Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γυναίκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γυναίκες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2021

Τα παιδιά του Σπάρτακου

 "Τα παιδιά του Σπάρτακου" είναι ένα μυθιστόρημα που ξεκίνησε να γράφει η Διδώ Σωτηρίου από το 1962, αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ και γι' αυτό δεν είχε εκδοθεί. Εκδόθηκε το Δεκέμβριο του 2011 σε ημιτελή μορφή με την επιμέλεια της Έρης Σταυροπούλου , η οποία το προλογίζει εκτενώς αναφερόμενη στις περιπέτειες των ανθρώπων και στις περιπέτειες των βιβλίων. Γράφει ανάμεσα στα άλλα ότι: 
" Το μυθιστόρημα το είχε προαναγγείλει η Σωτηρίου ήδη από το 1962: " Γράφω διάφορα και σχεδιάζω ένα μυθιστόρημα, την " Κόρη του Σπάρτακου", που θα έχει για ηρωίδα μια σύγχρονη Θρακιώτισσα εργάτρια". 
Ένα μικρό απόσπασμα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Το Δέντρο το 1991 με τον οριστικό τίτλο " Τα παιδιά του Σπάρτακου" και με την επισήμανση ότι προέρχεται από ανέκδοτο μυθιστόρημα.
Εκτός όμως από αυτά τα λιγοστά στοιχεία το μυθιστόρημα "αναδύθηκε" αποσπασματικά από την αφάνεια με την εύρεση αρχικά ενός μικρού μέρους μαζί με άλλα χειρόγραφα στο πατάρι του σπιτιού της Σωτηρίου στα Άνω Ιλίσια. Παράλληλα, η δωρεά από την αδελφή της Έλλη Παππά και τον ανηψιό της Νίκο Μπελογιάννη του μέρους του αρχείου της Σωτηρίου, που είχε σωθεί, στο Ε.Λ.Ι.Α. - ΜΙΕΤ( Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης) και κατόπιν η ταξινόμησή του από την υπεύθυνη των Αρχείων Λογοτεχνίας του Ε.Λ.Ι.Α. κ. Σοφία Μπόρα έφερε στην επιφάνεια όλο το υπάρχον υλικό του μυθιστορήματος...
Πράγματι, Τα παιδιά του Σπάρτακου δεν έχουν σωθεί στην τελική επεξεργασμένη μορφή τους...
Συνυπολογίζοντας, λοιπόν, το υπάρχον όχι ολοκληρωμένο κείμενο και το σχέδιο του μυθιστορήματος, προκύπτει ότι θα ήταν ένα πολυπρόσωπο έργο, που η ιστορία του θα διαδραματιζόταν αρχικά στη Θράκη και πιο συγκεκριμένα στο Σουφλί και κατόπιν στην Αθήνα, ενώ θα διαρκούσε από τις αρχές του 2ου αιώνα ως την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο. Ο κύριος θεματικός ειρμός του ήταν η συνδικαλιστική και αντιστασιακή δράση που ανέπτυσσαν αρκετοί ήρωες. Ας μη θεωρηθεί, όμως, ότι έχουμε μόνο ένα μυθιστόρημα με θέση, για να προβληθεί μια συγκεκριμένη ιδεολογία. Τα παιδιά του Σπάρτακου είναι...έργο που προβάλλει τα τραγικά υπαρκτά προβλήματα του τόπου το πρώτο μισό του 2ου αι. Αν μάλιστα προσέξουμε τα λόγια ορισμένων προσώπων...βλέπουμε ότι ...εδώ διαγράφεται η επιθυμία για μια ήρεμη καθημερινή ζωή με την υπέρβαση των πολιτικών αντιθέσεων...
...με Τα παιδιά του Σπάρτακου θέλησε, όπως φανερώνει και ο τίτλος, να αφηγηθεί μια ιστορία από την πορεία του αριστερού εργατικού κινήματος στη χώρα μας. Γι' αυτό και διάλεξε τον Σπάρτακο ως παγκόσμια γνωστό σύμβολο εξέγερσης και ακατάβλητης μαχητικότητας. Ακόμη, αξιοποιώντας τη θρακιώτικη καταγωγή του Σπάρτακου, έστρεψε πολύ νωρίς την προσοχή της σε μια πόλη της Θράκης, το Σουφλί, που δεν είχε απασχολήσει τους λογοτέχνες μας, όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη ή τα Γιάννενα. Ο συγκεκριμένος χώρος δεν σχετιζόταν μόνο με τους εργατικούς αγώνες των σηροτρόφων - θέμα ελάχιστα γνωστό στο πλατύ αναγνωστικό κοινό -, αλλά πρόβαλλε, επίσης, έναν ιδιότυπο "κοσμοπολιτισμό", στην πραγματικότητα την αναγκαία λεπτή ισορροπία συνύπαρξης των χριστιανών με τους μωαμεθανούς κατοίκους του, καθώς και με τους βόρειους και ανατολικούς γείτονές του. Αυτόν τον " κοσμοπολιτισμό" αλλά και τους κινδύνους της κακής γειτονίας γνώριζε πολύ καλά η Σωτηρίου από τη ζωή της στη Μικρά Ασία.
Τέλος, η μετέπειτα μεταφορά της δράσης στην Αθήνα της επέτρεπε να αναπτύξει νέα επιμέρους θέματα, που δεν προβάλλει σε άλλα  βιβλία της...
Επιπλέον, στο έργο προτείνεται και μια διαφορετική αναγωγή του συμβόλου του Σπάρτακου. Όπως η επανάσταση εκείνου και των ταπεινών και καταφρονεμένων συντρόφων του πνίγηκε στο αίμα, αφού όμως πρώτα συγκλόνισε την τεράστια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, ανάλογα και ο αγώνας των αριστερών μπορεί να έληξε με τις διώξεις τους στο τέλος του Εμφυλίου, έγινε όμως ορόσημο της νεότερης ελληνικής ιστορίας..."

Το κασόνι και τα τσοκαράκια της Βασιλιώς .... (φώτο: Δαμασκηνίδου Α.)
Η φωτογραφία από το σχολικό  ιστολόγιο Τα παιδιά του Σπάρτακου


 " Μιλάει η Βασιλιώ, σήμερα"

Δυο λόγια να προστέσω, λέω κι εγώ, σ' αυτήν εδώ την ιστορία, μιας και αναφέρθηκε και το δικό μου όνομα. Μια για τα εγκαύματα που μου' καναν σα δούλευα μικρό παιδί στο μεταξουργείο του Χακίμη. Και δεύτερη στις θύμισες του μακαρίτη του πατέρα μου, όταν  μίλησε για τη φυλάκισή μου τότε στον Εμφύλιο. Το μόνο που λησμόνησε να πει ήταν ότι τόσο εγώ όσο και η Χρύσα, δυο φορές καταδικαστήκαμε σε θάνατο και δυο φορές γλιτώσαμε κατά λάθος κι όχι με δικιά μας υποχώρηση.
Ο καημένος ο πατέρας ως τη στερνή πνοή του δεν κατάλαβε το φταίχτη για όσα τράβηξε η φαμελιά του και οι συνάνθρωποί μας. Και δεν είναι ο μόνος πως νόμιζε πως ήταν από Θεού να' χει ο αγρότης κλειστά μάτια κι αυτιά...
Μη νομίσετε πως μεγαλοπιάνουμαι και ξέρω καλά τον κόσμο. Δεν ήμουνα ποτέ καύχημα για κανέναν. Δεν ήξερα να λέω τι σκέφτομαι. Ό,τι ένιωθα το καταχώνιαζα στα βάθη της ψυχής μου. Κι όταν βγήκα από τη φυλακή μετά είκοσι χρόνια, ώριμη πια γυναίκα, σε τίποτα και πουθενά δεν αναδείχτηκα. Έμεινα μια εργάτρια μέσα σε χιλιάδες άλλες. Ούτε που αξιώθηκα να παντρευτώ και να αποκτήσω παιδιά. Τα χρόνια της νιότης μου τα' χε καταπιεί η φυλακή. Οι συναγωνιστές μου κείνη την εποχή μού αναγνωρίζανε αυταπάρνηση και ηρωισμό, γιατί πιστά πάντα υπηρέτησα πατρίδα και λαό.
Όμως τα χρόνια εκείνα η αυταπάρνηση κι ο ηρωισμός πέρσευαν. Τόσο πέρσευαν που κανέναν δεν εντυπωσιάζανε. Άμα τύχαινε κουβέντα και για μένα, οι συχωριανοί μας λέγανε " Η Βασιλιώ; Α, το καημένο τράβηξε κι αυτό του Χριστού τα πάθη..."
Ποτέ δε μου πέρασε από το μυαλό πως μ' αδικήσανε και πως θ' άξιζε να πούνε κάτι καλύτερο. Ανήκα στους ανθρώπους που - όπως έλεγε κι ο άμοιρος ο πατέρας μου - δεν ήταν κεφαλές. Ήταν χέρια που δουλεύουν και πόδια που περπατούν όπου τα διατάξουν. Μόνο που εγώ δεν περπάτηξα όπως θέλανε κείνοι που μας κυβερνούσαν. Εγώ υπάκουσα στους άλλους που είχαν την τιμή να καταστρώνουν τα σκέδια για να πάει μπροστά η υπόθεση της απελευθέρωσης της πατρίδας και του ανθρώπου από τυράγνιες, φτώχεια και καταπίεση.
Όπως κάθε απλός στρατιώτης έτσι κι εγώ δεν ξέταζα και δεν έκανα κρίσεις ακόμα κι όταν βάδιζα στο θάνατο. Το τονίζω, γιατί η αδερφή μου, η Χρύσα, έρχεται σήμερα και λέει πως τούτη η τυφλή μας υπακοή δεν ήταν προτέρημα και πως το μόνο που διαφέραμε απ' τον πατέρα ήταν που στη θέση του Θεού βάζαμε άλλους "αλάθητους, παντογνώστες και παντοδύναμους". Πικραίνουμαι να την ακούω και συχνά ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι μου και καβγαδίζουμε άπρεπα. Όμως ας μην μπερδευτούμε τώρα μ' αυτά τα...οικογενειακά μας. Εκείνο που θ' άξιζε να σας ιστορήσω είναι πώς μου κάψανε το λαιμό τότες που δούλευα στο εργοστάσιο. νομίζω πως αυτό το μικρό περιστατικό ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι, μα και της μάνας μου και του Νεόφυτου κι όλης της οικογένειας μας που σταυρώθηκαν.
Όταν πρωτομπήκα στο εργοστάσιο ήμουνα τόσο μικρή που για να φτάνω στον πάγκο της δουλειάς πατούσα πάνω σε κασόνι. Ωστόσο πρέπει πως θα τα κατάφερνα, για να με κρατάει το αφεντικό και να πλερώνει εκείνο το τιποτένιο μεροκάματο. ΄Ήμασταν βλέπετε μεγάλη και φτωχή φαμελιά και οι πενταροδεκάρες λογαριάζονταν κι αυτές.
Ξύπναγα πριν χαράξει η μέρα, όπως οι μεγάλοι, και με το πρώτο γκάρισμα του γαϊδάρου φορούσα τα τσοκαράκια κι έπαιρνα κι εγώ το μακρύ δρόμο που έφερνε στο εργοστάσιο. Μια φορά, θυμάμαι, ήταν Γενάρης και το γκατζόλι μας, άγνωστο γιατί, γκάριξε μέσα στο μεσονύχτι. Ρολόι δεν είχαμε κι από φόβο μην αργήσω, πήρα το δρόμο τρεχάλα όλο δέος, γιατί δε συνάντησα ψυχή, παρεκτός το άγριο σκοτάδι και το ξεροβόρι. Ο επιστάτης με πρόγκηξε που τον αγουροξύπνησα και μ' έστειλε όχι μονάχα στο διάολο, μα και να γυρίσω πίσω στο σπίτι μου για να' ρθω την πρέπουσα ώρα.
Το περιστατικό με τα εγκαύματα έγινε λίγο αργότερα, τον Ιούλιο. Στο τμήμα που δούλευα βράζαν τα καζάνια του κουκουλιού κι ήταν σωστή κόλαση με τον ατμό και δυσκόλευες και ν' ανασάνεις και να δεις το διπλανό σου. Μια καυτή ομίχλη σε κύκλωνε. Θαρρούσες πως ζούσες εφιάλτη. Κείνη τη μέρα είχα φέρει μαζί μου μια κουκλίτσα που μόλις είχα φτιάξει μόνη μου. Ήταν μια τρυφερή μελιτζανούλα που της είχα βάλει μάτια από αρακά, μια φετούλα σφιχτή κι ολοκόκκινη ντομάτα για χείλη, δυο ξυλάκια για χέρια και ρούχο από τις χοντρές ίνες μετάξι που πετούσαν για άχρηστες οι τεχνίτρες.
Δεν την είχα χορτάσει τη Μελιτζανούλα μου κι ήθελα λίγο να παίξω μαζί της, να τη χαϊδέψω και να της πω να μην παραπονιέται με τη ζέστα και μου μαραθεί, γιατί μόλις θα σκολνούσαμε  θα την πήγαινα περίπατο στο ποτάμι, να την κολυμπήσω να δροσιστεί. Έλα όμως που πάνω στις τρυφερότητές μας, βγήκε μπροστά μου τ' αφεντικό.
Στη ζωή μου δεν είδα άνθρωπο πιο θυμωμένο. Οι αγριοφωνάρες και οι απειλές του με κάναν τόσο να σκιαχτώ, που κατουρήθηκα. Και να ήταν μόνο οι αγριοφωνάρες. Μέσα στη λύσσα του αρπάζει τη Μελιτζανούλα μου, την ποδοπατάει και την κάνει λιώμα. Κι ως δεν ξεθύμανε ούτε μ' αυτό, αρπάζει μια δέσμη ζεματιστό μετάξι και μου την περνάει στο λαιμό. Λαχτάρησα από τον πόνο κι ένιωσα σαν να καιγόμουνα μέσα σε φλόγες. Ο λαιμός μου φουσκάλιασε και πλήγιασε. Και πριν συνέλθω, κάτι άλλο όρμησε απ' τα κατάβαθα της ψυχής μου, η ταπείνωση, και μ' έκανε να πάρω δρόμο και τρέχοντας να κλαίω και να σπαράζω ως να φτάσω στη μάνα μου.
Συνήρθα, όχι με το λάδι και την ντομάτα που με παράλαβε, μα με το δικό της σπαραγμό και τις κατάρες που ξεστόμιζε για τον κακούργο που μας ξευτέλισε. Έτρεξε κι ο Νεόφυτος κι έσφιγγε κι αυτός τις γροθιές και τα δόντια του. Και παίρνοντάς με απόμερα μ' έπεισε να μην κλαίω, γιατί τα παιδιά του Σπάρτακου δεν κλαίνε, παλεύουνε για να μην υπάρχουνε Χακίμ, που ζεματάνε μικρά παιδιά.
Ύστερα καθώς καθίσαμε κι οι τρεις στο κατώφλι, η μάνα μας αναθυμήθηκε μια μια τις ταπεινώσεις και τα βάσανα της φτωχολογιάς. Μίλησε και για το θάνατο της μάνας της και του πατέρα της του Γιώργου, που σαν έπαιζε την γκάιντα του κλαίγανε κι οι πέτρες. Την ορφάνια και τη φτώχεια των αδελφιών της, που πήραν τις στράτες να τη χαρίσουνε σ' όποιον χριστιανό θα δεχόταν να την πάρει. Μίλησε και για τους Βαλκανικούς πολέμους και όσα ακολούθησαν, προσφυγιά, τρόμος, πείνα, θανατικό. Και τι δε μας ιστόρησε...
Όλα αυτά πρέπει πως, κρυμμένα στα κατάβαθα της ψυχής μου, δουλεύανε. Κι όταν βρέθηκα μπροστά στους ξένους στρατοδίκες της Κατοχής κι αργότερα στους ντόπιους, που μου ζήτησαν ν' αρνηθώ τις ιδέες μου, αν ήθελα να ζήσω, εγώ απάντησα: " Προτιμότερο ο θάνατος".
Ώρες ώρες, καθώς δουλεύω στο υφαντουργείο, σκέφτομαι τα σημερινά κορίτσια, που έχουνε αληθινές κουκλίτσες, που έχουν προσφάι και καθαρό ρούχο και που πολλά τα στέλνουν οι γονέοι τους στα σκολεία κι όχι στις φάμπρικες και που κανένας Χακίμης δεν τολμά να τα ζεματίσει, και λέω σπολάτη. Δεν πήγαν χαμένοι οι αγώνες μας.

Διδώ Σωτηρίου, Τα παιδιά του Σπάρτακου. Πρόλογος - Επιμέλεια: Έρη Σταυροπούλου, Κέδρος, Αθήνα 2011

Κυριακή 8 Μαρτίου 2020

Αφίσες για την 8 Μάρτη " Όχι μια μέρα γιορταστική - οι γυναίκες στην πάλη για την αλλαγή"


Μερικές αντιπροσωπευτικές αφίσες για την Ημέρα της Γυναίκας, έτσι όπως παρουσιάστηκαν πριν από πολλά χρόνια σε έκθεση που πραγματοποίησε ο Δήμος της Βενετίας,Τομέας Καλών Τεχνών, για να παρουσιάσει το πρόβλημα της γυναίκας, στην ιστορία των τελευταίων εκατό χρόνων.
" Γεγονότα, αδικίες και μηχανορραφίες που υπέφεραν οι γυναίκες, αγώνες που υποστήριξαν και κατακτήσεις που πέτυχαν, όλ' αυτά εξιστορούνται σε μια έκθεση αφιερωμένη στα εκατό χρόνια πολιτικής αφίσσας που αναπαράγει πλευρές της κατάστασης και στιγμές της πάλης των γυναικών. Οι καταγγελίες, τα μηνύματα, οι εκκλήσεις διαδέχονται το ένα το άλλο καθώς αναπτύσσεται η έκθεση, εκφρασμένα με εικόνες και κοφτερές λέξεις· και προσφέρονται στο μάτι με την αυθεντικότητα της στιγμής που παρουσιάστηκαν στους τοίχους των πόλεων ή στον τύπο: σα ζωντανές κια διαπεραστικές φωνές..." ( Καμίλα Ραβέρα, Εκατό χρόνια αγώνων).
Στην Ελλάδα οι ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΑΦΙΣΣΕΣ της έκθεσης παρουσιάστηκαν σε λεύκωμα το 1980 από τις εκδόσεις Οδυσσέας μαζί με τρία συνοδευτικά κείμενα των Καμίλα Ραβέρα, Εκατό χρόνια γυναικείων αγώνων, Ντόρε Άστον, Κοινωνία και τέχνη στις γυναικείες αφίσσες, Τζούλιο Ιταλιάνι, Η πολιτική των λόγων και των εικόνων.
Τα θέματα των αφισών αναφέρονται στην μητέρα, στην οικογένεια, στην ηρωίδα, στην ψηφοφόρο, στην 8 Μαρτίου, στη φεμινίστρια. 
Η έκθεση ξεκινούσε από την "Κομμούνα", επειδή σ' εκείνη πήραν μέρος θαρραλέες γυναίκες με δικές τους διαπιστώσεις και διεκδικήσεις.


Αφίσες από την ενότητα 8 Μάρτη


Σ. Ραέφ, ΕΣΣΔ, 1976, " Διεθνής ημέρα της γυναίκας - 8 Μάρτη". Μόσχα




Γερμανία, 8/3/1914, " Εμπρός για το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες", Ιδιωτική συλλογή



Δανία, Danmarks Demokratiske Kvindeforbund, 1975, " 8 Μάρτη, διεθνής ημέρα πάλης των γυναικών , διαδήλωση", Ιδιωτική συλλογή.



Ιταλία, UDI, 1954," 8 Μάρτη - διεθνής ημέρα της γυναίκας", Αρχείο UDI.




1) Ιταλία, UDI,1952, " Για την ειρήνη, για μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία, για ένα πιο δίκαιο και πιο όμορφο κόσμο - 8 Μάρτη διεθνής ημέρα της γυναίκας", Συλλογή Σάλτσε - Museo Civico - Τρεβίζο.
2) Ιταλία, UDI,1964, " 8 Μάρτη 1944 - 1964. Απ' την αντίσταση στο νέο σκοπό της χειραφέτησης", Αρχείο UDI.




Έτορε Βιτάλε, Ιταλία, ΙΣΚ, 1975, " Παλεύοντας για τα δικαιώματα σου υπερασπίζεσαι την ελευθερία όλων. 8 Μάρτη - Ημέρα της γυναίκας". Αρχείο ΙΣΚ.

Έτορε Βιτάλε, Ιταλία, ΙΣΚ, 1977, " 8 Μάρτη - Όχι μια μέρα γιορταστική - οι γυναίκες στην πάλη για την αλλαγή", Αρχείο ΙΣΚ.

1) Β. Κονιουκόφ, ΕΣΣΔ, 1977, "8 Μάρτη - Διεθνής ημέρα της γυναίκας", Βιβλιοθήκη Λένιν - Μόσχα.
2) Kojt Pjuss, ΕΣΣΔ, 1968, " 8 Μάρτη", Βιβλιοθήκη Λένιν - Μόσχα.
3) Αυστραλία, " Απελευθέρωση της γυναίκας - Ας βαδίσουμε στις 11 Μάρτη", Ιδιωτική συλλογή.


Λ. Τζιράτζκι, Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας, FDGB, 1960, " 50 χρόνια της διεθνούς ημέρας της γυναίκας", Museum fur Deutsche Geschichte - Βερολίνο.


F.N.Beyer, Λαϊκή Δημοκρατία Γερμανίας, 1978, " 8 Μάρτη - Ευχές για τη διεθνή ημέρα της γυναίκας", Museum fur Deutsche Geschichte - Βερολίνο.


Κούβα, Εθνικό Συμβούλιο Κουλτούρας, 1975, " Διεθνές έτος της γυναίκας", Ιδιωτική συλλογή.


1) Νορβηγία, 1977, "8 Μάρτη - Πάλη κατά της καταπίεσης της γυναίκας", Ιδιωτική συλλογή - Όσλο.
2) Νορβηγία, 1977, " 8 Μάρτη - Διαδήλωση - Πάλη κατά της καταπίεσης της γυναίκας", Ιδιωτική συλλογή - Όσλο.

Η μετάφραση των κειμένων και των λεζαντών έγινε από τη Γιάννα Νικολίτσα

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

Γυναίκες Μόνες


Γυναίκες μόνες, αγριολούλουδα της γης της νύχτας ανεμώνες,
φθινοπωριάτικης βροχής ατίθασες σταγόνες,
σκόρπια φωτάκια ζεστασιάς μες στους χειμώνες.

Γυναίκες μόνες, μες στα πελάγη της ζωής ανήσυχες γοργόνες,
άγνωστες δίπλα μας γνωστές και της σιωπής θαμώνες,
απ’ της αγάπης τα νησιά οι Ροβινσώνες.

Μάνα γλυκιά μου και φιλενάδες μου και πόσες,
στα μονοπάτια της καρδιάς συνταξιδιώτες.
Μάνα γλυκιά μου και φιλενάδες μου και πόσες,
χίλιες εικόνες κοντινές κι εγώ απ’ τις πρώτες.

Γυναίκες μόνες, ταξιδευτές μες στης ψυχής
τους άγριους κυκεώνες, αερικά του φεγγαριού,
ανήμεροι κυκλώνες, άπαρτα κάστρα μυθικά μες στους αιώνες.

Στίχοι: Αναστασία Μουτσάτσου
Ερμηνεία:Φωτεινή Βελεσιώτου, Αναστασία Μουτσάτσου
Μουσική: Δήμητρα Γαλάνη


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Κονθεπθιόν

Κονθεπθιόν Αρενάλ
Σε όλη της τη ζωή αγωνίστηκε με σθένος ενάντια στη φρίκη των φυλακών, και υπερασπίστηκε την αξιοπρέπεια της γυναίκας στη μεταμφιεσμένη φυλακή του σπιτιού της.
Έλεγε τα πράγματα με το όνομά τους, παρόλο που δεν το συνήθιζαν οι άλλοι:
" Όταν το σφάλμα είναι όλων, δεν είναι κανενός", έλεγε.
Κατάφερε ν' αποκτήσει αρκετούς εχθρούς.
Και μολονότι στη συνέχεια η αξία της αναγνωρίστηκε, στη χώρα της αδυνατούσαν να το πιστέψουν. Όχι μόνο στη χώρα της, αλλά και στην εποχή της.
Κάπου στα 1840, η Κονθεπθιόν Αρενάλ, μεταμφιεσμένη σε άνδρα, με το στήθος στριμωγμένο σε στενό κορσέ, παρακολουθούσε μαθήματα στη Νομική Σχολή.
Κάπου στα 1850, εξακολουθούσε να ντύνεται αντρικά, ώστε να μπορεί να συμμετέχει στις συγκεντρώσεις όπου συζητιόντουσαν ακατάλληλα θέματα, ακατάλληλες ώρες, στη Μαδρίτη.
Εμίλια Πάρδο Μπαθάν
Κάπου στα 1870 μια φημισμένη αγγλική οργάνωση, η Εταιρεία Χάουαρντ για τη Μεταρρύθμιση στις Φυλακές, την ονόμασε εκπρόσωπό της στην Ισπανία. Το έγγραφο που τη διόριζε στάλθηκε  στο όνομα του σερ Κονθεπθιόν Αρενάλ.
Σαράντα χρόνια αργότερα, μια άλλη Ισπανίδα από τη Γαλικία, η Εμίλια Πάρδο Μπαρθάν, ήταν η πρώτη γυναίκα που διορίστηκε σε ισπανικό πανεπιστήμιο. Κανένας μαθητής δεν καταδέχτηκε να την ακούσει. Έκανε μάθημα σε άδεια αίθουσα.


Eduardo Galeano, Γυναίκες, μετφρ. Ισμήνη Κανσή, Πάπυρος,Αθήνα 2015

" Οι Γυναίκες είναι ο ύστατος αποχαιρετισμός του Εδουάρδο Γκαλεάνο στους αναγνώστες του, αποχαιρετισμός εσπευσμένος, μια και ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει τυπωμένο το βιβλίο του πριν φύγει από τούτο τον κόσμο. Πρόλαβε, τουλάχιστον να ετοιμάσει αυτή την ανθολογία - φόρο τιμής στη Γυναίκα, που τόσο κεντρική θέση είχε στη σκέψη, στο έργο και στη ζωή του γενικότερα. Με τη χαρακτηριστική του ποιητική πρόζα, μιλάει για γυναίκες που άφησαν το δικό τους στίγμα στην ιστορία, ανασύρει από τη λήθη συλλογικά κατορθώματα γυναικών, μιλάει για τις ρίζες του μισογυνισμού, για γυναίκες που αψήφησαν την κυρίαρχη ανδρική ερμηνεία της πραγματικότητας. Και όπως η γυναίκα με την οποία ξεκινά το βιβλίο, η Σεχραζάντ από τις Χίλιες και μια νύχτες, αφηγείται ιστορίες στον βασιλιά για να μην την σκοτώσει, έτσι και ο Γκαλεάνο, ένας μάγος της γλώσσας, αφηγείται τις ιστορίες του για να μην αφήσουμε τη μνήμη να πεθάνει, γιατί η μνήμη χτίζει το μέλλον."(οπισθόφυλλο)

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

Λιλίκα Νάκου "Παραστρατημένοι"

Η  Λιλίκα Νάκου γεννήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 1904. 

Το 1935 η Λιλίκα Νάκου έγραψε το μυθιστόρημα" Παραστρατημένοι" . Με αυτό το έργο έγινε γνωστή στα νεώτερα χρόνια καθώς ήταν το  πρώτο της  που  μεταφέρθηκε  στη μικρή οθόνη το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1979 έως το Φεβρουάριο του 1980. Δυστυχώς δεν διασώθηκε κανένα επεισόδιο καθώς κάποιοι διέγραψαν εντελώς τη σειρά από το αρχείο της ΕΡΤ .
Οι "Παραστρατημένοι " αφηγούνται  συμβάντα από την παιδική ηλικία της συγγραφέα, τη ζωή και την εκπαίδευσή της στην Ελβετία. Αυτοβιογραφική διάθεση με κυρίαρχα μοτίβα τη μοναξιά, την έλλειψη  μητρικής αγάπης, τις προβληματικές ανθρώπινες σχέσεις, τους ανεκπλήρωτους έρωτες,  το θάνατο, το μηδενισμό αλλά και την τάση για την ψυχική ελευθερία και την αποδέσμευση από τα στερεότυπα  μέσα από την εργασία και το διάβασμα.

"Η αφήγηση, μέσα από τα γεγονότα της εσωτερικής και εξωτερικής ζωής της ηρωίδας, ξεδιπλώνει την προσωπική της πορεία προς την ανακάλυψη του εαυτού της όσο και μια σειρά από γυναικεία και αντρικά πρόσωπα, που κινούνται γύρω της και των οποίων οι μικρές ‘εγκιβωτισμένες’ ιστορίες ζωής αποκαλύπτουν αντρικές και γυναικείες στάσεις εμποτισμένες από τα διαδεδομένα στερεότυπα της κοινωνίας της εποχής. Τα στερεότυπα για τη γυναίκα είναι η παρθενία πριν το γάμο  η υστερική γυναίκα, η πόρνη, η μητρική και προστατευτική γυναικεία φιγούρα, η γυναίκα-θύμα, η γυναίκα που αφιερώνεται στους άλλους, ευαίσθητη και γενναιόδωρη, η γυναίκα που «εκμεταλλεύεται» τους άντρες , η «εγκαταλελειμμένη» γυναίκα, η ανικανοποίητη γυναίκα. Όλες αυτές οι στερεοτυπικές εικόνες της γυναίκας εμφανίζονται είτε ως αναπαραστάσεις των ανδρών αποτυπωμένες στις συζητήσεις των ανδρών μεταξύ τους ή με τις γυναίκες είτε ως στάσεις διαφόρων γυναικείων τύπων μέσα στις ‘εγκιβωτισμένες’ αυτές ιστορίες στην ιστορία της κύριας αφήγησης. Πρέπει να σημειώσουμε ότι τα δευτερεύοντα γυναικεία ή ανδρικά πρόσωπα που περιβάλλουν την κεντρική ηρωίδα λειτουργούν ως ‘συνεργοί’ (adjuvants) για την ίδια, αφού τη βοηθούν να έχει πρόσβαση στον εσώτερο εαυτό της, να ανιχνεύσει τα όρια και τα αδιέξοδά της, τις αντιθέσεις, τις διαφορές και τα κοινωνικά παράδοξα. Τα διαφορετικά γυναικεία ‘εγώ’ συγκροτούν το ‘εγώ’ της Αλεξάνδρας και το ‘εγώ’ της γυναίκας γενικά, παρά τις μερικές διαφοροποιήσεις. Μέσα από μια χαμηλόφωνη αφήγηση, η οποία παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διατύπωση μιας σκέψης για τη γυναικεία ταυτότητα, η αφηγήτρια, ακούγοντας προσεχτικά τον εαυτό της, ομολογεί τις αδυναμίες, τους φόβους της και διηγείται τις περιπέτειες της, τις προσπάθειες, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες της."(1)

Οι "Παραστρατημένοι" είναι άνθρωποι, άνδρες και γυναίκες, που παρασύρονται από τις αδυναμίες τους και παραιτούνται από τη ζωή υποταγμένοι σε αρρωστημένα συναισθήματα και αδιέξοδες καταστάσεις. Η βασική ηρωίδα του μυθιστορήματος αγωνίζεται να δραπετεύσει από αυτά βαδίζοντας ωστόσο πολλές φορές σε κινούμενη άμμο έτοιμη να καταποντιστεί ανά πάσα στιγμή. Κατορθώνει όμως να ισορροπήσει και να απελευθερωθεί ανακαλύπτοντας ένα νέο νόημα στην ταλαιπωρημένη της ζωή.

" Ένιωθα τώρα στο βάθος μου πως είχα βρει το σκοπό της ζωής μου. Μια σκέψη μόνο με βασάνιζε: Θα μπορέσω τάχα εγώ να πλάσω έναν άνθρωπο; Έναν Άνθρωπο με καρδιά γερή και μεγάλη;...Και θα μπορέσω εγώ να του δείξω τον ίσιο δρόμο, ώστε πατώντας στα ερείπια που άφηκε η γενιά μας, να πετάξει μπροστά;..."

Οι "Παραστρατημένοι" είναι ένα σπαρακτικό, ένα σχεδόν καταθλιπτικό μυθιστόρημα , το οποίο όμως κατορθώνει στο τέλος να εμφυσήσει ελπίδα και αισιοδοξία για τη γυναίκα και για τον άνθρωπο γενικά.


Λιλίκα Νάκου,Παραστρατημένοι, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009,12η έκδοση

(1) Διαμάντη Αναγνωστοπούλου, Ανάδυση της έμφυλης γυναικείας ταυτότητας σε αφηγηματικά έργα γυναικών συγγραφέων της λογοτεχνικής γενιάς του τριάντα.

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2019

Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα (2)


Ράβενσμπρουκ

...Κι έτσι περάσαμε την είσοδο ενός από τα αμέτρητα κολαστήρια, που οι εγκληματίες του ναζισμού έσπειραν στην Ευρώπη, για να ντροπιάσουν και να στιγματίσουν τον πολιτισμό της.
Ήταν το Ράβενσμπρουκ!
Η πόρτα έκλεισε πίσω μας, κλείνοντας κάθε ελπίδα διαφυγής.
Πόσες άραγε, από τις χιλιάδες των γυναικών που πέρασαν αυτό το φριχτό κατώφλι του θανάτου, μπόρεσαν να το ξαναδιαβούν ελεύθερες; Και ακόμη πόσες από αυτές που το διάβηκαν ήταν γερές ψυχικά, πνευματικά και σωματικά;
Αυτό κανένας δε θα μας το πει ποτέ!
Προχωρούμε μέσα στο σκοτάδι και βρισκόμαστε μπρος σε μια πόρτα ανοιχτή, που οδηγεί σ' ένα θάλαμο που φωτίζεται από λιγοστό φως.
Εκεί, κατάκοπες από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και εξαντλημένες από την πείνα, πέσαμε στο πλακόστρωτο και βυθιστήκαμε σ' ένα ληθαργικό ύπνο.
Αύριο με το φως της ημέρας θα δούμε και θα ζήσουμε τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, που με μαεστρία μας έχουνε ετοιμάσει τα κτήνη του ναζισμού.
Ξημέρωσε. Η πρώτη διαταγή έφτασε!
" Γδυθείτε και αφήστε τα ρούχα σας. Προχωρείστε σε φάλαγγα".
Προχωράμε ολόγυμνες! Ανάμεσα σε συστοιχίες αντρών των Ες Ες με σαδιστικές και φριχτές φυσιογνωμίες για να αφαιρέσουν, ό,τι πολύτιμο αντικείμενο είχαμε πάνω μας, έψαξαν ακόμη και τα μαλλιά μας!
Μετά τη δοκιμασία αυτή, μας μετέφεραν σ' ένα θάλαμο όπου είχαν ρίξει σωρούς από παλιά ρούχα, όλα καλοκαιρινά. Τα δικά μας ρούχα είχαν εξαφανιστεί. Μας διατάξανε να ντυθούμε με τα ρούχα που ήταν εκεί. Και άρχισε το ντύσιμό μας. Ήταν το πιο απίθανο ντύσιμο που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Ήταν μια περίπτωση, που το τραγικό και το κωμικό συνταιριάζονταν απόλυτα. Στα πόδια μας ξυλοπάπουτσα.
Η πόρτα ανοίγει και πάλι. Καινούργια διαταγή. " Προχωρείτε κατά τετράδες στην αυλή"· και καθώς δεν καταλαβαίνουμε τη γλώσσα, οι κλοτσιές και οι βουρδουλιές πέφτουν απανωτές.
Είναι μια μέρα που δεν έχει τίποτα το κοινό με τις ολόφωτες μέρες της πατρίδας. Είναι μια μέρα, όπως όλες οι άλλες που θ' ακολουθήσουν, μουντή, συννεφιασμένη, συνταιριασμένη απόλυτα με το εφιαλτικό περιβάλλον.
Η γη κάτω στα πόδια μας μολυβένια, ο ουρανός κι αυτός μολυβένιος. Τα ξύλινα παραπήγματα, που είναι σκορπισμένα σε μια τεράστια έκταση, και αυτά μολυβένια, και για συμπλήρωμα ο τεράστιος μαντρότοιχος με τα ηλεκτροφόρα συρματοπλέγματα, με τους αγκυλωτούς σταυρούς και τις νεκροκεφαλές.
Το βήμα γίνεται αφάνταστα κουραστικό και οδυνηρό μ' εκείνα τα τεράστια ξυλοπάπουτσα, και καθώς δεν είμαστε συνηθισμένες, η καθεμιά πατάει τα ξυλοπάπουτσα της προηγούμενης και ο ρυθμός του βαδίσματος αλλάζει. Προσοχή! Το άρρυθμο βάδισμα ενοχλεί την ευαίσθητη ακοή των δημίων και οι βουρδουλιές ματώνουν τα κορμιά μας.
Σε λίγο  βρισκόμαστε σ' ένα από τα ξύλινα παραπήγματα, μας σπρώχνουν μέσα και μας στριμώχνουν σε μια γωνιά, είκοσι περίπου τετραγωνικά μέτρα.
Σ' αυτή τη γωνιά θα ζήσουμε οι εξήντα μία γυναίκες 40 μέρες.
Υπάρχει, ευτυχώς, ένα τραπέζι· εκεί στοιβαχτήκαμε· ένα μέρος κάτω από το τραπέζι, ένα μέρος πάνω στο τραπέζι και ένα μέρος γύρω από το τραπέζι.
Μέσα στο ίδιο παράπηγμα μ' εμάς ήταν καμιά διακοσαριά γυναίκες ακόμα, στοιβαγμένες κατά τον ίδιο τρόπο. Δεν ξεχώριζες παρά κεφάλια και πρόσωπα. Κεφάλια ξανθά, ολόξανθα, ξυρισμένα σύρριζα, προσωπάκια παιδικά που η θέση τους ήταν στα θρανία, βλέμματα πονεμένα, έκπληκτα, γεμάτα ερωτηματικά. Ακόμα πρόσωπα γερασμένα, που ο χρόνος κι η ταλαιπωρία είχε χαράξει βαθιά.
Μεσημέρι. Το συσσίτιο έρχεται.
Πεινασμένες καθώς είμαστε, περιμένουμε ένα πιάτο ζεστό φαΐ· το πιάτο ήρθε, και ήταν ζεστό, μα το περιεχόμενο ήταν κάτι το αηδιαστικό. Ένα  ακαθόριστο παρασκεύασμα - νερόβραστα χορταρικά - γεμάτα σκουλήκια και χώματα. Καμιά από μας δε το δοκίμασε.
Με κατάπληξη όμως είδαμε  να το τρώνε όλες οι άλλες, και όχι μόνο αυτό, αλλά να παίρνουν και το δικό μας.
Τότε μονάχα αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε τι μας περίμενε.
Οι ώρες κυλάνε αργά, κουραστικά. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ο άνθρωπος δεν ξέρει τι από τα δύο θέλει: Να φεύγει ο χρόνος ή να σταματάει; Δεν ξέρει η επόμενη στιγμή τι του ετοιμάζει. Αφανισμό; Εξευτελισμό; Βασανιστήρια;
Μα εμείς δε ζούμε καν σαν άνθρωποι, ούτε μας μένει καιρός να βάλουμε σε σειρά τις σκέψεις μας και τις εντυπώσεις μας από τις οδυνηρές εκπλήξεις της ημέρας. Πώς λοιπόν να μας μείνει και χρόνος για λυρική σκέψη; Αναλογιζόμαστε μόνο τι μας περιμένει.
Το βραδινό συσσίτιο, ευτυχώς, είναι μια φέτα ψωμί και λίγη μαργαρίνη. Αμέσως μετά έξοδος στην αυλή και παράταξη για μέτρημα.
Εδώ αρχίζει καινούργιο μαρτύριο. Το κρύο τσουχτερό, διαπερνάει τα κόκαλά μας, αβάσταχτο, ακόμα και για έναν εγκλιματισμένο άνθρωπο, πόσο μάλλον για ένα μεσογειακό, όπως εμείς, και ντυμένο μάλιστα με τα καλοκαιρινά κουρέλια.
Μόνο ένας Θεός ξέρει πόση ώρα θα περιμένουμε εκεί όρθιες, για να περάσουν μέσα στη νύχτα με τους φακούς και με το βούρδουλα οι δήμιοι να μας μετρήσουν, να μας χλευάσουν, να μας προπηλακίσουν. Αλίμονο σ' εκείνη που δε θα' βρισκαν σε στάση προσοχής ή θα' ταν έξω από τη γραμμή. Επιτέλους, ύστερα από ώρες, που δεν μπορώ να υπολογίσω - γιατί ήταν ανάλογες με τα γούστα των βασανιστών - το μαρτύριο τελειώνει, για ν' αρχίσει το μαρτύριο του ύπνου.
Κρεβάτια υπήρχαν. Αλλά πόσες θα κοιμηθούν στο καθένα; Αρχίζουν από δύο και φτάνουν στις τέσσερις, ανάλογα με το ανθρωπομάζωμα της κάθε μέρας.
Κουράγιο! Το χρέος στον άνθρωπο και στις μελλούμενες γενιές μάς έφερε σ' αυτή την κόλαση.
Ας ατσαλώσουμε λοιπόν την ψυχή μας και ας κρατήσουμε άγρυπνο το πνεύμα μας. Πρέπει να φύγουμε ζωντανές από δω μέσα, για να διαλαλήσουμε στα πέρατα του κόσμου και ως τα βάθη των αιώνων, ότι το κορμί δε λυγίζει όταν τη ψυχή φλογίζει η πίστη στον άνθρωπο και στα μεγάλα ιδανικά που γι' αυτά αγωνίζεται.
Χαράματα. Το ουρλιαχτό μιας σειρήνας μας κάνει να πεταχτούμε πάνω σα νευρόσπαστα.
Πρέπει σε πέντε λεπτά να βρισκόμαστε έξω για το πρωινό μέτρημα.
Και το μαρτύριο επαναλαμβάνεται. Αναμονή σε στάση προσοχής για ώρες, τουρτούρισμα από το κρύο και την πείνα. Επιστροφή στη γωνιά των 20 τετραγωνικών και διανομή του πρωινού.
Το πρωινό ήταν ένα ρόφημα ακαθόριστο, ανάμεσα σε τσάι και καφέ, χωρίς ψωμί και χωρίς ζάχαρη.
Δεύτερη μέρα στο Ράβενσμπρουκ.
Ο κύκλος επαναλαμβάνεται, μα οι δήμιοι έπρεπε να ποικίλλουν το πρόγραμμα της ημέρας, αλλιώς θα πέφταμε στη ρουτίνα κι εκείνοι κι εμείς. Έτσι, για σήμερα, και μετά το πρωινό ρόφημα, το πρόγραμμα είχε εξέταση από γιατρό.
Το θλιβερό καραβάνι ξεκινάει για το νοσοκομείο.
Τι άραγε εξέταση θα γίνει; Θα το δούμε κει. Φτάσαμε. Αμέσως ακούμε τον επικεφαλής να διατάσσει: " Ολόγυμνες και στο ύπαιθρο".
Είναι μια διαταγή που δεν μπορεί να τη συλλάβει ανθρώπινο μυαλό. Είναι μια διαταγή που δεν μπορεί παρά να δόθηκε από ανθρώπινο κτήνος. Καταλαβαίνει κανείς τις ψυχικές μας αντιδράσεις. Ήταν τρομερές. Πίκρα, ντροπή, μίσος και πάλι μίσος, απέραντο μίσος και απόφαση να επιζήσουμε, για να δούμε το γκρέμισμα του ναζισμού.
Ύστερα από ώρες πολλές, η εξέταση αρχίζει. Περνάμε μια μια μπροστά από μια παράταξη γιατρών των Ες Ες για να μας εξετάσουν τελικά αν είχαμε ψώρα στα χέρια!
Είμαι γιατρός· κείνη τη στιγμή ντράπηκα γι' αυτούς και θυμήθηκα τον όρκο του Ιπποκράτη.
Όταν κάποτε αυτοί έδιναν αυτό τον όρκο και ξεκινούσαν στη ζωή με ωραία όνειρα και με τη φιλοδοξία να υπηρετήσουν τον άνθρωπο, να σώσουν ζωές, ν' ανακουφίσουν πόνους, προαισθάνθηκαν άραγε το κατάντημα που κάποτε θα έφταναν; Αν ήθελαν να είναι συνεπείς  μ' αυτό τον όρκο, γιατί δεν τον κράτησαν και προτίμησαν το θάνατο παρά να τον προδώσουν;
Ύστερα από αυτή την εξευτελιστική εξέταση, μας γυρίζουνε στο παράπηγμα για το μεσημεριανό φαγητό.
Αργότερα μάθαμε ότι αυτή η εξέταση γινόταν για να ξεχωρίσουνε τις καλύτερες σε σωματική διάπλαση και να τις χρησιμοποιήσουνε για ψυχαγωγία των υπανθρώπων, που αποτελούσαν το συρφετό του ναζισμού.
Τώρα πια αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε απόλυτα την τραγική μας κατάσταση.
Τώρα πρέπει να σκεφτούμε και να βρούμε τρόπους ν' αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που κάθε μέρα θα μας παρουσιάζονται, για να μπορέσουμε να επιζήσουμε και να γλιτώσουμε μέσ απ' αυτή την κόλαση.
Πρέπει την ίδια την απάνθρωπη ζωή που μας επέβαλε ο πόλεμος και τα κτήνη του ναζισμού για να μας αφανίσουν, να την κάνουμε όπλο εναντίον του.
Είμαστε εξήντα μία γυναίκες Ελληνίδες μέσα στις χιλιάδες που βρίσκονται εδώ. Πάρα πολύ λίγες φυσικά για αποτελεσματικές ενέργειες, όμως κάτι πρέπει να γίνει.
Πρώτη προσπάθεια, λοιπόν, η συνοχή ανάμεσά μας.
Παρ' όλο που το καθήκον αυτό μας δημιουργούσε προβλήματα, επειδή υπήρχε ανομοιογένεια, όμως κατορθώσαμε να κρατήσουμε αυτή μας τη συνοχή σχεδόν ως το τέλος.
Δεύτερο καθήκον. Να πλησιάσουμε τις άλλες γυναίκες. Δύσκολο; Πολύ δύσκολο, γιατί εκτός από τις λιγοστές Γαλλίδες, που η νοοτροπία μας ήταν κάπως συγγενική κι η γλώσσα προσιτή, οι άλλες, όλες σλαβικής προέλευσης, οι περισσότερες Πολωνίδες, Ρωσίδες, Τσέχες, φαίνονταν απρόσιτες κλεισμένες στον εαυτό τους.
Και όμως είναι ανάγκη! Πρέπει να τις πλησιάσουμε. Πρέπει να πλησιάσουμε τις γυναίκες, που βρίσκονται πλάι μας. Να μας δώσουν και να τους δώσουμε λίγο κουράγιο. Έχουμε ανάγκη από την ανθρώπινη ζεστασιά, όπως θα' χουν κι αυτές. Το βλέπεις στο βλέμμα τους κι ας μη μιλάνε. Αυτές δεν έχουν τον αυθορμητισμό και την εκδηλωτικότητα του μεσογειακού ανθρώπου.
Οι μισές σχεδόν από μας είναι κοπέλες 18-22 χρονών, μερικές κάτω των 18, και οι περισσότερες από αυτές είναι στην ίδια ηλικία.
Το πλησίασμα ανάμεσα στους νέους είναι ευκολότερο, έχουν κοινή γλώσσα για να συνεννοηθούν. Άλλωστε δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ μας . Και αν υπάρχουν να που ο πόλεμος ανάλαβε να τις λύσει και φρόντισε να μας φέρει στο κολαστήριο τούτο από τις μακρινές πατρίδες μας, για να δοκιμάσει την αντοχή μας.
Κοινή λοιπόν η τύχη, κοινή και η προσπάθεια. Δε μας χωρίζει τίποτε, όλα μας ενώνουν.
Η Βάσω μιλάει καλά τα γαλλικά. Η Ελενίτσα τα καταφέρνει στα ρούσικα, Μπέττυ ξέρει γερμανικά καθώς και η Ματίνα. Η Παπαδοπούλου τα καταφέρνει πολύ καλά σε όλες αυτές τις γλώσσες.
Επιχείρησαν λοιπόν αμέσως μια πρώτη επαφή κι έτσι η μικρή Σόνια από τη μακρινή στέπα και η μικρή Ελένη από τις γαλανές και ζεστές θάλασσες, γίνονται φίλες. Η Βάσω και η Οντέτ δένονται σφιχτά. Η Μπέττυ και η Ματίνα έρχονται σ' επαφή με Γερμανίδες αντιναζίστριες. Η Παπαδοπούλου προσπαθεί να συνεννοηθεί με τις Πολωνίδες.
Σιγά σιγά ο πάγος έσπασε κι έτσι δημιουργήθηκε ανάμεσά μας ο δεσμός εκείνος που ενώνει τους σκλάβους.
Και το αποτέλεσμα έρχεται. Αυτές, εξαντλημένες από το μακρόχρονο υποσιτισμό, έχουν ανάγκη ακόμη και από τα ψίχουλα του ψωμιού που μπορούμε εμείς να τους δώσουμε καθώς και από το μεσημεριάτικο φαγητό, που για μας είναι απαράδεκτο, προς το παρόν τουλάχιστο.
Αντίθετα, εμείς έχουμε ανάγκη από ένα κουρέλι ή έστω και μια εφημερίδα, για να σκεπάσουμε το παγωμένο μας κορμί, γιατί αλλιώς κινδυνεύουμε να πεθάνουμε από το κρύο.
Ως πότε, όμως, θα ήταν δυνατό να κρατήσει αυτή η ανταλλαγή; Όσο φυσικά άντεχε ο οργανισμός μας στο συνεχή υποσιτισμό.
Έτσι η ανταλλαγή άρχισε και φυσικά μαζί της η παραπέρα γνωριμία.
Οι κοπέλες μας άρχισαν να καλλιεργούν σιγά σιγά τις ξένες γλώσσες και να προσπαθούν να συνεννοηθούν. Ήταν κάτι που γέμιζε κατά κάποιον τρόπο τις ώρες τους.
Οι μέρες διαδέχονταν η μια την άλλη, κουραστικές, επίπονες, βασανιστικές, με το πρωινό προσκλητήριο και την ατέλειωτη αναμονή μέσα στην παγωνιά, με τις ιατρικές εξετάσεις κατά τον πιο ανεπίτρεπτο τρόπο, με το μεσημεριανό αηδιαστικό φαγητό.
Σα να μην έφταναν όλ' αυτά, προστέθηκαν και οι αγγαρείες. Και να πώς. Στο στρατόπεδο υπήρχε ένας οδοστρωτήρας. Σ' αυτόν, λοιπόν, έδεναν 4-5 γυναίκες και τις υποχρέωναν με το βούρδουλα να τον τραβάνε και να στρώνουν, δήθεν, τους τεράστιους ακάλυπτους χώρους του στρατοπέδου.
Όμως, αυτή η κατάσταση να μένουμε ώρες ατέλειωτες γύρω από ένα τραπέζι χωρίς κανένα ενδιαφέρον, χωρίς καμιά χαρούμενη νότα, μας οδηγούσε πολύ μακριά. Κατευθείαν στην κατάθλιψη και στην απογοήτευση με όλα τα γνωστά επακόλουθα.
Έπρεπε, λοιπόν, κάτι να γίνει. Και έγινε. Τα νέα κορίτσια έκαναν και πάλι την αρχή.
Και ενώ εμείς οι μεγάλες, στριμωγμένες στη γωνιά μας και σκυμμένες κάτω από το βάρος του χρέους και της ευθύνης, προσπαθούσαμε να σκεφτούμε τρόπους επιβίωσης, ένας γνώριμος αγαπημένος σκοπός, στην αρχή χαμηλά, απαλά, χαϊδεύει την ακοή μας. Ήταν η "Ψαροπούλα", που είχε αρχίσει να τραγουδάει η Μπέττυ με τη μπάσα φωνή της και αμέσως την ακολούθησαν και άλλες.
Αλήθεια! Πόσο λίγο ταιριάζει αυτό το ολόφωτο τραγούδι στο μολυβένιο και μουντό περιβάλλον που ζούμε. Όμως, εμείς στο άκουσμα του τραγουδιού τρέχουμε πολύ μακριά. Στα καταγάλανα ακρογιάλια της ηλιόλουστης πατρίδας μας. Και τότε τα δάκρυα αρχίζουν να τρέχουν ασταμάτητα.
Μα όχι. Προς Θεού! Δεν πρέπει. Δεν ωφελεί σε τίποτα το κλάμα. Εδώ χρειάζονται νεύρα ατσάλινα. Χρειάζεται πίστη, χρειάζεται θέληση ακατάβλητη.
Σιγά σιγά μάθαμε να τραγουδάμε χωρίς να κλαίμε. Μάθαμε να ξεπερνάμε τους εξευτελισμούς και τα βασανιστήρια με το κεφάλι ψηλά. Έτσι καταφέραμε ν' αντέξουμε στις φοβερές συνθήκες που ζούσαμε.
Ένα βράδυ μας έφεραν καμιά σαρανταριά κοπέλες από την Κροατία. Ήταν παρτιζάνες του Τίτο. Ήρθαν κι έφυγαν κι αυτές με το τραγούδι στα χείλη. Ήταν πολύ όμορφες, λεβέντισσες. Ύστερα από λίγες μέρες τις πήραν. Μάθαμε αργότερα ότι το τρένο που τις μετέφερε, βομβαρδίστηκε και σκοτώθηκαν όλες.
Η εικόνα αυτών των χαρούμενων κοριτσιών δε θα φύγει ποτέ από τη μνήμη μου.
Πέρασαν μερικές μέρες και μας επιτρέψανε να βγαίνουμε από το παράπηγμα που μας είχαν στοιβάξει. Όμως, ήταν τόσο φριχτό το θέαμα που αντικρίζαμε, που προτιμούσαμε να μένουμε κλεισμένες μέσα.
Απίθανες φιγούρες από γυναίκες σκελετωμένες, γυμνές, με χαμένα τα λογικά, περιφέρονταν εδώ κι εκεί. Άλλες να κλαίνε σιωπηλά, άλλες να στριγγλίζουν και να χειρονομούν. Εικόνες φρίκης! Και αναρωτιόμασταν, γιατί δεν τις σκοτώνανε; Ίσως να ήταν και τούτος ένας τρόπος βασανισμού, για όσες ζούσαν εκεί και είχαν ακόμα σωστά τα λογικά τους.
Εδώ θα κάνω μια παρένθεση, για ν' αναφερθώ σε μια εντελώς προσωπική μου και μοναδική στο είδος της εμπειρία. Μέσα σ' αυτό το κολαστήριο που ζούσαμε, εκτός από τις ενδημικές αρρώστιες που μας μαστίζανε, πότε πότε παρουσιαζόταν και καμιά επιδημία. Έτσι, ένα πρωινό ξύπνησα με πρησμένο το μισό μου πρόσωπο. Οι άλλες με είδαν και, όπως ήταν φυσικό, δημιουργήθηκε πρόβλημα. Είχε παρουσιαστεί στο στρατόπεδο ερυσίπελας και με είχε αρπάξει πρώτη πρώτη. Αμέσως με μεταφέρανε στο νοσοκομείο. Εδώ γιατροί και νοσοκόμες ήταν όλες Τσέχες κρατούμενες. Ίσως αυτό να ήταν η αιτία που πολλές από τις κρατούμενες, που έμπαιναν μέσα, γιατρεύονταν, γιατί είχαν οπωσδήποτε τη φροντίδα του προσωπικού, εφόσον φυσικά είχαν παράλληλα και γερές καταβολές.
Έμεινα μέσα περί τις δέκα μέρες. Πάνω σ' ένα μονό κρεβάτι μαζί με άλλες τρεις. Όταν μου έπεσε ο πυρετός, σηκώθηκα να πάω στο αποχωρητήριο. Μόλις άνοιξα την πόρτα, αντίκρισα έναν κινούμενο σκελετό, σκεπασμένο με μια μεμβράνη, που κάποτε ήταν το δέρμα, τόσο διάφανο ώστε πίσω του να διαγράφεται καθαρά ο θώρακας και τα σπλάχνα. Στο πρόσωπο υπήρχαν μόνο δύο κόγχες και στο βάθος τους δύο αεικίνητα μάτια, τα μόνα σημεία ζωής μαζί με τη γλώσσα, που έβγαζε άναρθρες κραυγές.
Το θέαμα ήταν τόσο συγκλονιστικό, που δεν άντεξα, σωριάστηκα κάτω λιπόθυμη.
Όταν συνήλθα, βρέθηκα ξαπλωμένη σ' ένα κρεβάτι. Έμεινα εκεί δυο τρεις μέρες ακόμη και μετά έφυγα. Η εικόνα αυτή με κυνηγούσε για πάρα πολύ καιρό.
Φυσικά δεν ήταν το μόνο φριχτό θέαμα που αντίκρισα στο διάστημα της δοκιμασίας μου αυτής. Το αναφέρω γιατί ήταν ο πρώτος κλονισμός που ένιωσα.
Ένα πρωινό μας οδήγησαν σε μια επιτροπή, που είχε έρθει για να πάρει εργάτριες. Μας θεώρησε όμως μικρόσωμες και αδύνατες και δε μας πήρε.
Έπειτα από μερικές μέρες ήρθε μια άλλη επιτροπή, που αυτή μας βρήκε κατάλληλες για εργασία.
Αφού ζήσαμε σαράντα μέρες στο Ράβενσμπρουκ, φύγαμε και πάλι για το άγνωστο.
Την εποχή που εμείς βρισκόμαστε ακόμα εκεί, υπήρχαν καμιά δεκαριά χιλιάδες κρατούμενες. Εγώ είχα τον αριθμ. 45955.
Τι απέγιναν αυτές οι χιλιάδες; Κανείς ίσως δε θα μάθει ποτέ. Πάντως, εκείνο που είναι σίγουρο, είναι ότι πάρα πολλές χρησιμοποιήθηκαν για πειραματόζωα.
Και τώρα η σύνθεση αυτού του στρατοπέδου κατά εθνότητες. Οι περισσότερες ήταν Ρωσίδες και Πολωνίδες, αρκετές Τσέχες, λίγες Γαλλίδες, πάρα πολλές τσιγγάνες Ουγγαρέζες και Γερμανίδες. Ακόμα υπήρχαν πολλές Γερμανίδες αντιναζίστριες, που βρίσκονταν εκεί από την εποχή που ο ναζισμός επικράτησε στη Γερμανία.
Αν μέναμε εκεί, ίσως δε θα γλύτωνε καμιά. Αλλά και ποτέ δε μάθαμε πώς και πότε διαλύθηκε αυτό το κολαστήριο ύστερα από την κατάρρευση του ναζισμού.
Ένα πρωί, η πόρτα, που πριν από σαράντα μέρες είχε ανοίξει για να μας καταπιεί, ξανάνοιξε κατά τον ίδιο εφιαλτικό τρόπο για να μας ρίξει σε καινούργια οδύσσεια.
Μας στοιβάξανε και πάλι σε δυο βαγόνια και ξεκινήσαμε.


Το απόσπασμα αυτό είναι από το βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη - Γαλιατσάτου " Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα. Μια άγνωστη σελίδα της γυναίκας στον αντιφασιστικό αγώνα.". 
Στην πρώτη έκδοση του , το 1975, το βιβλίο έφερε τον τίτλο " Όταν ο άνθρωπος κονταρομαχούσε με τη ντροπή και το θάνατο".
Το βιβλίο επανεκδόθηκε το 1998 από τις Εκδόσεις Βιβλιοθήκη " Η Εθνική Αντίσταση" . Στο σημείωμα για την επανέκδοση του βιβλίου αναφέρεται ότι: 
" Τούτο το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1946 από την αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης γιατρό Μαρία Τσισκάκη - Γαλιατσάτου, μετά την επιστροφή της από τα ναζιστικά στρατόπεδα(...)
Ένα αντίγραφο του βιβλίου νεότερης έκδοσης βρέθηκε στα χέρια της Ευγενίας Λαμπρινού και συγκρατούμενης με τη συγγραφέα στα στρατόπεδα του θανάτου. Έκρινε ότι θα ήταν χρήσιμη η επανέκδοσή του σήμερα για να το διαβάσουν οι νέες και οι νέοι της εποχής μας. Να δουν το απάνθρωπο πρόσωπο του φασισμού, του ναζισμού, των φυλετικών διακρίσεων..."
Η Μαρία Τσισκάκη - Γαλιατσάτου γεννήθηκε το 1906 στη Μαχιά της Κρήτης. Ορφανή από μητέρα , ήρθε στην Αθήνα και σπούδασε Οδοντριακή. Για την συμμετοχή της στην Αντίσταση συνελήφθη και φυλακίστηκες αρχικά στη Μέρλιν και στη συνέχεια στο Χαϊδάρι. Το Μάη του 1944 μαζί με άλλες 60 γυναίκες και 800 άνδρες οδηγήθηκε στα ναζιστικά στρατόπεδα Ράβενσμπρουκ και Μπούχενβαλντ. Στην Ελλάδα επέστρεψε το Σεπτέμβρη του 1945 μετά από πολλές περιπέτειες, Δεν πρόλαβε να χαρεί την ελευθερία της και λίγο μετά συλλαμβάνεται και εξορίζεται σε Τήνο - Χίο- Τρίκερι - Μακρόνησο. Η χούντα την εξορίζει στη Γυάρο. 
Πέθανε στις 31 Δεκεμβρίου 1975 , λίγες μέρες μετά την πρώτη έκδοση του βιβλίου της. Πρόλαβε και άφησε αυτό το ντοκουμέντο ως παρακαταθήκη στη νέα γενιά για να μη ξεχνάει τι σημαίνει φασισμός και ναζισμός.

Τρίτη 15 Οκτωβρίου 2019

Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα (1)

Η φωτογραφία από εδώ
61 γυναίκες στο Μπούχενβαλντ

Μας πήραν οι Γερμανοί ( 61 γυναίκες από το Χαϊδάρι και 850 άντρες) στις 25 του Μάη 1944. Μας έβαλαν σε φορτηγά βαγόνια με αμπαρωμένες πόρτες. Έξω από τη Θεσσαλονίκη πήραμε 250 κρατούμενους από το Στρατόπεδο Παύλου Μελά.
Στη Βαϊμάρη χώρισαν τα δύο γυναικεία βαγόνια από το συρμό. Αυτό το εφιαλτικό ταξίδι κράτησε 14 μέρες, και φθάσαμε βορειοανατολικά του Βερολίνου στο στρατόπεδο - κάτεργο Ράβενσμπρουκ. Εκεί μας πήραν ρούχα, παπούτσια, βέρες και μας έντυσαν με το ριγέ ρούχο του κατάδικου, με νούμερο στο μανίκι. Κι από κει και πέρα για τους Γερμανούς είμαστε ένα νούμερο.
Από τις 150 χιλιάδες γυναίκες (από 23 εθνικότητες) οι 100 χιλιάδες εξοντώθηκαν από βασανιστήρια, βιολογικά πειράματα και σε θαλάμους αερίων. Σ' αυτό το στρατόπεδο μείναμε κάπου 40 μέρες  κάνοντας διάφορες αγγαρίες. Θυμάμαι πως, ζεμένες σαν τα ζώα, σέρναμε ένα κύλινδρο οδοστροτήρα ή καταβρέχαμε τις πρασιές, και όταν ακόμα έβρεχε με το τουλούμι.
Σύμφωνα με τη διαταγή του Γκέμπελς ( εξόντωση δια της εργασίας) μας πήραν για ένα άλλο στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Επειδή ο σταθμός είχε βομβαρδιστεί, έως ότου επισκευαστεί, μας έκλεισαν σε μια παράγκα (χωρητικότητας 500 ατόμων), 2000 γυναίκες . Σκηνή που δεν μπορεί να τη συλλάβει νους ανθρώπου.
Το καινούριο στρατόπεδο ήταν παράρτημα του Μπούχενβαλντ. Είκοσι από μας μεταφέρθηκαν στο Σλίμπεν, σ' ένα στρατόπεδο εξόντωσης Τσιγγάνων. Όταν γυρίσαμε είχε αλλάξει η όψη μας, μαλλιά κόκκινα και νύχια φαγωμένα από τις αναθυμιάσεις των αερίων. Μέσα σε λίγα λεπτά δεν είναι δυνατόν να περιγράψω τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Αναφέρω μόνον το " Στράφαππέλ" που συνήθως γινότανε τις Κυριακές, την ώρα που πλέναμε το μοναδικό μας φουστάνι· ούρλιαζε η σειρήνα και οι Εσ-σίτες ορμούσαν στους θαλάμους και με το βούρδουλα μας έβγαζαν στο ύπαιθρο, κάτω από το μηδέν, και στεκόμαστε ατέλειωτες ώρες ακίνητες, ανάλογα με τα κέφια τους.
Όλο το διάστημα δεν μας επέτρεψαν ούτε ένα γράμμα να στείλουμε. Οι δικοί μας δεν ξέρανε αν ζούμε. Ιδιαιτερα για μας τις μανάδες που είχαμε αφήσει μικρά παιδιά, η θέση μας ήταν τραγική. Αυτό που κράτησε το ηθικό μας ψηλά ήταν η συνοχή και η μεγάλη αλληλοβοήθεια μεταξύ μας. Δυστυχώς η συμπαράστασή μας δεν μπόρεσε να βοηθήσει και τη Βαγγελιώ τη Ρίζου που τρελλάθηκε και μας την πήραν για τα κρεματόρια. Και κάτω απ' αυτές τις συνθήκες δε σταματήσαμε τον αγώνα κατά του ναζισμού.
Με κίνδυνο της ζωής μας σαμποτάραμε τη δουλειά στο εργοστάσιο που μας υποχρέωναν να δουλεύουμε. Κάποτε σκέφτηκαν να μας δελεάσουν με το "πριμ", για να δουλεύουμε καλύτερα. Σαν αποτέλεσμα ήταν να μην το πάρει καμιά, ακόμα κι αυτές που δεν είχανε καμιά σχέση με την Αντίσταση. Κι αυτό οφειλόταν στη στάση τη δική μας, που δεν τις ξεχωρίζαμε ποτέ. Γι' αυτό το λόγο, σ' ένα τμήμα του εργοστασίου, τις έκλεισαν στην απομόνωση. Εξ αιτίας αυτού του περιστατικού δεν κοιμηθήκαμε όλη τη νύχτα από την αγωνία μας. Ευτυχώς δεν τις εκτελέσανε γιατί ήταν ένα ολόκληρο τμήμα και θα καθυστερούσε η δουλειά σ' όλο το εργοστάσιο.
Οι συνθήκες στη δουλειά ήταν εξοντωτικές, μαζί με το προσκλητήριο 14 ώρες μια βδομάδα μέρα και μια νύχτα, εκτός από τα "Στραφαππέλ". Η διατροφή, άθλια, είχε σαν αποτέλεσμα να γίνουμε σκελετοί. Σε όλες μας έγινε αμέσως τεχνητή διακοπή της περιόδου, στις 25 οι 10, ποσοστό 40%, στείρες, και το ένα τέταρτο θάνατος από καρκίνο, και από φυματίωση και άλλες αρρώστιες.
Στις αρχές του '45 είχαμε καταλάβει ότι πλησιάζει το τέλος του ναζισμού. Στις 13 Απρίλη ακούγαμε το πυροβολικό των Αμερικανών όλο και πιο κοντά και περιμέναμε ώρα την ώρα και τη δικίά μας απελευθέρωση. Δυστυχώς, τα Ες - Ες υπακούοντας εντολή του Χίμμλερ, που έλεγε ότι κανένας κρατούμενος δεν θα' πρεπε να μείνει ζωνατνός, μας ξεσήκωσαν από το στρατόπεδο με προορισμό να μας μεταφέρουν στα βουνά της Τσεχοσλοβακίας, το τελευταίο καταφύγιο των Ες - Ες. Ο κλοιός των Συμμάχων έκλεισε τη Δρέσδη. Έτσι μας περιέφεραν μέσα στη Σαξονία, νηστικές, με μια κουβέρτα στο κεφάλι κάτω από βροχή και τσουχτερό κρύο. Όποια δεν ήτανε σε θέση να περπατήσει και σταματούσε την εκτελούσαν, γι' αυτό στους δρόμους που περνούσαμε βλέπαμε σε χαντάκια τουμπανιασμένα πτώματα κρατουμένων. Τότε καταλάβαμε ότι όλη η Γερμανία ήταν ένα στρατόπεδο.
Ύστερα από εξουθενωτική πορεία δύο εβδομάδων απελευθερωθήκαμε, άλλες από τους Ρώσους, άλλες από τους Αμερικάνους, πριν προλάβουν τα Ες - Ες να μας εξοντώσουν. Εκτός από τη Μαρία την Κουρή που πέθανε ένα μήνα μετά την απελευθέρωση σε νοσοκομείο της Λιψίας, και πολλές άλλες είχαν την ίδια τύχη μετά την επιστροφή μας στην Ελλάδα, και σήμερα δε ζουν παρά 20.
Εκτός από τη δική μας αποστολ΄γ έχω ακουστά κι άλλες, όπως αυτή από την Πέρα Χώρα του Λουτρακίου, Ιούλη του 1944, άλλη μια του Αυγούστου '44 από την περιοχή Κορινθίας, από το Εμπειρίκειο Κρήτης και άλλες που δεν έχω υπόψη μου


Ομιλία της Ευγενίας Λαμπρινού για την ΕΡΤ1 το Γενάρη του 1986. 

Παρατίθεται αντί Προλόγου στο βιβλίο της Μαρίας Τσισκάκη - Γαλιατσάτου Ελληνίδες σε ναζιστικά στρατόπεδα. Μια άγνωστη σελίδα της γυναίκας στον αντιφασιστικό αγώνα, Βιβλιοθήκη " Η Εθνική Αντίσταση", Αθήνα 1998

Η Ευγενία Λαμπρινού, αγωνίστρια της Εθνικής Αντίστασης, ήταν σύζυγος του κομμουνιστή αγωνιστή  Γιώργη Λαμπρινού και μητέρα  του σκηνοθέτη Φώτη Λαμπρινού. Είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς στην Κατοχή και μετά από την κράτησή της στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου οδηγήθηκε μαζί με άλλες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία. Έφυγε από τη ζωή στις 16 Αυγούστου 2006



Τρίτη 14 Μαρτίου 2017

Η τέχνη τιμά τις εργαζόμενες γυναίκες

Αγρότισσες, εργάτριες, νοικοκυρές… είναι οι γυναίκες  που έζησαν και εργάστηκαν σκληρά σε περασμένους αιώνες, όπως αποτυπώθηκαν σε μια σειρά από έργα σημαντικών  ζωγράφων. Πολύ πριν η γυναίκα διεκδικήσει το δικαίωμά της στην εργασία…
Το έργο του τίτλου είναι του ζωγράφου: Louis Emile Adan κι έχει τίτλο: «Gilding Shop».
Οικιακά – «Μαγείρισσες – Υπηρέτριες – Πλύστρες»
Όλα αυτά που κάνει μια γυναίκα όταν «δεν κάνει τίποτα». Όταν δεν εργάζεται. Αποτυπωμένα στον καμβά μεγάλων ζωγράφων, από τoν Camille Pissarro και τον Degas έως και τον Γερμενή. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Jean Francois Millet.
Τον ζωγράφο που αγάπησε με σεβασμό τις γυναίκες και τις ζωγράφιζε σε ώρα εργασίας: την κοπέλα που κουβαλάει γάλα, τη γυναίκα που φουρνίζει, το κορίτσι που φτιάχνει βούτυρο…
Gerard Ter Borch: «A maid milking a cow in a barn»




Jean Francois Millet: «Woman baking bread»



Βασίλειος Γερμενής: «Σάρωμα της αυλής»



Antal Berkes: «Straßenszene»




Camille Pissarro: «The laundry woman»




Edgar Degas: «Woman Ironing»



Δαντέλες – Οι σκλάβες της βελόνας


Από τον Vermeer μέχρι τη Frida Kalho, το κέντημα – ράψιμο – πλέξιμο των ρούχων ή μιας περίτεχνης δάντελας επιβάλλεται για τις γυναίκες… Μόνο που δεν είναι πάντα χόμπυ για  καλλιεργημένες δεσποινίδες  αλλά και πολύ κουραστική δουλειά…




Johannes Vermeer: «The Lacemaker» [c. 1669-70]




Albert  Anker: «sitzende bäuerin beim stricken»




Vincent Van Gogh: «Woman Sewing»



Sergei Arsenievich Vinogradov: ‘Sewing’




Frida Kahlo: «Dona Rosita Morillo»

Αγορά – Πωλήτριες κι Εμπόρισσες


Από τη Δανία ως την Ελλάδα κι από τη Γαλλία μέχρι τo Μεξικό, οι ζωγράφοι απεικονίζουν στα έργα  τους γυναίκες στην αγορά. Όχι μόνο να ψωνίζουν αλλά και να δουλεύουν. Δεν πουλούν μόνο ευωδιαστά λουλούδια αλλά και αρμαθιές σκόρδα ή παγωμένα ψάρια.




Paul Gustave Fischer: «At the Vegetable Market»



Γεώργιος Ιακωβίδης: «η κοιμισμένη ανθοπώλις»



John Singer Sargent: «Venetian Onion Seller»



Ignacio Díaz Olano: «Sardinera»


Diego Rivera: «The flower seller»


Χωράφια – Θηλυκά Υποζύγια


Θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι γυναίκες-αγρότισσες έχουν σκύψει μπροστά στη μοίρα τους κουβαλώντας στις πλάτες τους ό,τι παράγει ο τόπος  αν δεν ήταν η αγρότισσα που μαζεύει ελιές, τεντωμένη με τα χέρια ψηλά και το βλέμμα της να κοιτάει προς τα πάνω…


Julien Dupré – «Glaneuses»




Vincent Van Gogh: «Two peasant women digging in the field with snow»



Charles Sprague Pearce: «The woodcutter’s daughter»



Jules Breton: «The Shepherd’s Star»



Luigi Bechi: «Picking Olives»

Εργάτριες – Φτηνά και επιδέξια γυναικεία χέρια

Στα εργοστάσια και όχι μόνο…Στις βιοτεχνίες, στα εργαστήρια, στα μαγαζιά, οι γυναίκες-εργάτριες δουλεύουν όπου χρειάζονται ικανά, επιδέξια χέρια και οι ζωγράφοι κάθε εποχής αποτυπώνουν στον καμβά τον μόχθο και την ικανότητά τους.


Isaac Claesz van Swanenburg: «Workers spinning and weaving wool»



Zinaida Serebriakova: «Whitening canvas»




Edgar Seligman: «Women at Work -The Belgian Steel Factory, Goldhawk Road»



Frederick Cayley Robinson: «British Industries- cotton»


Πηγή: nostimonimar.gr
by Αντικλείδι , http://antikleidi.com