Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σχολείο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020

Στον δάσκαλο

Ένας δάσκαλος της μουσικής, ο Οδυσσέας Σαγρέδος, μελοποίησε το ποίημα του Κωστή Παλαμά " Στον δάσκαλο". Ο Βασίλης Λέκκας ερμηνεύει και οι μαθητές του  στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Διονύσου συμμετέχουν με τη χορωδία τους.
 Ωραία δουλειά!
Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε , ψυχές!
Κι ότι σ' απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,
Μην τ' αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ' το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναμη μεσ' το κορμί σου μένει,
Μην κουρασθείς. Είν' η ψυχή σου ατσαλωμένη.
Θέμελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;
Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υπομονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι !

Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Σύνθεση- Ενορχήστρωση: Οδυσσέας Σαγρέδος
Ερμηνεία: Βασίλης Λέκκας
Συμμετέχει η χορωδία του 3ου Δ.Σ. Διονύσου
Μπάσο: Έφη Μπούνταλη
Ντραμς: Παύλος Λογαράς
Παραγωγή: Home Studio Music Productions

Κυριακή 10 Απριλίου 2016

[Κολλητοί]


Όπως διαλέγεις τον διπλανό σου στο θρανίο.
Στην αρχή, την πρώτη πρώτη μέρα τον βρίσκεις να κάθεται.
Τον έχει βάλει η Κυρία Ευδοξία γιατί εσύ είσαι ο Αλεξίου κι εκείνος ο Αλεξόπουλος.
Σας ενώνει  η αλφαβητική κατάσταση και η τυχαιότητα του σύμπαντος.

Μετά ταιριάζετε. Σου δανείζει τη γόμα και ξύνει με την παντοδύναμη
σιδερένια ξύστρα του και τα δικά σου μολύβια.
Τον συμπαθείς πολύ.
Μέχρι την Πέμπτη Δημοτικού θα αναπτύξετε δεσμούς αίματος.

Έτσι και με τον Σολωμό που χθες είχε γενέθλια.

Την πρώτη πρώτη φορά θα στον βάλει εργασία η Παπαλέξη.
Θα πρέπει να βρεις τους επιθετικούς προσδιορισμούς στον ΄Υμνο εις την Ελευθερίαν.
Θα ταιριάξετε.
Ίσως και να μπορούσατε να γίνετε φίλοι αν είχε γεννηθεί
στον δικό σου αιώνα και νοίκιαζε στα Σεπόλια.

Μέχρι να τελειώσεις το Λύκειο θα τον φωνάζεις Διονυσάκη.

                                                                 Γλυκερία Μπασδέκη

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Το τελευταίο κουδούνι...

 Winslow Homer (1836-1910), Ένα σχολείο του χωριού (Αγροτικό σχολείο). 1871. St. Luis Art Museum.
 Γηράσκομεν διδάσκοντες αεί
μέσα σε κρύες αίθουσες
μ' αυθάδικην ηχώ
    τυμπάνου αλαλάζοντος
Εμείς γηράσκομεν αεί
διδάσκοντες αυτούς
που είναι πάντα νέοι
- ένα ποτάμι που διαρκώς
                       αλλάζει τα νερά του -
Κι από τ' αυτιά μας
           όλο ξεμακραίνει η βουή
καθώς εμείς διδάσκοντες
                      γηράσκομεν αεί
καρτερικά προσμένοντας
         να μας σαρώσει
         η τριακονταπενταετής
         ευδόκιμος υπηρεσία
Τασούλα  Καραγεωργίου, Fragmentum αριθμός 53
( Ήτοι λόγος ποιητικός περί Παιδείας), Πλέθρον, 1986

H. Edw. Lamson (1841-1919), Ένα σχολείο του χωριού (Αγροτικό σχολείο). 1890. Πινακοθήκη Τέχνης του Πανεπιστημίου του Γέηλ (Yale University Art Gallery).
Δεν ήταν πολύς καιρός που είχα τελειώσει το Πανεπιστήμιο και ούτε καλά καλά 24 χρονών δεν ήμουν όταν πρωτοδιάβηκα την πόρτα ενός μεγάλου Τεχνικού Λυκείου για να δουλέψω ως ωρομίσθια. Από τη σχολή στη σχολική αίθουσα με μαθητές μόλις λίγα χρόνια μικρότερους μου. Θυμάμαι ότι  ήταν πολύ δύσκολο να βρίσκομαι στο γραφείο των καθηγητών και προτιμούσα να είμαι στην αυλή με τους μαθητές. Από τότε πέρασαν τριανταδύο σχεδόν χρόνια και η διαδρομή έφτασε στο τέλος της. Σαν αέρας ήταν και πέρασαν, όμως όταν τα αναλογίζομαι  κλείνουν μέσα τους πολλή κούραση, άγχος , αγωνία και κυρίως δρόμους με ατελείωτα χιλιόμετρα.
Τι να θυμηθώ και τι να ξεχάσω. Δεν ήταν εύκολα χρόνια. Όμως προτιμώ να κρατήσω τις όμορφες στιγμές, τις μοναδικές εμπειρίες που μου  πρόσφεραν οι συνάδελφοι και οι μαθητές των είκοσι και πλέον σχολείων που υπηρέτησα.Εκπαιδευτικός της τάξης πάντα προσπάθησα να προσφέρω ό,τι και όπως μπορούσα σε συνθήκες δύσκολες. Δεν ξέρω τι κατάφερα. Αυτό το αφήνω να το αξιολογήσουν οι μαθητές που συνεργάστηκα μαζί τους όλα αυτά τα χρόνια.
Αποχαιρετώ με ανάμεικτα συναισθήματα τη σχολική τάξη και την εκπαίδευση , αλλά όχι την παιδεία και την προσπάθεια για συνεχή μάθηση και μόρφωση.
Ιδιαίτερη αναφορά και ξεχωριστές ευχαριστίες βγαλμένες μέσα από την καρδιά μου  σε όλους τους συναδέλφους μου, έναν προς έναν, του 3ου Γυμνασίου Ηγουμενίτσας στο οποίο υπηρέτησα τα τελευταία επτά χρόνια και με τύλιξαν με την αγάπη τους. Το σχολείο αυτό μετά από χρόνια περιπλανήσεων υπήρξε για μένα ένα  ήρεμο λιμάνι , μου πρόσφερε μια αγκαλιά και ένα όμορφο  και ζεστό περιβάλλον.
Το τελευταίο μεγάλο ευχαριστώ ανήκει στους μαθητές μου  για όλες τις στιγμές που ζήσαμε μαζί , τη γνώση που μου μετέδωσαν και πάνω από όλα για την συμπάθεια και την αγάπη που μου πρόσφεραν.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ!
 ***
1)Το  ποίημα βρίσκεται στο βιβλίο Να μαθαίνω γράμματα, Το σχολείο στη Νεοελληνική Λογοτεχνία. Εισαγωγή και επιλογή κειμένων Κώστας Ακρίβος, Μεταίχμιο 2003
2) Οι πίνακες δανεισμένοι από το εξαιρετικό ιστολόγιο της συναδέλφου Άννας Αγγελοπούλου




         

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Το παραμύθι της Αγάπης



To παραμύθι της Αγάπης είναι μια απόπειρα να απαντήσω στην απορία μαθητή μου για το τι είναι η αγάπη. Τo αφιερώνω στους μαθητές μου της Β' Γυμνασίου με την ευχή να ζουν, να αγωνίζονται, να αγαπούν και να ονειρεύονται.
Μια φορά και έναν καιρό στα πολύ παλιά χρόνια ζούσε  ένα κορίτσι που το έλεγαν Αγάπη. Ήταν πολύ όμορφο . Είχε λευκό πρόσωπο και ρόδινα μάγουλα. Δυο σμαράγδια στη θέση των ματιών , ήρεμα και καλοσυνάτα, μαύρα μαλλιά πλεγμένα σε στεφάνι και ένα στόμα κοραλλένιο. Δεν είχε χέρια. Είχε φτερά για να πετάει αλλά και για να μπορεί να τα ανοίγει και να κλείνει μέσα της όποιον ήθελε. Μα το πιο εντυπωσιακό ήταν το δέρμα της. Λεπτό σαν πορσελάνη και διάφανο σαν οπαλίνα.

Όποιος την κοιτούσε μαγνητιζόταν από την μεγάλη κόκκινη καρδιά που την έβλεπε να κτυπά ρυθμικά και ήθελε να την αγγίξει. Μόλις την άγγιζε  αμέσως μεταμορφωνόταν. Ήταν άσχημος και γινόταν όμορφος, ήταν σκληρός και μαλάκωνε.

Αυτή ήταν η δουλειά της Αγάπης , να μεταμορφώνει τους ανθρώπους.

Με τα φτερά της ταξίδευε συνέχεια και προσπαθούσε να πλησιάσει τους ανθρώπους για να μπορούν να βλέπουν την μεγάλη της κόκκινη καρδιά , να την αγγίζουν και να μεταμορφώνονται.

Της άρεσε να δίνει χωρίς να παίρνει, αρκεί να έβλεπε τους ανθρώπους ευτυχισμένους . Το καλύτερο της όμως ήταν όταν κατόρθωνε κάτι πολύ δύσκολο, να ενώσει ανθρώπους μεταξύ τους και να τους βλέπει να ενδιαφέρονται ο ένας για τον άλλο.

Η χαρά πλημμύριζε την καρδιά της. Η καρδιά της χτυπούσε τόσο δυνατά που άφηνε το κόκκινο χρώμα να φεύγει από αυτήν και να μεταγγίζεται στις καρδιές των ανθρώπων .  Οι άνθρωποι τότε ένιωθαν  να μεγαλώνει η δικιά τους καρδιά και να χωράει την καρδιά ενός άλλου ανθρώπου μέσα της . Τότε οι άνθρωποι αυτοί άρχιζαν να αγαπιούνται . Και αυτή η αγάπη είχε πια πολλές μικρές αόρατες κλωστούλες και έτσι οι άνθρωποι δένονταν μεταξύ τους.

Άλλοι έδεναν τη ζωή τους μια για πάντα και μαζί με την αγάπη ένιωθαν  τρυφερότητα και την επιθυμία να είναι συνέχεια μαζί και όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο πιο πολύ μεγάλωνε η αγάπη τους.

Άλλοι ένιωθαν ξαφνικά ένα μεγάλο πόνο, γιατί η αγάπη πονάει ορισμένες φορές, όταν κάποιος την έχει και τη χάσει.

Η  Αγάπη όμως ήταν πολύ γενναιόδωρη και φρόντιζε να δέσει την πληγωμένη  καρδιά, να την γιατρέψει με μια άλλη μεγάλη καρδιά.

Η φίλη μας αισθανόταν ακόμη πιο όμορφα όταν έβλεπε οι κλωστούλες της να δένουν και άλλους ανθρώπους και τότε δυνάμωνε τους δεσμούς της αληθινής φιλίας.  Έδινε και τα φτερά της , τα κάτασπρα, τα μεγάλα για να μπορούν να τα χρησιμοποιούν οι αγαπημένοι φίλοι και να προστατεύουν ο ένας τον άλλο. Αόρατα αλλά αισθητά.

Το πιο όμορφο όμως που έκανε η Αγάπη ήταν να αλλάζει τη ματιά των ανθρώπων. Όποιος είχε την καρδιά της Αγάπης στην καρδιά του έβλεπε μόνο με αυτήν. Τότε τα άσχημα γίνονταν όμορφα και όλοι ήθελαν να βλέπουν μόνο με αυτά τα μάτια, γιατί τότε αποκτούσε πραγματικό νόημα η ζωή τους και ένιωθαν ότι μπορούν να ανέβουν βουνά, να λυγίσουν σίδερα, να θυσιαστούν, να αγωνιστούν για την αγάπη τους.

Σε κάποιο από τα πετάγματα της η Αγάπη πληγώθηκε. Την χτύπησαν με όπλα φοβερά και έπεσε να πεθάνει. Η μεγάλη κόκκινη καρδιά άρχισε να μικραίνει, να γίνεται πράσινη, κίτρινη . Πήρε το χρώμα της πικρής χολής Η Αγάπη πονούσε πολύ γιατί ένιωθε τη ζωή να φεύγει από μέσα της και ανάσαινε βαριά και λαχανιαστά. Σε λίγο δεν θα υπήρχε. Μια μαύρη σκιά άρχισε να απλώνεται παντού. Οι άνθρωποι σκλήρυναν και ασχήμυναν.  Οι καρδιές τους πάγωσαν , κοφτερά κρύσταλλα μπήγονταν στα στήθη τους και ρουφούσαν ό,τι είχε απομείνει από την αγάπη.

Μπορούν όμως οι άνθρωποι να ζήσουν χωρίς την Αγάπη; Δεν υπήρχε κανείς να τη σώσει; Σε τόσους είχε δώσει γιατρειά , αυτήν δεν θα βρισκόταν κανείς να την γιατρέψει , να τη σώσει;

Πολλοί ήθελαν, αλλά φοβόντουσαν να πλησιάσουν, να δώσουν το χέρι τους.

« Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους» ακούστηκε μια φωνή να λέει και τότε μαζεύτηκαν πολλοί. Στάθηκαν δίπλα δίπλα και ένωσαν τις καρδιές τους. Οι αόρατες κλωστούλες άρχισαν να φαίνονται. Κάποιος τράβηξε μία. Τότε άρχισε να ξετυλίγεται ένα αιμάτινο κατακόκκινο κουβάρι από κάθε μία καρδιά που την είχε γεμίσει η Αγάπη κάποτε. Πήγαν κοντά της και άρχισαν να τυλίγουν την πληγωμένη καρδιά της Αγάπης και να της μεταγγίζουν τη δική τους αγάπη, γιατί είναι « η αγάπη της αρρώστιας  γιατρικό» για να γλυτώσει η Αγάπη του πόνου το αργό βασανιστήριο.

Σιγά σιγά έρχονταν και άλλοι άνθρωποι, λευκοί, μαύροι, κίτρινοι, πεινασμένοι, βασανισμένοι, κατατρεγμένοι από όλη τη γη , γιατί

 « σύνορα η αγάπη δεν γνωρίζει» και άρχισαν να ξηλώνουν τις δικές τους καρδιές για να δέσουν την  καρδιά της Αγάπης και τότε κατάλαβαν το νόημα της θυσίας γι’ αυτόν που αγαπάς.

Η  καρδιά της Αγάπης άρχισε να μεγαλώνει και να κοκκινίζει , οι χτύποι γίνονταν κανονικοί και ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της. Η ανάσα της ηρέμησε και τα μεγάλα σμαραγδένια μάτια άνοιξαν. Ένα διαμαντάκι κύλησε στα μάγουλα και το φως της μέρας που άρχισε να ανατέλλει ξανά διαθλάστηκε  μέσα του. Χρώματα απλώθηκαν παντού. Η Αγάπη σηκώθηκε , άνοιξε τα μεγάλα της φτερά και έκλεισε μέσα τους αγαπημένους της που θυσιάστηκαν γι’ αυτήν . Τους έσφιξε τόσο δυνατά που οι καρδιές τους ενώθηκαν σε μία και έγιναν κατακόκκινες από ζωή και αγάπη.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2015

The Guardian. Έχω τρεις ρόλους στην τάξη: δάσκαλος, γονέας και κοινωνικός λειτουργός

Η εξομολόγηση που ακολουθεί είναι ενός Άγγλου εκπαιδευτικού που με τα επιχειρήματά του αναδεικνύει τις αδυναμίες ενός συστήματος αξιολόγησης του εκπαιδευτικού που δε λαμβάνει υπόψη του πόσο πολύ επηρεάζουν οι κοινωνικές συνθήκες τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, αλλά και πώς διαμορφώνουν νέους ρόλους στον εκπαιδευτικό, οι οποίοι παραγνωρίζονται από αυτό το σύστημα αξιολόγησης. Μπορούμε να πούμε ότι η εξομολόγηση θα μπορούσε να είναι και ενός Έλληνα εκπαιδευτικού, που τόσο πολύ έχει κατακριθεί ως  υπεύθυνος για τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα.
 Μετάφραση : Παντέρας Νίκος  

Ένα παιδί μπήκε στην τάξη μου γεμάτο δάκρυα. Η μητέρα του μόλις είχε χάσει πριν  τη γέννα το μωρό της. Τίποτα δεν μπορεί να προετοιμάσει ένα παιδί εννέα ετών για μια τέτοια   απώλεια. Ο πόνος του ήταν τόσο μεγάλος που έγινε αντιληπτός σε όλους τους μαθητές της τάξης. Έβαλα το χέρι μου γύρω του, για να κρύψω τα δάκρυά του και προσπάθησα να βρω κάποιες λέξεις που το παρηγορούσαν. Ένιωσα ότι θα έπρεπε να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και να συμπεριφερθώ  ως γονέας, γνωρίζοντας ότι δε μπορώ να βοηθήσω, αλλά κάτι όμως έπρεπε να κάνω.
Ένα άλλο κορίτσι της τάξης μου, πέρασε ένα καλοκαίρι πολύ τραυματικό για  πιο σοβαρούς λόγους. Είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος των διακοπών του, αλλά και αρκετά χρόνια πριν, με σεξουαλική κακοποίηση από ένα μέλος της οικογένειάς του. Παλιά είχα μοιραστεί τις ανησυχίες μου με τους συναδέλφους, γιατί είχα την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά  με αυτό το κορίτσι.  Τρομοκρατήθηκα και θύμωσα όταν πλέον συνειδητοποίησα τι είχε περάσει αυτό το κοριτσάκι.
Οι δύο περιπτώσεις παραπάνω είναι ευτυχώς σπάνιες, και ίσως ήταν απλά μια δυστυχής σύμπτωση ότι έτυχαν σε εμένα.
Άλλες περιπτώσεις είναι πιο σύνηθες φαινόμενο όμως.
Η μαμά και ο μπαμπάς ενός άλλου παιδιού ήταν χωρισμένοι, όμως ζούσαν μαζί για οικονομικούς λόγους . Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν τεταμένη , και το κορίτσι δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο είναι το σωστό και ποιος έχει δίκιο. Πάλι και σε αυτή τη περίπτωση λειτούργησα ως γονέας και το αγκάλιασα.
Από την άλλη, τα αναλυτικά προγράμματα, βέβαια είναι σπουδαία, και μας υποδεικνύουν πώς πρέπει να διδάξουμε τα μαθήματα. Όμως για να αντιμετωπίσουμε απρόβλεπτες καταστάσεις , όπως η συναισθηματική βοήθεια που πολλές φορές πρέπει να δώσουμε, δε μας λένε τίποτα και δεν υπάρχει καμία απολύτως βοήθεια.
Έχω τρεις ρόλους στην τάξη μου : δάσκαλος , γονέας και κοινωνικός λειτουργός . Μερικές φορές , η πραγματική διδασκαλία  δεν είναι το σημαντικότερο από όλα τα υπόλοιπα, είναι το λιγότερο. Τα εκπαιδευτικά πρότυπα επιβάλλουν στους εκπαιδευτικούς ότι πρέπει τηρούν κατά γράμμα όλα αυτά που προβλέπουν. Πολλοί εκπαιδευτικοί ζουν με το φόβο ότι δεν έχουν πιάσει αυτά τα πρότυπα. Αλλά το μεγαλύτερο εμπόδιο στη μάθηση δεν είναι ό, τι συμβαίνει μέσα στην τάξη , αλλά τι συμβαίνει έξω από αυτό . Οι εκπαιδευτικοί σε όλη τη χώρα έχουν να αντιμετωπίσουν το συναισθηματικό φορτίο που φέρνουν τα παιδιά στο σχολείο.
Είμαστε ένα «καλό» σχολείο , αλλά όχι όμως  εξαιρετικό, γιατί κάποιοι μαθητές δεν έχουν σημειώσει  την αναμενόμενη πρόοδο .Η επιτροπή αξιολόγησης των εκπαιδευτικών Ofsted δεν ενδιαφέρεται για το κρύβεται πίσω από την έλλειψη προόδου ενός μαθητή. Η επιτροπή αξιολόγησης βλέπει μόνο ότι αυτά τα παιδιά φέρνουν το σχολείο πίσω,  χωρίς δηλαδή να εξετάζουν τους κοινωνικούς όρους, και με αυτό τον τρόπο στιγματίζεται και το όνομα του εκπαιδευτικού.
Το εγχειρίδιο διδασκαλίας είναι επιτέλους καιρός να απαγκιστρωθεί από την πολυπλοκότητα της σύγχρονης διδασκαλίας . Τα παιδιά περνούν έξι ώρες στην τάξη μου κάθε μέρα , 30 ώρες την εβδομάδα . Ξοδεύουν περισσότερα χρόνο μαζί μου κατά τη διάρκεια της εβδομάδας παρά με τους γονείς τους.  Ξέρω τα πάντα γι΄αυτά. Μερικές φορές , νομίζω ότι τα ξέρω καλύτερα από την ίδια τους την οικογένειά. Δεν κρύβεται τίποτα από το περιβάλλον της τάξης . Τα οικογενειακά προβλήματα, τα ζητήματα και τα μυστικά τα μοιράζονται  μαζί μου . Τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται από εκπαιδευτικούς με έναν ανθρώπινο τρόπο, με συναισθηματική υποστήριξη και όχι από εκπαιδευτικούς που φοβούνται μήπως  παραβούν τα stantarts, και έτσι δε μπορούν να προσφέρουν καμία συναισθηματική υποστήριξη.  Ναι , η επαγγελματική μου προτεραιότητα είναι ότι κάθε παιδί στην τάξη μου πρέπει να πετύχει τους στόχους του. Αλλά όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο διδάσκω. Διδάσκω γιατί θέλω να κάνω τη διαφορά στη ζωή των παιδιών , όχι μόνο στον τομέα της εκπαίδευσης τους . Δεν έχω όλες τις απαντήσεις στα προβλήματά τους , αλλά είμαι πάντα με τους μαθητές μου και έτοιμος να τα παρατήσω όλα και να  τους ακούσω.
Πηγή: fresheducation.gr
Αρχική πηγή: theguardian.com
Αναδημοσίευση από το Δίκτυο κριτικής στην εκπαίδευση

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Το καναρινί ποδήλατο

Το «Καναρινί ποδήλατο» είναι γνωστή ταινία του Δημήτρη Σταύρακα. Προβλήθηκε και συζητήθηκε πολύ σε πολλά ελληνικά σχολεία. Τη βρήκαμε αρκετά ρεαλιστική, αφού απεικονίζει τυπικές εκφάνσεις ελληνικού σχολείου. Το «επεισόδιο», άλλωστε, είναι πραγματικό.
Το σενάριο: Βρισκόμαστε σε ένα δημοτικό σχολείο, με έντονα τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής του ταυτότητας: κοινωνική σύνθεση του μαθητικού πληθυσμού, τυπικές παιδαγωγικές ενίσχυσης του ανταγωνισμού («η πρώτη θέση παίζεται»), της «αριστείας», των διακρίσεων, του ατομικισμού, κ.ά. Ένας νέος δάσκαλος έρχεται με μετάθεση στο σχολείο και του ανατίθεται η έκτη τάξη. Ο δάσκαλος πολύ γρήγορα εκδηλώνει τις παιδαγωγικές του ανησυχίες, τις ιδέες του και τους προβληματισμούς του, που, καταπώς φαίνεται, τους αντλεί από τις αρχές της Νέας Αγωγής.
Πολύ σύντομα εντοπίζει, τυχαία, στο τελευταίο θρανίο τον Λευτέρη (ο πατέρας του ταξιτζής), που δεν μπορεί (στην έκτη τάξη!) να διαβάσει, να γράψει και να κάνει αριθμητικές πράξεις. Παρουσιάζει τα συμπτώματα που η σχετική βιβλιογραφία αποδίδει στη «δυσλεξία» ή στις λεγόμενες «μαθησιακές δυσκολίες».
Με ιδιαίτερη έγνοια και φροντίδα, με συστηματική εξατομικευμένη παρέμβαση, καινοτόμες διδακτικές δράσεις και παιδαγωγικές ενίσχυσης, ο δάσκαλος προσπαθεί να φέρει τον Λευτέρη σε επαφή με την γνώση (π.χ., πρόσθετα απογευματινά «ιδιαίτερα» μαθήματα, εξωσχολικές συναντήσεις, ανάθεση καθηκόντων ταμία σε έκθεση βιβλίου, κ.ά.). Ο δάσκαλος ενισχύεται ο ίδιος στην προσπάθειά του για την υποστήριξη του Λεύτερη, όταν διαπιστώνει, πάλι τυχαία και εκτός σχολείου, ότι ο Λευτέρης, μόνος του, έχει συναρμολογήσει ένα θαυμάσιο καναρινί ποδήλατο. Άραγε, το σχολείο καταγράφει και αξιοποιεί αυτά που μπορούν και κάνουν οι μαθητές, πέρα από τις επίσημες εκδοχές γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων του αναλυτικού προγράμματος;
Στην έκθεση βιβλίου που οργανώνεται στο σχολείο, ο δάσκαλος αναθέτει στον Λευτέρη χρέη ταμία, παρά τις αντιδράσεις του διευθυντή και τις επιφυλάξεις των γονέων. Για να ανταποκριθεί στο έργο του ταμία, έμαθε αριθμητική. Κι εδώ μπορεί να σημειώσει κανείς τη σημασία που έχει για τη μάθηση, η ανάδειξη της κοινωνικής και πρακτικής αξίας και χρησιμότητας της γνώσης.
Οι πρωτοβουλίες του νέου δασκάλου δεν είχαν θετική υποδοχή εκ μέρους του διευθυντή του σχολείου και των άλλων συναδέλφων. Ο διευθυντής τον κάλεσε επανειλημμένα για να του συστήσει να μην αφιερώνει χρόνο στον Λευτέρη («είναι χαμένος χρόνος»), να αποσύρει πρωτοβουλίες που συνιστούν κριτική στους άλλους συναδέλφους που δεν έχουν ανάλογες ανησυχίες, να του υπενθυμίσει τη συνάφεια της σχολικής επίδοσης με γενετικούς παράγοντες, κ.ά. Ο δάσκαλος παραπαίει ανάμεσα στις επιλογές του και στις αντιδράσεις «των άλλων» του σχολείου. Η μοναξιά, η περιθωριοποίηση, η «ιδιώτευση» και η απομόνωση του δασκάλου εμφανής. Όπως λέει, «Με τα παιδιά δεν έχω πρόβλημα. Οι άλλοι είναι το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όλο το υπόλοιπο σχολείο».
Παρ’ όλα αυτά, ο δάσκαλος κατάφερε να εξασφαλίσει για τον Λευτέρη ένα εξατομικευμένο «παιδαγωγικό συμβόλαιο» αναγνώρισης, σεβασμού, ενεργητικής ακρόασης, ενδιαφέροντος, φροντίδας, θετικής διάκρισης, ενίσχυσης, πρόσθετης διδακτικής στήριξης, κ.τ.ο. Έτσι ο Λευτέρης κατάφερε σιγά σιγά να μην έχει ιδιαίτερο πρόβλημα με τα μαθήματα του σχολείου. Μια μέρα αρρωσταίνει ο δάσκαλος του Λευτέρη και τον αντικαθιστά συνάδελφός του με ακραίες αντιλήψεις κοινωνικού δαρβινισμού να υπαγορεύουν την παιδαγωγική του πράξη. Αυτή η «αναπλήρωση» είχε ως αποτέλεσμα ο Λευτέρης να εξαφανιστεί από το σχολείο, γιατί, εκεί που πήγαινε να πιστέψει ότι τα «καταφέρνει», «έπεσε» στα χέρια ενός δασκάλου που υιοθετούσε πολύ διαφορετικά παιδαγωγικά προτάγματα (απόρριψη, υποτίμηση, παραμέληση, κ.ά.).
Εξαφάνιση, εγκατάλειψη, διαρροή, σκασιαρχείο, υποεπίδοση, σχολική αποτυχία, κ.ά. είναι τυπικά «επεισόδια» και φαινόμενα στα οποία εμπλέκονται μαθητές. Το ερώτημα είναι, με ποιες πολιτικές αντιμετωπίζονται σε επίπεδο σχολικής μονάδας σημαντικά εκπαιδευτικά ζητήματα που ανακύπτουν σε καθημερινή βάση;
Το «Καναρινί ποδήλατο» μάς φέρνει στο σχολείο μια σειρά ερωτήματα:
  • Οι πρωτοβουλίες των εκπαιδευτικών έχουν σημαντική θέση στην εκπαιδευτική διαδικασία. Πόσο, όμως, αυτές προσφέρονται για τον ουσιαστικό μετασχηματισμό δομών και περιεχομένου της εκπαίδευσης, όταν είναι ατομικές και αποσπασματικές προσπάθειες;
  • Ποια είναι τα όρια του εθελοντισμού και του ιδιότυπου «ιεραποστολισμού» (η ιδεολογία του «λειτουργού») στην υπόθεση της αντιμετώπισης προβλημάτων της εκπαίδευσης;
  • Μπορούμε να βασιζόμαστε σε ευκαιριακές, τυχαίες, αυθόρμητες συλλήψεις και ιδέες εκπαιδευτικών καινοτομιών;
  • Οι διευθυντές των σχολικών μονάδων είναι θεματοφύλακες της εκπαιδευτικής στασιμότητας και ελεγκτές των πρωτοβουλιών των εκπαιδευτικών ή είναι εμψυχωτές και συντονιστές συλλογικών διαδικασιών για τη συστηματική διαμόρφωση «εσωτερικής εκπαιδευτικής πολιτικής» των σχολικών μονάδων;
  • Τα βασικά ζητήματα που συνδέονται με το όλο έργο του σχολείου είναι δυνατόν να αντιμετωπίζονται τυχαία και ευκαιριακά, χωρίς έγκαιρη και συστηματική καταγραφή, αποτύπωση, σχεδιασμό, προγραμματισμό, παρέμβαση και παρακολούθηση των αποτελεσμάτων που έχουμε στην πράξη;
  • Μια εκπαιδευτική Πρωτοβουλία για αποτελεσματική μετατόπιση από μηχανιστικές μορφές διδασκαλίας και μάθησης (αποστήθισης και απομνημόνευσης) σε δημιουργικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες για την ανάπτυξη κριτικών και δημιουργικών ικανοτήτων από εκπαιδευτικούς και μαθητές είναι δυνατή χωρίς τη δέσμευση όλων-εκπαιδευτικών και μαθητών μιας σχολικής μονάδας-με ενιαίο και συστηματικό τρόπο;
Το κείμενο είναι της Ράνιας Χιουρέα και αναδημοσιεύεται από εδώ 

Σενάριο: Δημήτρης Σταύρακας.
Στο σενάριο συνεργάστηκαν οι: Σ. Τσιώλης και Β. Σπηλιόπουλος
 Μουσική: Νίκος Κυπουργός
 Σκηνοθεσία: Δημήτρης Σταύρακας
 Πρωταγωνιστές: Δημήτρης Αλεξανδρής, Γιώργος Χάλαρης, Μάνος Βακούσης, Θάνος Γραμμένος, Νίκος Γεωργάκης, Σία Κοσκινά, Γιώργος Καλαϊτζής, Αλεξάνδρα Παντελάκη, Άννα Πολυτίμου, Δημήτρης Παλαιοχωρίτης

Πέμπτη 22 Μαΐου 2014

Η Φρόσω

Υπάρχουν φυσιογνωμίες, που μια φορά να τις δεις, δεν μπορείς πια να τις ξεχάσεις` έτσι ήτανε η Φρόσω. Όσοι γονείς έρχονταν στην τάξη μας, αφού έρριχναν μια το μάτι τους επιπόλαια πάνω απ' όλα τα παιδιά, σταματούσαν στη Φρόσω. Αυτό το είχα προσέξει πλήθος φορές εγώ, η δασκάλα της. Δεν ξεχώριζε όμως η Φρόσω γιατί ήταν κανένα παχουλό, ολόξανθο κοριτσάκι, με μαγουλάκια σαν τριαντάφυλλα, κάθε άλλο. Η Φρόσω σ' έκανε να κοντοστέκεσαι και να παραξενεύεσαι, γιατί ανάμεσα στα τόσα χαριτωμένα κι αεικίνητα πλάσματα, που πλημμυρούσανε τα θρανία, ξάφνου αντίκρυζες και μια γρηούλα. Αυτό που λέω ήτανε τόσο αληθινό, που όταν ύστερα από το πρώτο ξάφνισμα καταλάβαινες πως είναι κι αυτή ένα μικρό κοριτσάκι σαν και τ' άλλα, πάλι σου ' μενε στην ψυχή ένα κάποιο καταστάλαγμα από ακαθόριστη θλίψη. Ένα παιδί έξι χρονών τόσο γερασμένο! Ένα κορμάκι αδύνατο - αδύνατο, στεγνό, με ανασηκωτούς τους ώμους, ένα προσωπάκι ζαρωμένο και ωχρό, με σφιχτοχτενισμένα μαύρα μαλλιά και με βαθουλά μαύρα μάτια όλο περίσκεψη.
Εγώ δεν την είχα προσέξει τον πρώτο καιρό, ήμουν πρωτοδιορισμένη τότε. Και μια δασκάλα, που τη μπάζουν πρώτη φορά μέσα στην τάξη κι αντικρύζει τα μάτια ογδόντα παιδιών καρφωμένα απάνω της, τα χάνει. Τόσο μάλιστα τα χάνει, που θαμπώνεται και το φως της, δε βλέπει τίποτα, ούτε πού βρίσκεται η έδρα. Δεν ξέρει πώς ν' αρχίσει και τι πρέπει να πει.
Ένα απόγευμα, τις πρώτες μέρες που ανοίγουν τα σχολειά, το Σεπτέμβριο, να' σου και καταφτάνει στην τάξη μαζί με άλλα αργοπορημένα κορίτσια κι η Φρ΄σοω, σηκώνοντας ένα μωρό στην αγκαλιά της.
- Τι θέλεις εσύ εδώ; μαθήτρια είσαι; σίμωσα και τη ρώτησα, όπως δεν είχα ακόμη προφτάσει να μάθω τα μούτρα και τα ονόματα των κοριτσιών μου.
- Μάλιστα. Εσάς έχω δασκάλα μου.
- Και τίνος είναι το μωρό που κρατάς;
- Δικό μας είναι. Η μητέρα μου είναι άρρωστη, και μου ' πε αν σέλω λέει να πηγαίνω στο σχολειό να παίρνω μαζί και το μωρό μας, ειδεμή να κασίσω στο σπίτι. Και το πήρα και ήσα.
Δεν μπορούσε να προφέρει το θ.
- Πώς σε λένε;
- Φρόσω.
- Το πήρες, Φρόσω, και ήσες μα να μην το ξαναπάρεις. Εδώ είναι σχολειό! Θα γράφετε, θα ράβετε` άμα βαστάς το μωρό πώς θα μπορείς να τα κάνεις όλα αυτά; Κάθισε τώρα, μα να μην το ξαναφέρεις.
Δεν είχε όμως περάσει ούτε ένα τέταρτο και το μωρό βάλθηκε να ξεφωνίζει τόσο σκληρά, που τρόμαξα μην το ακούσει η διευθύντρια και βρω μπελάδες.
- Άντε , άντε Φρόσω. Πάρ' το και πήγαινε γρήγορα , της είπα.
Το περιστατικό λοιπόν του μωρού στάθηκε για μένα τότε αιτία να προσέξω τη Φρόσω` και θυμάμαι πως μου' κανε τόση εντύπωση το γερασμένο της πρόσωπο, που μ' αλαφρή καρδιά κείνη την ώρα συλλογίστηκα ότι το παιδί που σήκωνε θα ταίριαζε μια χαρά να΄ναι και δικό της.
Αλλά όσο περνούσε ο καιρός και ξεχώριζα σιγά - σιγά τι είδους διανόηση έκλεινε μέσα στο κεφαλάκι της η Φρόσω, καταντούσα να πιστεύω , πως εκείνο το πρόσωπο ήτανε το μόνο που της ταίριαζε. Ήτανε γερασμένη και μέσα της. Από κει που καθόταν δεν ήθελε να ξεκουνιέται. Στα διαλείμματα την έβγανα με τη βία έξω, και πάλι όχι για να παίξει, μα για να σταθεί εκεί σε καμιάν άκρη να κάνει γούστο τις άλλες, που ξαπολυόντουσαν στην αυλή σαν αγρίμια. Και σαν τελείωνε το διάλειμμα και τα παιδιά ολοκόκκινα από την τρεχάλα, αναμαλλιασμένα και αγκομαχιασμένα, σπρωχνόντουσαν μπροστά στην πόρτα, η Φρόσω ακολουθούσε ήσυχα τις τελευταίες, πίσω - πίσω, με πρόσωπο αγέλαστο. Και οι κουβέντες της οι λιγοστές ήσανε πάντα καλά ζυγισμένες και όχι παραπάνω απ' ό,τι χρειαζότανε:
- Το ξέρετε κορίτσια τούτο; Πώς το λέμε;
Στη γενική σιωπή αποκρινόταν μοναχή η Φρόσω.
- Συμάρι είναι. Εγώ το βάζω και ανάβω τα κάρβουνά μας.
- Τα άχυρα τι τα κάνουμε; τα χρειαζόμαστε σε τίποτα;
- Τα στρώματα γεμίζομε και τα μαξιλάρια.

Είχε μπει η άνοιξη και τα κατακάθαρα ανοιξιάτικα πρωινά είναι χαρά Θεού να βρίσκεται κανείς από νωρίς στο πόδι. Ένα τέτοιο πρωινό είχα τοιμαστεί για το σχολειό πολύ γρηγορότερα απ' ό,τι συνήθως. Μη μπορόντας να μείνω μέσα ξεκίνησα σιγά - σιγά. Έφτασα στην αυλόπορτα του σχολειού, ανέβηκα απάνω` παντού ερημιά` δεν είχε φανεί ψυχή άλλη ακόμη.
Κατέβηκα πάλι κάτω, η ησυχία του σχολειού τον τρομάζει κανένα. Δεν είναι τόπος καμωμένος για βουβός και, σαν τύχει και δεν έχει μέσα παιδιά, λέει κανένας πως θα' χει φαντάσματα. Μόνο η αυλή μας, όπως πάντα, σαν δεν είχε παιδιά, ήτανε γεμάτη σπουργίτες, που αναπετάριζαν δώθε κείθε στο χώμα. Από τα κουλουράκια και το ψωμάκι των παιδιών κάτι έπεφτε και χάμω, σπειράκια σουσάμι και ψίχουλα ψωμί, και οι σπουργίτες την είχαν πάρει από τόση αγάπη την αυλή μας, που δεν έλειπαν ποτέ` μάλιστα σα να είχαν κι αυτοί να κάμουν. Με το κουδούνι της " εισόδου " που μάζευε τα παιδιά μέσα, οι σπουργίτες ξεπρόβαιναν βιαστικοί από δω κι από κει, αναπετάριζαν από τα κεραμίδια κι από τη μάντρα, και νομίζανε βέβαια πως το κουδούνι είχε χτυπήσει ξεπίτηδες γι' αυτούς, πως τους έλεγε τρέξετε, τρέξετε, τα παιδάκια σάς ρίξανε πάλι σουσαμάκι κι ελάτε να το βρείτε.
Για να μην τους τρομάξω, πήρα μια καρέκλα και κάθησα παράμερα, πλάι στην ανοιχτή πόρτα, κοιτάζοντας αδιάφορα τον έρημο πρωινό δρόμο. Κάπου - κάπου διάβαινε κανένας βιαστικός εργατικός. Μια στιγμή, εκεί που είχα αποξεχαστεί, άκουσα κλαούρισμα και σκουξίματα από το πάνω μέρος του δρόμου και πετάχτηκα έξω να ιδώ τι κάνανε. Μια γριά που έκλαιγε και χτυπιότανε, κατέβαινε ίσα κάτω το δρόμο, μ' ένα μικρό στην αγκαλιά της και με δυο άλλα κοριτσάκια να κρέμουνται απ' το φουστάνι της, πάρα πίσω άλλο ένα κορίτσι κι αυτό ήτανε η μαθήτριά μου η Φρόσω. Όλα κλαούριζαν.
- Τι είναι για το Θεό; Τι τρέχει; ρώτησα σιμώνοντας γρήγορα.
Κάτι στάθηκε και μου' λεγε η Φρόσω, μα όπως έκλαιγε μ' αναφυλλητό δεν την καταλάβαινα.
- Τι να τρέχει, κόρη μου !...αποκρίθη η γριά μοιρολογώντας, δίχως να σταθεί...τα πηγαίνω μια στιγμή στης κυρίας μου, είμαι γιαγιά τους` η μάνα τους ψυχομαχάει, θα τρομάξουν, αν τύχουνε στο θάνατο...είμαι υπηρέτρια εδώ στου κ. Δούμα...εκεί τα πάω.
- Και τι έχει η μητέρα τους; ξαναρώτησα πηγαίνοντας κοντά.
- Ένας χρόνος είναι που αρρωστήσανε, παιδάκι μου, μάνα και κόρη. Οχτώ μέρες είναι που τη θάψαμε τη Γεωργία μας τη χρυσοχέρα, την κεντήστρα, θα την έχεις ακουστά...Χτικιό λένε πως ήτανε, μα εκείνο δεν είχε χτικιό. Η κακή διατήρηση τις έχασε. Σήμερα πάει κι η μάνα τους. Η κακή διατήρηση. Μήγαρις είχανε να φέρουνε γιατρό, μήγαρις την καλή θροφή...Τι να κάνω η έρημη;
- Ε, υπομονή, κυρούλα μου, τι να κάμεις...
- Αχ! αχ! αδικοπήγανε, κόρη μου, αδικοπήγανε...
- Ο γυιός σου τι δουλειά κάνει;
- Δουλειά!...Εργατικός είναι ο κακομοίρης! Και να μην τους σιμώνει άνθρωπος, μόνο να' χουνε κρεμαστεί σε τούτο...
Η γριά έδειχνε  τη Φρόσω.

Καθώς γύρισα να καθίσω στην καρέκλα, εκεί στην αυλή του σχολείου, είχα βαλθεί να συλλογιούμαι πόσο γελασμένη ήμουν τις στιγμές  που πίστευα, πως τώρα πια που τέλειωνε ο χρόνος ήξερα τα παιδιά νου απόξω κι ανακατωτά. Το δράμα που γινότανε στο σπίτι της Φρόσως, ούτε το είχα πάρει είδηση τόσον καιρό...Ο Θεός ήξερε πόσα ανιστόρητα τέτοια δράματα θα ' κλεινε καθένα από τα ογδόντα σπίτια, που σκεπάζανε τα ογδόντα παιδιά, που ήξερα εγώ. Ήξερα βέβαια ποιο απ' όλα καλλιγράφει, ποιο διαβάζει καλύτερα, ποιο κεντάει. Μα τίποτ' άλλο. Θυμήθηκα με τι αλαφριά συνείδηση είχα διώξει την πρώτη μέρα τη Φρόσω, που είχε ' ρθεί στο σχολειό κουβαλώντας το μωρό τους. Και θυμήθηκα ακόμη τα γέλια που κάμαμε μια μέρα μαζί με τις άλλες δασκάλες παρακολουθώντας από την ταράτσα μια κωμική σκηνή: είχε χυθεί μελάνι στην ποδιά της Σοφίτσας και η Φρόσω, σαν καμιά μεγάλη, της την έβγαλε κι έτρεξε να της την πλύνει στη βρύση. Και την παρηγορούσε στο αναμεταξύ.
- Σώπα Σοφίτσα! εγώ σα σου την πλύνω και σα κασαρίσει...
Και λέγαμε τι κωμική σκηνή! τι κωμική σκηνή!...
Κάποτε πάλι που μάλωνα τα παιδιά πως έρχονταν αχτένιστα, η Φρόσω μου' χε πει:
- Εγώ , κυρία, δεν έρχομαι αχτένιστη, έμασα και χτενίζομαι μόνη μου.
Ναι. Προχτές ακόμη, καθώς πήγαινα να ιδώ τα γραφτά της Φρόσως, είδα τα χεράκια της σουρωμένα` σα να είχε βγει εκείνη τη στιγμή από τη μπουγάδα και τη ρώτησα γιατί ήταν έτσι.
- Έπλυνα τα ρούχα μας, είχε αποκριθεί η Φρόσω.
Το μυαλό μου όμως εμένα της δασκάλας δεν πήγε ούτε στιγμή πως μπορούσε να' χει πλύνει στ' αλήθεια η Φρόσω, φαντάστηκα πως καθώς σε πολλά παιδιά αρέσει να βουτακούν στα νερά, θα' χε κι αυτή πολλήν ώρα τα χέρια της στο νερό και είχαν μουσκέψει...
Η Φρόσω μόνο εκείνο το πρωί απουσίασε. Το απόγευμα μας ήρθε όπως πάντα της, ομορφοπλυμένη, με το καλογραμμένο της μάθημα, ταχτική σε όλα. Εγώ όμως από εκείνο το πρωινό κι έπειτα σαν ήτανε να τη βαθμολογήσω τη Φρόσω ή να τη σηκώσω να πει μάθημα, κοντοστεκόμουν` δείλιαζα λιγάκι. Μια ανεκδιήγητη ανθρώπινη ιστορία περνούσε μεμιάς μπρος απ' τα μάτια μου. Το γραφτό που έφερνε η Φρόσω , και το χτενισμένο κεφάλι, και το μελετημένο μάθημα δεν ήτανε σαν ολονών. Ήσανε άθλοι. Ήσανε κι άλλα παιδιά στην τάξη μας ταχτικά, μα πλάι τους αυτά είχανε μανάδες, είχανε αγάπη και καλοπέραση, μπορεί να είχανε και καμιά γκουβερνάντα, που κρατούσε το χεράκι τους σαν έγραφαν, για να μην κουραστούν.
Όμως η Φρόσω στα έξη της κιόλας χρόνια ήτανε γερασμένος  πια άνθρωπος, αργασμένος στην κακοτυχιά και στα βάσανα. Και η ζωή της όλο ευθύνες` αυτή έντυνε και χτένιζε τρία παιδιά προτού ντυθεί και χτενιστεί η ίδια, και το βράδυ κοίμιζε τρία παιδιά, προτού κοιμηθεί η ίδια, και είχε μάθει να μαγειρεύει και να πλένει, προτού ακόμη μάθει να λέει το θήτα.

Έλλη Αλεξίου, Σκληροί αγώνες για μικρή ζωή, Διηγήματα, Καστανιώτης,Αθήνα 2006,  6η έκδοση 

" Σκληροί άγώνες για μικρή ζωή " είναι ο τίτλος συλλογής διηγημάτων της κυρίας Έλλης (Αλεξίου) Β. Δασκαλάκη, που με τον τόμο αυτό παρουσιάζεται στη λογοτεχνική μας κίνηση. Ήρωές της δεν είναι άνδρες σε χαρακώματα, αλλά παιδάκια ως επί το πλείστον σε δημοτικά σχολειά. Όπως γίνεται αμέσως αισθητό, η συγγραφεύς χρημάτισε κάποτε δασκάλα. Στάθηκε δίπλα στην παιδική ψυχή με γνώση και μ' αγάπη. Είναι απόσταγμα πείρας το βιβλίο της, παρατηρήσεως, βαθειάς συμπάθειας προς τους ανθρώπους. Μπορεί να το χαρακτηρίση κάποιος ως το " pendant " ή το  " ομόζυγο " ενός λογογραφήματος πολεμικού. Τη σκληρότητα της ζωής δεν την εμφανίζει μέσα από τον τραχύν αγώνα του αντρός στο μέτωπο, αλλά μέσα από την αγνή κι' ανεπιτήδευτη ύπαρξη μικρών παιδιών στις πρώτες σχολικές τάξεις.
 Τα μικρά εκείνα ανθρωπάκια, που περνούν απ' τις σελίδες του βιβλίου της κυρίας Έλλης ( Αλεξίου ) Δασκαλάκη, έχουν τον ατομικό τους χαρακτήρα και συχνά, στα χλωμά τους πρόσωπα, αντιφεγγίζει η δυστυχία ολόκληρου σπιτιού. Η αφέλεια της κουβέντας ή του φερσίματος των ξανοίγει απέραντες προοπτικές θλιβερής ανθρώπινης ζωής, κι' η λιτότης του λόγου καθιστά εντονώτερη τη συγκίνηση..."
Απόσπασμα από την κριτική παρουσίαση του Φώτου Πολίτη στην εφημερίδα "Πρωΐα " της 13 - 5 - 1931

Η Έλλη Αλεξίου γεννήθηκε στις 22 Μαΐου 1894 

 Οι φωτογραφίες της Βούλας Παπαϊωάννου από εδώ

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Συζητώντας με το Σωτήρη Δημητρίου


Η επίσκεψη ενός συγγραφέα σε σχολείο δεν είναι γεγονός καθημερινό ούτε ασήμαντο.  Ανησυχία και αγωνία για την επίσκεψη. Πώς θα είναι άραγε ; Έχει κάτι ιδιαίτερο; Είναι σοβαρός και απρόσιτος; Θα τον καταλάβουν τα παιδιά; Θα έχουν το θάρρος να μιλήσουν μαζί του ή θα νιώθουν αμήχανα; Θα είναι ήσυχα ή θα είναι φασαριόζικα και αδιάφορα;
Ευτυχώς τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη. Μόλις ο συγγραφέας Σωτήρης Δημητρίου μπήκε στην αίθουσα εκδηλώσεων, ο αέρας άλλαξε.Φρέσκος αέρας από τις κορφές της Μουργκάνας πλημμύρισε την αίθουσα και όλα λύθηκαν με τρόπο μαγικό.
Πολύ φιλικός, συμπαθητικός, οικείος ο συγγραφέας έπιασε κουβέντα με τους μαθητές της Α΄ Γυμνασίου που είχαν την τύχη να απολαύσουν ένα ζωντανό μάθημα λογοτεχνίας.
 Οι ερωτήσεις που οι μαθητές απεύθυναν στο συγγραφέα βοήθησαν και τον ίδιο να ανοίξει την καρδιά του και τη ψυχή του και να απελευθερώσει τις αναμνήσεις του, τις σκέψεις του, τις αντιλήψεις του και τα μικρά μυστικά της συγγραφικής του τέχνης.
Η παρουσίαση ενός συγγραφέα αρχίζει σχεδόν πάντα με στιγμιότυπα της ζωής του. Η πραγματική μας πατρίδα είναι η παιδική μας ηλικία, γιατί τότε οι σχέσεις μας είναι ανιδιοτελείς  και η γλώσσα εκφέρεται αβίαστα, χωρίς λογοκρισία, είπε,  και μεταφέρθηκε μικρό παιδί στην Ηγουμενίτσα να ξοδεύει το εικοσάρικο του θείου του που προοριζόταν για το σινεμά σε ένα καλάθι φρασκαμέντα και να σκιαγραφεί τη γραφική εικόνα του κερκυραίου φραγκοσυκά που τα πουλούσε. Κι από κοντά η μάνα του , μορφή δυναμική, να διεκδικεί πίσω τα χρήματα και να πετά όσα φραγκόσυκα είχαν απομείνει στη θάλασσα για να τιμωρήσει τον φραγκοσυκά και αυτός να προσπαθεί να τα μαζέψει με ένα καλάμι από τη θάλασσα. 
Λίγο μετά η σκηνή μεταφέρεται στο θερινό σινεμαδάκι με την τέντα και τον τελάλη να διαλαλεί
Σήμερα έχουμε δυο ταινίες
Γονείς και κηδεμόνες φέρτε τα παιδιά σας
κάτω από τη μαγευτική τέντα .
Και οι πιτσιρικάδες με τα παγωτά στο χέρι να γεύονται σιγά σιγά τη δροσιά τους.
Μικρά παιδιά και χάνονταν όλη μέρα, ειδικά τα καλοκαίρια, χωρίς οι μανάδες να τα αναζητούν. Η μεγάλη ελευθερία των χρόνων εκείνων του δημιουργεί προβληματισμούς για τους γονείς του σήμερα και τις υπερπροστατευτικές σχέσεις με τα παιδιά τους. Τα σημερινά παιδιά βιώνουν μια μορφή σκλαβιάς και δουλείας που δεν έχει σχέση με την πραγματική αγάπη. Οι γονείς τότε δεν είχαν τα άγχη των σημερινών γονιών και δεν τα μετέφεραν στα παιδιά τους. Ωστόσο οι σχέσεις γονιών και παιδιών πρέπει να στηρίζονται στην αγάπη η οποία είναι αδιαπραγμάτευτη και δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στους ανθρώπους.


Ο λόγος του είναι συνειρμικός και οι ερωτήσεις των παιδιών τον ταξιδεύουν μια στο παρελθόν και μια στο παρόν. Οι παιδικές αναμνήσεις παραχωρούν τη θέση τους σε ζητήματα σημερινά και μετά πάλι επιστρέφουν. 
Εξομολογείται ότι δεν ήταν καλός μαθητής και ότι δεν είχε καλή σχέση με το σχολείο. Θυμήθηκε με τρυφερότητα την φιλόλογό του, την κ.Μαρίνα, η οποία δεν έκανε απλό μάθημα, αλλά μάθημα ζωής. Αυτή λοιπόν παρακαλούσε τους άλλους καθηγητές να του βάλουν ένα δεκαράκι να περάσει την τάξη γιατί έγραφε καλές εκθέσεις. Είναι ανοησία να χαρακτηρίζονται οι μαθητές από τις επιδόσεις στο σχολείο και να θεωρούνται καλοί ή κακοί. Η ζωή η ίδια είναι παράξενη και έχει πολλές ανατροπές και η ευτυχία ενός ανθρώπου μελλοντικά δεν εξαρτάται από τις σχολικές επιδόσεις. 
Με αυτά τα λόγια προσπάθησε να εξυψώσει την προσωπικότητα του κάθε ανθρώπου υποστηρίζοντας ότι όλοι οι  άνθρωποι έχουν " ιερή αυταξία", γιατί για να έλθει ένας άνθρωπος στη ζωή συντελέστηκαν χιλιάδες μικρά θαύματα από τη σύλληψη  έως και τη γέννηση του. 
Σύστησε λοιπόν στα παιδιά να χαίρονται την ηλικία τους που είναι η πιο ωραία γιατί τώρα η ψυχή πλαντάζει από όνειρα , οράματα και έρωτες. 
Θυμήθηκε ότι στην εποχή του οι άνθρωποι δεν είχαν πολλά αγαθά ούτε πολλά χρήματα. Όλα ήταν λίγα και γι' αυτό ό,τι είχαν το απολάμβαναν. Όλα ήταν νόστιμα. Τη λέξη αυτή τη χρησιμοποίησε αρκετές φορές για να χαρακτηρίσει τα γλωσσικά ιδιώματα που ακούγονταν παλιότερα στην Ηγουμενίτσα, την εποχή. Η πόλη είχε μια εξαιρετικά νόστιμη γλώσσα και η εποχή ήταν νόστιμη.  Η νοστιμιά περικλείει την ομορφιά. Πρότεινε λοιπόν να μη βιάζονται οι νέοι να τα γευτούν όλα πραγματοποιώντας όλες τις επιθυμίες τους.
 Ο ίδιος πάντως υπήρξε μέχρι τα τριάντα του ένα μαύρο πρόβατο. Η ζωή του ήταν μια αποτυχία. Αλλά ακριβώς επειδή η ζωή έχει ανατροπές , ένα τούβλο τον στιγμάτισε και του άλλαξε τη ζωή. Με χιούμορ αφηγήθηκε το περιστατικό σύμφωνα με το οποίο περπατώντας στο δρόμο και κάτω από ένα μπαλκόνι του έπεσε ένα τούβλο και τον κτύπησε στο κεφάλι. Όταν ξύπνησε στο νοσοκομείο ένιωσε μια αλλαγή να του έχει συμβεί και ζήτησε μολύβι και χαρτί για να γράψει. Έγραψε το πρώτο του διήγημα, που δημοσιεύτηκε, βραβεύτηκε και έτσι από μαύρο πρόβατο έγινε ολόασπρο. Σχολίασε όμως ότι η μεγάλη αγάπη είναι να' σαι χάλια και να σ' αγαπούν. Γι'αυτό συνέστησε να αγαπάμε τις ατέλειες μας και τις ιδιομορφίες μας διότι τότε έχουμε μεγαλύτερη πιθανότητα να μαθητεύσουμε στην αγάπη.
Η αναφορά του στο βραβείο κέντρισε το ενδιαφέρον των μαθητών που ήθελαν να μάθουν την άποψη του. Τον άκουσαν να τους λέει ότι τα λογοτεχνικά βραβεία είναι η επιβράβευση μιας κάποιας αποτελεσματικότητας. Ουσιαστικά όμως αποδυναμώνουν το συγγραφέα, δημιουργούν βαρίδια και τον βάζουν στον ύπνο. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν τον αφήνουν να εξελιχθεί, να βελτιωθεί. Γι' αυτό θα ήταν καλό να μην απονέμονται σε νέους συγγραφείς  ή να μην απονέμονται καθόλου. Θα του άρεσε μάλιστα σε μια άλλη κοινωνία να μην υπάρχουν ούτε τα ονόματα των συγγραφέων.
Ακόμα και  το μάθημα της Λογοτεχνίας θα έπρεπε να γίνεται διαφορετικά. Θα ήταν αρκετό να διαβάζαμε μόνο το κείμενο και τίποτε άλλο να μην κάνουμε παρά να το νιώσουμε.
Έτσι η κουβέντα ήρθε στο λογοτεχνικό βιβλίο, το οποίο έχει μεγάλη αξία, διότι ο αναγνώστης διευρύνει το στενό πλαίσιο της ζωής του, ζει πολλές άλλες ζωές, πολλαπλασιάζεται. Όλη αυτή η διαδικασία είναι γοητευτική. Ο λογοτέχνης ρίχνει γέφυρες στους αναγνώστες και όσο πιο πικραμένος είναι από τη ζωή τόσο πιο νόστιμες είναι. 
Και πώς γράφεται ένα λογοτεχνικό βιβλίο; Ποια είναι τα ερεθίσματα;. Για τον Σωτήρη Δημητρίου αυτά είναι ένα κουβάρι. Μπορεί να πιαστεί από μια κουβέντα ή ένα πρόσωπο. Το πρόσωπο μάλιστα έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί πάνω σε αυτό είναι γραμμένη όλη η ζωή του ανθρώπου. Μαζεύει λοιπόν διάφορα στοιχεία, ταπεινά και ασήμαντα, τα ενώνει και φτιάχνει ένα διήγημα. Η συγγραφική τέχνη είναι η πιο ταπεινή τέχνη ακριβώς γιατί την έμπνευση μπορεί να τη δώσει το πιο μικρό και ασήμαντο πράγμα. Αυτός είναι ο λόγος που δεν αξιολογούνται και οι πηγές του συγγραφέα. Όλα είναι σημαντικά και δεν περιφρονεί τίποτα. 
Πώς όμως ξεκινάει να γράφει; Η δραστική αδράνεια είναι ένας τρόπος για να γράψει. Τι σημαίνει αυτό; Ο συγγραφέας χωρίς να κάνει κάτι , σκέφτεται και διαπλάθει την ιστορία του. Τις περισσότερες φορές συλλαμβάνει την ιδέα στο άσκοπο περπάτημα. Πολύ λίγο κάθεται μπροστά σε ένα γραφείο για να γράψει, συνήθως περπατάει και σκέφτεται. Από τη σκέψη όμως μέχρι τη συγγραφή μεσολαβεί ένα σημαντικό διάστημα. Τότε νιώθει ότι οι λέξεις είναι θαμμένες , ότι αντιστέκονται. Είναι το πιο δύσκολο μέρος. Μόλις κατορθώσει και φτιάξει το σκαρίφημα τότε βρίσκεται μπροστά σε μια απόλυτη ευτυχία. Μετά όλα είναι πιο εύκολα. Η ιστορία, ο μύθος είναι η πρόφαση . Αξία έχει ο τρόπος που γράφει ο συγγραφέας, διότι αυτός μεταμορφώνει μια ασήμαντη ιστορία σε σημαντική. Αυτό μπορεί να πάρει και πολύ χρόνο. Μια ιδέα μπορεί να αναπτυχθεί σε τριάντα σελίδες. Αν όμως την ξαναγράψει μετά από τρία χρόνια μπορεί να έχει συμπυκνωθεί σε τρεις μόνο σελίδες. Το διήγημα θέλει χρόνο.
Μεγάλη σημασία απέδωσε και στην προφορικότητα του λόγου. Η μάνα του και οι θειές του πηγές της ντοπιολαλιάς που είναι από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  των έργων του.
Ένας συγγραφέας ξεχωρίζει κάποια από τα βιβλία του; Έχει κάποιο αγαπημένο; Ο ίδιος δεν μπορεί να ξεχωρίσει κάποιο. Όλα τα αγαπάει. Αν όμως χρειάζεται να κάνει μια επιλογή τότε ίσως να αγαπάει περισσότερο αυτό με την πιο αρνητική κριτική.
Και η λογοτεχνία τι ρόλο έχει παίξει στη ζωή του; Υπάρχουν κάποια βιβλία που τον έχουν σημαδέψει;
Ένας συγγραφέας είναι και αναγνώστης άλλων βιβλίων. Τη νεότητά του σημάδεψαν δυο βιβλία ξένης λογοτεχνίας και ένα ελληνικής. Είναι" Ο Φύλακας στη σίκαλη" του Σάλιντζερ και το  " Κάστρο " του Κρόνιν. Δυο βιβλία που τα παρουσίασε με λίγα λόγια και πρότεινε στα παιδιά να τα αναζητήσουν και να τα διαβάσουν και ιδιαίτερα το πρώτο. Από την ελληνική λογοτεχνία ανέφερε τη " Μυστική ζωή" του Άγγελου Τερζάκη. 
Δυο σχεδόν ώρες κύλησαν χωρίς να τις καταλάβουμε. Η κουβεντούλα έφτανε στο τέλος της και μαζί με αυτό ήρθε και το παράπονο ότι δεν έχει την ελευθερία να ιδιωτεύσει και δεν απολαμβάνει τη χαρά της ανωνυμίας.
Όμως η συγγραφή είναι πράξη αγάπης και χαράς και ακόμα και οι στιγμές της ζωής που τον έχουν πληγώσει με το χρόνο μεταλλάσσονται και γίνονται ένα ωραίο διήγημα. Γι' αυτό πρότεινε σε όλους μας όταν έχουμε ένα πρόβλημα να γράφουμε για να φύγει , να εξαχνωθεί.
 Πολύ όμορφη η εμπειρία της συζήτησης με έναν συγγραφέα. Ακόμη πιο όμορφη γιατί έγινε ανάμεσα στο συγγραφέα και στους μαθητές μόνο. 
Για επίλογο θα κρατήσουμε τη συμβουλή του στην αναζήτηση της ευτυχίας.
Γεμίζουμε τη ζωή μας με ανησυχίες μέσω των πραγμάτων. Τα πράγματα που μας κάνουν ευτυχισμένους δεν θέλουν λεφτά, δεν κοστίζουν, δεν αγοράζονται. 
Τον ευχαριστούμε για τις ξεχωριστές στιγμές που μας πρόσφερε και το ζωντανό μάθημα λογοτεχνίας που μας παρέδωσε.






Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Δεν θα συμμετάσχω στην ομάδα αυτοαξιολόγησης(αναδημοσίευση)

“ Ακόμα και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων σε σχέση με τα πράγματα την άλλαξαν για να δικαιολογήσουν τις πράξεις τους”
(Θουκυδίδης Γ 82)
΄Οσο πιο βαρύγδουπα ηχούν οι λέξεις, τόσο πιο ύποπτο, ίσως και επικίνδυνο, φαντάζει το περιεχόμενό τους. Σε μια κοινωνία ρημαγμένη και φτωχοποιημένη, σ' ένα λαό στερημένο από τα στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα στην υγεία, στην παιδεία, στη δουλειά, σ' ένα δημόσιο σχολείο που, ταλαιπωρημένο ήδη από τις πολιτικές λιτότητας, καταρρέει καθώς καλείται περισσότερο από ποτέ να ανταποκριθεί στις ανάγκες της αγοράς, σε μια εκπαιδευτική κοινότητα που δέχτηκε την αγριότερη επίθεση με συγχωνεύσεις σχολείων , κατάργηση ειδικοτήτων, τη διαθεσιμότητα χιλιάδων, τις απολύσεις εκατοντάδων συναδέλφων, την ακόμα μεγαλύτερη περιθωριοποίηση των μαθητών της τεχνικής εκπαίδευσης, είναι φανερό ότι η “αξιολόγηση” και η εξωραισμένη έκδοσή της, η “αυτοαξιολόγηση”, δεν θα βελτιώσουν το εκπαιδευτικό έργο, αλλά θα δώσουν το τελικό χτύπημα καλώντας τους συναδέλφους να υποκύψουν σ΄ ένα γραφειοκρατικό τερατούργημα που μετατρέπει τον δάσκαλο σε υπολογιστή, τον συνάδελφο σε ανταγωνιστή, τον προϊστάμενο σε φόβητρο, το σχολείο σε αρένα, για να νομιμοποιηθεί τελικά η κατάργηση και άλλων δημόσιων σχολείων, η απόλυση χιλιάδων αυτή τη φορά συναδέλφων, για να επικυρωθεί η παράδοση της Δημόσιας Παιδείας στα ιδιωτικά συμφέροντα. Εδώ και τριανταπέντε χρόνια, τα τριανταδύο στα Δυτικά, αφοσιώθηκα στο δημόσιο σχολείο. Και είναι αλήθεια ότι οι συνάδελφοί μου κι εγώ ζήσαμε τις καλύτερες στιγμές του, λίγα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, στον δημοκρατικό πυρετό της Μεταπολίτευσης, 1981,1988,1997,1998,1999,2006, 2008 διεκδικήσαμε και κερδίσαμε τουλάχιστον την αξιοπρέπεια του δάσκαλου. Δεν ήταν όλοι οι αγώνες νικηφόροι, όμως διδάξαμε στους μαθητές μας ότι το δημόσιο σχολείο είναι προνόμιο ανεκτίμητο, ότι ο αγώνας για ένα κόσμο καλύτερο είναι καθήκον, ότι είναι αυτονόητες η αλληλεγγύη και η συναδελφοσύνη κι ακόμα ότι η γνώση δεν είναι μέσο ατομικής αναρρίχησης, αλλά το αποτελεσματικότερο και ισχυρότερο όπλο στη διεκδίκηση μιας δικαιότερης κοινωνίας. Επειδή, λοιπόν, δεν μπορώ να ξεχάσω και να προδώσω ότι μια ολόκληρη ζωή θεώρησα χρέος μου να διδάξω στα παιδιά, ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΟΚΥΨΩ και ΔΕΝ θα συμμετάσχω στην ομάδα “αυτοαξιολόγησης” του σχολείου μου στην οποία με όρισαν παρά τη θέλησή μου και τη δηλωμένη άρνησή μου. Το οφείλω στους μαθητές μου, στους συναδέλφους μου, σ' αυτούς που δοκιμάζονται από τη διαθεσιμότητα και τις απολύσεις, σε όλους που αγωνίζονται για δουλειά και αξιοπρέπεια.

Αθήνα, 21 Απρίλη 2014
Μάρω Δημάκου
Καθηγήτρια φιλόλογος στο 1ο Γενικό Λύκειο Καματερού
Δυτικής Αθήνας
Πηγή: Alfavita