Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκάς Καστανάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουκάς Καστανάκης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Παιδιά Καλών Οικογενειών

" Εάν το άλας μωρανθή, εν τίνι αλυσθήσομαι;" Είναι η πιο αντιπροσωπευτική φράση για την ιδέα που είχε το έθνος πριν από την απελευθέρωση του και που εξακολουθεί να έχει και σήμερα, προκειμένου για τα παιδιά των καλών οικογενειών. Μη στάξει και μη βρέξει. Με λίγα λόγια, αυτά ήταν πάντα το καμάρι της κοινωνίας.
Όχι πως και τα άλλα παιδιά δεν ήταν καλά. Μπορεί να ήταν και πιο προκομμένα, αφού πολλές φορές τα παιδιά των φτωχών κάνανε τον προγυμναστή για τα πλούσια παιδιά. Αλλά τα πλουσιόπαιδα, σωστά μανάρια της κοινωνίας, ξεχώριζαν, ήταν διαφορετικά ντυμένα - από τον καλοσιδερωμένο λευκό γιακά και την ποδιά ποπλίνα έως τα λουστρίνια παπούτσια. Μέσα σε μια σχολική τάξη αμέσως έβλεπες χτυπητή τη διαφορά: τα καλοντυμένα παιδάκια, αφράτα και παχουλά, σαν κουραμπιέδες, και πιο εκεί τα μπαλωμένα παιδιά της πλύστρας, ισχνά και κατσιασμένα -αβαρία από διάφορα κοινωνικά ναυάγια. Είναι αλήθεια πως ήταν πολύ καθαρά, γενικά όμως δεν έλειπε η διάθεση να προχωρήσουμε σε διακρίσεις " καθαρών και ακαθάρτων", όπως συμβαίνει στα σκοτεινά στρώματα των Ινδιών. Αυτό δεν έγινε, υπήρχε όμως απόσταση και τα πλούσια παιδάκια δεν έδιναν εύκολα το χέρι στα φτωχά.
Η διάκριση ξεχώριζε σε όλα, αρκετά ταπεινωτική, και τα φτωχούλια που μεγάλωναν με τη χάρτινη υπόσχεση της ισότητας και της δικαιοσύνης, αντί να νιώσουν την παιδική χαρά, το μέτωπο υψηλά για μια ελεύθερη πατρίδα που θα την υπηρετούσαν με τα δυο πολυτιμότερα αγαθά, με το αίμα και με τον ιδρώτα, πρωτογνώριζαν το σύμπλεγμα της κατωτερότητας. Μ' αυτό και μεγάλωναν.
Τα μανάρια ξεχώριζαν ακόμη με τα βιβλία και με τα παιχνίδια τους. Είχαν βιβλία με χρυσά γράμματα και παιχνίδια ακριβά, φερμένα " από τα Ευρώπας", με πολύπλοκα μηχανήματα. Είχαν όμως καλή καρδιά κι αυτά και οι γονείς τους και όταν τα βιβλία ξεσχίζονταν και τα παιχνίδια τσακίζονταν, αντί να τα πετάξουνε στα σκουπίδια, τις περισσότερες φορές τα χαρίζανε στους φτωχούς συνταξιδιώτες.
Η διάκριση εξακολουθούσε έως τις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου, για να εκδηλωθεί ακόμη πιο χτυπητά όταν οι φτωχοί μαθητές ή μαθήτριες έπρεπε να βιοπαλέψουν, ενώ οι άλλοι γράφονταν στο πανεπιστήμιο. Υπήρχε και μια άλλη κατηγορία. Αυτοί ήταν οι πιο διαλεχτοί, όσοι είχαν τα οικονομικά μέσα να πάνε να σπουδάσουν στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στο Παρίσι.
Αυτοί ήταν οι μανδαρίνοι. Σπουδές στο Παρίσι, ανεξάρτητα αν μάθαιναν κάτι παραπάνω ή κάτι λιγότερο από όσα μαθαίνουν στα ελληνικά πανεπιστήμια, ισοδυναμούσαν με τίτλο και αποτελούσαν χρίσμα για τα ανώτερα αξιώματα. Οι απόφοιτοι των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων κατέβαιναν στην Ελλάδα παίζοντας ένα κλειδί στη χούφτα τους, ήταν το κλειδί του φέουδου. Το είχαν πρόχειρο. Ένα κομμάτι της πατρίδας ήταν πάντα έτοιμο στα πόδια τους, νομάρχες και διευθυντές τραπεζών, τμηματάρχες και ανώτεροι λειτουργοί, κουμπάροι και βουλευτές, ήταν το άλας της γης.
Αυτοί κυβερνούσαν και μορφώνανε κατά εικόνα και ομοίωση το κράτος. Γι' αυτό πάντα ο λαός ήταν ανώτερος από την κρατική μηχανή, ανώτερος από τους ηγέτες του, ανεξάρτητα σε ποιο κόμμα ανήκαν αυτοί.
Γι'αυτό σε δύσκολες στιγμές ο λαός ξεπερνούσε τις προσδοκίες των ηγετών και τους έκανε να τρίβουν τα μάτια τους.Βέβαια, οι σπουδαγμένοι της Ευρώπης δεν ομολογούσαν  ποτέ με τι τρόπο σπουδάσανε και τι μάθανε. Δεν τους συνέφερνε. Τουναντίον άφηναν να φουντώνει ο θρύλος " δια τας Ευρώπας", αδιάφορο αν γύριζαν ανάξιοι και ευτελείς όπως τα παιχνίδια που τους φέρναν κάποτε " από τας Ευρώπας" με τον πολύπλοκο μηχανισμό και την πρόστυχη ποιότητα...( απόσπασμα  από το διήγημα " Από φαναριώτικο τζάκι ή Η φιλοξενία")

Λουκάς Καστανάκης, Παιδιά Καλών Οικογενειών. Διηγήματα. Πρόλογος - Επιμέλεια Γιώργος Καραντώνης, Εκδόσεις Αίολος, Αθήνα 2013.

" Τα Παιδιά Καλών Οικογενειών" είναι μια σειρά ανέκδοτων διηγημάτων του Λουκά Καστανάκη, τα οποία επιμελήθηκε και εξέδωσε ο Γιώργος Καραντώνης.
" Είναι γραμμένα στην περίοδο 1942 - 1956, αλλά παρέμειναν ανέκδοτα ως σήμερα, αποτελούν δηλαδή μια φωνή από το παρελθόν που μιλά ακριβώς για το παρελθόν που περιγράφουν και - κυρίως - είναι γραμμένα από έναν άνθρωπο που έζησε και έδρασε για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της ζωής του στους τόπους που περιγράφει: στην Κωνσταντινούπολη, όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, στον Καύκασο, στο Παρίσι, στο Βερολίνο, μέρη όπου είχε πολύχρονη παραμονή και πολυποίκιλη δράση, πριν καταλήξει και εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα, όπου έζησε τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του, με εξαίρεση, βέβαια, την τετραετή περίπου περίοδο της εξορίας του σε διάφορα "τουριστικά" νησιά.
Από όλα τα μέρη και τους πάμπολλους ανθρώπους που γνώρισε στη διάρκεια της ζωής του, ο συγγραφέας αντλεί το πολυποίκιλο υλικό του και καταγράφει καταστάσεις αληθινές και πολύ οικείες του, δίνοντας μια γλαφυρή αναπαράσταση, ιδιαίτερα του Ελληνισμού της διασποράς. Αντίθετα, μάλιστα, απ' ό,τι γράφεται συνήθως σε πολλά βιβλία, τα πρόσωπα των διηγημάτων του είναι υπαρκτά - αν και αναγράφονται με ψευδώνυμο - και καμιά τυχαία σύμπτωση δεν υπάρχει με πρόσωπα  και γεγονότα εκείνης της εποχής, πράγμα που φαίνεται και από το ότι αρκετά πρόσωπα και κάποια περιστατικά είναι κοινά σε μερικά διηγήματα. Ο ίδιος ο συγγραφέας είχε γνωρίσει πολύ καλά, από τα μέσα, όλα αυτά τα "παιδιά καλών οικογενειών", τους στενούς συγγενείς πρωθυπουργών και υπουργών, τους βιομήχανους, τους έμπορους, τους πολιτικούς, τους ξεπεσμένους πρίγκηπες, τους ψευτοαριστοκράτες, τους διανοούμενους, τους ψευτοδιανοούμενους, τους " κοτσαμπάσηδες στα γράμματα και στην πολιτική"( από τον Πρόλογο του Γιώργου Καραντώνη )



Ο Λουκάς Καστανάκης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη στις 30 Δεκεμβρίου 1890. Ο πρώτος γιος της οικογένειας, η οποία είχε άλλα δύο αγόρια, τον Μανόλη και το Θράσο, τον μετέπειτα γνωστό συγγραφέα. Στην Κωνσταντινούπολη πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια και φοίτησε στο Ζωγράφειο Γυμνάσιο.Το 1905 απεβίωσε η μητέρα τους. Το 1909 πήγε στο Βατούμ του Καυκάσου όπου εργάστηκε στην εταιρεία των αδελφών Αρβανιτίδη, αρχικά στο εργοστάσιο πετρελαίων και στη συνέχεια στην εταιρεία μαγγανίου . Τον Μάιο του 1917 παντρεύτηκε την Ναντέζντα (Μίλη) Παράτσα, της οποίας η μητέρα ήταν Ελληνίδα και ο πατέρας είχε καταγωγή από το Μαυροβούνιο. Στον Καύκασο συναντήθηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη και συνδέθηκε φιλικά μαζί του. Έγινε μάλιστα ο δάσκαλός του στη ρώσικη γλώσσα.
Το 1920 πήγε στο Βερολίνο και στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες ενώ παράλληλα έγινε μαθητής και συνεργάτης του Γιάννη Ψυχάρη. Διετέλεσε ανταποκριτής διαφόρων ελληνικών εφημερίδων, διηύθυνε την ελληνόφωνη εφημερίδα «Αγών» και εξέδωσε βιβλία στα ελληνικά. Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του «Διεθνούς Βήματος των Φοιτητών» (Tribune Internationale des étudiants), οργάνωση που ένωνε τους φοιτητές όλων των χωρών που σπούδαζαν στο Παρίσι. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν μια από τις προσωπικότητες που παρέστησαν στην ίδρυση της οργάνωσης την 12η Ιανουαρίου 1926
Το 1931 εγκαταστάθηκε με τη σύζυγό του οριστικά στην Αθήνα. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες «Πολιτεία» και «Ανεξάρτητος», με διάφορα περιοδικά, όπως τα Νεοελληνικά Γράμματα, και με τον εκδοτικό οίκο «Δημητράκου». Το 1933 υπέγραψε τη διαμαρτυρία των Ελλήνων λογίων για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Το 1934-5 εργάστηκε στο τμήμα εξαγωγής ελληνικών καπνών της σοβιετικής εμπορικής αντιπροσωπείας. Το 1935 εξορίστηκε για 2 μήνες στη Φολέγανδρο από την κυβέρνηση Κονδύλη. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Μετά την Απελευθέρωση εργάστηκε ως δημοσιογράφος και μεταφραστής για τις εφημερίδες Ριζοσπάστης και Ελεύθερη Ελλάδα. Τον Δεκέμβρη του 1947 ξεκίνησε για τον Καστανάκη μια τετραετής περίοδος εξορίας. Αρχικά τον έστειλαν στην Ικαρία, μετά στη Μακρόνησο και τέλος στον Αη Στράτη. Από τον Αύγουστο του 1951, που αφέθηκε ελεύθερος, εργάστηκε πάλι ως μεταφραστής και δημοσιογράφος για Το Βήμα, Τα Νέα, τον Ταχυδρόμο και την Ακρόπολη. Πέθανε στο νοσοκομείο «Ελπίς» στις 26 Ιουνίου 1956 εξαιτίας νεοπλάσματος του ουροποιητικού. Η σύζυγός του Μίλη πέθανε το 1959. Τα πολυάριθμα άρθρα και οι μεταφράσεις του, που βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα έντυπα, καθώς επίσης και όλο το ανέκδοτο υλικό που άφησε πίσω του εκδίδονται σιγά σιγά, σε θεματικές συλλογές από τους κληρονόμους του.