Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

ΓΙΑΝΝΕΝΑ, από πέτρα και νερό!!


ΓΙΑΝΝΕΝΑ, από πέτρα και νερό!!

Υπάρχει ένας τόπος φτιαγμένος από πέτρα και νερό. Το νερό αλλού στέκεται και φτιάχνει λίμνες και αλλού τρέχει και σμιλεύει την πέτρα φτιάχνοντας απαράμιλλα «έργα τέχνης»!
Χιλιάδες χρόνια πριν ο άνθρωπος έφτασε, άγνωστο από πού και πως, σε τούτο τον τόπο. Άντλησε από τη μάνα Γη χρησμούς, έχτισε κτίρια γύρω από τη λίμνη, που με το διάβα των καιρών έγιναν μια όμορφη πολιτεία με μεγάλη και πολυτάραχη ιστορία, στο νησί μέσα στη λίμνη όρθωσε μοναστήρια, ιστορώντας τα με άγιους της χριστιανοσύνης αλλά και της αρχαιότητας και στα φαράγγια που σμίλεψε το τρεχούμενο νερό έστησε πέτρινα γεφύρια να δρασκελά το ορμητικό ρέμα! Γεφύρια που στέκουν σε δυο, τρία ή και περισσότερα πόδια, δρασκελώντας με τη σειρά τους τον καιρό!
Γιάννενα!! Μια πόλη, ένας ολόκληρος τόπος!

Χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που πήγαμε στην αγαπημένη πόλη. Όλα άλλαξαν. Και η πόλη και εμείς. Ήρθαμε όμως να δούμε μέρη που γυρνάγαμε κάποτε νέοι και φίλους καλούς κι αγαπημένους που γνωρίσαμε εκεί και είχαμε χρόνια να ανταμώσουμε. Παρ’ όλες τις αλλαγές δε δυσκολευτήκαμε και πολύ να βρούμε τους τόπους. Κι ας άλλαξαν. Και οι φίλοι μας στα μάτια μας ίδιοι είναι. Ήταν όμως λίγες οι μέρες και έτσι φύγαμε με την υπόσχεση να πάμε και πάλι για περισσότερο. Οι αναμνήσεις πολλές, οι εικόνες ακόμα περισσότερες. Αυτό όμως που δε χωρά σε μέτρα είναι η σαγήνη του τόπου! Για άλλη μια φορά η μαγεία του πότισε κάθε μας κύτταρο!



Την άλλη μέρα των Χριστουγέννων κατεβήκαμε στην Πάτρα και μείναμε στους φίλους που θα πηγαίναμε μαζί στα Γιάννενα. Το βράδυ απολαύσαμε τη γέφυρα του Ρίου-Αντιρρίου όμορφα φωτισμένη.
Ημέρα 1η
Φύγαμε αρκετά πρωί και φτάσαμε μεσημέρι. Ο καιρός λες και ήταν φθινόπωρο. Βροχή βρήκαμε μόνο στην Αιτωλοακαρνανία. Στα Γιάννενα φτάσαμε με λιακάδα. Η ώρα είχε προχωρήσει και τα στομάχια είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται. Γραμμή λοιπόν στον Φρόντζο. Φρότζου Πολιτεία το λένε σήμερα. Μπορεί να άλλαξε το όνομα αλλά αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει είναι η εικόνα που αντικρίζουν τα μάτια σου. Και αυτό ήταν που ζητάγαμε. Η πόλη, με τη λίμνη απλώνεται μπροστά και το Μιτσικέλι, το Γιαννιώτικο βουνό απέναντι, που κρατά για τον εαυτό του το μεγαλύτερο μέρος της μεγαλοπρέπειας αυτής της υπέροχης εικόνας.
Τα μάτια, ο νους, η ψυχή χόρτασαν. Όπως χόρτασε και το στομάχι με τα υπέροχα εδέσματα.
Γραμμή για τα δωμάτιά μας, στο Πέραμα. Τακτοποιήσαμε τα πράγματα και βιαστικά για να πιάσουμε όσο φως μπορούσαμε ακόμα ξεκινήσαμε για την πόλη. Η κίνηση των αυτοκινήτων μέσα πολύ μεγάλη. Ακόμα χειρότερα τα πράγματα με τη στάθμευση. Βρήκαμε τελικά κάπου και αφήσαμε το αυτοκίνητο. Λαοπλημμυρά!! Πολλοί οι κάτοικοι που έχουν βγει βόλτα αλλά ακόμα περισσότεροι οι επισκέπτες. Και έλειπαν οι φοιτητές! Μπήκαμε στο κάστρο από την κεντρική πύλη. Η πύλη στολισμένη όπως και όλη η πόλη με καλόγουστο Χριστουγεννιάτικο διάκοσμο.
Περπατήσαμε στα πλακόστρωτα δρομάκια ενώ η μέρα είχε αρχίσει να μας αποχαιρετά. Τι όμορφα που είναι εκεί μέσα!! Αλλά δεν είχαμε χρόνο πια. Νύχτωσε μέχρι να φτάσουμε στο Δημοτικό Μουσείο και από εκείνη την έξοδο βγήκαμε στο μόλο στη θέση Κυρά Φροσύνη. Χιλιάδες πολύχρωμα φώτα καθρεφτίζονταν στα ήσυχα νερά της λίμνης προσφέροντάς μας αξέχαστες εικόνες.
Μια μικρή βόλτα και μετά μέσα σε μια καφετέρια για καφέ. Άλλωστε με τη νύχτα ήρθε και το αγιάζι και σε λίγο και ένα ψιλοβρόχι. Έτσι πέρασαν οι ώρες και αφού σταμάτησε η ψιχάλα περπατήσαμε μέχρι την κεντρική πλατεία της πόλης, στη Νομαρχία. Φώτα και στολισμός παντού.
Η πόλη φόραγε τα καλά της και εμείς το απολαμβάναμε! Άρχισε όμως να βρέχει και πάλι οπότε γυρίσαμε, πήραμε το αυτοκίνητο και στο Πέραμα κάτσαμε σε μια ταβέρνα να τσιμπήσουμε κάτι πριν πάμε για ύπνο. Καληνύχτα Γιάννενα!! Θα τα πούμε και πάλι το πρωί.

Ημέρα 2η
Η μέρα ξεκίνησε συννεφιασμένη αλλά μέχρι να φάμε το πρωινό μας ο καιρός άνοιξε. Καθαρός ουρανός με λίγο κρύο ότι έπρεπε για τη βόλτα που είχαμε κανονίσει στο Κεντρικό Ζαγόρι και την περιοχή του Αώου. Ακολουθώντας από το Πέραμα τον επαρχιακό δρόμο, μέσω Κρύας βγήκαμε στον κεντρικό για Κόνιτσα στο χωριό Λυκόστομο. Για λίγα μόνο χιλιόμετρα στον κεντρικό και ξανά δεξιά προς Κήπους και Τσεπέλοβο. Ένα προειδοποιητικό σήμα με τα φώτα μας υποψίασε και αποφύγαμε μια δυσάρεστη «συνάντηση» πάνω στη στροφή με μια ομάδα γελαδιών που κατέβαινε αμέριμνα στο δρόμο. Πρώτη στάση για φωτογραφίες στο μικρό, όμορφο γεφύρι δίπλα στο ξωκλήσι του Αγ. Μηνά. Η εκκλησία ήταν κλειστή. Το επόμενο γεφύρι, του Καπετάν Αρκούδα, το προσπεράσαμε και σε λίγο είδαμε αρκετά αυτοκίνητα σταματημένα.
Το Γεφύρι του Κόκκορου ή του Νούτσου. Το εντυπωσιακό μονότοξο γεφύρι πάνω στο δρόμο και λίγο πριν τη διασταύρωση για το χωριό Κήποι (παλιό όνομα Μπάγια), που πατώντας πάνω στα εντυπωσιακά βράχια γεφυρώνει τις απότομες όχθες του Μπαγιώτικου Ρέματος. Κατασκευάστηκε το 1750 για να ανακατασκευαστεί το 1768. Είναι από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά γεφύρια του τόπου μας. Βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες. Περάσαμε πάνω από το γεφύρι και παρά το τσουχτερό ξεροβόρι περάσαμε λίγη ώρα απολαμβάνοντας το θέαμα του μεγάλου αυτού ανθρώπινου κατορθώματος και τα ορμητικά νερά του ποταμού.
Στην επόμενη διασταύρωση στρίψαμε δεξιά προς τους Κήπους. Αριστερά στην είσοδο του χωριού άλλο ένα γεφύρι.
Αυτό του Κοντοδήμου ή Λαζαρίδη πάνω στο ρέμα Βικάκη. Μπήκαμε στο όμορφο χωριό και σταματήσαμε στην πλατεία. Πέτρινο όλο το χωριό από τα πιο όμορφα της περιοχής αλλά και τα πιο τουριστικά. Ξενώνες, ταβέρνες και καφέ έχουν φτιαχτεί για να εξυπηρετήσουν όλους αυτούς τους επισκέπτες. Μερικές φωτογραφίες και πίσω για μερικές φωτογραφίες στο γεφύρι του Κοντοδήμου και μετά στο νούμερο ένα αξιοθέατο του τόπου. Το ομορφότερο, ίσως, γεφύρι της χώρας μας. Το τρίτοξο γεφύρι του Πλακίδα ή Καλογερικό.
«Κάμπια εν κινήσει» το λένε πολλοί και δεν είναι υπερβολή. Πραγματικά είναι η απόδειξη ότι η πέτρα μπορεί να έχει πλαστικότητα. Να έχει κίνηση. Αέρινη κίνηση!! Γεφυρώνει το Μπαγιώτικο ρέμα από το 1748 που πρωτοχτίστηκε. Ανακαινίστηκε στα 1863-64 και από τότε στέκει για να μπορούν οι άνθρωποι να περνούν με ασφάλεια τα ορμητικά νερά. Για να το χαίρονται τα μάτια όσων φτάνουν μέχρις εκεί. Γιατί είναι από τις ομορφότερες εικόνες που μπορεί να εισπράξει κάποιος στα γυρίσματά του σ’ αυτόν τον τόπο.
Βγήκαμε πάλι στη διασταύρωση και γραμμή για το Τσεπέλοβο. Περάσαμε τις διασταυρώσεις για Κουκούλι και Καπέσοβο και φτάσαμε στο γνωστό και αρκετά τουριστικό Τσεπέλοβο.
Πέτρινο κι αυτό με καλντερίμια παντού μας πρόσφερε λίγες ακόμα εικόνες «Ζαγορίσιες»!!

Στην επιστροφή μια στάση για μια φωτογραφία από μακριά του όμορφου Καπέσοβου και στροφή αριστερά για το Κουκούλι, άλλο ένα πέτρινο χωριό. Μικρή στάση και υπέροχη θέα προς το ποτάμι και το γεφύρι του Κόκκορου. Λίγες ακόμα φωτογραφίες και δρόμο για πιο βόρεια αυτή τη φορά. Ακολουθώντας το δρόμο περάσαμε από τα Κάτω Πεδινά, χωριό στην άκρη του οροπεδίου και λίγο πιο κάτω στρίψαμε δεξιά για τον Ελαφότοπο. Και εδώ το κυρίαρχο παντού είναι η πέτρα. Η γκρίζα Ζαγορίσια πέτρα! Μια βόλτα στα καλντερίμια του χωριού έδωσε αφορμή να γεμίσει ο νους εικόνες και οι μνήμες της φωτογραφικής μηχανής με μοναδικά στιγμιότυπα.
Πέτρινα δρομάκια, πέτρινα σπίτια, πέτρινες μάντρες αλλά και ξύλινες πόρτες και παράθυρα, παίζουν με τα χρώματά τους και με τα μάτια μας!
Πίσω στον δρόμο και βγαίνουμε ξανά στο δρόμο για την Κόνιτσα, στο Καλπάκι. Λίγο πριν βγούμε βλέπουμε από μακριά στο ύψωμα δεξιά μας το εντυπωσιακό μνημείο αυτών που έπεσαν στις μάχες του 1940.
Μερικά χιλιόμετρα στον κεντρικό δρόμο και βγαίνουμε αριστερά για Μπουραζάνι και Μολυβδοσκέπαστο. Ο δρόμος καινούργιος κινείται ψηλά, πάνω από τον κάμπο της Κόνιτσας με τον Αώο να ασημίζει στο βάθος στο διάβα του προς τη γειτονική Αλβανία.
Αρκετά ορμητικός, λόγω των πολλών φετινών βροχών, πάει να σμίξει με την αγαπημένη του Αδριατική Θάλασσα. Σε λίγο ο δρόμος κατεβαίνει και κινείται δίπλα στο ποτάμι. Περνάμε το Μπουραζάνι, με το ξενοδοχείο, το εστιατόριο και το Περιβαλλοντικό Κέντρο αλλά και τα πολλά αυτοκίνητα που είναι παρκαρισμένα απ’ έξω και συνεχίζουμε για να δούμε ένα σπουδαίο μνημείο της περιοχής. Το μοναστήρι της Κοίμησης της Θεοτόκου Μολυβδοσκέπαστου. Σύμφωνα με επιγραφή στο Καθολικό, την έκτισε ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Πωγωνάτος στα 670 μ.Χ. γυρνώντας από την εκστρατεία του στη Σικελία. Δεκατρείς αιώνες ιστορίας βαραίνουν το μοναδικό αυτό μνημείο που κάποτε η στέγη του καλύπτονταν από φύλλα μολυβιού, τα οποία αφαίρεσαν οι Τούρκοι για να κάνουν βόλια, και που έδωσαν το όνομα στο μοναστήρι αλλά και στο παρακείμενο χωριό. Δίπλα στον Αώο και πολύ κοντά στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, πέρασε πολλές φάσεις αρχιτεκτονικών επεμβάσεων και ανοικοδομήσεων, πράγμα που μαρτυρά ο σύνθετος αρχιτεκτονικός του χαρακτήρας.
Η επίσκεψή μας δεν κράτησε πολύ και μιας και η ώρα ήταν αρκετά προχωρημένη και οι ανάγκες (οι υλικές αυτή τη φορά) έκαναν έντονη την παρουσία τους, συσκεφθήκαμε για το που να πάμε για φαΐ. Ο πειρασμός για κυνήγι στο Μπουραζάνι ήταν αρκετά δυνατός αλλά ο κόσμος που είχαμε δει μας απέτρεψε και η απόφαση μας ήταν Κόνιτσα. Ακολουθήσαμε τον καινούργιο δρόμο που συνδέει το Μπουραζάνι με την Κόνιτσα και σε λιγότερο από μισή ώρα, κάτσαμε απέναντι από το Δημαρχείο της πόλης, απολαύσαμε νόστιμα μαγειρεμένα εδέσματα και ωραίο κόκκινο κρασί και έτσι καθησυχάσαμε τα στομάχια μας που οι διαμαρτυρίες τους είχαν αρχίσει να γίνονται υπερβολικά έντονες.
Έπαιρνε να σουρουπώνει και πριν βραδιάσει κατεβήκαμε να δούμε λίγο το μεγαλύτερο μονότοξο γεφύρι των Βαλκανίων, το γεφύρι της Κόνιτσας. 20 μέτρα ψηλό και 40 πλατύ, φτιαγμένο από τον Πυρσογιαννίτη μάστορα Ζιώγα Φρόντζο στα 1870-71, γεφυρώνει τα ορμητικά νερά του Αώου, πριν αυτός ξεχυθεί στον κάμπο και ενωθεί με τους μεγάλους του παραπόταμους Βοϊδομάτη και Σαραντάπορο.
Στην κορυφή του τόξου του ένα κουδούνι προειδοποιεί τους διαβάτες με τον ήχο του όταν ο αέρας γίνεται επικίνδυνος. Θαυμάσαμε το μνημείο, βγάλαμε κι εδώ φωτογραφίες και με το σούρουπο πια ξεκινήσαμε για τα Γιάννενα. Λίγο πριν νυχτώσει, σε μια στροφή σταμάτησα να δω και να φωτογραφήσω τα υπέροχα βράχια της Αστράκας που δεσπόζουν πάνω από το Πάπιγκο.
Στεφανωμένα με τις χιονισμένες κορφές της Τύμφης ήταν μια πολύ όμορφη εικόνα, άξια να καταγραφεί στη μνήμη μας αλλά και σ’ αυτή της φωτογραφικής μου μηχανής. Άλλωστε ήταν τα μόνα χιόνια που βλέπαμε σε αυτό μας το ταξίδι και ήταν τόσο μακριά!!!
Πήγαμε κατευθείαν στη Δωδώνη να δούμε τους φίλους μας που ζουν μόνιμα εκεί. Κάτσαμε κάμποσο και γυρίσαμε στην πόλη για μια τελευταία βόλτα πριν πάμε για ύπνο και ξεκούραση από τη μεγάλη μας βόλτα αλλά κυρίως από την ένταση των πολλών, υπέροχων εικόνων που απολαύσαμε τη μέρα που πέρασε!

Ημέρα 3η
Τη μέρα αυτή ξεκινήσαμε με τη λίμνη! Ο καιρός αυτή τη φορά χειμωνιάτικος. Κρύο, συννεφιά και ψιλοβρόχι. Για χιόνι ούτε κουβέντα. Μπήκαμε στο καραβάκι και αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε από την πόλη και απολαύσαμε μια άλλη εικόνα της.
Σε λιγότερο από 15 λεπτά και αφού έχουμε παρακάμψει ακτές με καλαμιώνες και μικρά λιμανάκια, αλλά και εικόνες του νησιού με τα μοναστήρια στις πλαγιές του, φτάναμε στην αποβάθρα στο Νησί των Ιωαννίνων. Η υποδοχή άκρως τουριστική. Εστιατόρια με θολά ενυδρεία γεμάτα χέλια, πέστροφες κυπρίνους αλλά και λιμνήσιες καραβίδες που ασφυκτιούν σε πολύ μικρό χώρο και περιμένουν αυτούς που θα τα διαλέξουν για να καταλήξουν στο τηγάνι και από εκεί στο τραπέζι τους. Ομολογώ ότι, αν και δεν είμαι χορτοφάγος, το θέαμα και οι παραπάνω σκέψεις με έθλιψαν. Εκτός από εστιατόρια έχει και αρκετά καφέ αλλά κυρίως μαγαζιά με τουριστικά είδη κατά μήκος του καλντεριμιού που οδηγεί στο υπ’ αριθμό ένα αξιοθέατο του νησιού, το μουσείο του Αλή Πασά. Διάφορα μπιχλιμπίδια, ασημικά, αλλά και καλούδια Γιαννιώτικης κατασκευής όπως τα περίφημα γλυκά και τσίπουρα. Δοκιμάσαμε απ’ όλα και αποφασίσαμε ποια θα αγοράζαμε στην επιστροφή. Ο οικισμός κατά τ’ άλλα είναι πανέμορφος. Παντού η πέτρα και εδώ και έχει κριθεί διατηρητέος. Αυτοκίνητα δεν κυκλοφορούν σε όλη την έκταση του νησιού και αυτό σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθός του κάνει την περιήγηση με τα πόδια εύκολη και πολύ ευχάριστη. Καλντερίμια, πέτρινα σπίτια αλλά και εκκλησίες και κυρίως μοναστήρια. Πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο κάποιος να αφιερώσει μια ολόκληρη μέρα στα υπέροχα αυτά μνημεία. Εμείς δυστυχώς δεν είχαμε αρκετό χρόνο.
Φτάσαμε με τα πολλά (αγώνας ολάκερος να αποφύγεις τους διάφορους κράχτες), στο παλιό μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονα. (του 1506-7)
Σ’ ένα κελί του μοναστηριού τον Ιανουάριο του 1822, κατέφυγε ο Αλή Πασάς περιμένοντας το φιρμάνι του Σουλτάνου με χάρη (έτσι το είχαν αφήσει κάποιοι να ελπίζει). Εκεί ο Κιοσέ Μεχμέτ Πασας έφτασε με τους άντρες του και τη διαταγή της Υψηλής Πύλης για τη δολοφονία του φιλόδοξου Πασά της Ηπείρου. Πυροβολώντας ανάμεσα από τις χαραμάδες του πατώματος του κελιού σκότωσαν τον Αλή και έστειλαν στον Σουλτάνο το κεφάλι του, επαληθεύοντας έτσι τη ρήση του Κοσμά του Αιτωλού ότι θα πάει στην Πόλη με κόκκινα γένια!! Το κελί αυτό σήμερα έχει γίνει Μουσείο με αντικείμενα της εποχής και πίνακες που σχετίζονται με τη ζωή του, φτιαγμένους από περιηγητές της εποχής εκείνης. Κυριαρχεί ο πίνακας με την παράδοση του κεφαλιού του Αλή στον Σουλτάνο!
Το σπουδαιότερο ίσως μνημείο του Νησιού είναι το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου των Φιλανθρωπινών. Χτισμένο στα 1292 είναι κατάγραφο με υπέροχες μεταβυζαντινές τοιχογραφίες.
Το σπουδαίο σε αυτό το μοναστήρι είναι ότι εκτός των Αγίων υπάρχουν ζωγραφισμένοι ολόσωμοι επτά ολόσωμοι αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι!!!
Έφτασα στο μοναστήρι και το βρήκα κλειστό. Κάποιος με πληροφόρησε ότι η ηλικιωμένη κυρία-φύλακας του μνημείου είχε πάει στα Γιάννενα για ψώνια και όπου νάναι θα επέστρεφε. Αποφάσισα να γυρίσω αργότερα αλλά την ώρα που έφευγα η κυρία φάνηκε φορτωμένη με σακούλες. Τη βοήθησα να μεταφέρει τα πράγματά της στο μοναστήρι και έτσι μπόρεσα να απολαύσω το μισοσκότεινο εσωτερικό του καθολικού. Παρ’ όλο το σκοτάδι η μαγεία των τοιχογραφιών σε υποβάλλει.
Μια μικρή βόλτα ακόμα και πήγα να βρω την υπόλοιπη παρέα για ένα καφέ πριν φύγουμε για την επιστροφή στην πόλη και από εκεί στην Δωδώνη.
Χτισμένη στους πρόποδες του βουνού Τόμαρος βρίσκεται σε μια πολύ όμορφη κοιλάδα. Φτάσαμε και πήγαμε κατευθείαν στον αρχαιολογικό χώρο. Η φίλη μας μας περίμενε και μπήκαμε μέσα. Ο καιρός μάλλον ταίριαζε με το χώρο και την ιστορία του.
Το αρχαιότερο μαντείο του τόπου μας, και τόπος λατρείας της θεάς Γης από τους προϊστορικούς χρόνους, δυστυχώς δεν έχει την προσοχή που θα του έπρεπε. Περπατήσαμε μέχρι το εντυπωσιακό Θέατρο, χωρητικότητας 18.000 ανθρώπων, που κατασκευάστηκε τον 3ο π.Χ. αι. επί Πύρρου και στην Ρωμαϊκή εποχή τον 1ο π.Χ. αι. χρησιμοποιήθηκε σαν αρένα!! Φτιαγμένο με τη σκουρόχρωμη πέτρα της περιοχής είναι ένα με τον περιβάλλοντα χώρο.
Μοναδική εξαίρεση και παραφωνία η λευκή πέτρα και το τσιμέντο που χρησιμοποιήθηκε από τους «ειδικούς» και τη συντήρηση του!!! Τι να πει κανείς;
Πολύ κοντά στον αρχαιολογικό χώρο και με θέα σ’ αυτόν κάτσαμε για φαΐ παρέα με τους αγαπημένους μας φίλους. Η ώρα πέρασε με πολλές κουβέντες με αναμνήσεις και νέα από άλλους γνωστούς. Απομεσήμερο πια αποφασίσαμε να πάμε για καφέ στο χωριό Λιγκιάδες, στον παλιό δρόμο για Μέτσοβο και από όπου η θέα προς την πόλη, τη λίμνη και το νησί κόβει την ανάσα.
Βράδυ πια γυρίσαμε στη στολισμένη πόλη, κάναμε τις βόλτες μας, μιας και η βροχή από το μεσημέρι είχε σταματήσει και κάτσαμε για ένα νοστιμότατο γιαννιώτικο γλυκό σε παλιό, παραδοσιακό, κεντρικό ζαχαροπλαστείο της πόλης που μας ξύπνησε πολλές αναμνήσεις. Έτσι γλυκά τέλειωσε και αυτή, η τελευταία μέρα μας στην πόλη!!

Ημέρα 4η - Επιστροφή
Μετά το πρωινό, πληρώσαμε και φορτώσαμε για την επιστροφή. Μόνο που είχαμε αποφασίσει να γυρίσουμε από τη Θεσσαλία αφού κάναμε μια βόλτα μέχρι το Μέτσοβο που δεν είχε τύχει μέχρι τότε να πάμε ποτέ.
Πιάσαμε την Εγνατία και σε μισή ώρα βγαίναμε στη διασταύρωση για Μέτσοβο. Ομίχλη παντού! Το τοπίο εξαιρετικά θολό. Εξωπραγματικό και συνάμα τόσο γοητευτικό!! Σε λίγο μπήκαμε στο πασίγνωστο αυτό βλαχοχώρι της Ηπείρου. Χαμός! Απίστευτα πολύς κόσμος. Κίνηση, μποτιλιάρισμα και θέση για πάρκινγκ πουθενά. Πάνω που λέγαμε να φύγουμε βλέπουμε κάποιο αυτοκίνητο να φεύγει. Τύχη βουνό! Παρκάρουμε και αρχίζουμε τις βόλτες. Στην πλατεία παρέες ντόπιων κουβεντιάζουν σε μια ακατανόητη για μας γλώσσα. Βλάχικα!!
Παντού ταβέρνες, εστιατόρια, ξενώνες. Το χωριό ζει σε μεγάλο βαθμό από τους επισκέπτες. Το καλό είναι ότι μένουν οι νέοι στον τόπο τους και ότι κρατάνε σε μεγάλο βαθμό το χαρακτήρα του χωριού τους. Συνέχεια της πλατείας ένα υψωματάκι όπου υπάρχει το άγαλμα του «μεγάλου τέκνου» της περιοχής. Του παλιού υπουργού Γεώργιου Αβέρωφ-Τοσίτσα. Στη βάση του υψώματος ένα εντυπωσιακό γλυπτό της αρκούδας της Πίνδου με το μικρό της. Αν λάβει όμως κανείς υπ’ όψη του ότι τη χρονιά που φεύγει ο αριθμός των αρκούδων που σκοτώθηκαν στην περιοχή γύρω και μέσα στην Εγνατία έσπασε κάθε προηγούμενο ρεκόρ, το όμορφο αυτό γλυπτό μοιάζει με ειρωνεία.
Πίσω από το γλυπτό ένας πίνακας-γκραβούρα που δείχνει ότι αυτό το ύψωμα φιλοξενούσε μέχρι το 1936 κάστρο (!!). Και όμως ναι! Κάστρο! Και από ότι δείχνει η γκραβούρα πρέπει να ήταν πολύ όμορφο. Άλλη μια νότα θλίψης. Τελικά αυτή η γωνιά δε μου προξένησε πολύ ευχάριστα συναισθήματα!
Λίγο ακόμα βόλτα και μιας και είχε μεσημεριάσει αποφασίσαμε να κάτσουμε για φαΐ.
Μετά το φαΐ χαιρετίσαμε τους φίλους μας που θα συνέχιζαν για Δυτική Μακεδονία να κάνουν Πρωτοχρονιά με τους συγγενείς τους και φύγαμε για Αθήνα. Μια μικρή στάση πριν τα Μετέωρα για λίγες φωτογραφίες και συνεχίζουμε.
Ένα τρακάρισμα ανάμεσα Τρίκαλα-Καρδίτσα μας καθυστέρησε αρκετά. Βράδυ πια φτάσαμε στο σπίτι μας κουρασμένοι αλλά γεμάτοι υπέροχα συναισθήματα! Το 2009 τέλειωνε με πολύ όμορφο τρόπο και ευχόμασταν ολόψυχα έτσι να κυλήσει και το 2010 που θα έμπαινε σε λίγες ώρες. Καλή Χρονιά!!

Περισσότερες φωτογραφίες στο http://picasaweb.google.com/dimoshellas2


Πρώτη δημοσίευση στο
http://www.travelchat.gr/forum/index.php/topic,2881.0.html

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2009

Χρόνια πολλά

Φώτης Κόντογλου : Ο Γιάννης ο Βλογημένος

O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά. Πέρασε ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη. Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος, γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.

Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό, καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες,καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα ἀπὸ τὰ τσακάλια. Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε: «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.

*
* *

Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας. Ὁ παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!». Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».

Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του. Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι. Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.

Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε. Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.

*
* *

Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: «Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας. Ἔχω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».

Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων». Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου». Ἡ φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.

Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου». Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν». Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!» μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».

Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: «Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: «Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...


Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη: Το Άνθος του Γιαλού


Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, - ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον - νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.

Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δυὸ μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δυὸ τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήση.

Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.

Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύση τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.

*
* *

Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύση περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῷ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεμα πρὸς δυσμᾶς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.

Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:

- Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.

- Καὶ τί εἶναι;

- Εἶναι...

Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.

Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἄρα ἦτο;

*
* *

Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δυὸ φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.

Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἐγγονὸς τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.

Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δυὸ τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δυὸ φίλοι.

- Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε, χωρὶς νὰ πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σᾶς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτα θησαυρό;

Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ ὅραμά του.

Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:

- Ἀμ᾿ ποὺ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνο οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲ βλέπω τίποτα!.. Τὸ ἴδιο κι ὁ Γιαλὴς βλέπει αὐτὸ ποῦ λὲς πῶς βλέπεις;

Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁμολογήση, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.

Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:

- Ἀκοῦστε νὰ σᾶς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ Ραγιᾶ, τὴν μαννοὺ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σᾶς πῶ τώρα:

»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, - ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ - μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τοὺς Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.

»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ.

»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.

- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!

»Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!

»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.

»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».



Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2009

Τα αγαπημένα μου κινούμενα σχέδια, ο Τσάρλυ Μπράουν και η παρέα του

Τα χρόνια περνούν , αλλά ορισμένες αγάπες παραμένουν διαχρονικές για να φέρνουν στην επιφάνεια το παιδί που κρύβουμε μέσα μας. Η παρέα του Τσάρλυ Μπάουν και ο Σνούπι είναι οι αγαπημένοι μου. Φατσούλες γλυκές και τρυφερές εξακολουθούν να με συναρπάζουν , να με γοητεύουν αλλά και να με χαλαρώνουν από διάφορα προβλήματα της καθημερινότητας . Χαζεύοντας στο internet έπεσα πάνω σ' αυτά τα βιντεάκια (αποσπάσματα από ταινίες). Τα χάρηκα και προτείνω να τα απολαύσετε και εσείς! Άλλωστε έρχονται Χριστούγεννα και κάτι έχουν να μας πουν !









Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2009

Για όλους εκείνους που το αίμα τους σπαταλήθηκε



H Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια μέσα στην Ελλάδα ακολουθώντας το χυμένο αίμα το σπαταλημένο.

Αίμα σταλαματιές κυλάνε στάζουν κάτω στον Άδη.

Πέφτουν απάνω στους νεκρούς οι σκοτωμένοι αλλάζουν θέση δεν ξυπνάνε.

Μόνο το χέρι τους υψώνεται και δείχνει τη μεριά που περπατάνε οι δολοφόνοι.

Η Ελλάδα ταξιδεύει χρόνια ανάμεσα στους δολοφόνους.

(Ποίημα Νο. ΧVI Από το Δοκίμιο ΄73 ΄74)

Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2009

Αντί σχολίου

Ακόμα ένα πανηγύρι

Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Οι εργάτες θα κουβαλούν τα σκηνικά
Το πλήθος θα μπογιατίζεται
Το θέατρο θα φωταγωγείται
Περάστε κόσμε λαϊκή απογευματινή
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Η οργή των σκοτωμένων θα δυναμώνει
Η δικιά μας φωνή θα χαμηλώνει
Η πόρτα θα σκουριάζει
Και οι θεατρίνοι θα μασούν τα λόγια τους
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Θα στήνουν πάγκους με γλειφιντζούρια
Και θα' ρχονται παπάδες
Με νόμιμες ταρίφες
Οι θεατρίνοι θα ξεχάσουν τους ρόλους
Ο κόσμος θα περνάει από συνήθεια
Στις 17 κάθε Νοέμβρη
Χτυπάτε νεκροί τα ταμπούπλα
Ο χρόνος χοντραίνει τ΄αυτιά

Αργύρης Μαρνέρος"Χειροκροτήστε" Εκδ. Χώρος ποίησης Σικυώνιος, 1991
( Το συγκεκριμένο ποίημα βρίσκεται στο βιβλίο του Ηλία Γκρής"Το μελάνι φωνάζει. Η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία" Εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2003)

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2009

Camerastylo: On line διαδραστικό περιοδικό

Για τους φίλους των τεχνών και ειδικότερα του κινηματογράφου κυκλοφορεί στο διαδίκτυο το on line διαδραστικό περιοδικό CameraStylo.



Ρίξτε μια ματιά!

H Sharlotte Rambling απαγγέλει Καβάφη

Η Σάρλοτ Ράμπλινγκ και ο έλληνας ηθοποιός Πολύδωρος Βογιατζής, στην παράσταση που δόθηκε στο αμφιθέατρο του Γαλλικού Ινστιτούτου στις 8/10/09, διάβασαν αποσπάσματα από το έργο του Κ. Καβάφη και της Μ. Yourcenar. Τα ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή ακούστηκαν στα ελληνικά και τα γαλλικά- μεταφρασμένα από τη Yourcenar- με τη συνοδεία κιθάρας από τη Βαρβάρα Γύρα.

Απόσπασμα από την εκδήλωση, στο βίντεο που ακολουθεί, για να πάρουμε μια γεύση.