Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο 18 Απριλίου 2020

... και το σκοτάδι το πλουτίζει ένα σμαράγδι...


ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ
Ω μακαρία νυχτιά μέσα στο χρόνο,
ξεμονάχιασμα ψυχών στη φυλακή
την πρώτη του Όρθρου και πλουτισμός
των κρεμασμένων άστρων, λες και θέλουν,
πριν σβήσουν σε άχνες εωθινές, να δείξουν
πόσες δυνάμεις ξαγρυπνάν για μας.

Συμμαζωχτόν, εκεί δα, στη ρίζα της ελιάς,
ένα δέος το σαλίγκαρο πριν την ώρα ξυπνά
και τεντώνει τα κέρατα με αδημονία
να εξακριβώσει, τι παραλλάζει απόψε.

Τέτοια γαλήνη, τέτοια απανεμιά.

Μονάχα αν καταπόθηκε με μιάς 
για πάντα η καταβόθρα του θανάτου
θα εξηγιόταν η μαγεύτρα αυτή νυχτιά.

Φαντάσου κι' αν κανένας μέγας Θεός,
κρατώντας σύνεργα της παντοδυναμίας Του,
βάλθηκε, κινημένος από συμπόνια,
τα έγκατα της μαυρίλας να τρυπήσει,
να καταργήσει αυτόν τον Τρωγλοδύτη
που μας θερίζει ωμά χιλιάδες χρόνους.

Στα θάμνα έπεσε ο Βέγας!

Να, η Πυγολαμπίδα,
και το σκοτάδι το πλουτίζει ένα σμαράγδι.
Πώς κύλησε στο μαύρο χάος, πυρήνας
μιας δημιουργίας η σιωπηλή αναγάλλια
με τα πλουμίδια της, μικρούλα λυχνία.

Ένα νεράκι κελαρύζει λίγο πιο πέρα
κι' έρχεται, σαν να επιλέχτη ο κέλαδός του
στο νύχτιο αυτό τόπον της παρηγόριας·

αλλά και μιαν ανευωδιά, σαν πρώιμου ρόδου,
άτονα μύρα, έτσι δειλά, αναδίνει,
κι' ένας παλμός σταχτής φτεροκοπά
το νυχτοπούλι, συντροφιά κι' αυτό κρατώντας.

Όσο για τ' άλλα, όλα σωπαίνουν· το αεράκι
δεν ήρθε· ανασασμός άλλος, κανείς,
εξόν τα λίγα αυτά ιερά στοιχεία
δεν ξαλαφρώνει κανένα βαρύ στήθος.

Όλα είναι ακόμη φοβισμένη ευδαιμονία.

Όλα είναι ακόμη θάμπος κι' έκσταση.

Όλα είναι καλωσύνη και ξεκούραση.

                                              Τάκης Παπατσώνης
Γιώργος Κ. Καραβασίλης, Πάσχα των Ελλήνων. Μικρή Ποιητική Ανθολογία, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1993

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

Πέμπτη 16 Απριλίου 2020

Luis Sepulveda : το τέλος μιας πτήσης


Ο σπουδαίος Χιλιανός συγγραφέας και ακτιβιστής  Luis Sepulveda έφυγε από τη ζωή νικημένος από τον κορωνοϊό!  Σε ηλικία 70 ετών και αφού είχε βγει νικητής πολλές φορές στη ζωή του στις μάχες με τη Χιλιανή δικτατορία, τη φυλακή, τις εξορίες. 
Ο Luis Sepulveda  γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle της Χιλής. Έντονα πολιτικοποιημένος συμμετείχε σε κινητοποιήσεις εναντίον της δικτατορίας στη χώρα του. Για τη δράση του αυτή συνελήφθη , κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε 28 χρόνια φυλακή. Αποφυλακίστηκε μετά από παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και αφού είχε εκτίσει δύο χρόνια στη φυλακή. Με την αποφυλάκιση του υποχρεώθηκε να φύγει από την πατρίδα του. Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους Ινδιάνους Σουάρ . Αυτή η συμβίωση - συνύπαρξη άλλαξε τις αντιλήψεις του για τον κόσμο και αυτό εκφράστηκε στο μυθιστόρημά του " Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης". 
Στρατεύτηκε στη διεθνή  ταξιαρχία " Σιμόν Μπολιβάρ" και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας. Όταν ήρθε στην Ευρώπη δραστηριοποιήθηκε στην Greenpeace. 
 Τα πιο γνωστά βιβλία του είναι: "Ο κόσμος του τέλους του κόσμου" (1989), "Όνομα ταυρομάχου" (1994), "Patagonia express" (1995), "Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει" (1996), "Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer" (1996), "Hot Line, Γιακαρέ" (1997), "Η τρέλα του Πινοσέτ" (2002), "Τα χειρότερα παραμύθια των αδελφών Γκριμ" (2004), "Η δύναμη των ονείρων" (2006)κ.α. και του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία.

Ένα μικρό απόσπασμα από το  βιβλίο του "Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει", το οποίο μεταξύ άλλων εξετάζει και το μεγάλο πρόβλημα της ρύπανσης των θαλασσών.

Το τέλος μιας πτήσης
Ο γάτος που ήταν μαύρος και πελώριος και χοντρός, λιαζόταν στο μπαλκόνι, ρονρονίζοντας, και σκεφτόταν τι ωραία που την περνούσε εκεί, ξαπλωμένος ανάσκελα, με τις ζεστές ακτίνες πάνω στην κοιλιά, τα τέσσερα πόδια μαζεμένα και την ουρά απλωμένη.
Τη στιγμή ακριβώς που έστριβε τεμπέλικα το κορμί για να λιάσει και τη ράχη του, άκουσε το βόμβο κάποιου πετούμενου που δεν μπόρεσε να καταλάβει τι ήταν, και που ζύγωνε με μεγάλη ταχύτητα. Τινάχτηκε πάνω, στήθηκε γερά στα τέσσερα ποδάρια του, κι ίσα που πρόλαβε να χωθεί σε μια γωνιά, αποφεύγοντας το γλάρο που έπεσε στο μπαλκόνι του.
Πιο βρόμικο πουλί δεν είχε ξαναδεί! Όλο του το κορμί ήταν ποτισμένο με μια μαύρη ουσία που έζεχνε.
Ο Ζορμπάς ξεπέρασε το πρώτο σοκ, κι ο γλάρος έκανε μια προσπάθεια ν' ανασηκωθεί, μαζεύοντας τις φτερούγες.
" Έχω δει και κομψότερες προσγειώσεις" νιαούρισε ο γάτος.
" Το ξέρω. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα" έκρωξε η Κενγκά.
" Ρε συ, τα χάλια σου έχεις!" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Και τι είν' αυτό που' χεις πάνω σου; Σκυλοβρομάει!"
" Με βρήκε το μαύρο κύμα. Η μαύρη μάστιγα. Η κατάρα των θαλασσών. Θα πεθάνω" έκρωξε παραπονιάρικα η Κενγκά.
" Θα πεθάνεις; Μην το λες αυτό" νιαούρισε ο Ζορμπάς. " Είσαι βρόμικη και κουρασμένη - αυτό είν' όλο. Γιατί δεν πετάγεσαι ως τον Ζωολογικό Κήπο; Δεν είναι μακριά από δω, κι έχει εκεί κτηνιάτρους που μπορούν να σε βοηθήσουν."
" Δεν μπορώ. Αυτό ήταν το τελευταίο μου πέταγμα" έκρωξε η Κενγκά με φωνή ξεψυχισμένη κι έκλεισε τα μάτια.
" Μην πεθάνεις! Ξεκουράσου λιγουλάκι και θα δεις πως θα συνέλθεις. Πεινάς; Να σου δώσω λίγο απ' το φαΐ μου, αλλά σε παρακαλώ, μην πεθάνεις!" νιαούρισε ο Ζορμπάς, πλησιάζοντας την εξουθενωμένη Κενγκά.
Κατανικώντας την αποστροφή  του, ο γάτος τής έγλειψε το κεφάλι. Εκείνη η ουσία που την είχε ποτίσει, είχε κι απαίσια γεύση. Περνώντας με τη γλώσσα του από το λαιμό, πρόσεξε πως η αναπνοή του πτηνού γινόταν όλο και πιο αδύναμη.
"Άκου να σου πω, φιλενάδα: θέλω να σε βοηθήσω, αλλά δεν ξέρω πώς. Κοίτα εσύ να ξεκουραστείς, κι εγώ θα πεταχτώ να ρωτήσω τι κάνει κανείς μ' έναν άρρωστο γλάρο" νιαούρισε ο Ζορμπάς και πήδηξε στη στέγη.
Είχε ήδη κινήσει για την καστανιά, όταν άκουσε το γλάρο να τον φωνάζει.
" Θες να σου αφήσω λίγο φαΐ;" νιαούρισε λίγο ανακουφισμένος.
" Πρόκειται να κάνω ένα αβγό. Θα μαζέψω τις τελευταίες μου δυνάμεις και θα το κάνω. Φίλε μου,γάτε, έχω καταλάβει πως είσαι ένα ζώο καλό και πονόψυχο. Γι' αυτό, θέλω να σου ζητήσω τρεις χάρες. Θα μου τις κάνεις;" έκρωξε η Κενγκά, κάνοντας μια βαριά κι απεγνωσμένη προσπάθεια να σηκωθεί όρθια.
Ο Ζορμπάς σκέφτηκε πως ο φουκαράς ο γλάρος παραληρούσε και πως, μπροστά σ' ένα πουλί σ' αυτά τα χάλια, δεν μπορείς παρά να δειχτείς γενναιόψυχος.
" Σου υπόσχομαι ό,τι θέλεις. Τώρα, όμως, ξεκουράσου" νιαούρισε με κατανόηση.
" Δεν έχω χρόνο να ξεκουραστώ. Θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα φας τ' αβγό" έκρωξε η Κενγκά, ανοίγοντας τα μάτια.
" Σου υπόσχομαι να μη φάω τ' αβγό" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
" Θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το φροντίζεις ώσπου να γεννηθεί το γλαρόνι" έκρωξε η Κενγκά, τεντώνοντας το λαιμό.
" Σου υπόσχομαι να το φροντίζω ώσπου να γεννηθεί το γλαρόνι" νιαούρισε ο Ζορμπάς.
" Και θέλω να μου υποσχεθείς πως θα το μάθεις να πετάει" έκρωξε η Κενγκά, κοιτάζοντας το γάτο κατάματα.
Τότε ο Ζορμπάς υπέθεσε πως αυτός ο φουκαράς ο γλάρος όχι μόνο παραληρούσε, αλλά κι είχε τρελαθεί τελείως.
" Σου υπόσχομαι να το μάθω να πετάει. Και τώρα ξεκουράσου - πάω να φέρω βοήθεια" νιαούρισε ο Ζορμπάς και, μ' ένα σάλτο, ξαναβρέθηκε στη στέγη.
Η Κενγκά κοίταξε τον ουρανό, ευχαρίστησε όλους τους καλούς ανέμους που την είχαν συντροφέψει, κι ακριβώς τη στιγμή που ξεψυχούσε, ένα άσπρο αβγουλάκι με γαλάζια στίγματα κύλησε δίπλα στο κορμί της, το ποτισμένο με πετρέλαιο.

Luis Sepulveda, Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει, μετφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Εκδόσεις opera, Αθήνα 2008, 7η έκδοση

Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

Όρος των Ελαιών


Όταν ο ήλιος άρχισε να γέρνει, ο λίγος αγέρας που φυσούσε τη μέρα είχε πέσει. Σύννεφα δεν ταξίδευαν στον ουρανό, και τα φύλλα των δέντρων δε σάλευαν στον ελιώνα που έπιανε ολάκερο το βουνό, στ' ανατολικά της Λέσβου.
Η νύχτα της Ανάστασης ερχόταν ήσυχη και καθαρή.
Ο Βασίλης Βάρκας είναι η μόνη ψυχή απόψε πάνω στο βουνό. Όλη τη μέρα δούλεψε κλαδεύοντας τα δέντρα. Άμα τέλειωσε αποτραβήχτηκε στο καλύβι του. Καθάρισε τη μικρή αυλή, ύστερα έπλυνε τα χέρια και το πρόσωπό του. Όταν κι αυτό έγινε, πήγε και κάθισε κάτω από ένα γερασμένο δέντρο. Σήκωσε τα μάτια του αργά, τα' φερε ένα γύρο σ' ανατολή και δύση, ύστερα τ' ακούμπησε στο βάθος, κατά τη θάλασσα που δε σάλευε.
Είναι πια πολύ γέρος. Δε θυμάται, μα πρέπει να' χει περάσει τα εβδομήντα. Ήρθε στο νησί απ' την πατρίδα του, την Ανατολή, όταν γίνηκαν οι διωγμοί των χριστιανών, στα 1922. Ένας άρχοντας τον πήρε για φύλακα στα κτήματα του, κι από τότε άραξε στο βουνό. Απ' τους δικούς του, τη φαμίλια του, δε σώζεται πια κανένας. Ένα παιδί, που είχε, το πήρε ο πόλεμος. Χάθηκε στην Ανατολή.
Οι μέρες του τώρα στο βουνό με τις ελιές είναι ήσυχες, απαράλλαχτες, η μια, η άλλη. Το χειμώνα, σα βρέχει, δεν ξεμυτίζει απ' το καλύβι. Ανάβει ξερούς κορμούς στο τζάκι και κοιτάζει πολλές ώρες τη φωτιά που γίνεται σιγά στάχτη. Σαν ξανοίγει ο καιρός συνηθίζει να κατεβαίνει στο ποτάμι που χύνεται στη θάλασσα. Ακούει τη βοή που κάνουν τα νερά και θυμάται τη ζωή που πέρασε, τα μεγάλα δάση και τα ποτάμια της Ανατολής.
Έτσι κάποτε θα' ρθει το τέλος. Λέει πια πως θα' ναι σύντομα. Θα τον θάψουν στη μικρή αυλή. Εκεί έχει σκάψει το χώμα και φύτεψε ένα κυπαρίσσι που μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Εκεί λέει πως θα συχάσει, όταν θα' ρθει το τέλος.


***
Η νύχτα της Ανάστασης είναι καθαρή. Τα άστρα τρέμουν. Έχουν περάσει πολλές ώρες. Ο μπαρμπα-Βασίλης λογαριάζει πως κάτω, στο χωριό, οι άνθρωποι θα ’χουν πάει στην εκκλησιά. Είναι πολλή ησυχία.
  Άξαφνα ο γέροντας σα ν’ ακούει αλαφρό θόρυβο, βήματα ανθρώπου που πλησιάζει. Αποτραβήχτηκε απ’ τους λογισμούς του και στύλωσε τα μάτια του στη νύχτα. Σε λίγο ένας όγκος άρχισε να ξεχωρίζει. Ολοένα ερχόταν, φαινόταν πια καθαρά.
 – Ακήφ, εσύ είσαι; Λέει ο γέροντας.
 – Εγώ, αποκρίνεται η άλλη φωνή.
 – Γιατί ανέβηκες ίσαμε δω; Ο δρόμος είναι μακρύς.
 – Ήρθα απ’ το μονοπάτι. Σκέφτηκα πως κι απόψε θα ’σαι καταμόναχος.
Ένα φύσημα ασήμαντο πέρασε και άγγισε τα φύλλα. Πάλι έγινε ησυχία.
 – Κάθισε, λέει ο μπαρμπα-Βασίλης στον Ακήφ.
  Κάθισε σιωπηλά.
  Ο Ακήφ θα ’χει τα ίδια χρόνια με τον μπαρμπα-Βασίλη. Είναι Τούρκος, από τούτα τα μέρη του νησιού. Τις πιο πολλές μέρες της ζωής του τις πέρασε δραγάτης, φυλάγοντας τα κτήματα σ’ αυτά τα βουνά. Ξέρει τον τόπο βήμα με βήμα. Όταν έγινε η ανταλλαγή των τουρκικών πληθυσμών της Ελλάδας με τους χριστιανούς της Ανατολής, οι Έλληνες τον κράτησαν τον Ακήφ για να τους δείξει τα κτήματα που άφησαν οι Τούρκοι του τόπου. Έτσι έμεινε στο νησί, αυτός μονάχος απ’ όλη τη φυλή του που ξεπατρίστηκε. Στην αρχή ήταν φοβερό, η ζωή του ήταν αβάσταχτη. Ο τόπος είχε γεμίσει από Ανατολίτες πρόσφυγες που ήρθαν με την καταστροφή του 1922. Όλοι τον βλαστημούσαν σαν περνούσε, και φτύνανε τον τόπο που πάτησε, για να δείξουν πόσο ήταν το μίσος τους για τη φυλή του. Τα παιδιά τον παίρναν από πίσω και τον πείραζαν φωνάζοντας:
– Το φίδι, Ακήφ! Το φίδι! Το φίδι!
Ο Ακήφ, αυτά ακούγοντας, έτρεχε σαν κυνηγημένο αγρίμι που πάει να κρυφτεί στη σπηλιά του.
Τούτη η ιστορία του φιδιού του Ακήφ ήταν σαν παραμύθι που είχαν να το λένε οι χριστιανοί του τόπου. Η ιστορία έλεγε πως στα νιάτα του ο Ακήφ, θέλοντας μια μέρα να ξεφράξει ένα τούμπο που κατέβαζε νερό, είδε να πετάγεται μες απ’ το τούμπο ένα τεράστιο θεριό με μαύρα λέπια και μάτια μεγάλα σαν του βοδιού. Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο, το φίδι κι ο Ακήφ, μα ο Τούρκος πρόφταξε να το χτυπήσει μ’ ένα φτυάρι πριν ακόμα βγει ολάκερο απ’ το τούμπο. Το φίδι χίμηξε καταπάνω του και, με τη δύναμη που του απόμενε, αφρισμένο, πολέμησε να τον ρίξει κάτω. Παλέψανε. Μα το φίδι, χτυπημένο καταπώς ήταν, δε μπόρεσε να βαστάξει πολύ. Ο Ακήφ το ίδιο βράδυ έπεσε με πυρετό. Έμεινε στο στρώμα έναν ολάκερο χρόνο. Παραμιλούσε, και μες στα όνειρά του έβλεπε όλες τις νύχτες τα μαύρα λέπια και τα μάτια του φιδιού που τον παραμονεύαν. Μούγκριζε, ο ίδρος έτρεχε απ’ το κορμί του και το πότιζε. Κανένας δεν έλεγε πως θα βαστάξει ίσαμε το τέλος. Ωστόσο η γερή βουνίσια κράση του νίκησε. Μα απ’ τον παλιό Ακήφ δεν έμεινε παρά ένα φτωχό φοβισμένο ζώο που έτρεμε τον ίσκιο του.
Από τότε κανένας δεν κοτούσε να μιλήσει μπροστά του για το φίδι. Μονάχα οι μητέρες λέγαν στα μωρά τους την ιστορία, σαν παραμύθι.
Όμως, σα φύγαν οι Τούρκοι απ’ το νησί κι αυτός έμεινε μονάχος, τα παιδιά ξεθαρρευτήκανε. Βλέποντας και τους μεγάλους να τον βλαστημούν, τρέχαν ξοπίσω του φωνάζοντας:
– Το φίδι, Ακήφ! Το φίδι! Το φίδι!
Κι ύστερα γελούσαν σαν τον βλέπαν αλλοσούσουμο να τρέχει για να χαθεί από μπροστά τους.
Ποιος να βοηθήσει τώρα τον Ακήφ; Ποιος να τον φοβηθεί; Πού νά ’βρει προστασία; Είναι μονάχος κ' έρημος. Τι καλά που θα ’ταν να τον άφηναν να φύγει κι αυτόν στην ξένη χώρα, αντίκρυ, στην Ανατολή, όπου φύγανε οι άλλοι απ' το έθνος του. Ήταν η μόνη ευτυχία, η τελευταία, που μπορούσε να περιμένει απ’ τη ζωή. Δεν του την άφησαν οι άνθρωποι, μήτε αυτή. Σαν έβλεπε κανένα χριστιανό που απ’ τα σουσούμια του τον μάντευε καλόγνωμον άνθρωπο, έπεφτε στα γόνατά του, πάνω στο χώμα, και τον παρακαλούσε:
   – Βοήθησέ με, κι ο Αλλάχ είναι μεγάλος και θα σου το πληρώσει. Βοήθησέ με να πάγω  κει που πήγαν οι δικοί μου.
 Του έλεγε πως στην Ανατολή είναι θαμμένος ο αδερφός του, που τον πήρε ο μεγάλος πόλεμος. Θα ρωτήσει πού είναι το μπογάζι του Τσανάκαλε. Και βέβαια θα του πούνε. Θα πάει στο μπογάζι του Τσανάκαλε και βέβαια θα βρει τον τάφο του αδερφού του. Εκεί να ησυχάσει, στο ίδιο χώμα, μαζί του.
 Αυτά έλεγε, και τα δάκρυα τρέχαν απ’ τ’ αγαθά μάτια του, μπερδεύονταν πάνω στ’ άσπρα του τα γένια. Μα, όσο κι αν παρακαλούσε, στάθηκε αδύνατο να τον αφήσουν να φύγει.
Έτσι σιγά-σιγά το πήρε απόφαση πως «κισμέτ» ήταν να πεθάνει μονάχος κ' έρημος στη γενέθλια γη. Και, όπως τα συνηθίζει όλα κανείς στον κόσμο τούτον, έτσι το συνήθισε κι αυτό. Απ’ την άλλη μεριά κ' οι χριστιανοί σιγά-σιγά το συνηθίσανε, πάψαν να πειράζουν τον Ακήφ και να φτύνουν στο χώμα που είχε πατήσει. Με τον καιρό μάλιστα πήγαν και πιο πέρα ακόμα: άρχισαν να τον καταλαβαίνουν και να τον πονούν. Η χαρά είναι ένας οξύς τόνος που τεντώνεται σα νεύρο μες στον αγέρα, ένας σπάνιος τόνος μες στη γενική συμφωνία ― πειράζει τους ανθρώπους σαν ξιπασμένη φωνή. Με τη λύπη είναι άλλο ― έχουν τόσο πολύ συνηθίσει οι άνθρωποι ν’ ακούνε τη συμφωνία της λύπης και να την αισθάνουνται. Μέσα με τη μέρα οι χριστιανοί του τόπου, φουκαράδες της γης και της θάλασσας, κι οι χριστιανοί πρόσφυγες που ήρθαν απ’ την Ανατολή άρχισαν να πλησιάζουν τη δυστυχία του Ακήφ, να την καταλαβαίνουν. Σμίγανε, λέγαν τα βάσανά τους ο ένας στον άλλο, και κλαίγαν τη μοίρα τους.
 Μια φορά ο Ακήφ έκαμε λάθος στο φεγγάρι και νήστεψε δυο φορές το ραμαζάνι. Όταν αυτό μαθεύτηκε, κανένας χριστιανός δε σκέφτηκε να γελάσει.
 Ένας χριστιανός είπε:
 – Ο προφήτης του τον ξέχασε τον Ακήφ. Τι πειράζει που κι ο Ακήφ ξέχασε σε ποιο φεγγάρι να τον προσκυνήσει; Οι προφήτες ξεχάσαν τους ανθρώπους.


***
Πάνω στο βουνό της Λέσβου, το κατάφυτο από ελιές, απόψε, στην καθαρή νύχτα της Ανάστασης, οι δυο άνθρωποι - ο χριστιανός ο Βασίλης ο Βάρκας κι ο Τούρκος ο Ακήφ - έρημοι έχουν σιμώσει, κάθουνται ο ένας κοντά στον άλλο και δε μιλούν. Από πάνω τους είναι τ' άστρα. Και τα φύλλα που δε σαλεύουν.
  Ένα-ένα αρχίζουν να έρχουνται τα όσα έζησαν, να περνούν και να χάνουνται. Σ’ ένα φαράγγι της Ανατολής είναι ένα καλύβι. Τέτοια ώρα, σαν απόψε, χτυπούσε η πόρτα. Ο ένας ειδοποιούσε τον άλλο, οι βοσκοί, σ’ όλα τα καλύβια, πως είναι ώρα να κατεβούν για την Ανάσταση. Κατεβαίναν όλοι μαζί στο κοντινό χωριό, κι αν ήταν πολύ σκοτεινή η νύχτα φώτιζαν το μονοπάτι με αναμμένα δαδιά που βαστούσαν στα χέρια. Τότε ακόμα δεν ήταν πόλεμος, και μες στο καλύβι του Βασίλη του Βάρκα ήταν ένα παιδί που είχε μαύρα σκληρά μαλλιά και πρόσωπο με το χρώμα του σταριού.
 Ο γερο-Βάρκας βλέπει απόψε πολλή ώρα αυτό το ζευγάρι τα μάτια να γεμίζουν τη νύχτα. Τα βλέπει στο μονοπάτι του φαραγγιού, στη λάμψη των αναμμένων δαδιών. Μια στιγμή. Μια στιγμή ακόμα. Ύστερα, σιγά, η λάμψη αρχίζει να σβήνει. Δεν υπάρχει πια φαράγγι, δεν υπάρχει ένα καλύβι ― μήτε απ’ το παιδικό πρόσωπο μένει τίποτα που να υπάρχει. Όλα είναι έρημα.
 – Σε τι φταίξαμε; Σε τι φταίξαμε;… μουρμουρίζει σιγανά ο γέροντας της Ανατολής, και τα δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό του.
Σε τι φταίξαν;
Κει πλάι, σε μιαν άλλη γέρικη καρδιά, ένα άλλο παιδικό πρόσωπο προσπαθεί να μείνει μια στιγμή, έτσι όπως περνά η αστραπή και χάνεται. Δεν ήταν παραπάνω από είκοσι χρονώ σαν έφυγε και χάθηκε για πάντα απ’ τη ζωή του. Ό,τι έβγαινε χνούδι στο πρόσωπό του.
 – Σε τι φταίξαμε;… μουρμουρίζει τώρα κι ο Ακήφ. Σε τι φταίξαμε;
 Και τα δάκρυα ολοένα τρέχουν απ’ τα μάτια τους, ένα παράπονο βαθύ και ιερό σαν των παιδιών που δεν καταλαβαίνουν γιατί τα πίκραναν.


***

 Κάμποση ώρα πέρασε.
Οι δυο γέροντες πάνω στο όρος των ελαιών σιγά-σιγά αρχίζουν να ησυχάζουν.
 – Κοίταξε κάτω, είπε ο Ακήφ.
 Χαμηλά, στην πεδιάδα όπου είναι το χωριό, φαίνουνται τώρα πολλά μικρά φώτα. Θα είναι οι χριστιανοί που βγήκαν για την Ανάσταση.
Ο μπαρμπα-Βασίλης γονατίζει στο χώμα, κάνει μια μετάνοια, το φιλά, κ' ύστερα μένει έτσι και προσεύχεται. Ο Ακήφ κοιτάζει μες στη νύχτα το σκοτεινό όγκο του φίλου του που προσπαθεί να' βρει τη γαλήνη μιλώντας με το Θεό του.  Μια στιγμή. Μια στιγμή ακόμα. Και ο Ακήφ, για να μην είναι μόνος, σιγά-σιγά, ασυναίσθητα γονατίζει κι αυτός κι αρχίζει να προσεύχεται, τη νύχτα της Ανάστασης, στο δικό του το Θεό.
Για κάμποση ώρα πάνω σ’ αυτό το βουνό με τις ελιές δεν υπάρχει παρά μονάχα τούτη η σιωπηλή συνομιλία με τους δυο μακρινούς Θεούς που απόστρεψαν το πρόσωπό τους απ’ τους ανθρώπους.
Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ. Η πρωινή δροσιά άρχισε να πέφτει.
 – Κρυώνω, είπε ο Ακήφ.
  – Σε λίγο θα χαράξει, είπε ο χριστιανός γέροντας. Πρέπει να κοιμηθούμε.
 Σηκώνεται απάνω. Σηκώνεται κι ο Ακήφ. Κάνει ένα βήμα προς το καλύβι. Αβέβαιο. Τα γόνατά του τρέμουν.
 – Ακούμπησε απάνω μου, είπε ο Χριστιανός στον Τούρκο.


                                              Ηλίας Βενέζης, Άνεμοι, Εστία, Αθήνα 1996

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Εδουάρδο Γκαλεάνο


Ο πρώτος μου θάνατος

-1-
Περνούσα τις νύχτες μου καθισμένος στο κρεβάτι, γεμίζοντας σταχτοδοχεία.
Η Σύλβια κοιμόταν δίπλα μου, αθώα. Το ξημέρωμα τη μισούσα. Την ξυπνούσα, την ταρακουνούσα από τους ώμους, ήθελα να της πω: να τι δεν μ' αφήνει να κλείσω μάτι, αυτά τα ερωτήματα. Ήθελα να της πω: νιώθω μόνος, κατατρεγμένος, σκυλί που γαβγίζει το φεγγάρι, αλλά δεν ξέρω τι διάβολο έβγαινε από το στόμα μου αντί για λέξεις. Νομίζω πως τραύλιζα ασυναρτησίες, όπως: αγνός, ιερός, ενοχές, δίψα για κάτι μαγικό. Έφτασα να πιστεύω πως είχα γεννηθεί σε λάθος αιώνα ή πλανήτη.
Πριν από μερικά χρόνια είχα χάσει την πίστη μου στο Θεό. Ο καθρέφτης μου είχε σπάσει. Ο Θεός είχε τα χαρακτηριστικά που εγώ του έδινα κι έλεγε τα λόγια που εγώ περίμενα. Όσο ήμουν παιδί, ήμουνα  προφυλαγμένος από την αμφιβολία και τον θάνατο. Τώρα είχα χάσει τον Θεό, και δεν με αναγνώριζα στους άλλους.
Η πολιτική στράτευση δεν με ανακούφιζε, αν και αρκετές φορές, πασαλειμμένος με την κόλλα από τις αφισοκολλήσεις, μπόρεσα να νιώσω μια χαρούμενη κόπωση ή το νόημα ενός αγώνα που άξιζε τον κόπο. Γύρω μου υπήρχε ένας κόσμος όπου ο κάθε πολίτης έπαιζε ένα πρόσωπο του έργου ( μερικοί διέθεταν μεγάλο ρεπερτόριο), ενώ από τα σκυλάκια του Παβλόφ έτρεχαν τα σάλια.
Δοκίμασα αρκετές φορές να γράψω. Διαισθανόμουν ότι αυτός θα μπορούσε  να είναι ένας τρόπος για να βγάλω το αγρίμι που είχε θεριέψει μέσα μου. Έγραφα μια λέξη, κάποια φράση, κι αμέσως την έσβησα. Ύστερα από μερικές εβδομάδες  ή μήνας, το καταταλαιπωρημένο χαρτί εξακολουθούσε να βρίσκεται άπραγο στη θέση του πάνω στο τραπέζι, χωρίς να λέει τίποτα.

-2-

Θέλησα να κλάψω. Κι έκλαψα. Μόλις είχα κλείσει τα δεκαεννιά, και προτίμησα να σκέφτομαι πως έκλαιγα από τον καπνό όλων εκείνων των δικών μου πραγμάτων που έκαιγα. Άναψα μια γερή φωτιά με χαρτιά, φωτογραφίες και σκίτσα, ώστε να μη μείνει τίποτα από μένα. Το σπίτι γέμισε καπνούς, κι εγώ κάθισα στο πάτωμα κι έκλαψα. Στη συνέχεια πήρα σβάρνα τα φαρμακεία κι αγόρασα λουμινάλ, αρκετά για να σκοτώσουν άλογο.
Είχα διαλέξει και το ξενοδοχείο. Καθώς κατηφόριζα την οδό Ρίο Μπράνκο, ένιωθα νεκρός εδώ και ώρες ή χρόνια, χωρίς καμιά περιέργεια ή επιθυμία, κι ένιωθα πως δεν μου έμενε τίποτε άλλο από το να τελειώνω. Φτάνοντας όμως στη διασταύρωση της οδού Σαν Χοσέ, ένα αυτοκίνητο έπεσε πάνω μου και το σώμα μου, που ήταν ζωντανό, έκανε ένα ασυνήθιστο άλμα μέχρι το πεζοδρόμιο.
Το τελευταίο που θυμάμαι από την πρώτη μου ζωή είναι μια χαραμάδα φωτός στην κλειστή πόρτα, καθώς βυθιζόμουν σ' ένα ήρεμο σκοτάδι δίχως τελειωμό.

-3-

Ξύπνησα στην αίθουσα κρατουμένων του νοσοκομείου Μασιέλ, ύστερα από κώμα πολλών ημερών. Νόμιζα πως βρισκόμουν σε αγορά της Καλκούτας: μισόγυμνοι, σκελετωμένοι άνδρες με τουρμπάνια, καθισμένοι ανακούρκουδα, πουλούσαν τη μικροπραμάτεια τους. Άλλοι έπαιζαν φλάουτο στα φίδια που χόρευαν.
Όταν βγήκα από την Καλκούτα, δεν υπήρχαν σκιές μέσα μου, ούτε δηλητήρια. Εξωτερικά ήμουνα χάλια· αιτία, τα οξέα από τις ακαθαρσίες που το κορμί μου ξερνούσε για λογαριασμό του, όσον καιρό κοιμόμουν τον θάνατό μου στο ξενοδοχείο. Το κορμί μου δεν μου το συγχώρεσε ποτέ. Έμειναν οι ουλές: το δέρμα μου ξεφλουδίζει σαν κρεμμύδι - κάτι που μ' εμποδίζει να ιππεύω δίχως σέλα, όπως μου άρεσε, γιατί ανοίγει και ματώνει - και τα σημάδια στα πόδια μου, από τις πληγές που είχαν φτάσει μέχρι το κόκαλο. Κάθε πρωί, όταν σηκώνομαι και βάζω τις κάλτσες μου, τα βλέπω.
Αυτό όμως ήταν το λιγότερο από την παραμονή μου στο νοσοκομείο. Τα μάτια μου είχαν καθαρίσει: έβλεπα τον κόσμο για πρώτη φορά, και ήθελα να τον καταβροχθίσω. Όλες οι επόμενες μέρες θα ήταν δώρο.
Πού και πού ξεχνιέμαι, και χαρίζω στη θλίψη τούτη την άθλια ζωή. Πού και πού αφήνω να με διώξει από τον Παράδεισο εκείνος ο τιμωρός Θεός, που δεν λέει να φύγει οριστικά από τις καρδιές μας.

-4-

Τότε μπόρεσα να γράψω, κι άρχισα να υπογράφω τα άρθρα και τα βιβλία με το επώνυμο της μητέρας μου, Γκαλεάνο.
Μέχρι πρότινος, πίστευα πως είχα αποφασίσει ν' αλλάξω το όνομά μου, εξειτίας της δυσκολίας να προφερθεί στα ισπανικά το πατρικό μου όνομα. Άλλωστε γι' αυτό υπέγραφα Gius ( του είχα δώσει την ισπανική ορθογραφία) αντί για Hughes, όπως τότε, πιτσιρικάς, που δημοσίευα στο περιοδικό El Sol.
Και μόλις πρόσφατα, ένα βράδυ, κατάλαβα ότι το να ονομάζομαι Εδουάρδο Γκαλεάνο, από τα τέλη του 1959, ήταν ένας τρόπος για να πω: είμαι άλλος, ξαναγεννήθηκα.

Eduardo Galeano, Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου, μετφρ. Ισμήνη Κανσή, Πάπυρος, Αθήνα 2018

Ένα βιβλίο συγκλονιστικό που αγγίζει το σπαραγμό, βαθιά πολιτικό, ύμνος στον αγωνιζόμενο άνθρωπο, δυνατή φωνή καταγγελίας εναντίον όλων εκείνων που φυλακίζουν, βασανίζουν, σκοτώνουν και εξαφανίζουν όποιον βλέπει, μιλάει, αντιδράει, αντιστέκεται στο φασισμό και την καταπάτηση κάθε κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας, ενάντια στα ορατά και αόρατα κελιά.

" Κάθε μήνα εγκαινιάζεται και μια φυλακή. Είναι αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν Πρόγραμμα Ανάπτυξης.
Υπάρχουν όμως και τα αόρατα κελιά. Σε ποια επίσημη στατιστική ή καταγγελία γίνεται αναφορά για τους φυλακισμένους του φόβου; Του φόβου μήπως χάσουν τη δουλειά τους, του φόβου  μήπως δεν μπορέσουν να βρουν δουλειά, του φόβου να μιλήσουν, ν' ακούσουν, να διαβάσουν. Στη χώρα της σιωπής, μπορείς να καταλήξεις σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από τη λάμψη των ματιών σου και μόνο. Δεν είναι ανάγκη να διώξεις έναν υπάλληλο: αρκεί να του υπενθυμίσεις ότι μπορείς να τον αντικαταστήσεις χωρίς αναφορά κι ότι κανείς δεν πρόκειται ποτέ να του δώσει δουλειά. Όταν ο κάθε πολίτης μετατρέπεται σε αδιάλλακτο λογοκριτή του ίδιου του του εαυτού, η λογοκρισία έχει θριαμβεύσει.
Η δικτατορία μετατρέπει εγκαταλελειμμένα βαγόνια και παλιά πλοία σε φυλακές, στρατώνες και αστυνομικά τμήματα. Μήπως δεν έχει κάνει και του καθενός το σπίτι φυλακή;"

Επιπλέον οι "Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου είναι ίσως το μοναδικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του εμβληματικού Ουρουγουανού συγγραφέα, ένα είδος " συνομιλίας με τη μνήμη του" όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος"

Στη μνήμη του ( 13 Απριλίου 2015)

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Μια Ιταλική Άνοιξη

Ο τίτλος αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα  Εμμανουέλ Ρομπλές, ο οποίος στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχτηκε στην Αεροπορία και από το 1943 υπηρέτησε ως πολεμικός ανταποκριτής. Με την ιδιότητα αυτή επισκέφτηκε όλα τα μέτωπα της Μεσογείου και πήρε μέρος σε βομβαρδιστικές επιδρομές στη Βόρεια Ιταλία και τα Βαλκάνια.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ρώμη,την άνοιξη του 1944, όταν αυτή βρισκόταν υπό Γερμανική Κατοχή και μέσω της απόκρυψης και προσπάθειας διάσωσης ενός νεαρού Γάλλου αεροπόρου, του Σαιντ - Ροζ, του οποίου το αεροπλάνο του είχε χαθεί στη θάλασσα, ο συγγραφέας δίνει την εικόνα της φασιστικής Ιταλίας αλλά και της Ιταλικής Αντίστασης εναντίον των φασιστών συμπατριωτών τους και των κατακτητών Γερμανών. 
Τον Σαιντ - Ροζ τον σώζουν χωρικοί και μέσα από ένα δίκτυο συνεργατών της Αντίστασης κατορθώνει να κρυφθεί σε ένα "παλάτσο" και να διαφύγει στη Γαλλία.
Η δράση είναι σχεδόν κινηματογραφική. Η ψυχογράφηση των προσώπων διεισδυτική. Ρεαλιστικές σκηνές και αγωνία καθηλωτική. Ο αγώνας εναντίον των φασιστών Ιταλών και των κατακτητών Γερμανών περνάει από πολλά κανάλια και ο συγγραφέας ζωντανά και πολύ παραστατικά προσπαθεί να αποδώσει το μισερό και βίαιο πρόσωπο τους. Παράλληλα κινεί τη συνωμοτική δράση των Ιταλών αντιφασιστών αναδεικνύοντας συγκλονιστικές στιγμές όπως  τις βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Γερμανών και τα φοβερά αντίποινα επικεντρώνοντας στη φρικτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα, όπου εκτελέστηκαν 300 όμηροι Ιταλοί.
Και σαν απάντηση στις θηριωδίες ο έρωτας δίνει το δικό του στίγμα στη ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος.

" Ο Σαιντ Ροζ θυμήθηκε όλα αυτά τα πρόσωπα, όλα τα γεγονότα που γνώρισε από τότε που έπεσε από τον ουρανό, μια τσουχτερή μέρα του χειμώνα, στα παράλια της θάλασσας της Ιταλίας. Κάτι το λυπητερό και το ενθουσιαστικό μαζί τον είχε κυριέψει σάμπως, στη Ρώμη, την άνοιξη του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα και στα εικοσιοχτώ του χρόνια είχε πλησιάσει το μυστήριο της ίδιας του της ύπαρξης. Και τη στιγμή που ήταν να αποχαιρετήσει το Λούκα και τον αδελφό του είχε την αίσθηση πως αποχαιρετούσε μαζί και τη νιότη του, και πως απ' εδώ και πέρα δε θα' ναι αυτή πίσω του παρά μια φούχτα χιόνι στο κοίλωμα ενός βράχου".

Στον πρόλογο και στον επίλογο ο συγγραφέας σε παρένθετο ρόλο αφηγητή από τη στιγμή που πληροφορείται ότι ζει ο Σαιντ - Ροζ μέχρι και τη συνάντησή τους κατά την οποία μαθαίνουμε ό,τι δεν περιέχεται στις αναμνήσεις του νεαρού αεροπόρου.

"Αυτόν τον αξιωματικό της αεροπορίας με το ασημένιο σήμα των πιλότων πάνω στη "μπατλ - ντρες" του, τον ήξερα περίφημα: Σαιντ - Ροζ! Ζακ Σαιντ - Ροζ!
- Μα έγώ σε είχα για πεθαμένο! Από πού ξετρύπωσες, Λάζαρε; Μου είχαν αναφέρει πως πάνω στο "Μαρώντερ" του είχε χαθεί στη θάλασσα επιστρέφοντας από μια αποστολή πάνω από την Ιταλία. Σύντομα μου διηγήθηκε πώς τη σκαπούλαρε.
- Ωραία ιστορία! Αν την έκανα άρθρο;
- Παράτα τα.
- Έλα να πιεις κάτι!
- Ευχαριστώ. Βιάζομαι. Χρειάζομαι το τζιπ σου.
- Να σου δανείσω τη " Λαίδη Πάμελα"; Τρελάθηκες;
- Τη χρειάζομαι αμέσως.
- Η αλλαγή στις ταχύτητές της απαιτεί μια λεπτότητα στην αφή που μόνο εγώ την έχω.
- Τότε συνόδεψέ με.
Φύγαμε από το μπαρ, ο Ζακ μού διηγήθηκε πως το πρωί, χαράματα, είχε βομβαρδίσει μ' ένα σχηματισμό από δεκαπέντε Β26 ένα σιδηροδρομικό κόμβο όχι μακριά από τις γερμανικές γραμμές. Ο πίσω πολυβολητής του είχε δεχτεί ένα θραύσμα οβίδας καταπρόσωπο. Σπασμένη μασέλα, το ένα μάτι πειραγμένο. Διαταγή να προσγειωθούν στο πιο κοντινό έδαφος, στη Ρώμη δηλαδή, να παραδώσουν τον τραυματία σ' ένα νοσοκομείο και να ξαναγυρίσουν ύστερα στο στόλο στη Σαρδηνία. Ερχόταν λοιπόν από το νοσοκομείο και γύρευε μεταφορικό μέσο για να συναντήσει το πλήρωμά του.
- Μίλα καθαρά, του είπα. Το νοσοκομείο ή η βάση μπορούσαν να σε βγάλουν απ' τη δυσκολία. Δεν είναι που σιχαίνομαι να σε κάνω βόλτα στη Ρώμη! Ακόμα πιο πολύ γιατί η χαρά μου που σε ξαναβλέπω, σε βλέπω άθιχτο, είναι πραγματική.
- Δεν πρόκειται για βόλτα.
- Α, κλείστο! Μυστική αποστολή! Μπράβο! Μπορείς να βασίζεσαι στην εχεμύθειά μου.
Ήταν μάλλον κοντός αλλά με σωστές αναλογίες, με λεπτό πρόσωπο, λυπημένο βλέμμα. Είχαμε κάνει το ταξίδι Μασσαλία - Αλγέρι πάνω στο ίδιο φορτηγό, λίγο πριν απ' την απόβαση των Συμμάχων στη Βόρειο Αφρική.
Για ν' αποφύγω να μου δανείζονται τη " Λαίδη Πάμελα" λίγο ή πολύ οριστικά, την είχα αφήσει σ' ένα στρατιωτικό γκαράζ στη φύλαξη ενός Μ.Ρ. και για μεγαλύτερη ασφάλεια το βολάν της ήταν δεμένο με ατσαλένια αλυσίδα και κατάλληλη κλειδαριά. Έδειξα το πάσο μου στον Μ.Ρ. και παρακάλεσα τον Σαιντ - Ροζ ν' ανεβεί πλάι μου. Έξω ο φλογερός ήλιος του Ιούλη πονούσε τα μάτια.
- Πού πάμε;
- Θα σε οδηγήσω.
Πριν να γυρίσει στο αεροδρόμιο είχε να κάνει δύο επισκέψεις. Ακολούθησα λοιπόν τις οδηγίες του και στο δρόμο τον έβαλα να μου περιγράψει πώς πέρασε τ' Αββρούζια με τους συντρόφους του της απόδρασης. Ύστερα από μια μακριά, εξαντλητική πορεία μέσα στα χιόνια, μέσα από μιαν ανισόπεδη περιοχή, είχαν φτάσει στα προχωρημένα φυλάκια της 8ης Βρετανικής Στρατιάς. Δυό εγγλέζοι φαντάροι μέσα από ένα μπλοκχάους τους είχαν φωνάξει: " Come on boys" κι απ' τις φωνές αυτές που τις έπνιγε ο παγερός αέρας είχαν καταλάβει πως έφτασαν. Ήταν ξημέρωμα. Θυμόταν πως παντού είχε αναθεματισμένα συρματοπλέγματα, μα πως το φως έτρεμε πάνω απ' τις κορφές. Εγώ πάλι του είπα τα νέα για μερικούς κοινούς μας φίλους , ιδιαίτερα για το Σερζ Λονζερώ, που πληγώθηκε στη μεγάλη επίθεση εναντίον της Ρώμης.
Σε λίγο το τζιπ χώθηκε σε μια μικρή πλατεία. Ο Σαιντ - Ροζ κατέβηκε, πήγε και χτύπησε την πόρτα σ' ένα μέγαρο. Του άνοιξε ένας άντρας, καμπουριασμένος, αδύνατος, με κουρασμένο κεφάλι. Χοντρό χωριάτικο κεφάλι.
- Θα' θελα να δω τη Μαρκέζα Βίττι.
- Τη Μαρκέζα; Μα, κύριε, έχει φύγει.
- Πού πήγε;
- Στο Βιτέρμπο. Στο μεγάλο της γιο. Έχουν ένα χτήμα εκεί πέρα.
- Ξέρω. Δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι; Τι έγιναν η Σοφία κι ο Τζιάκομο;
- Α, τους ξέρετς;
- Όταν κατεχόταν η Ρώμη από τους Γεραμνούς κρύφτηκα εδώ.
- Καταλαβαίνω. Η Σοφία κι ο άντρας της ακολούθησαν τη Μαρκέζα.
- Και ο κύριος και η κυρία Παβόνε;
- Κι αυτοί φύγανε, αλλά πήγαν στην οικογένεια της Κυρίας, στο Μπεναβέντε.
- Πώς είναι;
- Η Κυρία είναι πολύ άρρωστη.
- Τι αρρώστια;
- Έκανε κατάχρηση από υπνωτικά, φάρμακα κάθε λογής. Ξέρετε πόσο η ζωή στη Ρώμη εκείνο τον καιρό στραπατσάριζε τα νεύρα.
- Πότε άρχισε η αρρώστια της;
- Δεν ξέρω.
- Όταν απόδρασα στις αρχές του Απρίλη εκείνη ήταν καλά.
- Νομίζω πως η Σοφία μού μίλησε ακριβώς για τις αρχές του Απρίλη! Μην ξεχνάτε πως λίγο πριν ήταν εκείνη η φριχτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα.
- Πράγματι.
- Κι η Μαρκέζα λυπήθηκε πάρα πολύ. Τώρα κι οι δυό τους συνήρθαν.
- Χαίρομαι.
Κοίταξα τον Σαιντ - Ροζ. Για κάποιον που χαιρόταν είχε ύφος μάλλον σαστισμένο. Καταλάβαινα ωστόσο πως θα ήθελα να χαιρετήσει εκείνους που με κίνδυνο της ζωής τους τον είχαν βοηθήσει να γλιτώσει από τους Γερμανούς. (...)
(...) Πέρασα πλάι στον Τίβερη που άστραφτε κάτω απ' τον πυρακτωμένο ουρανό κι ο Σαιντ - Ροζ με παρακάλεσε ύστερα να πάρω ένα δρόμο, ύστερα άλλον ώσπου σταμάτησα μπρος σ' ένα μεγάλο κίτρινο κτίριο.
Έκανε πολλή ζέστη. Μόλις έβρισκες λίγη σκιά ένιωθες ανακούφιση. Ένας τρελός ήλιος στριφογύριζε πάνω απ' τις σκεπές και σκέφτηκα εκείνους που μάχονται στα βόρεια της Ρώμης και που θα πήγαινα να συναντήσω την επαύριο. Αφού πήρα τα κατάλληλα μέτρα με τη " Λαίδη Πάμελα", μπήκα μαζί με τον Σαιν - Ροζ στο διάδρομο.
- Σε συνοδεύω, είπα, εκτός αν σου φαίνομαι αδιάκριτος.
- Έλα, λοιπόν.
- Κρύφτηκες κι εδώ πέρα;
- Όχι.
Έβλεπα πως ήταν σκεφτικός και αρνιόταν να μου φανερώσει τις σκέψεις του. Πάνω στην πόρτα, μόλις βγήκα από το ασανσέρ διάβασα: Τσ. Φιλαντζέρι. Μια ηλικιωμένη κυρία μάς υποδέχτηκε. Ήταν η ίδια η κυρία Φιλαντζέρι. Επειδή μιλούσε πολύ σιγανά το μόνο που κατάλαβα ήταν πως ο άντρας της απουσίαζε. Μα ο Σαιντ - Ροζ φάνηκε ξαφνικά τόσο συγκινημένος που αφουγκράστηκα πιο καλά. Και πράγματι αυτός ο Φιλαντζέρι, γλύπτης, απουσίαζε για πάντα. Σα να λέμε ολότελα πεθαμένος. Είμασταν μέσα στο διαμέρισμα όπου βασίλευε μια ξεκουραστική δροσιά. Έμαθα τότε πως ο δύστυχος αυτός είχε δολοφονηθεί από τους ναζιστές στις αρδεατικές ακτές. Περιττό να εκνευρίζεσαι για "άρθρο", την ιστορία την είχαν παραεκμεταλλευτεί οι πιο πολλοί συνάδελφοι. Αδιάφορο. Η γριά κυρία εξήγησε πως ο άντρας της βρισκόταν σε μια κατηγορία εγκλείστων που δεν έπρεπε να περιλαμβάνονται στους καταλόγους των ομήρων. Κανείς ως τώρα δεν είχε μπορέσει να ξεδιαλύνει κάτω από ποιες περιστάσεις είχε περιληφθεί στη σφαγή. Δεν έκλαιε, αν κι η φωνή της έτρεμε. Τα κουρασμένα μάτια της, τριγυρισμένα από ξερά πετσιά, κοίταζαν τον Σαιντ - Ροζ με μιαν απελπισμένη έκφραση. Είχα δει πολλά πράγματα σ' αυτόν τον πόλεμο, μα ο πόνος ενός γέρου με συγκινούσε περισσότερο από πολλών άλλων. Ο Σαιντ - Ροζ της είχε πιάσει τα χέρια και της μιλούσε πολύ σιγανά τόσο, που δυστυχώς δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτε απ' όσα έλεγε. Τους άφησα και μπήκα στο ατελιέ. Ήξερα πως απ' την αρχή του Ιουλίου οι Ιταλοί δουλεύαν για να ξεθάψουν τα πτώματα μέσα σ' αυτές τις σπηλιές που οι ναζί τις είχαν φράξει με νάρκες. Ήξερα πως μόλις είχαν ανακαλύψει τις δυό πελώριες πυραμίδες με τα θύματα, με μιαν απαίσια μυρωδιά, μέσα σε μιλιούνια σκουλίκια, γιγάντιες μύγες και πως ποντίκια φώλιαζαν ως και στα συντριμμένα κρανία. Το παράθυρο του ατελιέ έβλεπε πάνω στο φλογισμένο ουρανό. Ανάμεσα στα κιγκλιδώματα της ταράτσας φαίνονταν κομμάτια από το πανόραμα της Ρώμης, σκεπές με στρογγυλά κεραμίδια, καμπαναριά, θόλοι ασπρισμένοι από τη θύελλα του ήλιου..."

Αξίζει να προσεχτεί η μετάφραση του Στρατή Τσίρκα και για έναν επιπλέον λόγο.
" Γιατί, όμως, ο κύριος όγκος του μεταφραστικού έργου του Στρατή Τσίρκα κυκλοφορεί μεσούσης της απριλιανής χούντας; Τον Μάιο η απριλιανή δικτατορία απαγορεύει την κυκλοφορία του μυθιστορήματος-ποταμού «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Ο Τσίρκας σταματάει, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς, να δημοσιεύει δικά του κείμενα, αντιδρώντας έτσι στην προληπτική λογοκρισία που επιβάλλει η δικτατορία. Στο διάστημα αυτό κυκλοφορούν μόνο μεταφράσεις του"
Ο Τσίρκας έγινε μεταφραστής για να μη σιωπήσει .



Εμμανουέλ Ρομπλές, Μια Ιταλική Άνοιξη, μετφρ. Στρατής Τσίρκας, Κέδρος, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

Ο Εμμανουέλ Ρομπλές γεννήθηκε στο Οράν ( Αλγερία ), στα 1914 από εργατική οικογένεια. Σπούδασε στο Αλγέρι, στην Ecole Normale και κατόπιν στη Faculte des Lettres, όπου συνδέθηκε με τον Αλμπέρ Καμύ.
Μετά τη λήξη του πολέμου αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Έγραψε πολλά μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα.
Το μυθιστόρημά του " Les hauteurs de la ville" βραβεύτηκε με το Prix Femina, ενώ με το θεατρικό του έργο " Montserrat" επιβλήθηκε ως θεατρικός συγγραφέας πρώτης σειράς. 
Συνεργάστηκε με τον Εκδοτικό οίκο Le Seuil, και διεύθυνε τη σειρά " Mediterranee", από όπου παρουσιάστηκαν στο γαλλικό και στο διεθνές κοινό αξιόλογοι συγγραφείς των χωρών της Μεσογείου.



Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Απ' τα κλειστά βιβλιοπωλεία


Γράφει η Σαπφώ Διαμάντη, καθηγήτρια, μεταφράστρια, διερμηνέας

Εδώ έχω ανάγκη να μ' ακούσετε ως το

τέλος· ό,τι με τρομάζει για μιαν ακόμα φορά,

είναι ακριβώς αυτό που μου φαίνεται να καθησυχάζει όλους τους άλλους.

Μαξιμιλιέν ντε Ρομπεσπιέρ (1791)

***
Τα μαγαζιά έκλεισαν. Εκτός, λέει, από όσα διαθέτουν είδη πρώτης ανάγκης. Έμειναν λοιπόν τα φαρμακεία να πουλάνε γιατρικά για το σώμα και χρυσωμένες πανάκειες για την ψυχή. Α, ναι. Και μάσκες. Τα μπακάλικα, συγγνώμη, οι υπεραγορές, που εκτός από τα περίφημα πλέον όσπρια, ζυμαρικά και χαρτιά τουαλέτας, πουλάνε και γαριδάκια, χρωματιστά χάρτινα πιάτα για πάρτυ και ειδικά απορρυπαντικά για να κρατήσετε τα μαύρα σας ρούχα σαν καινούργια. Είδη πρώτης ανάγκης. Χμμμ. Έμειναν και τα περίπτερα, για τα τσιγάρα μας. Τα βιβλιοπωλεία όμως, μαζί με όλα τα άλλα, έκλεισαν κι αυτά. Διότι δεν θεωρήθηκε ότι διαθέτουν είδη πρώτης ανάγκης.

Τώρα, ακριβώς, που βρεθήκαμε σ' έναν κόσμο πέραν πάσης αφηνιασμένης φαντασίας, ανάμεσα στην κιτρινίλα των ΜΜΕ, ημεδαπών τε και αλλοδαπών, στα καινοφανή μέτρα που μας επιβάλλονται με την όποια πρόφαση, στον απτό φόβο που ελλοχεύει, πανικοβάλλει, αποπροσανατολίζει. «Μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μας έκτισαν τείχη», που προοιωνίζονται άπραγη ανία για κάποιους, εκ βαθέων επανεξέταση προτεραιοτήτων και προδιαγεγραμμένων για πολλούς. Και μέσα σ' όλ' αυτά κάτι καλό - πάντα υπάρχει. Φωνές υψωμένες γροθιές. Πέρασμα μες απ' τα τείχη, δουλειά μας. Και χρόνος να πάρουμε ένα βιβλίο στα χέρια μας. Επιτέλους. Ευκαιρία να εντρυφήσουν οι παλαιότεροι και να... γυμναστούν οι νεότεροι, μπας και ξεφύγουν λιγάκι απ' την εικονολαγνεία. Ωραία. Και τι γίνεται με τα κλειστά βιβλιοπωλεία;

Εδώ λοιπόν ξεκινάει το ξεκοκάλισμα της βιβλιοθήκης. Γιατί δεν μπορεί, και αδιάβαστα θα 'χουμε, και πόσα που θέλαμε να ξαναδιαβάσουμε και δεν προφταίναμε. Και τι άλλο; Ε!... Ας παραγγείλουμε. Η τηλεπαραγγελία δεν υποκαθιστά το επί τόπου ξεφύλλισμα, το ξέρουμε, ούτε o υπολογιστής το βιβλιοπωλείο, τον μυστικό κήπο που μας καλεί διαρκώς να τον εξερευνήσουμε. Αλλά εδώ θα παρακολουθήσουμε και όπερα στην τηλεόραση, «o tempora o mores», η τηλεαγορά βιβλίων θα μας συγχύσει; Να τα, λοιπόν, τα βιβλία μας. Θα μου πεις, και γιατί να μην τα διαβάσουμε στο διαδίκτυο; Και θα απαντήσω με ερώτηση: Το ίδιο είναι; Ποια οθόνη υποκαθιστά το βιβλίο από χαρτί και μελάνι; Το βιβλίο στα χέρια μας; Το βιβλίο, ένα πλάσμα με δικιά του ζωή.

Το βιβλίο, που πριν ακόμη αφήσει το περιεχόμενό του να κυλήσει εντός μας, στον νου, στην καρδιά μας, περνάει απ' τις αισθήσεις. Την αφή, με την υφή του χαρτιού, το ψηλάφισμα του εξωφύλλου, το γύρισμα των σελίδων. Την όσφρηση, με την απαραγνώριστη μυρωδιά του μελανιού, της κόλλας του δεσίματος, το ταξιδιάρικο άρωμα του τυπωμένου συγγράμματος. Την όραση, με τη ματιά να χαϊδεύει, να συννεφιάζει, να διεισδύει, μα και την ακοή, γιατί το βιβλίο φτιάχτηκε για να διαβάζεται μεγαλόφωνα, κι ακόμα τώρα, ένα ποίημα, είτε το απαγγέλλουμε από στήθους είτε το διαβάζουμε, το λέμε δυνατά, όπως κι ένα θεατρικό. Και τη γεύση, και την επίγευση, ναι, που μας αφήνει το βιβλίο. Πέντε αισθήσεις, λοιπόν. Και μια έκτη.

Είμαστε τα βιβλία που διαβάσαμε. Και τα βιβλία που δεν διαβάσαμε, κι αυτά ακόμα μας διέπλασαν. Είμαστε τα βιβλία που αγαπήσαμε κι εκείνα που απορρίψαμε. Κάτι κρατήσαμε απ' όλα τους. Κριτήριο. Δεν υπάρχει «αγαπημένο βιβλίο» - κάθε βιβλίο είναι μια μικρούλα νεροσυρμή κι όλες μαζί γίνονται εντός μας ποταμός με νερά βαθιά, ορμητικά, γαληνεμένα... Είμαστε τα βιβλία που μας συντρόφεψαν στο θρανίο, στο προσκέφαλο, στον ταξιδιωτικό σάκο. Υπό μάλης. Είμαστε τα βιβλία που κάποιος έκανε δεκατέσσερα χιλιόμετρα πηγαινέλα για να βρει, σε μονοπάτια δύσβατα βουνίσια, με λιοπύρι και με χιονιά, με κάτι λάστιχα χοντροκομμένα για παπούτσια. Είμαστε τα βιβλία που κάποια διάβασε κατ' αρχάς σε γλώσσες που τότε ακόμα δεν κατανοούσε. Είμαστε τα βιβλία που κάηκαν σε μια πυρά του αίσχους. Τα βιβλία που βγήκαν απ' τ' ανήλιαγα κελιά της ανθρώπινης αδικίας. Τα βιβλία που απαγορεύτηκαν, διώχθηκαν, προγράφτηκαν. Είμαστε τα βιβλία που θέλουμε να γράψουμε και δεν γράψαμε ακόμα. Μα θα τα γράψουμε, ναι.

Ας διαβάσουμε, λοιπόν. Μια μεγάλη κυρία του ελληνικού εκδοτικού κόσμου συνήθιζε να λέει πως «η επιλογή και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη πολιτική». Απ' όλα έβγαζε. Γιατί όλα πρέπει να τα διαβάζουμε, σαν μέσα σε δάσος τροπικό με τη ματσέτα ανά χείρας, ξεχερσώνοντας ξέφωτα για τα αγγεία της καρδιάς, τις βουλές της ειμαρμένης, τις δικές μας επιλογές ζωής. Γιατί το βιβλίο δείχνει δρόμους, ρίχνει γεφύρια, στρώνει μονοπάτια. Μας χαρίζει όλα τα ταξίδια των οποίων διαφορετικά θα μέναμε ίσως «πάντα ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές». Μας κολυμπάει στους ασημόχρυσους ωκεανούς της γνώσης, του αρχαιοτέρου και ισχυροτέρου των όπλων. Μας φέρνει στα γαλάζια λιμάνια. Μας δίνει φτερά να κάνουμε «έφοδο στον ουρανό». Μας ανοίγει ορίζοντες που, με λιόγερμα ή με ηλιανάτειλε, είναι κόκκινοι, κατακόκκινοι.

Θα περάσουμε προς το παρόν χωρίς κολυμβητήριο, χωρίς καφενείο, χωρίς ταβέρνα... Και χωρίς βιβλιοπωλεία. Αλλά όχι χωρίς βιβλία. Θα τα παραγγείλουμε. Θα ξεσκαλίσουμε τη βιβλιοθήκη μας. Θ' αφήσουμε ένα βιβλίο στο κεφαλόσκαλο ενός φίλου, θα το ρίξουμε στο ξάγναντο μιας αυλής ανάμεσα σε νάρκισσους, τουλίπες, ζουμπούλια της άνοιξης. Γιατί το βιβλίο δεν είναι καταναλωτικό προϊόν για να επιζείς, να φυτοζωείς, να ψευτοζείς. Το βιβλίο είναι ζωή.

Αναδημοσίευση από  902

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Οι μέρες που δικάζουν


Έρχονται πια οι μέρες, που δικάζουν,
θα μετρηθούν τα ποσοστά μας
και θα τα βρούμε όλα μπροστά μας.
Δεν το φοβάμαι, ούτε το θέλω,
μα δεν υπάρχουνε λαγοί μες στο καπέλο,
τώρα θα δούμε, τα λεφτά μας τι αγοράζουν.

Κι αν όλα βγουν αληθινά,
δε θα χαρώ, ούτε θα κλάψω
και δε θα πω, στο είχα πει,
δεν ξέρω πως, ούτε γιατί,
χωρίς μια λέξη το τσιγάρο σου θ' ανάψω.

Και τα παιδιά που χάσανε την μπάλα,
που δεν τους βγαίνουν τα όνειρά τους,
βλέπουν να χάνεται η στεριά τους.
Και δεν το θέλουν και φοβούνται,
πως όλα τώρα θα 'ναι λίγα και μικρά
κι ούτε τα λάθη τους δε θα 'ναι πια μεγάλα.

Κι αν όλα βγουν αληθινά,
δε θα χαρώ, ούτε θα κλάψω
και δε θα πω, στο είχα πει,
δεν ξέρω πως, ούτε γιατί,
χωρίς μια λέξη το τσιγάρο σου θ' ανάψω.

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Ερμηνεία:Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Χάρις Αλεξίου 
Δίσκος: Φρέσκο χιόνι