Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κοντός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιάννης Κοντός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

Τάσος Λειβαδίτης: το αστέρι μας μέσα στην καταχνιά


Έφηβος, όταν πρωτοδιάβασα Λειβαδίτη, είπα: " άλλος ένας καλός, αριστερός ποιητής". Μετά άκουσα τα τραγούδια του ( σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη) και έμεινα ξάγρυπνος κλαίγοντας. Αργότερα, στα 1972, όταν εξέδωσε τον" Νυχτερινό επισκέπτη" διάβαζα νύχτες και νύχτες αυτές τις λέξεις - τις πονεμένες , μεταφυσικές και ερωτικές - παρά τις αντιρρήσεις και τις αρνητικές παραινέσεις της Έλλη Αλεξίου και του Μάρκου Αυγέρη, εκεί στο σπίτι τους, κοντά στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, μαζί με τους: Νάσο Βαγενά, Θανάση Νιάρχο, Μάγδα Τσιρογιάννη και άλλους νέους ποιητές. Μετά τον έβλεπα με τα μάτια της φαντασίας μου, ώσπου μια μέρα, γύρω στα 1975 τον είδα - πού αλλού; - στον " Κέδρο" να μιλά χαμηλόφωνα με εκείνη την υπέροχη γυναίκα, τη Νανά. Τον κοιτούσα: ψηλός, ευθυτενής, ωραίος, κομψός. Διακρινότανε η ποίηση στα λόγια και στις κινήσεις του. Μετά από περίπου ένα χρόνο, τον πλησίασα στο ίδιο μέρος και τον ευχαρίστησα για μια κριτική που μου είχε κάνει στην εφημερίδα "Αυγή" για το βιβλίο μου " Τα απρόοπτα". Μου χαμογέλασε και αρχίσαμε να μιλάμε για ποιήματα, ποιητές, λέξεις και πρόσωπα. Η Νανά μας αγκάλιαζε με ένα υπέροχο χαμόγελο. Αυτή την ειδυλλιακή πρώτη συνάντηση ακολούθησαν και άλλες. Σε πιο εξομολογητικούς τόνους, είπαμε και είπαμε για τη ζωή μας. Του άρεσε το ποτό και η ταβέρνα. Μετά μερικά χρόνια μου λέει ένα μεσημέρι: " Χθες βράδυ ήπια πολύ ουΐσκι ". Ήταν ένας άνθρωπος με έντονα υπαρξιακά προβλήματα και μια ενοχή για τα πάντα. Ένιωθε να είναι κολλημένος στον τοίχο και να απολογείται. Τα βιβλία του αγαπήθηκαν πολύ. Ποτέ δεν ξεχνώ τους σπουδαστές σε μια σχολή θεάτρου που έκανα λογοτεχνία, την προσοχή και τη συγκίνηση και τη συμμετοχή τους στα ποιήματα του Λειβαδίτη. Μου μιλούσε για τον πατέρα του, έμπορο υφασμάτων που πτώχευσε. Και για τις ευτυχισμένες  μέρες όταν οικογενειακώς παραθέριζαν την εποχή του μεσοπολέμου στο Χαλάνδρι. Συχνά μου μιλούσε με θαυμασμό για ωραίες γυναίκες και ποιητές που ξεχώριζε: για τα ατόφια συναισθήματά τους, τον μοντέρνο τρόπο και τις αλλαγές που κατόρθωσαν στο σώμα της ποιήσεως. Ήτανε δέκτης πολλών μηνυμάτων, κυρίως όμως των νέων ποιητών. Στενός φίλος του Γιάννη Ρίτσου ( στον οποίο διάβαζε ό,τι έγραφε) και του Τίτου Πατρικίου. Η τελευταία του δεκαπενταετία ήτανε πολύ παραγωγική και ο ίδιος εξέπεμπε μια ιδιαίτερη  καλλιτεχνική και ανθρώπινη αύρα. Τα τελευταία χρόνια έκοψε το τσιγάρο ( από ένα πρόβλημα καρδιάς), ήτανε μανιώδης καπνιστής. Τα βιβλία του: " Εγχειρίδιο ευθανασίας". " Βιολέτες για μια εποχή", " Μικρό βιβλίο για μεγάλα όνειρα", "Τα χειρόγραφα του φθινοπώρου", κ.α. μας άφησαν άφωνους. Έγιναν λίπασμα για πολλές ψυχές. Ο Τάσος Λειβαδίτης εξερεύνησε τόπους και εξόρυξε μετάλλευμα ευγενές. Οι λέξεις του σε τραβούσαν στον ουρανό. Ήτανε ένας πιστός, άπιστος του Χριστού και οι προσευχές του μας ζέσταιναν στην άπονη παγωνιά του κόσμου. Και φυσικά παρέμενε βαθιά πολιτικός με τον τρόπο του. Κοντά στο τέλος του, τον έβλεπα ευθυτενή και ωραίο να κατεβαίνει την οδό Πανεπιστημίου. Πολλοί τον πλησιάσαμε και μας άγγιξε η μεγαλοψυχία του. Κοντά του πάντα οι πιστές: Μαρία και Βάσω. Τώρα είναι μύθος πια. Υπαρκτός βέβαια που μας προστρέχει στις δύσκολες στιγμές μας. Λέμε με υπερηφάνεια ότι αυτόν τον εξαίρετο άντρα και ποιητή τον γνωρίσαμε και μάθαμε κοντά του τη ζωή και την Τέχνη. Θα τελειώσω με ένα ποίημα, όπως είναι φυσικό:

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Κι όταν ο Θεός τέλειωσε τη δημιουργία του κόσμου ήρθε 
ο βαφέας να πάρει τα φορέματα των γυναικών για το πένθος
κι έγιναν τα ανθοπωλεία στη σειρά. Άνοιξα το παράθυρο 
και κοίταξα μακριά το άδοξο τέλος της μέρας.

 Αύγουστος 2007, Μεταξοχώρι                                      Γιάννης Κοντός


Δημοσιευμένο στο περιοδικό Οδός Πανός , το αφιερωμένο  στον Τάσο Λειβαδίτη
τεύχος 140, Απρίλιος - Ιούνιος 2008

20 Απριλίου 1922 γεννήθηκε ο Τάσος Λειβαδίτης

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ( Τα ρυάκια, η αγάπη, το ποτάμι)

Πάνε δύο χρόνια( σημ. ιστολογίου: το κείμενο γράφτηκε το 1992) από τον Νοέμβριο που μας άφησε ο Γιάννης Ρίτσος. Θυμάμαι την πλατεία, μπροστά από τη Μητρόπολη Αθηνών, γεμάτη κόσμο. Πλάι μου ήτανε η Λούλα Αναγνωστάκη, και μόλις βγάλανε το μαύρο φέρετρο κι ο κόσμος χειροκροτούσε και τραγουδούσε, εμείς οι δύο κλαίγαμε πικρά για το ξόδι του ποιητή, του τρυφερότερου Έλληνα. Εκείνη τη στιγμή νιώθω ένα αγκάλιασμα και ένα δυνατό φιλί στο πρόσωπό μου. Ήτανε ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, που μας παρατηρούσε από μακριά και ήρθε να μας αγκαλιάσει. Τον Γιάννη Ρίτσο τον ήξερα πάντα. Δηλαδή όταν άρχισα να βλέπω και να αγγίζω τα σχήματα του κόσμου - τα ποιήματα, τις μυρωδιές, τη μουσική, τα δέντρα, τον αέρα, το φως, τους ανθρώπους. Άκουσα το όνομά του - πολύ μικρός - σαν κάτι το απαγορευμένο. Όμως εγώ ήθελα να μάθω, και μετά από λίγα χρόνια, κρυφά, ένας συμμαθητής μου μού διάβασε ένα ποίημα ( από αυτά που λένε στρατευμένα). Θέλω εδώ να πω ότι στο ποίημα ο ποιητής βάζει τις λέξεις με έναν τρόπο μοναδικό και τις περισσότερες φορές ανεπανάληπτο - και ας είναι οι πιο κοινές, που λέμε καθημερινά όλοι -, γιατί η πρακτική και η μεταφυσική πάνε μαζί, γιατί όλα τα παρασύρει το αίμα του ποιητή. Μετά, όλο τον φανταζόμουνα. Την εικόνα που δημιούργησα - ύψος, χαμόγελο, ζεστά μάτια, ωραία μύτη, μακριά δάχτυλα, στην άκρη τους πάντα ένα τσιγάρο, προσεχτικά ντυμένος, αγαπησιάρης, και εκείνη η φωνή η βυζαντινή. Πολλές φορές, αργότερα, μου ταίριαζε η φωνή του με του Βασίλη Τσιτσάνη. Μου τον περιέγραφε ( όλο γι' αυτόν μιλούσαμε) και ο συμμαθητής μου, ο συνθέτης Γιάννης Γλέζος, που ήτανε ανεψιός του. Τον πρωτοείδα, πού αλλού, στον Κέδρο, Πανεπιστημίου 44, μαζί με τη Νανά, να μιλάνε γελώντας, όλο χαρά και ζωντάνια.
Τον κοίταζα τόσο επίμονα, που έστριψε το κεφάλι και με χαιρέτησε. Εγώ είχα τέτοιο τρακ, που δεν μπορούσα να πω τη λέξη "χαίρεται". Το κατάλαβε και μου χαμογέλασε για να πάρω θάρρος. Πρέπει να ήτανε το 1964. Μετά, διάβασμα ποιημάτων του Ρίτσου. Ποιήματα που κομμάτια τους μάθαινα απέξω. Βάδιζα, σπούδαζα οικονομικά, φλέρταρα, αλλά το μυαλό μου εκεί, στα ποιήματα. Είναι άδικο να ξεχωρίσω τίτλους, κομμάτια και ενότητες. Όμως τώρα, μετά από τόσα χρόνια, θυμάμαι ότι ανέπνεα ελεύθερα, έτρεχα σε έναν ορίζοντα πολύχρωμο, και στα καθημερινά συμβάντα έδινα άλλα ονόματα. Ήταν ένα παιχνίδι που πολύ με βοήθησε στο γράψιμό μου. Εξάλλου η βοήθεια των παλαιότερων είναι: στην εκκίνηση, στην ατμόσφαιρα, στο μυστικό άγγιγμα, στις απότομες βροχές μέσα στο δωμάτιό σου, στο μέγιστο μάθημα της γλώσσας, και στις εικόνες που αναδύονται ολόσωμες μπροστά σου. Μετά έρχονται οι τεχνικές, οι ρυθμοί, η ποίηση της ποίησης, τα ανοίγματα των στίχων , το μήκος των ποιημάτων, οι συνθέσεις, το βαρύ κεφάλι, και η ξαγρύπνια πλάι σ' ένα μισοτελειωμένο ποίημα. Αυτά όλα και άλλα μου τα έδωσε απλόχερα ο Γιάννης Ρίτσος μόνο με δύο καλημέρες που ανταλλάξαμε. Μερικά χρόνια αργότερα (1968), στη Λαμία, στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, στη γραμμή λοιπόν, με τα όπλα στους ώμους, ο Χριστόφορος Λιοντάκης και εγώ. Εκεί, ανάμεσα στα παραγγέλματα, στις φωνές, στη βία και στην κόπωση, ο Χριστόφορος ψιθύριζε ποιήματα του Καρυωτάκη και εγώ του Ρίτσου. Άλλη παλαιότερη εικόνα, σ' ένα πάρτυ. Ήμουνα με μία παρέα φοιτητών, έφηβος ο γράφων, γύρω στα δεκαεπτά, και άρχισαν οι μεγάλοι να τραγουδούν τον μελοποιημένο Επιτάφιο. Τέτοια ένταση κι επικοινωνία έχω να νιώσω πολλά χρόνια. Άρχισαν οι περιπέτειες της δικτατορίας. Αυτός ο άνθρωπος είχε περάσει τα πάνδεινα από τα νιάτα του. Να μνημονεύσω εδώ το ποίημα που του χάρισε η Μαρία Πολυδούρη, όταν γνωρίστηκαν στη Σωτηρία, άρρωστοι και οι δύο. Όμως ήτανε ο πιο δουλευταράς ποιητής. Ζωγράφιζε σε κουτιά τσιγάρων, σε πέτρες, σε ρίζες, παντού. Και πάντα έγραφε, έγραφε. Όταν γνωριστήκαμε καλά, πήγαινα σπίτι του. Τι σπίτι. Γεμάτο έργα, αντικείμενα, ποιήματα, ενθύμια, χειρονομίες, αγάπες, αυτό που λέμε μεγαλείο της καθημερινότητας. Και αυτός προσηνής, χαμογελαστός, έτοιμος να ακούσει, να βοηθήσει, να ακουμπήσει . Ο πεζογράφος Ανδρέας Φραγκιάς ( η πιο ευγενική μορφή στα Γράμματά μας), μου έλεγε για τη δύναμη του ανθρώπου και του καλλιτέχνη: στην Κατοχή ο ποιητής, άρρωστος με αιμοπτύσεις στο κρεβάτι, του διάβαζε συνέχεια ποιήματα και αποσπάσματα από ένα εκτενές μυθιστόρημα που χάθηκε στο στρόβιλο της καταστροφής. Επίσης, ο Ρίτσος είχε την " τύχη " να του κάψει βιβλία το καθεστώς Μεταξά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός. Την εποχή λοιπόν της δικτατορίας, μου έφερνε δίσκους Ρίτσου - Θεοδωράκη ο Δημήτρης Δανίκας, μέσα σε θήκες των Pink Floyd, από το Λονδίνο που σπούδαζε. Τότε ρωτούσαμε καθημερινά τη Νανά του Κέδρου για τον Ρίτσο, ήτανε ο άνθρωπός του. Όταν τον είδα μετά τις περιπέτειές του, ήταν πάντα ωραίος και νεανικός. Τίμιος με την ιδεολογία του, και καλλιτέχνης τίμιος. Όταν πέθανε ο Στρατής Τσίρκας, άρχισαν οι σκληροί κονδυλοφόροι του ΚΚΕ να γράφουνε άσχημα για τον συγγραφέα. Την ίδια εποχή, ο Κώστας Παπαγεωργίου κι εγώ κάναμε ένα αφιέρωμα στον Τσίρκα, στο περιοδικό Αντί. Ζήτησα ένα κείμενο από τον Ρίτσο και μου έδωσε ένα πολύ υπέρ του Τσίρκα, και αμέσως σταμάτησαν οι επιθέσεις των άλλων. Μέχρι το τέλος του διάβαζε, ενημερωνόταν. Ήξερε τους νέους, τους νεότερους , και ό,τι σκιρτούσε στην ποίηση, στην πεζογραφία, στη ζωγραφική, σε όλες τις τέχνες. Ο ίδιος είχε  μέσα του - όπως όλοι οι μεγάλοι - το παραδοσιακό, το μοντέρνο, το δημοτικό μέλος, ακολουθούσε την εποχή του, μεταμορφωνόταν, είχε χιλιάδες πρόσωπα: Ορέστης, Ελένη, Φιλοκτήτης, Χρυσόθεμις, Ισμήνη, Αριόστος, και στα ποιήματα μέσα το ίδιο: Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, Τα Επικαιρικά, Το μακρινό, Γραφή τυφλού, κ.α.
Εκείνη η βυζαντινή του γραφή παντού, σε κάθε χαρτί. Θα αναφέρω ένα βιβλίο του που μου έκανε μεγάλη εντύπωση και με επηρέασε: Πέτρες Επαναλήψεις Κιγκλίδωμα. Μετά το 1974, τον έβλεπα συχνότερα στον Κέδρο και σπίτι του. Τα λέγαμε, με ρωτούσε για τα πάντα, και για τη ζωή μου, έτοιμος πάντα να βοηθήσει. Και όταν σου μιλούσε είχε πειθώ και επιδρούσε καταλυτικά στην ψυχολογία σου. Το τσιγάρο πάντα στα δάχτυλα, ποτέ τα δάχτυλά του δεν έμεναν χωρίς τσιγάρο. Έζησε, είδε τιμές και τιμές, και μεγάλες αγάπες. Γραφτήκανε πολλά βιβλία για τη δουλειά του. Θα αναφέρω ένα, που κυκλοφόρησε μετά το θάνατό του, τη Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου 1924 - 1989, της Νινέττας Μακρυνικόλα, που, ενώ είναι μια τέλεια βιβλιογραφία, στο βάθος είναι μια μυθιστορηματική βιογραφία. Θυμάμαι όταν είχε βγάλει Το ρόπτρο, και τι χαρές έκανε όταν του χάρισα ένα ρόπτρο. Συνέχιζα να τον βλέπω και να τον ακούω στο τηλέφωνο. Πάντα με ρωτούσε για βιβλία νέων που είχε διαβάσει. Τον ενδιέφερε η ζωή, η καθημερινότητα, σε ίσα μερίδια με την ποίηση. Και εκείνη η υπέροχη γυναίκα του, η Φαλίτσα, που ήξερε τι πρόσωπο είχε πλάι της και τον πρόσεχε. Γιατρός η ίδια στη Σάμο, έδινε μαθήματα ανθρωπιάς και αυταπαρνήσεως. Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, κι ο ποιητής αρρώστησε, απομονώθηκε, και σε μια εσωτερική ησυχία και με μία διακριτικότητα έφυγε από τη ζωή. Δεν τον είδα στη διάρκεια αυτής της στενωπού του τέλους, ούτε τον πήρα τηλέφωνο. Νέα μάθαινα από τη Μάρω, τη Νινέττα και την κόρη του Έρη. Μανιώδης καπνιστής, το πήγε το τσιγάρο μέχρι το τέλος της ζωής του. Όπως και τις πεποιθήσεις του και την ποίηση. Πιστός, ήρεμος, ονειροπαρμένος, ωραίος, και πάντα νέος. 
Μετά την κηδεία, γύρισα σπίτι και διάβασα την Παλιά μαζούρκα σε ρυθμό βροχής, όπως έκανα έφηβος. Ο ποιητής ήδη είχε ταφεί στη Μονεμβασιά, εκείνη τη βυζαντινή γωνιά, και έγινε μύθος.

                   Αθήνα, Νοέμβριος 1992 - Μεταξοχώρι Αγιάς, Αύγουστος 1993



Γιάννης Κοντός, Τα ευγενή μέταλλα, Κέδρος, Αθήνα 1994

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Γιάννης Κοντός, Ο δικός μου Οδυσσέας Ελύτης

Στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από τη ζωή ο Οδυσσέας Ελύτης. 
Ψάχνοντας σε ράφια και συρτάρια υλικό για ένα μικρό αφιέρωμα βρήκα μια ειδική έκδοση  του περιοδικού Αντί αφιερωμένη στον ποιητή.Είναι το τεύχος 492 της περιόδου Απριλίου - Μαΐου 1992. Ανάμεσα στα ενδιαφέροντα άρθρα ξεχωρίζω έναν μονόλογο με τίτλο Ο δικός μου Οδυσσέας Ελύτης. Είναι του πρόσφατα χαμένου ποιητή Γιάννη Κοντού:
" Μόνος στα δεκαεννιά μου χρόνια πήγα στον " Ίκαρο" και αγόρασα τις " Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό". Τραβήχτηκαν τα νερά και είδα τα ελληνικά να αχνίζουν σε ερημικές παραλίες. Έκλαιγα και δεν ήξερα πού βάδιζα. Τα βράδια στο στενό κρεβάτι μου, ξάγρυπνος κοιτούσα στο βάθος να λάμπει το ποίημα. Στην αρχή κρατούσα το λυρισμό, δεν έβλεπα πιο μέσα, δεν μπορούσα. Αγαπούσα και ήρθαν κορίτσια με τη μουσική. Το μαύρο πίσω από τη σελήνη δεν το έβλεπα, έπιανα όμως μέταλλο τα απογεύματα, με τα ποιήματά σου, να με τυραννάνε και να θέλω να πάω σε δάσος να κρυφτώ. Τότε ήτανε που τα λιοντάρια μού γλείφανε τον ουρανό για να βρέξει και έβρεχε και έπαιρνε το σπίτι μου και πήγαινε στη θάλασσα και στον κόσμο. Πέφτανε πορτοκάλια και ρολόγια από τα δέντρα και εκείνο το :" Κει που με μιάς τους έριξε το ασάλευτο" και το άλλο: " Το' να χέρι μπρος, έλεγες, πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον" και το χέρι μου ετοιμαζότανε να πιάσει χώμα, να γράψει. Όμως ήξερα λίγα. Με έμαθες γραμματική, συντακτικό, χρώματα, πετρώματα, κόμματα και τελείες. Αλεπάλληλες νύχτες να ακούω θορύβους και τις μυρωδιές των λέξεών σου, στους " Προσανατολισμούς" και στον " Ήλιο τον πρώτο". Λέξεις τσακμακόπετρες και η θάλασσα να είναι η ίσκα. Πολλά σώματα και φιλιά αντέγραψα από σένα και γίνανε οι δικοί μου πραγματικότητα.
Θυμάμαι πόσο δυνατά φώναζα στην αγορά κάθε μεσημέρι
" Όλα τα κυπαρίσσια δείχνουνε μεσάνυχτα
όλα τα δάχτυλα
Σιωπή"
δεν άκουγε κανείς τίποτα. Άκουγα όμως εγώ και βάθαινε το πηγάδι μέσα μου και άρχιζε να αναβλύζει νερό και ουρανό. Έπινα χωρίς σταματημό και πίνω μέχρι σήμερα. Και μόνο γι' αυτό το πηγάδι πρέπει να σε μνημονεύω κάθε μέρα στο φαγητό μου. Περάσανε τα χρόνια, τα σύννεφα και οι Ελλάδες, μεγάλωσα κι άρχιζα να σε παρακολουθώ. Εσύ δεν με έβλεπες. Περνούσα κάτω από το σπίτι σου , στεκόμουνα στην γωνία, κοιτούσα, ξεχνούσα τα δικά μου ραντεβού. 
Μιλούσα και το μάτι μου κοιτούσε στο βάθος εσένα. Η ποίηση με είχε πάρει σε επικίνδυνα μέρη, βραχώδη, ισορροπούσα σε λίγα εκατοστά γης. Μια φορά σε είδα να στρίβεις τη γωνία Σκουφά και Αμερικής και έμεινα να κοιτάζω τον αέρα και το ανάγλυφο ποίημα " Θάνατος και ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου". Αυτό το ποίημα το διάβασα μαζί με φίλους πολλές φορές στο ραδιόφωνο στις 29 Μαΐου στην Επέτειο της Αλώσεως. Ήξερα ότι χρόνια μετρούσες τα χρώματα και το φως στις αρχαίες τοιχογραφίες της Σαντορίνης , της Κρήτης. Ήξερα ότι ο Πρίγκηπας των Κρίνων έβγαινε από τη φθορά στην Κνωσσό και μιλούσατε με τις ώρες. Άλλη φορά, τη Μεγάλη Παρασκευή, σε είδα στον Άγιο Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη μόνο, με τη λαμπάδα σου και κάτω εκεί που πατούσες στο πεζοδρόμιο να πετάγεται χόρτο, γιατί ήτανε Απρίλιος και η Άνοιξη έσπαγε την πέτρα. Μετά από χρόνια έγραψες " Το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου" και σκόρπια στο μυαλό μου ποιήματα και στίχοι:  " Μόλις σήμερα βρήκα το θάρρος και ξεσκέπασα το κηπάκι σαν φέρετρο" ή " Ολοένα τ' άλογα μασούν λευκά σεντόνια και εισχωρούν θριαμβευτικά μέσα στον Απρίλιο" ή " Ολοένα οι κάκτοι μεγαλώνουν κι ολοένα οι άνθρωποι σα να' ταν αιώνιοι".
Εκείνη η φωτογραφία με τα γένια στον πόλεμο και το "Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας", μνήμες και αρυτίδωτη ησυχία πριν τον πόλεμο.
Η γενιά του ' 30 είναι μέσα στους δασκάλους μου. Το περίεργο όμως, και το αντίθετο στο χρόνο είναι ότι εσένα δε σε είδα ποτέ σαν δάσκαλο, αλλά σαν συνομήλικό μου που υπήρχες κάπου και μεγαλώναμε μαζί. Λένε ότι οι ποιητές δεν έχουν ηλικία. Αλλά εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα φαινόμενο διαρκές της γλώσσας και της φυλής. Όπως στο ποίημα " Μικρή πράσινη θάλασσα" :
" Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Που θα' θελα να σε υιοθετήσω
να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία
Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο"
και παρακάτω...
" Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ
Για να σε κοιμηθώ παράνομα
Και να σε βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου
Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών
Κομμάτια πέτρες τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου".
Τα δάκτυλα σου πατάνε τα πλήκτρα και ακούγοντα: τα κόκκινα, οι ώχρες, τα μπλε, τα φρέσκο σε μεγάλες επιφάνειες, τα βιολετί, τα λευκά. Το κάθε γράμμα με τη θερμότητα και τον αέρα που πρέπει, όπως στο στίχο: " τα κορίτσια η πόα της ουτοπίας" . Η φύση σε ξέρει και την ξέρεις και όπως αντιστρέφεται ο δίσκος του ήλιου φέρνει το μαύρο πάνω μας " άσε τους κριτικούς να μιλάνε μόνο για το φως, τη θάλασσα και άλλα που εισέπραξαν λάθος". 
Τα ποιήματά σου στο Μικρό Ναυτίλο, εκείνο το
 " Τα παιδικά μου χρόνια είναι γεμάτα καλαμιές. 
Ξόδεψα
πολύν άνεμο για να μεγαλώσω. 
Μόνον έτσι όμως έμαθα να ξεχωρίζω τους πιο ανεπαίσθητους συριγμούς,
 να ακριβολογώ μες στα μυστήρια .
Μία γλώσσα όπως η ελληνική όπου άλλο πράγμα είναι η αγάπη
κι άλλο πράγμα ο έρωτας`
άλλο η επιθυμία κι άλλο η
λαχτάρα`
άλλο η πίκρα κι άλλο το μαράζι`
άλλο τα σπλάχνα κι άλλο τα σωθικά".
Και τα ανοιχτά χαρτιά, πυκνός λόγος κρυφά μονοπάτια, κολάζ ψυχής, ματιά, βίος σωμάτων και η ποίηση πλατυτέρα και καθημερινή δουλειά χειρωνακτική. Τα μικρά και τα μεγάλα του κόσμου, συνέχεια ζωής, έρωτα και γλώσσα ελληνική.
Στα Ετεροθαλή και το ποίημα που ήξερα απ' έξω:
" Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα"
και παρακάτω...
" Μονοθροεί και συνθροεί τα φύλλα
Μονολογεί στην αρμαϊκή του απόκοσμου:
-Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σου' μελλε  να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά"
Και από το Φωτόδεντρο μέσα στο σπίτι μου να ακούω συνέχεια: 
" Έτσι για κάτι ελάχιστο που μήτε το έλαβα ποτέ
Μια λάμψη έστω
Κυριολεκτικά πουλήθηκα
"Διέξ το μύρτον" που θα 'λεγε  κι ο Αρχίλοχος". Και άλλα και άλλα και στίχοι και φτερά και βιβλία και τον ώμο σου στο μισοσκόταδο και να κερδίζω πιθαμή την πιθαμή την πραγματικότητα, τη φράση, την πατρίδα μου. Στο τελευταίο σου βιβλίο, εκείνο το Υστερόγραφο των Σαββάτων:
" Σσσς...πια τίποτε` τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε
Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε κανένα φωτισμένο από το πίσω
μέρος
Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω
Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, ύστερα που η Μέρα των Παθών
Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται".
Θα μπορούσα να μιλάω μέρες, νύχτες και χρόνια για τα ποιήματά σου και να σημειώνω εκατοντάδες παραθέματα που με συντροφεύουν στη ζωή μου, αλλά σταματάω εδώ και πάω κοντά στη χόβολη με λέξεις, πέτρες και εικόνες για να ζεσταθώ και εγώ με άλλους και δεν ξεχνώ: όπου με βρίσκει το κακό όπου και να θολώνει ο νους μου, θα μνημονεύω το όνομά σου.
                                                                                              Φεβρουάριος΄92