Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Οδός Οφθαλμιατρείου ( ένα μυθιστόρημα για τον Κώστα Κρυστάλλη)


Το 2018 συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη και δόθηκε η αφορμή για αφιερώματα που οδήγησαν με τη σειρά τους σε μια σύγχρονη θεώρηση της προσωπικότητας και του έργου του. 
Η αλήθεια είναι πως ο Κώστας Κρυστάλλης και το έργο του δεν είναι και τόσο γνωστά εκτός από πολύ λίγα ποιήματά του. Θα έλεγε κανείς ότι είναι υποτιμημένος, αλλά μήπως είναι ο μοναδικός; Παλιότερα υπήρχε δείγμα της δουλειάς του στα σχολικά βιβλία, αλλά νομίζω ότι έχει αφαιρεθεί από τα σημερινά.
Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου Οδός Οφθαλμιατρείου. 
Οδός Οφθαλμιατρείου είναι ο δρόμος στον οποίο βρισκόταν το τυπογραφείο που δούλεψε ο Κώστας Κρυστάλλης όταν κυνηγημένος από τους Τούρκους έφτασε στην Αθήνα. 
Η ιστορία αρχίζει κάπου στην Αμερική όταν ο Κρυστ Σούλτις, νεαρός απόγονος Ηπειρωτών μεταναστών, τεχνοκράτης , με μεγάλη καριέρα και πολλά λεφτά, συναντιέται με τα ποιήματα του Κρυστάλλη και αρχίζει  σιγά σιγά να αλλάζει ο τρόπος που μέχρι τότε έβλεπε τα πράγματα και τους ανθρώπους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό και τις σχέσεις του.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα σηματοδοτεί ένα ταξίδι στη μνήμη, ένα προσκύνημα στο γενέθλιο τόπο των προγόνων του αλλά του ανοίγει και ένα δρόμο προς την αυτογνωσία.
Ο Κρυστ / Χρήστος αναζητεί τα ίχνη του Κρυστάλλη στους τόπους που γεννήθηκε, έζησε, δούλεψε και πέθανε. Οι ενσωματωμένοι στίχοι του ποιητή και τα στοιχεία από τα πεζογραφήματά του πλέκουν την ιστορία της ζωής του. Ο ήρωας όμως συνομιλεί και με άλλους ποιητές και συγγραφείς των οποίων τα ονόματα αλλού αναφέρονται και αλλού υπονοούνται. Το παρελθόν μπλέκεται με το παρόν , οι εποχές εναλλάσσονται και ο Κρυστάλλης παίρνει τη θέση του στον παρόντα χρόνο. 
Ο Κρυστ νιώθει συνεχώς δίπλα του τον ποιητή σαν σκιά, σαν ήχο , σαν φάντασμα, σαν ύπαρξη ζωντανή μπροστά του να εξομολογείται στιγμές από τη ζωή του. Βλέπουμε έναν Κρυστάλλη κυνηγημένο για τις ιδέες από την τουρκοκρατούμενη πατρίδα του, πεινασμένο στην απελευθερωμένη Αθήνα, διψασμένο για ζωή και μόρφωση να έρχεται αντιμέτωπος με την αναλγησία και την αδιαφορία των ομογενών του στην πρωτεύουσα. Αναδεικνύεται επίσης ο ερωτικός Κρυστάλλης μέσα από τη σκέψη, το όνειρο και τη συνομιλία της Φωτεινής, της φίλης του Κρυστ.
Ο συγγραφέας με λογοτεχνικά ευρήματα όπως επιστολές και όνειρα προωθεί την ιστορία και αποκαλύπτει βιογραφικές πληροφορίες για τον Κρυστάλλη και μέσα από αυτές τις επαφές και τη διαρκή αναζήτηση ο ήρωας του μυθιστορήματος ωριμάζει πνευματικά.
Ο αναγνώστης ίσως διαπιστώσει σε ορισμένα σημεία έναν υπερβολικό λυρισμό, αλλά συγχρόνως θα νιώσει συγκίνηση με την τρυφερότητα και την ευαισθησία που ο συγγραφέας προσεγγίζει τον λογοτέχνη Κρυστάλλη και κυρίως τον άνθρωπο Κρυστάλλη. Η γραφή συνεπαίρνει και σε αυτό βοηθάει η ωραία γλώσσα και οι πλούσιες περιγραφές τόπων και τοπίων. Οι σελίδες αποπνέουν άρωμα ποίησης και ο Κρυστάλλης παρουσιάζεται μπροστά μας ζωντανός και σύγχρονος να δανείζεται την ύπαρξη του ήρωα για να μιλήσει για τα ανομολόγητα.
Φτάνοντας στο τέλος του μυθιστορήματος γεννιέται η επιθυμία να πάρουμε στα χέρια μας τα ποιήματα και τα πεζογραφήματα του Κώστα Κρυστάλλη  να τα διαβάσουμε ξανά από την αρχή και να του δώσουμε τη θέση που του αξίζει στη νεοελληνική λογοτεχνία . Το έργο του νερό που ξεδιψάει την ψυχή σε μια άνυδρη εποχή. 

Ευάγγελος Αυδίκος Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2019.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019

"Πέθανε ο Μάνος Λοΐζος;"

Στις 15 Αυγούστου 1982, ο Μάνος πήγε στο σπίτι της πρώτης γυναίκας του στο Χολαργό, για να ευχηθεί και στη Μάρω και στη Μυρσίνη, "χρόνια πολλά", που γιόρταζαν. Στο δρόμο για το Χολαργό, μέσα στο αυτοκίνητο του Παγωμένου, γύρισε στον πατέρα του και του είπε: " Μπαμπά, θα' ρθεις να με πάρεις από το αεροδρόμιο, όταν θα επιστρέψω;" Λέει, σήμερα, ο Ανδρέας Λοΐζου: " Τον κοίταξα έκπληκτος. Ποτέ δε μου'χε πει τέτοιο πράγμα - να πάω να τον πάρω από το αεροδρόμιο. " Και πού θα ξέρω παιδί μου, πότε θα' ρθεις;" τον ρώτησα. " Θα σου τηλεγραφήσω", μου απάντησε. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν ξέρω γιατί μου' κανε αυτή την κουβέντα. Λες να προαισθανόταν το τέλος του και ζητούσε, σαν παιδί, να πάρει κουράγιο, με τη σκέψη πως θα γυρίσει και θα τον περιμένω, εγώ, ο πατέρας του, στο αεροδρόμιο;"
Ο Μάνος διανυκτέρευσε στο σπίτι της Μάρως και της Μυρσίνης. Το πρωί της επομένης, κι ενώ τον περίμενε στο αυτοκίνητο για να τον πάρει στο αεροδρόμιο, ο Παγωμένος, ο Λοΐζος, κατεβαίνοντας μαζί με τη Μάρω, με το ασανσέρ, έγειρε το κεφάλι του στον ώμο της και της εξομολογήθηκε: " Μάρω, φοβάμαι, πως αυτό το ταξίδι στη Μόσχα, θα' ναι το τελευταίο. Φοβάμαι, πως δε θα ξαναγυρίσω..."
Ήταν η κατάρρευση. Γιατί, ως τότε και από παιδί, ο Μάνος, όπως θα μου πει ο παιδικός του φίλος Φώτης Κωνσταντινίδης, " έμπαινε, συνεχώς, σ' ένα δικό του πλανήτη. Σ' ένα δικό του κόσμο. Παρατηρούσα, πως συχνά, βρισκόταν σε μια κατάσταση μέθης. Και καλλιεργούσε την ιδέα ότι ήταν αθάνατος. Ότι μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε κατάχρηση, να μπει σε οποιαδήποτε συγκινησιακή περιπέτεια και να βγει χωρίς απώλειες. Ναι. Καλλιέργούσε την ιδέα ότι ήταν αθάνατος".
Μένω σ' αυτό το τελευταίο: " Καλλιεργούσε την ιδέα ότι ήταν αθάνατος". Και ρωτάω: " Πέθανε ο Μάνος Λοίζος;"

Λευτέρη Παπαδόπουλου , Μάνος Λοΐζος, Κάκτος, Αθήνα 1983, 2η έκδοση



Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Βατόμουρα


Μαζεύοντας βατόμουρα

                               για τον Philip Hobsbaum

Όψιμος Αύγουστος, με δυνατές βροχές και ήλιο,
σε μια βδομάδα μέσα τα βατόμουρα ωριμάσαν.
Μονάχα ένα, στην αρχή, θρόμβος στιλπνός, μαβής,
μέσα σε κόκκινα και πράσινα σκληρά κομπάκια.
Αυτό το πρώτο έφαγες κι η σάρκα του γλυκιά,
σαν το πηχτό κρασί∙ μέσα του αίμα καλοκαιριού
που λέκιαζε τη γλώσσα, γέννησε τη λαχτάρα
να δρέψεις τον καρπό. Ύστερα και τα κόκκινα σκουρήναν∙ κι η πείνα
μάς έστειλε με κάδους, άδεια κονσερβοκούτια και βαζάκια του γλυκού,
εκεί που αγκύλωναν τα βάτα και το νωπό γρασίδι ξάσπριζε τις μπότες μας.
Στα σταροχώραφα, ανάμεσα στ' αραποσίτια και τις πατατιές
τρέχαμε και σοδιάζαμε, ώσπου οι κουβάδες ξεχειλίσαν,
πάτοι καμπανιστοί σκεπάστηκαν απ' τους χλωρούς καρπούς
και στην κορφή αστράφτανε σκούροι, μεγάλοι σβόλοι
σαν μια πιατέλα μάτια. Τα δάχτυλά μας έκαιγαν
από των βάτων τις ακίδες, κολλούσαν οι παλάμες μας, σαν του Κυανοπώγωνα.

Καταχωνιάσαμε τα ολόφρεσκα βατόμουρα στο στάβλο
μα όταν τα καλάθια μας είχανε πια γεμίσει, βρήκαμε ένα χνούδι
Μύκητες γκρίζοι, στο χρώμα του αρουραίου, είχανε τη σοδειά μας κατακλύσει
ώς κι ο χυμός τους έζεχνε. Κομμένα από το θάμνο,
τα φρούτα είχαν ξινίσει∙ η σάρκα, από γλυκιά, στυφή είχε γίνει.
Πάντα μού ερχότανε να κλάψω. Δεν ήταν δίκαιο
τα ωραία μας κοφίνια να μυρίζουν σήψη.
Kάθε χρονιά έλπιζα να κρατήσουν, και το' ξερα – ματαίως.

Από τη συλλογή του Σέιμους Χίνι Ο Θάνατος ενός φυσιογνώστη (1966) (μτφρ. Κατερίνα Σχινά).

Πηγή: Book Press

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

Μαριάννα Τζιαντζή, Αντίο στις αυλές των θαυμάτων

Ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου 2001. 
Η κηδεία του εμπνέει τη συγγραφέα Μαριάννα Τζιαντζή και γίνεται η αφορμή για μια περιήγηση στις αυλές των θαυμάτων στο εξαιρετικό μυθιστόρημα "Αντίο στις αυλές των θαυμάτων"

Η βιβλιοπαρουσίαση αναδημοσιεύεται από το ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα





[…] Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον,
ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει
σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.

Το παραμύθι αρχίζει με μια πρόσκληση για την Ελευσίνα, εκεί που θα γινόταν η κηδεία του Στέλιου Καζαντζίδη και γίνεται η αφορμή για μια περιήγηση στις αυλές των θαυμάτων. Στην Πλάκα, στην Πλατυθέα, στο ξενοδοχείο Άτλας, στο Υπόγειο του Κουν, σε αυλές και διαμερίσματα… Τόποι, χρόνοι, πρόσωπα και σχέσεις ανθρώπων με φόντο αλλοτινές εποχές, όχι και πολύ μακρινές, αλλά διαφορετικές από τη σημερινή.
Μικρές ιστορίες από τις ζωές των ανθρώπων, δεμένες μεταξύ τους,  ξανοίγονται μπροστά μας διαχέοντας στην ατμόσφαιρα μια γλυκιά μελαγχολία και μια ξεχασμένη μυρωδιά από πράγματα παλιά σαν και αυτή που έχουν οι σελίδες ενός βιβλίου καταχωνιασμένου για χρόνια σε ένα σκονισμένο ράφι. Μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, ένας αντίστροφος καταρράχτης. Σε προκαλεί να σκεφτείς χωρίς να φανατιστείς, να χαμογελάσεις αλλά και να νιώσεις τα συναισθήματα των ηρώων, να ταυτιστείς ακόμη με κάποιους από αυτούς, ειδικά αν έτυχε η παιδική και η εφηβική ηλικία να βιώθηκε την ίδια εποχή με τη δική τους.

Γρήγορος ρυθμός, τρυφερότητα, καυστικός σχολιασμός που φτάνει στο σαρκασμό, πολιτικές αναφορές, νύξεις και ευθείες βολές για όλα όσα σημάδεψαν την μετεμφυλιακή Ελλάδα, την Αθήνα. Ιδέες, όνειρα και  οράματα, ο αντιδικτατορικός αγώνας και η μεταπολίτευση με όσα αυτή έφερε στην καθημερινότητα, στις συμπεριφορές των ανθρώπων και στους χώρους που ζούσαν και κινούνταν.  Μια ολόκληρη εποχή.

Μια εποχή που χάθηκε μαζί με τους ανθρώπους της και παράλληλα ιστορίες για τον Καραγκιόζη και τους καραγκιοζοπαίχτες, για την τέχνη, το θέατρο, για ηθοποιούς και ζωγράφους, για την φτώχεια, την μετανάστευση και την ξενιτιά, για το ξενοδοχείο Άτλας στην οδό Σοφοκλέους 30, το  καταφύγιο μετά τον εμφύλιο των πρώην εξορίστων, φυλακισμένων, κατατρεγμένων, των αγωνιστών της αριστεράς.

Μιας και η κηδεία του Καζαντζίδη ήταν το γεγονός που έδωσε έναν κλώτσο στην ανέμη να γυρίσει, μπορούμε και εμείς να «ακούσουμε» τις συζητήσεις, τα σχόλια, κοινωνικά και πολιτικά, συνοδευμένα με τα τραγούδια του που έρχονταν από παντού και εκείνο το «αααχ» που έβγαζε η φωνή του μέσα από την ψυχή του.

Και μετά την κηδεία τι; Ένα πάρτι στην ταράτσα του Άτλαντα, όπου όλα και όλοι είναι εκεί, ζωντανοί και νεκροί, σε μια σύνθεση υπερρεαλιστική γεμάτη χρώμα και χαρά, για «το θαύμα του κόσμου, το θαύμα του ανθρώπου, των ανθρώπων» που συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και αν οι παλιές αυλές των θαυμάτων τελειώνουν. Αρκεί να ψάξουμε να το βρούμε ξεκινώντας το ταξίδι από την αρχή με νέα φτερά, ελπίδες, προσδοκίες.

Εξαιρετικό μυθιστόρημα, ανθρώπινο, συγκινητικό, γλυκόπικρο, τρυφερό και πολιτικό συνάμα, με όμορφη γραφή και ενδιαφέρουσα αφηγηματική τεχνική.

Κλείνοντας το  μάτι πέφτει στο εξώφυλλο: Θάνος Τσίγκος, Λουλούδια, 1957.

«Χίλια τραγούδια ηχογράφησε ο Καζαντζίδης, χίλιες ζωγραφιές χάρισε ο Τσίγκος. Και τώρα όλα πετούσαν, βρίσκονταν παντού, υπήρχαν, όπως υπήρχε και η αγάπη της Λένας για τον Άγγελο, του Άγγελου για τη Λένα, για κάθε Λένα, για κάθε Ελένη…»



Μαριάννα Τζιαντζή, Αντίο στις αυλές των θαυμάτων, Καστανιώτης, Αθήνα 2016

"Άσε το Φθινόπωρο γύρω σου να στρώσει τ' άνθη τα στερνά..."



Άσε το Φθινόπωρο
γύρω σου να στρώσει 
τ' άνθη τα στερνά. 
Μια ζωή πεθαίνει 
μια πνοή περνά. 
Πάντα σε προσμένει 
μια άνοιξη ξανά.

Άσε το Φθινόπωρο 
γύρω σου να απλώσει 
μια στερνή ευωδιά. 
Μια χαρά χαμένη 
μέσα στην καρδιά. 
Πάντα σε προσμένει 
μια άνοιξη ξανά.

Ποίηση: Κώστας Χατζόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης 
Ερμηνεία : Διονύσης Τσακνής και Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου 

Δίσκος: ΔΕΣ ΤΙ ΛΑΜΠΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ (2005)

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ξεριζωμός!



...Ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε απανωτά οι καμπάνες. Φωνές απ' το δρόμο, φασαρία, τρεχαλητά.
- Φωτιά, φωτιά...
- Φωτιά...Βοήθεια...
- Φωτιά, Χριστιανοί καιγόμαστε...
Άνοιξαν την πόρτα. Η γειτονιά ξεχυμένη έξω. Όλοι ρωτάνε μ' απόγνωση. Σε λίγο, λες κι έγιναν οι δρόμοι ποτάμια από ανθρώπους που τρέχουν στη θάλασσα...Τίποτα δεν μπορεί να τους σταματήσει. Ετοιμάστηκαν κι αυτοί να φύγουν. Φέρνει ο ξάδελφος Λεωνίδας με τον Κλήτο έναν αραμπά που βρήκαν παρατημένο στο δρόμο. Ανεβάζουν εκεί τη νενέ, φορτώνουν τα ντέγκια και τους μπόγους, και ξεκινάνε για την παραλία. Ο Κλήτος κι ο Λεωνίδας σέρναν τον αραμπά. Η μαμά βαστούσε το μωρό το Βασιλάκη. Ο μπαμπάς το Λευτεράκη, και τ' άλλα παιδιά κρατιόταν απ' τα χέρια.
Κοντεύοντας στην παραλία, μπούκωσαν οι δρόμοι. Χιλιάδες κόσμος φορτωμένος με μωρά, με μπόγους, με ντέγκια. Άρρωστοι, γέροι και παιδιά στους αραμπάδες. Κι η φωτιά όλο και δυνάμωνε...

Κάποτε το μπουλούκι των χριστιανών σταμάτησε. Ούτε μπρος , ούτε πίσω. Μπρος η θάλασσα. Πίσω η φωτιά. Κι απ' τα πλάγια άλλα μπουλούκια. Και πίσω, παντού οι Τούρκοι που χτυπούσαν, σκουντούσαν με όπλα, με σπαθιά. Κανείς δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Σφηνώθηκαν εκεί, πλάι στη θάλασσα, ώσαμε το πρωί. Τα παιδιά ξάπλωσαν κάτω απ' τον αραμπά.
Η φωτιά χυμούσε στον ουρανό. Φώτιζε παράξενα τη νύχτα. Μαυροκόκκινες φλόγες γλείφαν το στερέωμα, λες κι ήταν φαντάσματα που χόρευαν αλλόκοτα, με μουσική τα ουρλιάσματα των Τούρκων, το θρήνο των χριστιανών, το βόγκο των πληγωμένων, το τρίξιμο και το γδούπο των σπιτιών που γκρεμίζονταν.
Το πρωί τους βρήκε άλλο κακό. Οι Τούρκοι μάζευαν τους άντρες. Πού να κρυφτεί τόσο αντρομάνι; Ζάρωναν τα παλικαράκια να φαίνονται παιδιά. Καμπούριαζαν και γίνονταν κουβάρι οι μεγάλοι να δείχνουν γέροι. Άρπαζαν τα όμορφα κορίτσια. Μονομιάς όλα φόρεσαν της νενές το φακιόλι να κρυφτεί τ' όμορφο νεανικό μούτρο.
Μες στο ξεδιάλεγμα και στην ανεμομπουμπούλα, βρέθηκε ο Χατζηνάσος με την οικογένειά του μαζί με άλλους σ' ένα δρόμο της Πούντας. Σε λίγο είδαν έναν σκοτωμένο. Ήταν μισοσκεπασμένος μ' ένα παλτό. Η Ιφιάνασσα πρώτη φορά βλέπει σκοτωμένο. Κοιτάει τα γυμνά ξυλιασμένα πόδια με τα κιτρινιασμένα νύχια, που εξείχαν απ' το παλτό. Δεν ήξερε, καθώς τον κοίταζε, πως απ' εκείνη τη μέρα, μόλις θα' βγαζε τη νύχτα τα πόδια της όξω απ' το σκέπασμα, αμέσως θα' ρχόταν στο νου ο σκοτωμένος της Σμύρνης, και τρομαγμένη θα τα ξανατραβούσε μέσα.
Πιο πέρα σμίξαν μ' άλλους, κι όλοι μαζί φτάσανε στο Πανιώνιο...Εκεί μπήκαν μέσα στο νεκροταφείο. Η πρώτη δουλειά όλων ήταν ν' ανοίξουν τα μνήματα. Να κρύψουν μέσα τους άντρες. Να μουντζουρώσουν τα κορίτσια. Να τα ντύσουν γριές.
Πάει η Ελένη να ξεσκεπάσει τη μητέρα της, βλέπει ότι ήταν πεθαμένη. Μάνι μάνι, άνοιξαν ένα μνήμα να τη θάψουν. Βρέθηκε κι ένας παπάς.
- Τύχη που είχε η γριά! Τη διάβασαν κιόλας! Κάνει ένας Αρμένης, που είχε κρυφτεί στον πλαϊνό τάφο. Αλί σε μας, που θα πάμε αδιάβαστοι...
Δυό μέρες έμειναν στο νεκροταφείο.
Τα μαντάτα έρχονταν απανωτά.
- Οι Τούρκοι σφάζουν, κρεμούν, σκοτώνουν.
- Το Χρυσόστομο τον σέρνανε στα σοκάκια και σιγά σιγά τον κόβανε κομμάτια κομμάτια. Μαρτύρησε ο Μητροπολίτης μας. Άγιασε...
- Οι σύμμαχοι δεν βοηθούν...
- Βαπόρια φορτώνουν κόσμο για την Ελλάδα. Όποιος προφτάσει και μπει...
- Η φωτιά τίποτα δεν άφησε όρθιο. Από τέσσερα μέρη η φωτιά...
- Η φωτιά κι οι λεηλασίες φάγανε τη Σμύρνη.
- Πάει πια, πέθανε η Σμύρνη.
- Μου' ρχεται στο νου το γνωμικό που λέει:
" Η Πόλη αν καεί, η Σμύρνη κάνει Πόλη.
Η Σμύρνη αν καεί, Σμύρνη δεν κάνει η Πόλη".
- Τώρα που κάηκε, κανείς πια δεν μπορεί να την αναστήσει.
-Ας γλιτώσει ο κοσμάκης, και πάλι θα ξαναγίνει. Η Σμύρνη θα ξανακάνει τη Σμύρνη.
Τρεις μέρες στο νεκροταφείο. Η πείνα άρχισε να τους παιδεύει. Κανείς δεν παίρνει απόφαση. Κι όλο έρχονται και καινούριοι. Να κουνηθούν δεν μπορούν.
Ένας παραγιός, πώς και βρήκε το Χατζηνάσο.
- Αφεντικό, έφερα ψωμί και κασκαβάλι. Ήταν ο Πανάνης.
- Ποιος σου είπε; πού ήξερες ότι είμαστε εδώ;
- Σας είδε από μακριά ο αδερφός μου. Μ' έστειλε να σας πάρω. Έχουμε δικό μας φούρνο στο Νταραγάτσι. Εκεί πλύθηκαν, άλλαξαν, έφαγαν ψωμί και φαΐ μαγειρεμένο.
- Δεν ξεχνάμε, αφεντικό, που μας βοήθησες ν' ανοίξουμε το φούρνο. Τι γίνεται ο κύριος Μήτσος;
- Πριν απ' τη φωτιά έχω να τον δω. Εσείς δεν ακούσατε τίποτα;
- Όχι, μονάχα για τους Μαινεμενλήδες μάθαμε. Πιάσανε καμιά δεκαπενταριά, όσους βρήκαν, και τους σκοτώσαν, επειδή σκοτώσανε τότε τον καϊμακάμη.
- Έμαθες ποιους σκότωσαν;
- Τον Ανανία τον πιάσαν αμέσως στο Κορδελιό. Εκεί τον κρέμασαν. Το Νικολάκη το Σαραφείδη , τον Αλέκο τον Αλεξίου, το Σπύρο και το Στέλιο Παλά, τον Νίκο τον Ατζεμιδάκη, τον Αυγεράκογλου και δεν ξέρω ποιους άλλους. Δάκρυσες αφεντικό. Ποιος να το περίμενε...
- Εσύ τι θα κάνεις; Βλέπω δουλεύεις. Τι σκοπό έχεις;
- Λέω να μείνω αφεντικό. Μπόρα είναι και θα περάσει. Τώρα που έχω δουλειά δικιά μου, να την αφήσω; Εσύ τι σκέφτεσαι;
- Εγώ;...Μόλις μπορέσουμε θα φύγουμε.

Σε μια βδομάδα ξεσηκώθηκε πάλι ολόκληρη η οικογένεια, μ' απόφαση να φτάσουν στα βαπόρια. Ο μπαμπάς ντύθηκε γυναίκα. Ο Κλήτος έβαλε πολύ κοντά πανταλόνια κι όλο καμπούριαζε να φαίνεται πιο μικρός. Πήραν μαζί τους μονάχα όσους μπόγους μπορούσαν. Όλα τ' άλλα έμειναν.
Μόλις κάνουν να προχωρήσουν λίγο, τους σταματούν οι Τούρκοι. Η μαμά είχε μαζί της παράδες και κάθε φορά τούς έβαζε στο χέρι.
Δώσε εδώ, δώσε εκεί, κόντευαν να τελειώσουν οι παράδες. Σε λίγο τους κόβουν το δρόμο άλλοι Τούρκοι. Αυτοί είναι ζόρικοι. Ζητάνε κι άλλα. Τους χώνει δυό χρυσές στο χέρι η μαμά. Δε φτάνουν. Αγριεύουν. Ο Κλήτος ζαρώνει πιο πολύ. Ο μπαμπάς, μες στα γυναικεία ρούχα, τυλίγει πιο πολύ το φακιόλι στο κεφάλι. Σφίγγει πιο πολύ το Λευτεράκη στην αγκαλιά του. Αρπαέι ένας Τούρκος τον μπόγο με το ασημένιο σερβίτσιο απ' το χέρι του Κλήτου. Χύθηκαν τα κουταλάκια και τα πηρουνάκια του γλυκού κάτω. Κατρακυλούσαν οι κούπες τουγλυκού στο ντουσεμέ. Ντιντίνισαν ο δίσκος και τα ζάρφια. Αφού τους πήραν ό,τι είχαν, τους ανάγκασαν με κοντακιές και χτυπήματα, ν' αλλάξουν δρόμο κατά τον Άι Κωνσταντίνο. Σαν προχώρησαν λίγο, σκόνταψαν σ' ένα μπουλούκι τούρκικο που έσερνε κοπέλες κι άντρες. Ύστερα ήρθαν κι άλλοι Τούρκοι κι άλλοι, που σπρώχνουν προς το μέρος τους γυναικόπαιδα...Σπρώξε απ' εδώ, σπρώξε απ' εκεί, καρφώθηκαν στη μέση οι χριστιανοί. Τώρα χτυπάνε από παντού. Σαν είδε μια γυναίκα να σκοτώνουν μπροστά της την γκαστρωμένη κόρη της, άρπαξε το χέρι του Τούρκου. Θεριό έγινε εκείνος. Δίνει μια στη γυναίκα και την ξαπλώνει κάτω. Αυτό λες κι ήταν το σύνθημα. Αμέσως αρχίζει σφαγή. Η Ιφιάνασσα κι οι δικοί της βρίσκονται πιο άκρη, κοντά στο δρόμο. Μες στο μακελειό, τα κλάματα, τα ξεφωνητά, ξέφυγαν απ' τους Τούρκους. Τρέχοντας σαν παλαβοί φτάσανε στο "Και". Εκεί έσμιξαν με τον κόσμο. Όλοι σπρώχνουν και σπρώχνονται για την αποβάθρα, όπου είναι αραγμένα τα πλοία. Απ' την εξάντληση και το συνωστισμό, κάθε τόσο κι αφήνουν όλοι από κανένα μπόγο. Όλα τα πολύτιμα και τ' ακριβά της Μικρασίας ήταν σκορπισμένα στην προκυμαία της Σμύρνης. Κανείς για τίποτα δε νοιάζεται. Μονάχα, πώς να φτάσουν στο καράβι. "Παναγιά μου, βοήθησε να σωθούμε, και ζητιάνοι ας γυρίζουμε σ' όλη μας τη ζωή". "Χριστέ μου, δώσε να φτάσουμε στην Ελλάδα, κι όρκο δίνω σε μοναστήρι να κλειστώ". " Άι Λεφτέρη μου, λευτέρωσέ μας, και τάμα κάνω ξυπόλητη να' ρχομαι στην εκκλησιά σου, να σου ανάβω το καντήλι".
Ακόμα λίγο και κοντεύουν.
Στα πλάγια η θάλασσα λερωμένη, και τα πτώματα τουμπανιασμένα χτυπολογιούνται αναμεταξύ τους. Αλίμονο, αν παραπατήσει κανείς. Δε θα σηκωθεί. Αλίμονο, αν πέσει κανείς στη θάλασσα. Εκεί θα μείνει.
Κάποια στιγμή σταμάτησαν. Φόρτωσε το βαπόρι κι έφυγε. Τώρα περιμένουν τ' άλλο. Ώρες περνούν...Η Ελένη μετράει και ξαναμετράει τα παιδιά. Μη χαθεί κανένα...Όλα κρατιούνται σφιχτά απ' το φουστάνι της κι απ' τα χέρια τους. Κοιτάει τον άγνωστο κακοπαθιασμένο κόσμο. " Τι να' γινε η Ευαγγελία;" σκέφτεται. " Ο Λεωνίδας, που πήγε να την βρει, τη βρήκε άραγε; Πού να βρίσκονται η Χρύσα, ο Καρατζόπουλος, η Δέσποινα, τα ανίψια της; Τι έγινε με το Μήτσο;" Η Βάσω είπε θα πήγαινε σε μιαν φιλενάδα της Εβραίισσα. Πού να' ναι τώρα;
Με το τελευταίο σπρώξιμο, βρέθηκαν πια στο καράβι, ξεσκισμένοι, καταματωμένοι, ξεμαλλιασμένοι. Ούτ' ένα μπογαλάκι μαζί τους...Κι οι πιο πολλοί άντρες να λείπουν...
Και σαν ξεκίνησε το καράβι, και σιγουρεύτηκε η ψυχή, και ξελαγάρισε το μυαλό, τότε, απ' τ' ανθρώπινα ρημάδια, που ξεριζώνονταν απ' τον τόπο τους, ένα ουρλιαχτό άρχισε να βγαίνει και να σκίζει τον αγέρα. Ένα ουρλιαχτό που' γινε θρήνος και μοιρολόι για τους άντρες, που έμειναν στα χώματά τους, και που ίσως ποτέ δε θα ξανάβλεπαν. ( απόσπασμα)

Ιφιγένεια Χρυσοχόου, Πυρπολημένη Γη, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1981.
Η " Πυρπολημένη Γη " είναι το πρώτο βιβλίο της  τριλογίας της Ιφιγένειας Χρυσοχόου. Αρχίζει το 1877 και τελειώνει το 1922 με τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τη Μικρά Ασία. Το δεύτερο " Μαρτυρική Πορεία" αναφέρεται στην ομηρία 1922 - 1924. Το τρίτο " Ξεριζωμένη Γενιά" αρχίζει με το καράβι που κουβαλάει τους ξεριζωμένους του 1922, την εγκατάστασή τους στη Θεσσαλονίκη, την πάλη τους για την επιβίωση και τελειώνει το 1977 με το ρίζωμα και τις επιτεύξεις τους.



Ο Ξεριζωμός! Από το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Το μεγάλο μας τσίρκο" (1973) με τον Νίκο Ξυλούρη και την Τζένη Καρέζη σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου.Εμβόλιμα μέσα στο τραγούδι ακούγονται αυθεντικές αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.



Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Νύχτες και Αυγές

Το Δεκέμβριο του 2018 επανεκδόθηκε μετά από πολλά χρόνια το μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου "Νύχτες και Αυγές" από τις εκδόσεις Γκοβόστη σε έναν τόμο.

Η παρουσίαση που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 29 Ιανουαρίου 2019 και συντάκτης είναι η Πόλυ Κρημνιώτη.

«Το μυθιστόρημα 'Νύχτες και Αυγές' είναι μια μεγάλη τοιχογραφία της Αθήνας της Κατοχής, πληρέστερη από κάθε προηγούμενη λογοτεχνική προσφορά για το θέμα αυτό» έγραφε ο Δημήτρης Ραυτόπουλος στις 27 Μαΐου 1962, στην «Αυγή» για το πρώτο μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Όταν δημοσιευόταν αυτό το κείμενο, το βιβλίο δεν είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Είχε βρει ωστόσο τον δρόμο του στην τότε ΕΣΣΔ, όπου ο ανταποκριτής της «Αυγής» στη Μόσχα Γεωργούλας Μπέικος σημείωνε το εντυπωσιακό τιράζ των 150.000 αντιτύπων, στην έκδοσή του από τη Μολοντάγια Γκβάρντιγια (Νέα Φρουρά).

Ευτυχής συγκυρία φέρνει οι εκδόσεις Γκοβόστη να επανακυκλοφορούν τώρα σε ενιαίο τόμο την αρχικά δίτομη έκδοση που συγκροτούσαν το πρώτο μέρος «Η Πολιτεία» και το δεύτερο «Τα Βουνά». Η έκδοση πλαισιώνεται από το σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, στο οποίο αποκαλεί το μυθιστόρημά του ως την «πρώτη μου δοκιμή στη μεγάλη πεζογραφική μορφή», σημειώνοντας ότι «έχουν τεθεί εδώ κάποιες βάσεις πάνω στις οποίες αναπτύχθηκε μετά η συγγραφική μου δουλειά έτσι περίπου όπως συνεχίζεται και η αυτή ιστορία». Στο εκτεταμένο σημείωμά της, η σύντροφος του συγγραφέα, νεοελληνίστρια Σόνια Ιλίνσκαγια δίνει επαρκή στοιχεία για τη συγγραφή και την πρόσληψη του βιβλίου, τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια της κυκλοφορίας του σε Μόσχα και Ελλάδα.

Η εκδοτική περιπέτεια του μυθιστορήματος ξεκίνησε προδικτατορικά από το Θεμέλιο. Η χούντα το απαγόρευσε και μετά την πτώση της ο Κέδρος της Νανάς Καλιανέση το ξανάφερε στα βιβλιοπωλεία. Ακολούθησαν η έκδοση της Σύγχρονης Εποχής με τα περίφημα χαρακτικά του Τάσσου, και κατόπιν εκείνη από τα «Ελληνικά Γράμματα».

Το μυθιστόρημα γράφτηκε τα χρόνια του εκπατρισμού του Αλεξανδρόπουλου, που μετά τη συμμετοχή του στο ΕΑΜ, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, βρέθηκε στη Ντεζ της Ρουμανίας. Εκεί άρχισε να το γράφει το 1954 και συνέχισε στην Τασκένδη και τη Μόσχα. Όπως γράφει η Σόνια Ιλίνσκαγια, παρά την ταλαιπωρημένη υγεία του, ο Αλεξανδρόπουλος αρίστευε στο πανεπιστήμιο «και είχε πρώτα απ' όλα στον νού του τις 'Νύχτες και Αυγές'», τις οποίες πρωτοπαρουσίασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Γκόρκι της Μόσχας ως πτυχιακή εργασία, όπου στη διαδικασία της υποστήριξης ο Γιώργος Σεβαστίκογλου τόνισε ότι με αυτό το μυθιστόρημα ο συγγραφέας του «εισέρχεται στην πλειάδα των πιο ταλαντούχων εκπροσώπων της νέας γενιάς προοδευτικών Ελλήνων πεζογράφων που ανοίγουν στον αναγνώστη σελίδες πρόσφατης ηρωικής ιστορίας της πατρίδας».

Οι «Νύχτες και Αυγές» δημοσιεύονται σχεδόν παράλληλα με τους δύο πρώτους τόμους των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» του Σ. Τσίρκα και, όπως σημειώνει ο Ζ.Δ. Αϊναλής στο οπισθόφυλλο, «είναι από τα πρώτα έργα που τολμούν να καταπιαστούν μυθοπλαστικά με το νωπό ακόμα τραύμα της αγγλικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου που σημάδεψε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο τη μοίρα του ιδιάζοντος 'διπλού πολέμου' που έκρινε τις μεταπολεμικές τύχες του ελληνικού κράτους. Και είναι αυτή ακριβώς η επιμονή του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου να αναφέρεται διαρκώς μέσα στο μυθιστόρημα σε αυτόν τον 'διπλό πόλεμο', εθνικοαπελευθερωτικό και ταξικό», ενώ το μυθιστόρημά του «υπογραμμίζει σε κάθε ευκαιρία ότι στην Αντίσταση συμμετείχαν και αγωνίστηκαν άνθρωποι όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων».

Ο Αλεξανδρόπουλος καταγράφει αδρά την πείνα και τη σκληρότητα του κατακτητή, τον φόβο, την απανθρωπιά και όλη τη συνθήκη που οδήγησε στην Αντίσταση. Περιγράφει την απελευθέρωση και το καθολικό αίτημα της λαοκρατίας, ωστόσο από την πένα του δεν λείπουν η κατάπτωση, ο μαυραγοριτισμός, η προδοσία, ο δωσιλογισμός.


Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης αποτυπώνεται «με μια ρεαλισιτκή, στην ουσία της, επική αφήγηση που τελειώνει με ένα δραματικό προανάκρουσμα της διάψευσης και του εμφύλιου σπαραγμού που ακολούθησε» υπογραμμίζει ο Χρίστος Αλεξίου, σημειώνοντας ωστόσο ότι «το έργο του Αλεξανδρόπουλου, εξαιρετικά σημαντικό και πολύτιμο, όχι μόνο για τις ιστορικές, τις κοινωνικές και τις υπαρξιακές εμπειρίες που θησαυρίζει, αλλά και τις στοχαστικές παρατηρήσεις του στα δρώμενα του αιώνα του, καθώς και τις πρωτότυπες και ιδιόμορφες αφηγηματικές τεχνικές του, δεν αξιώθηκε, ώς τώρα, προσοχή ανάλογη με την αξία του. Οι κριτικοί απέφυγαν να μελετήσουν ένα έργο που απαιτεί πνευματική σκευή και τοποθέτηση απέναντι στη λογοτεχνία και στη ζωή ανάλογη με αυτή του συγγραφέα».