Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιοδικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Περιοδικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Μαρτίου 2020

Φερνάντο Πεσσόα, Ο Φύλακας των Κοπαδιών


Ι

Εγώ ποτέ δεν φύλαξα κοπάδια, 
είναι όμως σα να τα φύλαξα.
Η ψυχή μου είναι όπως ο βοσκός,
γνωρίζει τον αέρα και τον ήλιο
και περπατάει στα χέρια των Εποχών,
 ακολουθώντας και κοιτάζοντας.
Όλ' η ειρήνη της Φύσης κατά μόνας
έρχεται να καθίσει στο πλευρό μου.
Παραμένω ωστόσο θλιμμένος, σαν σούρουπο
για την φαντασία μας,
όταν δροσίζει στο βάθος της πεδιάδας
και νιώθεις πως η νύχτα έχει μπει,
όμοια πεταλούδα από το παράθυρο.

Όμως η λύπη μου είναι γαλήνη,
γιατ' είναι φυσική και δίκαιη
κι είναι τι πρέπει να βρίσκεται στην ψυχή,
όταν σκέφτεται πια πως υπάρχει
και τα χέρια μαζεύουν άνθη δίχως αυτή να κάνει την ανήξερη.

Μ' ένα θόρυβο από κουδούνια
πέρα πολύ απ' την καμπή του δρόμου,
οι σκέψεις μου είν' ευχαριστημένες.
Μόνο λυπάμαι να ξέρω πως είν' ευχαριστημένες
γιατί, αν δεν το' ξερα ,
αντί να ν' ευχαριστημένες και θλιμμένες
θα' ταν χαρούμενες κι ευχαριστημένες.

Να σκέφτεται στενάχωρη λες και βαδίζει κάτω απ' τη βροχή,
σαν ο αέρας δυναμώνει και φαίνεται πως βρέχει πιο πολύ.
Δεν έχω φιλοδοξίες μήτ' επιθυμίες.
Να είμαι ποιητής δεν είν' φιλοδοξία δική μου.
Είναι δικός μου τρόπος να' μαι μόνος.
Κι αν πότε - πότ' επιθυμώ
έτσι από φαντασία, να' μουν προβατάκι
( ή να' μουν όλο το κοπάδι
για να πηγαίνω σκορπιστό σ' όλη την πλαγιά
και να' μουν την ίδια στιγμή μπόλικο πράγμα ευτυχισμένο),
είναι μονάχα γιατί νιώθω το τι γράφω καθώς γέρνει ο ήλιος
ή όταν ένα σύννεφο περνάει το χέρι πάνω στο φως
και μια σιωπή τρέχει σ' όλη την χλωρασιά.

Όταν μου' ρχεται να γράψω στίχους
ή, περιδιαβάζοντας από μονοπάτια ή και περάσματα να κόβω δρόμο,
γράφω στίχους σ' ένα χαρτί που βρίσκεται στην σκέψη μου,
νιώθω μια γκλίτσα στα χέρια
και βλέπω την σιλουέτα μου
στην κορφή ενός λοφίσκου
παρατηρώντας το κοπάδι μου και βλέποντας τις ιδέες μου
ή παρατηρώντας τις ιδέες μου και βλέποντας το κοπάδι μου
και χαμογελώντας αόριστα σαν κάποιος που δεν καταλαβαίνει τι λέγεται
και θέλει να παραστήσει πως το καταλαβαίνει.

Χαιρετώ όλους που με διαβάζουν, 
σηκώνοντας ψηλά το πλατύγυρο καπέλο 
όταν με βλέπουν στην πόρτα μου
καθώς η ταξιδιωτική άμαξα ίσα - ίσα προβάλλει στην κορφή του λοφίσκου.
Τους χαιρετώ και γι' αυτούς επιθυμώ ήλιο
και βροχή, σαν η βροχή είν' ακριβής
και να' χουν τα σπίτια τους,
δίπλα σε διάπλατο παράθυρο
καρέκλα προτίμησης
όπου κάθονται να διαβάσουν τους στίχους μου.
Και διαβάζοντας τους στίχους μου σκέφτονται
πως είμαι κάτι το φυσικό:
το δέντρο, για παράδειγμα, τ' αρχαίο
όπου στο σκιάσμά του, σαν είταν παιδιά, 
κάθονταν εξαίφνης, κουρασμένοι απ' το παιχνίδι
και σφούγγιζαν τον ιδρώτα απ' το καφτό μέτωπο
με το μανίκι του ριγωτού τους ρούχου.


ΙΙ

Η ματιά μου είναι ξεκάθαρη σαν ηλιοτρόπιο.
Έχω τη συνήθεια να περπατώ στους δρόμους, 
κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά,
κοιτάζοντας πότε - πότε και κατά πίσω...
Κι ό,τι βλέπω κάθε στιγμή
είν' ό,τι ποτέ δεν είχα δει
και ξέρω να δίνω γι' αυτό μ' απλοχεριά...
Ξέρω να' χω την ουσιαστική αποχαύνωση
που έχει ένα παιδί αν, την ώρα που γεννιέται,
 θα σημείωνε πως γεννήθηκε στ' αλήθεια...
Νιώθω να γεννιέμαι κάθε στιγμή
για τον αιώνιο νεοτερισμό του Κόσμου...

Πιστεύω στον κόσμο όπως σε πράγμα που του ' χω κάκητα,
γιατί τον βλέπω. Αλλά δεν στρέφω την σκέψη μου σ' αυτόν,
γιατί σκέφτομαι σημαίνει δεν καταλαβαίνω...
Ο κόσμος δεν έγινε για να στρέφουμε την σκέψη μας σ' αυτόν
( σκέφτομαι σημαίνει τα μάτια μου είν' άρρωστα),
αλλά για να κοιτάζουμε προς αυτόν και να συμφωνούμε...

Δεν έχω φιλοσοφία· εγώ έχω αισθήσεις...

Αν μιλώ για την Φύση δεν είναι γιατί ξέρω πια τι είναι
αλλά γιατί την αγαπώ, και την αγαπώ γι' αυτό, 
γιατί όποιος αγαπάει δεν ξέρει ποτέ τι αγαπάει

ούτε ξέρει γιατί αγαπάει, ούτε τι σημαίνει αγάπη...
Αγάπη είν' η αιώνια αθωότητα
κι η μόνη αθωότητα είναι να μη σκέφτεσαι...

ΙΙΙ

Στο σούρουπο, γερμένος στο παράθυρο,
και ξέροντας, με την άκρη του ματιού, πως υπάρχουν χωράφια κατά μπροστά,
διαβάζω ώσπου μου φλογίζονται τα μάτια
το βιβλίο του Σεσάρειο Βέρδε.

Τι βαρυκαρδία μου φέρνει! Είταν ένας χωριάτης
που πήγαινε αιχμάλωτος εν ελευθερία δια μέσου της πόλης.
Όμως ο τρόπος που κοίταζε τα σπίτια
κι ο τρόπος που παρατηρούσε τους δρόμους
και το σύστημα με το οποίο δινόταν στα πράγματα,
είναι το σύστημα εκείνου που κοιτάζει τα δέβτρα
κι εκείνου που χαμηλώνει τα μάτια στον αμαξιτό όπου πάει και προχωρεί
κι όπου πάει προσέχοντας τ' άνθη που βρίσκονται στους κάμπους...
Γι' αυτό εκείνος είχε τέτοια θλίψη
που ποτέ δεν είπε πως είχε,
αλλά πήγαινε διαμέσου της πόλης όπως ο άνθρωπος που πάει μέσ' απ' τον κάμπο
και λυπημένος σα να πατικώνει λουλούδια σε βιβλία
και να βάζει φυτά σε βάζα...

Από την πρώτη ενότητα της συλλογής ποιημάτων του μεγάλου Πορτογάλου ποιητή Φερνάντο Πεσσόα ," Ο Φύλακας των Κοπαδιών". Κοπάδι είναι οι σκέψεις κι οι αισθήσεις, που απλώνεται και συγκεντρώνεται. Σε αυτή την κίνηση, καθώς οι πρώτες επηρεάζουν τις δεύτερες, έχουμε συνδυασμούς που γίνονται, αλλά και χαλούν, έχουμε εξάρσεις, που κορυφώνονται και κυριαρχούν, που σβήνουν και γεννιούνται πάλι. Τελικά, δεν είναι οι σκέψεις που καθορίζουν την ύπαρξή μας και τη στάση ζωής μας, αλλά οι αισθήσεις, εφόσον μας εντάσσουν στον κόσμο των ζώων και των φυτών, εφόσον συγκλίνουν στο Ένα.
Ο Φερνάντο Πεσσόα μοίρασε το έργο του ανάμεσα σε πολλούς "ποιητές". Είναι γνωστά τα ψευδώνυμα του Άλβαρο δε Κάμπος, Αλμπέρτο Καέιρο και Ρικάρντο Ρέις. Κάτω από κάθε ψευδώνυμο κρύβεται μια ιδιαίτερη άποψη του κόσμου, που όσο κι αν χαρακτηρίζεται από "εκείνα που δίνουν οι αισθήσεις" ή από " την θέα που έχει ο άνθρωπος σαν στέκεται σ' ένα σταυροδρόμι", έχει κοινό άξονα την αγάπη της Φύσης, την ύπαρξη του ανθρώπου σαν μέρους της Φύσης, μακριά από τις φιλοσοφίες και τα φιλοσοφικά συστήματα.
Είναι άγνωστο μέχρι σήμερα (1981) αν ο Φ. Πεσσόα χρησιμοποίησε κι άλλα ψευδώνυμα, συμβάλλοντας ο ίδιος στον παραπέρα τεμαχισμό ενός έργου γεμάτου βαθιά ειλικρίνεια. Το βέβαιο είναι πως αυτά τα ψευδώνυμα - μια διαρκής ίσως προσπάθεια του ποιητή να βρει την ταυτότητά του, ταυτόχρονη ίσως με την προσπάθεια να κρύψει το πρόσωπό του - δυσχέραναν την αναγνώρισή του. Μας έδωσε όμως μια ποίηση ανοιχτή και πολύβουη , συγγενική, αλλά και αυτόνομη στα μέρη της, της οποίας ο αναγνώστης  μπορεί να διαλέξει  ετούτο ή εκείνο το τμήμα, εγκαταλείποντας τα υπόλοιπα, σαν ν' ανήκουν σε κάποιον άλλον.
Το έργο όμως, εντεταγμένο στο σύνολό του στην αναζήτηση της αλήθειας, που τα διάφορα ψευδώνυμα του ποιητή υποψιάζονται, είναι μια δέσμη ακτίνος φωτός, μελέτη της Φύσης, παρατήρηση των φαινομένων, κάθοδος στο βάθος της συνείδησης κι εναρμονισμός του ποιητή, με τη βοήθεια του Λόγου, στο ρυθμό του Σύμπαντος.
Εδώ λοιπόν κυριαρχούν απαντήσεις πως ο άνθρωπος είναι μέρος του περιβάλλοντος κι όχι πάνω από το περιβάλλον, ένας ουμανισμός ηρεμίας κι απόστασης από την οίηση, αλλά κι από τη δεδομένη γνώση.

Τα αποσπάσματα του ποιήματος καθώς και ο σχολιασμός του έργου του Φερνάντο Πεσσόα είναι από το  περιοδικό " το πρίσμα",άνοιξη 1981 , τευχ.3. Η μετάφραση και τα σχόλια ανήκουν στον Φίλιππο Δρακονταειδή. 
Το περιοδικό " το πρίσμα" ήταν μια τριμηνιαία έκδοση επιλογής από την παγκόσμια σύγχρονη λογοτεχνία. Εκδιδόταν από τις εκδόσεις Καστανιώτης και Διευθυντής του ήταν ο λογοτέχνης Δημήτρης Χατζής.


Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Ο Θάνος πάει στα καράβια

του Γιώργου Β. Μονεμβασίτη

                                              Ο Θάνος Μικρούτσικος με τον Γ.Β. Μονεμβασίτη

Οκτώβρης του 1983 ήταν, θυμάμαι. Το τηλέφωνο χτυπούσε επίμονα. Σήκωσα το ακουστικό και άκουσα από την άλλη άκρη της γραμμής τη χαρακτηριστική και προσφιλή φωνή του Γιάννη Πετρίδη. Μετά το καλημέρισμα μου είπε: «Γιώργο, έχω ένα ιδιαίτερο και ενδιαφέρον θέμα για το περιοδικό. Νομίζω ότι είσαι ο μόνος που μπορείς να το χειριστείς σωστά. Ο Θάνος Μικρούτσικος κυκλοφόρησε μόλις δυο διαφορετικούς δίσκους. Και τους κυκλοφόρησε την ίδια μέρα. Οπωσδήποτε ελληνική πρωτοτυπία και πιστεύω και παγκόσμια. (σ.σ. ήταν όντως παγκόσμια, όπως διαπιστώσαμε αργότερα με τον Γιάννη. Ο σπουδαίος Bruce Springsteen τόλμησε κάτι ανάλογο, σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, ωστόσο, όταν εξέδωσε την ίδια μέρα, 31η Μαρτίου 1992, τα δισκογραφήματά του Human Tuch και Lucky Town). Σου στέλνω τους δίσκους του Μικρούτσικου, άκουσέ τους και κανόνισε να τον συναντήσεις για να μάθεις το πως και το τι. Γράψε το τηλέφωνό του».
Όταν παρέλαβα τους δίσκους και τους άκουσα κατάλαβα τι εννοούσε ο Γιάννης. Ήταν δυο δίσκοι όχι μόνον διαφορετικοί μεταξύ τους, αλλά διαφορετικοί και από αυτούς που είχαν ήδη καταξιώσει τον Θάνο. Ο Γέρος της Αλεξάνδρειας/Ιχνογραφία ήταν το όνομα του πρώτου, Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί το όνομα του δεύτερου. Και οι δύο με την ετικέτα της CBS. Με τον πρώτο μας δίδαξε, εκτός των άλλων, ότι ο ατραγούδιστος Καβάφης τραγουδιέται, με τον δεύτερο, εκτός των άλλων, ότι ένα τραγούδι, το «Κακόηθες μελάνωμα», μπορεί στη συναυλιακή του μορφή να μεταμορφωθεί μέσω των αυτοσχεδιασμών συναρπαστικά. Τούτο το τελευταίο συνέχισε να το διδάσκει σε όλες τις αλησμόνητες συναυλίες του, χωρίς, όμως, να κάνει κατάχρηση του αυτοσχεδιασμού, καθιστώντας τον αυτοσκοπό. Ταυτόχρονα σε όσους είχαμε παρακολουθήσει την μέχρι τότε πορεία αυτού του σπουδαίου Ιανού της ελληνικής μουσικής (λόγιες συνθέσεις και λαϊκά τραγούδια), τα δυο ηχογραφήματα του 1983, αποκάλυπταν και έναν τρίτο ... μέσο δρόμο. Για αυτόν ο ίδιος ο Θάνος είχε επινοήσει τον όρο «έργα ενδιάμεσου χώρου».

Σύντομα τηλεφώνησα στον Θάνο: «Καλημέρα, ο κύριος Μικρούτσικος;» «Ναι, ο ίδιος» ήταν η απάντηση. «Γιώργος Μονεμβασίτης ονομάζομαι, ασχολούμαι δημοσιογραφικά με τη μουσική και θα ήθελα...» Δεν με άφησε να συνεχίσω «Βρε μπαγάσα, εσύ δεν είσαι;» Τον διαβεβαίωσα ότι ήμουν εγώ και συνέχισε: «Διαβάζω αυτά που γράφεις, ακούω τις εκπομπές σου στο Τρίτο και ήμουν σίγουρος ότι ήσουνα εσύ, ο παλιός μου συμμαθητής! Είχα και εγώ σκοπό να επικοινωνήσω μαζί σου και να κανονίσουμε συνάντηση. Λέγε, τι έχεις να κάνεις τώρα. Αν δεν έχεις κάτι σοβαρό, έλα αμέσως». Ήταν πρωί, δεν είχα κάτι το επείγον, κίνησα για να τον συναντήσω στη διεύθυνση που μου έδωσε – στα Βριλήσσια έμενε τότε.
Στη διαδρομή σκεφτόμουν τη γνωριμία μας. Φθινόπωρο του 1962. Είχα έλθει στην Αθήνα από το Γύθειο για να παρακολουθήσω μαθήματα πρακτικής κατεύθυνσης στο γυμνάσιο, μια και τμήμα πρακτικό στη γενέτειρά μου δεν υπήρχε. Έμενα στα Πατήσια και γράφτηκα στην έκτη τάξη του 8ου Γυμνασίου, που βρισκόταν στην οδό Νικοπόλεως. Ιστορικό, εμβληματικό Γυμνάσιο, το πολυπληθέστερο τότε της χώρας. Η έκτη τάξη πρακτικού –ήταν οκτατάξια, ακόμη τότε κατ’ όνομα τα γυμνάσια– στην οποία φοίτησα είχε, αν θυμάμαι καλά, οκτώ τμήματα! Η κατάταξη  των μαθητών σε αυτά ήταν, φυσικά, αλφαβητική. Οι πρωτευουσιάνοι μαθητές σνόμπαραν κατά κάποιο τρόπο τους νεοφερμένους επαρχιώτες. Έτσι τα επαρχιωτάκια κάναμε παρέα περισσότερο μεταξύ μας. Τότε λοιπόν γνωρίστηκα με τον Θάνο, μια και είμαστε στο ίδιο τμήμα: Μικρούτσικος, Μονεμβασίτης, αλφαβητικά είπαμε. Είμαστε και συνομήλικοι, δυο περίπου μήνες μεγαλύτερός του εγώ. Είχε έλθει από την Πάτρα εκείνη την εποχή και έμενε στην Κυψέλη. Η παρέα μας περιοριζόταν στα διαλείμματα γιατί τότε μαθήματα, φροντιστήρια ... Που να περισσέψει χρόνος... Υπήρξε, ωστόσο, ένα περιστατικό, από το οποίο διαπιστώσαμε ότι η μουσική ήταν κοινή μας αγάπη.
Σε ένα από τα διαγωνίσματα του Φεβρουαρίου το τμήμα μας είχε τοποθετηθεί στην αίθουσα τελετών του Γυμνασίου, για να καθόμαστε πιο αραιά. Καθώς ο καθηγητής με τα θέματα είχε καθυστερήσει, ο Θάνος ανέβηκε στη σκηνή και εξερευνώντας την ανακάλυψε πίσω από κάτι κουρτίνες ένα όρθιο πιάνο. Κάθισε σε μια καρέκλα και άρχισε να παίζει. Ακούγοντάς τον όρμησα στη σκηνή στάθηκα δίπλα στο πιάνο και τον άκουγα μαγεμένος. Τον διέκοψε ο καθηγητής που ήρθε με τα θέματα, μας επέπληξε μάλιστα που είχαμε ανεβεί στη σκηνή χωρίς άδεια. Έκτοτε μιλούσαμε με το Θάνο σε κάθε ευκαιρία για μουσική. Ήρθε το καλοκαίρι, χωρίσαμε. Δεν ξανανταμώσαμε, όμως, τον Σεπτέμβρη, μια και καθώς η αδελφή μου είχε πετύχει στην Αρχιτεκτονική μετακομίσαμε στα Εξάρχεια ώστε να είναι πιο κοντά στη σχολή της και εγώ πιο κοντά στο φροντιστήριο. Στου Σαββαΐδη, στην Πλατεία Κάνιγκος είχα γραφτεί, το δε νέο μου Γυμνάσιο ήταν το 5ο, στην οδό Τσαμαδού, απ’ όπου και πήρα απολυτήριο. Ο Θάνος συνέχισε στο 8ο κι έτσι χαθήκαμε. Στο Πανεπιστήμιο ο Θάνος, στο Πολυτεχνείο εγώ, οι φοιτητικές διαδρομές μας δεν συναντήθηκαν. Τον θυμόμουνα, όμως, και όταν άρχισε να γίνεται γνωστός ήμουν σίγουρος ότι ήταν αυτός. Όταν μάλιστα έμαθα ότι είμαστε συνομήλικοι, έπαψαν και οι όποιες ελάχιστες αμφιβολίες. Ήθελα να τον συναντήσω, δεν έτυχε όμως. Είχα παρακολουθήσει κάποια συναυλία του με πρωτοποριακά έργα, θυμάμαι, πριν το τέλος της δεκαετίας 1970-80, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, υποχρεώθηκα, όμως, να φύγω λίγο πριν το τέλος της γιατί κάπου με περίμεναν κι έτσι δεν τον συνάντησα.

Όταν έφτασα στο διαμέρισμά του στα Βριλήσσια, λίγο πριν το μεσημέρι ήταν, με υποδέχτηκε με αγκαλιές και φιλιά, σαν να μην είχε περάσει τόσος χρόνος. Είκοσι ολάκερα χρόνια ήταν αυτά. Γνώρισα εκεί και τη γλυκύτατη Ειρήνη. Την κουβέντα μας για όλα όσα είχαν συμβεί στον καθένα μας τα είκοσι αυτά χρόνια, αλλά και για το χτες, το σήμερα και το αύριο της μουσικής, διέκοψε το μεσημεριανό γεύμα και το βραδινό δείπνο! Έφυγα τελικά περασμένα μεσάνυχτα, χωρίς να έχουμε πει κουβέντα για εκείνα που υπήρξαν αφορμή για τη συνάντησή μας!!! Ξαναπήγα για το σκοπό αυτό μετά λίγες μέρες. Έφυγα, όμως, εκείνο το βράδι με το μυαλό και την ψυχή γεμάτα και στα χέρια πολύτιμο δώρο ένα δίσκο που ο Θάνος αγαπούσε ιδιαίτερα, γι’ αυτό τον διάλεξε και μου τον προσέφερε, με τρυφερή αφιέρωση για το ξαναντάμωμά μας. Ήταν το ξεχωριστό έργο του Ευριπίδης IV.

Έκτοτε δεν ξανανταμώσαμε απλώς πολλές φορές. Συνοδοιπορήσαμε σε πολλά όμορφα κι ωραία. Τυχερός νοιώθω για αυτά. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οι αναμνήσεις μου από αυτόν τελειώνουν εδώ.

Ο Θάνος ήταν ένας αντιεξουσιαστής που έγινε εξουσία. Όχι με την πολιτική έννοια του όρου. Εξουσίασε με τη μουσική του. Αλλά και σε όποια θέση πολιτικής ή πολιτιστικής εξουσίας βρέθηκε προσέφερε τα μέγιστα με τις ιδέες, την αποφασιστικότητα και το δυναμισμό του. Ας αναλογιστούμε μόνο το ΕΚΕΒΙ, κρίμα που δεν υπάρχει πια, και τη θέσπιση της μονιμότητας των μουσικών των κρατικών συνόλων που «υπέγραψε» ως υπουργός Πολιτισμού, επιλύοντας θέματα που χρόνιζαν.

Η προσφορά του στη μουσική μέσα από το έργο του είναι πραγματικά δυσμέτρητη. Θα μπορούσε κανείς να γράφει γι’ αυτήν και η γραφή του τελειωμό να μην έχει. Από τα τόσα επισημαίνω δυο σημαντικά θέματα, στα οποία δεν γίνονται ιδιαίτερες αναφορές.
Ο Θάνος έδωσε την πιο πειστική απάντηση στο ερώτημα για την αναγκαιότητα μελοποίησης της ποίησης. Ο Ρίτσος, ο Καβάφης και ο Καββαδίας το πιστοποιούν. Ο Θάνος απενοχοποίησε το ζεϊμπέκικο και το τσιφτετέλι, μετατρέποντάς τα από χορούς της πίστας σε ρυθμούς με συναυλιακή υπόσταση («Ερωτικό» – Άλκης Αλκαίος, «Πίστα από φώσφορο» – Λίνα Νικολακοπούλου).

Ο Θάνος έφυγε. Όλοι ξέρουμε λίγο-πολύ που πήγε μια και το δήλωνε συχνά: Πήγε στα καράβια. Καλό ταξίδι να ‘χεις φίλε κι αδελφέ μου. Σε ευχαριστούμε, σε ευγνωμονούμε, για τα πολλά που μας δίδαξες, για τα πολλά που μας χάρισες.
Υ.Γ. Ένα από τα πολλά που μας ένωναν με τον Θάνο ήταν η αγάπη μας για τις γάτες.

Αναδημοσίευση από το μηνιαίο περιοδικό Χάρτης, τεύχος 13, Ιανουάριος 2020

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Βιβλία του δρόμου

Στο πάτωμα ενός βιβλιοπωλείου με παλιές εκδόσεις βρίσκονται τις περισσότερες φορές αληθινοί θησαυροί σε απίστευτα χαμηλές τιμές. Ανάμεσα σε διάφορα βιβλία με φθαρμένες και κιτρινισμένες σελίδες εντόπισα πέντε τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού" Ηπειρωτικές Σελίδες" που το εξέδιδε επιτροπή κάθε μήνα στα Γιάννενα από το 1952 και έγραφαν αξιόλογοι συγγραφείς και ποιητές , ηπειρώτες κ.α. Στο πρώτο φύλλο του περιοδικού, Σεπτέμβριος 1952, διάβασα και αυτό το όμορφο άρθρο για τα "Βιβλία του δρόμου" , το οποίο ο αρθρογράφος υπογράφει με το ψευδώνυμο ΕΦΗΜΕΡΟΣ. Πού να ήξερε ότι και το δικό του άρθρο το βρήκαμε όχι στο ράφι του βιβλιοπωλείου , αλλά στο πάτωμα, στο"δρόμο"



Συνηθίσαμε να λέμε γυναίκες του δρόμου, τις δυστυχισμένες εκείνες υπάρξεις που κατάντησαν να πωλιούνται στο πεζοδρόμιο. Μα να που έχουμε και βιβλία του δρόμου, τα βιβλία που κι' αυτά προσφέρονται στο δρόμο. Υπάρχει μια κάποια ομοιότητα μεταξύ τους γιατί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια όπως και το βιβλίο έχουν μια ιερότητα που όταν γίνει αγοραία, θλίβει. Το ανθρώπινο πνεύμα δεν ανέχεται αυτόν τον ξεπεσμό. Διαμαρτύρεται.
Στην πόλι μας τα βιβλία πωλιούνται κι' αγοράζονται μόνο στα βιβλιοπωλεία, μ' επιμέλεια και στοργή φυλαγμένα στα ράφια και στις προθήκες τους. Μα στην Αθήνα, όπως και στις μεγάλες ξένες πολιτείες, είναι κάτι συνηθισμένο το είδος αυτό των βιβλίων του δρόμου,των βιβλίων που περιφέρονται εδώ -εκεί ή σ' ένα καροτσάκι φίρδην μίγδην ριγμένα, ετερόκλιτα και τσαλαπατημένα, ή πωλιούνται στην πρόχειρη τάβλα του πεζοδρομίου. Ποιος που έζησε στην Αθήνα δεν θυμάται και δεν νοσταλγεί τη γραφικότητα των γύρω από το Πανεπιστήμιο δρόμων, όπου μπρος στον υπαίθριο βιβλιοπώλη, ο φτωχός φοιτητής, η δασκάλα της ξένης γλώσσας με την καθώς πρέπει μαθήτρια, ο αυστηρός ερευνητής, ο χαριεντιζόμενος αργόσχολος έψαχναν και παζάρευαν όρθιοι, ατέλειωτα;
Μα να που τις προάλες έκαμε και δω την εμφάνισή του το καροτσάκι με τα βιβλία. Κάπου σε μια γωνιά ο αδιάφορος και κουρασμένος πωλητής μπρος στο καροτσάκι του διαλαλούσε το εμπόρευμά του.
Η σκηνή που ήταν απροσδόκητη και ξαφνική με κράτησε ακίνητο, ενώ διάβαινα.
Από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα ένοιωθα μια συγκίνησι μπρος σ' αυτά τα καϋμένα έκθετα βιβλία που κάπως βάναυσα και χυδαία στοιβάζονται στα καροτσάκια να πωληθούν. Μου θύμιζαν τους τρυφερούς στίχους του Άγρα για τις μυγδαλιές που τις περιφέρουν οι κυρίες σαν "άρρωστα παιδιά". Ίσως γιατί, όπως και παραπάνω είπα, το βιβλίο έχει για το ανθρώπινο πνεύμα μιαν ιερότητα, έχει ( πώς να το πω) κάτι από την ιερότητα του ίδιου του πνεύματος του ανθρωπίνου. Κάτι από την πολυτιμότητα της ίδιας του της ψυχής. Δεν είναι τυχαίο εμπόρευμα, ανώνυμο, όπως όλα τ' άλλα εμπορεύματα της αγοράς. Το ίδιο αίσθημα έννοιωσα πάλι μπρος το καροτσάκι του πλανώδιου πωλητή της πόλης μας. Βιβλία μικρά, μεγάλα, χρυσοδεμένα, πανόδετα, άδετα, πολύχρωμα μού φάνηκε πως καρτερούσαν υπομονητικά το χέρι που θα τα ανέσυρε από το πνιγηρό αυτό ανακάτεμμα, να τα τοποθετήσει εκεί που τους άξιζε. Στην γαλήνη και στην ασφάλεια του σπουδαστηρίου. Και στην αναμονή τους αυτή - μου φάνηκε - πως είχαν όλη τη στωικότητα, την καρτερία του διαπαιδαγωγημένου, του πολιτισμένου ανθρώπου που μπορεί και εξαίρεται πάνω από τη μικρότητα της ανθρώπινης ζωής ατενίζοντας ήρεμα προς μια αιώνια αλήθεια.
Μα - όπως πολλές φορές συμβαίνει - η πρώτη συγκίνησι υποχώρησε μπρος την περιέργεια και το ενδιαφέρο: Ας ρίξουμε μια ματιά!
Η αναζήτηση αυτή ήταν το δεύτερο σκέλος του ενδιαφέροντός μου για τα βιβλία αυτά του δρόμου. Ένα παράδοξο θέλγητρο, μια γοητεία μικρής περιπέτειας με πλημμύριζαν όταν  γρήγορα, νευρικά, ανακάτευα τους σωρούς των βιβλίων αναζητώντας κάτι ώμορφο και σπάνιο που θα με αποζημίωνε και θα μου έδινε  χαρά και ικανοποίησι.
Ήταν ένα ωχρό και μακρινό αντιφέγγισμα απ' τον πυρετό του αρχαιολόγου που προσδοκά την ανακάλυψι ενός μυστικού από τη μητέρα γη, από την αγωνία και το πάθος του τυχοδιώκτη του Ελντοράντο που σκυμμένος στην άμμο του ποταμού, έψαχνε, για τους χρυσούς κόκκους που θα τον λύτρωναν από  τη φτώχεια και την περιπέτεια...
Τι μικρή ευτυχία όταν τέλος πάντων ύστερ' από μιαν αναζήτηση ( παρ' όλη τη δυσφορία του αμύητου πωλητή που δεν κατανοούσε ούτε συγχωρούσε αυτή την παράξενη βιασύνη) κρατούσα στο χέρι, μικρούς υπάκουους αιχμαλώτους, ένα - δύο βιβλία! Ένοιωθα την ίδια ευχαρίστησι, την ίδια αγνή, πηγαία χαρά ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, μιας καλής πράξης, μιας σπάνιας παρέας!
Ο πωλητής που με το εμπορικό του ένστικτο ωσφράνθηκε στο σταμάτημά μου το "αλισβερίσι" τόνωσε κάπως την κουρασμένη διαφήμισί του. Τι να γίνει; Ο καθένας τη δουλειά του...
Η σκέψεις, η εικόνες που σαν κινηματογραφική ταινεία με παρέσυραν - για λίγες στιγμές - έσβυσαν. Πλησίασα το καροτσάκι κι' άρχισα να ψάχνω τους σωρούς των σκονισμένων βιβλίων...
                                                                                                                                     ΕΦΗΜΕΡΟΣ
Τηρήθηκε η ορθογραφία του αρθρογράφου
Στη φωτογραφία η πρώτη σελίδα του περιοδικού. Λείπει το εξώφυλλο

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

ΑΤΕΧΝΩΣ, Τέχνη είναι οι αγώνες του λαού

Σε λιγότερο από 48 ώρες ξεκινάμε. Από τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης θα μπορείτε να μας επισκεφτείτε στο atexnos.gr. Ήδη από τις πρώτες μέρες παρουσίας μας στο facebook μας αγκαλιάσατε και μας στηρίξατε. Σας ευχαριστούμε. Υποσχόμαστε ότι θα καταβάλλουμε κάθε προσπάθεια για ενδιαφέρουσες αναρτήσεις. Από εσάς θέλουμε να είστε απαιτητικοί. Πρόθεσή μας είναι να παράγουμε και όχι να αναπαράγουμε.
Το ΑΤΕΧΝΩΣ είναι ένα διαδικτυακό περιοδικό για τη ζωή, τις Τέχνες και τα Γράμματα.
Και για τους «αγράμματους» τεχνίτες, που θεωρούν εαυτούς άτεχνους, αλλά είναι οι καλλιτέχνες της καθημερινής ζωής που αξίζουν το χειροκρότημα.
Για την τέχνη της πολιτικής και της επανάστασης. Και τους αγώνες που είναι η τέχνη του λαού.
Για ό,τι κάνει τον άνθρωπο «απαλό κι ανθρώπινο». Αλλά και για όσα τεχνηέντως (και όχι έντεχνα) τον κρατούν «τραχύ κι απάνθρωπο», στην κατάσταση του πρωτόγονου, που θέλει μόνο τα απολύτως απαραίτητα για να επιβιώσει και όχι το περιττό, που (του) είναι αναγκαίο, για να ζήσει.
Χωρίς «κουλτούρα να φύγουμε», που απομακρύνει τον άπειρο πρωτάρη, αλλά με κείμενα από ερασιτέχνες γραφιάδες, που είναι τέτοιοι με την κυριολεκτική έννοια του όρου, ως εραστές της τέχνης· και γράφουν για ό,τι μας απασχολεί, μας συγκινεί, μας αποπλανά και μας ορίζει.
Είμαστε γραφιάδες που έχουν (το) στίγμα, αλλά δεν είναι αναιμικοί κι άχρωμοι. Και δεν τους λείπουν τα ερυθρά αιμοσφαίρια...
Θα γράφουν τακτικά οι:
Gogito ergo sum
Ζάχαρης Πάνος
Ιωαννάτου Αννεκε
Κακαβάνης Ηρακλής
Καραγιάννης Θανάσης
Μαρία του 19ου
Mauroflight
Οικοδόμος
ofisofi
Redflecteur
Σπήλιος Λουκάς
Σφυροδρέπανος
2310net

Καθημερινά θα ανεβάζουμε δύο κείμενα συνεργατών μας που θα καλύπτουν διαφορετικούς τομείς και θα σχολιάζουμε όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα και στον κόσμο.
Μπορείτε να επικοινωνείτε μαζί μας, μοιραζόμενοι σκέψεις, προτάσεις, κριτικές κ.ά. στο info@atexnos.gr
Αναδημοσίευση από εδώ

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Η " Τέχνη "

Η " Τέχνη" του Κώστα Χατζόπουλου υπήρξε ένα πολύ σημαντικό λογοτεχνικό περιοδικό στα τέλη του 19ου αι. και σημάδεψε όχι μόνο την πνευματική ζωή της εποχής του αλλά και την μεταγενέστερη. 

   Τα τεύχη μιας χρονιάς ( Νοέμβριος 1898 - Οκτώβριος 1899) βρίσκονται συγκεντρωμένα σε έναν τόμο που εκδόθηκε το 1980 από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο ( Ε.Λ.Ι.Α) με φωτογραφική αναπαραγωγή

    Πολλές φορές μου αρέσει να γυρίζω σε παλιότερες εποχές μέσα από τις σελίδες ενός βιβλίου ή περιοδικού. Αυτή τη φορά το ταξίδι στο χρόνο έγινε μέσα από τις σελίδες του περιοδικού η " Τέχνη" . Η εμπειρία είναι συναρπαστική διότι μέσα από τα κιτρινισμένα φύλλα του ξαναζωντανεύει η λογοτεχνική παραγωγή της Γενιάς του 1880, με τα έργα πεζογράφων και ποιητών δημοσιευμένα για πρώτη φορά σε αυτό. Παύλος Νιρβάνας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης , Κωστής Παλαμάς, Κωνσταντίνος Θεοτόκης , Μ( Λορέντζος Μαβίλης), Ιωάννης Γρυπάρης, Γρηγόριος Ξενόπουλος , Ανδρέας Καρκαβίτσας μερικοί από τους πιο γνωστούς. Ν. Επισκοπόπουλος, Γιάννος Επαχτίτης, Κωνσταντίνος Μάνος , Σπήλιος Πασαγιάννης από τους λιγότερο γνωστούς ίσως και άγνωστους σήμερα στο ευρύτερο κοινό. 
Εκτός από τα πρωτότυπα έργα των λογοτεχνών , ορισμένα σε συνέχειες, δημοσιεύονται μεταφράσεις έργων ξένων συγγραφέων και πολύ σημαντική βιβλιοκριτική.
Επέλεξα ένα ποίημα του Σπήλιου Γ. Πασαγιάννη(1874 - 1909)  για τη χρήση της δημοτικής γλώσσας , τις εντυπωσιακές σύνθετες λέξεις και τις όμορφες εικόνες που φτιάχνουν. 
Το ποίημα " Δασοβασίλεμα" δημοσιεύτηκε στο τεύχος 6 του Απριλίου του 1899.


ΔΑΣΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Με τα ηλιοβασιλέματα νεκροθυμιά και κλάμα
Άπλωσε η ώρα στην ερμιά και μούχρωσαν τα δάσα,
Κι από τα μοσκοέλατα σμαραγδοστάζουν δάκρυα.
Σαβανοφέγγει αχνόχρυσος στα δενδροτόπια ο ήλιος,
Και οι ευωδιές λιγόθυμες στις λιβανάτες ώρες
Θυμιαίνουν στ΄αερίσματα. Στα φύλλα ανατριχίλα
Τα δροσοφόρια εξέχυσαν κι ανάσυρτα σαλεύουν`
Κι από τα δένδρα τα πουλιά στερνολαλιές αφήνουν
Και σβύνουν μες τ΄απόσπερο. Η σιγαλιά κ΄η νέκρα 
Δακρυολογούν στα πέριορα , σαν ξεψυχάει κ' η μέρα.
Ίσκιοι τα πλάγια απόσκιωσαν . Από τα δάσα γύρω
Βγαίνει βαθύ αναβούισμα. Κι αφ' τ' άραχνο το δύσμα
Ολόστερνες ηλιοφεγγιές τα δενδροκόρφια βάφουν.
Το φως αχνό κι αψηφωτό ψυχοραγάει στο δάσο
Και σβύνει μες τις φυλλουριές και στις ιτιές νεκρώνει.
Τα φύλλα πέφτουν άψυχα με θρήνο` και τ' αγέρι
Μ΄άρυθμο τα θρηνολογάει και σύγκρυο μυρολόι`
Κι από τα μοσκοέλατα χρυσοσταλάζουν δάκρυα
Με τα ηλιοβασιλέματα, προς την παθιάραν ώρα,
Που κλαιν ταπόσκια και βουβά κλαίνε τα δάσα, κλαίνε.
Σπήλιος Γ. ΠΑΣΑΓΙΑΝΝΗΣ

Στα τεύχη 8-9 του Ιουνίου - Ιουλίου του 1899 είναι δημοσιευμένη η κριτική του Κωστή Παλαμά για την ποιητική συλλογή του Σπήλιου Πασαγιάννη " Αντίλαλοι" 



Σπήλιος Πασαγιάννης " Αντίλαλοι", Αθήνα, Έκδοση της " Τέχνης" 1899

    " Έξω αναβρύζει κ΄η ζωή...". Της εξωτερικής ζωής το ανάβρυσμα θέλησε να ξαναπαραστήση μέσα στους στίχους του ο νέος ποιητής. Η ζωή αυτή  βρίσκεται γι΄αυτόν στους κάμπους και στα βουνά και στα χωριά, σε ό,τι , απλούστερο και ταπεινότερο, απλώνεται σιμότερα στην πρωτογέννητη πλάση, ξανοίγεται κάτου από τον ξέσκεπον ουρανό, έχει χαρακτήρα ευκολοδιάκριτο κ΄ευκολοπερίγραφτο. Η ζωή αυτή δεν είνε στις ανεπαίσθητες μεταβολές και στανακατώματα των λεπτοκάμωτων και δυσκολοξάνοιχτων χρωματισμών, αλλά στα παχιά χρώματα και στις πλατιές γραμμές. Από τη μορφή των στίχων αυτών πηγάζει της τιμής των η ακρίβεια. Ο ποιητής των είν΄ ένας Κρυστάλλης ολιγώτερον  εγκρατής , περισσότερο σπάταλος` αλλά δεν είναι σπάταλοι παρά οι πλούσιοι. Με όλον τον άϋλο τίτλον των " Αντιλάλων" η ωμορφιά των έχει κάτι τι υλικό και χειροπιαστό. Τι πλούτος λέξεων, και κάπου κάπου, με τη βοήθεια των λέξεων αυτών, τι νεότης εκφράσεως! Αξίζει τότε, θαρρείς, ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ο ποιητής . Το ύφος του δεν είνε το λυρικό, το συνθετικό, το συμπυκνωμένο και υπονοητικό` (πρώτη πηγή του ο Πίνδαρος). Είνε το ύφος το επικό, το ανοιγμένο, το πλατύ, και το ζωγραφικό
( πρώτη πηγή ο Όμηρος) Ο ποιητής δεν έχει καιρό να βυθίση το βλέμμα στον εσωτερικό κόσμον, ή δεν γνωρίζει από τέτοιον κόσμο , ή δεν θέλη να γνωρίζη` δεν κάνει διάκριση μεταξύ εξωτερικού και εσωτερικού` μια ζωή γνωρίζει. Του φτάνει, για να τον μεθύση, το κρασί της γύρω του ζωής, όσο κι αν είνε αυτή στενή για τους άλλους. Και τη ζωή αυτή την αντιλαλεί με δυνατή φωνή. Ή καλλίτερα , δεν ξέρει τί να τής αντιλαλήση πρώτα και τί ύστερα. Ό,τι του λείπει, είνε το διάλεγμα `  αλλά τι νεότης ενθουσιασμόυ και γλώσσας μέσα στο ανακάτωμα των πάντων ! Κι αν δεν κρατή τη σμίλη του πλάστη, αλλ' ο ζωγράφος κλει χρώματα στην πυξίδα του για τοιχογραφίες φανταχτερώτατες.
Κωστής Παλαμάς

Το βιογραφικό του Σπήλιου Πασαγιάννη εδώ