Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

πού στο καλό βρέθηκε αυτό το πλοίο;

 
  " Διαβάζοντας τον Ηρόδοτο, ανακάλυπτα σταδιακά σε αυτόν μια αδελφή ψυχή. Τι τον παρακινούσε; Τι τον ωθούσε στη δράση; Τι τον παρότρυνε να αναλαμβάνει τους κόπους του ταξιδιού, να ρισκάρει τις αλλεπάλληλες περιοδείες; Πιστεύω ότι ήταν το ενδιαφέρον του για τον κόσμο. Ο πόθος, να βρεθεί  ε κ ε ί , πάση θυσία να τ ο ν δει με τα ίδια του τα μάτια, οπωσδήποτε να τ ο ν ζήσει.

     Κατά βάθος πρόκειται για ένα πάθος που εκδηλώνεται σπάνια. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του ένα ον που δένεται με τον τόπο` από τότε που μπόρεσε να ασχοληθεί με τη γεωργία και να αφήσει πίσω του την επικίνδυνη και φτωχική ζωή του συλλέκτη ή του κυνηγού, έκατσε ευτυχισμένος  στο κομματάκι της γης του , το περιέφραξε από τους άλλους με τοίχο ή σύνορο, έτοιμος να χύσει το αίμα του γι΄αυτό το δικό του μέρος , να δώσει ακόμα και τη ζωή του. Εάν έφευγε από αυτό, το έκανε υπό το κράτος της βίας, κυνηγημένος από την πείνα, το λοιμό ή τον πόλεμο , ή για καθαρά επαγγελματικούς λόγους, για να εξασφαλίσει καλύτερη δουλειά ή να εργαστεί ως ναυτικός, πλανόδιος έμπορος, οδηγός καραβανιών. Αλλά να γυρίζει χρόνια ολόκληρα τον κόσμο με τη δική του αβίαστη θέληση να τον γνωρίσει, να εμβαθύνει σ΄αυτόν, να τον κατανοήσει; Τέτοιοι άνθρωποι ήταν πάντα λίγοι.

    Αλλά από πού άντλησε ο Ηρόδοτος ένα τέτοιο πάθος; Ίσως από το ερώτημα που γεννήθηκε στο παιδικό του μυαλό - πού στο καλό βρέθηκε αυτό το πλοίο; Γιατί τα παιδιά, καθώς παίζουν με την άμμο στην ακροθαλασσιά, βλέπουν μακριά, στη γραμμή του ορίζοντα, να προβάλει έξαφνα ένα πλοίο που, καθώς πλησιάζει στη στεριά, γίνεται ολοένα και μεγαλύτερο. Αλλά από πού αυτό ξεφύτρωσε; Αναμφίβολα , τα περισσότερα παιδιά δεν θέτουν στον εαυτό τους τέτοια ερωτήματα. Και να, που ξαφνικά ένα από αυτά, καθώς φτιάχνει σπιτάκια στην άμμο, μπορεί να αναρωτηθεί: από πού ήρθε αυτό το πλοίο; Αφού αυτή η γραμμή , πολύ πολύ μακριά, φαινόταν να είναι το τέλος του κόσμου! Μήπως πίσω από  αυτήν τη γραμμή υπήρχε κάποιος άλλος κόσμος; Και πίσω από αυτόν ακόμα κάποιος άλλος κόσμος; Ποιος άραγε; Και το παιδί αρχίζει να αναζητάει απάντηση. Και αργότερα, όταν μεγαλώσει, ψάχνει την απάντηση αυτή πιο επίμονα, με μεγαλύτερη, ανικανοποίητη περιέργεια.

    Κάποια απάντηση τη δίνει ο ίδιος ο δρόμος. Η κίνηση. Το ταξίδι. Ναι, το βιβλίο του Ηροδότου γεννήθηκε από το ταξίδι, και ήταν το πρώτο μεγάλο ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία. Ο συγγραφέας του διαθέτει τη διαίσθηση του ρεπόρτερ, το μάτι και το αυτί του ρεπόρτερ. Είναι ακατάβλητος, πρέπει να περάσει τη θάλασσα , να διασχίσει τη στέπα, να μπει βαθιά στην έρημο - ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί για όλα αυτά. Μας καταπλήσσει με την αντοχή του, ποτέ δεν παραπονείται για κούραση, τίποτα δεν τον αποθαρρύνει, δεν λέει ούτε μια φορά ότι κάτι φοβάται.

    Τι είναι αυτό που τον κατευθύνει την ώρα που ατρόμητος και ακούραστος  ξεκινάει τη μεγάλη του περιπέτεια; Πιστεύω ότι ήταν η γεμάτη αισιοδοξία πίστη που εμείς οι σύγχρονοι έχουμε ήδη χάσει προ πολλού: Ότι ο κόσμος είναι δυνατόν να περιγραφτεί...



....Ο Ηρόδοτος ταξιδεύει για να απαντήσει στο ερώτημα του παιδιού - από πού ξεφύτρωσαν στον ορίζοντα τα πλοία; Από πού εμφανίστηκαν; Ποια είναι η προέλευσή τους; Ώστε, λοιπόν, αυτό που βλέπουμε με τα μάτια μας δεν είναι τα σύνορα του κόσμου; Υπάρχουν και άλλοι κόσμοι ; Και ποιοι είναι αυτοί άραγε; Όταν μεγαλώσει, θα θελήσει να τους γνωρίσει. Αλλά καλύτερα να μην μεγαλώσει τόσο πολύ, ώστε να μείνει και λίγο παιδί. Γιατί μόνο τα παιδιά θέτουν σπουδαία ερωτήματα και θέλουν πραγματικά να μάθουν κάτι.

    Και ο Ηρόδοτος με το πάθος και τον ενθουσιασμό ενός παιδιού μαθαίνει για την ύπαρξη άλλων κόσμων. Η σπουδαιότερη ανακάλυψή του είναι ότι υπάρχουν πολλοί. Και ότι καθένας είναι διαφορετικός.

     Καθένας είναι σπουδαίος.

     Και πρέπει να τους γνωρίσεις, γιατί αυτοί οι άλλοι κόσμοι, οι άλλοι πολιτισμοί, είναι καθρέφτες μέσα στους οποίους κοιτάζουμε τον εαυτό μας και αυτό που αντιπροσωπεύουμε. Χάρη σε αυτούς καταλαβαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας και αυτό που αντιπροσωπεύουμε. Χάρη σε αυτούς καταλαβαίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας, αφού δεν μπορούμε να καθορίσουμε την ταυτότητά μας αν δεν την αντιπαραθέσουμε με τις άλλες.

     Και γι΄αυτό ο Ηρόδοτος, έχοντας κάνει αυτή την ανακάλυψη, την ανακάλυψη των "άλλων" ως καθρέφτη μέσα στον οποίο μπορούμε να κοιταχτούμε για να κατανοήσουμε οι ίδιοι καλύτερα τον εαυτό μας, κάθε πρωί, ακούραστος, ξανά και ξανά, ξεκινάει για το ταξίδι του."



Ρίσαρντ Καπισίνσκι, Ταξίδια με τον Ηρόδοτο, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005



Κυριακή 20 Ιανουαρίου 2013

Του κύκλου τα γυρίσματα...*

     Έχω την αίσθηση ορισμένες φορές ότι η ζωή μας κάνει κύκλους και πολλές φορές με κάποιους ανθρώπους βρισκόμαστε στο ίδιο σημείο που τους αφήσαμε, όμως σε άλλο χρόνο . Αναρωτιέμαι ποιος καλός άνεμος φύσηξε και  οδήγησε  την παλιά μου φιλενάδα από το σχολείο στο δρόμο μου.

   Ήταν Οκτώβρης του 1978 όταν συναντηθήκαμε για τελευταία φορά με την Αθηνά.  Καλεσμένη στη μικρή γιορτή για την εισαγωγή  μου στο Πανεπιστήμιο, ήρθε , από το κοντινό χωριό της στο δικό μου, κρατώντας στα χέρια της δώρο ένα βιβλίο, τη «Χαμένη  Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα. Γνώριζε καλά την αγάπη μου για τα βιβλία και το διάβασμα.

   Εγώ βρέθηκα στη Φιλοσοφική στα Γιάννενα και εκείνη στη Νομική στην Αθήνα. Από τότε χώρισαν οι δρόμοι μας και χάθηκαν τα ίχνη μας.
Πολλά τα χρόνια που πέρασαν από τότε , αλλά να που οι δρόμοι μας ξανασυναντήθηκαν εξ αιτίας ενός τυχαίου γεγονότος. Πολλές και όμορφες οι αναμνήσεις  μας οδηγούν σταθερά προς τα πίσω ενεργοποιώντας τη μνήμη και το συναίσθημα.

    Να τη λοιπόν πάλι μπροστά μου η φιλενάδα μου κρατώντας στα χέρια της δώρο ένα βιβλίο. Αυτή τη φορά το  δικό της. « Οδοί και μονοπάτια».

    « Οδοί και μονοπάτια» [σε πέντες ενότητες] είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της  Αθηνάς Γ. Αναστασίου, το πρώτο της πόνημα , όπως γράφει η ίδια.

    Η Αθηνά γεννήθηκε στα Καλύβια Θορικού Αττικής στις 24 Απριλίου του 1960 και είναι δικηγόρος.
 « Στα Καλύβια , όπως και στην αγροτική περιοχή «Μελισσουργός»  και « Τσίτσενα», που απέχουν από τα Καλύβια έξι περίπου χιλιόμετρα και από τον κόλπο του Σαρωνικού περίπου ένα, περπατούσα και περπατώ πολύ από παιδί. Στις περιοχές αυτές έχουν βαδίσει όλα μου τα υποδήματα κάθε ηλικίας, αλλά πριν καν περπατήσω, έβλεπα τον ελαιώνα, τον κάμπο και τη θάλασσα από την αγκαλιά των γονιών μου . Όμως  στους περιπάτους  μου δεν έφθανα ποτέ μέχρι το τέλος του δρόμου. Άφηνα ένα κομμάτι της αγαπημένης μου γης ανεξερεύνητο , από σεβασμό στη μοναδικότητά της και γιατί ένοιωθα πως πρέπει να το χαράζει μόνον η βροχή...» (εσώφυλλο)

Η συλλογή χωρίζεται σε πέντε ενότητες. Κάθε ενότητα κλείνει μέσα της κάτι από την ψυχή και τη μνήμη της Αθηνάς, η οποία προλογίζει με έναν ιδιαίτερο και πολύ τρυφερό εκφραστικό  τρόπο  την κάθε μια από αυτές.


 «Περπατώντας»  είναι ο τίτλος της α ΄ενότητας και:

« Ρωτώντας πας στην πόλη .
Και περπατώντας τη ζεις αληθινά.
Θάλεγε  κανείς ότι τα πόδια βλέπουν,
όπως και τα μάτια μας,
και ακούν , όπως και τα αυτιά μας.
Το μικρό πετραδάκι είναι ένα δάκρυ.
Και το νερό της βροχής, ένα νυχτερινό
παραμύθι, γλυκά ειπωμένο λέξη- λέξη,
σταγόνα – σταγόνα...»

  Η ποιητική γραφή της ακολουθεί παραδοσιακούς δρόμους . Τα περισσότερα ποιήματα είναι πολύστιχα και έχουν ομοιοκαταληξία.
 Θυμίζουν δημοτικά τραγούδια  και φανερώνουν την επίδραση της ποίησης προηγούμενων εποχών. Οι σύνθετες και οι πολυσύνθετες λέξεις δημιουργούν όμορφες εικόνες και ζωντανεύουν τις περιγραφές των τοπίων και των προσώπων. 

Σπιτικό φρυδογραμμένο
αρχοντίσκιωτο δεμένο
πέτρα απ΄τη λιτή Μποσνάδα
κυπαρίσσια απ’ τη Γρανάδα...

Η υποδοχή στο σπίτι
θυμαρίσιο και φυστίκι
μούστου ξερικά λουκούμια
αρβανίτικη μουσούντα...

 Λέξεις βγαλμένες από το πλούσιο περιβόλι της ελληνικής γλώσσας , αρκετές από τη ντοπιολαλιά της περιοχής. Μέσα από τα ποιήματα περνούν οι άνθρωποι της , λεπτομέρειες από τη ζωή τους, τις πράξεις τους, τα συναισθήματά τους , αλλά και ό,τι άφησαν πάνω της , στην ψυχή της. 

Το γέλιο δεν κουράστηκε
στα χείλη να χαράζει
τα χρόνια ήρεμα περνούν
με ήλιο με χαλάζι

Παράστημα λεβέντικο
και λόγια μετρημένα
τα  χέρια σου μαστόρικα
μανίκια σηκωμένα


Όμορφο και το διαλογικό ποίημα
Άγγελος:
Περιβόλι μου γεμάτο
με αγκάθια και με βάτο
πες πώς ήσουνα στην πρώτη
την καλή  χρυσή σου νιότη;

Περιβόλι:
 Είχα δουλευτές γρανίτες
και κοπέλες μαργαρίτες
με τα χέρια τους παλεύαν
πετρολούλουδα μαζεύαν

Άγγελος:
Τώρα βλέπω είσαι μόνο
λυπημένο μες στον πόνο
πώς περνούνε οι χιονιάδες,
τα λιοπύρια, οι βοριάδες;

Περιβόλι:
Έχω τη μορφή τους ήλιο
την ανάσα τους αντήλιο
φύγαν μόνο τα κορμιά τους
με τα ρούχα τα φτωχά τους

Η ψυχή τους ανεμάκι
τα τραγούδια τους σαράκι
χώμα απαλό αφήσαν
που το ψιλοκοσκινήσαν...

   Δρόμοι, σπίτια, αυλές και μνημεία οριοθετούν τις αναμνήσεις της.

Δρόμοι μυριοπατημένοι,
με το χώμα στολισμένοι
οδηγείτε στα πορτάκια, στα σπιτάκια...

ή
Πέτρα του σπιτιού θεμέλιο
δάκρυ μου πικρό και γέλιο
χίλια δάχτυλα και χέρια
σε δουλέψαν νάσαι στέρια

ή
Πρίγκηπες, παραμυθάδες
πορφυρόσκεπες κυράδες
περπατώ και κλαίω λίγο
  « στου Μελισσουργού» τον Πύργο!

Η συλλογή έχει τυπωθεί σε ένα καλαίσθητο βιβλίο , το οποίο κοσμούν τα σκίτσα  του Γιώργου Κ. Μητρογιάννη , τα οποία η Αθηνά χαρακτηρίζει
 « ομοζυγωτικά  με τα γραπτά» της .

Η ίδια γράφει :
 " Με σεβασμό στο Άπαν - Σύμπαν της Ελληνικής Γλώσσας, αφιερώνω το πρώτο αυτό πόνημα μου στους Δασκάλους μου του Δημοτικού Σχολείου Καλυβίων Θορικού Αττικής και στους άξιους Φιλολόγους του Γυμνασίου και του Λυκείου Κερατέας Αττικής, που μας έμαθαν την Ελληνική και της ψυχής τους Γλώσσα.
                                                         Με τιμή και ευγνωμοσύνη"

Καλοδιάβαστο και καλοτάξιδο σε οδούς και μονοπάτια !




Αθηνά Γ. Αναστασίου , Οδοί και μονοπάτια [Σε πέντε ενότητες], Εκδόσεις ΑΩ, Καλύβια 2012


Οι στίχοι που παρατίθενται είναι αποσπάσματα σπό ποιήματα της συλλογής


Η φωτογραφία αφιερωμένη από μένα στην Αθηνά . Από πίσω γράφει: Καμμένα Βούρλα, 28 του Φλεβάρη 1978 (εκδρομή με το σχολείο)


* Ο στίχος του τίτλου από τον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Τὰ καημένα τὰ πουλάκια


Κρύο βαρύ, χειμώνας ὄξω,
τρέμουν οἱ φωτιὲς στὰ τζάκια,
τώρα ποιὸς τὰ συλλογιέται
τὰ καημένα τὰ πουλάκια!

Τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δένδρα,
τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δάση,
τὰ πουλάκια θὰ τὰ πάρει
ὁ βοριᾶς ποὺ θὰ περάσει,

ἡ βροχὴ καὶ τὸ χαλάζι
κι ὁ βοριᾶς ποὺ θὰ περάσει,
καὶ τὸ χιόνι ποὺ τὸ παίρνουν
στὶς αὐλὲς μὲ τὸ φαράσι...

Κι ἂν ἡ νύχτα εἶναι μεγάλη,
κι ἔρχεται γιομάτη τρόμους,
κι ἂν ὁ θάνατος ἀπόψε,
φέρνει γύρα μὲς τοὺς δρόμους,

κι ἂν ἡ παγωνιὰ θερίζει
κι εἶναι δίχως ρουχαλάκια,
δὲ βαριέσαι, ποιὸς θυμᾶται
τὰ καημένα τὰ πουλάκια...

Τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δένδρα,
τὰ πουλάκια εἶναι στὰ δάση,
τὰ πουλάκια θὰ τὰ πάρει
ὁ βοριὰς ποὺ θὰ περάσει.

Στὰ παιδάκια εἶναι τὰ χάδια,
στὰ παιδάκια τὰ φιλάκια,
τώρα ποιὸς τὰ συλλογιέται
τὰ καημένα τὰ πουλάκια!

Κι ὅταν γίνει, πάλι, βράδυ
κι ὅλοι πᾶνε νὰ πλαγιάσουν,
νὰ χωθοῦν μὲς τὰ κρεβάτια,
μὴ τυχὸν καὶ ξεπαγιάσουν,

τὰ πουλάκια τὰ καημένα,
τὰ πουλάκια, τώρα, πέρα
θὰ χαθοῦν χωρὶς ἐλπίδα
νὰ φανοῦν τὴν ἄλλη μέρα...

Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πηγή

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Αιμιλιανός Μονάη, Αλεξανδρεύς, 628–655 μ.X.

Με λόγια, με φυσιογνωμία, και με τρόπους
μια εξαίρετη θα κάμω πανοπλία·
και θ’ αντικρύζω έτσι τους κακούς ανθρώπους
χωρίς να έχω φόβον ή αδυναμία.

Θα θέλουν να με βλάψουν. Aλλά δεν θα ξέρει
κανείς απ’ όσους θα με πλησιάζουν
πού κείνται η πληγές μου, τα τρωτά μου μέρη,
κάτω από τα ψεύδη που θα με σκεπάζουν.—

Pήματα της καυχήσεως του Aιμιλιανού Μονάη.
Άραγε νάκαμε ποτέ την πανοπλία αυτή;
Εν πάση περιπτώσει, δεν την φόρεσε πολύ.
Είκοσι επτά χρονώ, στην Σικελία πέθανε. 


 Κ.Π.Καβάφης (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)

Πηγή

( Στον καλό συνάδελφο, τον Κώστα, που μου το υπέδειξε και στην Ελενίτσα)

Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013

Χειμωνιάτικο βράδυ

 
  Τι να κάνεις μ' αυτόν τον χιονόκαιρο; Και να μην έχεις και θέρμανση. Κλείνουμαι από νωρίς στην κάμαρά μου, ανάβω τη λάμπα μου και διαβάζω κανένα βιβλίο. Καλό πράμα τα βιβλία, κι ας τα καταριέμαι καμιά φορά. Φίλοι. Πιστοί φίλοι. Δε σ΄εγκαταλείπουν ποτέ. Φιλολογία, φιλοσοφία, κοινωνιολογία, πολιτική οικονομία, ιστορία, μυθολογία, ψυχολογία, μυθιστόρημα, ποίηση - προπάντων ποίηση. Πότε πότε, βέβαια, νιώθω το μυαλό μου παραφορτωμένο σα να κρατώ στην κορφή του κεφαλιού μου κάμποσες στάμνες τη μια πάνω στην άλλη και φοβάμαι μην πέσουν και σπάσουν. Γι΄αυτό πρέπει να στέκω ασάλευτος, ντούρος, κοιτάζοντας ίσα μπροστά μακριά, πολύ μακριά για να κρατήσω την ισορροπία μου. Μα το γκαρσόνι του εστιατορίου κρατάει στο χέρι του ένα δίσκο με πιότερο από δέκα ξέχειλα πιάτα, λογιώ λογιώ φαγιά, και μετακινείται ανάμεσα σε τόσα τραπέζια και καρέκλες με αφάνταστη ευκολία, ευλυγισία και μάλιστα με χάρη χορευτή. Δοκιμάζω κι εγώ να κουνήσω το κεφάλι μου μπροστά στον καθρέφτη. Εντάξει δεν έσπασε τίποτα.

    Κάποιες φορές πάλι μένω αμήχανος ανάμεσα στις σελίδες ενός βιβλίου (ιδίως της φιλοσοφίας ή της αισθητικής) σαν τον φουκαρά τον Φερναντέλ ανάμεσα στα μακριά σαν εξαρθρωμένα χέρια του και στα φαρδιά βρακιά του που οι τσέπες τους χάσκουν χαζεύοντας την ίδια του τη σαστιμάρα. Άξαφνα πιάνει δυνατή νεροποντή. Μουσκεύει ολόκληρος και τα σάλια του τρέχουν. Ωστόσο απλώνει το ανοικονόμητο χέρι του και σιάχνει την τσάκιση του παντελονιού του με σπαρταριστή κοκεταρία. Γελάει κι ο ίδιος. Κάποιος φωνάζει : " Φερναντέλ, Φερναντέλ" . Ο Φερναντέλ στρέφει το ξεχαρβαλωμένο κορμί του. Κανένας. Ώστε , λοιπόν μπορεί να μείνει ο εαυτός του - αστεία χαριτωμένος, αθώος, άχαρος, αυτοευχάριστος και αυτοευχαριστημένος μέσα στην άγνοιά του - μια άγνοια τόσο αγνή και συμπαθητική που τον κάνει, ακόμη μια φορά, ( αλλά με μεγαλύτερη τώρα τρυφερότητα) να σιάξει την τσάκιση του παντελονιού του.

      Κι η βροχή συνεχίζει να χτυπάει πάνω στον τσίγκο του υπόστεγου σαν ένα πλήθος γραφομηχανές που τις χειρίζονται φτωχές δαχτυλογράφες γράφοντας αιτήσεις ανέργων για κάποιο χριστουγεννιάτικο κουτσοεπίδομα. Ωστόσο τα βιβλία είναι μια συντροφιά μοναδική για το χειμώνα. Μόνο που τα λογοτεχνικά βιβλία είναι κάπως μονότονα. Όλα το ίδιο περίπου λένε πίσω απ΄το τέλος τους. Πως τίποτα δεν αξίζει πάρεξ το χαρτί και το μελάνι. Και πως όλα τα πάντα γίνονται για να γράφουν οι συγγραφείς βιβλία ( αφού όλα τούτα γίνονται μονάχα για να δίνουν στο στίχο σου αφορμή - που λέει και κάποιος ποιητής). Καμιάν αντίρρηση δεν έχω.

     Με κάνει όμως να δυσφορώ το γεγονός πως από μέρες έχει κοπεί ένα κουμπί του παλτού μου. Το΄χω φυλάξει στην πάνω αριστερή τσέπη του γιλέκου μου. Και τ΄άλλα δυο κουμπιά είναι ετοιμόρροπα.. Κάθε πρωί το θυμάμαι, στρίβω τις κλωστές να τα στερριώσω όπως όπως και λέω πως το βράδυ οπωσδήποτε θα τα ράψω. Απόψε όμως δεν παίρνει αναβολή. Καλά που το θυμήθηκα. Παρατάω ανοιχτό το βιβλίο στο τραπέζι, περνάω την κλωστή στη βελόνα κι ετοιμάζουμαι σαν πολεμιστής να κάνω έφοδο, να νικήσω έναν τρομερό αντίπαλο και να ησυχάσω πια πάνω στις δάφνες μου. Μα δε βρίσκω το κουμπί. Αναποδογυρίζω όλες τις τσέπες μου, βλαστημώ, ανακατεύω όλα τα συρτάρια μου, πετάω χάμου τις κουβαρίστρες, χάνω στο τέλος και τη βελόνα. Τα παρατάω , λοιπόν, όλα, αφήνω πίσω μου μια κάμαρα αναστατωμένη, κόβω και τα υπόλοιπα κουμπιά και βγαίνω στο δρόμο, μες στο γερό κρύο, μ΄ανοιχτό πανωφόρι. Αν τώρα με ρωτούσε κάποιος γιατί γυρνάω ξεκούμπωτος, θα του΄λεγα πως έτσι μ΄αρέσει εμένα, πως εγώ δεν κρυώνω και θα γελούσα δυνατά για να μην ακούγεται το χτύπημα των δοντιών μου. Πιο κάτου μάλιστα θα΄βγαζα το παλτό μου, θα΄βγαζα και το σακάκι μου, θα τα κρατούσα στο χέρι μου ( ασίκης, βλέπεις) ξέροντας πως αύριο θα' πεφτα στο κρεβάτι με βρογχοπνευμονία. Ποιος θα με κοιτάξει τότε; ποιος θα μου ψήσει ένα γάλα; Ποιος θα τινάξει το θερμόμετρο που ο υδράργυρος θα φτάνει το 42; Και το άπλυτο ποτήρι στο κομοδίνο θα γυαλίζει κάθε πρωί σαν γυάλινο φέρετρο ενός πουλιού. Και μόνο μια λεπτή λουρίδα φως, μπαίνοντας απ΄τη χαραματιά της πόρτας, θα μετατοπίζεται αργά στο σκονισμένο πάτωμα σαν το μακρύ ωροδέιχτη ενός αόρατου ρολογιού που σχεδιάζει τον τελευταίο μου κύκλο. Μα το θεό, συγκινήθηκα. Τρέχει η μύτη μου. Μα να το, καλέ, το κουμπί. Πάνω στο τραπέζι. Να κι η βελόνα με την κλωστή. Πλάι του. Ράβω το κουμπί στη θέση του. Στεριώνω και τ΄ άλλα δυο κουμπιά . Τι καλά, θε μου. Κουμπώνομαι(γιατί και μέσα στο δωμάτιο φοράω το παλτό μου). Νιώθω ζεσταμένος και άξιος.

    Ω, ναι. Η μεγαλύτερη δυστυχία του κόσμου είναι η αναβολή. Κλείνω και τ΄ όμορφο βιβλίο σα να κουμπώνω τα τρία κουμπιά στο σακάκι ενός φίλου μου να μην του φύγει η ζεστασιά του. Τώρα, ας κροταλίζει όσο θέλει η βροχή πάνω στον τσίγκο. δεν είναι γραφομηχανές. Όχι, όχι. Είναι μικρά ταμπούρλα που συνοδεύουν ένα τραγούδι απ ΄ τα παιδικά μας χρόνια, πάνου στα καραούλια της Μονοβασιάς, προς την απέραντη Μυρτώα θάλασσα. Όι, όι, πικρή κι αξέχαστη πατρίδα.



Γιάννης Ρίτσος, Αρίοστος ο Προσεχτικός αφηγείται στιγμές του βίου του και του ύπνου του, Κέδρος , 1986, 3η έκδοση συμπληρωμένη

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η " Τέχνη "

Η " Τέχνη" του Κώστα Χατζόπουλου υπήρξε ένα πολύ σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό στα τέλη του 19ου αι. και σημάδεψε όχι μόνο την πνευματική ζωή της εποχής του αλλά και την μεταγενέστερη. 

   Τα τεύχη μιας χρονιάς ( Νοέμβριος 1898 - Οκτώβριος 1899) βρίσκονται συγκεντρωμένα σε έναν τόμο που εκδόθηκε το 1980 από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ( Ε.Λ.Ι.Α) με φωτογραφική αναπαραγωγή

    Πολλές φορές μου αρέσει να γυρίζω σε παλιότερες εποχές μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου ή περιοδικού. Αυτή τη φορά το ταξίδι στο χρόνο έγινε μέσα από τις σελίδες του περιοδικού η " Τέχνη" . Η εμπειρία είναι συναρπαστική διότι μέσα από τα κιτρινισμένα φύλλα του ξαναζωντανεύει η λογοτεχνική παραγωγή της Γενιάς του 1880, με τα έργα πεζογράφων και ποιητών δημοσιευμένα για πρώτη φορά σε αυτό. Παύλος Νιρβάνας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης , Κωστής Παλαμάς, Κωνσταντίνος Θεοτόκης , Μ( Λορέντζος Μαβίλης), Ιωάννης Γρυπάρης, Γρηγόριος Ξενόπουλος , Ανδρέας Καρκαβίτσας μερικοί από τους πιο γνωστούς. Ν. Επισκοπόπουλος, Γιάννος Επαχτίτης, Κωνσταντίνος Μάνος , Σπήλιος Πασαγιάννης από τους λιγότερο γνωστούς ίσως και άγνωστους σήμερα στο ευρύτερο κοινό. 
Εκτός από τα πρωτότυπα έργα των λογοτεχνών , ορισμένα σε συνέχειες, δημοσιεύονται μεταφράσεις έργων ξένων συγγραφέων και πολύ σημαντική βιβλιοκριτική.
Επέλεξα ένα ποίημα του Σπήλιου Γ. Πασαγιάννη(1874 - 1909)  για τη χρήση της δημοτικής γλώσσας , τις εντυπωσιακές σύνθετες λέξεις και τις όμορφες εικόνες που φτιάχνουν. 
Το ποίημα " Δασοβασίλεμα" δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 του Απριλίου του 1899.


ΔΑΣΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Με τα ηλιοβασιλέματα νεκροθυμιά και κλάμα
Άπλωσε η ώρα στην ερμιά και μούχρωσαν τα δάσα,
Κι από τα μοσκοέλατα σμαραγδοστάζουν δάκρυα.
Σαβανοφέγγει αχνόχρυσος στα δενδροτόπια ο ήλιος,
Και οι ευωδιές λιγόθυμες στις λιβανάτες ώρες
Θυμιαίνουν στ΄αερίσματα. Στα φύλλα ανατριχίλα
Τα δροσοφόρια εξέχυσαν κι ανάσυρτα σαλεύουν`
Κι από τα δένδρα τα πουλιά στερνολαλιές αφήνουν
Και σβύνουν μες τ΄απόσπερο. Η σιγαλιά κ΄η νέκρα 
Δακρυολογούν στα πέριορα , σαν ξεψυχάει κ' η μέρα.
Ίσκιοι τα πλάγια απόσκιωσαν . Από τα δάσα γύρω
Βγαίνει βαθύ αναβούισμα. Κι αφ' τ' άραχνο το δύσμα
Ολόστερνες ηλιοφεγγιές τα δενδροκόρφια βάφουν.
Το φως αχνό κι αψηφωτό ψυχοραγάει στο δάσο
Και σβύνει μες τις φυλλουριές και στις ιτιές νεκρώνει.
Τα φύλλα πέφτουν άψυχα με θρήνο` και τ' αγέρι
Μ΄άρυθμο τα θρηνολογάει και σύγκρυο μυρολόι`
Κι από τα μοσκοέλατα χρυσοσταλάζουν δάκρυα
Με τα ηλιοβασιλέματα, προς την παθιάραν ώρα,
Που κλαιν ταπόσκια και βουβά κλαίνε τα δάσα, κλαίνε.
Σπήλιος Γ. ΠΑΣΑΓΙΑΝΝΗΣ

Στα τεύχη 8-9 του Ιουνίου - Ιουλίου του 1899 είναι δημοσιευμένη η κριτική του Κωστή Παλαμά για την ποιητική συλλογή του Σπήλιου Πασαγιάννη " Αντίλαλοι" 



Σπήλιος Πασαγιάννης " Αντίλαλοι", Αθήνα, Έκδοση της " Τέχνης" 1899

    " Έξω αναβρύζει κ΄η ζωή...". Της εξωτερικής ζωής το ανάβρυσμα θέλησε να ξαναπαραστήση μέσα στους στίχους του ο νέος ποιητής. Η ζωή αυτή  βρίσκεται γι΄αυτόν στους κάμπους και στα βουνά και στα χωριά, σε ό,τι , απλούστερο και ταπεινότερο, απλώνεται σιμότερα στην πρωτογέννητη πλάση, ξανοίγεται κάτου από τον ξέσκεπον ουρανό, έχει χαρακτήρα ευκολοδιάκριτο κ΄ευκολοπερίγραφτο. Η ζωή αυτή δεν είνε στις ανεπαίσθητες μεταβολές και στανακατώματα των λεπτοκάμωτων και δυσκολοξάνοιχτων χρωματισμών, αλλά στα παχιά χρώματα και στις πλατιές γραμμές. Από τη μορφή των στίχων αυτών πηγάζει της τιμής των η ακρίβεια. Ο ποιητής των είν΄ ένας Κρυστάλλης ολιγώτερον  εγκρατής , περισσότερο σπάταλος` αλλά δεν είναι σπάταλοι παρά οι πλούσιοι. Με όλον τον άϋλο τίτλον των " Αντιλάλων" η ωμορφιά των έχει κάτι τι υλικό και χειροπιαστό. Τι πλούτος λέξεων, και κάπου κάπου, με τη βοήθεια των λέξεων αυτών, τι νεότης εκφράσεως! Αξίζει τότε, θαρρείς, ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ο ποιητής . Το ύφος του δεν είνε το λυρικό, το συνθετικό, το συμπυκνωμένο και υπονοητικό` (πρώτη πηγή του ο Πίνδαρος). Είνε το ύφος το επικό, το ανοιγμένο, το πλατύ, και το ζωγραφικό
( πρώτη πηγή ο Όμηρος) Ο ποιητής δεν έχει καιρό να βυθίση το βλέμμα στον εσωτερικό κόσμον, ή δεν γνωρίζει από τέτοιον κόσμο , ή δεν θέλη να γνωρίζη` δεν κάνει διάκριση μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού` μια ζωή γνωρίζει. Του φτάνει, για να τον μεθύση, το κρασί της γύρω του ζωής, όσο κι αν είνε αυτή στενή για τους άλλους. Και τη ζωή αυτή την αντιλαλεί με δυνατή φωνή. Ή καλλίτερα , δεν ξέρει τί να τής αντιλαλήση πρώτα και τί ύστερα. Ό,τι του λείπει, είνε το διάλεγμα `  αλλά τι νεότης ενθουσιασμόυ και γλώσσας μέσα στο ανακάτωμα των πάντων ! Κι αν δεν κρατή τη σμίλη του πλάστη, αλλ' ο ζωγράφος κλει χρώματα στην πυξίδα του για τοιχογραφίες φανταχτερώτατες.
Κωστής Παλαμάς

Το βιογραφικό του Σπήλιου Πασαγιάννη εδώ

Αυτό το τραγούδι στο χρωστάω



Εσύ μακριά να χάνεσαι
το σπίτι μας να καίγεται
κι ο πόνος που δε λέγεται
μονάχα τον αισθάνεσαι
με κάψιμο στο στήθος
μέσα στο άδειο πλήθος.

Μα ήταν όνειρο κακό
και πλάι σου ξενύχτησα
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά
κι ακούγοντας στα σκοτεινά
την ήσυχή σου ανάσα.

Οι δρόμοι που σε κλέψανε
στα μάτια σου σωπαίνουνε
και στο κορμί σου δένουνε
τα χέρια που χορέψανε
στο σώμα σου τραγούδι
να γίνει αγγελούδι.

Μα ήταν όνειρο κακό
και πλάι σου ξενύχτησα
χαϊδεύοντάς σου τα μαλλιά

κι ακούγοντας στα σκοτεινά
την ήσυχή σου ανάσα.

Κι εγώ που χρόνια ζω εδώ
κοντά σου ταξιδεύοντας
στον πιο δικό σου ουρανό
και μ’ έναν κόμπο στο λαιμό
μαθαίνω ν’ αγαπάω
αυτό το τραγούδι στο χρωστάω.


Στίχοι - Μουσική: Γιώργος Ανδρέου
Ερμηνεία : Μανόλης Λιδάκης

(στο σύντροφο  μου)