Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...
Δημήτρης Γληνός
Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012
Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012
Αξίζει παναθεμάτη αυτή η παλιοζωή...
Wassily Kandinsky, Der Blaue Reiter, 1903
Τις Κυριακές, που ο μπάρμπα - Νικόλας δε δούλευε, φεύγαμε ολήμερα για μέρη πολύ μακρινά. Κάτι που γίνηκε μια τέτοια γιορτή, στένεψε πιο πολύ τη φιλία μας. Στην αρχή με κατάπληξη, με δέος θα έλεγα, ύστερα όμως πίστεψα στο αστέρι της τύχης μου και ζούσα τα πράγματα ως να ήμουν μεγάλος. Ανταποκρινόμουνα στη φιλία του, ένιωθα σαν ίσος προς ίσο.
Σηκωθήκαμε νύχτα. Τ' αστέρια μαρμαίρανε σαν τσαμπιά στο νοτιά. Το τριζόνι στροβίλιζε τον ψαλμό του ψηλά. Οι λεύκες αλώνιζαν με τις ψηλές τους κορφές τη χαμηλωμένη μαρμαρυγή της αστροφεγγιάς. Καβαλήσαμε το άλογο και τραβήξαμε για τη θάλασσα. Τα δέντρα μαύριζαν ακίνητα, καθώς κατεβαίναμε να βγούμε στον κάμπο, τρεισήμισι ώρες μακριά.
Αυτός στο σαμάρι και γω στα καπούλια. Δεν έβρισκα λόγια να ειπώ για τη νύχτα. Η σιωπή της περνούσε στις φλέβες μου. Με κρυμμένο το πρόσωπό μου πίσω απ' τις πλάτες του, τον άφηνα εκείνον να μιλήσει αν ήθελε` μα μόνον τα πέταλα αντηχούσανε στα φρύδια των λόφων κι ο αχός τους πλατάγιζε κάτω στα ρέματα που ψιλόβρεχε πάχνη.
Ο κάμπος ανοίχτηκε μπροστά μας. Το άλογο βούλιαζε μέσα στο χώμα. Σε κείνα τα μέρη τα γεννήματα στοίχειωναν. Πηγές που δε στερέβαν ποτε, ποτάμια με ακίνητα φωτισμένα νερά που νέσα τους βλέπαμε το άλογο, όταν περνούσαμε πάνω στους όχτους τους, να περπατάει ανάποδα στον καθρεφτισμένο γαλάζιο ουρανό.
Πιο κάτω ψαθιά και καλάμια, μερηχιές, και στις άκρες του πανύψηλες λεύκες. Λοξέψαμε στο βάλτο, να περάσουμε στην άκρη της θάλασσας, εκεί που τέλειωνε ο κάμπος κι αρχινούσαν βράχοι απότομοι, γυμνοί, όλο πέτρα.
Περάσαμε πάνω στην άμμο, βαδίσαμε λίγο δεξιότερα και πηδήσαμε από το άλογο στη ρίζα του βράχου, όπου δυο γέρικοι φοίνικες ρίχνανε τη σκιά τους. Μια φλέβα νερού, ξεπετιόταν χοχλάζοντας και τρυπώνοντας μέσα στην άμμο φιδογλίστραε στη θάλασσα. Ο ήλιος ανοίγοντας τη χρυσή του βεντάγια, μόλις ξεμύτιζε απ' το βουνό. Δέσαμε το άλογο και καθίσαμε λίγο στη λευκή χαλικία, εκεί που έσβηνε η άσπρη ταντέλα του καθαρού νερού. Εκείνος χάιδεψε τα άσπρα μαλλιά του και μίλησε πρώτος.
- Αξίζει παναθεμάτη αυτή η παλιοζωή. Να αναπνέεις και να χαίρεσαι, ξεχνώντας πως έχεις σάρκα και οστά. Νομίζεις πως έχεις τη θάλασσα μέσα σου, τον ήλιο, τον κόσμο ολόκληρο. Τι άλλο θέλεις καλύτερο για να ζεις σε τούτο τον κόσμο χωρίς να μισείς;
Τα χείλη του ίδρωναν. Η φωνή του γινόταν ουσία σαν την ουσία όλου του κόσμου που ξετυλίγονταν γύρω μας. Δεν ήταν βαριά, συνταιριάζονταν αρμονικά με τη γύρω σιωπή.
Προσπάθησα κάτι να ειπώ. Τον κοίταξα, βύθισα τα δάχτυλά μου στην άμμο και είπα:
- Αλήθεια! μονάχα να νιώθεις!(απόσπασμα)
Νικηφόρος Βρεττάκος , Το Γυμνό παιδί , Τρία φύλλα Αθήνα 1983
" Το Γυμνό παιδί" τυπώθηκε το 1939 από τις εκδόσεις
" Νεοελληνική Λογοτεχνία" και δεν ξανατυπώθηκε ως τα σήμερα, όπως έγινε και με άλλα πεζογραφήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου.
Το " Γυμνό παιδί" παρά τα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, δεν είναι ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο. Θέλοντας να εξομολογηθεί τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα του σε μια ωρισμένη χρονική περίοδο - την περίοδο της παιδικής ηλικίας - μέσα σ' ένα ωρισμένο περιβάλλον, ανάπλασε μυθιστορηματικά το σύνολο του υλικού του. Οι δυο κεντρικοί ήρωες, αποτελούν τη συνισταμένη πολλών προσώπων, που αντιπροσωπεύουν το καλό και το κακό στα χρόνια της πρώτης γνωριμίας του με τον κόσμο. Τελικός σκοπός του υπήρξε το να δώσει την οδυνηρή πραγματικότητα των πληγμάτων που δέχτηκε η ευαισθησία του, άσχετα προς το πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα, τα οποία δημιούργησαν τις ψυχολογικές καταστάσεις τις οποίες περιγράφει σε αυτή τη νουβέλλα." ( οι πληροφορίες από το εσώφυλλο του βιβλίου)
Τις Κυριακές, που ο μπάρμπα - Νικόλας δε δούλευε, φεύγαμε ολήμερα για μέρη πολύ μακρινά. Κάτι που γίνηκε μια τέτοια γιορτή, στένεψε πιο πολύ τη φιλία μας. Στην αρχή με κατάπληξη, με δέος θα έλεγα, ύστερα όμως πίστεψα στο αστέρι της τύχης μου και ζούσα τα πράγματα ως να ήμουν μεγάλος. Ανταποκρινόμουνα στη φιλία του, ένιωθα σαν ίσος προς ίσο.
Σηκωθήκαμε νύχτα. Τ' αστέρια μαρμαίρανε σαν τσαμπιά στο νοτιά. Το τριζόνι στροβίλιζε τον ψαλμό του ψηλά. Οι λεύκες αλώνιζαν με τις ψηλές τους κορφές τη χαμηλωμένη μαρμαρυγή της αστροφεγγιάς. Καβαλήσαμε το άλογο και τραβήξαμε για τη θάλασσα. Τα δέντρα μαύριζαν ακίνητα, καθώς κατεβαίναμε να βγούμε στον κάμπο, τρεισήμισι ώρες μακριά.
Αυτός στο σαμάρι και γω στα καπούλια. Δεν έβρισκα λόγια να ειπώ για τη νύχτα. Η σιωπή της περνούσε στις φλέβες μου. Με κρυμμένο το πρόσωπό μου πίσω απ' τις πλάτες του, τον άφηνα εκείνον να μιλήσει αν ήθελε` μα μόνον τα πέταλα αντηχούσανε στα φρύδια των λόφων κι ο αχός τους πλατάγιζε κάτω στα ρέματα που ψιλόβρεχε πάχνη.
Ο κάμπος ανοίχτηκε μπροστά μας. Το άλογο βούλιαζε μέσα στο χώμα. Σε κείνα τα μέρη τα γεννήματα στοίχειωναν. Πηγές που δε στερέβαν ποτε, ποτάμια με ακίνητα φωτισμένα νερά που νέσα τους βλέπαμε το άλογο, όταν περνούσαμε πάνω στους όχτους τους, να περπατάει ανάποδα στον καθρεφτισμένο γαλάζιο ουρανό.
Πιο κάτω ψαθιά και καλάμια, μερηχιές, και στις άκρες του πανύψηλες λεύκες. Λοξέψαμε στο βάλτο, να περάσουμε στην άκρη της θάλασσας, εκεί που τέλειωνε ο κάμπος κι αρχινούσαν βράχοι απότομοι, γυμνοί, όλο πέτρα.
Περάσαμε πάνω στην άμμο, βαδίσαμε λίγο δεξιότερα και πηδήσαμε από το άλογο στη ρίζα του βράχου, όπου δυο γέρικοι φοίνικες ρίχνανε τη σκιά τους. Μια φλέβα νερού, ξεπετιόταν χοχλάζοντας και τρυπώνοντας μέσα στην άμμο φιδογλίστραε στη θάλασσα. Ο ήλιος ανοίγοντας τη χρυσή του βεντάγια, μόλις ξεμύτιζε απ' το βουνό. Δέσαμε το άλογο και καθίσαμε λίγο στη λευκή χαλικία, εκεί που έσβηνε η άσπρη ταντέλα του καθαρού νερού. Εκείνος χάιδεψε τα άσπρα μαλλιά του και μίλησε πρώτος.
- Αξίζει παναθεμάτη αυτή η παλιοζωή. Να αναπνέεις και να χαίρεσαι, ξεχνώντας πως έχεις σάρκα και οστά. Νομίζεις πως έχεις τη θάλασσα μέσα σου, τον ήλιο, τον κόσμο ολόκληρο. Τι άλλο θέλεις καλύτερο για να ζεις σε τούτο τον κόσμο χωρίς να μισείς;
Τα χείλη του ίδρωναν. Η φωνή του γινόταν ουσία σαν την ουσία όλου του κόσμου που ξετυλίγονταν γύρω μας. Δεν ήταν βαριά, συνταιριάζονταν αρμονικά με τη γύρω σιωπή.
Προσπάθησα κάτι να ειπώ. Τον κοίταξα, βύθισα τα δάχτυλά μου στην άμμο και είπα:
- Αλήθεια! μονάχα να νιώθεις!(απόσπασμα)
Νικηφόρος Βρεττάκος , Το Γυμνό παιδί , Τρία φύλλα Αθήνα 1983
" Το Γυμνό παιδί" τυπώθηκε το 1939 από τις εκδόσεις
" Νεοελληνική Λογοτεχνία" και δεν ξανατυπώθηκε ως τα σήμερα, όπως έγινε και με άλλα πεζογραφήματα του Νικηφόρου Βρεττάκου.
Το " Γυμνό παιδί" παρά τα πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, δεν είναι ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο. Θέλοντας να εξομολογηθεί τις αντιδράσεις και τα συναισθήματα του σε μια ωρισμένη χρονική περίοδο - την περίοδο της παιδικής ηλικίας - μέσα σ' ένα ωρισμένο περιβάλλον, ανάπλασε μυθιστορηματικά το σύνολο του υλικού του. Οι δυο κεντρικοί ήρωες, αποτελούν τη συνισταμένη πολλών προσώπων, που αντιπροσωπεύουν το καλό και το κακό στα χρόνια της πρώτης γνωριμίας του με τον κόσμο. Τελικός σκοπός του υπήρξε το να δώσει την οδυνηρή πραγματικότητα των πληγμάτων που δέχτηκε η ευαισθησία του, άσχετα προς το πώς ακριβώς έγιναν τα πράγματα, τα οποία δημιούργησαν τις ψυχολογικές καταστάσεις τις οποίες περιγράφει σε αυτή τη νουβέλλα." ( οι πληροφορίες από το εσώφυλλο του βιβλίου)
Ετικέτες
Αφιερώματα
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Νικηφόρος Βρεττάκος
,
Νουβέλα
Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2012
Καταγγέλλω τον εαυτό μου...
Κ α τ α γ γ έ λ λ ω
Κ α τ α γ γ έ λ λ ω τ ο ν ε α υ τ ό μ ο υ , π ο υ δ ε ν ξ ύ π ν η σ α π ι ο
μ π ρ ο σ τ ά, π ο υ δ ε ν ξ ε σ η κ ώ θ η κ α π ι ο μ π ρ ο σ τ ά,
ν' α ν τ ι σ τ α θ ώ σ τ η β ί α κ α ι σ τ ο ν τ ρ ό μ ο.
Κ α τ α γ γ έ λ λ ω τ ο ν ε α υ τ ό μ ο υ , π ο υ υ π ή ρ ξ α έ ν α ς
π ο λ ί τ η ς ε λ ε ε ι ν ή ς μ ο ρ φ ή ς
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Τάκη Χατζηαναγνώστου, Ένας πολίτης ελεεινής μορφής, Αθήνα 1975
Βρίσκεται στο ανθολόγιο του Ηλία Γκρη, Το μελάνι φωνάζει , Η 17η Νοεμβρη 1973 στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο, 2003
Ετικέτες
Αφιερώματα
,
Επέτειοι
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Πολυτεχνείο 1973
Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012
Λαχτάρησα μια χώρα
Λαχτάρησα μια χώρα, γυρεύω ένα νησί
που οι άνθρωποι να λένε ό,τι μου λες κι εσύ
Βροχούλα στα μαλλιά σου στα μάτια η χαραυγή
φωνή που σε θηλάζει μια μάνα υπομονή
Να σπείρω ένα χωράφι και κάθε πρωινό
πόση ζωή έχει πάρει να βγαίνω να μετρώ
Θέλω να σε κρατήσω θέλω να σ' αγαπώ
για όσα έχουν σωπάσει να σκύψω να σου πω.
Και σα θα μεγαλώσεις το λάδι απ' την ελιά
ίσια να το μοιράζεις στα δώδεκα παιδιά
Να ρίξουν ένα γέλιο να πάει ως την πηγή
να σηκωθούν οι μέρες που καρτερούν εκεί.
Βροχούλα στα μαλλιά σου στα μάτια η χαραυγή
φωνή που σε θηλάζει μια μάνα υπομονή.
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Από το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Εχθρός Λαός"
Ετικέτες
Ιάκωβος Καμπανέλης
,
Μίκης Θεοδωράκης
,
Μουσική
,
Τζένη Καρέζη
Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012
Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα τους...
...Στο Πολυτεχνείο, οι ελεύθεροι πολιορκημένοι. Το τανκς με τους εκτυφλωτικούς προβολείς να σκορπίζει την παγωνιά. Οι σφαίρες που ήταν αληθινές. Οι σκοτωμένοι, οι τραυματίες. Το αίμα και το ανάθεμα. Ο Γιώργος ξαναμμένος, με το μαντίλι σφιχτά δεμένο στο κεφάλι του, να συγκρατεί τις μπούκλες των μαλλιών του. Να παίρνει εκείνη τη στιγμή μαζί του για πάντα. Έχουμε ανάγκη από αίμα. Να κάνουμε έκκληση στον Ερυθρό Σταυρό. Να κατέβει ο κόσμος στους δρόμους. Και το ξημέρωμα αργούσε να φανεί. Θεοσκότεινα τα παράθυρα κι οι πόρτες στις πολυκατοικίες κλειστές.
" Πώς είναι δυνατόν να κοιμάστε..."
Ο ραδιοφωνικός σταθμός να κραυγάζει ακόμα στ΄αφτιά μου.
Πίσω από την πύλη οι φοιτητές. Πάνω στην κολόνα ο Κυριάκος, με το λευκό πουκάμισο, "να διαπραγματευτούμε". Ο Κώστας απέξω από τα κάγκελα, όρθιος, λίγο πριν συλληφθεί. Ένα ένα ανάβουν τα παράθυρα, δειλά το φως να διώξει το σκοτάδι, ένα γύρο στις πολυκατοικίες, πυγολαμπίδες κι άστρα στα μάτια μου.
Το τανκς να έρχεται καταπάνω μας και στον πυργίσκο του αξιωματικός πίσω απ' τον προβολέα με το περίστροφο προτεταμένο.
Η Μερσεντές. Τη σπρώχνουμε να γίνει οδόφραγμα. Ο Στέλιος, η Ιωάννα εκεί, μαζί με τους "προβοκάτορες", ένα σώμα, μια ψυχή και μια στραβή...Δεν υπερίσχυσε η γραμμή. Ο Κυριάκος να πέφτει απ' την κολόνα. Το τανκς να γκρεμίζει την πόρτα, η Πέπη κάτω απ' τα κάγκελα, κι εμείς να σπρώχνουμε τη Μερσεντές. Το τανκς να περνάει από πάνω της και να μην παραμερίζουμε, να ζούμε την υπέρβαση, ο φόβος είναι η πρόκληση, ο εχθρός που δοξάζει τον άνθρωπο και κάνει τα πράγματα να λάμπουν, νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, με προτεταμένα στήθια.
" Κάτω η χούντα", " Έξω οι Αμερικάνοι", " Μαρκεζίνη Μασκαρά", " Απόψε θα γίνει Ταϊλάνδη", " Κάτω το κράτος κι η εξουσία".
Κι όταν όλα φάνηκε πως τελείωσαν, " ο αγώνας συνεχίζεται", βροντοφωνάξαμε.
Την άλλη μέρα, τα απομεινάρια της εξέγερσης διαλύονται και μέσα στις φωτιές, όρθιοι και καταγής στο πεζοδρόμιο, στη μέση του δρόμου, δυο νέες κοπέλες, η Ελένη κι η Μαρία, κι ένα αγόρι να το τραβούν απ' τα μαλλιά οι μπάτσοι.
Μέσα από τα δακρυγόνα να περνάει ένα φορείο, να πετάει πάνω από τα κάγκελα, να λιποθυμάς, να σβήνεις και να ανασταίνεσαι...για να συνεχίσεις.
Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και πάλι. Κουρέλια ακόμα, η φωνή μας δεν μπόρεσε τίποτα να πει.
Οι δολοφόνοι πλένουν τα χέρια τους στους νεροχύτες. Σκουπίζονται απ' τα σχισμένα πουκάμισα. Κατουράνε το αίμα μας με χοντρές μάνικες, για να ξεπλυθούνε τα πεζοδρόμια, να πάει ο κόσμος ήσυχα στη δουλειά του το πρωί. Μην αγριέψει το μάτι του. Μη θυμηθεί το μεσημέρι το σκοτωμένο πρωινό και ανταργιέψει.
Το είδα στα μάτια του κοριτσιού που κράτησε την εικόνα, πίσω από τις γρίλιες στην Τοσίτσα και έγινε σε μια στιγμή γυναίκα, να βγει στο δρόμο ενάντια στον τρόμο....τρελαμένη από το παράδοξο της συναπαντοχής και πως τα φέρνει για να δεις..." Θα' ρθω μαζί σου", είπε...
Τα υπόλοιπα είναι για το τραγούδι. Μένει μονάχα να θυμόμαστε ξανά και ξανά, στα μνημόσυνα και στις επετείους, πως το κρατούμενο δεν είναι ένα. Μαζεύτηκαν πολλά, θα χάσουμε το λογαριασμό. Και είναι που μάς χρωστάνε. Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα μας, πάλι με το ποδήλατο να κάνω βόλτες γύρω από τους σταθμούς της μνήμης και να περνάει το τρένο στις οκτώ, ταξίδι για την Κατερίνη, Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει..
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Παπαχρήστου, Ο ήλιος του Μουσείου, Νέα Σύνορα - Α.Α Λιβάνη, 1994 . Βρίσκεται στο ανθολόγιο που επιμελήθηκε ο Ηλίας Γκρης, Το μελάνι φωνάζει, η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο, 2003
Η αφίσα" Εδώ Πολυτεχνείο, 16 XI 1973" του Γιώργου Βακιρτζή
" Πώς είναι δυνατόν να κοιμάστε..."
Ο ραδιοφωνικός σταθμός να κραυγάζει ακόμα στ΄αφτιά μου.
Πίσω από την πύλη οι φοιτητές. Πάνω στην κολόνα ο Κυριάκος, με το λευκό πουκάμισο, "να διαπραγματευτούμε". Ο Κώστας απέξω από τα κάγκελα, όρθιος, λίγο πριν συλληφθεί. Ένα ένα ανάβουν τα παράθυρα, δειλά το φως να διώξει το σκοτάδι, ένα γύρο στις πολυκατοικίες, πυγολαμπίδες κι άστρα στα μάτια μου.
Το τανκς να έρχεται καταπάνω μας και στον πυργίσκο του αξιωματικός πίσω απ' τον προβολέα με το περίστροφο προτεταμένο.
Η Μερσεντές. Τη σπρώχνουμε να γίνει οδόφραγμα. Ο Στέλιος, η Ιωάννα εκεί, μαζί με τους "προβοκάτορες", ένα σώμα, μια ψυχή και μια στραβή...Δεν υπερίσχυσε η γραμμή. Ο Κυριάκος να πέφτει απ' την κολόνα. Το τανκς να γκρεμίζει την πόρτα, η Πέπη κάτω απ' τα κάγκελα, κι εμείς να σπρώχνουμε τη Μερσεντές. Το τανκς να περνάει από πάνω της και να μην παραμερίζουμε, να ζούμε την υπέρβαση, ο φόβος είναι η πρόκληση, ο εχθρός που δοξάζει τον άνθρωπο και κάνει τα πράγματα να λάμπουν, νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, με προτεταμένα στήθια.
" Κάτω η χούντα", " Έξω οι Αμερικάνοι", " Μαρκεζίνη Μασκαρά", " Απόψε θα γίνει Ταϊλάνδη", " Κάτω το κράτος κι η εξουσία".
Κι όταν όλα φάνηκε πως τελείωσαν, " ο αγώνας συνεχίζεται", βροντοφωνάξαμε.
Την άλλη μέρα, τα απομεινάρια της εξέγερσης διαλύονται και μέσα στις φωτιές, όρθιοι και καταγής στο πεζοδρόμιο, στη μέση του δρόμου, δυο νέες κοπέλες, η Ελένη κι η Μαρία, κι ένα αγόρι να το τραβούν απ' τα μαλλιά οι μπάτσοι.
Μέσα από τα δακρυγόνα να περνάει ένα φορείο, να πετάει πάνω από τα κάγκελα, να λιποθυμάς, να σβήνεις και να ανασταίνεσαι...για να συνεχίσεις.
Ξεχυθήκαμε στους δρόμους και πάλι. Κουρέλια ακόμα, η φωνή μας δεν μπόρεσε τίποτα να πει.
Οι δολοφόνοι πλένουν τα χέρια τους στους νεροχύτες. Σκουπίζονται απ' τα σχισμένα πουκάμισα. Κατουράνε το αίμα μας με χοντρές μάνικες, για να ξεπλυθούνε τα πεζοδρόμια, να πάει ο κόσμος ήσυχα στη δουλειά του το πρωί. Μην αγριέψει το μάτι του. Μη θυμηθεί το μεσημέρι το σκοτωμένο πρωινό και ανταργιέψει.
Το είδα στα μάτια του κοριτσιού που κράτησε την εικόνα, πίσω από τις γρίλιες στην Τοσίτσα και έγινε σε μια στιγμή γυναίκα, να βγει στο δρόμο ενάντια στον τρόμο....τρελαμένη από το παράδοξο της συναπαντοχής και πως τα φέρνει για να δεις..." Θα' ρθω μαζί σου", είπε...
Τα υπόλοιπα είναι για το τραγούδι. Μένει μονάχα να θυμόμαστε ξανά και ξανά, στα μνημόσυνα και στις επετείους, πως το κρατούμενο δεν είναι ένα. Μαζεύτηκαν πολλά, θα χάσουμε το λογαριασμό. Και είναι που μάς χρωστάνε. Ανεξόφλητη επιταγή το αίμα μας, πάλι με το ποδήλατο να κάνω βόλτες γύρω από τους σταθμούς της μνήμης και να περνάει το τρένο στις οκτώ, ταξίδι για την Κατερίνη, Νοέμβρης μήνας δε θα μείνει..
Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Δημήτρη Παπαχρήστου, Ο ήλιος του Μουσείου, Νέα Σύνορα - Α.Α Λιβάνη, 1994 . Βρίσκεται στο ανθολόγιο που επιμελήθηκε ο Ηλίας Γκρης, Το μελάνι φωνάζει, η 17η Νοέμβρη 1973 στη λογοτεχνία, Μεταίχμιο, 2003
Η αφίσα" Εδώ Πολυτεχνείο, 16 XI 1973" του Γιώργου Βακιρτζή
Ετικέτες
Δημήτρης Παπαχρήστος
,
Επέτειοι
,
Μυθιστόρημα
,
Νεοελληνική Λογοτεχνία
,
Πολυτεχνείο 1973
Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012
Ο αγώνας εξακολουθεί
Πέθανε κει που τον χρειαζόμασταν
Πιο πολύ παρά ποτέ!
Γιατί πέθανε;
Τάχα ν' αρρώστησε; Για λιποψύχησε;
Μήπως προσφέρθηκε για τη θυσία;
Μ' αν ήταν άρρωστος, γιατί δεν τον βοηθήσαμε;
Ήταν σαν το Χριστό όταν τον κατέβασαν απ' το Σταυρό...
Εγώ όμως μισώ του πόνου τους ηρωισμούς
Εγώ μισώ της ανάστασης τη μυστικοπάθεια
Εμείς τον εγκαταλείψαμε
Κει που έπρεπε να τον βοηθήσουμε μ' όλη μας τη δύναμη.
Κι η γη που ρούφηξε το αίμα δικιά του γη δεν ήταν,
Μονάχα κει που ζούμε είναι δικιά μας η γη.
Και τώρα τον βαφτίζουμε μάρτυρα
Να ξαλαφρώσουμε τις συνειδήσεις μας.
Ή μήπως κάνω λάθος;
Μήπως ήταν δυνατός, δραστήριος, γεμάτος πίστη;
Μήπως υπήρξε ο μόνος που τόλμησε;
Μήπως ο θάνατός του μάς δίδαξε την ατολμία μας;
Μάθετε
Μάθετε
Μάθετε
Ο αγώνας εξακολουθεί.
Πέτερ Βάις
( Γιάννη Γιάννου, Πολυτεχνείο '73, Εορταστική Ανθολογία, Gutenberg, Aθήνα 1984)
Το χαρακτικό του Τάσσου με τίτλο 17 Νοέμβρη 1973
το βρήκα εδώ
Πιο πολύ παρά ποτέ!
Γιατί πέθανε;
Τάχα ν' αρρώστησε; Για λιποψύχησε;
Μήπως προσφέρθηκε για τη θυσία;
Μ' αν ήταν άρρωστος, γιατί δεν τον βοηθήσαμε;
Ήταν σαν το Χριστό όταν τον κατέβασαν απ' το Σταυρό...
Εγώ όμως μισώ του πόνου τους ηρωισμούς
Εγώ μισώ της ανάστασης τη μυστικοπάθεια
Εμείς τον εγκαταλείψαμε
Κει που έπρεπε να τον βοηθήσουμε μ' όλη μας τη δύναμη.
Κι η γη που ρούφηξε το αίμα δικιά του γη δεν ήταν,
Μονάχα κει που ζούμε είναι δικιά μας η γη.
Και τώρα τον βαφτίζουμε μάρτυρα
Να ξαλαφρώσουμε τις συνειδήσεις μας.
Ή μήπως κάνω λάθος;
Μήπως ήταν δυνατός, δραστήριος, γεμάτος πίστη;
Μήπως υπήρξε ο μόνος που τόλμησε;
Μήπως ο θάνατός του μάς δίδαξε την ατολμία μας;
Μάθετε
Μάθετε
Μάθετε
Ο αγώνας εξακολουθεί.
Πέτερ Βάις
( Γιάννη Γιάννου, Πολυτεχνείο '73, Εορταστική Ανθολογία, Gutenberg, Aθήνα 1984)
Το χαρακτικό του Τάσσου με τίτλο 17 Νοέμβρη 1973
το βρήκα εδώ
Ετικέτες
Επέτειοι
,
Πέτερ Βάις
,
Ποίηση
,
Πολυτεχνείο 1973
Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012
Ξύπνημα γαλανό μες στην πηγή της μέρας...
Στη θάλασσα
Ο έρωτας
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
Κύμα στο φως
Ξαναγεννάει τα μάτια
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ' αγνάντεμα
Ζωή
Όπου η Ζωή αρμενίζει προς
Τ' αγνάντεμα
Ζωή
Ο μπάτης με το διάφανό του φύσημα
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει
Γέρνει πανί του ονείρου
Μακριά
Έρωτας την υπόσχεσή του μουρμουρίζει
Φλοίσβος.
Το καράβι του
Κι η αμεριμνησία των μελτεμιών του
Κι ο φλόκος της ελπίδας του
Στον πιο ελαφρό κυματισμό του ένα νησί λικνίζει
Τον ερχομό.
Ο τίτλος και οι στίχοι που συνοδεύουν τις φωτογραφίες είναι διάσπαρτες επιλογές από το έργο του Οδυσσέα Ελύτη , Προσανατολισμοί
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)

