Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

Η βάρκα


  O φίλος μου αφηγήθηκε:
    Όταν γυρίζω τα μάτια στα παιδικά μου χρόνια, αναθυμούμαι πάντα μιαν ακρογιαλιά, μια κάποιαν ήρεμη , ερημικήν ακρογιαλιά, όπου το κύμα έρχεται γλυκά να σβύσει φλοισβίζοντας στην αγκαλιά του άμμου.
  
     Δεν ξέρω...Εκεί δεν είναι η πατρίδα μου κι΄εκεί δεν έζησα τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου. Όμως η ακρογιαλιά γεμίζει με τη μουσική της την ξέμακρη ολάκερα τα παιδικά μου χρόνια. Και τώρα πια, ώριμος άντρας, αγαπώ συχνά, καθώς όλοι οι επίδοξοι γέροι, ν΄αναθυμούμαι τα πρώτα νιάτα μου. Και πάλι, να, στο μνημονικό μου ανατέλλει η ακροαγιαλιά.

     Είναι μια απαλή, απέραντη καμπύλη αμμουδιάς που ελαφρά κολπώνει η θάλασσα. Γύρω, πέρα, ερημιά. Στη μέση, πάνω σε κάτι δοκάρια στρογγυλά και μαύρα, μια μεγάλη , παλιά βάρκα, νεκρή. Την έχουνε τραβήξει στη στεριά κι΄εκεί σάπισε. Μισογερμένη , αφίνει να χάσκει τόνα της πλευρό ανοικτό. Της λείβονται σανίδια, κι΄ο σκελετός, καθώς ζώου νεκρού, γαντζώνει στον αέρα λαίμαργα τα λιπόσαρκα παΐδια. Είναι κόκκινη η βάρκα, παράδοξα κόκκινη στην κοιλιά, και ψηλότερα, ένα γαϊτάνι, μαύρη. Όμως η λαβωμένη τούτη πλευρά, η αιματοστάλαχτη, λες κάποτε πως ανασαίνει...
     Η ερημιά. Κ΄η νεκρή βάρκα , μονάχη της...

     Ερχόμουν μικρό παιδί ακόμα, και περιδιάβαζα στο έρημο ακρογιάλι. Τα καλοκαίρια, πάντα, κάποια θεία μου άκληρη, που είχε σπίτι και κτήμα αγροτικό πιο πέρα, μ΄έπαιρνε κοντά της δυο- τρεις μήνες να κάνω εξοχή. Υπόφερα από κάτι θέρμες ασυνήθιστες, που τις συνόδευαν νύχτες αγωνίας, γεμάτες οράματα. Λοιπόν στους μοναχικούς μου περιπάτους έστριβα συχνά το μικρόν κάβο, που λες και τερμάτιζε την κατοικημένη πλάση, και προχωρούσα στην έρημη αμμουδιά. Στην αρχή, θυμούμαι, άκουγα με τρόμο τα βήματα μου να τρίζουνε μοναχικά. Αργότερα συνήθισα. Με τις ημέρες, τις βδομάδες, τους μήνες , μια τρυφερότητα παράδοξη ξύπνησε μέσα μου, μυστικά, για το απλησίαστο τοπείο. Λιανοτρέμουλη μια αγάπη άρχισε ν΄αναθρώσκει μέσα από τη θράκα της τρομάρας κι΄ευλόγησε με το διακριτικό μύρο της την ψυχή μου. Έφτασε αδιόρατα μια μέρα που άρχισα να νιώθω δική μου την έρημη ακρογιαλιά, κι΄ένα βαθύτερο νόημα συγγένειας, κάτι σαν ευαίσθητη στοργή, μ' έδεσε γλυκά μαζί της.

     Πήγαινα έτσι όχι μονάχα από συνήθεια να την ιδώ, μα και σαν από καθήκον και συμπόνοια.


     Δεν ξέρω πια πότε είταν ακριβώς που, κάποια μέρα, κοντοζυγώνοντας στη βάρκα μου, είδα κάποιον άλλο να τριγυρίζει στην απάτητη περιοχή της. Ζύγωσα δισταχτικός, με δυσαρεστημένην απορία. Είταν ένα μικρό κορίτσι, πάνω - κάτω στα δικά μου χρόνια. Θαρρετά, αψήφιστα, περιεργαζότανε με τα μάτια το ιερό κουφάρι. Το κορίτσι είτανε ξυπόλυτο.

      Θαρώ τώρα πως, την πρώτη εκείνη φορά, δεν της μίλησα. Αργότερα, ύστερα από μέρες, πιάσαμε κουβέντα. Είχε αρχίσει νάρχεται στ΄ακρογιάλι μου συχνά. Μιλήσαμε , φυσικά, για τη βάρκα. Και, με το θάρρος της άγνοιας, την αυθάδεια του αμύητου, μου πρότεινε κάτι αφάνταστο : Να την καβαλλικέψουμε!

     Όποιος υποστηρίξει πως πρέπει να υπερασπίστηκα για πολύν καιρό τα ιερά μου, θα πει ότι ελάχιστα γνωρίζει τον άνθρωπο. Δε λέω, λιποψύχησα την πρώτη στιγμή. Όμως εκείνη, δεν είχε φανταστεί καθόλου, φαίνεται, το δισταγμό μου. Ακούμπησε στον ώμο μου και δοκίμασε ν΄ανέβει. Είτανε ψηλά. Μου πρότεινε λοιπόν να πλέξω τα δάχτυλά μου για να πατήσει στις χούφτες μου. Το έκανα. Είναι πολύ γλυκό. φίλε μου, το ναρκωτικό της προδοσίας. Στηρίχτηκε στον ώμο μου, πάτησε στις χούφτες μου ανάλαφρα κι΄ανέβηκε.

     Κι' εγώ....Εγώ ήμουν συγκινημένος.

      Ερχόμασταν συχνά στην πεθαμένη βάρκα, κι΄ανεβασμένοι πάνω, σύμφωνα μ' ένα πρακτικό σύστημα που είχαμε βρει για να το κατορθώνουμε, παίζαμε του κόσμου τα παιγνίδια. Καλούσαμε με τη φαντασία γύρω μας τη θάλασσα να φουσκώσει, ν' αγριέψει, και τα κύματα να μας ανασηκώνουνε στα μεσούρανα , κύματα βουνά. Στη φαντασμαγορική τούτη θύελλα ήμουν εγώ ο καπετάνιος. Μ' αυθάδεια σκαρφαλωμένος στην πλώρη, τα σκέλια τεντωμένα κι΄ανοιχτά, διέταζα το μοναδικό μου ναύτη. Κι΄ο ναύτης εκτελούσε, υπάκουος. Εγώ έβρισκα πάντα και τα θέματα του παιχνιδιού. Το βάθος άλλωστε είτανε στερεότυπο: " Φουρτούνα"! Κολακευόμουν να βλέπω τον εαυτό μου ήρωα, και μάλιστα να νιώθω πως  τον βλέπουν .

      Μια φορά μονάχα είπε το θέμα του παιχνιδιού κι΄εκείνη. Το καλοκαίρι ζύγωνε στα τέλη του και τώρα συχνά μας πρόφταινε το βράδι. Κάποτε, το φεγγάρι - είταν αυγουστιάτικο; - μας ξεγέλασε με το ζωηρό του φως που λες και συνέχιζε το σούρουπο . καθόμασταν αποσταμένοι από την "τρικυμία" στην πρύμνη. Κ΄η φιλενάδα είπε σιγανά:


     - Τώρα είναι γαλήνη...γαλήνη..., τα κύματα μας σπρώχνουμε γλυκά. Έπεσε και το λιγοστό αεράκι...Ταξιδεύουμε...Δες λοιπόν τι ώμορφα που είναι!..

       Κάτω από το σεληνόφως  άπλωνε το χεράκι της. Είναι καταπληχτικό, φίλε μου, πως κάποτε μια χειρονομία απλή μας ξεσκεπάζει την ωμορφιά του κόσμου. Λες και τα μάτια μας δεν προσμέναν παρά τούτο μονάχα για ν' ανοίξουνε στο φως.

       Η φωνή της είταν κουρασμένη κι΄αργή. Δεν ξέρω γιατί άρχισα ξάφνου να φοβάμαι.

    - Πάμε, πάμε...μουρμούρισα και σηκώθηκα.

     Δεν μ΄άκουγε. Είταν αφαιρεμένη.

      Της τράβηξα το φουστάνι δειλά, να τη συνεφέρω.

     Γύρισε και με κοίταξε. Το μάτι της είτανε μεγάλο και σκοτεινό. Μου φάνηκε αγνώριστο, ολάκερη μου φάνηκε αγνώριστη, σα να γύριζε από μακρυνό ταξείδι. Κι' η χώρα που είχε ιδεί αντικαθρέφτιζε ακόμα στα μάτια της τα οράματά της, οράματα δαιμονικά.


     Τα καλοκαίρια , δεν ξέρω πια για πόσα ακριβώς χρόνια , σμίγαμε εκεί. Ο πατέρας της είτανε ψαράς. Κάθονταν λίγο πιο κάτω από το δικό μας σπίτι. Το πρωινό, από τον κάβο, τον βλέπαμε με τη βάρκα του, πέρα στ' ασημένιο πέλαγος ν΄απλώνει υπομονετικά τα δίχτυα. Και γελούσαμε τότε που φαινότανε στην απόσταση έτσι μικροσκοπικός.

     Μου είναι αδύνατο να θυμηθώ τώρα τι ακριβώς λέγαμε. Όμως είμασταν φλύαροι, αφάνταστα φλύαροι. Και πάντα σκαρφαλώναμε στην ασάλευτη μέσα βάρκα. Στη φαντασία μας την πλάθαμε καράβι τρανό, βαρύτιμο, γεμάτο χρυσαφικά, ξόμπλια και στολίδια. Βασιλιάδες μας κατευόδωναν και πριγκηπέσσες μας προσμέναν. Νικητές πάντα στη θαλασσοταραχή, αρμενίζαμε τα βράδια μες σε λιμάνια ονειρευτά, απάνεμα, και γύρω, στο χρυσό ηλιοβασίλεμα που σιγόσβυνε, μαντήλια καλοδεχτικά μας χαιρετούσαν. Τα μάτια μας κρατούσαν ακόμα αστραφτερές αντιφεγγιές θριάμβου...Κι΄άλλοτε πάλι μας έπαιρνε , απολησμένους, ο ύπνος πάνω εκεί.


    ...Ποιος δεν ταξίδεψε στη ζωή του μια φορά με μια τέτοια βάρκα;

      Όλ΄αυτά γίνηκαν όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη ή εφτά χρονών. Γιατί αργότερα έπαψα να πηγαίνω στην εξοχή εκείνη. Το τελευταίο καλοκαίρι, θυμάμαι, είχα αρχίσει ν' αποχτώ συναίσθηση της πραγματικότητας. Τέλειωνα το Δημοτικό και θάμπαινα στο Ελληνικό σχολείο. Αυτό σημείωνε στη ζωή μου κάποιον ξεχωριστό σταθμό. Ήμουνα φοβερά περήφανος. Και κάποιο βράδι που άκουσα τον πατέρα μου να λέει σ' επισκέπτες σοβαρά πως, σα μεγάλωνα, θα μ' έκανε δικηγόρο, με συνεπήρε τέτοια χαρά κι' αλαζωνεία που δεν έβλεπα τη στιγμή να ξημερώσει η άλλη μέρα για να πάω να το πω στη συντρόφισσα των παιχνιδιών μου.

      Είτανε τ' άλλο βράδι, εκεί, στην έρημη ακρογιαλιά. Βράδιαζε κ΄είχαμε αποαστάσει. Πάλι είχε γαληνέψει η θαλασσοταραχή κι' επλέαμε ήρεμα στα νερά του ονείρου. Η φιλενάδα μου ήταν αμίλητη.

     - Μίλα, της λέω...γιατί δε μιλάς;
     - Δεν ξέρω, αποκρίθηκε.
  
     Έβγαινε το φεγγάρι.

      - Δώσε μου το χέρι σου, να τραγουδήσουμε.
      - Να, μουρμούρισε.

    Το έπιασα. Είτανε παγωμένο.

     - Τι έχεις; ρώτησε ανήσυχος.

    Ο φλοίσβος έσβυνε στην ακρογιαλιά. Στα νερά, θρυμματισμένο, παιγνίδιζε το φεγγάρι.

      - Θα γίνεις δικηγόρος, θα γίνεις μεγάλος, είπε μέσα της.

      Περηφανεύτηκα.

     - Ναι..θα γίνω μεγάλος!

     Δεν είπε τίποτα. Μα σε λίγο σηκώθηκε. Μου φάνηκε πως είταν ακόμα νωρίς για να φύγουμε. Μισοστράφηκε κατά μένα και δίχως να με κοιτάξει:

      - Ξέρεις, είπε, ...ο πατέρας μου είναι ψαράς.

    Δεν ήρθε άλλο βράδι στην ακρογιαλιά. Κι' εγώ έφυγα.

    Περνούνε τα χρόνια. Οι μέρες αναβοσβύνουνε στερεότυπα και ξετυλίγονται τα χρόνια. Πέρασα λύπες και χαρές, είμαι ένας σωστός άνθρωπος.

     Όχι, όχι, δεν ξαναπήγα στην ακρογιαλιά. Ξέρεις κανένα που νάχει ξαναπάει;

    ....Όμως , πες μου, ποιος δεν ταξίδεψε στη ζωή του μια φορά με μια τέτοια βάρκα;

Άγγελου Δ. Τερζάκη, Του Έρωτα και του Θανάτου, Διηγήματα, "Αετός" Α.Ε. Αθήνα 1942


Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Τα παιδιά - βαλίτσες

    Μερικά χρόνια πριν , τότε που οι υπολογιστές δεν είχαν εισβάλει στη ζωή μας τόσο έντονα , αποθήκευα σε κλασικούς φακέλους ή σε κουτιά άρθρα και διάφορα άλλα κείμενα που έκοβα από εφημερίδες και περιοδικά. Συχνά αναγκάζομαι να καθαρίσω συρτάρια και ντουλάπια επιλέγοντας τι θα κρατήσω και τι θα πετάξω. Επειδή δεν είναι εύκολη δουλειά γιατί όλα έχουν την αξία τους , τα κοιτώ ένα ένα. 




Ανάμεσα τους βρήκα ένα  δημοσίευμα - μαρτυρία για τα παιδιά των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Είναι από το περιοδικό" Ταχυδρόμος" , το έχει γράψει η Ελένη Τορόση και έχει τον τίτλο
 " Μετανάστες στη Γερμανία. Τα παιδιά - βαλίτσες" . Δεν είχα σημειώσει την χρονολογία , ούτε το τεύχος. 

    Αναφέρεται στα μικρά παιδιά που οι γονείς τους τα άφησαν πίσω σε παππούδες και γιαγιάδες μέχρι να τα πάρουν κάποια στιγμή μαζί τους, αν τους δινόταν βεβαίως  αυτή η ευκαιρία και πιο πολύ η δυνατότητα. Από τη μαρτυρία ενός κοριτσιού, της Χρυσούλας, το παρακάτω απόσπασμα:


  " Νοέμβρης του 1965 στο Χέρσο Σερρών. Η στάση του λεωφορείου είναι στην άκρη του χωριού. Στο χώμα είναι ριγμένες βαλίτσες, χαρτοκιβώτια δεμένα σταυρωτά με σπάγκο, σακούλια, καλάθια με πάνινο σκέπασμα ραμμένο πάνω στο καλάμι. Άνθρωποι αγκαλιάζονται , φιλιούνται ," καλό ταξίδι" , " γράψε μας μόλις φτάσεις"...Το λεωφορείο ξεκινάει αγκομαχώντας κι εξαφανίζεται μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης. Κατεύθυνση Θεσσαλονίκη, σιδηροδρομικός σταθμός κι απο εκεί αμαξοστοιχία  " Ελλάς Εξπρές" για Γερμανία. Στη στάση φυσάει κρύος αέρας. Οι συγγενείς τραβούν βιαστικά για το σπίτι , η θεία πιάνει το μεγάλο κορίτσι από το μανίκι. Το μεγάλο κορίτσι διστάζει, από το χέρι του κρέμεται η μικρή αδερφή του που δεν θέλει ακόμη να ξεκολλήσει, κοιτάζει προς τη σκονισμένη στροφή όπου χάθηκε το λεωφορείο. Το μικρό κορίτσι, η Χρυσούλα, σπρώχνει πέρα -δώθε με τη μύτη του παπουτσιού ένα σπασμένο γυαλί στο χώμα. Η θεία είναι ανυπόμονη. " Ελάτε, κουνηθείτε επιτέλους!"


    
       Η Χρυσούλα είναι σήμερα μεγάλη γυναίκα . Ζει από δώδεκα χρονών στο Μόναχο, όπου σπούδασε, παντρεύτηκε, έκανε δυο παιδιά. Τον πατέρα της, που εγκατέλειψε τότε την οικογένειά του, τον συνάντησε κάποιες λιγοστές φορές. Τη μια φορά, όμως, δεν μπορεί να τη σβήσει από το μυαλό της:  " Χρυσούλα , ήρθε ο πατέρας σου από τη Γερμανία", μου φώναξε ξαφνικά μια γειτόνισσα, " κοίτα , έχει παρκάρει απέναντι το αυτοκίνητό του". Αισθάνθηκα παράξενα , ο πατέρας μου; Παρ΄όλ΄αυτά έτρεξα , δυστυχώς με καθυστέρηση , γιατί ο πατέρας μου είχε ανοίξει ήδη τις βαλίτσες και είχε μοιράσει όλα τα δώρα στα ξαδέλφια μου. Πήγα κοντά του, ήθελα να προλάβω τουλάχιστον μια γερμανική σοκολάτα , και ξαφνικά αυτός μου ρίχνει μια ματιά και λέει: " Α, είσαι και εσύ εδώ; Δεν έχω πια σοκολάτα, τη μοίρασα στις ξαδέλφες σου. Πήγαινε να αγοράσεις σοκολάτα", είπε και μου έδωσε ένα τάλιρο. Πήρα το νόμισμα και το' βαλα στα πόδια κι έτρεχα και σκεφτόμουν " μα γιατί δεν μπορούσε να κρατήσει μια γερμανική σοκολάτα για μένα; " Αυτή τη σκηνή την κουβαλούσα χρόνια. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο. Ούτε καν αν τον ξαναείδα εκεί και πότε.".

    Την παιδική της ηλικία η Χρυσούλα Αμπατζίδη την έχει σβήσει από τη μνήμη της." Η παιδική μας ηλικία είναι η πατρίδα μας" , λέει ένα ποίημα του ξενιτεμένου Πέρση ποιητή Σαΐντ. Η Χρυσούλα, που τα΄χει ξεχάσει όλα αγωνίζεται ακόμη να βρει πατρίδα. Χρειάστηκαν πολλές συζητήσεις μαζί της για να θυμηθεί λιγοστές λεπτομέρειες από τη ζωή της στην Ελλάδα. Με ποιον μεγάλωσε, πού ήταν τον περισσότερο καιρό. Η μητέρα της δούλευε στα καπνά. Όταν την εγκατέλειψε ο άντρας της , κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι δεν θα τα βγάλει πέρα με δυο κορίτσια. Σύντομα αποφάσισε να ξενιτευτεί κι αυτή.

     " Αρχικά η μάνα μου μας άφησε στον παππού μου, τον πατέρα της", λέει η Χρυσούλα. " Αυτός ο παππούς είχε ξαναβρεί μια γυναίκα αρκετά νεότερη του και συζούσε μαζί της. Αυτή ήταν καλή με μας τα παιδιά, αλλά οι συγγενείς και οι γείτονες ήταν ανένδοτοι: μια ανύπαντρη γυναίκα που συζεί με έναν γέρο δεν γίνεται να μεγαλώνει παιδιά. Ρεζιλεύει την οικογένεια! Ειδοποίησαν τη μάνα μου και ήρθε και μας πήρε από εκεί. Μας έδωσε στην οικογένεια μιας θείας. Ήταν όλα μελαγχολικά και σκοτεινά σ' εκείνο το σπίτι, δεν ξέρω γιατί. Απέναντι ήταν ένα νεκροταφείο και φοβόμουν όταν περνούσα. Ήμουν διαρκώς λυπημένη , ήθελα τη μητέρα μου. Μαζί μου ήταν η αδελφή μου, επτά χρόνια μεγαλύτερη αλλά δεν τη θυμάμαι καθόλου. 

    Ξαφνικά μας πήγαν στη γιαγιά μου, τη μητέρα του πατέρα μου. Μέσα σε δυο - τρία χρόνια η τρίτη αλλαγή. Η αδελφή μου λέει ότι η γιαγιά μας ήταν πολύ καλή γυναίκα και ότι μας φρόντισε, αλλά εγώ ήμουν πια πεισματάρα, ανυπάκουη και δύστροπη. Αισθανόμουν πολύ μόνη. Το χωριό μας ήταν γεμάτο  μικρά παιδιά , όλα με την ίδια μοίρα. Και ξέραμε ότι υπήρχαν παιδιά που ήταν σε χειρότερη θέση , εκείνα τα είχαν αφήσει τελείως μόνα, ούτε καν σε συγγενείς , αλλά σε γείτονες. Ένα ολόκληρο χωριό με γέρους και παιδιά. Κι ευτυχώς τα παιδιά παίζαμε με τις ώρες στους δρόμους. Πιστεύω ότι αυτό το παιχνίδι μας έσωσε. Ξεχνιόμασταν".

    Πολλά από τα παιδιά αυτά τα καλούσαν οι γονείς στη Γερμανία για επίσκεψη, γιατί εκείνοι τα πρώτα χρόνια δεν ήθελαν να πάνε στις πατρίδες τους. Πώς να πάνε; Έπρεπε να έχουν να επιδείξουν αυτοκίνητο, να φέρουν δώρα για τους συγγενείς. Όμως στη Γερμανία  η ζωή ήταν ακριβή, οι μισθοί χαμηλοί, τα λεφτά δεν έτρεχαν στους δρόμους. Λοιπόν , όχι, αποφάσισε η μητέρα της Χρυσούλας, καλύτερα να έρθει το παιδί εδώ. Το ταξί στα χωριά της Βόρειας Ελλάδας ήταν μια πρακτική λύση, πιο γρήγορη και πιο φτηνή από το τρένο. Πέντε μοιράζονταν τα χρήματα της κούρσας.

   " Ήταν ένα τρομερό ταξίδι" λέει η Χρυσούλα. " Ήταν αποπνικτικά και σκοτεινά γιατί ταξιδεύαμε ολόκληρη τη νύχτα. Ο δρόμος μού φαινόταν ατελείωτος. Ήμασταν όλοι σφιγμένοι κι αμίλητοι".

    Μια ολόκληρη νύχτα και μια ημέρα. Επιτέλους το παιδί έφτανε στο Μόναχο - μια μεγάλη πόλη , μακριά από τη σκόνη του χωριού, γεμάτη μαγαζιά, βιτρίνες, κόσμο. Αλλά κυρίως ήταν η μητέρα του εκεί.



   " Η μητέρα μου ήταν απούσα, δεν υπήρχε μητέρα" ανακαλεί τη μνήμη της σήμερα η Χρυσούλα. " Η μητέρα μου δούλευε στη Μέτζελερ, εργοστάσιο ελαστικών. Η φίρμα είχε  εργατικές κατοικίες για τους εργαζόμενους. Σε ένα δωμάτιο κοιμόντουσαν τρεις- τρεις οι γυναίκες και μπορούσαν να φέρουν  κατ΄εξαίρεση  το παιδί τους να κοιμηθεί εκεί για λίγες εβδομάδες. Η μητέρα μου όμως δεν ήταν ποτέ εκεί. Εργαζόταν όλη την ημέρα. Ερχόταν από τη νυχτερινή βάρδια το πρωί, ξεκουραζόταν λιγάκι και μετά πήγαινε σε κάτι γραφεία  γαι καθάρισμα. Είχε δυο δουλειές. Είχε στο μυαλό της να μαζέψει γρήγορα λεφτά για να αγοράσει κάτι στην Ελλάδα. Όλοι δούλευαν τότε σε δυο δουλειές. Θυμάμαι πως εμένα με άφηναν να βλέπω τηλεόραση. Δεν επιτρεπόταν όμως να ανεβάσω τον ήχο γιατί στο δωμάτιο κοιμόταν πάντα κάποια γυναίκα μετά τη νυχτερινή βάρδια. Από τις επισκέψεις μου στο Μόναχο θυμάμαι σκόρπιες εικόνες. Ήταν πάλι εικόνες από παιχνίδι με άλλα παιδιά στο δρόμο, μπροστά στο χάιμ αυτή τη φορά, έτσι έλεγαν τα εργατικά καταλύματα για τους εργάτες με σύμβαση". 


       Οι  Έλληνες γκασταρμπάιτερ που ζούσαν στη Γερμανία από το 1960 ως το 1976 έφτασαν τις 623.000. Τα παιδιά - βαλίτσες προσπαθούσαν απεγνωσμένα να βρουν τη  θέση τους, να καταλάβουν πού ανήκουν." Δεν θυμάμαι τίποτα, μου λείπει η μισή μου ζωή", λέει η Χρυσούλα. Στην πορεία, προσπάθησε συνειδητά να τα ξεχάσει όλα: " Όταν έφυγα από το χωριό μου, ήθελα να τα αφήσω όλα πίσω μου. Αποχαιρέτησα φίλους και συγγενείς και είπα, πάω για πάντα στη Γερμανία. Αργότερα προσπαθούσα να θυμηθώ και ξαφνικά έφτασα στα 40 μου και τρόμαξα. Τι έγινε; Πού πήγαν τα πρώτα είκοσι χρόνια; Θυμάμαι μόνο τα τελευταία είκοσι. Δεν δέχομαι να έχω ζήσει μια τόσο σύντομη ζωή. Άρχισα να παλεύω για να θυμηθώ, να ξανακερδίσω πίσω τα χρόνια που έχασα..."

Δελτίο καιρού


Σήμερον ο καιρός διαρκώς συννεφώδης
Φαντόμ, Μιράζ, Κονκόρ και Μινγκ.

Αστραπές και βροντές βόμβες Ναπάλμ
Καταρρακτώδεις βροχές από αίμα.

Οι πιλότοι φωτογραφίζουν έγχρωμα μανιτάρια
Και βαθιά εγκαύματα της γης
Με τους πολτούς των σωμάτων.

Η τηλεόρασις διαφημίζει τροφές
εγγυημένης ποιοτητας για σκύλους.

Στο γήπεδο πέθαναν τρεις
Η μπάλα βρήκε το δοκάρι
Οι ιαχές των θεατών αγγίζουν τον ήλιο.

Οι ήρωες σαπίζουν μες στη λησμονιά
Δε θα `θελα να `χα τη μοίρα τους.

Οι σύγχρονοι θεοί πίνουν νέκταρ, μαριχουάνα
Και αίμα.
Αμβροσία τα κορμιά των εφήβων
Και τα μάτια των τρελών οραματιστών
Απεριτίφ εποχής.

Οι επιβάτες ονείρων "το μέλλον έρχεται"
Στην άσφαλτο ναυαγούν κάθε μέρα
Οι ναυαγοσώστες πνίγηκαν πριν απ’ τους ναυαγούς
Κανείς δεν ξέρει
Πού θάφτηκαν τα καρφωμένα τους φέρετρα

Άνεμοι ισχυροί χιλιάδων μποφόρ πνέουν ανά τας Ηπείρους
Αλλεπάλληλα κύματα εθνοφρουρών καταφτάνουν
Ομίχλη, καπνογόνα, ασφυξιογόνα
τερατώδεις θόρυβοι, σειρήνες, ερπύστριες,
Λόγχες, κραυγές, ροπές πολυβόλων.
Πλήκτρα πλευρά
Νεύρα χορδές
Κραυγές η μουσική
Των καιρών μας.

Υπόγεια πλημμύρισαν από αίμα και σπέρματα εφήβων.

Πάμε καλά, κοιμηθείτε
Το πρωί στη δουλειά όπως πάντα.
Οι μήτρες των γυναικών θα γεννήσουν
κι άλλα τέρατα
Κι άλλους τρελούς οραμάτων.

Πάμε καλά, κοιμηθείτε
Ώρα δώδεκα παρά πέντε
Αύριο ο καιρός προβλέπεται με θερμοκρασία
Θερμοπυρηνική και νηνεμία θανάτου.

Μήτσος Κασόλας 

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος το μελοποίησε και η Μαρία Δημητριάδη το ερμήνευσε:


Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Το γυναικείο πρόσωπο του πόνου

Η κλειτοριδεκτομή είναι ο ακρωτηριασμός των εξωτερικών γεννητικών οργάνων της γυναίκας. Είναι μορφή «σεξουαλικού ευνουχισμού» για να υποδηλώσει την απόλυτη υποταγή στον μελλοντικό της σύζυγο.

Διαβάστε περισσότερα:εδώ

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Μπλε μάγουλα


Όταν ήμουν παιδί πα­ρα­θε­ρί­ζα­με συ­νή­θως στὸ Κα­μά­ρι τῆς Σαν­το­ρί­νης, στὸ Μέ­σα βου­νό, κον­τὰ στὴ θά­λασ­σα. Κά­θε ἀ­πό­γευ­μα οἱ γο­νεῖς μου μὲ ἔ­στελ­ναν στὸ χω­ριό, ὅ­που ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ μπα­κά­λι­κο. Ἡ ἔν­νοι­α μί­νι μάρ­κετ ἦρ­θε ἀρ­γό­τε­ρα. Μὲ τὰ με­γά­λα κα­ρά­βια ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τοὺς του­ρί­στες ἀ­πὸ Πει­ραι­ὰ Ἀ­θη­νιὸ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε ὧ­ρες. Ἐ­πα­νά­στα­ση τὸ Λῆ­μνος.
       Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, σὰν νά ’­χε πέ­σει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ. «Τὸ φτι­ά­ξα­με πιὸ ψη­λὰ γιὰ νὰ μὴ γί­νει τί­πο­τα…» μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε μὲ ἔν­ρι­νη φω­νὴ σὰν νά ’­χε γά­ζες στὴ μύ­τη ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος. «Τί νὰ γί­νει δη­λα­δή;» ρώ­τα­γα. Ἤ­μουν παι­δί, κα­νεὶς δὲν ἀ­σχο­λι­ό­ταν.
       Ἦ­ταν ὁ μπα­κά­λης, ξά­δερ­φος τῆς θεί­ας Μα­ρου­λί­ας. Τὸ μα­γα­ζὶ που­λοῦ­σε ἀ­πὸ καρ­πού­ζια μέ­χρι κρη­τι­κὲς μί­νι μπα­νά­νες, ἀ­πὸ συ­ρια­νὰ λου­κού­μια μέ­χρι σαν­το­ρι­νιὸ κου­φέ­το μὲ μέ­λι, ἀ­πὸ φά­βα μέ­χρι φάρ­μα­κα καὶ βι­βλί­α. Ἦ­ταν παν­το­πω­λεῖ­ο. Ἀ­π’ ἔ­ξω, ἀ­πέ­ναν­τι στὰ σκα­λιὰ στὴν εἴ­σο­δο τοῦ χω­ριοῦ, κα­θό­ταν πάν­τα μιὰ γι­α­γι­ού­λα, ἔ­τσι μοῦ ’­μοια­ζε, γύ­ρω στὰ πε­νήν­τα πέν­τε ἢ ἑ­ξήν­τα, ζα­ρω­μέ­νη καὶ μό­νη, μὲ μαύ­ρη μαν­τί­λα στὸ κε­φά­λι, καὶ κα­θά­ρι­ζε ὁ­λη­με­ρὶς φι­στί­κια στὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ὁ­λό­κλη­ρο σα­κὶ δί­πλα της. Τὴ θυ­μᾶ­μαι πάν­τα στὸ ἴ­διο ση­μεῖ­ο, στὰ ἀ­σβε­στω­μέ­να σκα­λιά, νὰ ξε­κλει­δώ­νει τὰ φι­στί­κια καὶ νὰ ρί­χνει τὸν καρ­πὸ σ’ ἕ­να τσίγ­κι­νο πιά­το. Πο­τὲ δὲν τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει. Τὴ θυ­μᾶ­μαι νὰ δι­αι­ω­νί­ζει τὴν ἴ­δια κί­νη­ση ἐ­πὶ ὧ­ρες, σὰν μη­χα­νή, καὶ ἀμ­φι­βάλ­λω ἂν ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ. Ἡ ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τή, ἀ­βέ­βαι­η, ἐρ­γα­τι­κὴ καὶ δι­η­νε­κής, μὲ συγ­κλο­νί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­κό­μα πα­λι­ό­τε­ρη τοῦ Ἰσ­λαν­δοῦ ποὺ πνι­γό­ταν μπρο­στὰ στὰ μά­τια μας. Πνι­γό­ταν, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε χα­ρού­με­νος. Τὸν θυ­μᾶ­μαι μὲ μπλὲ μά­γου­λα νὰ χα­μο­γε­λά­ει ἀ­νί­κα­νος νὰ φω­νά­ξει, καὶ νὰ πι­τσι­λά­ει ὁ­λό­γυ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας μου τοῦ ’­χε ρί­ξει τὸ στρῶ­μα θα­λάσ­σης μου, εἶ­χε προ­λά­βει νὰ πια­στεῖ, ὄ­χι ὅ­μως νὰ ξα­πλώ­σει πρὶν τὸν πά­ρει ὁ ὕ­πνος. Ὅ­πως μοῦ ἐ­ξή­γη­σαν. Ἤ­μουν πέν­τε ἐ­τῶν καὶ συ­νέ­δε­σα τὸ θά­να­το μὲ τὴν ἀ­πώ­λεια παι­χνι­δι­ῶν.
       Ἐ­πι­στρέ­φω στὸ παν­το­πω­λεῖ­ο, μπαί­νω μὲ τὸ μυα­λό μου ἀ­π’ τὴ δί­φυλ­λη ἄ­σπρη πόρ­τα. Τὸ ἕ­να φύλ­λο ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος τό ’βγα­ζε ὅ­ταν ἦ­ταν ἀ­νοι­χτός, γιὰ νὰ μπαί­νει πε­ρισ­σό­τε­ρο φῶς. Μέ­σα τὸ μα­γα­ζὶ ἦ­ταν σπη­λαι­ῶ­δες καὶ σκο­τει­νό, χω­ρὶς πα­ρά­θυ­ρα. Ἔμ­παι­νες καὶ δὲν ἔ­βλε­πες τί­πο­τα γιὰ μι­σὸ λε­πτό. Ἔ­νι­ω­θες ἔκ­θε­τος. Ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος πί­σω ἀ­π’ τὸν πάγ­κο σοῦ μί­λα­γε ὅ­πως ὁ ἄγ­γε­λος στὸν Σα­ούλ. Με­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να ἐμ­φα­νί­ζον­ταν ἀ­χνά. Στὸ βά­θος ὁ κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρος κρα­τοῦ­σε ἕ­να μα­χαί­ρι μὲ τὴ νέ­α φέ­τα ἀ­πὸ Πε­λο­πόν­νη­σο.
       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μέ­ρος τοῦ μα­γα­ζιοῦ ὑ­πῆρ­χε μιὰ σκά­λα οἰ­κο­δο­μῆς ποὺ ἀ­νέ­βα­ζε τὸν ἀ­γο­ρα­στὴ στὰ ρά­φια μὲ τὰ βα­ζά­κια. Ρί­γα­νη, φα­σκό­μη­λο, ξε­ρα­μέ­να σύ­κα, κα­ρα­με­λω­μέ­να φι­στί­κια μὲ βα­σι­λι­κό, ὅ­λα ντό­πια καὶ δι­α­φα­νῆ σὲ βα­ζά­κια. Σὲ ἕ­να με­γά­λο πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μο ἐ­νυ­δρεῖ­ο εἶ­χε μι­κρὲς σαῦ­ρες ποὺ ἔ­παιρ­ναν πό­ζες πά­νω σε ξυ­λα­ρά­κια, νό­μι­ζες ὅ­τι ζοῦ­σαν. Σὲ μιὰ ψά­θι­νη πο­λυ­θρό­να δί­πλα στὴ σκά­λα κα­θό­ταν μὲ πλά­τη στὸ φῶς τῆς πόρ­τας ἕ­νας χλω­μὸς κύ­ριος σὲ λι­νὸ κου­στού­μι, γα­λά­ζιο που­κά­μι­σο, ἄ­σπρο κα­πέ­λο μὲ φαρ­διὰ πά­νι­νη ται­νί­α, καὶ πα­τε­ρί­τσες. Στὰ χέ­ρια του εἶ­χε ἕ­να τε­τρά­διο κι ἕ­να κόκ­κι­νο μο­λύ­βι, ποῦ καὶ ποῦ ση­μεί­ω­νε κά­τι, θά ’­λε­γες ὅ­τι ἔ­λυ­νε σταυ­ρό­λε­ξο. Ἦ­ταν σχε­δὸν πάν­τα στὸ μα­γα­ζὶ ὅ­ταν πή­γαι­να. Ἔ­στρε­φε γιὰ λί­γο τὸ κε­φά­λι, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε μὲ εὐ­γέ­νεια σὰν νὰ μ’ ἔ­βλε­πε γιὰ πρώ­τη φο­ρά, καὶ συ­νέ­χι­ζε νὰ λύ­νει, προ­σθέ­τον­τας κά­θε τό­σο μιὰ λέ­ξη.
       Ἤ­μουν σχε­δὸν κά­θε ἀ­πό­γευ­μα ἐ­κεῖ. Μὲ πεί­ρα­ζε ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι ὁ κύ­ριος αὐ­τὸς μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε ὅ­πως χα­μο­γε­λᾶ­με σ’ ἕ­να γά­το ποὺ σου­λα­τσά­ρει στὸ κάγ­κε­λο τοῦ τρί­του ὀ­ρό­φου. Γι’ αὐ­τὸν ἤ­μουν ἕ­να παι­δί. Ἕ­να παι­δὶ ποὺ μπαί­νει μὲ τι­ράν­τες καὶ φεύ­γει μὲ μιὰ μπλὲ σα­κού­λα το­μά­τες καὶ φέ­τα Πε­λο­πον­νή­σου.
       Μιὰ μέ­ρα ποὺ πε­ρί­με­να τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο νὰ ξε­φορ­τώ­σει καρ­πού­ζια ἀ­πὸ τὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ γιὰ νὰ μοῦ βά­λει κε­φα­λο­τύ­ρι, ἀ­κού­στη­κε μιὰ γυ­ναι­κεί­α φω­νὴ νὰ μὲ φω­νά­ζει ἀπ’ τὸ σο­κά­κι δί­πλα στὸ μα­γα­ζί. Ὁ κύ­ριος μὲ τὶς πα­τε­ρί­τσες ση­κώ­θη­κε, για­τὶ ἐν­νο­οῦ­σαν ἐ­κεῖ­νον, ὅ­λοι Μά­ι­νες, Κα­ρα­μο­λέγ­κοι καὶ Σι­γά­λες λε­γό­μα­σταν, ἔ­βα­λε τὶς πα­τε­ρί­τσες στὶς μα­σχά­λες τοῦ κου­στου­μιοῦ καὶ κι­νή­θη­κε πρὸς τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τὸ κου­τσό, γύ­ρι­σε, μὲ κοί­τα­ξε σὰν νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει κά­τι, κοί­τα­ξε καὶ τὸ σταυ­ρό­λε­ξο πά­νω στὴν ψά­θι­νη καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω. Ἡ στιγ­μὴ εἶ­χε ἔρ­θει. Ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πῆ­γα στὴν πο­λυ­θρό­να, πῆ­ρα τε­τρά­διο καὶ μο­λύ­βι, τά ’­χω­σα στὴ σα­κού­λα μὲ τὸ γά­λα καὶ τοὺς γι­αρ­μά­δες καὶ βγῆ­κα ἔ­ξω, χαι­ρέ­τη­σα τὸν κὺρ Ἀ­νάρ­γυ­ρο, ποὺ δὲν πρό­λα­βε κὰν νὰ ἀ­πο­ρή­σει, κι ἐ­ξα­φα­νί­στη­κα. Κα­τέ­βη­κα στὴν πα­ρα­λί­α, θὰ γυρ­νοῦ­σα ἀ­π’ τὴν ἄμ­μο στὸ σπί­τι.
       Κά­θι­σα σὲ μιὰ βάρ­κα ποὺ εἶ­χε σχο­λά­σει καὶ τρα­βη­χτεῖ στὴν ἀ­κτὴ μὲ τὴ χει­ρο­κί­νη­τη τρο­χα­λί­α καὶ ἔ­βγα­λα τὸ τε­τρά­διο. Πά­νω ἔ­γρα­φε «Ἀγ­γε­λέ­τος». Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Δὲν ἦ­ταν σταυ­ρό­λε­ξα. Ἦ­ταν σχε­δὸν ὁ­λό­τε­λα λευ­κὲς σε­λί­δες μὲ λί­γες χει­ρό­γρα­φες λέ­ξεις στὴν κα­θε­μιά. Σὰν κώ­δι­κας. Ἐν μέ­ρει ἔ­βγα­ζαν νό­η­μα. Σὲ μιὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα ἔ­γρα­φε: Οἱ σαῦ­ρες κοι­μή­θη­καν / Βρεγ­μέ­να τὰ ρά­φια / Χα­μο­γε­λᾶ στὰ στε­γνὰ / Τὸ ἐ­νυ­δρεῖο.
                                                                                        Αλέξιος Μάινας


Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

Πάνω σε τούτο το προγονικό τραπεζομάντηλο μας μοίρασαν την αδικία σε κομμάτια δυσανάλογα...

Πορτρέτο του Modigliani

Όλα δικά τους είναι Αντιγόνη. Όλα.
Κι΄η βιοπάλη μας ομπρέλα ανοιχτή
να προστατεύει το δικό τους μέλλον.

Μας απειλούνε το ψωμί και την ελευθερία
οι ηλεκτρονικοί και άλλοι υπολογιστές.
Να επιστρέψουμε στην πρακτική αριθμητική,
στην άλγεβρα - τις εξισώσεις όλων των βαθμών.
Η γραμματική είναι εύκολη κι΄ απλή:
ο μετανάστης του μετανάστη τον μετανάστη
οι πουλημένοι των πουλημένων τους πουλημένους
ω μετανάστες ω πουλημένοι και ω εξόριστοι
στους πέντε ανέμους. Ο πέμπτος του Διαβόλου.

Πάνω σε τούτο το προγονικό τραπεζομάντηλο
μας μοίρασαν την αδικία σε κομμάτια δυσανάλογα.
Τρίμμα δε φάγατε, φάγαμε του σκασμού.
Ακόμα ροκανίζουμε ξερές φέτες.

Μας μίλησαν αφ΄υψηλού περί τριήρεων και αποικιών
Εμείς κλαφτήκαμε για τις πληγές της εποχής
και για τις ανεπαρκείς κοινωνικές ασφαλίσεις.
Τραύμα διαμπερές μας άφησε η ιστορική ενέδρα,
γιαταγάνια, ξωκκλήσια έρημα και αξιωματικούς
με ύφος νηστικών αρπακτικών. Ενέδρα.
Οι μάνες μάς φιλήσανε στα μάγουλα
έντρομες σαν αιχμάλωτες πολέμου
το πρωί που φύγαμε αλλόκοτοι
πάνω σ΄ένα επισκευασμένο γκαζοζέν
προτού η πόλη αλωθεί από σκουφιά μαύρα.

Πάνω σε τούτο το προγονικό τραπεζομάντηλο
μας μοίρασαν την αδικία σε κομμάτια δυσανάλογα.
Τρίμμα δε δοκιμάσατε. Εμείς 
ακόμα ροκανίζουμε ξερές φέτες
σιγοκουβεντιάζοντας
για τα γυρίσματα του καιρού και τα υπόλοιπα.

Παντελής Τρωγάδης , Τα τετράδια του Κεμπέκ (αποσπάσματα)

Το ποίημα βρίσκεται στα " Νέα Κείμενα" 2, Κέδρος , Φθινόπωρο 1971

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Τα κόκκινα λουστρίνια


 Το είχε βάλει από καιρό στο μάτι. Ήταν ένα κομμάτι κόκκινο γυαλιστερό λουστρίνι, καθάριο και αστραφτερό. Ήξερε, βέβαια, πως κόστιζε πολλά, μα κι αυτός είχε κάνει το κουμάντο του από νωρίς. Σύναζε λεφτά κρυφά κι απόκρυφα, χωρίς να φανεί, γιατί φοβόταν πως θα τον παίρναν στο μεζέ αν μάθαιναν τι είχε κατά νου να κάνει.
Περίμενε τη μέρα που το αφεντικό θα τον έστελνε στον ταμπάκη για πανωπέτσια. Του είχε εμπιστοσύνη, βλέπεις, κι όλο αυτόν έστελνε να ψωνίσει, γιατί χώρια που γνώριζε καλά δέρματα και προβιές, ήτανε και παζαριτζής και πάντα πετύχαινε σκόντο, που ’καναν το αφεντικό να τον κερνάει καφέ.

Ως λίγο καιρό πριν, τον κερνούσε γκαζόζα, γιατί τ’ αφεντικό δεν το ’χε προσέξει πως ήταν μεγαλωμένος κάπως πια… Τον είδε όμως που κρυφοκάπνιζε μια μέρα κι από τότε το μπαξίσι του παζαριού έγινε ο γλυκύς βραστός.
Έτσι, τη μέρα της αγοράς, τράβηξε κρυφά τον πάτο του παπουτσιού του κι έβγαλε τα λεφτά. Τα ’σπρωξε βιαστικά στην τσέπη του και, με ύφος αδιάφορο κι ένοχο μαζί, τράβηξε για την αγορά. Το πήρε το λουστρίνι και σε καλή τιμή. Ήταν κομμάτι σπάνιο, ένα κομμάτι απ’ τη λαχτάρα της καρδιάς του.
Γύρισε όλους τους δρόμους εκείνο τ’ απόγιομα και διάλεξε σχέδιο. Είχε στον νου το τι ζητούσε, βλέπεις, κι απ’ την αρχή ξέκοψε τα σχέδια και διάλεξε το πιο αρχοντικό, γιατί αυτό θα ταίριαζε στην περίπτωση.
Ζήτησε απ’ τ’ αφεντικό να δουλέψει μονάχος μερικές μέρες, αφού θα ’κλειναν πια, γιατί, είπε, είχε μαζωχτεί δουλειά πολλή. Τα καλαπόδια θέλαν άδειασμα, για να τεντώσουν πάλι τις καινούριες παραγγελιές. Κι όπως πάντα ήτανε φιλότιμος στη δουλειά, τ’ αφεντικό δεν έβαλε υποψία.
Εδούλευε, λοιπόν, τα καλαπόδια του αφεντικού, να μην αποφανεί στα μάτια του, κι απέ, δούλευε τα λουστρινένια γοβάκια. Καρφάκι και μαντινάδα, φόντι και τραγούδι, ψίδι και αναστεναγμός. Το λουστρίνι έπαιρνε να γίνεται γοβάκι.
Τ’ όνειρό του έπαιρνε να γίνεται αλήθεια. Σαν τέλειωσε, είπε στ’ αφεντικό πως είχε κουραστεί πια και δε θα δούλευε νυχτέρι άλλο. Έκρυψε τα γοβάκια και παραμόνευε την ώρα.

Η κόρη του δασκάλου δεν έβγαινε σεργιάνι ταχτικά. Είχε μάνα αυστηρή και πατέρα σπουδαίο. Σαν έβγαινε όμως, όλοι την κοίταζαν· γιατί είχε σγουρά μαλλιά και μάτια μεγάλα. Είχε στητό κορμί και περπατησιά περήφανη. Του ’χε λαβώσει την καρδιά. Η μάνα του πήγαινε κάθε μέρα στο σπίτι του δασκάλου και παραδούλευε, έκανε τη λάτρα. Τον είχε πάρει κάνα δυο φορές μαζί της, σαν τύχαινε να κουβαλήσει τίποτα πράματα. Τότες την έβλεπε από κοντά και την καμάρωνε. Θάρρητα δεν είχανε, μα όσο να πεις, είχανε αλλάξει κουβέντες κάμποσες φορές. Σε μια τέτοια φορά πρόσπεσε να σηκώσει κάτι που έπεσε κι όσο να μπει και να βγει το κορίτσι, αυτός πρόκαμε και μέτρησε με την παλάμη του το παπούτσι της. Είχε κιόλας, βλέπεις, το σχέδιό του καρφωμένο στο φακιδερό κεφάλι του. Θα της έφτιαχνε ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρινένια γοβάκια, που όμοιά τους δε φορεθήκανε ποτέ. Ύστερα θα περίμενε μια γιορτή και, με το μέσον της μάνας του που παραδούλευε στο σπίτι, θα πήγαινε να της τα δώσει ο ίδιος. Θα τα ’δινε, κι αυτή, δεν μπορεί, θα πηδούσε απ’ τη χαρά της. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώτικα, γιατί τέτοια παπούτσια δε γινόταν να ’χει ξαναβάλει. Η κόρη του δασκάλου θα χαιρότανε για το δώρο του, θα τον συμπάθαγε, κι άμα τον συμπάθαγε, ποιος ξέρει…

Την κρίσιμη μέρα τύλιξε τα παπούτσια, τα πήρε σπίτι και τα ’κρυψε. Ήθελε πρώτα να μιλήσει της μάνας, να τα πούνε οι δυο τους και να τα συμφωνήσουνε. Για να γίνει τούτο, έπρεπε πρώτα να κοιμηθούνε τ’ άλλα παιδιά. Καθίσανε στο τραπέζι. Τα φαγητά ξανόσταιναν στο στόμα του. Yπομόνεψε να σηκώσουν το τραπέζι.

Είχε στον νου του ολοένα την κόρη του δασκάλου. Δεν έβλεπε μπροστά του. Όλα τού φαίνονταν σκιές. Σκιά τα κρεβάτια με τ’ αδέρφια που μαλώνανε για τα μαξιλάρια. Σκιά ο πατέρας που ρουφούσε το βιδάνι στο ποτήρι του. Σκιά η αδερφή του που σήκωνε το τραπέζι.

Την κοίταξε πιο προσεχτικά. Πόσο ξέθωρη ήταν μπροστά στην άλλη! Τα μαλλιά της δεν έπεφταν σγουρά στους ώμους. Είχε μια πλεξούδα ίσια που τη σφιχτόδενε στον σβέρκο της μ’ ένα λαστιχάκι των πακέτων. Δεν περπατούσε καμαρωτά. Η μάνα την είχε μάθει να κοιτάζει το χώμα, έτσι που καλά καλά δεν έβλεπες τι χρώμα είχανε τα μάτια της. Αλήθεια, τι χρώμα να ’χανε τα μάτια της αδερφής του;
Της μίλησε κι αυτή σήκωσε το κεφάλι κι αποκρίθηκε. Τα μάτια της ήταν καφετιά, ίδια με τα μάτια των κοριτσιών όλου του κόσμου, και το φουστάνι της με την ποδιά του μαγειρέματος μπροστά ήτανε ξέθωρο κι αυτό, μα τώρα πρόσεξε πως ήταν ξέθωρο απ’ την πολυκαιρία.
Η αδερφή… Στα πόδια φορούσε κουτσοφτέρνια, για να γλιτώνει τα παπούτσια, να τα ’χει σκολιανά. Η άλλη θα ’χε οπωσδήποτε πασουμάκια μεταξένια και παπούτσια πολλά.

Μα ναι, είχε πολλά κι ένα ζευγάρι παραπάνω που θα της πήγαινε αυτός θα τη γιόμιζαν χαρά μονάχα για λίγο, ως να μπουν στο ράφι με τ’ άλλα παπούτσια. Θα του ’λεγε σίγουρα ευχαριστώ, μα το ευχαριστώ της θα ’τανε για τα παπούτσια μονάχα κι όχι γι’ αυτό τον ίδιο. Σε μια στιγμή κατάλαβε πολλά και σβήστηκε μονοκοντυλιά η κόρη του δασκάλου.


Έδωσε τα λουστρινένια γοβάκια στην αδελφή. Της άξιζαν. Το ’νιωθε πως της άξιζαν. Χιλιάδες ήλιοι φώτισαν τα καφετιά ματάκια και μύρια αστέρια μπερδεύτηκαν στην πλεξούδα της. Πουλιά τρελά τιριτίριζαν στ’ αυτιά της και η καρδιά της μεθυσμένη χόρευε. Τα κόκκινα γοβάκια φωτίσανε το ξέθωρο φουστάνι κι η αδελφή ένιωσε ν’ ανεβαίνει, η ίδια μέσα της, ένα σκαλί πιο πάνω. Το σπίτι άστραψε και γέμισε με το γέλιο της.
Το άλλο πρωί πήγε στη δουλειά λίγο πιο ώριμος. Παρήγγειλε γλυκύ βραστό καφέ κι έπιασε τη φαλτσέτα με το τραγούδι.
Ειρ. Μάρρα, Η τριλογία του δίφραγκου, Ελληνικά Γράμματα