Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη 5 Μαΐου 2020

Οι άνθρωποι της Αβύσσου


Το 1902 ο Τζακ Λόντον είχε συμφωνήσει με το Αμερικάνικο Πρακτορείο Ειδήσεων να πάει στην Αφρική ως ανταποκριτής σχετικά με την κατάσταση που ακολούθησε τον πόλεμο των Μπόερς. Σκέφτηκε όμως να λοξοδρομήσει για δυό μέρες και να επισκεφθεί το Λονδίνο και με την ευκαιρία να καλύψει και τη στέψη του Εδουάρδου του Ζ' κάνοντας μια ανταπόκριση από σοσιαλιστική σκοπιά καθώς είχε ενστερνιστεί τις σοσιαλιστικές ιδέες και είχε διαβάσει Μαρξ τον οποίο αγαπούσε ιδιαίτερα, αν και ορισμένες αντιδραστικές απόψεις της νεότητάς του τον ακολουθούσαν και σε πιο προχωρημένη ηλικία.
Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν στο Λονδίνο ματαιώθηκε το ταξίδι στην Αφρική και αποφάσισε να υλοποιήσει μια ιδέα που είχε ήδη συζητήσει με έναν Αμερικανό εκδότη . Η ιδέα ήταν να γράψει ένα άρθρο σχετικό με την κατάσταση που επικρατούσε στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου και συγκεκριμένα στην περιοχή Ηστ Εντ. 
Τα άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε συνέχειες από το Μάρτιο του 1903 ως τον Ιανουάριο του 1904 σε ένα σοσιαλιστικό περιοδικό μικρής κυκλοφορίας. Τα άρθρα γνώρισαν μεγάλη επιτυχία και εκτίναξαν τη φήμη του Λόντον στα ύψη. Γνωστός τώρα όχι μόνο στους σοσιαλιστές της πατρίδας του αλλά και στο Λονδίνο. Το Νοέμβριο του 1903 τα άρθρα έγιναν βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αμερική και λίγο αργότερα στο Λονδίνο.
" The people of the Abyss" - "Οι άνθρωποι της Αβύσσου" ο τίτλος του. Το βιβλίο αυτό είναι το δεύτερο μετά τη Σιδερένια Φτέρνα στο οποίο ο Τζακ Λόντον διατυπώνει τη σοσιαλιστική του ιδεολογία.
Πολλοί είχαν περιγράψει την αθλιότητα της ζωής των κατοίκων του Ανατολικού Λονδίνου. Το βιβλίο όμως του Τζακ Λόντον θεωρείται ότι έδωσε κάτι καινούριο: Ο ίδιος ο συγγραφέας ντύθηκε με τα ρούχα τους, έζησε μαζί τους, έφτασε μέχρι τον πάτο της Αβύσσου,ταυτίστηκε μαζί τους και προσπάθησε να εξηγήσει την αιτία της αθλιότητας.
" Συγχρόνως όμως αισθανόταν και όλους τους απόβλητους της κοινωνίας σαν αδέρφια του, όμοια με κείνον, χωρίς ν' αφήνει τη συναισθηματικότητα να θολώσει την άποψή του. Μπόρεσε τότε να δοθεί μ' όλο του το είναι στις καταστάσεις και να τις νιώσει από μέσα, ενώ συγχρόνως τις περιέγραφε απέξω. Αποτέλεσμα είναι αυτό το παθιασμένο ντοκουμέντο, μ' όλη την ιστορική του αξία και τη ζωντάνια που θα μπορούσε να ήταν ένα μυθιστόρημα." έγραφε  ο συγγραφέας Jack Lindsay.


Dorset Street, Spitalfields, φωτογραφία του 1902 για το βιβλίο του Τζακ Λόντον " Οι άνθρωποι της Αβύσσου"

Ο ίδιος ο Τζακ Λόντον προλογίζοντας το βιβλίο έγραφε:
" Τις εμπειρίες που αναφέρω σ' αυτό το βιβλίο τις έζησα το καλοκαίρι του 1902. Κατέβηκα στον υπόκοσμο του Λονδίνου, και δε διέφερα σε τίποτα από έναν εξερευνητή. Έδινα περισσότερη βάση στα ίδια μου τα μάτια παρά στις διηγήσεις όσων δεν είχαν δει, ή στις λέξεις όσων είχαν δει και εξερευνήσει πριν από μένα. Χρησιμοποίησα επίσης ορισμένα απλά κριτήρια για να μετρήσω τη ζωή του υπόκοσμου. Ό,τι επιδρούσε θετικά στη ζωή, για φυσική και πνευματική δύναμη, ήταν καλό· ό,τι επιδρούσε αρνητικά, την πλήγωνε, τη μείωνε και την παραμόρφωνε, ήταν κακό.
Ο αναγνώστης θα καταλάβει αμέσως ότι είδα πολλά κακά. Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι η εποχή, στην οποία αναφέρομαι, είναι εποχή "ευημερίας" για την Αγγλία. Ο υποσιτισμός και η έλλειψη στέγης που συνάντησα είναι μια χρόνια κατάσταση μιζέριας που ποτέ δεν έχει εκλείψει, ακόμα και σε περιόδους μεγάλης ευημερίας.
Μετά το καλοκαίρι στο οποίο αναφέρομαι, έπιασε βαρύς χειμώνας. Πολλοί από τους ανέργους πήγαιναν παρέες παρέες, γύρω στα δώδεκα άτομα, πάνω κάτω στους δρόμους του Λονδίνου και ζητούσαν ένα κομμάτι ψωμί..."

Ο συγγραφέας μπήκε  "εκεί  όπου δεν μένουν οι πλούσιοι και οι ισχυροί, εκεί όπου ο ταξιδιώτης δεν πάει ποτέ, και όπου δυο εκατομμύρια εργάτες ο ένας πάνω στον άλλο, γεννούν και πεθαίνουν..."

Το Ηστ Εντ ήταν μια τεράστια τρώγλη και " για έναν καθώς πρέπει και καθαρό άνθρωπο, κάθε άθλιος δρόμος, απ' όλους τους άθλιους δρόμους του είναι και μια μεγάλη τρώγλη. Εκεί όπου βλέπει κανείς και ακούει σημεία και τέρατα, εκεί όπου ούτε σεις ούτε γω θ' αφήναμε τα παιδιά μας να βλέπουν και ν' ακούν, κανένα άλλο παιδί δε θάπρεπε να ζει, ν' ακούει ή να βλέπει. Εκεί όπου ούτε σεις ούτε γω θα θέλαμε να ζούνε οι γυναίκες μας, κανενός άλλου η γυναίκα δε θα' πρεπε να ζει. Γιατί εδώ, στο Ηστ Εντ, η βρομιά και η χυδαιότητα είναι σε ημερήσια διάταξη. Δεν υπάρχει ιδιωτικός βίος. Το κακό φθείρει το καλό και όλα μπερδεύονται μεταξύ τους..."


Είναι σωστό όταν η Επιστήμη προοδεύει, δοξάζοντας τους καιρούς.
Τα παιδιά της πόλης, οι μεθυσμένες και μαυρισμένες ψυχές
 να βουλιάζουν στο βούρκο της πόλης;
Εκεί στις σκοτεινές αλέες αναγκάζεται η πρόοδος 
να σταματήσει με τρεμάμενα πόδια·
Το έγκλημα και η πείνα έχει ρίξει χιλιάδες νεαρά κορίτσια στο δρόμο·
Εδώ ο αφέντης δίνει με μεγάλη τσιγκουνιά το καθημερινό ψωμί στις ράφτρες του·
Εδώ οι στενές και ελεεινές σοφίτες δέχονται ζωντανούς και νεκρούς·
Εδώ η σιγανή φωτιά του πυρετού σέρνεται στο σάπιο πάτωμα·
Και η αιμομειξία των φτωχών θριαμβεύει μέσα σ' αυτόν τον κυκεώνα.

Αφού ο Λόντον έζησε την απόλυτη αθλιότητα, πείνασε, δίψασε, κοιμήθηκε σε βρόμικα δωμάτια, πέρασε από πτωχοκομεία και "φιλανθρωπικά" στέκια και συζήτησε με πολλούς από τους ανθρώπους που συνάντησε εκεί, αναρωτιέται αν "Έχει ο πολιτισμός καλυτερέψει τη ζωή του μέσου ανθρώπου;" όπου διευκρινίζει ότι χρησιμοποιεί τη λέξη " άνθρωπος" με το δημοκρατικό της νόημα, δηλαδή το μέσο άνθρωπο.
Για να απαντήσει κάνει συγκρίσεις ανάμεσα στον πρωτόγονο λαό των Ιννουίτ, στην Αλάσκα και στο λαό των Εγγλέζων, ένα λαό πολιτισμένο και διατυπώνει νέα ερωτήματα: " Έχει αυξήσει ο πολιτισμός την παραγωγικότητα του μέσου ανθρώπου;" και " Αν ο πολιτισμός έχει αυξήσει την παραγωγικότητα του μέσου ανθρώπου, γιατί δεν καλυτέρεψε και τη ζωή του;"
Σύμφωνα με τον συγγραφέα :
" Η απάντηση μπορεί να είναι μόνο μία: Η ΚΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ. Ο πολιτισμός έφερε κοντά μας κάθε λογής ανέσεις και όλα όσα λαχταράει η καρδιά μας. Κι όμως όλα αυτά δεν τα απολαμβάνει ο μέσος Εγγλέζος. Αν δεν πρόκειται να τα χαρεί ποτέ, ο πολιτισμός τότε δεν έχει καταφέρει τίποτα. Δεν υπάρχει λόγος να κρατάμε ένα τέτοιο επινόημα, αν έχει αποδειχθεί μια τόσο κραυγαλέα αποτυχία. Μα είναι δυνατόν να ύψωσαν μάταια οι άνθρωποι ένα τέτοιο οικοδόμημα; Δεν το χωράει το μυαλό μου. Αν παραδεχτούμε μια τόσο παταγώδη αποτυχία πρέπει να δώσομε τη χαριστική βολή στο μόχθο και την πρόοδο.
Μια και μόνο άλλη εκδοχή μπορεί να υπάρξει: Ο πολιτισμός θα πρέπει να υποχρεωθεί να καλυτερέψει τη ζωή του μέσου ανθρώπου. Αν το παραδεχθούμε αυτό, τίθεται αυτομάτως το πρόβλημα της διαχείρισης. Πρέπει να συνεχίσουμε να παράγομε επικερδή πράγματα και να σταματήσομε να παράγομε τα μη επικερδή. Η αυτοκρατορία είναι για την Αγγλία κέρδος ή ζημιά. Αν είναι ζημιά, τότε θα πρέπει να τη διαλύσει. Αν είναι κέρδος, η διαχείριση της πρέπει να γίνεται κατά τρόπον ώστε να παίρνει το μερίδιό του απ' το κέρδος και ο μέσος Εγγλέζος.
Αν ο πόλεμος για την πρωτοκαθεδρία στο εμπόριο είναι επικερδής, συνεχίστε τον. Αν όχι, αν πληγώνει τον εργάτη και τον κάνει να ζει χειρότερα κι απ' τους άγριους, τότε ξεφορτωθείτε τις αγορές του εξωτερικού και τη βιομηχανική σας αυτοκρατορία. Γιατί είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι αν 40.000.000 άτομα με τη βοήθεια του πολιτισμού κατέχουν παραγωγική δύναμη μεγαλύτερη από τους Ίννουιτ, τότε αυτά τα 40.000.000 άτομα θα πρέπει να ζουν καλύτερα απ' τους Ίννουιτ και να έχουν ό,τι λαχταράει η ψυχή τους.
Αν οι 400.000 άνεργοι Εγγλέζοι ευπατρίδες, όπως δήλωσαν οι ίδιοι στην απογραφή του 1881, δεν προσφέρουν κέρδος, διώξτε τους. Βάλτε τους να δουλέψουν στ' αλέτρι, να βοσκάνε κοπάδια και να φυτεύουν πατάτες. Αν αποφέρουν κέρδος στη χώρα, κρατήστε τους οπωσδήποτε, φτάνει να πάρει και ο μέσος Εγγλέζος ένα μερίδιο από τα κέρδη που προσφέρουν συνεχίζοντας να μην κάνουν τίποτα.
Με λίγα λόγια η κοινωνία πρέπει να αναδιοργανωθεί και η διαχείρισή της να εξυγιανθεί. Δε συζητάμε καν το ότι η τωρινή διαχείριση είναι ανίκανη. Έχει στραγγίξει την Αγγλία από το αίμα που τη ζει. Έχει αδυνατίσει τους ανθρώπους που κατοικούν τη χώρα τους και τους έχει κάνει ανίκανους ν' ανταγωνιστούν στην πορεία των ανταγωνιζομένων εθνών. Έχει φτιάξει ένα Γουέστ Εντ και ένα Ηστ Εντ στο μέγεθος όλης της χώρας, όπου το ένα είναι αχαλίνωτο και διεφθαρμένο και το άλλο άρρωστο και υποσιτισμένο...
Οι διαχειριστές αυτοί, πρέπει αναγκαστικά να φύγουν από τη μέση, αφού έκαναν τόσο εγκληματικά κακή δουλειά. Γιατί, όχι μόνον έκαναν σπατάλες και δεν κατάφεραν τίποτα, αλλά και έκαναν κακό και στις ζωτικές πηγές της χώρας. Κάθε τσακισμένος και ταλαιπωρημένος φτωχός, κάθε τυφλός, κάθε παιδί που γεννιέται στη φυλακή, κάθε άντρας, γυναίκα και παιδί που υποφέρει από την πείνα, υποφέρει γιατί οι κυβερνήσεις αυτής της χώρας δεν διαχειρίστηκαν σωστά τις ζωτικές πηγές που είχαν στη διάθεσή τους.
Και δεν μπορεί κανένα μέλος της τάξης των διαχειριστών να ισχυριστεί μπροστά στο δικαστήριο της Ανθρωπότητας ότι είναι αθώος. " Οι ζωντανοί στα σπίτια τους, οι νεκροί στους τάφους τους" δέχονται την πρόκληση από κάθε παιδί που πεθαίνει από ασιτία, από κάθε κοπέλα που φεύγει απ' την τρώγλη και κάνει τη νύχτα πεζοδρόμιο στο Πικκαντίλλυ, από κάθε άνεργο μεροκαματιάρη που πέφτει να πνιγεί στο κανάλι. Η τροφή που τρώει αυτή η τάξη των διαχειριστών,το κρασί που πίνει, οι γιορτές που οργανώνει και τα ωραία ρούχα που φοράει, είναι πρόκληση για τα οχτώ συν οχτώ εκατομμύρια στόματα που ποτέ δεν είχαν αρκετή τροφή για να χορτάσουν και για τα είκοσι εκατομμύρια κορμιά που δεν έχουν ρούχα να φορέσουν και σπίτι να μείνουν.
Δεν μπορεί να κάνω λάθος. Ο πολιτισμός αύξησε την παραγωγικότητα του ανθρώπου εκατό φορές. Κι όμως, εξ αιτίας της κακής διαχείρισης, οι πολιτισμένοι άνθρωποι ζουν χειρότερα κι από τα ζώα, έχουν λιγότερα να φάνε, να φορέσουν και να προστατευθούν από τα στοιχεία της φύσης, απ' όσα έχει ο άγριος Ίννουιτ, που έχει ν' αντιμετωπίσει ένα παγωμένο κλίμα και ζει σήμερα όπως ζούσε πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια, στην παλαιολιθική εποχή"(1)

Αν ο Τζακ Λόντον είχε διαβάσει τον Ένγκελς  δεν θα απέδιδε την αθλιότητα απλά και μόνο στην κακή διαχείριση των κυβερνήσεων . Θα διάβαζε ότι " η αιτία της αθλιότητας της εργατικής τάξης δεν πρέπει να αναζητηθεί σε κείνα τα μικρά δεινά, αλλά στο ί δ ι ο τ ο κ ε φ α λ α ι ο κ ρ α τ ι κ ό  σ ύ σ τ η μ α. Ο εργάτης πουλά στον κεφαλαιοκράτη την εργατική του δύναμη για ένα ορισμένο ημερήσιο χρηματικό ποσό. Ύστερα από δουλιά λίγων ωρών ο εργάτης έχει αναπαραγάγει την αξία αυτού του ποσού. Όμως το συμβόλαιο εργασίας που έκλεισε λέει ότι πρέπει τώρα να εξακολουθήσει να δουλεύει μια σειρά ώρες ακόμα για να συμπληρώσει την εργάσιμη μέρα του. Η αξία λοιπόν που παράγει ο εργάτης σ' αυτές τις πρόσθετες ώρες της υπερεργασίας, είναι υπεραξία, που δεν στοιχίζει τίποτα στον κεφαλαιοκράτη, μα που ωστόσο κυλά στην τσέπη του. Αυτή είναι η βάση του συστήματος που χωρίζει  ολοένα και περισσότερο την πολιτισμένη κοινωνία, από τη μια μεριά σε μερικούς Ρότσιλντ και Βάντερμπιλτ, τους κατόχους όλων των μέσων παραγωγής και συντήρησης, κι απ' την άλλη, σε μια τεράστια μάζα μισθωτούς εργάτες που δεν κατέχουν τίποτα άλλο, εκτός από την εργατική τους δύναμη. Και ότι το αποτέλεσμα αυτό δεν οφείλεται σε τούτο ή σε κείνο το δευτερεύον κακό, αλλά μονάχα στο ίδιο το σύστημα - το γεγονός αυτό έγινε σήμερα φως- φανερό με την ανάπτυξη του καπιταλισμού στην Αγγλία..."(2)


(1) Τζακ Λόντον , Οι άνθρωποι της Αβύσσου,μετφρ. Γιάννης Παπαδάκης, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988

(2) Μαρξ - Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα τ. 2 : Φρίντριχ Ένγκελς, Πρόλογος στην " Κατάσταση της εργαζόμενης τάξης"(1892)

Δεν υπάρχουν σχόλια :