Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011

Εγνατία Οδός , η ιστορία ενός δρόμου (5)

Βυζαντινά χρόνια, Η λειτουγία του δρόμου
Από τον 4ο αι.μ.Χ. το μεγαλύτερο τμήμα της Βαλκανικής Χερσονήσου κατακλύζεται από γοτθικές και ουνικές επιδρομές. Οι επιδρομές γίνονται και μέσω της Εγνατίας, η οποία μετά τον 4ο αι.μ.Χ. δεν ήταν και τόσο σημαντική εξ αιτίας της κρίσης του Ρωμαϊκού κράτους . Εξακολούθησε όμως να εξυπηρετεί την επικοινωνία της Θεσσαλονίκης με την Κωνσταντινούπολη.
Τον 7ο αι. μ.Χ. , όταν οι Σλάβοι κατεβαίνουν νότια , βασικά κομμάτια του δρόμου ξέφυγαν από τον έλεγχο των Βυζαντινών, ειδικά το κομμάτι δυτικά της Έδεσσας(Βοδενά). Ο δρόμος έγινε ανασφαλής και επικίνδυνος. Το τμήμα της Εγνατίας μεταξύ Θεσσαλονίκης - Κωνσταντινούπολης  μόνο ήταν ανοικτό για τα βυζαντινά στρατεύματα.
Τον 9ο αι. μ.Χ. η βυζαντινή παρουσία ενισχύεται κατά μήκος του ανατολικού μισού της Εγνατίας και αυτό αποδεικνύει η ίδρυση των Θεμάτων Θεσσαλονίκης , Στρυμόνα. Ο δρόμος όμως εξακολουθεί να είναι επικίνδυνος σύμφωνα με τις μαρτυρίες ταξιδιωτών ( Θεόδωρος Στουδίτης, Γρηγόριος Δεκαπολίτης). Υπήρχαν τμήματα στη διαδρομή Θεσσαλονίκη- Κωνσταντινούπολη εξαιρετικά επικίνδυνα για ιδιωτικά ταξίδια εξ αιτίας ληστών .
Η Εγνατία μετά την Έδεσσα δεν βρισκόταν σε βυζαντινό έλεγχο και η ενδοχώρα από το Αιγαίο μέχρι την Αδριατική  έκρυβε κινδύνους. Έτσι οι ταξιδιώτες ακολουθούσαν ένα μακρύ και κουραστικό δρομολόγιο για να φτάσουν στην Αδριατική και απο' κει στην Ιταλία:
Θεσσαλονίκη - Τέμπη - ηπειρωτική Ελλάδα διά μέσου Μπράλου και ή ανατολικά προς Κόρινθο ή δυτικά προς Άμφισσα - Ναύπακτο με πλοίο προς Ιταλία ή ακολουθώντας τη δυτική παραλιακή γραμμά στο Βουθρωτό ή Κέρκυρα ή πιο βόρεια. Αυτό το δρομολόγιο ήταν περισσότερο ασφαλές και είναι επιβεβαιωμένο στα μέσα του 7ου αι. και καθ' όλη τη διάρκεια του 9ου και 10ου αι. μ.Χ.(περιγραφή από την πρεσβεία του Λιουτπράνδου της Κρεμόνας).
Κατά τον 11ο αι. και ιδιαίτερα μετά τις νικηφόρες εκστρατείες του Βασιλείου Β΄ εναντίον των Βουλγάρων και την κατάκτηση του συνόλου της Βαλκανικής Χερσονήσου από τους Βυζαντινούς, η μετακίνηση σε όλο το μήκος της Εγνατίας έγινε ασφαλής.
 Οι ταξιδιώτες όμως εξακολουθούν να προτιμούν την προηγούμενη διαδρομή ίσως γιατί ένιωθαν την ίδια ανασφάλεια με πριν.
Πιθανόν κατά τον 11ο και 12 αι. ο δρόμος από το Δυρράχιο δεν ακολουθούσε το κλασικό δρομολόγιο αλλά κινούμενος ανατολικά χωριζόταν στα δύο: μία ατραπός έφθανε στη Οχρίδα  περνώντας βόρεια της λίμνης και μία δεύτερη συνέχιζε ανατολικά και έφθανε στην Καστοριά. Οι δύο δρόμοι συναντιόνταν στην Έδεσσα και απο εκεί στην Πέλλα και στη Θεσσαλονίκη .Αυτούς τους χρησιμοποιούσαν έμποροι και άνθρωποι που ήθελαν να μεταφέρουν χρήματα ή το ταχυδρομείο , αλλά και από Ιταλούς περβευτές ή αυτοκρατορικούς απεσταλμένους στην Ιταλία.
Η ασφάλεια του δρόμου υπήρξε ικανοποιητική αυτά τα χρόνια και αυτό συνετέλεσε στην ανάπτυξη του νέου δρόμου που αντικατέστησε την κλασική Εγνατία. Ο δρόμος συντηρήθηκε και ίσως αυτό οφείλεται στην οδοστρωσία, αγγαρεία που έκαναν οι ντόπιοι και σκόπευε στη συντήρηση του οδικού δικτύου της αυτοκρατορίας.
Τον 12ο αι. λοιπόν η Εγνατία οδός φθάνει στο υψηλότερο σημείο ανάπτυξης στα Βυζαντινά χρόνια τόσο ανατολικά όσο και δυτικά.Η επιτυχία όμως αυτή ήταν προσωρινή, διότι η τέταρτη σταυροφορία και οι συνέπειες της δημιούργησαν προβλήματα στη χρήση του δρόμου.
Από τα μέσα του 13ου αι.το Βυζάντιο αποκατέστησε την εξουσία του πάνω στο ανατολικό μισό του δρόμου και η Εγνατία έγινε πάλι ο μεγαλύτερος άξονας μεταξύ Κωνσταντινούπολης και Θεσσαλονίκης. Οι τελωνειακοί σταθμοί κατά μήκος του δρόμου στη Θεσσαλονίκη, Οχρίδα, Έδεσσα, Αμφίπολη, Φιλίππους, Χρυσούπολη, μαρτυρούν την εμπορική κίνηση και δραστηριότητα. Οι φοροεισπράκτορες επέβαλαν στα καραβάνια έναν ειδικό εμπορικό φόρο, το κομμέρκιον.
Το δυτικό μισό του δρόμου , στο εσωτερικό της Ηπείρου, παρήκμασε οριστικά , καθώς οι Ηπειρώτες άρχοντες είχαν χαλαρό έλεγχο και επί πλέον ο δρόμος έγινε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ των αρχόντων της Αλβανίας. Εκτός τούτων  οι Βενετοί και οι Γενουάτες, που είχαν τον εμπορικό έλεγχο του δρόμου, στράφηκαν στο θαλάσσιο εμπόριο που ήταν πιο επικερδές. Αλλά και οι αγγελιάφοροι άλλαξαν πορεία και έφθαναν στη Θεσσαλονίκη  μέσω της Σερβίας και της κοιλάδας του Βαρδάρη(Vardar) .
Στη συνέχεια οι ενδοβυζαντινές διαμάχες σε συνδυασμό με τους Σερβοβυζαντινούς πολέμους του 14ου αι. ανέστειλαν τη χρήση της Εγνατίας. Την πρώτη δεκαετία όμως του 14ου αι. η Εγνατία μεταξύ Κωνσταντινούπολης - Θεσσαλονίκης λειτουργούσε  κανονικά . Τον δρόμο μάλλον  τον προστάτευαν φύλακες ή οι τοπικοί άρχοντες , οι οποίοι πιθανόν εισέπρατταν φόρους από εμπόρους. Τέτοιοι φόροι ήταν : α) το διαβατίκιον, φόρος για τη διάβαση ένος ελεγχόμενου σημείου και β) το ποριατικόν, φόρος για τη διάβαση του ποταμού.
Στα μέσα του 14ου κάποιοι άρχοντες επωφελήθηκαν από τις διάφορες διαμάχες και υποδούλωσαν τμήματα του δρόμου , περιλαμβάνοντας τα στα κρατίδια τους, με στόχο την είσπραξη φόρων αλλά κυρίως την άρνηση της χρήσης του δρόμου από τους αντιπάλους τους.
Αυτή η κατάσταση οδήγησε στη χειροτέρευση του δρόμου γιατί κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να συντηρήσει έναν δρόμο που αναπάσα στιγμή μπορούσε να μετατραπεί σε πεδίο μάχης.
Όπως πριν μερικούς αιώνες τα ίδια φαινόμενα είχαν οδηγήσει το δυτικό τμήμα της Εγνατίας  σε παρακμή έτσι και αυτή την εποχή το ανατολικό τμήμα γινόταν ολοένα και πιο προβληματικό για την κίνηση των στρατιωτών. Ο μεγάλος διαβαλκανικός δρόμος έσβηνε κάτω από την πίεση πολιτικών και στρατιωτικών γεγονότων.

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2011

Εγνατία Οδός , η ιστορία ενός δρόμου (4)

Ρωμαϊκά χρόνια, Οι πόλεις
Θεσσαλονίκη. Πόλη σημαντική από τα αρχαία χρόνια. Καλά προφυλαγμένη στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου στους πρόποδες του Κισσού (Χορτιάτης) σε θέση ευνοϊκή για το εμπόριο Ανατολής- Δύσης, Βορρά - Νότου, με τέσσερα ποτάμια γύρω της, με ασφαλές λιμάνι, πάνω στην Εγνατία οδό, θα παραμείνει σε όλο το διάστημα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας διοικητικό και οικονομικό κέντρο.Στα μέσα του 2ου αι.μ.Χ αναγνωρίζεται ως η πιο πολυάνθρωπη πόλη της Επαρχίας της Μακεδονίας καθώς βρίσκεται στα μετόπισθεν των πολεμικών επιχειρήσεων.
Τόπος εξορίας του Κικέρωνα αλλά και στρατηγείο του Πομπηίου πριν από τη μάχη στα Φάρσαλα. Ελεύθερη πόλη την εποχή της Τριανδρίας του Οκταβιανού - Μάρκου Αντωνίου - Λέπιδου (42π.Χ) γλυτώνει τη λεηλασία των σπιτιών της από τους στρατιώτες του Βρούτου και αναδεικνύεται σιγά σιγά σε γενέτειρα σπουδαίων ανθρώπων των γραμμάτων . Πλήθος λογίων , εμπόρων, τεχνιτών - Ρωμαίων και Ελλήνων- συρρέουν στην πόλη.Στα χρόνια Του Ανδριανού , η πόλη είναι από τα ιδρυτικά μέλη του Πανελληνίου, δηλαδή της αμφικτυονίας των Πανελλήνων, που είχε ιδρύσει ο Ανδριανός με έδρα την Αθήνα.
Το σχέδιο της πόλης μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση παραμένει αμετάβλητο.



Το κέντρο της πόλης είναι η Αγορά με τα διάφορα κτιριακά συγκροτήματα.





Ό Διόνυσος, η Μαινάδα, ο Διόσκουρος, ο Γανυμήδης και ο Δίας, (με μορφή αετού) και τέλος η Αύρα της Incantada σε σχέδια των J. Stuart και Ν. Revett

Μία από της μαγεμένες



Διόνυσος
Ανάγλυφη μορφή του Διονύσου από τη στοά των Incantadas της αγοράς της Θεσσαλονίκης, 2ος-3ος αι. μ.Χ., Παρίσι, Musee du Louvre.
 Τα δημόσια κτήρια της πόλης φανερώνουν τον πλούτο της.




Τα λαμπρά μωσαϊκά δάπεδα των ιδιωτικών κατοικιών ,
Η Αριάδνη στη Νάξο
Μεγάλη ψηφιδωτή σύνθεση με την Αριάδνη στη Νάξο από ιδιωτική οικία της Θεσσαλονίκης, α' μισό 3ου αι. μ.Χ., Θεσσαλονίκη, Αρχαιολογικό Μουσείο.

 οι μαρμάρινες σαρκοφάγοι,


Αττική σαρκοφάγος με παράσταση του Διονυσιακού θιάσου από το δυτικό νεκροταφείο της Θεσσαλονίκης. Εικονίζονται σάτυροι, μαινάδες, έρωτες και μικρά παιδιά που τρυγούν σταφύλια. Στην πίσω πλευρά γύπες επιτίθονται εναντίον κενταύρων.
οι προτομές



και οι πλούσιοι σε κτερίσματα τάφοι μαρτυρούν την ευμάρεια των κατοίκων της.

Ο 3ος αι.μ.Χ. επιφυλάσσει για την πόλη δύσκολες στιγμές. Γότθοι, Κάρποι και  Έρουλοι κατακλύζουν τη Χερσόνησο του Αίμου και το 254μ.Χ. πολιορκούν τη Θεσσαλονίκη, η οποία σώζεται  εξ αιτίας της γενναιότητας των κατοίκων της αλλά και της ανθεκτικότητας των τειχών της.

Όταν ο Διοκλητιανός δημιουργεί την Πρώτη Τετραρχία (293μ.Χ) , η Θεσσαλονίκη γίνεται πρωτεύουσα της Χερσονήσου του Αίμου και έδρα του Γαλέριου, που ήταν ένας από τους τέσσερις τετράρχες. Στα χρόνια του η πόλη θα ζήσει μια νέα άνθιση και θα αποκτήσει ξεχωριστή αίγλη μέ την ανέγερση οικοδομημάτων που αποσκοπούν τόσο στην έκφραση όσο και στην επιβολή της δυναστικής πολιτικής.
Η σπουδαιότερη και σημαντικότερη μαρτυρία είναι το αρχιτεκτονικό συγκρότημα - Κατοικία του άρχοντα,Ιππόδρομος,  Αψίδα, Ροτόντα. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το πολιτικό κέντρο της πόλης , την Αγορά, στο διοικητικό, τα Ανάκτορα.
Το παλάτι του Γαλέριου

Μαρμάρινες κερκίδες του Ιπποδρόμου








Την εποχή αυτή την ιστορία της Θεσσαλονίκης σφραγίζει το μαρτύριο του Αγίου Δημητρίου.
Μετά τη Θεσσαλονίκη η αρχαία Εγνατία συνέχιζε τη διαδρομή της ανατολικά , έξω από τα τείχη της πόλης. Περνούσε νότια από τις λίμνες της Κορώνειας και της Βόλβης μέσα από τα στενά της Ρεντίνας. Η Ρεντίνα είχε προνομιακή θέση διότι μπορούσαν οι Ρωμαίοι να ελέγχουν την Εγνατία πριν αυτή περιπλανηθεί στα στενά που ενώνουν τη Βόλβη με το Στρυμόνα. Εδώ οι ταξιδιώτες  και οι ρωμαϊκές λεγεώνες μπορούσαν να βρουν ένα σταθμό αλόγων.
Από εκεί ο δρόμος συναντά την Αμφίπολη.





Η Αμφίπολη επηρεάστηκε από την κατασκευή της Εγνατίας οδού, διότι ήταν σταθμός για τους ταξιδιώτες. Εδώ ο Αιμίλιος Παύλος διακήρυξε το νέο καθεστώς της Μακεδονίας και η πόλη ορίστηκε πρωτεύουσα της πρώτης από τις τέσσερις ενότητες στις οποίες χωρίστηκε το παλαιό βασίλειο. Μετά τη νίκη  της Τριανδρίας στους Φιλίππους το 42 π.Χ., η Αμφίπολη ανακηρύσσεται ελεύθερη πόλη και αποκτά προνόμια .
Στα χρόνια του Αυγούστου γνωρίζει νέα άνθιση που συνεχίζεται στους  τρεις πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Από εδώ πέρασε ο Απόστολος Παυλός πηγαίνοντας για Θεσσαλονίκη Απόδειξη της ευμάρειας αυτής είναι η πλούσια νομισματοκοπία της πόλεις, οι επιγραφές και οι οικοδομικές δραστηριότητες.



Σταθμός της Εγνατίας μεταξύ Αμφίπολης και Φιλίππων

Συνεχίζοντας ο δρόμος την πορεία του , διασχίζει απότομες οροσειρές και κατεβαίνει στους Φιλίππους, πόλη που χαρακτηρίστηκε Πύλη της Ευρώπης και της Ασίας.



Κτίσμα του Φιλίππου Β΄, το 356 π.Χ., σκαρφαλωμένη σ' έναν απόκρημνο βράχο, χάνεται μετά τα ελληνιστικά χρόνια και μεταβάλλεται σ' ένα πόλισμα χωρίς σημασία. Το 42 π.Χ. το αποτέλεσμα της αναμέτρησης του Βρούτου και Κάσσιου από τη μια μεριά και του Αντωνίου και Οκταβιανού από την άλλη αλλάζει  τη φυσιογνωμία της πόλης. Αμέσως μετά τη μάχη ο Μάρκος Αντώνιος εγκαθιστά στους Φιλίππους ως πρώτους αποίκους τουςβετεράνους των ρωμαϊκών λεγεώνων. Το 30 π.Χ ο Οκταβιανός στέλνει Ιταλούς στους οποίους παραχωρεί γη για εκμετάλλευση. Από το 27 π.Χ. η ονομασία της πόλης είναι Colonia Augusta Iulia Philippensis . 
Το 49 ή 50 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος επισκέπτεται τους Φιλίππους και ιδρύει την πρώτη χριστιανική εκκλησία της Ευρώπης
Οι δαπανηρές οικοδομές, το επιβλητικό forum με τους δύο ναούς,




τα λουτρά, το μεγάλο υδραγωγείο, τα αγάλματα και τα τιμητικά μνημεία που στολίζουν τους Φιλίππους ,


ιδιαίτερα από το δεύτερο μισό του 2ου αι. μ.Χ., προσδίδουν στην πόλη κοσμοπολίτικο χαρακτήρα που ενισχύεται από τη διέλευση της Εγνατίας,





η οποία " διακρίνει" την πόλη διαγώνια σε δύο άνισα μεταξύ τους τμήματα, στο βόρειο- ανωφερικό και στο νότιο, όπου υπάρχουν τα δημόσια κτήρια της αποικίας.


 Από τους Φιλίππους η Εγνατία έφθανε στη Νεάπολη, η οποία από το 340π.Χ. ήταν επίνειο των Φιλίππων. Το 189 π.Χ. περνούν , χρησιμοποιώντας την Εγνατία , οι ρωμαϊκές λεγεώνες που κατευθύνονται στην Ασία για να αντιμετωπίσουν τον Αντίοχο Γ΄ . Το 42 π.Χ. το λιμάνι της Νεάπολης χρησιμοποιείται ως βάση για το στόλο των Βρούτου και Κάσσιου , πριν τη μάχη των Φιλίππων.
Από τη Νεάπολη ο δρόμος κατευθύνεται στη Θράκη.
Η κατασκευή της Εγνατίας οδού από το Δυρράχιο έως τα Κύψελα του Έβρου μετέβαλε το οικονομικό και δημογραφικό σκηνικό της περιοχής και συνέβαλε στην οικονομική και πνευματική ανάπτυξη πολλών πόλεων, αλλά και στο θρησκευτικό συγκρητισμό. Παράλληλα με τους ντόπιους θεούς και την αρχαιοελληνική λατρεία, τιμώνται και δοξάζονται θεότητες ανατολικής και αιγυπτιακής προέλευσης αλλά και ρωμαϊκές. Μέσω των πόλεων της Εγνατίας βρίσκει πρόσφορο έδαφος να διαδοθεί ο Χριστιανισμός, αφού ο Απόστολος Πάυλος αρχίζει το ευρωπαϊκό του ταξίδι από τη Νεάπολη και δια μέσου Φιλίππων, Αμφίπολης , Θεσσαλονίκης φθάνει στο Δυρράχιο και απο εκεί στη Ρώμη.
Όσο όμως ένας δρόμος βοηθάει  τις περιοχές απ' όπου περναει να αναπτυχθούν άλλο τόσο οδηγεί στην παρακμή εκείνες απ' όπου δεν περνάει.. 
Έτσι και στην περίπτωση της Ηπείρου.

Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση η Ήπειρος γνώρισε πρωτοφανή καταστροφή. Το Βόρειο τμήμα της διέφυγε την καταστροφή , αλλά στην πορεία παρήκμασε. Αυτό πιθανόν να οφείλεται στη συχνότερη χρήση της Εγνατίας από την Απολλωνία και ιδίως από το Δυρράχιο , γεγονός που στέρησε την περιοχή της Φοινίκης από τα εμπορικά πλεονεκτήματα που της πρόσφερε παλιότερα η επικοινωνία με την αντίπερα ακτή του πορθμού του Υδρούντος. Το οδικό δίκτυο που ανέπτυξαν οι Ρωμαίοι οδηγούσε μέσα από διάφορες διακλαδώσεις στη Μακεδονία, Θράκη ή Ιταλία αντίστροφα , αλλά δευτερευόντως στην Ήπειρο , που παραμένει έξω από τα μεγάλα ρεύματα ανταλλαγών. Επιπλέον το μεγάλο εμπόριο χρησιμοποιεί και τους θαλάσσιους δρόμους και η Ήπειρος δεν έχει καλά λιμάνια.


Σάββατο 18 Ιουνίου 2011

Εγνατία Οδός , η ιστορία ενός δρόμου (3 )

Ρωμαϊκά χρόνια, Οι πόλεις
Σημαντικές πόλεις δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν κατά μήκος της Εγνατίας οδού. Πόλεις αρχαίες που εξ αιτίας του δρόμου αποκτούν νέο πρόσωπο, γίνονται φορείς οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης, πεδίο διασταύρωσης λαών και θρησκειών, τόπος διακίνησης εμπορευμάτων αλλά και ιδεών.
Οι πρώτες σημαντικές πόλεις εξ αιτίας της γεωγραφικής τους θέσης ήταν η Απολλωνία και το Δυρράχιο. Αυτές οι δύο πόλεις αποτέλεσαν τη διπλή αφετηρία της Εγνατίας οδού.


Η Απολλωνία είχε το πλεονέκτημα να είναι το πιο κοντινό σημείο στο Βρινδήσιο της Ιταλικής χερσονήσου.  Η Απολλωνία γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθιση , ιδιαίτερα μετά την κατασκευή της Εγνατίας. Το λιμάνι της χρησιμοποιήθηκε για την εξαγωγή προϊόντων στην Ιταλία.
Οι προσχώσεις όμως του ποταμού Αώου αχρήστευσαν το λιμάνι της , διότι η ακτή απομακρύνθηκε σιγά σιγά από τα τείχη της και η πόλη έχασε το χαρακτήρα του διαμετακομιστικού σταθμού και έγινε κέντρο πολιτιστικών ανταλλαγών μεταξύ του ρωμαϊκού κόσμου και του ελληνισμού. Από την αρχαία Απολλωνία σώζονται το θέατρο,


 






ερείπια ναών,








το βουλευτήριο
καθώς και πολλές ελληνικές επιγραφές.
 Οι ιδιωτικές οικίες και πιο συγκεκριμένα τα πολύ καλά μωσαϊκά, που καλύπτουν τα κυριότερα δωμάτια, μαρτυρούν τον πλούτο των ιδιοκτητών τους . Εντυπωσιακό δείγμα της καλλιτεχνικής άνθισης κατά τη ρωμαϊκή περίοδο είναι το Ωδείο της Απολλωνίας.



Σύμφωνα με τον Κικέρωνα η Απολλωνία υπήρξε " μεγάλη και ευγενής πόλη"

Παράλληλα με την Απολλωνία ακμάζει και το Δυρράχιο 




  το οποίο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς θεωρείται η κύρια αφετηρία της Εγνατίας , ιδιαίτερα μετά τη μείωση της σημασίας του λιμανιού της Απολλωνίας. Η γεωγραφική θέση του Δυρραχίου και το σχετικά ασφαλές λιμάνι εξηγούν τη σημασία του για τους Ρωμαίους, οι οποίοι ήθελαν να αποκτήσουν το στρατιωτικό και οικονομικό έλεγχο της Βαλκανικής Χερσονήσου.
Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες διακινούν τα προϊόντά τους στην Ιταλία κυρίως από το λιμάνι του Δυρραχίου . Το Δυρράχιο συνέδεε την Εγνατία με το θαλάσσιο δρόμο. Ιδιαίτερα μετά τη ρωμαϊκή ειρήνη η πόλη διατήρησε τον εμπορικό της ρόλο στην έξοδο της Εγνατίας, αλλά και τη στρατιωτική της σημασία ως τόπος αποβίβασης των λεγεώνων που επρόκειτο να κινηθούν προς τη Μακεδονία, Θράκη, Ασία.
Οι Ρωμαίοι θεωρούσαν το Δυρράχιο αποικία τους και γι΄αυτό ευνόησαν την πολεοδομική ανάπτυξη και τον εξωραϊσμό της πόλης.
Σημαντικό τεκμήριο της καλλιτεχνικής ζωής των ρωμαϊκών χρόνων είναι το μεγάλο αμφιθέατρο , που έφεραν στο φως οι ανασκαφές πριν μερικά χρόνια







Μετά από πολλές διαδρομές ο δρόμος συναντά μία άλλη μεγάλη αρχαία πόλη , πρωτεύουσα του Μακεδονικού βασιλείου στις αρχές του 4ου αι . π.Χ., την Πέλλα.





Η Πέλλα παραδίνεται στο Ρωμαίο στρατηγό Αιμίλιο Παύλο το 168 π.Χ. Γίνεται έδρα του τρίτου διοιηκητικού διαμερίσματος της Μακεδονίας. Εξ αιτίας της Εγνατίας εξακολουθεί να είναι μία από τις " επιφανέστερες"πόλεις της Μακεδονίας.




Γύρω στο 150 π.Χ. οι Ρωμαίοι ιδρύουν την αποικία της Πέλλας και έτσι έδωσαν τέλος στην αρχαία πόλη. Στο τέλος του 1ου αι.-αρχές 2ου αι. μ.Χ. μόνο σπασμένα κεραμίδια είχαν απομείνει από την παλιά Πέλλα.



Επί Διοκλητιανού η αποικία ονομάζεται Διοκλητιανούπολη.

Προηγουμένως η Εγνατία περνούσε λίγο έξω από την Έδεσσα, όπου υπήρχε ένας μικρότερος δρόμος που οδηγούσε στη νότια πύλη της αρχαίας πόλης. Η Έδεσσα



πλούσια σε νερά, πρώτη πρωτεύουσα του Μακεδονικού κράτους, άνθησε ως σημαντικός σταθμός της ρωμαϊκής Εγνατίας. Μετά την υποταγή της στους Ρωμαίους, η περιοχή της Έδεσσας κατοικήθηκε και από Ιταλούς εποίκος, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την εύφορη γη και τις παραγωγικές δυνατότητες της και ανέπτυξαν αξιόλογες εμπορικές δραστηριότητες.
Μετά την Πέλλα , ο δρόμος κατευθυνόταν προς τη γέφυρα του Αξιού ποταμού


περνούσε τον ποταμό Εχέδωρο (Γαλλικός)

και έφθανε στη Θεσσαλονίκη(συνεχίζεται)

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011

Εγνατία Οδός , η ιστορία ενός δρόμου (2 )

Ρωμαϊκά Χρόνια, Η  χρήση και τα μέσα μεταφοράς
Οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν την Εγνατία οδό γιατί ήθελαν να εξυπηρετήσουν τις στρατιωτικές ανάγκες της αυτοκρατορίας. Ο αρχικός στόχος ήταν να έχουν τη δυνατότητα μέσω του δρόμου να κατακτήσουν τις περιοχές της Βαλκανικής Χερσονήσου πρώτα και στη συνέχεια να επεκταθούν στην Ανατολή.


Στην πορεία όμως μεταβλήθηκε η χρήση του δρόμου, διότι παράλληλα εξυπηρέτησε τη διακίνηση εμπορευμάτων και τη μετακίνηση των ταξιδιωτών, ευνόησε τη δημιουργία και ανάπτυξη  πόλεων , βοήθησε στην ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων και ιδεών  αλλά οδήγησε  τα βήματα και τις στρατιές των " βαρβάρων" στα τέλη της αρχαιότητας.



Εκτός λοιπόν από το στρατό, το αυτοκρατορικό ταχυδρομείο και τους αξιωματούχους του κράτους , τον δρόμο χρησιμοποιούσαν και οι απλοί πολίτες για εμπορικούς ή ιδιωτικούς λόγους. Ένας πολίτης για να ταξιδέψει στην Εγνατία έπρεπε να έχει εξασφαλίσει άδεια μετακίνησης από την κρατική διοίκηση δημοσίων δρόμων . Επίσης μπορούσε να προμηθευτεί συστατικές επιστολές που του έδιναν το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα δημόσια άλογα  και τα οχήματα. Η έκδοση αυτών των αδειών συχνά γινόταν πηγή πλούτου για τους εκδότες και ειδικά σε εκείνους που έμεναν σε πόλεις πάνω στην Εγνατία. Πολλοί ιδιώτες , παρά τους αυστηρούς ελέγχους, δωροδοκούσαν τους κρατικούς υπαλλήλους
για να ταξιδέψουν με κρατικά άλογα και οχήματα ξεφεύγοντας μέσα από δευτερεύοντες δρόμους γλιτώνοντας έτσι και τους φόρους.
Κατά μήκος της Εγνατίας υπήρχαν διάφοροι  σταθμοί ανεφοδιασμού και ξεκούρασης. Αυτοί βρίσκονταν σε απόσταση 7 ή 14 ρωμαϊκών μιλίων ο ένας από τον άλλον. Ο ταξιδιώτης μπορούσε επίσης  να συναντήσει στο δρόμο του  πανδοχεία, που βρίσκονταν σε απόσταση 30 ή 40 μιλίων. Παράλληλα υπήρχαν σταθμοί και σε μεγαλύτερες αποστάσεις και βρίσκονταν σε πόλεις ή κωμοπόλεις. Εκεί μπορούσε να μείνει και περισσότερες ημέρες.
Επιπλέον σε διάφορα σημαντικά σημεία του δρόμου υπήρχαν διάφορες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, όπως κάστρα, σταθμοί ελέγχου και φυλακές.


Οι μετακινήσεις γίνονταν με άλογα ή μουλάρια. Κάθε σταθμός ανεφοδιασμού διέθετε 20 άλογα για το ταχυδρομείο ενώ περισσότερα υπήρχαν στους μεγαλύτερους σταθμούς. Επίσης υπήρχαν βόδια για τα κάρα και άλογα για τις μεταφορές.



Το κράτος προμηθευόταν τα άλογα επιβάλλοντας στους πολίτες έναν ειδικό φόρο αλόγων. Τα άλογα έπρεπε να έχουν συγκεκριμένες προδιαγραφές και οι πολίτες των επαρχιών ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν ένα σταθερό αριθμό αλόγων , που το κράτος χρησιμοποιούσε όποτε ήθελε.
Εκτός από τα άλογα η μετακίνηση γινόταν και με άμαξες διαφόρων τύπων - δίτροχες ή τετράτροχες -




αλλά και με φορεία που τα σήκωναν δούλοι.