθρώπου. Αυτό ζωντανεύει την πέτρα. Κάνει τη δύναμή της δύναμη εν κινήσει. Το σωκρατικό μέτωπο του Λένιν δεσπόζει στο έργο. Το δεξί χέρι απλώνεται μπροστά. Εκεί που θα γυρίσουμε να κυττάξουμε θα δούμε, ψηλά από το ύψωμα, τη φυσική προέκταση της χειρονομίας του: τον πελώριο κορμό του Βόλγα που τραβάει ολόισια κάτω. Είναι σαν να κυττάμε από ιστορικά διάσελα μεγάλους ιστορικούς δρόμους. Αυτά τ’ ασύλληπτα πλάτη του ρωσικού κάμπου, που ζυγιάζονται στη φαρδιά ράχη του ποταμού, δίνουν αμέσως στις παραστάσεις μας απροσμέτρητο πλάτος. Αφήνουν τη ματιά μας και τις σκέψεις μας να κινούνται μέσα σε απόλυτα ελεύθερους ορίζοντες. Εδώ είναι που θ’ ανασυνδεθούμε, θέλοντας και μη θέλοντας, με νεανικότερες και ρομαντικότερες παραστάσεις και ηλικίες. Νεανικότερες και ρομαντικότερες για μας, αλλά και στη βιογραφία της εποχής μας. Θα θυμηθούμε το παλιό τραγούδι. Διάφορες εικόνες, πολλά μισολησμονημένα πρόσωπα, πολλές ιστορίες θα ξεδιπλωθούν μέσα μας, σα λάβαρα που πλαταγίζουν, αμέσως μόλις κάνουμε έτσι πως αγγίζουμε τις σκονισμένες χορδές.


Ψηλά από της Ρωσίας τα χιόνια
εφύσηξε πάλι ο βοριάς…

Ασφαλώς κάπου εδώ στα βορεινά τούτα τοπία ήταν το στόμιο των ανέμων. Εδώ κάπου σχηματίζονταν τα ρεύματα και εκείνοι οι πρώτοι κατανυχτικοί ήχοι της παλιγγενεσίας που τους έπαιρνε στη ράχη του ο Βόλγας για να τους πάει στους πέντε ορίζοντες. Ο Βόλγας είναι εκεί από κάτω στα πόδια μας. Ο Βόλγας, ο Σαλιάπιν με την ιεροτελεστική βαθυφωνία του, ο Γκόρκι με τις ευαγγελικές του ιστορίες. Έπειτα – ή ίσως και πριν από αυτά – οι άλλες τάξεις των κρυφών σχολείων με τα φιλοσοφικά δοκίμια και τα επαναστατικά μανιφέστα, και οι προφητικές μορφές των δασκάλων με το φαρδύ γυμνό μέτωπο και το φτενό μουσάκι, όμοιες σαν αυτήν που αντικρύζουμε τώρα εδώ στην άκρη του κόσμου, στην Κοστρομά, κάτω από τον τσιμεντένιον ανδριάντα.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Από τη Μόσχα στη Μόσχα, εκδόσεις Καρανάση Αθήνα 1975

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 26 Μάη του 1924.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Κλάρα Τσέτκιν: Ο Λένιν για τη γυναίκα


 Το «Ατέχνως» τιμά τη Μέρα της Γυναίκας (1)
Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Η Κλάρα Τσέτκιν γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1857 στο Βιντεράου της Σαξωνίας. Από νωρίς ενδιαφέρθηκε για το σοσιαλιστικό κίνημα και τη μαρξιστική θεωρία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το 1881 να προσχωρήσει στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, το οποίο τότε είχε αποκτήσει αρκετή δύναμη στη Γερμανία αν και παράνομο. Σύντομα  αναδείχθηκε σε μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητές του. Πήρε μέρος στο ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς και το 1890 ηγήθηκε του γυναικείου κινήματος.
Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα διασπάστηκε και η Τσέτκιν συντάχθηκε με την κομμουνιστική πτέρυγα. Ιδρυτικό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. Από το 1920 εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής και εξέδιδε τη γυναικεία επιθεώρηση «Η Ισότητα».
Με δική της πρόταση, στη Β` Διεθνή Συνδιάσκεψη των σοσιαλιστριών γυναικών, στην Κοπεγχάγη το 1910, καθιερώθηκε η 8η του Μάρτη, ως Παγκόσμια Μέρα της Γυναίκας στη μνήμη των εργατριών από τα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης που έκαναν διαδηλώσεις και απεργίες  διεκδικώντας ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς, μείωση του ωραρίου εργασίας, εξίσωση των μισθών ανδρών και γυναικών για την ίδια εργασία, θέτοντας επιπλέον ζητήματα για την εκμετάλλευση και τις φυλετικές διακρίσεις.
Το Γενάρη του 1925 έγραψε το βιβλίο Ο Λένιν για τη γυναίκα. Ήδη ο Λένιν ήταν νεκρός αλλά η Κλάρα Τσέτκιν πίστευε ότι ο Λένιν εξακολουθούσε να είναι ζωντανός περισσότερο από κάθε άλλη φορά και να διδάσκει με το έργο του την ανάγκη να αγωνιστούν οι γυναίκες για την απελευθέρωσή τους από την εκμετάλλευση και την καταπίεση του καπιταλιστικού συστήματος. Ειδικότερα οι εργαζόμενες γυναίκες και οι γυναίκες των λαϊκών στρωμάτων έπρεπε να «ξεκολλήσουν από τις σάρκες τους τα νύχια του καπιταλισμού» γιατί «όσο εξακολουθεί να υπάρχει ο καπιταλισμός και να μετατρέπει  τους πλούσιους σε δισεκατομμυριούχους, τους φτωχούς σε ζητιάνους, τους αδύνατους σε σκλάβους, οι εργαζόμενες γυναίκες είναι υποχρεωμένες να σκύβουν κάτω από διπλό ζυγό, η μοίρα τους θα είναι να αδικιούνται, να καταπιέζονται, να γίνονται θύματα εκμετάλλευσης από δυο πλευρές. Ο άντρας τους θα είναι αφέντης στο σπίτι, και ο κεφαλαιοκράτης στο εργοστάσιο ή στο χωράφι…».
Στο βιβλίο αυτό η Κλάρα Τσέτκιν, που συνδεόταν με βαθιά και μακροχρόνια φιλία με το Λένιν και υπήρχε αλληλοεκτίμηση ανάμεσά τους, παραθέτει εκτός των άλλων τις αναμνήσεις της από τον Λένιν. Καταγράφει τις συνομιλίες της με τον Λένιν για την οργανωμένη δράση ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες, το ζήτημα των σεξουαλικών σχέσεων και του γάμου, τον ελεύθερο έρωτα, τη σημασία του γυναικείου κομμουνιστικού κινήματος και τις απόψεις του Λένιν για την απελευθέρωση της γυναίκας.

KLARA2
Ένα από τα σημαντικά ζητήματα που συζητούν ο Λένιν και η Κλάρα Τσέτκιν είναι η μορφωτική δουλειά τόσο στις γυναίκες όσο και στους άνδρες βασική προϋπόθεση  στη διαδικασία της χειραφέτησης και των δύο φύλων:
«- Πολλοί θεωρούν – εξακολούθησε ο σύντροφος Λένιν – την προπαγάνδα και τη δράση ανάμεσα στις γυναικείες μάζες, το ξύπνημα και την επαναστατική τους καθοδήγηση, σαν μια εντελώς δευτερεύουσα δουλειά, σαν μια λεπτομέρεια που ενδιαφέρει μόνο τις συντρόφισσες. Αυτό είναι λάθος, βασικό λάθος! Είναι τάση χωριστική και χειραφέτηση των γυναικών απ’ την ανάποδη!
Το λάθος αυτό οφείλεται, κατά βάθος, στην υποτίμηση της γυναίκας και των ικανοτήτων της. Μάλιστα, δυστυχώς ισχύει ακόμα για πολλούς συντρόφους μας η παροιμία: «Ξύστε τον κομμουνιστή και θα βρείτε τον Φιλισταίο!». Φυσικά πρέπει να ξύσει κανείς το ευαίσθητο σημείο, και το σημείο αυτό είναι η νοοτροπία του για τη γυναίκα. Υπάρχει άλλη φανερώτερη απόδειξη γι’ αυτό, παρά η αδιαφορία με την οποίαν οι άντρες βλέπουν πώς βασανίζονται οι γυναίκες στο σπίτι με την ταπεινωτική, τη μονότονη, την εξαντλητική και αποβλακωτική δουλειά του νοικοκυριού, που στενεύει το μυαλό τους, χαλαρώνει κάθε ορμή τους, τσακίζει κάθε τους θέληση; Φυσικά, δεν μιλάω για τις κυρίες της μπουρζουαζίας, που φορτώνουν σε μισθωτά πρόσωπα όλες τις δουλειές του σπιτιού, μαζί με την ανατροφή των παιδιών. Αυτό που λέω, ισχύει για την τεράστια πλειοψηφία των γυναικών, μαζί και των γυναικών της εργατικής τάξης, ακόμα κι’ όταν όλη την ημέρα μένουν και δουλεύουν στο εργοστάσιο.
Πολύ  λίγοι  άνδρες – ούτε κ’ οι  προλετάριοι ακόμα - συλλογίζονται  πόσους  κόπους  και  πόσα  βάσανα  θα  ελαφρώνανε  ή θα αφαιρούσαν απ’  τη γυναίκα, αν  θέλανε  να  κάμουν  κι’ αυτοί  μερικές  γυναικείες   δουλειές.
Αλλά όχι. Αυτό είναι αντίθετο στα δικαιώματα  και στην αξιοπρέπεια του αντρός! Ο άνδρας θέλει νάχει την ησυχία του και την άνεσή του. Και όμως η οικιακή ζωή της γυναίκας είναι μια καθημερινή θυσία σε χίλιες δυο τιποτένιες μικροδουλειές. Η  παλιά κυριαρχική εξουσία του αντρός συνεχίζεται έτσι συγκαλυμμένα.
Αντικειμενικά όμως η σκλάβα του βρίσκει την εκδίκησή της. Συγκαλυμμένα κι’ αυτή. Η καθυστερημένη κατάσταση της γυναίκας, η αδυναμία της να καταλάβει τα επαναστατικά ιδανικά του αντρός, κόβουν τη χαρά και την αποφασιστικότητά στους αγώνες του. Μοιάζουν σαν το αόρατο σαράκι, που απαρατήρητο, αργά αλλά σίγουρα, κουφώνει κι’ αποσαθρώνει το ξύλο. Ξαίρω καλά την εργατική ζωή, κι’ όχι μόνο απ’ τα βιβλία.
Η  κομμουνιστική  μας δράση  ανάμεσα  στις  γυναικείες  μάζες, η πολιτική  μας  δράση, περικλείνει και  αρκετή  δόση  μορφωτικής  δουλειάς  ανάμεσα  στους  άντρες. Οφείλουμε  να  ξερριζώσουμε και τις  τελευταίες, τις  λεπτότερες  ρίζες  της  παλιάς  κυριαρχικής  αντίληψης  του αντρός.
Μέσα στο Κόμμα κι' ανάμεσα στις μάζες. Είναι κι’ αυτό ένα απ’ τα πολιτικά μας καθήκοντα, όπως κι’ η επείγουσα  ανάγκη του σχηματισμού ενός επιτελείου από συντρόφισσες και συντρόφους, που βαθιά καταρτισμένοι  στη θεωρία και στην πράξη θ’ αναλάβουν και θ’ απλώσουν τη δράση του Κόμματος ανάμεσα στις εργαζόμενες γυναίκες.»
KLARA3 
Κλάρας Τσέτκιν, Ο Λένιν για τη γυναίκα, Εκδόσεις Μνήμη, Αθήνα 1975