Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή 22 Μαΐου 2016

"... Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σαν τον αντρειωμένο εκείνον, πέντε νύχτες πάλεψε με τον Χάρο στα δικά του μαρμαρένια αλώνια..."

...Έβγαινε ο Μάης, πήγε 22, μεσοβδόμαδα, ημέρα Τετάρτη, από νωρίς το απόγευμα έβρεχε πάλι. Από τη "Σπουδάζουσα" τους είχαν ειδοποιήσει την προηγούμενη πως το βράδυ θα μιλούσε ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης. Η φωτογραφία του πάνω στον τύμβο των Μαραθωνομάχων, με τα χέρια ανοιχτά σαν φτερούγες αετού να απλώνουν πανώ με το σήμα της ειρήνης, είχε κάνει το γύρο του κόσμου και έβγαλε για λίγο τον Νικήτα από τον βαθύ λήθαργό του.
Και μετά ήρθαν μέρες που η μικρή ιστορία του, το άχαρο μονοπάτι της ζωής του θα έβγαινε στους ματωμένους δρόμους της Ιστορίας - η προδομένη αγάπη του, ακόμη και οι σπουδές του δεν θα είχαν πια σημασία γι' αυτόν. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σαν τον αντρειωμένο εκείνον, πέντε νύχτες πάλεψε με τον Χάρο στα δικά του μαρμαρένια αλώνια. Ένα βουβό πλήθος, σαν τελετουργικός χορός, τον παράστεκε και τον φρουρούσε. Τη δεύτερη μέρα, απόβραδο, ήρθε ο Γιάννης Ρίτσος. Πέρασε τότε για λίγο η Σόνια` είχε την καλοσύνη μάλιστα, εξαντλώντας όλη την παλιά τρυφερότητα, να συμβουλέψει τον Νικήτα να προσέχει, ο τόπος, είπε, γύρω από το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ ήταν γεμάτος από χαφιέδες και ασφαλίτες. Μαζί της έσερνε κι έναν άχαρο ψηλό με χοντρά γυαλιά που την κρατούσε σφιχτά από το χέρι μην τυχόν και τη χάσει. Την τρίτη μέρα ο Μίκης Θεοδωράκης μίλησε στα Προπύλαια για το τέρας του φασισμού που άπλωνε πάλι τα μαύρα πλοκάμια του. Στο αντικρινό πεζοδρόμιο μια θρασύδειλη ομάδα από ΕΚΟΦίτες, που ήταν και στην αντισυγκέντρωση τη νύχτα του φονικού, είχε μαζευτεί και τον χλεύαζε. " Τα μπουζούκια στα μπουζούκια" φώναζαν ρυθμικά. Στη φωτογραφία, όπου οι φοιτητές τον έχουν σηκώσει στους ώμους τους και κατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, ο Νικήτας είναι στην πρώτη γραμμάη με μερικούς άλλους από τη " Σπουδάζουσα" της ΕΔΑ. 
Μεσάνυχτα της Κυριακής, βαριά λαβωμένος, ο περήφανος αετός έσβησε. Η συγκέντρωση της ΦΕΑΠΘ είχε απαγορευτεί. Από νωρίς οι χωροφύλακες, φορώντας κράνη, είχαν απλωθεί στην πλατεία του Χημείου και μαι διμοιρία τους είχε κλείσει την Πανεπιστημίου στο Σιντριβάνι. Την ώρα που περνούσε ο νεκρός, οι φοιτητές έσπασαν το μπλόκο κι έφτασαν στην Καμάρα. Έτρεχαν στο δεξί πεζοδρόμιο κραυγάζοντας " Ο Λαμπράκης ζει", πίσω από τη νεκροφόρα που σε μιαν έρημη Εγνατία έτρεχε δαιμονισμένα για το Σταθμό. Στο Βαρδάρι τους περίμεναν άλλοι χωροφύλακες. 'Επεσαν μανιασμένοι επάνω τους, τους σκόρπισαν, τους στρίμωξαν στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τους κυνήγησαν ως την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Ο Νικήτας, μαζί με μερικούς ακόμη, πέρασε μέσα από κάποιο σπίτι, που τους άνοιξαν, και βρέθηκε ψηλά, δίπλα στα βυζαντινά τείχη.
Γύρισε ξέπνοος και τσακισμένος και βρήκε τον Κώστα με τη Θεσσαλονίκη στα χέρια του. " Ωραία, δε φτάνει που φιγουράρεις εδώ στην πρώτη σελίδα, τρέχεις τώρα να σε τραβήξουν και νέες πόζες. Καλά, εσύ δεν ξέρεις πως απ' αυτούς που σας φωτογράφιζαν σήμερα στο Συντριβάνι και στο Βαρδάρι οι μισοί είναι από το " Σπουδαστικό" της Ασφάλειας; Σας έχουν σταμπάρει όλους, και να δεις που θα σας τυλίξουν τώρα σε μια κόλλα χαρτί για συμμετοχή σε παράνομη διαδήλωση και διατάραξη της κοινωνικής γαλήνης".
" Ας με τυλίξουν, δε με νοιάζει" έκοψε την κουβέντα ο Νικήτας...( απόσπασμα)


Γιάννης Ατζακάς, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη. Διηγήματα. Άγρα, 2015

 Συλλογή οκτώ διηγημάτων όπου " οι ήρωες γνωρίζουν στην αρχή λίγη αναγνώριση, μια πρόσκαιρη ανάδειξη, μιαν ελάχιστη, όσο το φως μιας αστραπής, έκλαμψη ευτυχίας` κι ύστερα, άλλοι από τις τροπές της Ιστορίας, άλλοι από τις μετεμφυλιακές διώξεις και τα κολαστήρια της χούντας, κάποιοι από ανεκπλήρωτους και προδομένους έρωτες, μερικοί από κακοτυχία, αρρώστιες και θάνατο, όλοι τους κατακρημνίζονται, καταβυθίζονται στο σκοτάδι...
Στις οκτώ αυτές ιστορίες μια μακριά "κόκκινη κλωστή" κόβεται και δένεται ξανά: βγαίνει από τις τέφρες της Μεγάλης Καταστροφής, περνά από το Μεσοπόλεμο, χάνεται στις σκοτεινές διαδρομές του Εμφυλίου και της Δικτατορίας και φτάνει ως την ύστερτ Μεταπολίτευση, όταν οι πρώτοι τριγμοί της επερχόμενης κατάρρευσης είχαν αρχίσει κιόλας να ακούγονται - από όσους, βέβαια, είχαν αυτιά για να τους ακούσουν" ( από το οπισθόφυλλο)

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό… (αφήγηση για την ανυπακοή, την εξορία και το νόστο)


Γράφει η ofisofi // atexnos

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)  υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε 28 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Καταγόμενος από την Αμαλιάδα, δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ. Το 1947 στρατεύτηκε αλλά στις αρχές του 1948 αυτομόλησε και πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα βρέθηκε και αυτός πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, μετά στο Βουκουρέστι το 1954 και στη συνέχεια, το 1956, στη Μόσχα όπου φοίτησε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο μέχρι το 1961. Το 1953 το Στρατοδικείο Ιωαννίνων τον καταδίκασε τρις εις θάνατον.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μελετώντας ακόμη και ελληνικά λεξικά. Η ευρυμάθειά του τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον ρώσικο πολιτισμό και τη ρώσικη λογοτεχνία.

Το έργο του είναι πολυποίκιλο, ευρύ ως προς τη θεματολογία και το χαρακτηρίζει η προσπάθεια ανανέωσης της γραφής και η υιοθέτηση ενός προσωπικού ύφους. Καταπιάνεται με θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν  μοναδικά για τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, όπως οι βιογραφικές μυθιστορίες.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου έγινε με τον β’ τόμο από τις «Νύχτες και Αυγές – Τα βουνά» πριν πέντε χρόνια. Αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσω να αναζητώ και άλλα έργα του συγγραφέα. Δυστυχώς η αναζήτηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς οι εκδόσεις των βιβλίων είχαν εξαντληθεί. Μπόρεσα όμως  να βρω τα περισσότερα κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση συνεχίζεται και σιγά σιγά ανακαλύπτω τον γοητευτικό και μοναδικό κόσμο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.


Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι αναπτύσσει συνεχώς ένα θέμα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα δίνοντάς του τη συνέχεια.

«Τα βιβλία μου ανεξάρτητα από πού παίρνουν την ύλη, ανεξάρτητα επίσης κι από τα είδη που καλλιέργησα, έχουν κάτι χερούλια και πιάνονται απαραίτητα από το παραμύθι της ζωής μου…»

Το έργο που θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογοτεχνικής του δουλειάς  και υπήρξε το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του Αλεξανδρόπουλου όπως τα Αρματωμένα χρόνια, Νύχτες και Αυγές στα οποία κατέθεσε την αγωνιστική του εμπειρία από τα  χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στα επόμενα, τα οποία χαρακτηρίζουν οι στοχαστικές αναζητήσεις, είναι το μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού.

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στη δεκαετία του 1960, μια εποχή πολύ σημαντική για τον κόσμο και ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κλίμα, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τις πολιτικές  αλλαγές, ευνόησε μια στροφή στη θρησκεία και μέσω αυτής στη μεσαιωνική σκέψη και στο μεσαιωνικό άνθρωπο επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο την παλιά Ρωσία στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Αυτή την κρίσιμη εποχή ο άνθρωπος και συγγραφέας  Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γνώρισε τη μορφή του Μάξιμου του Γραικού. Τον «συνάντησε» μια μέρα μπροστά στον τάφο του σε μια εκκλησία της μονής του Σεργίου σε επίσκεψή του στο Μουσείο εικόνων, σε μια «καλογραμμένη εικόνα του 17ου αι.». Η λόγια ελληνική μορφή του Μάξιμου κέντρισε το ενδιαφέρον του και του έδωσε το έναυσμα να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτόν.

«…Εκείνο τον ίδιο χρόνο επήγα μ’ έναν φίλο μου να δω το ιστορικό μοναστήρι των Ρώσων, τη μονή του Σέργιου στο Ζαγκόρσκ. Εκεί, σ’ έναν από τους ναούς μέσα, είδα ξαφνικά τον τάφο του Μάξιμου. Αυτός ο καλόγερος, πεθαμένος ακριβώς τετρακόσια χρόνια πριν, μου ήταν τελείως άγνωστος. Ήταν όμως λόγιος και ήταν κι αυτός Γραικός. Ήταν ξενιτεμένος, παιδεμένος και πεθαμένος εδώ στη Ρωσία. Είχε πεθάνει εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, τούτη την ίδια χρονιά, τέσσερους αιώνες πριν.

Αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μόνα τους κάπου μπήκαν και ρίζωσαν – εκεί στο ίδιο μέρος όπου είχε φυτευτεί κι εβλάσταινε γοργά το αίσθημα μιας άλλης ηλικίας. Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια μπροστά. Στο μυθιστόρημά μου από αφορμή τον βίο του Μάξιμου, τις μέρες που πεθαίνει σ’ αυτό το μοναστήρι, ο Γραικός λέει στον άλλο αδελφό:

– Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει μπροστά έως το τέλος του Αιώνα.»

Ο Μάξιμος ήταν  υπαρκτό και σημαντικό ιστορικό πρόσωπο. Ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης και είχε γεννηθεί στην Άρτα το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1470 και 1480. Οι σπουδές του ξεκίνησαν από την Κέρκυρα και συνεχίστηκαν στην Ιταλία. Ήταν  ένας Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης που δούλεψε στην αντιγραφή και μετάφραση αρχαίων κειμένων από χειρόγραφα και επιμελήθηκε ελληνικά βιβλία. Ασκήτεψε για ένα μικρό διάστημα  στο μοναστήρι  του Αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας και όταν έφυγε από εκεί δούλεψε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου. Επειδή όμως δεν έβρισκε το περιβάλλον ταιριαστό με το χαρακτήρα του έφυγε από την Ιταλία και πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία. Έζησε εκεί από το 1518  έως το 1556. Τα χρόνια αυτά που αποτελούν τη ρωσική περίοδο του Μάξιμου,  συνέπεσαν με τη βασιλεία του πρίγκιπα Βασιλείου και του Ιβάν του Τρομερού. Το έργο του υπήρξε πολύ σπουδαίο αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι «ο Μάξιμος  εγκαινίασε στη Ρωσία τον τύπο του Φρονηματία διανοούμενου, που το ιδανικό του μπλέκεται δραματικά  με τα σχέδια και τις ιδέες των ανθρώπων και της εποχής του».

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε να σχολιάσει τα γεγονότα της εποχής τους αφηγούμενος τη ζωή του Μάξιμου στη Ρωσία  στα μέσα του 16ου αι., καθώς  είδε τη μορφή του Μάξιμου να μπαίνει με δραστήριο τρόπο στα ηθικά και ιστορικά προβλήματα της δικής του εποχής και δράσης.

Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Η γνωριμία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου με την προσωπικότητα και το έργο του Μάξιμου του φανέρωσε μια ταύτιση στη σκέψη και στην ψυχή τους. Υπήρξε μια αλληλεπίδραση ανάμεσά τους τόση που οδήγησε τον Αλεξανδρόπουλο να γράψει «αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλον από τα σπλάχνα μου».

Δυο στίχοι δημοτικού τραγουδιού

« Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;

– Χτίζουν τα σιδερόκαστρα να μην τους πάρει ο Χάρος!»


σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα από τον Μάξιμο έγιναν η βάση  πάνω στην οποία γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, δηλαδή η συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι μια ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα  και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας.

Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56 , μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα.

Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»
Τα γεγονότα αυτά άγγιξαν τον Αλεξανδρόπουλο και είχαν άμεση σχέση με τη δική του μοίρα, της εξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς. Εξ αιτίας αυτού η συγγραφή του μυθιστορήματος για τον Μάξιμο ξεφεύγει από την απλή αφήγηση και τη βιογραφική απόδοση του και γίνεται στοχαστική αφήγηση μέσω της οποίας συνδέθηκε το παρελθόν με το παρόν που βιώνονταν με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Ο τρόπος που ζει και νοσταλγεί ο Μάξιμος αποκαλύπτει και τη δική του νοσταλγία και τον πόνο για την πατρίδα.

Από την άλλη στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονη αποτύπωση της δεκαετίας του 1960 με τα δικά της ενδιαφέροντα, τις ανακατατάξεις και την πίστη σε πιο ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Παρ’ όλα αυτά τα καινούρια, που πίστευαν ότι  έφερναν οι πολιτικές εξελίξεις, το μυθιστόρημα μπήκε στο συρτάρι και διαμορφώθηκε  οριστικά στα 1967 – 1969. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1976 μετά τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και το 1980 μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε από τις «Λογοτεχνικές Εκδόσεις» της Μόσχας.

Ο Μάξιμος είναι ο άγιος των ρώσων συγγραφέων. Μέσα από τη ζωή και το έργο του φωτίζεται ο τύπος εκείνος της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα που πλήρωσε με την ελευθερία του και τη ζωή του τον ανθρωπισμό, τα όνειρα , την τόλμη του. Η οπτική γωνία με την οποία ο Αλεξανδρόπουλος προσέγγισε το Μάξιμο τον βοήθησε να δει την ψυχική του ένταση που είχε διπλό χαρακτήρα, από τη μια οι δοκιμασίες σε σχέση με τους άλλους και από την άλλη οι δικές του εσωτερικές δοκιμασίες, οι οποίες αποτελούν το εγκυρότερο γνώρισμα της διαχρονικότητας του. Εκείνο που κέρδισε τελειωτικά τον Αλεξανδρόπουλο και αποτέλεσε  το πιο στέρεο στήριγμα στη δουλειά του τη σχετική με τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η σύνδεση με τα παθήματα και μαθήματα της δικής του γενιάς έτσι όπως εκφράστηκαν μέσα από τα οράματα και τις περιπέτειες του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία είδε να εκφράζονται με την εξομολόγηση του Μάξιμου.

«Άνω και κάτω, ως υπό ποικίλων ανέμων εν μέσω θαλάσσης σαλευομένη ναυς περιπλανάσθαι με»



Το πρόβλημα του συγγραφέα ήταν πώς να δέσει τους προαναφερθέντες στίχους του δημοτικού τραγουδιού με αυτή την εξομολόγηση.

Μέσα από τη δουλειά του για το Μάξιμο ανέδειξε διαχρονικά το βαρύ τίμημα των αγωνιζόμενων ανθρώπων με το οποίο πλήρωσαν την πίστη τους στις  ηθικές αξίες της ζωής και την αντίστασή τους στην εξουσία.

Ο Αλεξανδρόπουλος επιλέγει την αποσπασματική ροή της αφήγησης με σκηνές από τη ζωή του Μάξιμου αγγίζοντας ερωτήματα και προβληματισμούς από τη ζωή του ήρωά του. Όμως το κύριο μέλημά του δεν ήταν να απαντήσει σ’ αυτά αλλά «να προβάλει την πνευματική και ηθική στάση του ανθρώπου στα χίλια δυο μπλεξίματα της ζωής του και την αντίστασή του στην ισχυρή εξουσία». Δημιουργεί ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο προσπαθεί  να ενσαρκώσει την όρθια πνευματική συνείδηση την οποία θεωρεί φορέα της εσωτερικής αλήθειας.

Ο Μάξιμος του Αλεξανδρόπουλου έχει κοινά σημεία με τον ίδιο καθώς είναι και αυτός εξόριστος, έχει την ίδια καταγωγή, μιλά την ίδια γλώσσα. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις διάφορες μορφές εξουσίας και το μαρτύριό του συνεχίζεται μεταθανάτια. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχόλησε τον Αλεξανδρόπουλο, η μεταθανάτια σκλαβιά του Μάξιμου και διαχρονικά του ανθρώπου. Ο Μάξιμος έζησε μαρτυρικά αλλά δεν απελευθερώθηκε μετά το θάνατό του καθώς βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνους που τον κατάλαβαν και τον σεβάστηκαν και στους άλλους που τον εχθρεύτηκαν, τον πολέμησαν, τον καπηλεύτηκαν. Η ιστορία του αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη πείρα και δοκιμασία και ως ένα υπόδειγμα  γεμάτο δυνατότητες για επανάληψη. Είναι και αυτό ένα σημείο σύνδεσης και ταύτισης του συγγραφέα με τον Μάξιμο, διότι και αυτό το ίδιο  το μυθιστόρημα του  δεν έγινε κατανοητό από αρκετούς που το διάβασαν.

«…Αυτή την άλλη όψη από το παράδειγμα του Μάξιμου, τα μεταθανάτια μαρτύριά του, δοκίμασα να συμπυκνώσω σ’ ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να πήγαινε σ’ ένα βιβλίο, όπως το δικό μου, σαν ένας υπαινιγμός, αφού ετοίμασα για το κεφάλαιο αυτό μια θέση στη μέση περίπου του αναγνώσματος και το έβαλα κάτω από έναν τίτλο που έδινε το απαραίτητο σήμα: Τα υπέρ και τα κατά (η Κρίση της Ιστορίας), κρεμώντας κι από κάτω, για περισσότερη ασφάλεια, μια ταμπελίτσα με τον στίχο του Παλαμά: …μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη, από το ποίημά του «Η Σκέψη», ο πρώτος στο τετράστιχο:

Άγγελε, μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει για να σφίξη σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; Κι ο κόσμος θα’ χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα’ χη τελειωμό!

Μα φρούδες οι ελπίδες μου όλες… Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι εδώ στον τόπο μας διάβασαν αυτό το βιβλίο, ξέρω όμως ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν τι θέλει  κι αυτό το κεφάλαιο με το ανθολόγιο της βιβλιογραφίας στη μέση ενός μυθιστορήματος. Τα  βιβλία έχουν μια δική τους τύχη, αλλά δεν είναι μικρή η σημασία που κρατεί για τη μοίρα του βιβλίου η ιδιοσυγκρασία και η μοίρα των ηρώων του. Και εδώ και στη Ρωσία το βιβλίο μου έχει τώρα τριάντα περίπου χρόνια που περπατεί με το αργό γεροντικό βήμα του ήρωά μου. Όσο πιο αργά βαδίζεις, λένε κι οι παροιμίες, τόσο μακρύτερα πας. Παράδοξο, αλλά είθε να’ ναι έτσι…».

Ο πυρήνας του έργου είναι η εξορία του ανθρώπου από τον τόπο του, η πολιτική εξορία. Τονίζεται όμως η πολύμορφη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου με το περιβάλλον του, η οποία τον οδηγεί στην αυτοεξορία και μέσα στον ίδιο του τον τόπο. Επομένως ο Μάξιμος αντιπροσωπεύει τον ακέραιο πνευματικό άνθρωπο κάθε εποχής  που γίνεται τραγικό θύμα επειδή πίστεψε στη δικαιοσύνη και την αλήθεια, αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολέμησε την τυπολατρία και την κάθε μορφής αλητεία. Είναι ο αλύγιστος πνευματικός άνθρωπος που άντεξε στις δοκιμασίες και στον πόνο. Το όπλο που τον βοήθησε να βρει διέξοδο στον πόνο και στη σκέψη ήταν η πέννα του – το «έκτο δάκτυλο».

«Έτσι γινόταν πολλά χρόνια. Τον καίγαν, τον τσιγάριζαν, τον ψάχναν, του τα παίρναν όλα, όμως το έκτο δάκτυλο, δεν το πήραν. Το κράτησε.

“Εσύ είσαι – έσκυφτε και του ψιθύριζε – η μόνη καταφυγή μου,
η βάρκα μου, το ιστίο μου και το κουπί μου.
Εσύ ΄σαι η φτερούγα μου που πάει στους αιθέρες,
ο ήλιος ο γλυκός τις μαύρες τούτες μέρες.
Με σένα, κοφτερό υνί, σκίζω το χώμα,
το που μου δίνει το ψωμί και ζω ακόμα.
Χαίρε το που σε θραύουν και δε θραύεσαι,
Χαίρε το που σε καίνε και δεν καίγεσαι.
Χαίρε το που ξαναγεννάς τους συλληφθέντας αισχρώς,
Χαίρε η θεία άκρη σου που σκάει το πρώτο φως.
Αν, Θε μου, απομακρύνθηκα από τον αφαλό μου,
ο Ύμνος κι η Ωδή στο έκτο δάκτυλό μου.
Χαίρε το αήττητο, Χαίρε το ακάματο
Καλάμι μου, αθάνατο..».

Η τραγικότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ αγωνίζεται με τη ψυχή και το σώμα για τους συνανθρώπους του, πληρώνεται με προπηλακισμούς και πίκρα.

Τόσο ο Μάξιμος όσο και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος βιώνουν την εξορία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου συνθέτει μια στάση ζωής με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία με τη σειρά της επιδρά στη δημιουργία πνευματικής ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διανοητικής πορείας και λόγω του μακρόχρονου εκπατρισμού ο Αλεξανδρόπουλος ξεκόβεται από την εθνική επικαιρότητα και συνδέεται με την ανθρώπινη. Αυτό τον οδηγεί στην ευρύτερη επεξεργασία και ανάπτυξη ενός θέματος μέσα στο μυθιστόρημα δίνοντάς του συνέχεια. Τα βιώματα της εξορίας δημιουργούν νέες συνθέσεις στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη συνείδηση τόσο σε σχέση με την εξουσία όσο και με το θάνατο.

«…το σχέδιο των σχεδίων που είναι η επιστροφή στην πατρίδα.

Ένα σχέδιο με πολλά άλλα σχέδια μέσα του και με πολλή και ευνόητη λαχτάρα που τη ζω κι’ εγώ ως ξενιτεμένος λογοτέχνης – ο λογαριασμός βλέπετε είναι διπλός. Και είναι πολύ βαρύς λογαριασμός. Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης, εν πάση περιπτώσει, ο πεζογράφος – για να είμαι και μέσα στην περίπτωσή μου – όταν μάλιστα έλειψε από την πατρίδα του τα πιο κρίσιμα χρόνια, τότε που διαμορφώνεται ο άνθρωπος και κατασταλάζει – έχει να κάνει μια πραγματικά σκληρή καθημερινή εξαντλητική προσπάθεια για να μπορεί να καλύπτει τα κενά, τα μεγάλα κενά και την μεγάλη απόσταση από τον τόπο του. Είναι κυριολεκτικά διχοτομημένος, ο μισός εδώ και ο άλλος μισός εκεί κάτω. «Είμαι εις την Κέρκυραν, έλεγε ο Σολωμός, δεν είναι όμως εδώ η ζωή μου». Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να λέμε τώρα κι’ εμείς. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, τι σοβαρή επίδραση έχει πάνω στη δουλειά μας – χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί αφορά, μου φαίνεται, και τους άλλους συναδέλφους που είναι εκπατρισμένοι. Ζούμε βέβαια και δουλεύουμε μέσα σ’ ένα εκατό τοις εκατό μικροκλίμα, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μικροκλίμα…».

Με τον Μάξιμο ζωντανεύει τον άνθρωπο και την εποχή του δίνοντας όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Η νοσταλγία για την πατρίδα, η εξορία σε ξένη χώρα, ο καημός της ξενιτειάς  και το γράψιμο είναι τα κοινά σημεία των δύο πνευματικών ανθρώπων.

Γράφει  στην ελληνική γλώσσα  αναγνωρίζοντας όμως τη δημιουργική κατεύθυνση  που έδωσε στο έργο του η ουσιαστική επαφή του με το ρωσικό πολιτισμό. Η μορφή του Μάξιμου ήταν η αρχή, το κίνητρο για το ενδιαφέρον και την επικοινωνία του Αλεξανδρόπουλου με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Γκόρκι κ.α.

Δεν τον ενδιαφέρει να προβάλει τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο την ψυχολογία των προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν ή επηρεάζονται από γεγονότα που ξεπερνούν την εποχή τους. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε τολμηρό και μοναχικό  τόσο για την επιλογή του θέματος όσο  και για την ανασύνθεση του υλικού. Δύσκολο και πυκνό στα νοήματά του, γραμμένο με πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο.

«…το έργο δεν είναι τυπική βιογραφία. Αυτό που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το υλικό και τους τρόπους οργάνωσής του είναι η έλλειψη ομοιογένειας . Το υλικό είναι μίγμα αφενός ιστορικών πληροφοριών πρωτογενών και δευτερογενών… και αφετέρου αφηγηματικών “περασμένων” με φανταστικές σκηνές, διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και σκέψεις των προσώπων και του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα της πρόσμιξης είναι η συνύπαρξη διαφορετικών ειδών λόγου καθώς και διαφορετικών εκφάνσεων λόγου της ίδιας κατηγορίας, η συνύπαρξη ιστορικών και πλασματικών αποσπασμάτων, διαφορετικών υφών σε αποσπάσματα τριτοπρόσωπης αφήγησης και ακόμη η συνύπαρξη μεταφρασμένων και αμετάφραστων κειμένων εποχής…»

Ο Μάξιμος ήταν ένα ξεχωριστός λόγιος όχι απλά ένας γραφιάς που οι ηθικές και πνευματικές του αναζητήσεις τον οδηγούν στη Ρωσία για να ζήσει μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της. Αυτό ξεχωρίζει τον Μάξιμο από τους άλλους λογίους στην Ιταλία. Αυτό είναι το σημείο διαφοροποίησης της οπτικής γωνίας του Αλεξανδρόπουλου και από αυτό το σημείο αρχίζει την αφήγηση σκηνών της ζωής του Μάξιμου στο φόντο των ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον μέσα στις σελίδες του κουβαλάει τον πόνο και τον καημό της ξενιτιάς .

«Η ανείπωτη και στερνή δοκιμασία του ανθρώπου που κρατιέται με τη βία μακριά από τα πατρικά χώματα για να πεθάνει με το όραμα της Ιθάκης και με την ψευδαίσθηση της μυρουδιάς του κέδρου και της φασκομηλιάς, της θρούμπας και της ρίγανης της πατρίδας».



Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, 2η έκδοση











Για τη συγγραφή του κειμένου πολύτιμα βοηθήματα στάθηκαν:

1) Το σημείωμα του συγγραφέα στη ρωσική έκδοση του μυθιστορήματος (1980)

2) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

3) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Β. Οι άλλοι πόλεμοι – Ο αδελφός ο Βάσιας με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

4) Σόνια Ιλίνσκαγια, Μια συνάντηση στο χώρο της ελληνικής διασποράς. Κατάθεση μαρτυρίας. Ουτοπία, 25, Μάιος – Ιούνιος ΄97

5) Έρη Σταυροπούλου, Οι βιογραφικές μυθιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

6) Γερασιμία Μελισσαράτου, Τα πολλά και το ένα: Η σύνθεση του μυθιστορήματος του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

7) Βενετία Μπαλτά, Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Πρακτικά Δ’ Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9 -12 Σεπτεμβρίου 2010, τ.Β΄, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών 2011

8) Έρη Σταυροπούλου, Ο «Μάξιμος ο Γραικός» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: μια πρόταση ανανέωσης του ιστορικού μυθιστορήματος, Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 7, Νοέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998

9) Κ.Λεούση, Αναφορά στο νέο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού. Ριζοσπάστης 20/8/1976

10) Σταύρου Ζορμπαλά, Το μήνυμα του Μάξιμου του Γραικού, Ριζοσπάστης 17/9/1976

11) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης…» Μια έρευνα μεταξύ των συγγραφέων και των ποιητών, εφημερίδα Αυγή, 10/9/1954 από τα ΑΣΚΙ

12) Συνέντευξη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Αιμιλία Υψηλάντη, Ριζοσπάστης 24/1/1975

Τετάρτη 11 Μαΐου 2016

Μάνα

Βάσω Κατράκη, χαρακτικό
Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

…Πρωί – πρωί μπλοκαρισμένο το χωριό απ’ τους Γερμανούς και τα τσιράκια τους. Απ’ το σταθμό στη ρεματιά και πέρα μέχρι το κτήμα του Μπαλαβάνη. Βουίζανε τα χωνιά μέσ’ στ’ αυτιά μας για τα παλικάρια του χωριού να μαζευτούνε στο λιβάδι του Μπότσαρη, όπου κλοτσούσαν τα παιδιά το τόπι τις Κυριακές.

Μπαίνουν στα σπίτια ουρλιάζουν και απειλούν, κι ένας – ένας οι άντρες του χωριού μαζωγμένοι απ’ τα χωράφια και τα κτήματα, από τα σπίτια και τον καφενέ τραβούν το δρόμο για το λιβάδι. Οι «δικοί μας» βρίζουν πιο πολύ και φωνάζουν πως ήρθε η μαύρη μας η ώρα.

Μέσ’ στα παλικάρια κι ο Δημήτρης. Γίνανε όλα τόσο ξαφνικά που δεν πρόλαβε να το σκάσει. Απ’ ότι λεν οι διαδόσεις, αντίποινα για έναν δικό τους, και είκοσι και τριάντα και πενήντα δικά μας παλικάρια.

Το χωριό είναι αναστατωμένο. Ο παπάς χτυπάει την καμπάνα. Ύστερα παίρνει το δρόμο κι ακολουθεί μαζί τους. Ο Γερμανός δείχνει σεβασμό και του κάνει νόημα να γυρίσει πίσω. Ο « δικός μας» ο σπιούνος, όμως, τον σπρώχνει και τον τραβολογά. « Προχώρα, τραγόπαπα. μη σε σουβλίσω, έχω ράμματα για τη γούνα σου.» ( ο γιος του ήταν στ’ αντάρτικο).

Πέρα στο βάθος καίγονται οι καλαμιώνες και μαύρος καπνός, μαύρη συφορά προμηνύει. Έχει αδειάσει το χωριό, κι εμείς οι έρμες στις αυλές κλαίμε και προσευχόμαστε για το κακό που μας βρήκε. Η Βιργινία πλάι μου τρέμει.

«Μάνα, φοβάμαι για τον Δημήτρη μας.»

Ο Δημήτρης και τ’ άλλα παλικάρια. Ποιανού το ριζικό είναι γραμμένο. Και λέει το Κατινιώ, που το’ χει ακουσμένο, για τον άντρα τον μασκοφόρο, κι όποιον δείξει αυτός αλίμονό του. Η φωτιά προχωρεί απ’ την Παναγιά και γλείφει τ’ αντικρινό σοκάκι, κι εγώ και όλες του χωριού οι μανάδες δεν ξέρουμε τι να πρωτοσυλλογιστούμε. Τα παλικάρια που’ πεσαν στα χέρια τους, για τη φωτιά που καταφθάνει.

Βγάζουμε απ’ το πηγάδι νερό με τους κουβάδες και καταβρέχουμε να βρει η φωτιά νωπά. Η Βιργινία καλού – κακού ετοιμάζει το παλιό πειρατικό σεντούκι με τα πρεπούμενά μας.

Κι είπε η άλλη το Φροσί – που το’χει ακουσμένο – για τους άντρες που τους φορτώνουνε στις κλούβες και τους στέλνουνε εργάτες στη Γερμανία. Μόνο τους γέρους αφήνουν να γυρίσουν στο χωριό.

Σταμάτησε ο αγέρας κι η φωτιά δεν προχωρεί. Είπαμε να μαζευτούμε όλες να τραβήξουμε για το λιβάδι να μάθουμε τι γίνεται. Άφησα τη Βιργινία στο σπίτι. Κι η Λάμπραινα, και το Φροσί της Στάσας και το Κατινιώ που’χε πατέρα κι αδελφό. Παίρνουμε την καμένη ρεματιά και πλάγια και κρυφά απ’ τα περιβόλια και τις καλαμποκιές. Πίσω στον παλιό μύλο με τη στέρνα και τη μεγάλη λεύκα που μάζωνε τα γιδοπρόβατά του ο μπαρμπα – Λουκάς να ξεχειμαδιάσει. Φτάνουμε στο λιβάδι. Είναι περικυκλωμένο. Οι Γερμανοί μάς πήρανε χαμπάρι και μας φοβερίζουν. « Ράους – Ράους». Κρατάνε μαύρους άγριους σκύλους και απειλούν να τους αμολήσουν πάνω μας. Κι άλλες χωριανές φτάνουν ένα γύρω και χώνονται στα σπαρτά.

Σουρνόμαστε μαυροφορούσες δράκαινες στο ξερό χορτάρι. Ήλιος μαύρος και καυτός σαν πίσσα. Μπαρουτοκαπνισμένος ουρανός. Στέκονται ολόρθοι ένα γύρω οι άντρες και σφουγγίζουν τον ιδρώτα με μαντίλι. Είναι Αύγουστος, και η σταλαγματιά πικρή αρμύρα. Λέω της πλαϊνής σαν πάρει το μάτι της τον Δημήτρη να μου τον δείξει. Μα το μάτι το δικό μου παίζει σαν γέρακας και βλέπω το παλικάρι μου με την άσπρη ολάνοιχτη πουκαμίσα, είναι αψηλός και ξεχωρίζει. Είναι μαύρα κορακάτα τα μαλλιά του και ξεχωρίζει. Είναι πανέμορφος κι αλύγιστος και ξεχωρίζει. Δεν έριξε το βλέμμα χαμηλά και φεγγοβολά η ματιά του κατάφατσα στην μπούκα των ντουφεκιών τους. Τρέμω ολόκορμη. Δαγκώνω ρίζα αλυγαριάς να κρατηθώ.

«Μάνα, φοβάμαι πως ο γιος μου δε θα γεννηθεί ποτέ!. Φοβάμαι πως ο γιος μου δε θα γνωρίσει ποτέ τον κόσμο που ονειρεύτηκα γι’ αυτόν.»

Κάθε στιγμή, κάθε λεπτό ήταν έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Ήξερε τι τον περιμένει, κι ήταν αποφασισμένος.

Του’ πα: « Γιε μου, τα’ χουνε βάλει μαζί σου, φύγε, ανέβα στο βουνό.»

«Μάνα, η θέση μου είναι εδώ στους χωριανούς. Έτσι πρέπει να κάνω, κατάλαβέ το.»

Στριμώχνεται το Κατινιώ πλάι μου και με τσιμπολογά κάτι να προσέξω. Βλέπω με τα μάτια μου ένα γερμανικό καμιόνι. Σταματά καταμεσίς του λιβαδιού. Πέντ’ έξι Γερμανοί ξεμπουκάρουν και κυκλώνουν τ’ αμάξι. Κατεβάζουν έναν άντρα μασκοφορεμένο. Τότε σκοτείνιασε ο ουρανός και δυνατή κραυγή ξεχύθηκε απ’ τα σπλάχνα και πνίγηκε στο λάρυγγα, μην ακουστεί και προδοθώ.

Σε χίλιους άντρες, σ’ εκατό αντίκρυ να με βάζαν, δε θα με ξεγέλαγε κανείς πως τούτος ο μασκοφόρος που τρεκλίζει δεν είναι άλλος απ’ το παιδί μου. Το δεύτερο παιδί μου, τον Κωνσταντή.

Πριν συνέλθω, πριν τσιμπηθώ πως όλα αυτά δεν είναι όνειρο κακό, δεν είναι ψέμα, τον βλέπω αργά – αργά με τ’ αδύνατα στραβά κανιά του, με την ανάλαφρη πατημασιά που ξεχώριζα ακόμα και βαθιά μέσα στη νύχτα, να προχωρά. Κάνει τα βήματα με κόπο. Παραπατά και τον στηρίζει ένας Γερμανός με τον υποκόπανο. Κοιτάζει πρόσωπο κατά πρόσωπο τους άντρες. Ματιά αγωνίας, ματιά θανάτου. Στέκεται αντικριστά στο άλλο μου παλικάρι. Είναι ολάνοιχτη άσπρη πουκαμίσα και ξεχωρίζει. Είναι το ξέσκεπο στήθος με το σημάδι του σταυρού. Είναι το βλέμμα τ’ αετίσιο που διαπερνά τη μαύρη κουκούλα. Είναι η αγέρωχη κορμοστασιά και ξεχωρίζει. Είναι η ολόμαυρη και σκοτεινή κουκούλα με τη νεκροκεφαλή σε χιαστί σπαθιά και ξεχωρίζει. Είναι αντιμέτωποι κι αντικριστοί. Άσπρο και μαύρο και καπνισμένος ουρανός.

Κάνει ένα αναποφάσιστο δειλό βηματάκι. Απλώνει χέρι. Χέρι τρεμάμενο και τον δαχτυλοδείχνει. Χέρι βαριοσήκωτο τον ήλιο να σκιάσει. Σαν γύπες και σαν κόρακες αρπάζουν το παιδί μου οι Γερμανοί, κι εκείνος άνεμος και πνοή και δεν πατά στη γη. Προχωρά ανέγγιχτος στη βία, με το κεφάλι ψηλά και το χαμόγελο της αντρειοσύνης βαδίζει.

Και μου’ ρθε ζάλη δυνατή κι ο κόσμος σβήνει και χάνεται μπροστά μου. Και τότε ανοίγουν οι ουρανοί και ψαλμωδίες και άγγελοι και άσπρα νέφη. Ήταν να χαρείς την ομορφιά σε μέρη πρωτοΐδωτα. Ανέβαινε καμαρωτά σ’ ανεμόσκαλα αψηλή το παιδί μου με φωτοστέφανο. Περιστέρια και πουλιά τον προϋπαντούν με κρίνα και τριαντάφυλλα κι εξαίσια μαυλιστική μουσική.
Βάλιας Σεμερτζίδης,
Γυναίκες του καλοκαιριού (λεπτομέρεια)

Κι ήρθαν χαστούκια δυνατά να δείξουνε τη μαύρη συφορά μου. Με κρατάν γειτόνισσες στα χέρια και μήτε να σαλέψω μήτε να κλάψω δεν μπορώ. Δεν περπατώ, μόνο σούρνομαι και θέλω σαν ύαινα να μπω μεσ’ στο λιβάδι να τους κατασπαράξω. Με σπρώχνουν με τον υποκόπανο κι εγώ, αντί να τους ξεσχίσω με τα σουβλερά φαρμακερά μου δόντια, τους εκλιπαρώ, στα πόδια τους γονατιστή πέφτω να μ’ αφήσουν ν’ αγγίξω, να κλάψω το παιδί μου που κείτονταν νεκρό κάτω απ’ τη μεγάλη λεύκα. Για μια στιγμή, για ένα λεπτό. Να φιλήσω το κόκκινο γαρούφαλο που άνθισε στο μέρος της καρδιάς κι έβαψε κόκκινη την πουκαμίσα. Όμως οι δυνάμεις μου μ’ έχουν εγκαταλείψει κι έρμαιο στα χέρια γυναικών παίρνουμε το δρόμο για το χωριό. Να κοντοσταθώ να ξανασάνω, να πάρω δύναμη αν μπορώ ν’ αντιπαλέψω τη νέα συφορά.

Τρέχει η Βιργινία, πέφτει στην αγκαλιά μου και δεν μπορώ να πάρω λέξη απ’ τους λυγμούς της. Το σπίτι μου καίγεται σαν λαμπάδα. Ήρθαν μερικοί από «δαύτους», έριξαν μια κίτρινη σκόνη και μια πιστολιά. Άρπαξε και φούντωσε σαν αχερώνας. Τρέχουν οι γειτόνισσες να προλάβουν το κακό. Με κουβάδες, τενεκέδες, μ’ ό,τι βρουν. Έριξαν την πιστολιά, έκαναν το χάζι τους, τρομοκράτησαν το κορίτσι και μην τους είδατε. Άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Φτερά βγάλαν τ’ αλόγατά τους και χάθηκαν στη σκόνη. Κι ούτε να μ’ αντικρίσουν κατάφατσα δεν τόλμησαν.

Όμως το σπίτι καίγεται κι εγώ’ μαι ακίνητη και δε σηκώνω το μικρό μου δαχτυλάκι. Έφαγε ό,τι ήταν να φάει κι έμεινε άθιχτο το μικρό καμαράκι όπου κούρνιαζε και διάβαζε ο Δημήτρης, όπου στοίβαζε τ’ αμέτρητα βιβλία και γραφτά του. Τίποτα απ’ αυτά δεν πείραξε η φωτιά. Έμειναν ολοζώντανα να τον θυμίζουν. Κι η καρυδιά αλώβητη, καταπράσινη, γροθιά μικρού παιδιού οι καρποί της.

Κάτσαμε στην πεζούλα η Βιργινία κι εγώ να θωρούμε τους καπνούς. Απόμεινε στα πόδια μας το παλιό πειρατικό σεντούκι με τα χρειαζούμενα. Απόμειναν οι αγκαλιές και οι συμπόνιες των ανθρώπων γύρω μας να μας παρηγορήσουν, να μας ποτίσουν μια γουλιά νερό, να πούνε μια ζεστή κουβέντα. Δεν είπα σε κανέναν το μυστικό – μήτε στη Βιργινία – πως γνώρισα τον φταίχτη. Δεν τόλμησα ν’ ανοίξω τα μάτια της ψυχής μου. Τούτο το μαχαίρι μπήκε ακόμα πιο βαθιά μεσ’ στην καρδιά μου. Δεν πονούσα τόσο πολύ για το θάνατο του Δημήτρη. Ήταν λεβέντης κι ήρωας και πολέμησε αντρείκια και περήφανα για τα ιδανικά του, κι αντρείκια και περήφανα κι εγώ θα το δεχόμουν. Για την προδοσία πονούσα. Αυτή με τσάκισε και μ’ έκανε κουρέλι.

Μείναμε μερικές μέρες στο καμαράκι να συμμαζέψω ό,τι πια μας είχε απομείνει. Πρόθυμη όλη η γειτονιά, στης μιας ή της άλλης το σπίτι ν’ απομείνω, να μου παρασταθεί, να με συμπονέσει, μην καρδιοσωθώ και μείνει το κορίτσι πεντάρφανο στους δρόμους. Όμως προτίμησα το μικρό καλύβι, χωρίς βολή και φωτισμό. Μια καντήλα ολημερίς και ολονυχτίς ν’ ανάβει και θυμίαμα και αποκούμπι. Ήρθε μια νύχτα μια κοπέλα καβάλα στ’ άλογο. Πανέμορφη είχε γίνει. Τα φισεκλίκια σταυρωτά. Μπότες και μπερεδάκι που’ γραφε ΕΛΑΣ και την μπιστόλα στο ζουνάρι του παντελονιού ζωσμένη. Αδύνατη και μαυριδερή. Αγνώριστη.

Τι να πούμε; Πως δεν αρμόζει να κλαψουρίζουμε, μου’ πε, πως το αίμα του δεν πάει στα χαμένα. Ένας καινούργιος κόσμος θα φυτρώσει στη σπορά του. Μου’ πε να’ μαι περήφανη και δυνατή σαν την καλοκαιριά, να μη λυγίσω. Μου’ πε και μου’ πε και δεν άντεξε και ξέσπασε στο κλάμα. Έπρεπε τώρα εγώ ν’ αρχίσω να της λέω τα ίδια τα λόγια ακριβώς, και δεν αντέξαμε και συνεχίσαμε κι οι δυο το κλάμα. Δε χάραξε καλά – καλά, δε λάλησε ο πετεινός κι η Ισμήνη, αφού έβαλε κάτι στις χούφτες μου πως θα μου χρειαστούν, με πικροφίλησε και χάθηκε από το φράχτη. Ένας αντάρτης με δυο άλογα πρόσμενε πιο κάτω. Την παράβγαλα με το βλέμμα. Πόνεσα και για την κόρη που δεν πρόφτασα ν’ αποκτήσω και παρακάλεσα το Θεό να την έχει καλά στο δρόμο π’ ακολουθά.

Το πιο άλλο βράδυ ήρθε χαμπέρι για ένα παλικάρι που κείτονταν νεκρό πέρα στα καμένα της ρεματιάς μέσα στη μαύρη σκόνη. Πήραν μυρουδιά απ’ τα κοράκια κι ήρθαν οι γειτόνισσες και λέγαν τάχατες πως δεν ξέρανε ποιος είναι και σκέρτσα και καμώματα να μπουν ψύλλοι στ’ αυτιά μου να λαχταρήσω. Δεν χάνω τον καιρό μου, ρίχνω το σάλι, μηνώ της Φρόσως και της Κατινιώς και τρέχουμε στο ρέμα. Φύσαγε τρελός νοτιάς ανακατωσούρης κι έφερνε τη μυρουδιά. Είχε σκοτεινιάσει και με τ’ άγγισμα μόνο είχα καταλάβει. Έβαλα το χέρι κάτω απ’ τ’ αυτί. Εκείνο το μικρό σημαδάκι στη θέση του, κι η μικρή γουβίτσα στο μέτωπο και το μουστάκι που είχε αφήσει τελευταία και το κορμάκι ισχνό με όλο νεύρο. Δεν είχα πια καμιά αμφιβολία. Άναψε ένα σπίρτο το Φροσί που’ σβησε αμέσως. Πρόλαβα κι είδα τα μάτια τα κλειστά, το κόκκινο στο μέτωπο τσουλούφι. Πήρα το κεφάλι του στα δυο μου χέρια, το χάιδεψα, το φίλησα κι έκλαψα ώρα πολλή.

« Γιατί», του’ πα. « Γιατί, αγόρι μου, τι ήταν αυτό που σκοτείνιασε, που μαύρισε την ψυχή σου, τι ήταν αυτό, αγόρι μου, που σ’ άγγιξε και θόλωσε το μυαλό σου; Μη δε σ’ ανάστησα σωστά, μέσα στην τόση μας μιζέρια. Γιατί, γιατί. Κι ο άλλος ακόμα δεν έχει σαραντίσει.»

Οι γειτόνισσες παράμειναν πιο κάτω σε μέρος που’ κοβε ο αγέρας και μείναμε  οι δυο μας μόνοι, μα είχα μάθει πια στη συφορά. Τον άλλον δεν τον άγγιξα. Δε μ’ άφησαν. Τούτονα αγκάλιαζα τώρα κι έκλαιγα και για τους δυο.

Έτρεξα μαύρα μεσάνυχτα και ξύπνησα τον παπα – Γιώργη. Όμορφος άνθρωπος ο παπα – Γιώργης κι ήξερα θα με καταλάβει. Παλίκαρο δυο μέτρα έχασε στο βουνό κι είχε κι αυτός τον ίδιο πόνο. « Βάλε το πετραχείλι σου και πάμε. Κάνε τη λειτουργία, παπά μου, όπως πρέπει κι ας αμάρτησε. Πες του Θεού πως ήτανε καλός να σε πιστέψει. Πες του να τον έχει από κοντά και να τον αγαπήσει. Πες να του δόσει αναπαμό και να τον συγχωρέσει.»

Λιβάνι αγιορείτικο. Λίγο λάδι, λίγο κρασί κι ένα σπασμένο πιάτο. Ας είναι η νύχτα άγρια κι ας φυσά. Με μια σκαπάνη, με φτυάρια και με χέρια ακόμη σκάψαμε λάκκο ρηχό να πάρει το κορμί του. Έκοψα δυο καλάμια κι έπλεξα σταυρό που’ μπηξα στο μαύρο χώμα. Ξημέρωσε ο Θεός κι όλα είχαν τελειώσει. Δεν ήξερα πώς ένιωθα. Ένα παράξενο αίσθημα ανακούφισης, κάτι ολότελα διαφορετικό. Είχα κάνει το χρέος μου.

Είπανε αργότερα μαύρα λόγια κάτι που’ τανε μαζί. Κάποιοι που τους γράπωσαν ομαδικά σ’ ένα κόλπο στη δημοσιά για την Κατερίνη, κάτι φίλοι γκαρδιακοί πως τον βρήκαν μ’ ένα σεντόνι κρεμασμένο στο κελί του. Κι οι φύλακες τον φέραν και τον πέταξαν στον Καλαμιώνα σαν σκουπίδι γιατί δεν είχε αριθμό.

Θαρρώ πως μάθανε το μυστικό μου. Δεν ήμουν πια μόνο η μάνα του ήρωα. Μου’ πεσε το φτιασίδι του τουπέ και της περηφάνιας που φορούσα κάτω απ’ τη μαύρη μαντίλα. Τώρα δεν είχα μάτια τον κόσμο ν’ αντικρίσω και τίποτα πια δε με κρατούσε στο χωριό.

Σαν κλέφτρα, σαν κυνηγημένη πήρα ό,τι μου είχε απομείνει. Το τελευταίο και μοναδικό μου παιδί τη Βιργινία. Λίγα πράματα στο καρυδένιο σεντούκι και τράβηξα για το σταθμό το δρόμο το στερνό. Κλειδαμπάρωσα στο μικρό καμαράκι. Φυλάκισα θύμησες πικρές. Δυο φύλλα από την καρυδιά, το τελευταίο δροσερό νερό απ’ το πηγάδι. Το χορταριασμένο μονοπάτι που σκάλισαν αμέτρητες φορές τα βήματά μου, που άφησα αμέτρητες φορές  το γέλιο και το στεναγμό μου. Απομεινάρια μιας ζωής φουρτουνιασμένης. Όλο το χωριό στην πρωινή δροσιά του, πριν ξυπνήσει στην αγκαλιά του ήλιου. Το χωριό, που ήταν πέντ’ έξι σπίτια σαν πρωτόρθαμε και τώρα είναι μια μικρή πολιτεία. Καν είκοσι καν εικοσιένα χρόνια από τότε. Τ’ αφήνω και τραβώ στη δεύτερη προσφυγιά μου. Να μη λυγίσεις ό,τι κι αν συμβεί, να μη λυγίσεις. Παρήγγειλε ο άλλος. Κι εγώ το’ χω στόχο μου. Το’ κανα τρόπο ζωής να μη λυγίσω.

Στο σταθμό, παρ’ ότι ήτανε πρωί, επικρατούσε μεγάλη κίνηση. Κόσμος πάει κι έρχεται, που λένε. Στριμωξίδι, μπογαλάκια, φωνές και καβγάδες. Οι Γερμανοί κρατούν όλα τα πόστα. Βλέπεις τον τρόμο στη ματιά, τον πανικό τους. Σουλατσάρουν με τα ντουφέκια κατωμάσχαλα κι ελέγχουν. Το τρένο απ’ τη Θεσσαλονίκη αργεί κι η κίνηση μεγαλώνει. Ο ήλιος δυο και τρεις οργιές και πήρε η μέρα ν’ απλώνει. Μικροπωλητάδες μ’ αλλόκοτα γλυκά. Χαρούπια, σταφίδες, λούπινα.

Η Βιργινία δείχνει φοβισμένη. Είναι δεκαεπτά χρονών, κι όπως είναι αδύνατη και κοντούλα – πήρε το δικό μου μπόι – φαίνεται να μικροδείχνει. Προσπαθώ να την καθησυχάσω. Να μην τη νοιάζει κι όλα θα παν καλά. Εδώ δεν έχουμε τίποτα να μας κρατά, ό,τι αγαπήσαμε πολύ έχει πεθάνει. Πρέπει να κάνουμε κουράγιο να ξαναρχίσουμε απ’ την αρχή. Έρχεται το τρένο παραφορτωμένο. Σφυρίζει και βγάζει μαύρο καπνό. Χρόνια τώρα γνώριζα το σφύριγμά του, ποιο θα’ ρθει από το νοτιά, ποιο απ’ τη Θεσσαλονίκη. Κόσμος κατεβαίνει, μα πιο πολύς κόσμος ανεβαίνει. Φωνές, κλαψίματα, αποχαιρετισμοί. Εμείς δεν έχουμε τίποτα ν’ αποχαιρετίσουμε. Την ψυχή μας μονάχα και τούτη λαβωμένη.

Ο σταθμάρχης χτυπά το καμπανάκι κι εμείς ακόμα κοντοστεκόμαστε σαν χαμένες. Όλα τα βαγόνια είναι γεμάτα. Μη χάσουμε το τρένο φοβάμαι. Τρέχουμε πίσω και βλέπω ανοιχτό ένα απ’ τα βαγόνια που φορτώνουν ζώα κι εμπορεύματα. Πετάμε το σεντούκι και σκαρφαλώνουμε. Είναι η στιγμή που οι ρόδες του τρένου κάνουν τους πρώτους κύκλους. Το βαγόνι είναι μισογεμάτο σανό και δέματα τριφύλλι, έτσι βρίσκουμε μια πρώτης τάξης ευκαιρία να ξαπλώσουμε και ν’ αναπαυτούμε.

Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη και κοιτάμε κατάφατσα  κάμπους και βουνά και θάλασσες και ποτάμια. Γλύκανε η ψυχή μου. Πόσο καιρό είχα να δω τη θάλασσα. Όχι πως ήταν μακριά απ’ το χωριό, δυο ώρες δρόμο με τον αραμπά, αλλά ποιος έχανε καιρό για τέτια. Θυμάμαι απ’ τα μικράτα μου. Λίγο αγέρα ήθελα, λίγο χορτάρι, λίγο φως να γαληνέψω.

Κάθομαι και κοντοζυγιάζω στο ντούκου – ντούκου της μηχανής. Πλέρωσα χρέος βαρύ. Τέσσεροι θάνατοι. Δυο ντροπιασμένοι. Τι λέω η κόρμπα! Αν θα μπορούσε ποτέ κανείς να διανοηθεί πως υπάρχει ντροπιασμένος θάνατος για ένα κορίτσι στα δεκαοκτώ κι ένα αγόρι στα είκοσι. Όχι, ο θάνατος είναι θάνατος κι η δικαίωση έρχεται με την ύπαρξή του. Αν με ρωτούσαν ποιον πόνεσα, ποιον έκλαψα πολύ, θ’ απαντούσα χωρίς δισταγμό: Μα και τους τέσσερις. Ο πόνος ξαναγεννιέται απ’ την τέφρα του κι είναι πηγή αστείρευτη στον άνθρωπο.

Νανουρίζομαι και κλείνω τα μάτια. Λίγος ύπνος. Μου χρειάζεται λίγος ύπνος. Μέρες και βδομάδες έχω ν’ αποκοιμηθώ όπως πρέπει. Νιώθω την κούραση ν’ απαλύνει τα βλέφαρά μου. Είπα να βγάλω απ’ το μυαλό την καινούργια έγνοια που με παραδέρνει. Που πάμε στην Αθήνα ολομόναχες δυο άμοιρες γυναίκες, χωρίς γνωριμιές, χωρίς κάποιο αποκούμπι, χωρίς καμιά σιγουριά. Έπρεπε έτσι να γίνει. Ν’ απελευθερωθώ από προλήψεις και δυσάρεστες μνήμες που με κυνηγούν. Είμαι 42 χρονών και πρέπει κι επιβάλλεται να πάρω κουράγιο να ξαναρχίσω μια νέα πορεία στη ζωή.



Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Βασίλη Λιόγκαρη, Η μάνα του καλοκαιριού. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1989, 2η έκδοση

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

Μάης ( Ματωμένος Μάης του '36)

Οι ημέρες του Μάη του 1936 στη Θεσσαλονίκη και τα γεγονότα που οδήγησαν στις αιματηρές συγκρούσεις των καπνεργατών με τον στρατό, περιγράφονται σ’ αυτήν την ταινία με γλαφυρό τρόπο. Πρωταγωνιστεί ο λαός, και η αφήγηση δεν επιμένει στη δραματικότητα ή στις υπερβολές. Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο η χώρα οδηγήθηκε, μέσα από συγκεκριμένο σχέδιο, στη δικτατορία του Μεταξά, στις 4 Αυγούστου του 1936.
Σκηνοθεσία: Τάσος Ψαράς ( 1976)

Σάββατο 7 Μαΐου 2016

Παμβώτιδος νέο Μαρτυρολόγιο

Λίμνη ως σ' αγναντεύω λέω πως είναι ψέματα κι ο βυθός σου
Ανθίζει όπως η όψη σου ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό 
το κάστρο
Λικνίζεται αγκυροβολημένο στα νερά σου τα πουλιά  κόβουν 
λωρίδες το 
Γαλάζιο για τις φρέσκες πληγές μας αυτά θέλω να σκέφτομαι
αλλά
Δεν μ' αφήνουν οι Αλή-τες της ιστορίας που τροφοδότησαν με
Θρύλους τα σκοτεινά νερά ποντάροντας στη μεγαλοψυχία σου
Όμως καιρός να πετάξεις το σαλιωμένο δεφτέρι με τα λαθραία
Γεγονότα και στο καινούργιο να περάσεις το νέο Μαρτυρολόγιο
Αρχίζοντας από το Γιωσέφ Ελιγιά μισόν Εβραίο κι ολόκληρον 
Έλληνα που σου ' γραφε ποιήματα από το Κιλκίς και το 
Αργυρόκαστρο
" Ρίχνοντας τα στον αποχωρισμό για να  γεμίσει ": " Ω εσύ γλαυκή 
Παμβώτιδα που πλάι σου αναμετρούσα όλους τους χτύπους της
καρδιάς
Και τους ρυθμούς της πλάσης" έφυγε στα τριάντα του αφήνοντας
Ορφανή τη Μάνα να θρηνεί για τον μονογενή της κι ο Σαμπεθάι
Καμπιλής Άννας και Καϊάφας ούτε καν Πιλάτος κι από κοντά
Βάλε και το Σιούλα τον Ταμπάκο κι όλους τους Ταμπάκους που τα
Δάκρυά τους αλμύρισαν τα νερά σου και τον Γιάννη Μπεράτη
Να σε πλουτίζει με το "πλατύ ποτάμι" του και κράτα ενός
Πρωινού σιγή να περάσουν στην αιωνιότητα η Ευτυχία Πρίντζου
Με τους συντρόφους της η λιανή Μαργαρίτα Περδικάρη καθώς
Πατώντας στις μύτες των ποδιών της γράφει το σύνθημα στον 
τοίχο
Του ετοιμόρροπου αιώνα: " Καληνύχτα ντε!" Κι ο Λεωνίδας
Ράφτης
Ατενίζοντας απ' το Μπιζάνι τα Φραστανά αξημέρωτα να τα 
βυζαίνει
Η Νεμέρτσκα μισοκρυμμένα στον κόρφο της και μιαν έναστρη
Νύχτα στείλε τα παρόχθια νερά σου στην πολιτεία ανηφορίζοντάς
την
Αβέρωφ να χαθούν στην Ανεξαρτησίας και στα γύρω σοκάκια με
τα
Γκαλντερίμια τα σιδεράδικα τ' ασημουργεία κι ύστερα ας
φθάσουν ως το
Χάνι του Κώτσιο - Λάμπρου να προλάβουν τον Ρόβα που ξεκινάει
για
Τη Βλαχιά - μισοτραβηγμένες κουρτίνες στον οντά και κλαρίνο
για τον
Αποχωρισμό - το πρωί τ' αφεντικά βγάζοντας τα κεπέγκια των 
μαγαζιών τους
Θ' αναρωτιούνται: πού βρέθηκε τόση υγρασία μια τέτοια ξάστερη 
νύχτα;

Τάσος Πορφύρης , Έρημα [2008] από τη συλλογή Νεμέρτσκα , Ποίηματα (1961 -2011) με εννέα σχέδια της Μαργαρίτας Βασιλάκου, Οι Εκδόσεις των Φίλων , Αθήνα 2013

Τετάρτη 4 Μαΐου 2016

«Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»

Δημήτρης Μεγαλίδης, Άτιτλο, ξυλογραφία

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που μαρτύρησαν για την αταλάντευτη πίστη στις ιδέες τους, αλλά δεν θα τους βρούμε στα επίσημα εορτολόγια και δεν γιορτάζουν ποτέ. «Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.»
Γιώργος Σικελιώτης, Στο απόσπασμα, σχέδιο
Γιώργος Σικελιώτης, Στο απόσπασμα, σχέδιο
Πολλοί συνάνθρωποί μας δεν  τους γνωρίζουν  ούτε έχουν ακούσει κάτι γι’ αυτούς γιατί μπόλικη λάσπη ρίχτηκε πάνω τους και καλλιεργήθηκε  μεθοδικά η λήθη των αγώνων και των  θυσιών τους. Νέοι και ηλικιωμένοι, άνδρες, γυναίκες, παιδιά, που έπεσαν στη φωτιά συνειδητά και προτίμησαν να αγωνιστούν και να θυσιαστούν για  ελευθερία, για εθνική ανεξαρτησία, για μια κοινωνικά δίκαιη κοινωνία, για τη θεμελίωση και την ανοικοδόμηση ενός κόσμου σοσιαλιστικού. Δεν  συνεργάστηκαν με τους κατακτητές και την κατεστημένη τάξη,  δεν συνθηκολόγησαν, δεν  λιποτάκτησαν και  πλήρωσαν με τη ζωή τους το τίμημα των αγώνων τους.  Έφυγαν από τη ζωή με τραγικό τρόπο αλλά εξακολουθούν να ζουν  στις συνειδήσεις μας και στις καρδιές μας φωτίζοντας με τη θυσία τους τα πυκνά σκοτάδια και τους δύσβατους δρόμους.
Είναι πολλοί, χιλιάδες, επώνυμοι και κυρίως ανώνυμοι, δημοκράτες, αριστεροί, κομμουνιστές. Μνημονεύουμε  όλους αυτούς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν, πόνεσαν, εξορίστηκαν, στήθηκαν στα εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο γιατί ονειρεύτηκαν έναν κόσμο διαφορετικό, έναν κόσμο ανθρώπινο. Το αίμα τους φωνάζει και μας καλεί σε συνεχή αντίσταση και πάλη…
Τάσσος, χαρακτικό
Η ΑΥΓΗ ΚΙ Η ΜΕΡΑ
Η αυγή κι η ημέρα θάνατος κι εμείς πουλιά πετούμενα
κι από παντού ξεχύνονταν ελπίδας μοσκοβόλημα,
σάμπως να χλόιζε ο γιαλός σπαρμένος αγρολούλουδα
κι ο ήλιος ετραγούδαγε τη λευτεριά στα πέρατα. (Β. Ρώτας)
Ηλίας Φέρτης, Γυναίκες στο απόσπασμα, τέμπερα

ΤΟ ΠΡΩΙ
Το πρωί
Στις 5
Ο ξηρός
Μεταλλικός ήχος
Ύστερα από τα φορτωμένα καμιόνια
Που θρυμματίζουνε τις πόρτες του ύπνου.
Και το τελευταίο «αντίο» της παραμονής
Και οι τελευταίοι βηματισμοί στις υγρές πλάκες
Και το τελευταίο σου γράμμα
Στο παιδικό τετράδιο της αριθμητικής
Σαν του μικρού παραθυριού το δίχτυ
Που τεμαχίζει με κάθετες μαύρες γραμμές
Του πρωινού χαρούμενου ήλιου την παρέλαση.( Μ.Αναγνωστάκης)
«Αμπελογιάννης Σπήλιος Κων/νου
οδός Άστρους 93, Κολωνός.
Έτσι πεθαίνουν οι τίμιοι Έλληνες. Πεθαίνω περήφανος.
Ζήτω η Λευτεριά. Διαβάτη Έλληνα, το ρούχο τούτο να το πας στην παραπάνω διεύθυνση. Είναι η στερνή επιθυμία ενός ανθρώπου, που ξέρει να πεθαίνει για τη Λευτεριά. Ζήτω ο ελληνικός Λαός.»

(Τουφεκίστηκε με τους 200 την Πρωτομαγιά του ’44 στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Ήταν τότε 22 ετών. Το σημείωμα βρέθηκε καρφιτσωμένο στο πέτο του σακακιού του στον τόπο όπου εκτελέστηκε)
«Εγώ το σπόρο έσπειρα
κατά της τυραννίας.
Εξ ου και θέλει θεριστεί
καρπός ελευθερίας.» (Κανάρης – Σπύρος Αναλυτής. Τον κρέμασαν στο Ληξούρι στις 5 Ιουλίου 1944. Ήταν 22 ετών. Το τετράστιχο βρέθηκε γραμμένο στον τοίχο του κρατητηρίου της χωροφυλακής στο Ληξούρι).
«Δεν σας ξέχασα ποτές. Για σας και για τον ελληνικό λαό έδωσα τη ζωή μου. Σήμερα 1η του Μάη 1944 σας φιλώ για τελευταία φορά» (Α. Βαγενάς. Δε βρέθηκαν βιογραφικά, παλιό μέλος του ΚΚΕ, πιασμένος κατά τη Μεταξική δικτατορία, παραδόθηκε το 1941 στους Ναζί και εκτελέστηκε)
Γιώργος Μόσχος, Ξυλογραφία για το σπίτι – κάστρο του Υμηττού
«1η Μαΐου 1944
Αγαπητή Σοφία,
Επειδή πιστεύω πως θα μας πάρουν και μας το βράδι για τον γνωστό αγύριστο προορισμό, αφού δεν με άφησαν να επικοινωνήσω με κανέναν γνωστό, σε παρακαλώ εσένα αν μπορείς να επικοινωνήσεις με τους δικούς μου ή όταν βγεις μια μέρα να τους πεις τα λόγια που δεν μπόρεσα εγώ να τους πω και να τους δώσεις τους τελευταίους μου χαιρετισμούς και τα τελευταία μου φιλιά στο παιδί μου, τη γυναίκα μου, τη μητέρα μου και τις αδελφές μου. Στη γυναίκα μου πες να βαφτίσει το μπέμπη με τ’ όνομά μου. Πιστεύω πως όλοι θα σταθούν στοργικοί στο παιδί μου ώστε να μην αιστανθεί την ορφάνια του.
Αντίο για πάντα.
Αργύρης» (Εκτελέστηκε 3 του Μάη 1944 με αγχόνη στο Μεγάλο Πεύκο)
Τάσσος, Οι διακόσιοι της Πρωτομαγιάς του  ’44,  ξυλογραφία
ΑΝΘΟΥΣ – ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ
Δεν είντουσαν πεντέξι κι ουδέ μια δεκαριά,
παρ’ είντουσαν Διακόσιοι μιαν εκκλησιά κορμιά.
Διακόσιοι είν’ ένας κι ένας, μ’ αντρειά, μ’ αξιά, με νου,
διακόσιοι βασιλιάδες λεβέντες του λαού.
Πριν φέξει τους χωρίσαν, τους βάλαν στη σειρά
κι είν’ ομορφοντυμένοι, κεφάλια τους ψηλά.
Πρωτομαγιά χαράζει, μα δε μοσκοβολάει,
η αυγή φοβάται να’ βγει, το φως χασομεράει.
Τους φορτώσαν δεμένους , τους  στρίμωξαν ορθούς,
κλεισμένοι εμείς ακούμε: – τους παίρνουν, δεν ακούς;
Να, πάνω από τη μάντρα χέρια περνάνε, δες,
τα χέρια τους κουνάνε και φεύγουνε και παν,
σαν να κουνάν σημαίες μάς αποχαιρετάν:
Σημαίες ματοβαμένες πώς ανεμίζουνε,
μιλάν με χίλιες γλώσσες και ξεφωνίζουνε:
– Λαέ μας, τα παιδιά σου, σταθήκαμε πιστά,
κατά το μάθημά σου στον τύραννο μπροστά.
Δώσαμε τις ζωές μας ντυμένες αρετή,
για τη δική σου δόξα και για την προκοπή.
Λαέ μας δοξασμένε, πατρίδα μας γλυκιά,
μας κόψαν τις ζωές μας ανθούς Πρωτομαγιά. (Β.Ρώτας)
Ηλίας Φέρτης, Βασανιστήρια, τέμπερα
ΨΥΧΟΧΑΡΤΙ
Τα ονόματά σας μένουνε, μα πόσο ματωμένα,
Καλάβρυτα και Τρίπολη, Δίστομο και Χορτιάτη,
Καισαριανή και Κούρνοβο, Κρήτη και Μονοδέντρι
και κόρη του Ταΰγετου, κατακαημένη Μάνη,
και φτωχομάνα αδούλωτη δουλεύτρα Σαλονίκη
και Δράμα και Προσότσιανη, κακόμοιρο Δοξάτο,
και σεις με δίχως όνομα βουνά, πλαγιές, λαγγάδια
ραχούλες, λάκκες, ρεματιές, νησιά και περιγιάλια
στα χώματά σας κρύψετε καλά τους σκοτωμένους
μην τους ξεθάβουν τα σκυλιά, μην τους σπαράζουν τα όρνια
τι’ ναι σημαίες οι μνήμες τους κι εικόνες οι μορφές τους. (Β.Ρώτας)
Χρίστος Δαγκλής, Γουδί, 29 Μαΐου 1944, ξυλογραφία εμπνευσμένη από το μαρτύριο της αγωνίστριας Άννας Παρλιάρου
Έπεσε ο άνεμος. Σιωπή. Στη γωνιά της κάμαρας
ένα αλέτρι συλλογισμένο – περιμένει τ’ όργωμα.
Ακούγεται πιο καθαρά το νερό που κοχλάζει στο τσουκάλι.

Αυτοί που περιμένουν στον ξύλινο πάγκο
είναι οι φτωχοί, οι δικοί μας, οι δυνατοί
είναι οι ξωμάχοι, οι σπουδαστές κ’ οι προλετάριοι
– κάθε τους λέξη είναι ένα ποτήρι κρασί
μια γωνιά μαύρο ψωμί
ένα δέντρο πλάι στο βράχο
ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα.

Είναι οι δικοί μας Χριστοί, οι δικοί μας Άγιοι.
Τα χοντρά τους παπούτσια είναι σα βαγόνια με κάρβουνο
τα χέρια τους είναι η σιγουριά-
αργασμένα χέρια, σκληρά χέρια, ροζιασμένα
με φαγωμένα νύχια, με άγριες τρίχες
με το μεγάλο δάχτυλο φαρδύ όσο η ιστορία του ανθρώπου
με τη φαρδιά σπιθαμή σα γιοφύρι πάνου απ’ το γκρεμό.
Τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα δεν είναι μονάχα στα
μητρώα των φυλακών
φυλάγονται στα αρχεία της ιστορίας,
τα δαχτυλικά τους αποτυπώματα είναι οι πυκνές
σιδηροδρομικές γραμμές
που διασχίζουν το μέλλον. Κ’ η καρδιά μου εμένα
τίποτα πιότερο, συντρόφια μου, ένα πήλινο μαυρισμένο τσουκάλι
που κάνει καλά τη δουλειά του – τίποτ’ άλλο. Γειας σας σύντροφοι. (Γ. Ρίτσος)
Κατσικογιάννης Δημήτρης, Άτιτλο, ξερό παστέλ
Εσείς που βάλατε την έγνοια προσκεφάλι
κι είχατε στρώμα της ζωής την ερημιά
Εσείς που χρόνια δε σηκώσατε κεφάλι
και καλοσύνη δε σας άγγιξε καμιά

Ήρθε καιρός, ήρθε καιρός
πάνω στου κόσμου την πληγή
ήρθε ο καιρός, ήρθε ο καιρός
να ξαναχτίσετε την γη.

Εσείς αδέρφια που ποτέ δεν βγάλατε άχνα
κι ούτε ξημέρωσε στην πόρτα σας γιορτή
εσείς που η πίκρα σας πλημμύρισε τα σπλάχνα
κι όλοι σάς βλέπανε σαν άγραφο χαρτί. (Ν. Γκάτσος)
Γιώργος Φαρσακίδης, χαρακτικό
Εμείς που μείναμε
στο χώμα το σκληρό
για τους νεκρούς
θ’ ανάψουμε λιβάνι
κι όταν χαθεί
μακριά το καραβάνι
του χάρου του μεγάλου πεχλιβάνη,
στη μνήμη τους θα στήσουμε χορό.

Εμείς που μείναμε
θα τρώμε το πρωί
μια φέτα από του ήλιου το καρβέλι,
ένα τσαμπί σταφύλι από τ’ αμπέλι
και δίχως πια του φόβου το τριβέλι,
μπροστά θα προχωράμε στη ζωή.

Εμείς που μείναμε
θα βγούμε μια βραδιά
στην ερημιά να σπείρουμε χορτάρι
και πριν για πάντα
η νύχτα να μας πάρει
θα κάνουμε τη γη προσκηνυτάρι
και κούνια για τ’ αγέννητα παιδιά. (Ν.Γκάτσος)
Γιώργος Φαρσακίδης, από σχέδιο του 1949
ΞΕΝΕ ΜΟΥ ΟΠΟΥ ΠΑΣ
Ξένε μου, όπου πας και περπατάς τη γη μας,
να πατάς σεμνά και ν’ αλαφροδιαβαίνεις,
τ’ είναι ο τόπος μας αιματοποτισμένος,
κάθε δρασκελιά κι από’ νας σκοτωμένος,
ένας σύντροφος που’ πεσε πολεμώντας
για το δίκιο μας και για τη λευτεριά μας.

Κάθονται οι ψυχές σε πέτρα, σε λιθάρι,
και μοιρολογάν και τον καημό τους λένε. (Β.Ρώτας)
Παπαγεωργίου Δημήτρης, Έπεσαν για όλου του κόσμου το ψωμί το φως και το τραγούδι, Έγχρωμη χαλκογραφία
Πηγές:
1) Βασίλη Ρώτα – Βούλας Δαμιανάκου, Μνημόσυνο, Αθήνα 1961
2) Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα (1941 -1971), Νεφέλη, Αθήνα 2000
3) Γιάννης Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι, Κέδρος, Αθήνα, 1977, 13η έκδοση
4) Νίκος Γκάτσος, ποιητική στιχουργία για το δίσκο «Νυν και Αεί» (1974)
5) Ασαντούρ Μπαχαριάν – Πέτρος Ανταίος, Εικαστικές Μαρτυρίες. Ζωγραφική – Χαρακτική. Στον πόλεμο, στην Κατοχή, στην Αντίσταση. Οδυσσέας, Αθήνα 1995, 3η έκδοση
6) Εικαστικές Τέχνες και Αντίσταση. Επιμελητήριο Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας και Δήμος Αθηναίων, Αθήνα 2014
7) Γιώργος Φαρσακίδης, Μακρόνησος, Τυποεκδοτική
8) Εθνική Αντίσταση 1941 -1944. Γράμματα και μηνύματα εκτελεσμένων πατριωτών, Αθήνα 1974