Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

O κ. Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο

Άντρας
Από τότες είδα πολλά καινούργια τοπία` πράσινους κάμπους που σμίγουν το χώμα με τον ουρανό, τον άνθρωπο με το σπόρο, μέσα σε μιαν ακαταμάχητη υγρασία` πλατάνια και έλατα` λίμνες με τσαλακωμένες οπτασίες και κύκνους αθάνατους γιατί έχασαν τη φωνή τους - σκηνικά που ξετύλιγε ο θεληματικός σύντροφός μου, ο πλανόδιος εκείνος θεατρίνος, καθώς έπαιζε το μακρύ βούκινο που του είχε ρημάξει τα χείλια, και γκρέμιζε με μια στριγκιά φωνή, ό,τι πρόφταινα να χτίσω, σαν τη σάλπιγγα στην Ιεριχώ. Είδα και μια παλιά εικόνα σε κάποια χαμηλοτάβανη αίθουσα` τη θαύμαζε πολύς λαός. Παράσταινε την ανάσταση του Λαζάρου. Δε θυμάμαι ούτε το Χριστό ούτε το Λάζαρο. Μόνο, σε μια γωνιά, την αηδία ζωγραφισμένη σ' ένα πρόσωπο που κοίταζε το θαύμα σα να το μύριζε. Αγωνιζότανε να προστατέψει την ανάσα του μ' ένα πελώριο πανί που του κρεμότανε από το κεφάλι. Αυτός ο κύριος της " Αναγέννησης" μ' έμαθε να μην περιμένω πολλά πράματα από τη δεύτερη παρουσία...

Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη...

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτια, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λογότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει` α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα` να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος άλλος από κει που τελείωσα εγώ. Είναι ώρες που έχω την εντύπωση πως έφτασα στο τέρμα, πως όλα είναι στη θέση τους, έτοιμα να τραγουδήσουν συνταιριασμένα. Η μηχανή στο σημείο να ξεκινήσει. Μπορώ μάλιστα να τη φανταστώ σε κίνηση, ζωντανή, σαν κάτι ανυποψίαστα καινούργιο. Αλλά υπάρχει κάτι ακόμα` ένα απειροελάχιστο εμπόδιο, ένα σπυρί της άμμου, που μικραίνει, μικραίνει χωρίς να είναι δυνατό να εκμηδενιστεί. Δεν ξέρω τι πρέπει να πω ή τι πρέπει να κάνω. Το εμπόδιο αυτό μου παρουσιάζεται κάποτε σαν ένας κόμπος δάκρυ χωμένος σε κάποια κλείδωση της ορχήστρας που θα την κρατά βουβή ώσπου να διαλυθεί. Κι έχω το ασήκωτο συναίσθημα πως ολόκληρη η ζωή που μου απομένει δε θα' ναι αρκετή για να καταλύσει αυτή τη στάλα μέσα στην ψυχή μου. Και με καταδιώκει η σκέψη πως αν μ' έκαιγαν ζωντανό αυτή η επίμονη στιγμή θα παραδινότανε τελευταία.
Ποιος θα μάς βοηθούσε; Κάποτε, όταν ήμουν ακόμη στα καράβια, ένα μεσημέρι τον Ιούλιο, βρέθηκα μόνος σε κάποιο νησί, σακάτης μέσα στον ήλιο. Ένα καλό μελτέμι μου έφερνε στοργικούς στοχασμούς, όταν ήρθαν και κάθισαν λίγο παραπέρα, μια νέα γυναίκα με διάφανο φουστάνι, που άφηνε να ζωγραφίζεται το κορμί της, λιγνό και θεληματικό σα ζαρκαδιού, κι ένας σιωπηλός άντρας που, μια οργιά μακριά της, την κοίταζε στα μάτια. Μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα. Τον εφώναζε Τζιμ. Τα λόγια τους όμως δεν είχαν κανένα βάρος και οι ματιές τους σωφιλιασμένες και ακίνητες άφηναν τα μάτια τους τυφλά. Τους συλλογίζομαι πάντα γιατί είναι οι μόνοι άνθρωποι , που είδα στη ζωή μου να μην έχουν το αρπακτικό ή το κυνηγημένο ύφος που γνώρισα σε όλους τους άλλους. Το ύφος εκείνο που τους κάνει ν' ανήκουν στο κοπάδι των λύκων ή στο κοπάδι των αρνιών. Τους συναπάντησα πάλι την ίδια μέρα σ' ένα από τα νησιώτικα κλησάκια που βρίσκει κανείς όπως παραπατά και τα χάνει μόλις βγει. Κρατούσαν πάντα την ίδια απόσταση κι έπειτα πλησίασαν και φιλιθήκανε. Η γυναίκα έγινε μια θαμπή εικόνα και χάθηκε, μικρή καθώς ήταν. Ρωτιόμουν αν ήξεραν πως είχαν βγει από τα δίχτυα του κόσμου...
Είναι καιρός να πηγαίνω. Ξέρω ένα πεύκο που σκύβει κοντά σε μια θάλασσα. Το μεσημέρι, χαρίζει στο κουρασμένο κορμί έναν ίσκιο μετρημένο σαν τη ζωή μας, και το βράδυ, ο αγέρας περνώντας μέσα από τα βελόνια του, πιάνει ένα περίεργο τραγούδι, σαν ψυχές που κατάργησαν το θάνατο, τη στιγμή που ξαναρχίζουν να γίνονται δέρμα και χείλια. Κάποτε ξενύχτησα κάτω από αυτό το δέντρο. Την αυγή ήμουνα καινούργιος σα να με είχαν κόψει την ώρα εκείνη από το λατομείο.
Α! να ζήσει κανείς τουλάχιστο έτσι, αδιάφορο.



Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, Ίκαρος, 1977, 11η έκδοση

Τετάρτη 18 Ιουνίου 2014

Εγκώμιο στη διαλεκτική


                                        Kathe Kollwitz , Διαδήλωση, 1931
Το άδικο προχωράει σήμερα με βήμα όλο σιγουριά.

Οι καταπιεστές προετοιμάζονται για δεκάδες χιλιάδες χρόνια.
Η βία εξασφαλίζει: Όπως ακριβώς είναι, έτσι θα μείνει.
Καμιά φωνή δεν αντηχεί έξω από τη φωνή των κυριάρχων
Και στις αγορές λέει η εκμετάλλευση αδιάντροπα: Τώρα
                   εγώ πρώτη ξεκινάω.
Μα κι απ' τους καταπιεσμένους λένε πολλοί τώρα:
Αυτό που θέλουμε, ποτέ δεν πρόκειται να γίνει.

Όποιος ακόμα ζει, δε λέει: Ποτέ!
Το σίγουρο δεν είναι σίγουρο.
Όπως ακριβώς είναι, έτσι δε μένει.
Όταν πουν ό,τι είχανε οι κυρίαρχοι να πούνε
Θα μιλήσουνε οι κυριαρχούμενοι.
Ποιος τολμάει να πει: Ποτέ;
Ποιος φταίει, σαν η καταπίεση παραμένει; Εμείς.
Ποιος θα φταίει σαν η καταπίεση συντριβεί; Εμείς πάλι.
Όποιος γονατισμένος είναι, όρθιος να σηκωθεί!
Όποιος χαμένος είναι, να παλέψει!
Όποιος την κατάστασή του έχει αναγνωρίσει, πώς να εμποδιστεί;
Γιατί οι νικημένοι του σήμερα είναι οι νικητές του αύριο.
Και το Ποτέ γίνεται: Σήμερα ακόμα!
                                                                                       (1931)


Μπέρτολτ Μπρεχτ, Ποιήματα, μετάφραση και πρόλογος Νάντια Βαλαβάνη, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1992, 4η έκδοση
O πίνακας από το βιβλίο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται συνολικά άλλοι 96 πίνακες, σκίτσα και φωτογραφίες γερμανών, σοβιετικών και αμερικάνων καλλιτεχνών


Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Che, ο άνθρωπος, ο φίλος, ο σύντροφος


 Ντοκιμαντέρ
Σκηνοθεσία: Luca Lanitti, 1994


14 Ιουνίου 1928 : Γεννιέται ο Αργεντινός κομμουνιστής επαναστάτης Ερνέστο (Τσε) Γκεβάρα.

Παρασκευή 13 Ιουνίου 2014

Καιρός ναυτίας...




Απ' τα μετόπισθεν

Ωραίοι καβαλάρηδες
πέρασαν με τα κόκκινα άλογά τους,
ο πιο ωραίος μ' ένα μαύρο,
ο ακόμη πιο ωραίος μ' ένα λευκό.
Κορίτσια στα μπαλκόνια
τους πέταξαν λουλούδια.
Ωραίες γυναίκες ξεπλέξαν τα μαλλιά τους.
Μέσα στα σπίτια λάμψαν οι καθρέφτες.
Οι οπλές των αλόγων δοξάσαν τον ανήφορο.
Η σκόνη στο βάθος του ηλιογέρματος
έπλασε ένα Άγγελο. Εγώ, απαρατήρητος,
μάδησα ένα φτερό του Αγγέλου
και σας γράφω χαρούμενος τη λύπη μου.
                               
                                                          

Αναδρομή

Σαπουνόνερα, λάσπη, αγριόχορτα,
σημαδεμένοι τοίχοι –
πόσοι εκτελεσμένοι.
Τα κουμπιά απ’ τα σακάκια τους,
απ’ τα πουκάμισά τους,
μαζεμένα
σ’ ένα κουτί σιδερένιο,
κουδουνίζουν τις νύχτες.
Ράβω, ξεράβω στίχους
να τους κουμπώνω ως το λαιμό
μη μου κρυώσουν,
μη και μου ξεχαστούνε,
μην ξεχαστώ μαζί κι εγώ.


                      Κρίση

Καιρός ναυτίας, - έλεγε –
δηλώσεις, τυμπανοκρουσίες, μετέωρα επίθετα,
νύχτες βαθιές, ξαγρυπνισμένες
μπροστά σ’ έναν τεράστιον ουρανό, απόρθητον
από έλλειψη ενδιαφέροντος.
Έχω – είπε –
ένα χρυσό μαχαίρι. Δεν ξέρω
σε ποιον να το χαρίσω,
δεν ξέρω πού να το καρφώσω.
Τ’ άφησε στο τραπέζι.
Ύστερα, αφηρημένος, άρχισε να κόβει
τα φύλλα ενός βιβλίου, ακούγοντας έξω
τα βήματα των δυο πλανόδιων μουσικών.


Παραπλανητικό

Η σιωπηλή αθωότητα της άγνοιας. Πόσες
 διαδοχικές αναιρέσεις, σφαλερές διαισθήσεις.
Κοιτούσες το βουνό, το ποτάμι, το σύννεφο.
Τα ωραία κορίτσια χάθηκαν στον κήπο
πίσω από πανύψηλα χρυσάνθεμα. Η νύχτα
διαστέλλονταν πάνω απ’ την πόλη. Κι εσύ
απόμεινες ασάλευτος μέσα στο διχασμό σου,
έχοντας μόνο σου άλλοθι ένα άστρο.
 
          
Τ’ άσπρα βότσαλα

Ετούτα τ’ άσπρα βότσαλα στο γυμνό σου τραπέζι
λάμπουν στον ήλιο. Κανένας δε μαντεύει
από ποιους βυθούς ανασύρθηκαν. Κανένας
δεν υποπτεύεται με τι ριψοκίνδυνες
καταδύσεις τ’ ανέβασες` με τι
στερήσεις κι αρνήσεις τ’ απέσπασες
από τα νύχια κοραλλόδεντρων και βράχων. Γι’ αυτό
λαμποκοπούν τόσο λευκά με τη σεμνή τους περηφάνια
ν’ αποσκεπάζουν το σκοτάδι της καταγωγής τους και ποτέ
να μη σε μαρτυρήσουνε την ώρα της Μεγάλης Δίκης.

Γιάννης Ρίτσος, Υπερώον, Κέδρος 2013

Η  Έρη Ρίτσου σημειώνει:
 Υπερώον. Μια ανέκδοτη συλλογή του Γιάννη Ρίτσου. Μία απ’ τις πολλές, σχεδόν  πενήντα, που άφησε πίσω μετά το θάνατό του, ολοκληρωμένες, έτοιμες για έκδοση. Ορισμένες από αυτές εκδόθηκαν αμέσως μετά στον τόμο Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα και κάποιες άλλες συμπεριλήφθηκαν αργότερα στους τόμους Ποιήματα που ακολούθησαν, με καθαρά χρονολογικά κριτήρια.
Στο διάστημα που προηγήθηκε, μετά την ανακοίνωση αυτής της έκδοσης, δέχτηκα διάφορα ερωτήματα σχετικά. Δύο είναι τα κυρίαρχα: Γιατί αυτή η συλλογή – ή και πολλές άλλες – δεν είχε εκδοθεί στη διάρκεια της ζωής του Ρίτσου; Γιατί η αυτόνομη έκδοση αυτής της συγκεκριμένης συλλογής τώρα;
Είναι γνωστό  - ή τουλάχιστον εγώ το έχω ξαναπεί – πως ο Γιάννης Ρίτσος θεωρούσε την ποίηση τόσο απαραίτητα για την ύπαρξή του, όσο και την αναπνοή του. Έγραφε λοιπόν καθημερινά, ώρες πολλές, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα μια τεράστια ποιητική παραγωγή. Τρεις και τέσσερις και πέντε ή και περισσότερες ποιητικές συλλογές μέσα σ’ ένα χρόνο είναι λογικό πως για λόγους πρακτικούς δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν στη διάρκεια του έτους γραφής τους. Ούτε οι εκδότες του μα ούτε και το αναγνωστικό κοινό θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μια τέτοια παραγωγή. Αναγκαστικά λοιπόν έπρεπε να επιλέξει τι θα εκδοθεί και τι όχι.
Οι επιλογές του δεν είχαν χαρακτήρα « αυτολογοκρισίας», όπως έχω ακούσει να λέγεται, αλλά εξαρτιόταν από τη διάθεσή του την εκάστοτε περίοδο και από τη συγκυρία.
Η συλλογή Υπερώον, γραμμένη στα μέσα της δεκαετίας του 1980, αποτελείται από ποιήματα αυτοβιογραφικά, που ταυτόχρονα αντανακλούν το κοινωνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν. Εποχή κρίσης ηθικής τα χρόνια εκείνα, δεν μπορεί παρά να έχει συνάφεια με την κρίση την οικονομική που βιώνουμε ως συνέπεια  και του ηθικού εκείνου ελλέιμματος που, ανάμεσα σε άλλα, προετοίμασε το έδαφος για το σήμερα. Τα ποιήματα αυτά είναι, νομίζω, με τον τρόπο τους επίκαιρα, και για τούτο θεώρησα πως θα άξιζε να αποδοθούν στο κοινό σε μια αυτόνομη έκδοση.



Τρίτη 10 Ιουνίου 2014

Επίγραμμα για το Δίστομο


 

Εδώ ’ναι το πικρό το χώμα του Διστόμου.
Ω, εσύ διαβάτη, όπου πατήσεις, να προσέχεις —
εδώ πονά η σιωπή, πονάει κι η πέτρα κάθε δρόμου
κι απ’ τη θυσία κι απ’ τη σκληρότητα του ανθρώπου.
Εδώ μια στήλη απλή, μαρμάρινη, όλη κι όλη
  με ονόματα σεμνά, κι η Δόξα τα ανεβαίνει
 λυγμό-λυγμό, σκαλί-σκαλί, μεγίστη σκάλα.


 Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά τραγούδια. Αφιέρωμα στα 40χρονα του ΕΑΜ, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1981

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Ζωρζ Σαρή

Στις 9 Ιουνίου του 2012 έφυγε από κοντά μας η αγαπημένη συγγραφέας Ζώρζ Σαρή. Πολλά τα βιβλία που έγραψε, δεν ξέρω σε ποιο να πρωτοαναφερθώ. Τα έργα της είναι πολύ σημαντικά διότι έδωσαν ένα διαφορετικό στίγμα στην παιδική και νεανική λογοτεχνία. Η ίδια επέλεξε να μιλήσει μέσα από αυτά για κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά γεγονότα χρησιμοποιώντας τα προσωπικά της βιώματα και τη συμμετοχή σε αυτά. 

Διάλεξα λοιπόν να παρουσιάσω τον πρόλογο που έγραψε η Ζωή Βαλάση (άλλη λατρεμένη συγγραφέας αυτή παιδικών βιβλίων ) για το μυθιστόρημα της Ζωρζ Σαρή " Οι νικητές " και τον μικρό επίλογο που έγραψε η συγγραφέας του βιβλίου.


Πρόλογος ή Δύο λόγια στους αναγνώστες
(1. Δεν είναι υποχρεωτικό να τα διαβάσετε.
  2. Καλά θα κάνετε όμως να τα διαβάσετε)

Για να πω την αλήθεια, αντί να γράψω τον πρόλογο θα προτιμούσα να ' χα γράψει το βιβλίο. Οι πρόλογοι είναι οι σελίδες που συνήθως δε διαβάζουμε. Λόγου χάρη, εγώ, όταν ήμουν παιδί, προσπερνούσα πάντα τους προλόγους. Σκέφτομαι ότι την ίδια τύχη μπορεί να έχει κι ο δικός μου...Ενώ το βιβλίο, αυτό ειδικά το βιβλίο, όχι μονάχα θα το διαβάσετε με μια ανάσα, μα θα συνεχίσετε να το έχετε μπροστά σας ακόμα κι όταν το τελειώσετε. Α, ναι, χρειάζεται να σας προειδοποιήσω. Τούτο δω δεν είναι ένα μυθιστόρημα έτσι για να περνά η ώρα, κι αν γι' αυτό το πήρατε, την πάθατε! Όταν το κλείσετε, θα' χετε τόσα πολλά πράματα μάθει και τόσα - ακόμα πιο πολλά - φανταστεί, και τέτοιες ερωτήσεις θα σας καίνε τα χείλη που, σίγουρα, θα φέρετε τους μεγάλους σε δύσκολη θέση.
Βλέπετε, αυτό το βιβλίο τολμά να μιλάει για σκέψεις και πράξεις και γεγονότα που χρόνια μένανε διπλοκλειδωμένα, αραχνιασμένα, απαγορευμένα. Όταν ήμουν παιδί δεν είχα κανένα βιβλίο για την Κατοχή και τη δικτατορία του Μεταξά. Κανείς δεν μας μιλούσε τότε γι' αυτά.
Εσείς, όμως έχετε πολλά κι ωραία βιβλία μ' αυτά τα θέματα κι ακόμα παραπέρα: Για την Αντίσταση. Μα και πάλι ως ένα σημείο` ως την Απελευθέρωση. Για τα κατοπινά, σιωπή. Για τα Δεκεμβριανά, που ακόμα κι όταν τα προφέρουν οι μισοί μεγάλοι χαμηλώνουν τη φωνή τους κι οι άλλοι μισοί την κάνουν σαν βρισιά και ουρλιαχτό, για το Κίνημα που σημάδεψε βαθιά την ιστορία του τόπου μας καθώς χώρισε σε δύο στρατόπεδα τους πολίτες, σε δύο στρατόπεδα τις λέξεις , γι' αυτά, κανείς δε μίλησε ακόμα στα παιδιά. ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ όμως το τολμάνε. Νικητές είναι, θα μου πείτε, η δουλειά τους είναι να τολμάνε και να προχωρούν και να μπορούν, ακόμα κι όταν οι άλλοι τους λογαριάζουν για νικημένους, αυτοί να δίνουν στη  νίκη το αληθινό της νόημα και το πραγματικό της μέτρο.
Μια κι είχα το προνόμιο να διαβάσω αυτό το βιβλίο ( εύνοια εξαιρετική αφού η συγγραφέας δεν το επιτρέπει σε κείνους που...είναι πάνω από δώδεκα χρονώ!)  σας βεβαιώνω πως χρειάζεται δύναμη για να το διαβάσετε. Όχι μόνο γιατί είναι ένα καινούριο κι άγνωστο στους περισσότερους από σας θέμα, όχι μόνο γιατί έχει κομμάτια ανείπωτης τραγικότητας και μια γλώσσα καίρια, λιτή κι ανελέητη, αλλά και για κάτι ακόμα. Γιατί θα ανακαλύψετε ότι είναι πάρα πολλά αυτά που πρέπει να αναζητήσετε και να σκεφτείτε. Ίσως χρειαστεί να μάθετε απ' την αρχή ακόμα και το πώς διαβάζονται οι λέξεις...Σας φαίνεται υπερβολή; Για να δούμε. Αν συναντήσετε τις λέξεις ΜΝΗΜΗ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟΥ, βάζω στοίχημα πως όλοι θα δείτε αμέσως ολοζώντανο μπροστά σας το σύμβολο της θυσίας και του αγώνα των νέων στη Δικτατορία. Αν δείτε τις λέξεις ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ, θ' αναπλάσετε, όχι βέβαια το ίδιο ζωντανά και ξεκάθαρα όπως πριν, τα παλικάρια που εκτελέστηκαν ή σκοτώθηκαν από τους Γερμανούς καταχτητές.
Αν όμως δείτε τον τίτλο ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΤΟΥ ΜΕΛΙΓΑΛΑ, αυτό πώς θα το διαβάσετε; Μία κοπέλα το διάβασε έτσι: οι νεκροί του " μέλι - γάλα " και πρώτα γέλασε, ύστερα θύμωσε και τα' βαλε με τους δημοσιογράφους που δεν έχουν ούτε ιερό ούτε όσιο, γράφουν ό,τι τους κατέβει...
Για να μη διαβάσει κι η δικιά σας γενιά " μέλι - γάλα " την τρομερή ιστορική μνήμη του Μελιγαλά, για ν' αναρωτηθείτε πώς φτάσαμε στον Εμφύλιο, πώς έγινε κι οι αληθινοί ήρωες ονομάστηκαν προδότες, ενώ αληθινοί προδότες πήραν μετάλλια, θέσεις και εξουσία. Γι' αυτά και γι' άλλα ακόμα είναι τούτο το βιβλίο της Ζωρζ Σαρή που ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ τη λένε Ζωή, και η ζωή τούς λέει νικητές.

Εμένα δε με λέει κανείς
απλά το όνομά μου είναι Ζωή
                                       Βαλάση.


Και ο επίλογος της Ζωρζ Σαρή:

 Μικρέ μου αναγνώστη, τούτη η αληθινή ιστορία δεν τελειώνει εδώ...Αν θέλεις να μάθεις τι έγινε το 1945, τι έγινε μετά το 1945, ψάξε να το' βρεις και γράψε μόνος σου τη συνέχεια. Δεν έχει σημασία αν η Ζωή παντρεύτηκε το Νίκο, αν γύρισε ο πατέρας της Ηλέκτρας, τόσοι και τόσοι δεν γύρισαν ποτέ. Σημασία έχει να' βρεις την αλήθεια της ιστορίας του τόπου σου, δηλαδή του κόσμου όλου.
Δεν είμαι δασκάλα και δεν μπορώ να σου τη διδάξω.
Είμαι η μικρή Ζωή που θυμάται και που ύστερα από τόσα και τόσα χρόνια αγωνίζεται να νιώθει ελεύθερη, να' ναι ελεύθερη.
Την ελευθερία κανένας δεν μπορεί να σου τη χαρίσει, την κατακτάς μόνος σου.



Ζώρζ Σαρή, Οι νικητές, Πατάκης , Αθήνα 1994, 6η έκδοση