Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Στο Σαντιάγκο, στης σφαγής τα χρόνια, πέσαν πολλοί και πού να βρεις ονόματα



Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΟΠΕΡΑΤΕΡ
Δίσκος: Πολιτικά Τραγούδια (1975)
Τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη
Μουσική Θάνου Μικρούτσικου, σε ποίηση Βολφ Μπίρμαν (μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ)

"Στο Σαντιάγκο, στης σφαγής τα χρόνια, πέσαν πολλοί
και πού να βρεις ονόματα
Και με μια λέξη -- να ποια είναι η Χιλή -
κάποιος που ταινία γυρίζει τη σκηνή του φόνου του

Αχ,
η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές
κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα -
από στόμια βγαίνει η δύναμη
κι όχι από τα στόματα

Σύντροφοι γνωστό αυτό -
ήταν, είναι, και μένει αληθινό.
Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Unidad Popular

Αυτό το φιλμ μάθημα ας μας γίνει.
Είδα τη δουλειά των στρατιωτών
το μακέλεμα
Είδα σκηνές που όλοι γνωρίζουν
- το λαό να τρέχει στο λιθόστρωτο
για να σωθεί

Και τα τουφέκια να σαρώνουνε τους δρόμους
και προλετάριους να ξαπλώνονται νεκροί
είδα τις σφαίρες να ξεσκίζουν τα παιδιά
και τις γυναίκες να ρίχνονται πάνω στους νεκρούς

Αχ,
η δύναμη βγαίνει απ' τις γροθιές
κι όχι από πρόσωπα καλοσυνάτα -
από στόμια βγαίνει η δύναμη
κι όχι από τα στόματα

Σύντροφοι γνωστό αυτό -
ήταν, είναι, και μένει αληθινό.
Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Unidad Popular

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Νοσταλγία με τη φωνή του Carlo Buti












Η φωνή του Carlo Buti  πλημμυρίζει το δωμάτιο με άρωμα νοσταλγικό. Έχω μιαν αδυναμία στα παλιά ιταλικά τραγούδια που έχουν αυτό το χαρακτηριστικό οπερετικό ύφος σε συνδυασμό με στοιχεία λαϊκής μουσικής. 
Ο Carlo Buti  έχει μια ιδιαίτερα απαλή , μελωδική και ζεστή   φωνή . Τον αποκάλεσαν " χρυσή φωνή της Ιταλίας" και τον θεώρησαν το αντίστοιχο του Frank Sinatra και  του Bing Crosby.
Ίσως ο πιο σημαντικός Ιταλός τραγουδιστής του 20ου αι.

Αγάπη σημαίνει επικοινωνία




Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

(El hombre que aprendio a ladrar)

ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ὅ­τι ἦ­ταν χρό­νια σκλη­ρῆς καὶ πραγ­μα­τι­κῆς μα­θη­τεί­ας, μὲ πα­ρο­δι­κὰ πα­ρα­στρα­τή­μα­τα κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει. Στὸ τέ­λος, θρι­άμ­βευ­σε, ὡ­στό­σο, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἔ­μα­θε νὰ γα­βγί­ζει. Ὄ­χι νὰ μι­μεῖ­ται γα­βγί­σμα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν νὰ κά­νουν με­ρι­κοὶ πλα­κα­τζῆ­δες, ἢ ποὺ θω­ροῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους τέ­τοι­ους, ἀλ­λὰ νὰ γα­βγί­ζει κα­νο­νι­κά. Τί τὸν εἶ­χε ὠ­θή­σει σ’ αὐ­τὴν τὴν ἐκ­παί­δευ­ση; Μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του αὐ­το­σαρ­κά­ζο­ταν μὲ χι­οῦ­μορ: «Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γα­βγί­ζω γιὰ νὰ μὴν κλά­ψω.» Ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς λό­γος, ὅ­μως, ἦ­ταν ἡ φραγ­κι­σκα­νι­κὴ σχε­δὸν ἀ­γά­πη του πρὸς τ’ ἀ­δέρ­φια του, τοὺς σκύ­λους. Ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.
       Πῶς ἀ­γα­πᾶ, λοι­πόν, κα­νείς, ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν ἄλ­λον;
      Γιὰ τὸν Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἡ μέ­ρα ποὺ τὸ γά­βγι­σμά του ἔ­γι­νε ἐ­πι­τέ­λους κα­τα­νο­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν Λέ­ο, τὸν σύν­τρο­φο σκύ­λο του, καὶ (κά­τι ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­πί­στευ­το) ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε τὸ γά­βγι­σμα τοῦ Λέ­ο, ση­μα­το­δό­τη­σε μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο καὶ ὁ Λέ­ο ξά­πλω­ναν φαρ­διὰ-πλα­τιά, συ­νή­θως κα­τὰ τὸ δει­λι­νό, κά­τω στὸν κυ­κλο­φο­ρια­κὸ κόμ­βο καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν πά­νω σε γε­νι­κὰ θέ­μα­τα. Πα­ρὰ τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τοὺς συν­τρό­φους σκύ­λους, ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ πο­τὲ ὅ­τι ὁ Λέ­ο εἶ­χε μιὰ τό­σο σο­φὴ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.
      Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρε τε­λι­κά το θάρ­ρος νὰ τὸν ρω­τή­σει μὲ κάμ­πο­σα ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὰ γα­βγί­σμα­τα: «Πές μου, εἰ­λι­κρι­νά, Λέ­ο, τί γνώ­μη ἔ­χεις γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ γα­βγί­ζω;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ­τοῦ Λέ­ο ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ στα­ρά­τη: «Θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­σαι ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ βελ­τι­ω­θεῖς. Τὸ γά­βγι­σμά σου ἔ­χει ἀ­κό­μα ἀν­θρώ­πι­νη προ­φο­ρά.»

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια...



Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγώ στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια

το πέλαγο πικρό και η γή μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι

κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του Πόντου ναυαγό
που χάθηκε, μα η μνήμη του έχει μείνει 

κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη
κι απ' τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη

 πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς,
για να μπορώ σε τούτο το τεφτέρι 

καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς,
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.
Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
και Ανάσταση θα αργήσει να φανεί
θέλω να πας στην Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο, τον αητό και τον αστρίτη.
κι άμα θα δεις κρυφά στο μέτωπό σου,

 να λάμπει μια απαλή μαρμαριγή
τ'αλλοτινό πεφτάστερο, 

σηκώσου,
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή 

που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

Ποίηση: Νίκος Γκάτσος
Μουσική : Ηλίας Ανδριόπουλος
Ερμηνεία; Μανώλης Μητσιάς
Απαγγελία: Γιάννης Φέρτης

Μια καρδιά καλημέρες να γιομίσει το σύμπαν!



Περίσσευμα

Δε θα δώσουμε τίποτα στη θάλασσα σήμερα;
Ούτε στον ήλιο δε θα δώσουμε τίποτα;
Στα λουλούδια που πάντοτε θα πλέκουν μ' αυτά
στεφάνια του Άδωνι; Στον ποταμό γαλαξία 
να το σύρει προς τ' άλλο τ' ουρανού ημισφαίριο
δε θα δώσουμε τίποτα;
                               Φιλιά και σπινθήρες!
Ένα κύμα σπινθήρες ν' ανάψουμε όλα
τ' αστέρια που σβύσανε!
                                Μια
καρδιά καλημέρες να γιομίσει το σύμπαν!

Νικηφόρος Βρεττάκος, Το βάθος του κόσμου, Τα Ποιήματα, τ.2, Τρία Φύλλα, 1984, β΄έκδοση

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Violeta Para, Gracias a la Vida

Η Violeta Para καταγόταν από μια μικρή πόλη της Νότιας Χιλής. Ήταν μια πολύ δυναμική και δημιουργική προσωπικότητα, δραστήριο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής και γενικά του προοδευτικού κινήματος.
Ήταν  συνθέτης, στιχουργός, λαογράφος, εθνομουσικολόγος και εικαστικός καλλιτέχνης. Έθεσε τις βάσεις για το La Nueva Cancion Chilena.
 Το nueva cancion (νέο τραγούδι) ήταν ένα μουσικό κίνημα με επιρροές από τη λαϊκή μουσική των χωρών της Λατινικής Αμερικής , της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Τα τραγούδια αυτού του μουσικού είδους εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στη Χιλή στη δεκαετία του 1960 και αργότερα στην Πορτογαλία και την Ισπανία.
 Η Violeta Para θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις αυτού του μουσικού είδους στη Χιλή. Πολιτικά κυρίως  τα τραγούδια συνδέθηκαν με πολιτικές και κοινωνικές κινητοποιήσεις σ΄αυτές τις χώρες.
 Τα αριστερά  κινήματα της Λατινικής Αμερικής αλλά και  τα κινήματα διαμαρτυρίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες εκφράστηκαν μέσα από τους στίχους αυτών των τραγουδιών. Γι' αυτό το λόγο τα δικτατορικά καθεστώτα του Φράνκο, του Πινοσέτ , του Βιντέλα αλλά και άλλων δικτατόρων , λογόκριναν αυτή τη μουσική και τα τραγούδια και" κυνήγησαν" τους καλλιτέχνες . Άλλοι από αυτούς βασανίστηκαν , άλλοι εξορίστηκαν και άλλοι "εξαφανίστηκαν".

Το πιο γνωστό  τραγούδι της  Violeta Para  είναι το Gracias a la Vida. To τραγούδι αυτό έγινε γνωστό στη Λατινική Αμερική από τη Mercedes Sosa. Το 1974 η Joan Baez το έκανε ακόμη πιο γνωστό τραγουδώντας το στις συναυλίες της στις ΗΠΑ. Από τότε το έχουν τραγουδήσει δεκάδες ερμηνευτές σε όλο τον κόσμο.



[...]Στις αρχές του 1952, παρακινούμενη από τον ποιητή αδερφό της Νικανόρ Πάρα, αρχίζει να διασχίζει περιοχές της επαρχίας ηχογραφώντας και συλλέγοντας ντοκουμέντα της παραδοσιακής μουσικής της Χιλής. Από την έρευνα αυτή αναδύεται ένας απέραντος πλούτος, ο οποίος ακόμα και σήμερα «καθοδηγεί» τους ερευνητές. Συγχρόνως, αρχίζει την αγωνιστική της δράση ενάντια στις αδικίες που διαπράττονται στη Λατινική Αμερική: Συνθέτει τραγούδια (ανάμεσά τους και το πασίγνωστο «Gracias a la Vida»), ζωγραφίζει, φτιάχνει γλυπτά και κεραμικά, εξορίζεται. Το 1966 ηχογραφεί τα τελευταία της τραγούδια κι έναν χρόνο μετά αυτοκτονεί, απογοητευμένη από τον χωρισμό της από τον Gilbert Favre΄[...]
Το απόσπασμα από εδώ







Η ανάρτηση αφιερώνεται στον παλιό μου φίλο και συμφοιτητή τον Δημήτρη σε ανάμνηση όμορφων στιγμών αλλοτινών εποχών 

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2012

Το Χινόπωρο φόραγε μια πατατούκα από σταγόνες και καπνό...


 Το Χινόπωρο φόραγε μια πατατούκα από σταγόνες και καπνό
  κι αν ρώταγες το βράδι κάποιον "πού είσουνα;" σου αποκρινόταν:
  " κει πέρα, πέρα" κ' έσερνε ξοπίσω του ένα σύγνεφο σαν προβατίνα.
Οι κυδωνιές, αργότερα, σφίγγανε πάλι τις γροθιές τους
οι ντομάτες κοκκίνιζαν σα φιλημένα μάγουλα
ένα κλωνάρι δυόσμος φύτρωνε μες στη ραγισματιά του τοίχου
κ' η ντουφεκιά του γέρο-Δήμου βούιζε στο πλατανόρεμα.

Τότε τα γένια του παππού βγάζανε κομπαράκια κόκκινα
σαν τα πουρνάρια του όχτου όταν βροντάει στα καταρράχια ο ήλιος.

Περνάει, περνάει, γυρνά ο καιρός - ροδάνι, 
κόκκινη κλωστή δεμένη
και μεις , Κυρά μου, από ντουφέκι σε φλογέρα, κύκλο-κύκλο,
σκαλίζουμε τσαμπιά σταφύλια στου αμπελιού τα ξερά κούτσουρα
σκαλίζουμετο μπόι σου στα κυπαρίσσια
και το σύγνεφο γίνεται σεντούκι με φλουριά
και τα κυπαρισσόμηλα κεράσια
και συ, Κυρά, με το νωπό στάχυ του αποσπερίτη μες στο 
χέρι σου
βλογάς την ερημιά του κάμπου και τις πετρωμένες βρύσες.

Γιάννης Ρίτσος , Η Κυρά των Αμπελιών, Κέδρος, Αθήνα 1977, 12η έκδοση