Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχοντούλα Διαβάτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχοντούλα Διαβάτη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη

.TΑ ΠΟΥΛΙΑ ΟΛΑ ΜΑΖΙ καὶ ἕ­να-ἕ­να ἔ­λε­γαν κά­τι ποὺ τῆς δι­έ­φευ­γε. Ἕ­να χε­λι­δό­νι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ τὴν κουρ­τί­να ποὺ ἀ­νέ­μι­σε τρο­μαγ­μέ­νη. Τί ὦ­ρα ἦ­ταν; Ρο­λό­ι που­θε­νά. Ἀ­να­ζή­τη­σε μη­χα­νι­κὰ τὸ κι­νη­τό της, σι­ω­πη­λό, ξε­χα­σμέ­νο στὸ σα­κί­διο χω­ρὶς φόρ­τι­ση. Ἡ­συ­χί­α στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Πα­ρα­ῆ­ταν πρω­ὶ γιὰ τὰ δε­δο­μέ­να τους. Κά­τι τζιτ­ζί­κια μο­νά­χα ἔ­πια­ναν εὐ­συ­νεί­δη­τα δου­λειά. Τσά­κι­σε ἐ­κεί­νη τὴ σε­λί­δα στὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζε —ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἄυ­πνη κα­τὰ τὴ συ­νή­θειά της, πρώ­τη βρα­διὰ σὲ ἀλ­λι­ώ­τι­κο χῶ­ρο ἀ­π’ τὸν γνω­στό της, εἶ­χε φτά­σει στὴ σε­λί­δα 280 Στὸ τέλος τῆς γῆς— κι ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὴν τρα­πε­ζα­ρί­α φορ­τω­μέ­νος μὲ τὸ δί­σκο: κα­φές, γά­λα, κρουα­σὰν κι ὅ­λα τὰ κα­λὰ τοῦ θε­οῦ σὲ πυ­ρα­μί­δα. Μέ­σα στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ πρω­ι­νοῦ ἀ­κού­στη­κε δο­ξα­στι­κὰ τὸ ρο­λό­ι ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α τοῦ χω­ριοῦ. Μιά, δυ­ό, τρεῖς, ἄρ­χι­σαν νὰ με­τρᾶν μα­ζὶ τοὺς χτύ­πους γε­λών­τας δυ­να­τά· πρὶν πε­ρά­σουν στὴ βε­ράν­τα, ρι­γών­τας στὴν πρω­ι­νὴ ψύ­χρα σταλ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ποὺ ἔ­λαμ­πε κά­τω καὶ πέ­ρα ἀ­πὸ πρά­σι­νους καὶ γα­λά­ζιους μπα­ξέ­δες. Ἐ­λι­ές, συ­κι­ές, κλή­μα­τα καὶ δυ­ὸ τρί­α σπί­τια μὲ κόκ­κι­νη στέ­γη καὶ αὐ­λή. Πάν­το­τε στὶς δι­α­κο­πὲς συ­σχε­τί­ζα­νε καὶ συγ­κρί­να­νε τοὺς τό­πους κι ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­να­νε: πῶς μοιά­ζουν με­τὰ τό­σα χρό­νια ποὺ ἔ­χου­νε νὰ ἔρ­θου­νε, ποὺ εἴ­χα­νε τὰ παι­διὰ μι­κρά, καὶ νά, ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο δω­μά­τιο τοὺς εἶ­χαν δώ­σει, φαν­τά­σου σύμ­πτω­ση! Καὶ πό­τε ἤ­τα­νε ἀ­κρι­βῶς, ὁ Ἀ­λέ­ξης πή­γαι­νε νη­πι­α­γω­γεῖ­ο ἢ δη­μο­τι­κὸ, κι ἡ Γε­ωρ­γί­α εἶ­χε γεν­νη­θεῖ;
       Θυ­μᾶ­σαι; Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δι­η­γη­θεῖ ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α – θο­λὰ ξέ­φτια ἀ­νέ­βαι­νε ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ μέ­σα της. Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη, μὲ τὸν κω­δι­κὸ αὐ­τὸ τὴν εἶ­χε κα­τα­χω­ρί­σει στὸ μυα­λό της καὶ τώ­ρα τὴν ἀ­νέ­συ­ρε χα­μο­γε­λών­τας μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Καὶ τὴν δι­η­γι­ό­ταν στὸν ἑ­αυ­τὸ της πρῶ­τα, ἀλ­λά­ζον­τας, ἐ­πι­νο­ών­τας ξα­νὰ τὸ πα­ρελ­θόν, αὐ­θαι­ρε­τών­τας ὅ­σο ἤ­θε­λε. Για­τί ὄ­χι;
      Στὸ νη­σί, στὰ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να ἀ­ρα­χτοὶ —πό­σα χρό­νια πρίν;— κι ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ γέ­λιο νὰ πιά­νει ὅ­λο τὸ χῶ­ρο, νὰ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται —κα­λο­και­ρά­κι ἀ­πό­γευ­μα καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοι­χτά— πα­ρα­δει­σέ­νιο. Ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ἀλ­λοῦ, αἰ­σθη­σια­κό, ναρ­κισ­σευ­ό­με­νο καὶ κυ­κλο­γύ­ρι­ζε καὶ ξε­σποῦ­σε ἀ­συγ­κρά­τη­το ὅ­λο ἐ­κρή­ξεις κι ὅ­λο δυ­νά­μω­νε σὰ νὰ δι­η­γι­ό­ταν μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ κά­πο­τε ὅ­λοι γνω­ρί­ζα­νε καὶ μὲ τὸν και­ρὸ τὴν εἴ­χα­νε ξε­χά­σει, κι ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ἔ­τσι βου­τηγ­μέ­νοι στὴν κα­τή­φεια. Γέ­λιο νέ­ας γυ­ναί­κας ποὺ ἀγ­κά­λια­ζε ὅ­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, τὸ τε­τρά­γω­νο, τὴν πό­λη. Ποι­ά ἦ­ταν; Ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη μὲ τό­σα λί­γα ἢ μή­πως μὲ πολ­λά; Τῆς ἔ­δι­ναν πολ­λὰ αὐ­τη­νῆς, ἕ­ναν ἀ­πό­λυ­το ἔ­ρω­τα ἴ­σως, μιὰ τέ­τοι­α τε­λει­ό­τη­τα ποὺ αὐ­τοὶ ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χαν πά­ψει νὰ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται. Ἦ­ταν μή­πως μιὰ ξέ­νη γυ­ναί­κα, μιὰ με­τα­νά­στρια, μα­θη­μέ­νη μὲ δυ­σκο­λί­α νὰ κερ­δί­ζει τὴ ζω­ὴ καὶ γι’ αὐ­τὸ ἕ­τοι­μη νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὴ χα­ρὰ καὶ νὰ τὴν ὑ­πο­δε­χτεῖ κα­θὼς τῆς πρέ­πει; Ἦ­ταν ἕ­να νε­α­ρὸ σα­χλὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε δε­χτεῖ τὸ πρῶ­το ἐ­ρω­τι­κὸ φι­λὶ καὶ χαί­ρε­ται φι­λά­ρε­σκη μὲ τὸν νε­α­ρὸ ἐ­ρα­στὴ πρω­τό­γνω­ρα ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα καὶ χά­δια, θέ­λει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει, δὲν τὸν χορ­ταί­νει, κά­τι τέ­τοι­ο; Ἢ μή­πως πά­λι εἶ­χαν βρε­θεῖ ξα­νά —χα­μέ­νοι γιὰ χρό­νια— κλει­σμέ­νοι σ’ ἕ­να δω­μά­τιο οἱ πα­λιοὶ ἐ­ρα­στὲς νὰ δι­η­γοῦν­ται ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο τὴ ζω­ὴ ποὺ ἔ­ζη­σε ὁ κα­θέ­νας χω­ρὶς τὸν ἄλ­λο, τί ἄ­δι­κες, χα­μέ­νες, μά­ται­ες ὧ­ρες προ­σπα­θών­τας νὰ ται­ριά­ξουν μὲ τὸ λά­θος ταί­ρι, χω­ρὶς κα­τα­νό­η­ση ἢ δι­ο­ρα­τι­κό­τη­τα, χω­ρὶς δι­αί­σθη­ση ἢ πά­θος, χω­ρὶς νὰ μπο­ροῦν ἢ νὰ θέ­λουν νὰ δώ­σουν καὶ νὰ πά­ρουν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση ὅ­πως αὐ­τοὶ ἤ­ξε­ραν κά­πο­τε. Δὲν εἶ­χαν βγεῖ μπρο­στὰ στὸ μπαλ­κο­νά­κι γιὰ κα­φὲ οὔ­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πό­γευ­μα, οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο καὶ τὸ γέ­λιο δὲν εἶ­χε ξα­να­κου­στεῖ. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ ὅ­μως στὸ δι­ά­δρο­μο εἶ­χαν πέ­σει πά­νω στὸ νε­α­ρὸ ποὺ ἔ­σπρω­χνε τὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι τῆς φί­λης του. Ἕ­να κα­τά­ξαν­θο κο­ρί­τσι μὲς στὴν κα­λὴ χα­ρὰ μὲ σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη κι ἀ­λο­γο­ου­ρά.
      Τὸ θυ­μό­ταν ἐ­κεῖ­νος; Ὄ­χι ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς, κά­τι ὅ­μως θυ­μό­ταν – ἢ ὄ­χι; Κι ἡ χτε­σι­νή τους μέ­ρα, μὲ κεῖ­νο τὸν ἀ­έ­ρα τὸν τρε­λὸ ποὺ εἶ­χε ση­κώ­σει ἄ­σπρα με­γά­λα κύ­μα­τα – πή­γαι­ναν κι ἔρ­χον­ταν βογ­κών­τας στὴν πα­ρα­λί­α, ἕ­να παι­χνί­δι γιὰ τὰ παι­διά, νὰ τσι­ρί­ζουν πη­δών­τας ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μιὰ χα­ρού­με­νη ἀ­φρι­σμέ­νη ἀγ­κα­λιά, ἀλ­λὰ κο­λύμ­πι μη­δέν, πό­σῳ μᾶλ­λον ποὺ συν­νέ­φια­σε στὸ λε­πτό, μαύ­ρι­σε γύ­ρω-γύ­ρω τὸ σκη­νι­κὸ τῆς αἰ­θρί­ας κι ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­κεί­νη ἡ κα­λο­και­ρι­νὴ μπό­ρα. Ὁ ἀ­έ­ρας βέ­βαι­α τὴ νύ­χτα εἶ­χε πέ­σει —μή­πως θὰ ἤ­θε­λε νὰ βγοῦν γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το στὸ χω­ριό— ἔ­χουν και­ρό, ἡ θά­λασ­σα μπο­ρεῖ νὰ τοὺς πε­ρι­μέ­νει. Βλέ­πει τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα –μι­κρὰ ἄ­γρια τρι­αν­τά­φυλ­λα στὸ φρά­χτη – ἐ­ξη­γοῦν μὲ τὸ ἄ­ρω­μά τους κά­τι ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ πεῖς μὲ λό­για, καὶ τὸ χῶ­μα κά­τω καὶ ἡ ἄμ­μος, ἔ­χον­τας σκου­ρύ­νει, λαμ­πυ­ρί­ζει κά­που κά­που χα­ϊ­δε­μέ­νη ἀ­πὸ τὸν νέ­ο ἥ­λιο. Νὰ τὰ κλεί­σει τῆς ἔρ­χε­ται ὅ­λ’ αὐ­τὰ στὸ κου­τὶ τῆς ἀ­νά­μνη­σης, ὀρ­θο­γώ­νιο κου­τί, φτι­αγ­μέ­νο μὲ πα­λιὰ κο­χύ­λια, νὰ τὰ πά­ρει μα­ζί της.
 Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη