Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2015

Οι Ντομάτες...

Στου κυρ-Αντώνη του μανάβη τις ντομάτες
που είναι σαν κόρες φθισικές πολύ βαμμένες
έχω με τέχνη περισσή εγώ βαλμένες
πράσινες κάμπιες κι άγριες σαν τους αντάρτες

Στα νιάτα του έμπλεξε ο Αντώνης με μια τσούλα
οι συγγενείς του όλοι εμπήκανε στη μέση
να τη θυμάται πότε-πότε πια τ' αρέσει
ζώντας μιαν ήσυχη και άχαρη ζωούλα

Τα 'χω μισήσει τα ολόχρυσα κλουβιά σας
μ' ακολουθούνε σ' όποιο μέρος και να πάω
να 'χετε υπ' όψιν σας μια μέρα θα σας φάω
όλους εσάς όπου κοιτάτε τη δουλειά σας

Χώρα σαν τούτη μες στον κόσμο δεν είν' άλλη
με πολιτείες ολοπλούμιστες με φώτα
μα το νερό είν' αρμυρό σαν τον ιδρώτα
κι ο τόπος μοιάζει σαν μιαν αλυκή μεγάλη

Ρίχνω το βλέμμα στου προσώπου σου τα μήλα
δεν βρήκες μου 'πες το θεό μα δε σε νοιάζει
εγώ όμως βρήκα αυτό το κάτι που του μοιάζει
το λεν' αγάπη κι είναι στης καρδιάς τα φύλλα

Κόπιασε κόρη μες στου ονείρου μου τ' αλώνι
δεν θα γεράσουμε ποτέ στο υπογράφω
και τις ντομάτες στα παπούτσια μου τις γράφω
μαζί με το μανάβικο του κυρ-Αντώνη.

Στίχοι: Δημήτρης Αποστολάκης
Μουσική - Ερμηνεία: : Μιλτιάδης Πασχαλίδης
Άλμπουμ: Η μόνη μου πατρίδα είναι ο χρόνος (2003)

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Δημήτρη Μπάτση: Γιατί δεν άρχισε η ανοικοδόμηση!


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Τελειώνοντας το 1945, ο Δημήτρης Μπάτσης έγραψε ένα άρθρο στο περιοδικό «Ανταίος» με τίτλο «Γιατί δεν άρχισε η ανοικοδόμηση!». Διαβάζοντας  σήμερα αυτό το άρθρο διαπιστώνουμε την επικαιρότητά του ως προς τις βασικές του θέσεις για την ανάλυση της οικονομικής κατάστασης της Ελλάδας και τον ορισμό των ουσιαστικών και αντικειμενικών αιτίων που ματαίωσαν την μεταπολεμική ανοικοδόμηση και οδήγησαν τη χώρα στην εξάρτηση και την καθυστέρηση με τις συνέπειες να γίνονται ορατές με ακόμη πιο τραγικό τρόπο εβδομήντα χρόνια μετά.


Ο Δημήτρης Μπάτσης ήταν νομικός και οικονομολόγος. Δικάστηκε, καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε μαζί με το Νίκο Μπελογιάννη.

Ήταν μέλος της επιστημονικής εταιρείας  ΕΠ – ΑΝ (Επιστήμη – Ανοικοδόμηση) που ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 1945 και είχε σκοπό να συμβάλει στην ανοικοδόμηση  της  Ελλάδας  πραγματοποιώντας ριζοσπαστικές και βαθιές μεταβολές θέτοντας την επιστήμη στην υπηρεσία του λαού με απώτερο στόχο την εκβιομηχάνιση της χώρας, την οικονομική και πνευματική της αποκατάσταση και το πέρασμα στο  σοσιαλισμό.

Το περιοδικό «Ανταίος» ήταν ένα δεκαπενθήμερο αρχικά και μηνιαίο αργότερα περιοδικό για τη μελέτη των προβλημάτων της ανοικοδόμησης. Σε αυτό συμμετείχαν κορυφαίοι επιστήμονες και διανοούμενοι της Ελλάδας από το χώρο του ΚΚΕ, του ΕΑΜ και άλλων αριστερών δυνάμεων που συνεργάζονταν με το ΕΑΜ. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το Μάη του 1945 και εκδόθηκε για τελευταία φορά τον Ιούνη του 1951.

Ο Δημήτρης Μπάτσης υπήρξε συντάκτης του περιοδικού.  Το άρθρο δημοσιεύτηκε στον «Ανταίο», στο τεύχος 13 – 14, στις 31 Δεκεμβρίου 1945.

Γιατί δεν άρχισε  η ανοικοδόμηση !

Ποτές ίσως στο διάστημα της εκατοντάχρονης ζωής της ύστερ’ από την απελευθερωτική επανάσταση του 1821, η χώρα δεν ρημάχτηκε τόσο σ υ σ τ η μ α τ ι κ ά και δεν έπαθε τέτοια καταστροφή σε έμψυχο  και άψυχο υλικό όπως στη τρίχρονη κατοχή 41 – 44 από τον εξωτερικό φασισμό και τον εσωτερικό συνεργάτη του: την δοσίλογη ελληνική ολιγαρχία του πλούτου.

Ποτές ακόμα ίσως ο πόθος του ελληνικού λαού για ζωή λεύτερη από κάθε είδους εθνική υποδούλωση και κοινωνική εκμετάλλευση  δεν στάθηκε μεγαλείτερος.

Ποτές η θέληση του ελληνικού λαού να πάρη στα χέρια του της τύχες του δεν εκφράστηκε τόσο αποφασιστικά όσο στον απελευθερωτικό αγώνα κατά του φασισμού και στους συνεχείς δημοκρατικούς αγώνες του μετά το διώξιμο του ξένου κατακτητή.

Ποτές η αποσύνθεση και η ανικανότητα της άρχουσας τάξης, της ελληνικής χρηματιστικής ολιγαρχίας δεν δείχτηκε τόσο φανερά όσο στην τελευταία δεκαετία της επικράτησης και της συντριβής του φασισμού στη χώρα μας.

Ο ελληνικός λαός είχε αρχίσει να κάνει πράξη το ιδανικό της δικιάς του πραγματικής δημοκρατίας κι’ όλας στο διάστημα του απελευθερωτικού αγώνα στις περιοχές που κρατήθηκαν λεύτερες από το κατακτητή. Θεσμοί λαογέννητοι σ’ όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, από τη διοίκηση και την οργάνωση του λαού στην παραγωγική του προσπάθεια, ως τη δικαιοσύνη, την υγεία και τη πρόνοια, ως και αυτή τη λαϊκή δημιουργία στο θέατρο και στην τέχνη, άρχισαν να βάζουν τα θεμέλια και να στερεώνουν την ανοικοδόμηση της χώρας α π΄ τ ο  λ α ό  κ α ι  γ ι α  τ ο  λ α ό. Την ανοικοδόμηση που θα γινότανε η σύνθεση των ζωντανών δυνάμεων του λαού και των παραγωγικών πηγών της χώρας σ’ ένα ανώτερο επίπεδο κοινωνικής δημιουργίας. Την ανοικοδόμηση που θα σύντριβε την πολιτική εξουσία της άρχουσας τάξης των εκμεταλλευτών και θά βαζε τις προϋποθέσεις – ανοίγοντας και το δρόμο με τη βαθειά μεταβολή στις τεχνικοοικονομικές συνθήκες – για να γίνει μια μέρα η Ελλάδα από μια καθυστερημένη, εξαρτημένη χώρα, χώρα που σ’ αυτήν θ’ ανθίσει και θα πραγματοποιηθεί το ιδανικό του σοσιαλισμού, το αίτημα των λαών όλων των χωρών!

Τη πορεία όμως αυτή του λαού για την ανοικοδόμηση της καινούριας του ζωής ήρθε να την εμποδίσει μ’ όλα τα όπλα που μπόρεσε να διαθέσει και με την ξένη βία η ίδια η τάξη που εγκαθίδρυσε πρώτα το φασισμό στη χώρα μας και που βοήθησε έπειτα τον ξένο κατακτητή στο έργο του.

Το έτος 1945 είναι το έτος που θα μείνει χαραγμένο στη μνήμη του ελληνικού λαού σαν έτος της εξόρμησης των αντιδραστικών δυνάμεων της χώρας για μια καινούρια υποδούλωσή του σ’ ένα καινούριο καταπιεστικό καθεστώς!

Το έτος 1945 είναι έτος αγώνων του λαού κατά του καθεστώτος της ξανασταθεροποίησης από τις αντιδραστικές δυνάμεις του τόπου, των ίδιων συνθηκών εκμετάλλευσής του όπως και πριν το πόλεμο!

Τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι σκοτεινές δυνάμεις εναντίον του λαού και της ανοικοδομητικής του προσπάθειας είναι πολλών ειδών:

Η τρομοκρατία, η σωματική βία, οι φόνοι, οι διωγμοί πληθυσμών στην ύπαιθρο, οι κατά δεκάδες χιλιάδων φυλακίσεις των αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, η παρεμπόδιση της εκδήλωσης του δημοκρατικού φρονήματος με το λόγο και το τύπο, η λογοκρισία, η εξουσία του κρατικού μηχανισμού από τα δοσίλογα στοιχεία, η δημιουργία μ’ ένα λόγο α σ τ υ ν ο μ ι κ ο ύ  κράτους, ήτανε τα μέσα της ωμής εξόντωσης του αγωνιζόμενου λαού για τις ελευθερίες του.

Τις πράξεις αυτές όχι μόνο ανέχτηκαν αλλά και προστάτεψαν  σε βάρος του λαού οι μεταδεκεμβριανές « Υπηρεσιακές» κλπ. κυβερνήσεις. Τις πράξεις αυτές μ’ όλες τις «επαγγελίες’ του το δημοκρατικό «κέντρο» δεν πήρε τα μέτρα να τις ματαιώσει ουσιαστικά και γίνεται έτσι συνυπέυθυνο κι’ αυτό με τη σειρά του για το σημερινό κατάντημα της χώρας.

Αλλ’ ας περάσουμε στον οικονομικό τομέα. Εδώ τα συγκροτήματα του τραπεζοβιομηχανικού κεφαλαίου και των μεγαλεμπόρων, προχώρησαν θαρραλέα στην αξιοποίηση της οικονομικής και κρατικής τους δύναμης πάνω στο λαό. Η μέθοδός τους είχε σαν σκοπό πρώτα να χρησιμοποιήσουν τους πόρους του εσωτερικού και τα εφόδια πούρχοταν απ’ το εξωτερικό για τη δημιουργία υλικών αποθεμάτων που θα κόστιζαν  όσο το δυνατό κάτω απ’ την αξία τους. Δεύτερο: Να μεταχειριστούν τ’ αποθέματα αυτά για την παραγωγή εμπορευμάτων στις ποσότητες και με το ρυθμό που θα τους εξασφάλιζαν προνομιακή μονοπωλιακή διοχέτευση στην αγορά με τιμές ληστρικές. Η κίνηση της παραγωγής ήτανε απλώς μ έ σ ο  για την πραγματοποίηση των επιδιώξεων τους αυτών. Τρίτο: Να κρατήσουν στα δυνατώτερα χαμηλά επίπεδα την τιμή της εργατικής δύναμης, μεταβάλλοντας ξανά τον εργαζόμενο σ’ ένα κοπάδι σκλάβων που δουλεύει με μισθούς πείνας για την «ανασυγκρότηση» του κεφαλαίου τους.

Το χρηματιστικό κεφάλαιο εξακολουθώντας την παληά του τακτική του παρασιτισμού που πλουτίστηκε με την «πείρα» της μαύρης αγοράς δεν έκανε τίποτ’ άλλο στο έτος που πέρασε παρά να εκμεταλλεύεται  με τις πιο αρπακτικές εξωοικονομικές μεθόδους την οικονομία της χώρας. Κατώρθωσε να κουρελιάσει  κάθε προσπάθεια ή «πρόγραμμα» ελέγχου της οικονομίας που θα στρεφότανε εναντίον των συμφερόντων του. Κατώρθωσε να πάρει στην κατοχή του τις περισσότερες ύλες της ΟΥΝΡΑ και να τις κάνει α κ ρ ι β ό   ε μ π ό ρ ε υ μ α. Γέμισε τις αποθήκες με το εμπόρευμα αυτό και το προϊόν της πούλησης των λίγων ειδών πούδωσε στην κατανάλωση σε ληστρικές τιμές το μετέτρεψε σε χρυσό.

Τα στοκ και το χρυσάφι του. Αυτά ήτανε οι δύο μοχλοί για τη ρύθμιση της οικονομικής ζωής κάτω απ’ την κυριαρχία του. Οι τιμές των εμπορευμάτων και του συναλλάγματος ήτανε τα μέσα για τον εκβιασμό των λύσεων που το συνέφεραν στον οικονομικό και πολιτικό τομέα.

Έτσι ματαίωσε  τον εφοδιασμό της οικονομίας και του λαού με τα πρώτα απαραίτητα είδη της παραγωγής και ατομικής κατανάλωσης για την ανασυγκρότηση της χώρας.

Ταυτόχρονα η οικονομική ολιγαρχία με τις κυβερνήσεις της, χτύπησε και την αγνότερη και πολυτιμότερη ζωντανή δύναμη της χώρας την εργατική της δύναμη δημιουργώντας άμεσα και έμμεσα τις συνθήκες για την εξαθλίωσή της. Το εισόδημα των εργαζομένων μειώθηκε στα κατοχικά επίπεδα και κάτω απ’ αυτά:

α) Με το πληθωρισμό, β) Τη πτωτική καμπύλη των μισθών και μεροκάματων, γ) Τη βαρειά φορολογία στα είδη κατανάλωσης, δ) Τις χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων.

Έτσι εξάρθρωσε την παραγωγή και έρριξε στην ανεργία και στο μαρασμό τον εργαζόμενο λαό τσακίζοντας το βιωτικό του επίπεδο.

Απ’ την πλευρά της χρηματιστικής και μαυραγορίτικης ολιγαρχίας αυτά σημαίνουν: Απόσειση κάθε οικονομικού βάρους της ανασυγκρότησης, γλύτωμα των δοσιλογικών περιουσιών και κερδοσκοπία σίγουρη στα εμπορεύματα και στις επενδύσεις του χρυσού και των αξιών του χρηματιστηρίου.

Απ’ την πλευρά της ανοικοδόμησης σημαίνουν: Παραγωγική αδράνεια. Ανεπάρκεια μέσων παραγωγής και κατανάλωσης και σε στοιχειώδεις ακόμη ποσότητες. Διάλυση των παραγόντων της οικονομικής ζωής και ανάπτυξη με την αποκλειστικά εμπορευματική σπεκουλάντικη δράση του κερδοσκοπικού κεφαλαίου.

Εξάρτηση της οικονομίας από τα ψίχουλα της εξωτερικής «βοήθειας» και νέκρωση του παραγωγικού δυναμικού .

Πτώση του επιπέδου των εργαζομένων σε σημείο που δεν επιτρέπει την ανασυγκρότηση των δυνάμεων του έμψυχου υλικού που είναι η βασικώτερη προϋπόθεση της ανοικοδόμησης.

Οι πιο πάνω γενικές διαπιστώσεις δείχνουν πώς ματαιώθηκε το 1945 η ανασυγκρότηση και αποκατάσταση της Χώρας από τις εχθρικές προς το λαό δυνάμεις της αντιδραστικής άρχουσας τάξης του τόπου.

Νομίζουμε ότι μετά τις διαπιστώσεις αυτές που βγαίνουν από την τραγική πείρα του χρόνου που μας πέρασε και απαντούν στο ερώτημα ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΡΧΙΣΕ Η ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ, πρέπει να μη μείνει κανείς επιστήμονας, κανένα στέλεχος της ανοικοδόμησης που να μην κάνει πίστη του ότι ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟ ΛΑΟ ΚΑΙ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ δεν μπορεί να νοηθεί ούτε θεωρητικά ούτε πρακτικά, γιατί σημαίνει μονάχα ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ.

Είναι καιρός να διαλυθεί η δεισιδαιμονία των «επιστημονικών» προλήψεων που τοποθετούν την «επιστήμη και την τεχνική καθ’ εαυτάς» έξω από την υπηρεσία συγκεκριμένων κοινωνικών επιδιώξεων και τις κάνουν «υπερκοινωνικές» αλλά στην ουσία α ν τ ι κ ο ι ν ω ν ι κ έ ς  λειτουργίες.

Στον καινούργιο χρόνο που ανοίγεται μπροστά μας, ας ενώσουμε όλοι τις δυνάμεις μας με τον εργαζόμενο λαό κι’ ας γίνουμε συντελεστές της προσπάθειας του ο καθένας στον τομέα του.

Ένας δρόμος ανοίγεται μπροστά μας για να λευτερώσουμε τη Χώρα από τα δεσμά της κοινωνικής και εθνικής εκμετάλλευσης: ο δρόμος που θα φέρει το λαό συντομώτερα στην πραγματοποίηση των δημοκρατικών του επιδιώξεων.

Έτσι μονάχα θ’ αρχίσει και στη χώρα μας ύστερ’ από διάστημα δουλείας γενεών ολόκληρων η πραγματική, η α λ η θ ι ν ή  Α ν ο ι κ ο δ ό μ η σ η  τ η ς  Ε λ λ ά δ ας !

Δ. Μπάτσης

( Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του συγγραφέα )

Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015

Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά


Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά
ποτέ δε βάλαν έγνοια στην καρδιά
δεν είδανε πολέμους και θανάτους
και πάνω απ' τη γαλάζια τους ποδιά
φοράν τις Κυριακές τα γιορτινά τους

Τις νύχτες που κοιτάν τον ουρανό
ένα άστρο σαν φτερό θαλασσινό
παράξενα παιδεύει το μυαλό τους
τους φαίνεται καράβι μακρινό
και πάνε και ρωτάν το δάσκαλό τους

Αυτή τους λέει παιδιά μου είναι η Γη
του σύμπαντος αρρώστια και πληγή
εκεί τραγούδια λένε γράφουν στίχους
κι ακούραστοι του ονείρου κυνηγοί
κεντάνε με συνθήματα τους τοίχους

Στο Σείριο δακρύσαν τα παιδιά
και βάλαν από κείνη τη βραδιά
μιαν έγνοια στη μικρούλα τους καρδιά
               Νίκος Γκάτσος( 8 Δεκέμβρη 1911)


Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Τοπίο

Βράχια γυμνά` χτυπάς δεν αντηχεί νερό.
Ένα χωνί μονάχα ανοίγει από τον άνεμο.
Χώμα πιο χαμηλά και φως σε χρώμα χρυσαφί.
Πιο πάνω το χαμένο δάσος που γυρεύαμε
πιο κάτω οι γέφυρες στεγνές τα κυπαρίσσια
χωμένα μες στον ασβεστόλιθο.
                                                      Άσπρο σε μαύρο.

Πάμε μαζί μονάχα με τη διψασμένη αφή
μέσα στο βαθύ πράσινο πιο πέρα μελανί
γυαλιστερό πηγμένο αλάτι πάμε εκεί
που η βλάστηση φαρμακερή μαυρίζει.
Ο άνεμος τύραννος τη μέρα και τη νύχτα τύραννος
τρίβεται με το φως σκάβει ακατάπαυστα.
Πάμε μαζί. Πιο κάτω θα φωνάξουμε
και θα ξυπνήσουμε γυμνοί και θάναι
κύκνοι κι' αγριοπερίστερα
στην άσπρη μέρα.

Τάκης Σινόπουλος, Μεταίχμιο, Σ.Ι Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1984

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2015

Στρατόπεδα Γυναικών Πολιτικών Εξορίστων

Γυναίκες εξόριστες στη Μακρόνησο

Γράφει η ofisofi // atexnos

1946 -1954. Από το Σουφλί, την Κομοτηνή, τη Νιγρίτα, τη Νάουσα, την Ήπειρο, την Πελοπόννησο και όλη την Ελλάδα χιλιάδες γυναίκες όλων των ηλικιών σύρθηκαν στις φυλακές και στις εξορίες, υπέστησαν σωματικά, ηθικά και ψυχολογικά βασανιστήρια μόνο και μόνο γιατί ονειρεύτηκαν έναν καλύτερο κόσμο, γιατί αντιστάθηκαν στον κατακτητή πολεμώντας με το ΕΑΜ, γιατί μέλη της οικογένειας τους ήταν κομμουνιστές ή γιατί οι ίδιες ήταν κομμουνίστριες.

Κασιανή Καρζή, Κλειώ Δεληβοριά, Ευγενία Παπαδάτου, Τασία Σκούφη, Σωτηρία Χατζηλαζαρίδου, Έλλη Ταδοπούλου, Δώρα Σιδηροπούλου, Μαρία Τριανταφυλλίδου, Μερσίνη Λιανοπούλου, Μαρία Σωτηριάδη, Μαρία Λιουδάκη, Μαρία Δρανάκη, Ευθυμία Διάκου, Πόπη Παπατσαρούχα, Μαγδαληνή Σεΐζη, Ποτούλα Πεταλωτή, Ευαγγελία Αρμενάκη, Ευαγγελία Φωτιάδου και πολλές πολλές, χιλιάδες άλλες ….

Στα κρατητήρια της Ασφάλειας και των Μεταγωγών δοκιμάστηκαν οι αντοχές τους και έζησαν αβάσταχτες ταλαιπωρίες.
Γυναίκες στο Στρατόπεδο Χίου. Στο βάθος διακρίνονται τα δύο από τα τρία κτίρια του στρατώνα

«Κάτω από αυτή την πίεση, όσες γυναίκες μπόρεσαν έκλεισαν τα σπίτια τους και τράβηξαν για τα βουνά. Εμπιστεύτηκαν οι μητέρες τα παιδιά τους στη γριά μάνα ή σε κάποια συγγένισσα, φύλαξαν οι κοπέλες τα κοριτσίστικα εργόχειρα και άδραξαν το ντουφέκι. Μα όσες δεν πρόφτασαν ή δεν μπόρεσαν να πάρουν τούτο το δρόμο έζησαν αναγκαστικά τις φριχτές ταλαιπωρίες. Έχασαν τα σπιτικά τους, αγωνίστηκαν σκληρά για τη ζωή των παιδιών τους, σύρθηκαν πολλές φορές στις φυλακές και στις εξορίες, και μέσα στα μπουντρούμια των κρατητηρίων πέρασαν εξευτελισμούς που άρχιζαν από το ξύλο και έφταναν στους βιασμούς και το θάνατο»

Όσες δεν εκτελέστηκαν, δεν πέθαναν από τα βασανιστήρια ή δεν υπέγραψαν δήλωση μετανοίας εξορίστηκαν  σε στρατόπεδα στη Χίο, στο Τρίκερι, στη Μακρόνησο, στον Άη – Στράτη από το 1948 έως το 1954.

Οι γυναίκες από την επαρχία, πριν οδηγηθούν στον τόπο της εξορίας τους, περνούσαν από το τμήμα Μεταγωγών στον Πειραιά.

«Όσες γυναίκες δεν γονάτισαν στα κρατητήρια και η Ασφάλεια δεν είχε στοιχεία για να τις στείλει στα στρατοδικεία, τις πέταξαν στα ξερονήσια. Τις στέρησαν τη λευτεριά, την οικογένεια, τη δουλειά τους, κάθε χαρά και άνεση της ζωής, με την ελπίδα σιγά σιγά να τις γονατίσουν. Παράλληλα το επίσημο κράτος τις κρατούσε  στα χέρια του σαν ομήρους για κάθε περίσταση.»
Σκηνές στο προαύλιο του σχολείου Αγ. Θωμάς για τις "επικίνδυνες"

Πρώτος σταθμός η Ικαρία. Οι αποστολές έφευγαν από τον Πειραιά και μέσα από το τρικυμισμένο και άγριο Αιγαίο, άρρωστες και θαλασσοδαρμένες έφταναν στο νησί που τις υποδέχονταν η Οργάνωση Συμβίωσης Πολιτικών Εξορίστων, η οποία προσπάθησε με κάθε τρόπο να απαλύνει τη σκληρή καθημερινότητά τους.  Στον Εύδηλο, στον Άγιο Κήρυκο και στην Παναγία έζησαν οι εξόριστες μέχρι που τις φόρτωσαν σε ένα σαπιοκάραβο για να τις μεταφέρουν στη Χίο.

Εκεί πάνω σ’ ένα λόφο, σ’ ένα όμορφο τοπίο βρισκόταν το στρατόπεδο που τις εγκατέστησαν. Τρεις μεγάλες διώροφες οικοδομές με τα μαγειρεία, τα λουτρά και τους σταύλους αποτελούσαν το Στρατόπεδο πειθαρχικής διαβίωσης Χίου, μια φυλακή στην εξορία. Υπήρχαν δύο κατηγορίες κρατουμένων, η ομηρία, με τις συζύγους, μάνες αδελφές ανταρτών ή καταζητούμενων και οι πολιτικές κρατούμενες, που θεωρούνταν επικίνδυνες για τη δημόσια τάξη. Έξοδος επιτρεπόταν μία ώρα το πρωί και μία το απόγευμα.

«Όσες ερχόμασταν στο στρατόπεδο με τις πρώτες αποστολές – καθώς είχαμε περάσει από διάφορα κρατητήρια και τμήματα μεταγωγών και ήμασταν βασανισμένες και κατάκοπες από ταλαιπωρίες και σωματικά βασανιστήρια – είχαμε την ελπίδα πως θα ησυχάσουμε και θα ξεκουραστούμε στη Χίο. Πιστεύαμε πως η ζωή μας εκεί πέρα θα κυλούσε πιο ήσυχα και πιο ανθρώπινα. Γιατί οι αποφάσεις των Επιτροπών Ασφαλείας όριζαν για ποινή μας μονάχα « την εκτόπισιν εις την νήσον Χίον». Ακόμα και όταν φθάσαμε στα κτίρια διατηρούσαμε την ελπίδα πως μπορεί αυτά να μας χρησίμευαν μονάχα για κατοικία και πως ελεύθερα θα κυκλοφορούσαμε στη Χίο.
Στην αυλή του στρατώνα Χίου. Φθινόπωρο 1948

Όμως πολύ γρήγορα οι αυταπάτες διαλύονται . Μπαίνουμε στο κτίριο, στους γυμνούς κρύους θαλάμους με τα πολλά παράθυρα μα τόσο ψηλά βαλμένα ώστε μονάχα ένα κομμάτι ουρανού μπορούμε να δούμε, και ένας ενωματάρχης αναλαμβάνει να μας προσανατολίσει στην καινούρια μας κατάσταση, « Στρατόπεδο πειθαρχικής διαβίωσης». Αυτή είναι η εξορία μας. Που πάει να πει: φυλακή στην εξορία. Και όταν η βαριά πόρτα του κτιρίου κλείνει με το βραδινό σιωπητήριο, η καρδιά μας σφίγγεται και τα μαύρα προαισθήματα πλακώνουν την ψυχή μας γι’ αυτά που μέλλονται να δούμε. Συγκεντρώνουμε τις δυνάμεις μας και προετοιμάζουμε τον εαυτό μας για καινούριους αγώνες…»

Αυτές οι γυναίκες όρθωσαν το ανάστημά τους και πήραν τη ζωή στα χέρια τους φροντίζοντας να διευκολύνουν τις δύσκολες συνθήκες , να αλληλοβοηθηθούν, να χρησιμοποιήσουν εποικοδομητικά όποιον χρόνο είχαν, να στηρίξουν η μια την άλλη, να λειτουργήσουν στα κρυφά σχολείο, να μάθουν γράμματα τις αγράμματες, να δημιουργήσουν έργα τέχνης με τα εργόχειρά τους, να ψυχαγωγούνται .

«έτσι κυλούσε η κρυφή ζωή μας και τα σχέδια εκείνων που επεδίωκαν να μας λυγίσουν απέτυχαν.»

Στο σχολείο Άγ. Θωμάς, σε μικρή απόσταση από το στρατόπεδο,  έφτιαξαν το Παράρτημα για τις πιο «επικίνδυνες». Καμία δεν ήξερε τι συνέβαινε εκεί.

«Για πολύ καιρό καμιά γυναίκα δεν γύρισε απ’ το Παράρτημα στο στρατόπεδό μας, ώστε να’ χουμε κάποια σωστή πληροφορία. Μονάχα φήμες κυκλοφορούσαν, πως τις είχαν φυλακισμένες μέσα στο κτίριο διαρκώς, πως τις βασανίζουν , τις τυραννούν. Φήμες που η ίδια η διοίκηση κυκλοφορούσε, με σκοπό να χρησιμοποιεί την απειλή του Παραρτήματος σαν ένα μέσο για να μας φοβίζει. Έτσι αφού χώρισαν από μας τις «επικίνδυνες», τώρα προσπαθούσαν να μας τρομοκρατήσουν με τη δημιουργία εντυπώσεων γύρω από το Παράρτημα. Κι αυτή η σκοπιμότητα ήταν ένας απ’ τους λόγους που έπαιρναν αυστηρά μέτρα, ώστε να μην υπάρχει καμία απολύτως επαφή ανάμεσα σ’ εμάς και στις γυναίκες του Παραρτήματος…»
Ήταν παιδιά αγωνιστών. Η πολιτεία τα καταδίκασε, η εκκλησία τα αγνόησε

Το τραγικότερο όμως απ’ όλα ήταν η αρπαγή των μικρών παιδιών από τις μάνες τους για να τα κλείσουν στο ορφανοτροφείο.

«Σαν κεραυνός έπεσε στο στρατόπεδο η διαταγή αυτή. Όλες οι μάνες ζητούν ακρόαση από το Διοικητή, που ύστερα απ’ την επιμονή τους αναγκάζεται να τις δεχτεί για να τις βρίσει ή να τις διώξει με απειλές, λέγοντάς τους να καθίσουν ήσυχα  γιατί η διαταγή θα πραγματοποιηθεί οπωσδήποτε. Κλαίγοντας τότε οι μάνες γυρίζουν στα κτίρια και δέρνονται, και τρομαγμένα τα παιδιά κρεμιούνταν πάνω τους για να τα προστατέψουν. Η συγκίνηση γενικεύεται σ’ όλο το στρατόπεδο γιατί τα παιδιά είναι ολονών μας. Τ’ αγαπούμε όλες, είναι οι μικροί μας άγγελοι εδώ. Με στοργή πάντα τα φροντίζαμε, και τρομάζουμε στη σκέψη πως θα τα χωρίσουν απ’ τις μητέρες τους και από μας και θα τα ρίξουν στο ψυχρό και άχαρο περιβάλλον του ορφανοτροφείου, στερημένα τώρα πια απ΄όλα, και από τη στοργή της μάνας τους κάθε φορά που αρρώσταιναν. Όλες κλαίμε με λυγμούς και πονάμε τα παιδιά μας. Νιώθαμε τόση λαχτάρα όταν τα βλέπαμε ζωηρά να τρέχουν ανάμεσά μας και όλες αγρυπνούσαμε και συμμεριζόμασταν την αγωνία της μάνας τους κάθε φορά που αρρώσταιναν. Κλαίνε κι αυτά με τις μεγάλες, μα στο τέλος πνίγουμε την πίκρα μας και προσπαθούμε να τα παρηγορήσουμε. Τους παρουσιάζουμε ρόδινη τη μελλοντική ζωή τους, τους προσφέρουμε καραμέλες κι ό,τι άλλο γλυκό μάς βρέθηκε.

Το απόγευμα ένα αυτοκίνητο σταμάτησε κατάντικρυ στο τρίτο κτίριο. Ήρθαν να πάρουν τα παιδιά. Δεκαπέντε κοριτσάκια και έξι αγόρια ήταν η πρώτη σοδειά των γενίτσαρων. Η σκηνή του αποχαιρετισμού είναι συγκινητική. Μπουκάρουν οι γυναίκες από την πόρτα προς τα έξω κι απ΄τα δυο κτίρια, και μόνον σαν δέχτηκαν να συνοδέψουν ορισμένες μανάδες τα παιδιά πείθονται να ξαναμπούν στη φυλακή τους.

Κείνη η μέρα στάθηκε τραγική στο στρατόπεδο, δεν έφαγε καμιά σχεδόν και σαν έπεσε το βράδυ πέσαμε όλες στα στρώματα μας αμίλητες και τσακισμένες.

Είναι οι ίδιοι που μας προπαγάνδιζαν ενάντια στο δήθεν παιδομάζωμα των ανταρτών.

Τώρα τα κοριτσάκια ίσως το ίδιο ν’ αγρυπνούν σαν κι εμάς μακριά από τη μάνα τους, στα κρεβατάκια του ορφανοτροφείου της Χίου. Άραγε έφθασαν τ΄ αγοράκια στο ορφανοτροφείο της Μυτιλήνης, για το οποίο προορίζονταν; Να τι γύριζε στη σκέψη μας.»
Τον Απρίλη του 1949 το στρατόπεδο Χίου μεταφέρεται στο Τρίκερι

Τον Απρίλη του 1949 οι εξόριστες γυναίκες στο στρατόπεδο της Χίου μεταφέρθηκαν στο Τρίκερι, ένα νησάκι στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου. Εκεί υπήρχε στρατόπεδο ανδρών από το καλοκαίρι του 1947 με 3.000 – 4.000 χιλιάδες κρατούμενους από χωριά και πόλεις της κεντρικής Ελλάδας που διεξάγονταν οι μάχες του εμφυλίου. Μαζί με αυτούς είχαν φέρει «προληπτικά» γυναίκες από οικογένειες ανταρτών και τις είχαν κλείσει στο Μοναστήρι του νησιού. Στο μεταξύ οι άνδρες είχαν μεταφερθεί στη Μακρόνησο το 1949 και στις άδειες σκηνές του στρατοπέδου εγκαταστάθηκαν οι νεοφερμένες από τη Χίο. Σε μικρό χρονικό διάστημα ενώθηκαν με τις «προληπτικές»

«Στις 4 Απριλίου 1949 χίλιες διακόσιες γυναίκες και παιδιά φεύγουν από τα κτίρια των στρατώνων της Χίου όπου στεγάζονταν και πηγαίνουν στο Τρίκερι.

Για πρώτη φορά ύστερα από έναν χρόνο βγαίναμε από τη βρώμικη και μολυσμένη ατμόσφαιρα της φυλακής μας. Το καράβι, που μας πέρασε σ’ όλο το πλάτος του Αιγαίου όσο να φτάσει στις αχτές του Πηλίου, πάλεψε με την άγρια φουρτούνα. Μας είχαν πετάξει μέσα στις φριχτές του καμπίνες, όπως ήμασταν, εξαντλημένες και πεινασμένες. Δυο από τις αποστολές κινδύνεψαν να πνιγούν, η πρώτη μάλιστα γύρισε πίσω(…)

Το καράβι που μας πήρε ήταν βαμμένο μαύρο. Μαύρο ήταν και το εσωτερικό του από την καπνιά. Όταν σκοτίνιασε κι ανοίχτηκε στη θάλασσα, μας κυρίεψε τρομάρα και φρίκη καθώς ανεβοκατέβαινε στα κύματα, τρίζοντας και βογκώντας. Ο καπετάνιος αποφάσισε να γυρίσει πίσω στο λιμάνι, μα οι αξιωματικοί της Χωροφυλακής που μας συνόδευαν τον διέταξαν να προχωρήσει. Έτσι περάσαμε μια νύχτα φοβερή στο φουρτουνιασμένο Αιγαίο, ενώ είχαμε σωθεί από τόσα παθήματα τους δύο τελευταίους πολέμους.

Η μία χτυπιόταν πάνω στην άλλη με βογκητά. Πολλές είχαν χάσει τις αισθήσεις τους και έμεναν ακίνητες σαν νεκρές, άλλες μοιρολογούσαν, τα παιδάκια δυστυχισμένς έκλαιγαν σπαραχτικά και οι φυματικές έφτυναν αίμα μαζί με χολή(…)

Το βράδυ της άλλης μέρας , όσο πλησιάζαμε στο Πήλιο, τα νερά γαλήνευαν. Πέρα στην άκρη του είδαμε ένα νησί πράσινο και ήμερο. Είδαμε το Τρίκερι ανάμεσα στις ελιές που έφταναν ως το κύμα και λίγα γκρίζα  σπιτάκια και ψαρόβαρκες αραγμένες στο μουράγιο».
Αλυσίδα για το ξεφόρτωμα

Αυτό το μικρό και ήρεμο νησάκι έγινε τόπος μαρτυρίου για τις χιλιάδες γυναίκες που έζησαν εδώ. Από την πρώτη στιγμή που το καράβι τις ξεφόρτωσε άρχισε η ταλαιπωρία τους. Ταλαιπωρημένες από το ταξίδι, έπρεπε να ανεβούν φορτωμένες τον απότομο ανήφορο για το Μοναστήρι και μετά να κατεβούν για το στρατόπεδο «ανάμεσα από βράχια κι αγκάθια , πορεία δύο και πάνω χιλιομέτρων».

Το στρατόπεδο ήταν περιφραγμένο με συρματοπλέγματα «πλεγμένα σε σιδερένιους πάσσαλους ριζωμένους μέσα στο νερό». Εκεί όρισαν τον τόπο που θα έμεναν και αυτές ρίχτηκαν στη δουλειά για να ξαναστήσουν τα πεσμένα μικρά αντίσκηνα που οι άνδρες είχαν αφήσει φεύγοντας για τη Μακρόνησο.

«Όταν την άνοιξη του 1949 μαζεύτηκαν τρεις χιλιάδες περίπου γυναίκες στο νησί, έστησαν και μικρά ατομικά αντίσκηνα ολόγυρα από τα λιόφυτα του Μοναστηριού. Όλες αυτές οι μικρές τέντες ήταν τρύπιες και καταστραμμένες και μόλις έβρεχε έσταζαν και μούσκευαν τα στρώματα ή τα ξερά χόρτα που πάνω κει πλάγιαζαν οι εξόριστες με τα μωρά τους. Ήταν τόσο χαμηλές, που έπρεπε να διπλώσεις το κορμί σου για να μπεις μέσα και να βρίσκεσαι  συνεχώς καμπουριασμένη. Όταν έπεφταν οι μεγάλες βροχές τα πάντα πλημμύριζαν με λάσπη και νερό και τα μικρά έκλαιγαν αντάμα με τις μάνες και τις γιαγιάδες τους.»

Οι εξόριστες  είχαν να αντιμετωπίσουν  τις άγριες καιρικές συνθήκες, τις βαριές αγγαρείες, την  λειψυδρία, τις αρρώστιες και τις επιδημίες, τον υποσιτισμό. Ζούσαν με στρατιωτική πειθαρχία και ένιωθαν στο πετσί τους  τη σκληρότητα και την απονιά των φρουρών . Κάθε είδους μόρφωση , ψυχαγωγία και ξεκούραση ήταν απαγορευμένα. Όλα αυτά συνδυασμένα με μελετημένα ψυχολογικά μέσα είχαν στόχο να τους σπάσουν το ηθικό, να τις εξευτελίσουν και να τις αναγκάσουν να υπογράψουν δήλωση.
Το μωρό από κοντά

Παρ’ όλα αυτά οι γυναίκες φρόντισαν μέσα σε αυτές τις συνθήκες να βελτιώσουν τη ζωή τους και να απαλύνουν τα βάσανα τους, ακόμα και να μορφωθούν παρακολουθώντας μαθήματα αψηφώντας τις απαγορεύσεις και να οργανώνουν θεατρικές παραστάσεις και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.

Οι δυσκολίες και οι κακουχίες μεγάλωσαν ακόμα περισσότερο όταν το στρατόπεδο Γυναικών του Τρίκερι πέρασε στα χέρια του νικητή στρατού , στις 15 Νοέμβρη 1949. Από αυτή την εποχή το στρατόπεδο υπάγεται στον Οργανισμό Αναμορφώσεως Μακρονήσου , που ανέλαβε την «αναμόρφωση» των γυναικών στο Τρίκερι.

«Είχαμε βαρυχειμωνιά το 1949, τέτοια που σπάνια πέφτει στο νησάκι του Τρίκερι. Καΐκι δεν μπορούσε να αράξει στον κολπίσκο. Τα μεγάλα αμερικάνικα αντίσκηνα κλονίζονταν  και έπεφταν από το βοριά. Ο γραίγος, ο παγωμένος άνεμος της Θεσσαλίας, έγδερνε στεριά και θάλασσα και πάγωνε τα νερά. Τα χιονόνερα έσταζαν και έτρεχαν μέσα στο στρατόπεδο , πλημμυρίζοντας τις σκηνές και τα μαγειρειά… Το καΐκι τότε άραζε στη δυτική ακτή του νησιού, που ήταν περισσότερο απάνεμη. Έπρεπε να πάμε εκεί κάτω για να το ξεφορτώσουμε. Ανεβάζαμε τσουβάλια, βαρέλια και κασόνια από τα γκρεμνά, με κίνδυνο να γλιστρήσουμε και να σκοτωθούμε. Ύστερα τα κουβαλούσαμε στις κακοτοπιές για να τα πάμε ως την αποθήκη. Όσο περνούσαν οι μέρες εκείνου του Δεκέμβρη ένας κλοιός έσφιγγε τη ζωή μας, που κάθε μέρα γινόταν χειρότερη. Νιώθαμε πως δεν είμαστε πια εξόριστες μήτε σε στρατόπεδο « Πειθαρχικής Διαβιώσεως», μα αιχμάλωτοι και όμηροι πολέμου. Η στρατιωτική Διοίκηση εξακολουθούσε  τώρα με μεγαλύτερη ένταση την προπαγάνδα της, για να μας κάνει να πιστέψουμε πως ο Δημοκρατικός Στρατός δεν υπάρχει πια. Καθημερινά έφερναν αντάρτες και ακόμα περισσότερο αντάρτισσες από το στρατόπεδο της Λάρισας για να μας βγάλουν λόγο…»
Γυναίκα της Εθνικής Αντίστασης γνέθει μαλλί στο Τρίκερι

Η κάθε μέρα ήταν πιο άθλια από την άλλη, η προπαγάνδα και οι πιέσεις για την υπογραφή δήλωσης γίνονταν ανελέητες. Συρματοπλέγματα στήθηκαν για να απομονώσουν όσες γυναίκες θεωρούσαν στελέχη, το συσσίτιο λιγόστευε, το κρύο περόνιαζε κάθε σημείο του κορμιού τους , τα παιδιά χλωμά από την πείνα , οι αγγαρείες ατελείωτες. Μέσα σε αυτή τη χαοτική κατάσταση άρχισε να κυκλοφορεί η φήμη για τη μεταφορά των γυναικών στη Μακρόνησο.

Στημένες ώρες ολόκληρες μέσα στο χιόνι άκουγαν τα κηρύγματα και τις νουθεσίες των δεσμοφυλάκων  τους, που πολλές φορές ήταν διάφοροι «ανανήψαντες» , χειρότεροι στη συμπεριφορά και στο μίσος που έβγαζαν από τους άλλους.

«Η ζωή στο Τρίκερι , παρ’ όλες τις τελευταίες ταλαιπωρίες, θα σας φανεί ειδυλλιακή όταν θα αντικρίσετε το Μακρονήσι. Θέλω να σας πω μερικά πράγματα και εύχομαι να σας κάνουν να ξεκαθαρίσετε τη θέση σας. Θα τα θυμηθείτε όλα αυτά που θα σας πω, αν τώρα δεν κάνετε μια απλή δήλωση για να φύγετε με την τελευταία αποστολή στα σπίτια σας. Στη Μακρόνησο θα σας ζητήσουν περισσότερα πράγματα και θ’ αναγκαστείτε να κάνετε πολές υποχωρήσεις , ομιλίες από το ραδιόφωνο, γράμματα στις αρχές του τόπου σας, αγγαρείες κλπ. Εξάλλου σας λέω για μια ακόμα φορά πως η υπόθεση του αγώνα, που κι εγώ κάποτε είχα για σκοπό στη ζωή μου, είναι χαμένη.»

Πολλές γυναίκες, κυρίως «προληπτικές»,  αναγκάστηκαν να υπογράψουν και
Η μέρα της άφιξης των γυναικών στη Μακρόνησο

«Λίγες λίγες έφευγαν από μας σαν κυνηγημένα πουλιά, δυστυχισμένες, ταπεινωμένες και πονεμένες. Δεν γύριζαν να μας κοιτάξουν στα μάτια, γιατί ένιωθαν πολύ καλά το κακό που έκαναν να μας αφήσουν μονάχες στ’ άγρια χέρια του στρατού. Οι περισσότερες είχαν χάσει τους άντρες τους και τα παιδιά τους στον εμφύλιο πόλεμο. Ποθούσαν να τρέξουν γρήγορα στα χωριά τους, στα χαμένα και λεηλατημένα σπίτια τους και να σώσουν τα παιδιά που υπέφεραν μαζί τους τα βάσανα της εξορίας.»

Στις 25 Γενάρη του 1950 ξεκίνησαν το εφιαλτικό ταξίδι για την κόλαση της Μακρονήσου. Πριν όμως επιβιβαστούν στο αρματαγωγό «Αχελώος» πέρασαν αβάσταχτα μαρτύρια καθώς έπρεπε να ξεριζώσουν μέσα από τα νερά  τους σκουριασμένους πασσάλους του στρατοπέδου και να μαζέψουν τα αλύγιστα και αγκαθωτά συρματοπλέγματα.

«Τα φουστάνια μας ξεσκίζονταν , τρυπούσαν οι κάλτσες και τα πόδια μας. Το αίμα πότιζε τους τσουβαλένιους επιδέσμους, κλαίγαμε σαν μωρά παιδιά από τον πόνο και το τσουχτερό χιονόνερο. Κι όμως χαιρόμασταν να βγάζουμε τα συρματένια αγκάθια , αυτά που τόσα χρόνια έσφιγγαν τη ζωή μας. Έτσι ξεριζώθηκαν τα συρματοπλέγματα του στρατοπέδου του Τρίκερι από τις ίδιες τις κρατούμενες το Γενάρη του 1950.»

Το ίδιο μαρτυρικό ήταν και το ξερίζωμα και ανέβασμα ενός τεράστιου κλιβάνου από τη δυτική ακρογιαλιά στο Μοναστήρι.
«Όλα αυτά ήταν υπολογισμένα και γίνονταν για να βασανιστούμε, για να υπογράψουμε εκεί ή μόλις φθάναμε στη Μακρόνησο εξαντλημένες ψυχικά και σωματικά.»

1145 γυναίκες και παιδιά μαζί με άλλες πενήντα από την Ικαρία έφυγαν εκείνη τη μέρα , την 25η Γενάρη του 1950, για τη Μακρόνησο. Στοιβαγμένες  σαν τα ζώα, « αναίσθητες από την κούραση και τον πόνο» με τις διαταγές να μην τις αφήνουν να πάρουν ανάσα. Οι γυναίκες αυτές έκαναν άθλους που δεν τους φαντάζεται ο ανθρώπινος νους και οδηγούνταν σαν τα πρόβατα στο σφαγείο.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας το πλοίο άραξε στο Λαύριο.

«Μας έδειξαν πέρα ανατολικά το νησί, μια στεριά γυμνή, και μακρινή, σαν πετρωμένος δράκος μέσα στα κύματα. Επάνω της ξεχώριζαν άσπρες αυλακιές και πολλά ηλεκτρικά φώτα , που έφεγγαν θαμπά στο φως της αυγής. Ξημερώνοντας, τα φώτα έσβησαν και οι αυλακιές έγιναν πιο έντονες. Άρχισαν να ξεχωρίζουν μαύρες σκηνές τοποθετημένες σε αράδες. Όλα ήταν ασπροσμένα, βαλμένα σε τάξη που θύμιζε Γερμανούς. Πρασινάδα ή δέντρο πουθενά. Το νησί όσο ξημέρωνε γινόταν πιο αποκρουστικό, πιο τρομερό.»

Πρώτη φορά γυναίκες εξόριστες έρχονταν στη Μακρόνησο. Ρίγος , αγωνία και ερωτηματικά τις πολιορκούσαν για την τύχη τους. Δεν ήξεραν τι τις περίμενε πατώντας το πόδι τους σ’ αυτό το βράχο που τον έδερναν τα κύματα και τον μαστίγωναν οι αέρηδες.
Ξανά πίσω στο Τρίκερι

«Βγήκαμε πάνω σ’ ένα δρόμο και βαδίζαμε ανάμεσα από τις θλιβερές μάζες των «αναμορφωμένων». Όλοι μάς κοίταζαν περίεργα μην τολμώντας να μας μιλήσουν. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπαν γυναίκες πάνω στους ματωμένους δρόμους του Μακρονησιού. Στα τέσσερα τελευταία χρόνια που απλωνόταν η ζωή του μακρονησιώτικου κάτεργου, εδώ δεν έφερναν παρά μόνο άντρες. Ναύτες, φαντάρους, αξιωματικούς, και τέλος πολίτες, φυλακισμένους και εξόριστους. Και αυτή εδώ η πορεία μιας ταλαιπωρημένης φάλαγγας γυναικών ήταν, χωρίς άλλο, μια δυσάρεστη, ίσως ακόμα και μια τραγική ποικιλία στη σκληρή ζωή των δεσμωτών της Μακρονήσου.

Όλοι τους ήξεραν τι μας περίμενε…

Ήμασταν ακόμα σαστισμένες από τις πρώτες μας εντυπώσεις όταν γνωρίσαμε έναν καινούριο εχθρό που δεν μπορούσαμε να υποπτευθούμε νωρίτερα. Σ’ όλο το μάκρος του δρόμου, σε κοντινές αποστάσεις, ήταν τοποθετημένα μεγάφωνα που βούιζαν ταυτόχρονα, εκνευριστικά, σκεπάζοντας κάθε άλλο θόρυβο.

Τα μεγάφωνα φώναζαν:

«Γυναίκες! Δεν αρμόζουν στα δικά σας χέρια οι αλυσίδες του κομμουνισμού!»

«Ελληνίδες, γυρίστε κει που η φωτιά του πατρικού σπιτιού καίει!»

«Ως πότε θα γυρίζετε στα ξερονήσια! Οι αρχηγοί σας εξοντώθηκαν! Τι περιμένετε;»

«Ελληνίδες, ζητήστε τη συγγνώμη της πατρίδος! Είναι μεγαλόκαρδη μητέρα η Ελλάδα και θα σας δώσει τη συγγνώμη της. Ζητήστε την!»

Όλο το νησί βούιζε παράξενα, απειλητικά.»
Μαστόρισσες, τσαγκαρίνες, κορδελιάστρες

Η ατμόσφαιρα θανάσιμη. Σε εκείνο το νησί βρίσκονταν πολλοί συγγενείς  και φίλοι των γυναικών. Πάνω σε αυτή τη σχέση και την επιθυμία να συναντηθούν στήθηκε το εφιαλτικό και αρρωστημένο σκηνικό του γενικού επισκεπτηρίου με ιδιώτες και φαντάρους «ανανήψαντες» με σκοπό να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες τι τις περίμενε ακούγοντας τις τραγικές αφηγήσεις τους.

«Όταν τελείωσε το επισκεπτήριο και γυρίσαμε στις σκηνές μας ο άνεμος λυσσομανούσε πιο άγρια παρά ποτέ. Σ’ όλο τον καταυλισμό, σ’ όλα τ’ αντίσκηνα πλανιόταν επίμονα οι ίδιες λέξεις: Το τρελλάδικο, οι σακατεμένοι, οι ακρωτηριασμένοι, οι σκοτωμένοι μέσα στη χαράδρα…Όλες οι φοβέρες του Παπαγιανόπουλου γι’ αυτά τα μυστηριώδη  «άλλα μέσα» φωτίστηκαν  με το τραγικό φως που έριξαν πάνω τους τα ίδια τα θύματα, τ’ αδέρφια μας, οι άντρες μας, τα παιδιά μας. Όλη μας η σκέψη, όλος μας ο νους, ολόκληρο το είναι μας συγκεντρώθηκε σ’ ένα σκληρό ερώτημα: Θ’ αντέξουμε εμείς;»

30 Γενάρη τα χαράματα άρχισε η έφοδος των αλφαμιτών στις σκηνές των γυναικών. Με βρισιές τις συγκέντρωσαν στη μικρή πλατειούλα του θεάτρου. Ούρλιαζαν από τα μεγάφωνα οι απειλές, άναβαν οι αλφαμίτες.

«Πάνω από το ανυπεράσπιστο πλήθος των γυναικών φτερούγισε ο κίνδυνος του θανάτου. Δεν φοβόμασταν τον ίδιο το θάνατο. Αν μας έλεγαν πως θα μας σκότωναν κείνη την ώρα, σ’ ένα λεπτό, θ’ ανασαίναμε με ανακούφιση . Σαν αστραπή μια σκέψη παρήγορη  κυριάρχησε στο νου μας: Είναι ευτύχημα ότι είμαστε εξαντλημένες από τις αγγαρείες και δεν θα υποφέρουμε πολλή ώρα. Θα τελειώσουμε γρήγορα πάνω στο πρώτο ξυλοκόπημα…Φέρνουμε το βλέμμα ολόγυρα πάνω απ’ τη συμπαγή μάζα που φτιάχνουν τα κορμιά μας. Σφιγγόμαστε κοντά κοντά . Κρατιόμαστε απ΄τα χέρια. Ο εαυτός μας χάνεται μέσα στη μάζα. Είμαστε όλες ένα. Ένα με τους σακατεμένους  ήρωες της χαράδρας. Ένα μ’ όλους τους μάρτυρες του λαού. Κρατάμε την ανάσα. Όλη μας η δύναμη, όλη μας η σκέψη συγκεντρώνεται σ’ έναν πόθο: Ν’ αντέξουμε! Να μην προδώσουμε!»
Αυτή η ψυχολογική πίεση που είχε την τρομερή μορφή των βασανιστηρίων οδήγησε διακόσιες γυναίκες στην υπογραφή δήλωσης. Συνέχιζαν οι υπόλοιπες, που ξυλοκοπήθηκαν άγρια μία μία χωριστά. Μια ανάπαυλα και πάλι καινούρια επίθεση με μεγαλύτερη λύσσα. Και στη συνέχεια το επισκεπτήριο.

«Τίποτα πιο σατανικό από ένα τέτοιο σχέδιο. Τη στιγμή που συγκεντρώνεις όλες σου τις δυνάμεις, τον εαυτό σου ολόκληρο, σε μια μονάχα σκέψη : «ν’ αντέξω», και δεν υπάρχει για σένα τίποτ’ άλλο έξω απ’ αυτό, τη στιγμή αυτή οι δήμιοι σε δένουν και πάλι με τα νήματα της ζωής. Σε φέρνουν αντίκρυ στα δακρυσμένα μάτια του πατέρα και του αδερφού… Οι σκηνές ήταν τραγικές. Ολόκληρες οικογένειες που ανταμώθηκαν κείνη την ώρα έκλαιγαν λυπητερά. Άλλοι προσπαθούσαν να πείσουν τις αδερφάδες τους ότι ήταν άσκοπη η επιμονή τους, γιατί νωρίτερα ή αργότερα θα υπέκυπταν, γιατί οι δήμιοι δεν κουράζονται να βασανίζουν ημέρες και βδομάδες ολόκληρες, ότι είναι προτιμότερο να φύγουν τώρα παρά να μείνουν σακαταμένες ή να τρελαθούν, χωρίς ελπίδα να νικήσουν ως το τέλος.»

Όλα αυτά ενισχύονταν και από την ιδεολογική – αντικομμουνιστική εκστρατεία που είχε στόχο την «αναμόρφωση» Γι’ αυτό και απαγορευόταν κάθε πνευματική ασχολία των κρατουμένων. Μόνο ό,τι ακουγόταν από τα μεγάφωνα του στρατοπέδου. Στο χώρο του θεάτρου γινόταν καθημερινά το μάθημα της «εθνικής αγωγής». Πολλές φορές διαβάζονταν επιστολές διαφόρων «θυμάτων των συμμοριτών» και γίνονταν διαφωτιστικές ομιλίες. Έτσι μαρτυρικά κυλούσαν οι μήνες και βασανιστικά περνούσε η ζωή μέχρι τον Ιούλιο του 1950. Η κατάσταση φαινόταν να αλλάζει, αλλά οι κρατούμενες έπρεπε να απαντήσουν ενυπόγραφα στο ερώτημα αν προτιμούν το Τρίκερι ή τη Μακρόνησο. Η απάντησή τους ήταν ότι ήθελαν να μπει τέρμα στο μαρτύριο τους, ούτε Τρίκερι ούτε Μακρόνησο. Η επιθυμία τους όμως δεν εισακούστηκε. Στις 31 Ιουλίου έφυγαν από την Μακρόνησο για το Τρίκερι.

Εκεί επέστρεψαν 480 γυναίκες, όσες δεν δέχτηκαν να υπογράψουν «δήλωση μετανοίας» στη Μακρόνησο. Η διαταγή ήταν να πάνε στον ίδιο τόπο που ήταν και πριν, στο γυμνό και απόκρημνο δυτικό ακρωτήρι του νησιού. Η αντίδραση τους υψώθηκε σε μια φωνή και κατόρθωσαν με δυναμισμό και πείσμα να καταλάβουν τα κελιά του Μοναστηριού.

«Το Τρίκερι έγινε πάλι μια κυψέλη εργασίας και μόρφωσης, ένα ιδιόμορφο μοναδικό στον κόσμο, γυναικείο Μοναστήρι…»

Τον Απρίλιο του 1953 προστέθηκαν δέκα εργάτριες και σταδιακά και άλλες «επικίνδυνες». Στο τέλος του Σεπτέμβρη μεταφέρθηκαν στον Άη – Στράτη, όπου έζησαν λίγα χρόνια ακόμα εκτοπισμένες.
Τα αποσπάσματα και οι φωτογραφίες είναι από το ιστορικό ντοκουμέντο Στρατόπεδα Γυναικών, Χίος – Τρίκερι, Μακρόνησος, Αι- Στράτης. 1948 – 1954 που κυκλοφόρησαν  το 2006 οι εκδόσεις Αλφειός  με πρωτοβουλία του Συλλόγου Πολιτικών Εξορίστων Γυναικών.  Περιλαμβάνονται τα κείμενα ομάδας γυναικών που είναι γνωστά ως τα «θαμμένα τετράδια» και βρέθηκαν κρυμμένα στις κουφάλες των δέντρων στο Τρίκερι. Το υλικό περιέσωσε η Ρόζα Ιμβριώτη και εξέδωσε αρχικά η Βικτωρία Θεοδώρου. Το φωτογραφικό υλικό σώθηκε και αυτό κάτω από δύσκολες συνθήκες. Επισημαίνεται ότι στις περισσότερες φωτογραφίες οι γυναίκες φαίνονται να χαμογελούν. Ήταν ο μόνος τρόπος για να περάσουν οι φωτογραφίες από τη λογοκρισία και να βγουν από το στρατόπεδο.

«Η σύνθεση του φωτογραφικού υλικού με τα κείμενα από τα «θαμμένα τετράδια» προσφέρει μια γενική εικόνα της αλληλεγγύης που είχαμε αναπτύξει μεταξύ μας, αναδεικνύοντας στο μέτρο του εφικτού τους τρόπους βασανισμού και βιασμού συνείδησης, όπως και την τακτική αργού θανάτου που μας επέβαλαν. Σ’ αυτή τη θηριωδία οι Γυναίκες Πολιτικές Εξόριστες αντιτάξαμε την απασχόληση , αναπτύξαμε τις τέχνες και τα γράμματα, τον πολιτισμό και την άθληση, καταπολεμήσαμε τον αναλφαβητισμό.

Ξέραμε γιατί ζούμε και γιατί πεθαίνουμε. Είχαμε ΙΔΑΝΙΚΑ.» (Ελένη Στεφανίδου – Καρανικόλα από τον πρόλογο του βιβλίου)



Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Υστεροφημία

Όταν υποχωρήσουμε πια κάτω από τον καταιγισμό 
του πυρός
και τα μάτια μας τυφλωθούν από τα μάκρη της ηρεμίας
και δεν υπάρχει πια ο πυρετός, το γυμνό αγκάθι
δε μας ενοχλεί κι η σκέψη μας σταματήσει να μας
 οδηγεί
σε αδιέξοδες κατευθύνσεις, τότε
τα πράγματα που αγγίξαμε θα μας θυμούνται.
Θα υπάρχουν εκεί, στους δρόμους, στα λιμάνια
και στα καπηλειά
φορτωμένα ακριβές πραμάτειες: αισθήματα και αισθήσεις,
νοσταλγώντας τις συνουσίες τους με τη μοναξιά μας,
τη γυμνή κόψη που λουλούδισε το στέρνο τους.

                                                            Τάσος Κόρφης


Ο Τάσος Κόρφης  (ψευδώνυμο του Τάσου Ρομποτή), γιος του μουσικοσυνθέτη Γεράσιμου Ρομποτή, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1929 και πέθανε στην Αθήνα το 1994.  Δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα, όταν ακόμα ήταν μαθητής, στο περιοδικό Χαραυγή και στην εφημερίδα του Πύργου Αυγή.  Φοίτησε στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων και υπηρέτησε στο Πολεμικό Ναυτικό (1951-1982) φτάνοντας σε υψηλά αξιώματα. 

Πολύπλευρο ταλέντο, ο Τάσος Κόρφης ασχολήθηκε σχεδόν με όλα τα  λογοτεχνικά είδη: την ποίηση, την πεζογραφία, το δοκίμιο, τη μετάφραση, τη βιογραφία. Παράλληλα υπήρξε ο εκδότης του περιοδικού Ανακύκληση (από το 1986 έως το 1990) και των εκδόσεων Πρόσπερος, ενώ εξέδιδε κάθε χρόνο τον τόμο Φωνές, από το 1979 έως το 1995, στον οποίο καταγράφονταν τα ποιήματα που ξεχώριζαν και είχαν δημοσιευθεί σε περιοδικά ή εφημερίδες είτε περιλαμβάνονταν σε ποιητικές συλλογές. Χαλκέντερος και ρέκτης, έφερε στο φως το έργο λησμονημένων ποιητών, ιδιαιτέρως εκείνων που έζησαν και έγραψαν κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, και το μελέτησε. Οι επιρροές αυτών των ποιητών, άλλωστε, με έντονα και τα χαρακτηριστικά του συμβολισμού, φαίνονται στην ποίηση και την πεζογραφία του. Μήτσος Παπανικολάου, Καίσαρ Εμμανουήλ, Ρώμος Φιλύρας, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Αναστάσιος Δρίβας, Γιώργος Σαραντάρης, Γ.Μ. Μυλωνογιάννης, Μίνως Ζώτος, αλλά και Κ. Ουράνης, Στρατής Δούκας, Κοσμάς Πολίτης, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Νίκος Καββαδίας, είναι μερικά ονόματα από τους ποιητές και πεζογράφους που απασχόλησαν τον μελετητή Τάσο Κόρφη. 


Χαμηλόφωνη η ποίησή του, "αφηγείται" καθημερινές στιγμές, συνομιλεί με τον έτερο, αποτυπώνει στιγμιότυπα και χειρονομίες, μνήμες, αρώματα, υποδηλώνει ιδέες και επιθυμίες, υπολανθάνει τα σπαράγματα μιας κρύφιας εσωτερικής ζωής. Παρατηρητής της καθημερινότητας, καταγράφει ό,τι μικρό κι ό,τι ασήμαντο για να το ανασύρει από την αφάνεια, ενώ ειρωνεύεται, με τον τρόπο του Καρυωτάκη ενίοτε, το ψεύτικο και την υποκρισία. Τον συγκινεί το εφήμερο και γι' αυτό γίνεται συλλέκτης  στιγμών και βλεμμάτων. Πότε με απλές περιγραφές που παραπέμπουν σε πεζά κείμενα, πότε με ομοιοκαταληξία και μουσικότητα, αναδεικνύεται ο μυστικός κόσμος που τον περιβάλλει, αυτόν που επιλέγει ο ίδιος να οικειοποιηθεί, και τότε μετατρέπονται οι αθέατες πλευρές του σε τραγούδια ή "ιστορίες". Τρυφερές, ερωτικές και συνάμα σκληρές, αλλά και υπαινικτικές οι ποιητικές εικόνες του Κόρφη, φανερώνουν πλούτο συναισθηματικών καταστάσεων, αλλά και ιδεών. Ο "έρωτας" για τη ζωή και τον έτερο αποτελούν μια αστείρευτη πηγή δημιουργίας, ένα πεδίο αναφοράς και έκλαμψης.

Το κείμενο είναι της Χρύσας Σπυροπούλου από το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση poerty e - zine. Σε αυτή τη σελίδα θα βρείτε και περισσότερα ποιήματα του Τάσου Κόρφη

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015