Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή 30 Αυγούστου 2020

Πάει λοιπόν κι αυτό το καλοκαίρι...


Πάει λοιπόν κι αυτό το καλοκαίρι
τ' αφήσαμε κι αυτό στην αμμουδιά,
τ' αφήσαμε κι αυτό να πάρει
το δρόμο που τραβάνε τα πουλιά.

Από Αύγουστο σε Μάη
θα γεράσουμε,
σαν το κύμα στ' ακρογιάλι
θα περάσουμε.

Πάνε λοιπόν και φέτος οι αγάπες
που βρήκαν μια ζωή στην αμμουδιά,
τις πήρε στα βαθιά όλες το κύμα

κι αφήσαν το τραγούδι στην καρδιά.

Μουσική: Γιώργος Ζαμπέτας
Στίχοι: Δημήτρης Χριστοδούλου
Ερμηνεία: Χρήστος Εμμανουήλ

Σάββατο 29 Αυγούστου 2020

Η βάβω μου η Θόδω

Έν’ απ’ τα πρώτα πρόσωπα που μαθαίνουν τα χωριατόπουλα, μαζί με την μάνα και τον τάτα, είναι κι η βάβω: έτσι λεν στα χωριά μας τη γιαγιά.
Η δική μου η βάβω είταν ψηλή και λιγόσαρκη, με πρόσωπο άσπρο σαν της λειτουργιάς, με μάτια πονετικά όπως στις εικόνες. Οι χειρονομίες της είχαν κάτι το σοβαρό και ήσυχο μαζί, τα λόγια της ανάδιναν ατάραχη πείρα και το βλέμμα της μέρευε την καρδιά σου, όσο κι αν είταν ταραγμένη. Με τον καιρό η πέτσα της φτένευε και φωτιζόταν, έτσι που χωρίς να χάσει τίποτε από τη φυσική της ζωντάνια έγινε στο τέλος σαν την όψη πόχουν οι άγιες ζωγραφιές. Και σήμερα που τη θυμάμαι, αχνή και σβησμένη στο πέρασμα των χρόνων, δεν την παραλλάζω σε τίποτε  από τα γλυκά πονεμένα θώρια που κατοικούν σε παλιά ξωκλήσια, κρυμμένα σε παράμερες πλαγιές ή φουντωτές ραχούλες.
Εγώ έτυχε να’ μαι το πρώτο της αγγόνι και γι’ αυτό μ’ αγαπούσε πολύ. Με μεγάλωσε η ίδια περσότερο παρά η μάνα μου – είν’ αμαρτία τάχα να το πω; - καλύτερα από κείνη που μ’ έφερε στον κόσμο.
Οι γυναίκες στα χωριά το’ χουν σε καλό να’ ναι το πρωτογέννητο αγόρι, «παιδί» όπως το λεν. Κι εγώ γεννήθηκα Δευτέρα της Λαμπρής, άλλο χαϊρλίτικο.
- Αυτό κάτι θα γίνει μια μέρα, να με θυμάστε!, προφήτεψε απ’ την καλοσημαδιά η Γιάνναινα του Χρίστου, γειτόνισσα και συγγένισσά μας.
Είμουν άτυχος όμως, αυτό φάνηκε απ’ τα πρώτα μου χρόνια. Μπορεί όμως να’ μουν και τυχερός, αφού γλύτωνα απ’ τα κίντυνα· δεν ξέρω.
Μια μέρα που οι δικοί μου λείπανε στο πότισμα, στα ποτιστικά χωράφια που είταν γύρω απ’ το σπίτι, κι εμένα μ’ είχαν αφήσει να με κουνάει στη σαρμανίτσα η Λάμπρω του Γιάννη, κόρη της γειτόνισσας που ανάφερα πιο πριν, αυτή, κοπελίτσα μικρή, βαρέθηκε φαίνεται το ζαγκάνισμα και το σκούξιμο το δικό μου, μπορεί να μου’ δωσε καμία δυνατώτερη με το ποδάρι ή ν’ αναποδογύρισε από μόνη της η κούνια, όπως και να’ ναι, μ’ απαράτησε μπρούμυτα κι έγινε άφαντη απ’ το φόβο της. Όταν με βρήκαν ύστερα, κόντευα να σκάσω.
- Τη θερμιάρα, την κοψόχρονη! φοβέρισε η βάβω μου. Κόντεψε να μας χάσει το παιδί. Αν τη λάβω στα χέρια μου, θα την κρεμάσω απ’ το κλιτσί!
Αυτά είταν λόγια μονάχα, χωρίς κακία από μέσα, γιατί η Λάμπρω ήρθε και ξαναήρθε στο σπίτι μας, χωρίς να την πειράξει κανένας. Και ποιος θα την πείραζε, αφού η βάβω μου την είχε κόρη του αδερφού της;
Άλλη μια φορά μ’ είχανε πάρει οι δικοί μου κοντά τους σε κάτι χωράφια όπου σκάφταν ή σκαλίζαν. Και σε μια στιγμή που δε με πρόσεχαν, πήρα από καταγής πουρναρόφυλλα και τα’ βαλα στο στόμα μου. Σκάλωσαν στο λαιμό και τρόμαξαν να μου τα βγάλουν ακούγοντας το ρέψιμό μου.
Μα το χειρότερο είταν κάτι που μου παρουσιάστηκε στα πέντε χρόνια, κάτι σπειριά στο κεφάλι. Το σπίτι μας είταν από πάντα ανοιχτό και περνοδιάβαιναν μουσαφιραίοι. Μια βραδιά πέρασε κάποιος ξένος και γι’ ανταπόδοση της φιλοξενίας σύστησε στον πατέρα μου ένα γιατρικό, μια αλοιφή. Μου αλέιψαν τα σπειριά και πέρασαν μ’ εκείνη. Αλλά ύστερα με χτύπησε στ’ αφτί· με πονούσε και μάζευε.
- Δεν έπρεπε να κλείσουν τα σπεριά, είπε η βάβω. Αυτά είχαν το λογαριασμό τους, να βγει το χαλασμένο αίμα. Τώρα το φούντωσαν μέσα το κακό. Θεός να φυλάξει από χειρότερα. Το είπα γω, αλλά δε μ’ άκουσαν...
Αυτό το πλάγιο παράπονο είταν για τον πατέρα μου, που δεν άκουγε κανέναν, έκανε ό,τι του κατάβαζε, αγύριγο κεφάλι, αρβανίτικο.
- Είναι φάρα τριγιανταίικη, μου’ λεγε αργότερα η ίδια. Ένας Τριαντάτης, απ’ αυτούς που κάθονται πέρα στη Δάφνη, το’ χω ακουστά αφόντας είμουν μικρή, κάποτε πείσμωσε με τη γυναίκα του, δεν ξέρω σε τι, εκεί πόκαναν χωράφι, και χωρίς να χασομερήσει, έτσι που είταν καπνισμένος, λύνει απ’ τη ζέβλα το’ να καματερό και ζέφτει ο τρισκατάρατος τη νοικοκυρά του – αν έχει ακουστεί τέτιο ανάθεμα πουθενά!
- Κι όργωσε η γυναίκα του, βάβω ; ρώτησα με φρίκη.
- Μπόρειε να κάμει αλλιώς, παιδάκι μου; Θα την έθαφτε αδεκεί ζωντανή! Άπονοι άνθρωποι, καρδιά από στουρνάρι.
Κι η βάβω κουνούσε το κεφάλι της, καθώς θυμόταν εκείνα τα σκληρά χρόνια.
Είμουν αρκετά μεγάλος πια και καταλάβαινα τις ιστορίες που μου’ λεγε.
- Έχει καιρό που πέθανε η μάνα σου; τη ρώτησα μια μέρα.
- Δεν πέθανε, τη σκότωσαν.
- Τη σκότωσαν!, είπα με τρεμούλα και περιέργεια. Ποιος;
- Θέλεις να το μάθεις κι αυτό; Άκουσε.
Και μου διηγήθηκε πως μια μέρα, εκεί που σκάλιζαν η μάνα της κι οι αδερφάδες της, σε κάτι χωράφια όξω απ’ το χωριό, απάνω στο τραγούδι και την ξεγνιασιά τους, φανερώθηκε μπρος τους άντρας οργισμένος, μ’ άρματα στο χέρι, και δίχως να τις χαιρετίσει, δίχως να βγάλει άχνα, ξεκρεμάει το ντουφέκι του κι αρχινάει την παταριά...
- Τις σκότωσε όλες;
- Άφησε στον τόπο δυό και γλύτωσαν οι άλλες δυό. Μπορεί νάημουν κι εγώ θρακιασμένη εκείνη τη ημέρα, μα είχα δουλιές εδώ και δεν πήγα να τις βοηθήσω.
- Και τι του έφταιγαν του γρουσούζη;
Η βάβω κούνησε αλαφρά το κεφάλι της, μην ξέροντας πώς να το πει.
- Να ήθελε να πάρει την αδελφή μου και δεν του τη δίναν. Έβγαλε πως τον ξόμπλιαζαν τάχα, πως τον παραγκώμιαζαν και δε μπορούσε να σταθεί στο χωριό. Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξεμπέρδεψε  τη μάνα μου και την αδερφή μου, εκείνη που δεν τον ήθελε γι’ άντρα της, διάβηκε την ίδια μέρα το ποτάμι και τρύπωσε στο ελληνικό.
- Και τι απόγινε ύστερα;
- Αλιά σ’ εκείνες που τις σκέπασε η μαύρη πλάκα. Αυτός έζησε και πρόκοψε πέρα στο Βραχώρι, αν έχεις ακουστά. Εκεί παντρεύτηκε , έκαμε και παιδιά.
Κοίταζα να ιδώ στο πρόσωπο της βάβως μου φλόγα οργής για το φονιά, μα δε φαινόταν τίποτ’ άλλο από ένα βουβό παράπονο για τις αδικοσκοτωμένες. Τα χρόνια πέρασαν και το απάλυναν, το’ καμαν πια καρτερία. Είταν γραφτό της τύχης, θέλημα Θεού. Ξαναπαίρνει ποτέ ψυχή ο πεθαμένος;...( απόσπασμα, τρισάγιο στον Γιώργο Κοτζιούλα, 29 Αυγούστου 1956)

Γιώργος Κοτζιούλας , Η βάβω η Θόδω, Διηγήματα και άλλα πεζά, Άπαντα τομ. 2, Δίφρος, Αθήνα 2013 , 2η έκδοση

Η βάβω η Θόδω, η γιαγιά του ποιητή, ήταν το πιο αγαπημένο πρόσωπο του από τα πρόσωπα του συγγενικού του κύκλου. Τη χαρακτηριστική προσωπικότητα και τ’ όνομά της τα συναντάμε συχνότατα στην ποίηση και στην πεζογραφία του Γ. Κοτζιούλα. Συγκινητική είναι η αφιέρωση της ποιητικής συλλογής « Σιγανή Φωτιά» ( Αθήνα 1938):
Στη βάβω μου τη Θόδω,
το πιο αγαπημένο μου πρόσωπο στον κόσμο,
τη γυναίκα που μ’ άξηνε στα χέρια της
και που δεν ήξερε άλλο από το « Πάτερ ημών»,
αφιερώνω με σέβας αυτό το βιβλίο μου
που δεν επρόφτασε να τ’ ακούσει ζωντανή,
αναπαμένη από τα πρόπερσι,
τέλη του Χαμένου.

Το πεζογράφημα αυτό βρέθηκε στα κατάλοιπα του Γ. Κοτζιούλα. Γραμμένο με μολύβι σε 43 χειρόγραφες σελίδες, έχει ένα σχέδιο εξωφύλλου με τοποχρονολογία Αθήνα 1952 και μια λευκή σελίδα με την αφιέρωση Τρισάγιο στην ψυχή της. Το αφήγημα σταματάει απότομα στη σελίδα 43 είτε γιατί δεν συνεχίστηκε είτε γιατί δε βρέθηκε το χειρόγραφο μετά από αυτή τη σελίδα.

Η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2020

Τζουντ ο αφανής


Κάποιες φορές μία απλή αναφορά ενός βιβλίου μέσα σε ένα άλλο βιβλίο οδηγεί σε μια συγκλονιστική αναγνωστική εμπειρία. Αυτό συνέβη με το μυθιστόρημα του Τόμας Χάρντυ, Τζουντ ο αφανής, το οποίο μεταφράστηκε από τη Λητώ Σεϊζάνη και εκδόθηκε από τη Νεφέλη το 1997. Δεν θυμάμαι σε ποιο βιβλίο το συνάντησα, πάει καιρός, αλλά ευτυχώς που μπόρεσα να το βρω, καθώς είναι εξαντλημένη η έκδοση,  και να το διαβάσω. 

Η ιστορία ξεκίνησε να δημοσιεύεται σε συνέχειες το 1894 στο περιοδικό Χάρπερς. Πρόκειται για μια συγκλονιστική ιστορία που αρχίζει από την παιδική ηλικία του Τζουντ και τελειώνει με το θάνατό του. 
Ένα παιδί που ονειρεύεται να κατακτήσει τη γνώση και να μπει σε εκείνες τις μεγάλες αίθουσες ,όπου αυτή διδάσκεται. Ένας νέος που ερωτεύεται, παντρεύεται και απογοητεύεται σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αλλά που δεν αργεί να συναντήσει τη γυναίκα της ζωής του και να την ερωτευτεί απελπισμένα  χωρίς να μπορεί να την προσεγγίσει, παρά μόνο φιλικά καθώς γνωρίζει ότι η κοπέλα αυτή είναι εξαδέλφη του. Ένας έρωτας  αμοιβαίος στην πορεία, ο οποίος όμως περνάει του λιναριού τα πάθη και δεν κατορθώνει να φέρει την ευτυχία ακόμη και όταν το ζευγάρι ζει μαζί μετά από πολλές περιπέτειες. 
Ο Τζουντ είναι ο άνθρωπος εκείνος που όλα τα σχέδια της ζωής του βγήκαν πλάνα, που δεν μπόρεσε να κατακτήσει ουσιαστικά τίποτε από όσα ήθελε: δεν φοίτησε στις σχολές που ήθελε, δεν έκανε τη δουλειά που ήθελε, δεν έζησε τον έρωτα όπως τον ήθελε.
Η Σου, μια νέα κοπέλα, δεν ζει και δεν συμπεριφέρεται όπως η κοινωνία της εποχής της το απαιτεί και γιαυτό καταδικάζεται από αυτήν και γίνεται ο αποδιοπομπαίος τράγος. Οι πολλές ψυχολογικές διακυμάνσεις και η κυκλοθυμική συμπεριφορά  της φανερώνουν ένα σύνθετο χαρακτήρα που μάχεται να σταθεί στα πόδια του και να νικήσει τα εμπόδια χωρίς επιτυχές αποτέλεσμα. 
Η ιστορία ξεδιπλώνεται σε ομιχλώδη τοπία της αγγλικής φύσης και μικρών πόλεων με πολλές περιγραφικές λεπτομέρειες.
Τολμηρό και πολύ προοδευτικό ως προς τις ιδέες που εκφράζει για τις ερωτικές σχέσεις, το γάμο, τα παιδιά, τη μόρφωση σε μια εποχή αυστηρά πουριτανική. Σκληρό στις περιγραφές του, όσον αφορά τις ανθρώπινες σχέσεις, με ένα πέπλο μυστηρίου να καλύπτει τις πράξεις των ανθρώπων. Τραγικό στο τρόπο που διαχειρίζεται τη λύση των προβλημάτων των πρωταγωνιστών σε σημείο να νιώθεις τη καρδιά σου να χτυπά γρήγορα και με αγωνία για την εξέλιξη της ιστορίας. Μια εξέλιξη οδυνηρή και με πολλές ανατροπές, ενίοτε σπαρακτικές.
Δίπλα στους δύο βασικούς ήρωες, αρκετοί άλλοι που με τη συμπεριφορά τους και τις απόψεις τους επηρεάζουν σε μικρό ή μεγάλο βαθμό τις ζωές του Τζουντ και της Σου, αναδεικνύοντας συγχρόνως μια κοινωνία βαθιά συντηρητική , ταξική και ρατσιστική αλλά με μικρές χαραμάδες φωτός που όμως δεν οδηγούν στο αίσιο τέλος. 

Πολύ ενδιαφέρουσα η παρουσίαση του βιβλίου από τη μεταφράστρια του μυθιστορήματος Λητώ Σεϊζάνη εδώ.

Η ιστορία έγινε ταινία το 1996 με τους Κρίστοφερ Εκλεστον, Κέιτ Γουίνσλετ σε σκηνοθεσία Μάικλ Γουιντερμπότομ. Ολόκληρη η ταινία με αγγλικούς υπότιτλους:





Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

Αν πεθάνω άσε το μπαλκόνι ανοιχτό...


Και τώρα τι να πει και τι να γράψει κανείς για τον Γιάννη Πουλόπουλο; Αγέραστος μέσα από τα τόσα πολλά και καλά τραγούδια που συντρόφευσαν τη νεότητά μας και εξακολουθούν να μας γοητεύουν, να μας συγκινούν  και να τα σιγοτραγουδάμε σαν και την πρώτη μέρα που τα ακούσαμε. Με τη φωνή του συνδέσαμε τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, τις χαρές, τις απογοητεύσεις, τους χωρισμούς και τους αποχωρισμούς. Σχηματίσαμε τον κόσμο μας στα τέλη της δεκαετίας του 60 και τη δεκαετία του 70. Μικρά παιδιά που γίναμε έφηβοι. Αυτή η φωνή με την μοναδικά βελούδινη αίσθηση που άγγιζε - αγγίζει ακόμη - τις χορδές της καρδιάς μας.
Από το ραδιόφωνο όλα τα ακούσματα σε εποχές που όλα τα άλλα μέσα ήταν πολυτέλεια. Θυμάμαι που τσακωνόμασταν με τις φίλες μου γιατί είχαμε χωριστεί στις Πουλοπουλικές και στις άλλες που άκουγαν άλλους τραγουδιστές εκείνη την εποχή. Μέχρι και με τη φωνή του Νίκου Ξανθόπουλου, που την ακούγαμε στις ελληνικές ταινίες, συγκρίναμε τη φωνή του και προσπαθούσαμε να επιχειρηματολογήσουμε την προτίμησή μας στη φωνή του Πουλόπουλου. Τι να πρωτοθυμηθώ; Υπήρχε πάρτι που να μην τελειώνει με τον Πουλόπουλο; Υπήρχε μαθητική ή φοιτητική παρέα που να μην " πιάσει" έστω και ένα τραγούδι με τον Πουλόπουλο; 
Νιώθω σαν  κάτι να κατέρρευσε μέσα μου στην είδηση του θανάτου του Γιάννη Πουλόπουλου. Ίσως γιατί σιγά σιγά φεύγει μια ολόκληρη εποχή μαζί με ό,τι έχουμε αγαπήσει. Οι παλιές γειτονιές, τα σπίτια με τις αυλές και τα λουλούδια,οι δρόμοι και οι πλατείες, οι παρέες, το ραδιοφωνάκι , οι φίλοι, οι εικόνες, τα συναισθήματα.

Έπεφτε βαθιά σιωπή 

Στη φτωχιά μας την αυλή
Το δάκρυ μας σταλιά σταλιά

Μαύρο πουλάρι
πού πας τον νεκρό σου καβαλάρη;

Παιδί μου, ώρα σου καλή!


Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

Πάμε να βρούμε λίγη θάλασσα


Πάμε να βρούμε λίγη θάλασσα 
Ταξίδια να ονειρευτούμε
Κι ίσως αλλάξουν και τα λόγια μας 
Μ’ αυτά που θέλαμε να πούμε
Πάμε να βρούμε λίγη θάλασσα 
Που κάτι υπάρχει και πιο πέρα 
Μήπως μας δείξει άλλα πράγματα 
Σ αυτό το φως κι αυτή τη μέρα

Πάμε να βρούμε άλλη θάλασσα 
Εκεί που δεν κρατάει θεμέλιο
Κι είναι αλλιώς όλα τα πράγματα
και ας μην ξέρουν κι από γέλιο
Πάμε να βρούμε άλλη θάλασσα 
Κι ας είναι πάντα θυμωμένη 
Σαν προσευχή για όσα χάθηκαν 

Να μην τα βρουν οι κολασμένοι

Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου

Ερμηνεία: Βερόνικα Δαβάκη

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2020

Το γράφουν στους τοίχους, το λένε στους δρόμους, το τραγουδούν στους κάμπους

...Λόγια που ακούγαμε στους δρόμους, στον κάμπο, στα ορυχεία, ιστορίες της ζωής   λαϊκά άσματα:
Οι Ινδιάνοι στον ποταμό Παρανά, περικυκλωμένοι από έναν πολιτισμό που τους μετατρέπει σε σκλάβους ή τους εξοντώνει για να τους πάρει τη γη, τραγουδούν τα βάσανά τους:

Εσύ προστάτεψε την πηγή της νεφέλης απ' όπου προέρχονται τα σοφά λόγια. Προστάτεψε αυτό που εγώ ανακάλυψα στη μοναξιά μου, και πες στα παιδιά σου, τους Χακάιρα, με τη μεγάλη καρδιά, να το διαφυλάξουν. Αυτοί θα εξουσιάζουν τη νεφέλη με τα σοφά λόγια.

Οι πολιτικοί κρατούμενοι γράφουν γράμματα:

Θα σου διηγηθώ ιστορίες με γλάρους, και δεν θα τις συγκρίνεις ξανά με τη λύπη.

Ανώνυμα χέρια γράφουν σε κάποιον τοίχο στις αποβάθρες του Μαρ ντελ Πλάτα:

Αναζητώ τον Χριστό και δεν τον βρίσκω
Αναζητώ τον εαυτό μου και δεν τον βρίσκω
Βρήκα όμως τον πλησίον μου,
και μαζί πορευόμαστε και οι τρεις.

Από το τρελοκομείο, ο ποιητής ταξιδεύει σε μυστικούς τόπους:

Ήμουν ξαπλωμένος στη θάλασσα. Περπατούσα πάνω στα κύματα και τον κάλεσα: Λοτρεαμόν, του είπα. Κι εκείνος μου απάντησε ότι μ, αγαπούσε. Ότι θα ήμασταν στο εξής φίλοι στη θάλασσα, αφού και οι δυο μας είχαμε υποφέρει στην ξηρά.

Τα παιδιά στα σχολεία, στις φτωχογειτονιές του Μοντεβιδέο, αφηγούνται την κατάκτηση της Αμερικής:

" Έρχομαι να εκπολιτίσω. Κοίτα τι όμορφο καράβι που έχω."
" Εγώ, δεν θέλει. Εγώ έχει σπίτι, οικογένεια, καλό μισθό."
" Ναι, αλλά είναι καλύτερα έτσι όπως σου λέω εγώ, θα μιλάς όπως εγώ."
" Παράτα βλακείες, παράτα με ήσυχο."

Ο εργάτης ενός εργοστασίου εξηγεί τη σχέση του με τον ήλιο:

Όταν μπαίνεις να δουλέψεις είναι νύχτα, και όταν βγαίνεις, ο ήλιος δύει. Γι' αυτό, το μεσημέρι όλοι καταφέρνουμε να ξεκλέψουμε πέντε λεπτά για να δούμε τον ήλιο στον δρόμο ή στην αυλή του εργοστασίου, γιατί στο υπόγειο δεν τον βλέπουμε. Το φως μπαίνει, αλλά τον ήλιο δεν το βλέπεις ποτέ.

Eduardo Galeano, Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου, μετφρ. Ισμήνη Κανσή, Πάπυρος, Αθήνα 2018

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2020

Federico Garcia Lorca

Ας ήμουν μία ημέρα στη Γρανάδα
Στο χώμα που πατούσες Φεντερίκο
Κι ας ήμουν μια σταλίτσα πρασινάδα
Στης νιότης σου τον ρημαγμένο κήπο

Ας ήμουν μια ελιά στο όνειρό σου
Φτερούγισμα στην πρωινή γαλήνη
Σύντροφος που σφουγγάει το μέτωπό σου
Και μοιρολόι στη νεκρική σου κλίνη

Ας ήμουν Φεντερίκο μια κιθάρα
Που τραγουδάει το φίλιωμα του κόσμου
Αυτό μονάχα να 'μουν μια κιθάρα
Βουίζει το τραγούδι σου εντός μου

Στίχοι, Μουσική, Ερμηνεία: Πάνος Μπούσαλης