Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

Φεγγαροβασίλεμα


Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες σήμερα το πρωί. Διάφανος ουρανός, χρώματα σε απαλούς τόνους  ροζ και  γαλάζιου , ατμόσφαιρα παγωμένη και κρυστάλλινο ολοστρόγγυλο φεγγάρι στο δρόμο για τη δύση .

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2012

Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών

Charlotte Corday
Στο βιβλίο της Ιστορίας της Γ΄Γυμνασίου και στην ενότητα: Η έκρηξη και η εξέλιξη της Γαλλικής Επανάστασης, υπάρχει ένα παράθεμα που φέρει τον τίτλο "Τα δικαιώματα των γυναικών αγνοήθηκαν και από τους επαναστάτες" και αναφέρεται στην Ολυμπία ντε Γκουζ ως εξής:
" Η Ολυμπία ντε Γκουζ υπήρξε μία από τις μαχητικότερες αγωνίστριες της γαλλικής επανάστασης. Άσκησε αυστηρή κριτική στους συντάκτες της Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου, επειδή αγνόησαν τις γυναίκες. Εκτελέστηκε στη λαιμητόμο το 1793." Και ακολουθεί το παράθεμα: " Γυναίκες ξυπνήστε! Το μήνυμα της λογικής ακούγεται σ' ολόκληρο τον κόσμο! Ανακαλύψτε τα δικαιώματά σας! Η ισχυρή αυτοκρατορία της φύσης δεν περιβάλλεται πλέον από την προκατάληψη, τον φανατισμό, τη δεισιδαιμονία και τα ψέματα. Η φλόγα της αλήθειας έχει σκορπίσει τα σύννεφα της ανοησίας και της καταπίεσης. Ο άνδρας, που ήταν μέχρι χθες υποδουλωμένος, έχει πολλαπλασιάσει τη δύναμή του και χρειάζεται και τη δική σας βοήθεια για να σπάσει τις αλυσίδες του. Με το να απελευθερωθεί μόνο αυτός, αδικεί κατάφωρα τη σύντροφό του. Γυναίκες, γυναίκες! Πότε θα πάψετε να είστε τυφλές; Τι έχετε  κερδίσει μέχρι τώρα από την επανάσταση;[...]Αγωνιστείτε , λοιπόν, για τα δικαιώματά σας.( D.Levy, H. Applewhite, M. Johnson(επιμ.), " Olympe de Gouges, Declaration of the Rights of Woman and Female Citizen", Women in Revolutionary Paris, 1785-1795, University of Illinois Press, Urbana 1979)

Olympe de Gouges
 Ομολογώ ότι δεν ήξερα και πολλά για τις γυναίκες στη Γαλλική Επανάσταση. Έψαξα να βρω πληροφορίες , που ήταν σκόρπιες σε διάφορες σελίδες , ξενόγλωσσες οι περισσότερες. Ανάμεσα σε όλα αυτά εντόπισα το βιβλίο με τίτλο " Ο καιρός των καταιγίδων, Η Γαλλική Επανάσταση στη μνήμη των γυναικών, αριστοκράτισσες, αστές και χωρικές αφηγούνται" της Marilyn Yalom , εκδόσεις Άγρα , 2009.

Η συγγραφέας διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ  και έγραψε αυτό το βιβλίο  μετά από πολυετή έρευνα . Στο προοίμιο του βιβλίου αναφέρει: " Φτάνοντας στο Παρίσι την άνοιξη του 1988, βρήκα τους Γάλλους φίλους μου να βρίσκονται ήδη στη φρενίτιδα του εορτασμού των διακοσίων χρόνων της Επανάστασης. Τάσσονταν με τη μία ή την άλλη πλευρά των παρατάξεων της Επανάστασης, οι περισσότεροι εκθειάζοντας τα κοινωνικά και πολιτικά οφέλη που κληροδότησε, άλλοι θρηνώντας την κατάχρηση βίας, και μερικοί άλλοι εξακολουθώντας να θλίβονται βαθιά για το τέλος της μοναρχίας! Σαν ξένη, δεν ήμουν υποχρεωμένη να ταχθώ ούτε με την Αριστερά ούτε με τη Δεξιά. Μπορούσα να παραμείνω στη θέση της φεμινίστριας ακαδημαϊκού που ενδιαφερόταν για τις εμπειρίες των γυναικών. Επιθυμούσα να μάθω πώς οι Γαλλίδες , ως διαφορετικές από τους άνδρες συζύγους τους, είχαν κρατήσει στη μνήμη τους την Επανάσταση"
Διερωτάται λοιπόν, η συγγραφέας πώς οι Γαλλίδες κράτησαν στη μνήμη τους την Επανάσταση και αναφέρει ότι " περισσότεροι από χίλιοι άνθρωποι διατύπωσαν τις αναμνήσεις τους από την Επανάσταση σε κάποια μορφή γραπτού κειμένου που τελικά δημοσιεύτηκε. Οι περισσότεροι από αυτούς ήταν άνδρες , αλλά ένας σημαντικός αριθμός- περίπου δεκαοκτώ- ήταν γυναίκες. Πολλές είχαν ζήσει το θάνατο  των αγαπημένων τους στον πόλεμο, στη φυλακή ή στην εξορία, και μόλις και μετά βίας είχαν γλιτώσει τη δική τους ζωή..."
Διευκρινίζει ότι " Δεν αποτελεί έκπληξη  το ότι τα δύο τρίτα των γυναικών που έγραψαν απομνημονεύματα ήταν αριστοκράτισσες. Την εποχή της Επανάστασης , μόνο ένας στους δύο Γάλλους γνώριζε να διαβάζει , και μόνο μέλη της ανώτερης τάξης είχαν τη δυνατότητα να γράφουν με ευκολία. Ακόμη και εδώ , υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών, μεταξύ αυτών που μεγάλωσαν στις πόλεις ή στην επαρχία και αυτών που μορφώθηκαν στο Βορρά ή στο Νότο. Σίγουρα η αριθμητική υπεροχή των απομνημονευμάτων που γράφτηκαν από αριστοκράτισσες θα μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στο μορφωτικό πλεονέκτημα της τάξης τους, όμως υπήρχαν και πολιτικοί λόγοι. Μετά το 1815 , είτε οι συγγραφείς ήταν κυρίες επί των τιμών της Μαρίας Αντουνέττας είτε απλώς εξαδέλφες από την επαρχία, οι φιλοβασιλικές τους αφηγήσεις για την επαναστατική αναταραχή είχαν την επίσημη ευλογία των νέων μοναρχών, του Λουδοβίκου ΙΗ΄και του Καρόλου Ι΄, αδελφών του εκτελεσθέντος Λουδοβίκου ΙΣΤ΄.
De Tourzel

 Le Bas

   Δεν ήταν ίδια η περίπτωση όσων έγραψαν απομνημονεύματα ασπαζόμενες την ιδεολογία της δημοκρατικής παράταξης...δίοτι κινδύνευσαν με πολιτικές κυρώσεις" Κάπου αλλού η συγγραφέας γράφει ότι τα περισσότερα γραπτά των γυναικών που υποστήριξαν την Επανάσταση καταστράφηκαν.
Το κοινό όλων αυτών των γυναικών - συγγραφέων απομνημονευμάτων- ήταν ότι γεννήθηκαν πριν από το 1789 και πέθαναν μετά από την Επανάσταση και τα πολιτικά ή κοινωνικά γεγονότα καθόρισαν τη ζωή τους.
Stael

Οι γυναίκες αυτές - είτε ήταν υπέρ της επανάστασης είτε εναντίον συνδέονται μεταξύ τους με τον εφιάλτη του θανάτου . Γράφει η συγγραφέας " Οι μαρτυρίες τους πηγάζουν από την εσωτερική πίεση να παρασταθούν ως μάρτυρες όσων είχαν αποσιωπηθεί, και αποκομίζουν τη βασανιστική μεγαλοπρέπεια τους από τον πανταχού παρόντα θάνατο...Οι αγωνιώδεις προσπάθειες τους να αποκρούσουν το θάνατο και να διατηρήσουν τη ζωή αποτελεί τη βάση των αφηγήσεων τους."
Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου παρελαύνουν οι Κυρίες Ρολάν,  Καβαινιάκ,  Λε Μπα, ντε Σταλ, Τερουάν ντε Μερικούρ, η δεσποινίδα Ρομπεσπιέρ και πολλές άλλες . " Στερημένες πολιτικών δικαιωμάτων, διεκδίκησαν  το δικαίωμα να θυμούνται και να μεταβιβάσουν στους απογόνους τους τις αναμνήσεις τους όσο προσωπικές και αν ήταν. Μολονότι τα απομνημονεύματά τους ουδέποτε εκτιμήθηκαν για την ιστορική , λογοτεχνική και ηθική αξία τους, εξακολουθούν να συνιστούν πολύτιμη προφορική κληρονομιά".

Στο βιβλίο αυτό δίνεται η εικόνα της Επανάστασης όπως την έζησαν διάφορες γυναίκες φιλοβασιλικές ή δημοκρατικές , αστές ή χωρικές . Η κάθε μία δίνει το δικό της πονεμένο τόνο στα γεγονότα που συνήθως ξέρουμε μέσα από τις πρακτικές, τα κείμενα ,τις ομιλίες των διανοητών και των ρητόρων που κυριάρχησαν στην μέχρι τώρα ιστοριογραφία.
Stefanie de Genlis

Διαβάζοντας τις 405 σελίδες του βιβλίου (μαζί με τα σχόλια) έρχεται κανείς αντιμέτωπος με πολύ ενδιαφέροντα και άγνωστα περιστατικά από τις μέρες που συγκλόνισαν τη Γαλλία και έβαλαν τα θεμέλια της αστικής δημοκρατίας. Αρκετά από αυτά δεν είναι ευχάριστα και μέσα από την ματιά των γυναικών μπορεί να δει κανείς τα πολλά πρόσωπα της Επανάστασης , τις συνέπειες που είχε αυτή στις ζωές αθώων ανθρώπων, τις εκτροπές που οδήγησαν ακόμη και πολλούς από τους οπαδούς της στη λαιμητόμο. Ένα ενδιαφέρον βιβλίο που προκαλεί προβληματισμό και προσφέρει θέματα για συζήτηση καθώς πολλά από αυτά εξακολουθούν να είναι επίκαιρα , όπως η βία, η κατάχρηση εξουσίας και πολιτικής δύναμης.
De Mericourt



Ένα τραγούδι και μια απαγγελία από τη Μαρία Δημητριάδη( Εις μνήμην)





Μπορείτε να δείτε και την ανάρτηση που είχα κάνει πέρυσι τέτοια εποχή

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Χρίστος Χριστοβασίλης , Ανίκητη ελπίδα

                Ἀνήμερα τὰ Φῶτα, τὸ δειλινὸ τῆς παραμονῆς τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ,
ἡ Μήτραινα, ὅπως ὅλες τὶς παραμονὲς τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ, ἔσφαξε μιὰ
παχειὰ καὶ μεγάλη κότα, ἀπὸ τὶς δέκα - δώδεκα κοτοῦλες ποὺ εἶχε, τὴ
ζεμάτισε, τὴ μάδησε καὶ τὴν ἔβαλε νὰ βράσῃ. Συγύρισε τὸ σπιτοκάλυβό
της, ἔστρωσε στὴ γωνιὰ τὰ νυφιάτικά της μάλλινα στρωσίδια, ἔδεσε τὴ
σκύλα καὶ περίμενε, ὅπως ὅλες τὶς παραμονές, νἄρθῃ ὁ ξενιτεμμένος της
ὁ Γιάννης, ξημερώνοντας τ’ Ἅϊ - Γιαννιοῦ.
Αὐτὴ ἡ ἱστορία ἐξακολουθοῦσε χρόνια τώρα. Ἦταν ἀκόμα νέα ἡ
Μήτραινα, ὅταν, χήρα, ξεκίνησε τὸ μονάκριβό της, ὁ Γιάννης, γιὰ τὴν
ἔρμη ξενιτειά. Δὲν εἶχε ἀκόμα ἄσπρη τρίχα στὰ κατάμαυρα μαλλιά της,
ὅταν τὸν φίλησε γιὰ ὕστερη φορὰ καὶ τὸν εἶδε ψηλὰ ἀπὸ τὴ ραχούλα μὲ
δακρυόπνιχτα μάτια νὰ χάνεται στὸ μάκρος τοῦ δρόμου καὶ νὰ γίνεται
ἄφαντος.
Χρόνια καὶ χρὸνια ἀπὸ τότε ἡ δόλια Μήτραινα περνοῦσε τὴ ζωή
της μονάχη στὸ σπιτοκάλυβό της, ἔχοντας γιὰ μόνη συντροφιὰ τοὺς
τέσσερους τοίχους, τὸ εἰκόνισμα, τὴ γωνιά, μιὰ γίδα, μιὰ γάτα καὶ
καμμιὰ δεκαριὰ κοτοῦλες μ’ ἕναν ὄμορφο πετεινό, ποὺ τῆς χρησίμευε
κάθε πρωΐ, σὰν ρολόγι, νὰ τὴν ξυπνᾷ, γιὰ ν’ ἀνὰβῃ τὴ φωτιὰ της καὶ ν’
ἀρχινᾷ τὸ ἐργόχειρό της: Ρόκα ἢ πλέξιμο ἢ μπάλωμα ἢ γιὰ νὰ πηγαίνῃ
στὸ λόγγο νὰ κουβαλᾷ ξύλα.
Τὰ νιόπαιδα τοῦ χωριοῦ πήγαιναν κι ἔρχονταν στὴν ξενινειά, ποιὸ
σὲ τρία, ποιὸ σὲ τέσσερα καὶ ποιὸ σὲ πέντε χρόνια, τὸ βαρύ, βαρύ˙ ἀλλὰ ὁ
Γιάννης τῆς Μήτραινας οὔτε φαινόταν, οὔτε ἀκουγόταν πουθενά! Ὅλος
ὁ κόσμος τὸν θεωροῦσε χαμένο καὶ ὁ προεστὸς τοῦ χωριοῦ τὸν ξέγραψε
ἀπὸ τὸ δεφτέρι του, γιὰ νὰ μὴν πληρώνῃ ἡ κακομοίρα ἡ Μήτραινα τοὺς
φόρους του. Καὶ ὅμως ἡ Μήτραινα ἔσκισε τὰ ροῦχά της, ἅμα ἔμαθε
ὅτι τῆς ξέγραψε ὁ προεστὸς τὸ παιδί της καὶ πῆγε στὸ σπίτι του νὰ
παραπονεθῇ:
- Ἀκοῦς ἐκεῖ, ἔλεγε, βγαίνοντας ἀπὸ τοῦ προεστοῦ, νὰ μοῦ σβήσῃ τὸ
παιδί μου! Τί τὸν μέλει αὐτόν, σὰν πληρώνω ἐγώ;
Εἶχε πάντα τὴν καρδιά της γεμάτη ἐλπίδα καὶ τῆς φαινόταν, ὅτι τὸ
παιδί της εἶναι γερὸ καὶ καλά, ὅτι κέρδιζε χρήματα μὲ τὸ σωρό, κι ὅτι
βρίσκεται στὸ δρόμο νἄρχεται. Ζοῦσε ἡ καημένη μὲ τὸ ἐργατικό, πότε
στ’ ἀμπέλια καὶ πότε στὰ χωράφια χωριανῶν της, κι ἐνῷ ὅλος ὁ κόσμος
τὴν συμπονοῦσε, αὐτὴ δέ τὄβανε κάτω, ἀλλὰ ἀπολογιόταν μὲ θυμό:
- Μὴ σᾶς πέρασε ἡ ἰδέα, ὅτι χάθηκε τὸ παιδί μου καὶ δὲ θὰ μοῦ ἔρθῃ;
αὐτὸ ζῇ καὶ βασιλεύει, δόξα σοι ὁ Θεός! ῎Ετσι μοῦ τὸ λέει ἡ ἐλπίδα, ποὺ
ἔχω μέσα στὴν καρδιά μου!
Κάθε δειλινό, χειμῶνα - καλοκαίρι, ὅταν ἔτρεμε ὁ ἥλιος νὰ βασιλέψῃ,
ἄφηνε τὴν ἐργασία της καὶ γνέθοντες πήγαινε ψηλὰ στὴ ραχούλα, στ’
ἀγνάντια τοῦ χωριοῦ, κι ἐκεῖ καθόταν κι ἀγνάντευε τὸ δρόμο, ὡς μιὰ ὥρα
μακριὰ - ὅσο ἔκοβε τὸ μάτι της - καὶ μὲ ἀνίκητη ἐλπίδα ἀκολουθοῦσε
τοὺς διαβάτες, ποὺ ἔρχονταν, καὶ μονολογοῦσε:
- Νά! αὐτὸς εἶναι! Αὐτὁς ὁ καβαλάρης! Κοίτα, πῶς τρέχει τὸ μουλάρι
του! Καλῶς ὥρισες, παιδί μου!
Καὶ ξεφώνιζε, κι ἄνοιγε τὴν ἀγκαλιά της μ’ ἄφατη χαρά, καὶ
ροβολοῦσε δυὸ - τρία βήματα, ἀλλὰ ὁ καβαλάρης ἐκεῖνος δὲν ἦταν ὁ
Γιάννης τῆς Μήτραινας, οὔτε κἂν χωριανός της, γιατί, ἅμα πλησίαζε
πρὸς τὸ χωριό, ἔπαιρνε τὸν ἄλλον τὸ δρόμο, τραβῶντας γιὰ ξένο χωριό. Κι
ἡ Μήτραινα χαρωπή - χαρωπή, ἔπαιρνε κοντὰ μὲ τὸ βλέμμα της ἄλλον
καβαλάρη διαβάτη γιὰ τὸ Γιάννη της, ὅσο ποὺ κι αὐτὸς ἔπαιρνε ἄλλο
δρόμο. Καὶ δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴ ραχούλα, παρὰ ὅταν ἄρχιζε νὰ χύνεται τὸ
σκοτάδι ἐπάνω στὴ γῆ. Τότε, γύριζε στὸ σπιτοκάλυβό της γελαστὴ καὶ
χαρωπή, ὅπως πάντα, μὲ τὴν καρδιά της γεμάτη ἐλπίδα, κουνώντας τὸ
κεφάλι της καὶ λέγοντας:
- Ποιὸς ξέρει τὸ μοναχό μου, ποῦ νὰ νυχτώθηκε! Δὲν τὸν ἄφησε ἡ
κούρασι τοῦ δρόμου νὰ φτάσῃ ἀπόψε! Κι αὔριο ἡμέρα τοῦ Θεοῦ ξημερώνει!
Αὔριο ἔρχεται.
Αὐτὴ ἡ δουλειὰ ἐξακολούθησε χρόνια καὶ χρόνια. Ἡ ἐλπίδα φώλιαζε
βαθιὰ στὰ φυλλοκάρδια τῆς Μήτραινας. Καὶ τίποτε δὲ μποροῦσε νὰ τὴν
διώξῃ ἀπὸ κεῖ μέσα. Ὅταν δούλευε μὲ τὴν ἐργατιά, αὐτὴ ἔσερνε πάντα
τὸ τραγούδι καὶ τραγουδοῦσε ὅλο τραγούδια γιὰ τὸν ξενιτεμμένο τὸ γυιὸ
της, ποὺ πάντα ἐρχὸταν καὶ ποτὲ δὲ φαινόταν!
Ὅλος ὁ κόσμος, ἄντρες καὶ γυναῖκες, τὴν ψυχοπονοῦσαν τὴν καημένη
τὴ Μήτραινα κι ἔλεγαν μέσα τους:
- Ὁ Θεὸς νὰ τῆς αὐξαίνῃ τὴν ἐλπίδα τῆς ὀρφανῆς!
῎Ετσι περνοῦσαν τὰ χρόνια καὶ ἡ Μήτραινα ἐξακολουθοῦσε νὰ
ἐλπίζῃ, κι ὅλο νὰ ἐλπίζῃ. Κάθε βράδυ περίμενε τὸ Γιάννη της καὶ κάθε
βράδυ ξενυχτοῦσε ἔρημη καὶ μοναχὴ στὸ σπιτοκάλυβό της, χωρὶς ν’
ἀδημονῇ, χωρὶς ν’ ἀπελπίζεται.
Εἶχε χάσει τὸ λογαρτασμὸ πόσα χρόνια εἶχε ὁ Γιάννης της στὰ ξένα.
Δὲ θυμόταν πόσα χρόνια τῆς βάραιναν τὴ ράχι, κι ἀπὸ τὴν ἠμέρα, ποὺ
ξεκίνησε τὸ μονάκριβό της, εἶχε σκεπάσει τὸν καθρέφτη της, ποὺ εἶχε
κρεμασμένο δεξιὰ στὴν πόρτα της, καὶ ἀπὸ τότε δὲν εἶχε δεῖ τὸ πρόσωπό
της! Τὰ μαλλιά της εἶχαν ἀσπρίσει ὅλα,τὸ πρόσωπό της εἶχε ζαρώσει, ἡ
ράχι της εἶχε κυρτώσει κι αὐτὴ δὲν τὸ γνώριζε!
Ἂν κάθε δειλινὸ ἔβγαινε στ’ ἀγνάντια ἡ Μήτραινα, γιὰ νὰ ἰδῇ τὸ
παιδί της νἄρχεται, ὅμως οὔτε φαῒ ἑτοίμαζε, οὔτε ἔστρωνε, οὔτε τὴ
σκύλα ἔδενε, γιὰ νὰ μὴν ἀλυχτᾷ τοὺς χωριανούς. Μόνο τὴν παραμονὴ
τοῦ Ἅϊ - Γιαννιοῦ ἔκανε αὐτὴ τὴ δουλειά.
Τὸ εἶχε κομποδεμένο ἐκείνη τὴν ἡμέρα, ὅτι θὰ ἐρχόταν ὁ Γιάννης
της χωρὶς ἄλλο, ξημερώνοντας ἡ γιορτή του. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν παραμονή,
χωρὶς νὰ βγῇ καθόλου στ’ ἀγνάντια, ἔσφαζε τὴν παχύτερή της κότα, τὴ
ζεματοῦσε, τὴ μαδοῦσε καὶ τὴν ἔβανε νὰ βράσῃ, σκούπιζε τὸ σπίτι καλὰ
- καλά, ἔστρωνε καθαρά, κι ἔδενε τὴ σκύλα, γιὰ νἄναι ὅλα ἕτοιμα τὸ
πρωῒ καὶ νὰ μὴν ἔχῃ ἄλλη δουλειά, παρὰ νὰ πάῃ μόνο στὴν ἐκκλησιά
κι οὐδ’ ἄλλο, κι οὐδ’ ἄλλο.
Τόσοι Ἅϊ - Γιάννηδες πέρασαν καρτέρει καὶ καρτέρει, ποὺ μποροῦσαν
νὰ κάμουν ἀκέριο μῆνα, κι ὁ Γιάννης τῆς Μήτραινας δὲ φαινόταν! Τί νὰ
εἶχε γίνει ὁ Γιάννης! Χωρὶς ἄλλο θὰ ἔλειωσαν τὰ κόκκαλά του κάτω
ἀπὸ τὸ μαῦρο μνῆμα χωρὶς κερί, χωρὶς λιβάνι, χωρὶς τρισάγιο, χωρὶς
λουλούδια, χωρὶς δάκρυα!
Ἀλλὰ ποῦ περνοῦσαν αὐτὰ ἀπὸ τὸ νοῦ τῆς Μήτραινας!
Ὅταν ἔβρασε καλὰ ἡ κότα, εἶχε βασιλέψει ὁ ἥλἰος. Τότε ἡ Μήτραινα
τὴν ἔβγαλε ἀπὸ τὴ φωτιά, τὴν ἀπόθεσε ψηλὰ, κι ὕστερα ἔκαμε τὸ
σταυρό της ἐμπρὸς στὸ εἰκόνισμα, παρακαλῶντας τὴν Παναγία καὶ τὸν
Ἅϊ - Γιάννη νὰ τῆς φέρουν τὸ παιδί της γερὸ καὶ καλὰ ἀπὸ τὰ ξένα.
Χάλασε καὶ σκέπασε τὴ φωτιά, ἔσβησε τὸ λυχνάρι καὶ πλάγιασε νὰ
κοιμηθῇ γιατὶ ἦταν περασμένη ἡ ὥρα.
Τὰ πρόσφορα τὰ εἶχε ἕτοιμα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ Σταυροῦ. Τὸ βαθὺ
πρωΐ, νύχτα ἀκόμη, πρὶν λαλήσουν οἱ πετεινοί, ἅμα ἄκουσε τὸ σήμαντρο˙
τῆς ἐκκλησίας, σηκώθηκε, νίφτηκε, ἄναψε τὸ καντήλι στὸ εἰκόνισμα,
ἔκανε τὸ σταυρό της κι ἄναψε τὴ φωτιά. Ἔφτιασε τρία τέσσερα κεριά,
γέμισε τὸ ροΐ της λάδι, πῆρε τὸ πρόσφορό της καὶ κίνησε γιὰ τὴν
ἐκκλησία.
Ξεκινῶντας ἔκλεισε πίσω της τὴν πόρτα μόνο μὲ τὸ μάνταλο, γιὰ νὰ
μπορέσῃ νὰ μπῇ μέσα μονάχο του τὸ ξενιτεμμένο της παιδί. Ἦταν τόσο
βέβαιη, ὅτι θὰ ἐρχόταν χωρὶς ἄλλο ὁ Γιάννης της ἐκεῖνο τὸ πρωΐ! Στὴν ἐκκλησία κάθισε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῆς λειτουργίας ὢς τὸ τέλος
καί, ὅπως συνήθιζε πάντα, πῆγε στὴν πύλη τοῦ ἱεροῦ πρώτη - πρώτη,
γιὰ νὰ πάρῃ ἀντίδωρο πρωτύτερα ἀπ’ ὅλο τὸ ἄλλο χωριὸ καὶ νὰ πάῃ
γρήγορα στὸ σπίτι της, νὰ δεχτῇ τὸ παιδί της, ποὺ ἐρχόταν ἀπὸ τὴν
ξενιτειά.
Ἔτσι ἔκανε πάντα, κί ὁ παπᾶς, ποὺ ἤξερε αὐτὴ τὴν ἀδυναμία της,
τῆς ἔδινε ἀντίδωρο πρῶτα ἀπ’ ὅλους˙ κι αὐτὴ παίρνοντας τ’ ἀντίδωρο
βγῆκε τρεχάτη ἀπὸ τὴν ἐκκλησία κρατῶντας στὸ χέρι τὸ ἀδειανὸ ροῒ
καὶ τράβηξε ἴσια γιὰ τὸ σπιτοκάλυβό της.
Δὲν εἶχε φέξει καλά, ὅταν γύριζε, κι ἡ συννεφιὰ ἡ βαρειά, ποὺ κρεμόταν
στὸν αἰθέρα,ἔκανε τὸν οὐρανὸ μαῦρο καὶ φοβερό. Ὁ ἄνεμος φυσοῦσε δυνατὰ
κι ἡ Μήτραινα ἔτρεχε γρήγορα πατῶντας ὅπως τύχαινε μέσα
στὶς λάσπες, γιὰ νὰ φτάσῃ τὸ γρηγορώτερο στὸ σπιτοκάλυβό της καὶ νὰ
σφίξῃ στὴν ἀγκαλιά της τὸ παιδί της.
Μπαίνοντας στὴν αὐλὴ κοίταξε ὁλόγυρα, γιὰ νὰ ἰδῇ ἂν εἶναι κανένα
μουλάρι, καὶ μὴ βλέποντας τίποτε ἀπόθεσε κάπου τὸ ροΐ της, βγῆκε στὸ
δρόμο καὶ τράβηξε ἴσια κατὰ τ’ ἀγνάντια. Καὶ ἅμα ἔφτασε στὴ μεριά,
ποὺ εἶχε χωριστῆ μὲ τὸ Γιάννη της, φώναξε μὲ μεγάλη φωνή:
- Γιάννη η η η! Γιάννη, οὔουου!
- ῾Ορίστεεε! ἀπολογήθηκε μιὰ φωνὴ ἀπὸ μακριά.
- Χτύπα γρήγορα, παιδάκι μου, γιατὶ σ’ ἔφαγε τὸ κρύο. Τοῦ
ἀπολογήθηκε ἡ Μήτραινα.
Σὲ λίγο τὸ ποδοβολητὸ τοῦ μουλαριοῦ ἀκουγόταν ξαστερώτερα, ἀλλὰ
ἡ Μήτραινα δὲν τὸ κουνοῦσε ἀπὸ ἐκείνη τὴ μεριά.
Τὸν περίμενε ἐκεῖ τὸ Γιάννη της, ὣς ποὺ ἦρθε.
- Παιδάκι μου! Ψυχούλα μου!
- Μαννούλα μου! Ποιός σοῦ πῆρε τὰ συχαρίκια καὶ βγῆκες τέτοια
ὥρα ἐδῶ, νὰ μὲ καρτερῇς;
- ῾Η ἐλπίδα μου, ψυχούλα μου! ῾Η ἀνίκητη ἐλπίδα μου, ποὺ φώλιαζε
μέσα ἐδῶ, στὴν καρδιά μου βαθιά!
῾Ο Γιάννης κατέβηκε ἀπὸ τὸ μουλάρι, ἡ Μήτραινα ἄνοιξε τὴν
ἀγκαλιὰ καὶ μάννα καὶ παιδὶ ἔγιναν ἕνα ἀπὸ τὸ σφιχταγκάλιασμα.
᾽Εκεῖ, στὴν ἴδια τὴν μεριά, ποὺ ἀγκαλιάστηκαν καὶ φιλήθηκαν μάννα
καὶ παιδὶ τὸ πικρὸ ἀγκάλιασμα καὶ φίλημα τοῦ χωρισμοῦ, ἐδῶ καὶ τόσα
χρόνια, ἐκεῖ, στὴν ἴδια τὴ μεριὰ πάλι μάννα καὶ παιδὶ ξαναφιλιόνταν καὶ
ξαναγκαλιάζονταν τὸ χαρμόσυνο φίλημα κι ἀγκάλιασμα τοῦ ἐρχομοῦ.
Κι ἔτσι ἀγκαλιασμένοι ἔφτασαν στὸ σπιτοκάλυβο. Μιὰ βαρειὰ τουφεκιὰ ἔπεσε στὸν αὐλόγυρο τῆς Μήτραινας, ποὺ βρόντησε ὅλο τὸ χωριό.
Ἡ χαρὰ τῆς Μήτραινας οὔτε γράφεται οὔτε μολογιέται!
Πρώτη φορά, ἀφότου ξενιτεύτηκε ὁ Γιάννης, θρονιαζόταν ἡ χαρὰ στὸ
ταπεινὸ σπιτοκάλυβο τῆς Μήτραινας.
«Διηγήματα τῆς ξενιτειᾶς»                Χρῖστος Χριστοβασίλης
(Νεοελληνικά Αναγνώσματα Β΄Γυμνασίου , Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων, Εν Αθήναις 1957)