Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Β) – Πρώτο μέρος: Η πτώση του Ίκαρου

Γράφει η ofisofi // atexnos

Στην οθόνη της τηλεόρασης δύο πρόσωπα, ο Γκορμπατσώφ και ο Γέλτσιν, αναγγέλλουν την νέα ονομασία του κράτους, Ένωση κυρίαρχων κρατών. Η Σοβιετική Ένωση δεν υπάρχει πια.
Η μνήμη πίσω στο 1949. «Καραβοτσακισμένοι» μετά την ήττα στο μακρινό ταξίδι της προσφυγιάς στις εσχατιές της Σοβιετικής Ένωσης. Η μορφή και η προσωπικότητα του Στάλιν κυρίαρχη και παντοδύναμη. «Το όνομά του, η δόξα και η δύναμη» δεν  μπορούσε να μετρηθεί ούτε να συγκριθεί με τίποτε άλλο. Ο Στάλιν ένωσε κάτω από το όνομά του εκατομμύρια ανθρώπους και σε στιγμές ιστορικές δημιούργησε μεγάλους πόθους στην ψυχή τους.

 «Αναμφισβήτητα υπήρξαν διαστάσεις κοσμοϊστορικές σ’ αυτό το αίσθημα κι έτσι μεταξύ των άλλων πρέπει να εξηγηθεί και η μεγάλη του αγνότητα και αφέλεια».

Άραγε ο Στάλιν είχε ανησυχήσει για το μέλλον;

Ο Στάλιν τα γνώριζε όλα και τι ακριβώς συμβαίνει με τα καθεστώτα και τις ανατροπές τους . Φαινόταν παντοδύναμος, αλλά η προσωπική του ανασφάλεια επηρέαζε τις αποφάσεις του. Μέσα του είχε την αίσθηση κινδύνων που μπορούσαν να τον οδηγήσουν στην καταστροφή και αυτό υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στη συμπεριφορά του, τόσο μεγάλος που ούτε το νικηφόρο αποτέλεσμα του πολέμου μπόρεσε να καθησυχάσει.

Ένας πίνακας του Μπρέιγκελ, Η πτώση του Ίκαρου, οδηγεί σε σκέψεις και διαπιστώσεις για ό,τι μένει από  στιγμές στην  ιστορία «που μόνες τους μας βάζουν σε σκέψη με τον ιδιαίτερο πυρετό τους, την ιδιαίτερη δική τους έξαψη που μας την μεταδίνουν κι εμάς και αρκετά πράγματα  τότε μπορούμε να δούμε κι εμείς με τα μάτια μας καθώς το δράμα παίζεται από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή, από την ελπίδα στη διάψευση. Η εποχή που ζήσαμε εμείς τέτοια ήταν, τα είχε μέσα όλα και τώρα όλες οι λέξεις της είναι βαμμένες στο πικρό σύνολο».


​Pieter Bruegel, Η πτώση του Ίκαρου (1558) Royal Museums of Fine Art of Belgium
          ​Pieter Bruegel, Η πτώση του Ίκαρου (1558) Royal Museums of Fine Art of Belgium 
Οι παιδικές  αναμνήσεις του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου «φωτίζονται» από τις  φωτιές που έκαιγαν τα σπίτια και τα μαγαζιά στην γενέτειρά του την Αμαλιάδα, οι αυτοκτονίες εμπόρων  της πόλης  συνδέονται με την οικονομική κρίση των χρόνων πριν τον δεύτερο μεγάλο  πόλεμο και αυτή με τη σειρά της οδηγεί στην αναζήτηση του ενόχου, στο άρρωστο καπιταλιστικό σύστημα.  Τότε είναι που νέοι αυτοί είδαν το σοσιαλισμό σαν τη θεραπεία κάθε οικονομικής, πολιτικής και  κοινωνικής παθογένειας, στρατεύτηκαν σ’ αυτό το όραμα και πορεύτηκαν σ΄ένα δρόμο που το περπάτημά του κράτησε μια ολόκληρη ζωή και τώρα βλέπει τη διαδρομή σε αντίστροφη πορεία από τον σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Είναι η εποχή που η Σοβιετική Ένωση μοιάζει σαν τα  κλειστά σπίτια της Αμαλιάδας.

«Υπάρχει στο βάθος μια μεγάλη ομοιότητα, γιατί τι άλλο ήταν ο σοσιαλισμός ο δικός μας από μια παράταση της παιδικής μας ηλικίας, και τόσο κράτησε χωρίς να μπορέσει τελικά να εκθρέψει γερές βιώσιμες μορφές και οργανισμούς, ικανούς ν’ αντέξουν στην αμείλικτη δοκιμασία της ωριμότητας, στις ζώνες της ζωής από κει και πέρα… Παράξενα πράγματα, αν το σκεφτείς φυσιολογικά: γερνά κανείς δίχως να ενηλικιωθεί, επειδή φορτώθηκε πολλά η παιδικότητά του. Επειδή τη ζούλιξαν και στράβωσε, όπως στο κλήμα πάνω στραβώνει και ακινητοποιείται το καινούργιο μάτι. Κρατήσαμε για τον εαυτό μας αυτό το προνόμιο. Και συνεχίσαμε να παίζουμε κάποτε τα πιο σκληρά παιχνίδια. Τόσο σκληρά, που έξω από τη χώρα της παιδικότητας, όπου όλα μπορούν και γίνονται κι όλα πιστεύονται, έξω από εκείνη την περιοχή μένουν αδιανόητα κι απίστευτα, γιατί είναι ανθρωπίνως αδύνατα. …Και να δώσει ο θεός να μην αρχίσουν τώρα εκεί πάνω να παίζουν και τις πυρκαγιές…» 

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού μεγάλος αριθμός μαχητών από αυτούς που πέρασαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες, ανάμεσά τους και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, οδηγήθηκαν στη Σοβιετική Ένωση. Η προσωπολατρία  είχε διαποτίσει τους πάντες και τα πάντα και το πρόσωπο που λατρευόταν ήταν ο Στάλιν. Όσοι διαφωνούσαν, αμφισβητούσαν, αντιτέθηκαν στην προσωπολατρία, στον Στάλιν, θεωρούνταν αντίθετοι με τον σοσιαλισμό, τις ιδέες, τα ιδανικά του, αλλά και την ίδια την πατρίδα τους. Αυτοί οι άνθρωποι «Φοβούνταν βέβαια, αλλά δεν ήταν μόνο ο φόβος. Έξω από αυτούς, εχθρικά απέναντί τους είχε σχηματισθεί ένα γενικό αίσθημα που ένωνε όλους τους άλλους κι ήταν παντοδύναμο».

Για να καταλάβει κανείς τι συνέβαινε εκείνη την εποχή θα πρέπει να το δει σε συνδυασμό με το πνεύμα της νίκης που επικρατούσε μετά τον πόλεμο και την προβολή όλων των θετικών πλευρών της. Επιπλέον εκείνη την εποχή, το 1949, η Σοβιετική Ένωση ξεπερνούσε πολύ σημαντικά οικονομικά προβλήματα  και μια νέα εποχή φαινόταν να ανατέλλει  μέσα από τα ερείπια του πολέμου. Ο Στάλιν ήταν εκείνος που διαχειρίστηκε όλη αυτή την πραγματικότητα.

ALEXB2Η άφιξη των μαχητών του Δημοκρατικού Στρατού στη Σοβιετική Ένωση, στο Ουζμπεκιστάν συγκεκριμένα, συνέπεσε με τις γιορτές για την επανάσταση και τα εβδομήντα χρόνια του Στάλιν. Οι μαχητές, πρόσφυγες τώρα πια,  παρακολουθούσαν κατανυκτικά ό,τι συνέβαινε γύρω τους, μπροστά τους. Τα συναισθήματα ήταν πρωτόγνωρα «όλοι οι ζώντες ήρωες της μυθολογίας μας». Εντυπωσιασμένοι και χωρίς να απορούν, αντιμετώπιζαν τις διάφορες εκδηλώσεις με κατανόηση και συμπάθεια «ήταν ένα άλλο κλίμα πολιτισμού, ψυχολογίας και σκέψης». Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος σκεπτόμενος  αργότερα εκείνες τις καταστάσεις υποστηρίζει ότι ήταν αδύνατο να καταλάβει κάποιος όλα εκείνα που είχαν αρχίσει να σχηματοποιούνται και που ενσωμάτωναν και αυτούς τους ίδιους τους πολιτικούς πρόσφυγες . «Κι εμείναμε για χρόνια περιχαρακωμένοι. Αποστασιοποιηθήκαμε από τ’ άλλα, τα πραγματικά δικά τους προβλήματα, εκείνα ακριβώς που μπορούσαν να θέτουν ερωτήματα, να προκαλούν δικές σου απορίες. 
 Εμείς καλά καλά, για ένα μεγάλο διάστημα, δεν ξέραμε τι ακριβώς γίνεται έξω από τα όρια της κλειστής ζωής μας. Οι πολιτικοί πρόσφυγες κουβαλούν εκεί που πάνε τα δικά τους. Μόνο τα δικά τους` κι όλα τα δικά τους – omnia mea…»
 
Η περιχαράκωση συνοδευόταν και από το αίσθημα της ήττας και αυτό τροφοδοτούσε άλλα προβλήματα ενώ συγχρόνως δεν τους άφηνε να δουν τι πραγματικά συνέβαινε γύρω τους. «Και σκέφτομαι τώρα ότι το έτος εκείνο, το 1949, ήταν ένα από τα πιο σκληρά ορόσημα ενός αληθινά συνταρακτικού χρονικού. Ήταν η εποχή που θα έμενε στη μνήμη των ανθρώπων με τα έκτακτα μέτρα κατά του κοσμοπολιτισμού κι εμείς δεν αντιληφθήκαμε απευθείας τίποτα, θα τα μαθαίναμε μετά – θα τα έλεγε όλα μαζί ο Χρουσώφ.»

Με τον Χρουσώφ πολλά γεγονότα πήραν διαφορετική όψη, δόθηκαν άλλες ερμηνείες, γνωστά γεγονότα φωτίστηκαν με άλλο φωτισμό. Η προσωπικότητα και η πολιτική του Στάλιν αντιμετωπίστηκαν από άλλη οπτική γωνία. Ο καθένας έλεγε διάφορα είτε για να απολογηθεί είτε για να δικαιωθεί. Όμως τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο Στάλιν έζησε και έδρασε σε μια «εποχή με  τελείως άγνωστους, ανεξερεύνητους κι απερπάτητους τους δρόμους της». Χρειαζόταν ένας άνθρωπος τολμηρός, γενναίος, με πρακτικό μυαλό,  με δυναμισμό, θετικό πνεύμα και σταθερότητα για να μπορέσει να περπατήσει αυτούς τους δρόμους. Με αυτά τα χαρακτηριστικά και τη γνωστή του φυσιογνωμία μπήκε στις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων. Επομένως οι άνθρωποι δημιούργησαν την εικόνα του Στάλιν και λιγότερο εκείνος τη δική του. Και το πιο σπουδαίο ήταν 

«η προσωπική συμμετοχή σ’ όλη εκείνη την προσπάθεια, για την οποία είχες κάνει κι ο ίδιος πολλά. Είχες συνδέσει μ’ αυτήν τα πάντα, όλα τα όνειρα και τις ελπίδες. Και βέβαια, απέναντι σ’ αυτή την υπόθεση ήταν ακέραιο το αίσθημά σου, χωρίς κενά, ραγίσματα, χωρίς δεύτερες και τρίτες σκέψεις. Εκεί, σ’ αυτό το αίσθημα, ανακάλυπτες κι εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου, δενόταν μ’ αυτό όλο σου το νόημα. Και δεν μπορούσε παρά να είσαι απολύτως βέβαιος για τη γνησιότητα των αισθημάτων σου, για την ίδια την προσωπική σου εντιμότητα – αυτά προβάλλονταν στο είδωλο του Στάλιν. Για έναν άνθρωπο, που μπορούσε λιγάκι να σκέφτεται μόνος του, ο Στάλιν ήταν μια σύμβαση, απαραίτητη σ’ εκείνον τον αγώνα, που θα ήταν αδιανόητος, τελείως αδύνατος, χωρίς μια τέτοια πεποίθηση και συσπείρωση. Πιστέψαμε λοιπόν στον εαυτό μας, στην ίδια τη δική μας τιμιότητα και ειλικρίνεια κι ο Στάλιν έγινε ο κοινός αποδέκτης του συλλογικού μας αισθήματος».
 
Ήταν λοιπόν πολύ δύσκολο να δουν διαφορετικά όλα όσα  διέψευδαν αυτό με το οποίο είχαν ταυτιστεί, ακριβώς επειδή είχαν ταυτιστεί.

Ο ίδιος ο Στάλιν όμως γνώριζε τι συνέβαινε και γνώριζε πώς αυτό το γνώριζαν και οι άλλοι. Ήταν ένας άνθρωπος που τον ενδιέφερε το αποτέλεσμα. Δεν έμενε στη λεπτομέρεια, δεν είχε μεράκι, δεν ήταν καλός διανοητής . Ήταν όμως πολιτικός εκλαϊκευτής «που ήξερε, είχε ασκηθεί το χέρι του, να παίρνει μια σκέψη, να τη στρίβει και να τη μυτώνει, περνώντας από πάνω και την απαραίτητη μαντέκα να δέσει και να στιλβώσει.» Κάπως έτσι λοιπόν μεταχειρίστηκε τη μαρξιστική φιλοσοφία, μια φιλοσοφία που ταυτίζεται με τη σκέψη και τη μετέτρεψε σε «έτοιμα χαπάκια, με όλα τα συμπεράσματα προς ανάγνωση και εκτέλεση» και μετά τη μοίρασε σε εκατομμύρια ανθρώπους έτοιμους για όλα. Η τακτική του ήταν δημιουργική και καταστροφική συγχρόνως.
Ανάλογα χρησιμοποίησε και τις λέξεις με τις οποίες εφάρμοζε την πολιτική του . Μέσα από το περιεχόμενό τους συνάρπαζε και διαμόρφωνε ανθρώπους. Τους ανθρώπους τους θεωρούσε πολύ σημαντικούς αλλά όταν θα τους έφτιαχνε όπως ήθελε αυτός «εδώ ήταν όλη η δική του σύλληψη, η απαρέγκλιτη εμμονή του…»

Κρίνοντας όμως κανείς σήμερα την προσωπικότητα, την πολιτική και τις πράξεις του Στάλιν αλλά και τη συμπεριφορά των ανθρώπων καθώς και την ποιότητά τους θα πρέπει να τους εντάξει στο περιβάλλον της εποχής τους. Οι άνθρωποι πίστευαν τότε ότι όλα ξαναρχίζουν.

«Και ήταν μια εποχή με κυρίαρχη τη συνείδηση ότι ο κόσμος αρχίζει από την αρχή, όλη η ιστορία. Πως ό,τι έγινε ως τώρα ήταν μόνο η προϊστορία κι όσα ειπώθηκαν μια πλάνη που κράτησε τον άνθρωπο αιχμάλωτο και ήρθε τώρα η απελευθέρωση.»

Καλλιεργήθηκε μια άρνηση στο παλιό που επεκτάθηκε και στην πνευματική δημιουργία και σκέψη «με δυο λόγια η αντίληψη που κυριάρχησε έλεγε πως η δημιουργική σύνθεση με όσα άξιζαν να ζήσουν από τα παλιά, είχε ήδη γίνει μες στον μαρξισμό και με το σχήμα αυτό, μέσα από μια τέτοια αλαζονεία, ο μαρξισμός έπαυε να είναι ζωντανή δύναμη έρευνας, αναζήτησης και διαλόγου.» Αυτή η αντίληψη οδήγησε με τη σειρά της στην υιοθέτηση κάθε νέου και στην απόρριψη κάθε τι που ερχόταν από το παρελθόν. Επικράτησε η απλούστευση και η εντυπωσιακή επιφάνεια των πραγμάτων και οι λέξεις χρησιμοποιούνταν με την κυριολεκτική τους σημασία. Κάπως έτσι συνέβη με τον μαρξισμό και τον Στάλιν και τη σχέση της απλότητας που αναπτύχθηκε ανάμεσά τους και υπήρξαν πάρα πολλοί – είτε απλοί άνθρωποι είτε διανοούμενοι – που ενστερνίστηκαν αυτή την απλότητα. Όμως στην πορεία το πραγματικό, αυτό που φαινόταν, γινόταν εικονικό και τα πράγματα από μέσα άλλαζαν, αλλοιώνονταν και σχηματίζονταν πλάνες, δύσκολα αντιληπτές.

Ο Στάλιν διαμόρφωσε ο ίδιος και παρέδωσε τον τύπο του ηγέτη που περπατούσε με το ένα πόδι αν έτσι μπορεί να αποδοθεί η μονομέρεια και μονολιθικότητά του.

«Εκεί μέσα, σ’ αυτόν τον τύπο, είχε τοποθετηθεί η βόμβα, που στο τέλος τα τίναξε όλα στον αέρα, πράγμα για το οποίο, όπως είπα από την αρχή, ο Στάλιν πρέπει να είχε μια δική του βαθιά, κρυφή απ’ όλους τους άλλους, επίγνωση. Ναι, ο Στάλιν σήμερα, αν μπορούσε – δεμένος σε κανένα κατάρτι – να δει από κάπου τι απέγινε, μπορεί να μην ξαφνιαζόταν. Μπορεί να ένιωθε, μεταξύ των άλλων, και την προσωπική ικανοποίηση μιας επιβεβαίωσης.
Όλοι περπάτησαν με τον ίδιο τρόπο. Αλίμονο. Τώρα η σοβιετική ιστορία από πλευράς ηγεσίας μετά τον Στάλιν δίνει μια πολύ τυπική εικόνα πώς η τραγωδία εξελίσσεται σε φάρσα. Ό,τι και να’ παν αυτοί οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν αναθεμάτιζαν, τρομερά συγχισμένοι, τον Στάλιν, ό,τι και να θέλησαν να πουν, η περπατησιά ήταν ίδια κι απαράλλαχτη – επήγαιναν στα τυφλά και με το ένα πόδι. Κι από το ‘85 με λύπη ψυχής παρακολουθούσα και τον Γκορμπατσώφ να τρεκλίζει, όπως ο άνθρωπος που καταλαβαίνει, αισθάνεται την ανάγκη να πατήσει και με το άλλο πόδι, αλλά δεν ξέρει πώς γίνεται αυτό, πού είναι το άλλο πόδι και αν είναι, αν πράγματι το έχει ένα δεύτερο πόδι.
Σ’ αυτόν τον άνθρωπο μαζεύτηκαν όλα. Μ’ εκείνον έσκασε η βόμβα, αφημένη εκεί από τα χρόνια τότε που τους ανθρώπους τους μάθαιναν να βλέπουν εκείνο μόνο που τους έδειχναν. Δεν μπορεί όλη εκείνη η ιστορία να κλειστεί σ’ έναν ορισμό, όμως, ως προς τη βιολογική της μοίρα, ήταν τελικά ένα παράξενο παιδί – γέρασε και πέθανε χωρίς να ενηλικιωθεί».

Ο Αλεξανδρόπουλος επικαλείται τα λόγια του Λένιν για τη σκληρότητα του Στάλιν και υποστηρίζει ότι αυτή τη σκληρότητα την φρόντισε  περισσότερο απ’ όλα γιατί ήταν το μεγάλο του όπλο στην ψυχική χειραγώγηση των ανθρώπων.

« Σκληρή ψυχή. Και πιο σκληρή από κείνον η Εποχή. Για να ξεπεράσει κανείς τον Στάλιν, να τον βγάλει από μέσα του, έπρεπε να κάνει μια δική του προσπάθεια με την Εποχή. Αλλιώς δεν γινόταν τίποτα. Και ήταν κάτι που δεν αφορούσε μόνο εκείνον, δεν αφορούσε μόνο εμάς. Έπρεπε ν’ άλλαζε η Εποχή. Ν’ άλλαζαν κι οι άλλοι. Πολλά έπρεπε ν’ άλλαζαν. Περπατάμε πάνω σε κύκλους και όσο απομακρυνόμαστε, τόσο πλησιάζουμε – κάπου μας περιμένει η αρχή του άλλου κύκλου. Έπρεπε μόνοι μας να μιλήσουμε με την Εποχή.»

ALEXB3Η Σοβιετική Ένωση και η πραγματοποίηση του ονείρου. Τι έγινε και αναποδογύρισαν όλα σε μια στιγμή; Αν ψάξει κάποιος την παγκόσμια ιστορία ίσως να μην βρει άλλον λαό σαν το ρωσικό, τόσο πολύ έτοιμο ψυχικά «να δεχτεί τον κομμουνισμό, στην πλέον ριζική και ορθόδοξη έννοια.» Εκείνα τα χρόνια μέσα στη δίνη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου μέσα στην καταστροφή ο ρωσικός λαός πίστεψε ότι είχε έρθει η ώρα να ξεριζώσουν το κακό και να φυτέψουν κάτι νέο και επαναστατικό που όμοιό του δεν είχε ξανασυμβεί στην ανθρωπότητα. Όλα ήταν έτοιμα για την πραγματοποίηση του Ονείρου, όμως η Ρωσία ήταν απροετοίμαστη σε βασικούς άξονες της οργάνωσης της ζωής όπως η οικονομία, η παιδεία, ο πολιτισμός και κυρίως ως προς την κατανόηση της έννοιας της πολιτικής και ατομικής ελευθερίας που θα της επέτρεπαν να κάνει πράξη αυτό το Όνειρο. Παρ’ όλα αυτά όμως ο ρωσικός λαός κατόρθωσε και ανέβηκε πολύ ψηλά και σε αυτό συνετέλεσε η λογοτεχνική του παράδοση και η επανάσταση «μια μέγιστη επανάσταση.»  Αυτό δεν ήταν μικρή υπόθεση, είναι αυτό που μένει από την προσπάθεια αυτού του λαού. Ό,τι και να λέγεται τώρα ή θα λεχθεί στο μέλλον ή ειπώθηκε στο παρελθόν δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι:

«Εβδομήντα χρόνια στη Σοβιετική Ένωση γινόταν μια γιγαντομαχία. Μόνο το ότι κράτησε εβδομήντα χρόνια δείχνει τι θηρία πάλευαν…Εβδομήντα χρόνια! Την πάσα μέρα, την πάσαν ώρα! Η πιο σκληρή γιγαντομαχία. Ιδέα και Πραγματικότητα, το Όνειρο με την Παλιοζωή… Κάποιος στο τέλος θα νίκαγε. Κάθετα, ολοκληρωτικά, αφού συγκρούστηκαν όπως συγκρούστηκαν».

Στη Σοβιετική Ένωση όλα έδειχναν ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι ερχόταν η μοιραία κατάληξη. Η διάβρωση είχε αρχίσει από μέσα και ωρίμαζε σιγά σιγά συμπαρασέρνοντας τα πάντα. Ψυχορραγούσε και όσοι διαδέχθηκαν τον Στάλιν τα ήξεραν όλα από πρώτο χέρι. Και ο Χρουσώφ και ο Μπρέζνιεφ και οι άλλοι. Ο Χρουσώφ γνώριζε τα πάντα αλλά  τ’ άφησε να εξελιχθούν. Έπεσε οικειοθελώς, αλλά και να παρέμενε δεν θα άλλαζε τίποτε. Ο Μπρέζνιεφ πάλιν ξεκίνησε δυναμικά αλλά «τελείωσε όπως τελείωσε, ένας μπόγος ρούχα. Όταν το πράγμα φτάνει εκεί, έχει καμιά σημασία τι ονόματα είναι στο μπόγο;»

alexb4Στη Σοβιετική Ένωση είχε δημιουργηθεί  ένα αδιέξοδο γέννημα  όλων εκείνων των καταστάσεων και των σχέσεων που στηρίζονταν στο ψέμα και στην προσπάθεια που γινόταν για να διατηρηθεί αυτό το ψέμα. Πίστεψαν ότι η διέξοδος βρισκόταν στο πρόσωπο του Γκορμπατσώφ, αλλά η ζωή απέδειξε με τραγικό τρόπο ότι και αυτός ξεπήδησε μέσα από τα σπλάχνα του άρρωστου από καιρό συστήματος, άρρωστος και αυτός. 

«Έτσι αποκρυσταλλώθηκε στο τέλος η παράδοση που άφησε ο Στάλιν με τους λειψούς ανθρώπους που τόσο στανικά έφτιαξε. Εκεί ήταν οι ρίζες και μέσα απ’ όλα αυτά περνούσε ο θάνατος.»

(συνεχίζεται)
 


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Β. Οι άλλοι πόλεμοι. Ο αδελφός μου ο Βάσια με λουλούδια, εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

Κυριακή 12 Απριλίου 2015

Χριστός Ανέστη

Είχαμε πάρει το μονοπάτι για το σπίτι
θάλασσα ολούθε μπαμπακιά ο Απρίλης
κι όσο χωνόμασταν μες στα πλατάνια
τόσο σωπαίναν δε φυσούσε
μόνο που με κοιτάζαν από μέσα μου
νωπά τα μάτια της απ' τα κεριά
και σφύριζα θυμάμαι το Χριστός Ανέστη

Ο ουρανός που λίγο πριν αστροφορούσε
σ' άσπρο σεντόνι γύριζε και σε βρεγμένο.

Δυο βήματα απ' τη βρύση ο αδελφός της,
έσταζε το βρακί και το παγούρι του
- Χριστός Ανέστη, πώς περνάς, τι να περνούσε
κόντευε χρόνο πεθαμένος.
Γύρισε να μας δει κι έφεξε ο τόπος
σαν κάποιος να μας φωτογράφιζε τη νύχτα.

Μιχάλης Γκανάς, Μαύρα Λιθάρια(1980) στο Ποιήματα 1978- 2012,
 εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2013

Σήμερα είναι Πασχαλιά




Πέμπτη 9 Απριλίου 2015

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ


Ύμνοι αγγέλων σε ρυθμούς ανθρώπων



Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας και  χορωδία Fons musicalis. Συμμετέχει η Αιμιλία Κουγιουμτζή

Διαβάζει ο Δημήτρης Καταλειφός


" Υπάρχει μια ιστορία πίσω από τους “Ύμνους αγγέλων…”. Πριν από 15 χρόνια ο Σταύρος Κουγιουμτζής είχε μελοποιήσει ένα κομμάτι από τον Ψαλμό “Κύριε εκέκραξα”. Το είχε ξεχάσει σε ένα συρτάρι. Το 1992 ο Δήμος Θεσσαλονίκης τον προσκάλεσε για μια συναυλία στα Δημήτρια. Κάλεσε τον Γιώργο Νταλάρα να τραγουδήσει και έτσι θυμήθηκε εκείνο το ξεχασμένο κομμάτι. Εντυπωσίασε. Όταν ο Νταλάρας έκανε την παράσταση “… και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως” στο Μέγαρο Μουσικής, το συμπεριέλαβε στο πρόγραμμά του. Έκανε ξανά εντύπωση. Ο “Γιώργος με προέτρεψε να συνεχίσω και με άλλες μελοποιήσεις. Από τη στιγμή που ξεκίνησα, μέσα σε 15 ημέρες τα είχα τελειώσει όλα. Μετά, όμως, μου πήραν πολύ χρόνο να τα φορμάρω. Ήταν εξοντωτική προσπάθεια...
Η συνέχεια εδώ 

Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Τάσος Λειβαδίτης, Ο αδελφός Ιησούς

Επιμέλεια: ofisofi// atexnos
jesus1
Rembrandt, Το κεφάλι του Χριστού (μέσα 17ου αι)
                                         

…Πιστεύω στα διστακτικά αδέξια βήματα των ταπεινών και στο Χριστό που διασχίζει την Ιστορία…


​Ed. Burne Jones, Ο Ευαγγελισμός (1879)
Ed. Burne Jones, Ο Ευαγγελισμός (1879)
 Ευαγγελισμός                                                                                                                                          
 Ήταν βέβαια πάντα λίγο παράξενος, έμενε στο διπλανό δωμάτιο, όμως εκείνη τη νύχτα βγήκε στο δρόμο κρατώντας μια λάμπα, «τι γυρεύεις;» του λέω, «τη Θεοτόκο» μού λέει – στην ακατάληπτη γλώσσα εκείνων  που δίνουν νόημα σε μια εποχή.
Paul Gauguin, Η γέννηση του Χριστού (1896)
Paul Gauguin, Η γέννηση του Χριστού (1896)

Η γέννηση
 
Έν’ άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα. Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου’ δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό. «Είδες, μου λέει – γεννήθηκε η ευσπλαχνία.» Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ, γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα’ χαμε να πούμε τίποτα ωραιότερο απ’ αυτό.

​Sandro Botticceli, Θρήνος για το νεκρό Χριστό (1495)
​Sandro Botticceli, Θρήνος για το νεκρό Χριστό (1495)

Η ταφή
 
Πέθανε ύστερα από λίγες μέρες. Τον θάψαμε στην άκρη ενός παλιού κοιμητηρίου, δυο άνθρωποι όλοι κι όλοι κι ένα περαστικό αδέσποτο σκυλί που είχε σταθεί και μας κοιτούσε. Έβρεχε.
Έτσι, κάθε που βλέπω τώρα ένα σκυλί, ξέρω κατά πού πέφτει η Παράδεισος.

Νικόλαος Κουνελάκης, Η Ανάληψη (1868)
Νικόλαος Κουνελάκης, Η Ανάληψη (1868)

Η ανάληψη
 
Πέρασαν μήνες. Το δωμάτιο δίπλα έμενε άδειο. Ώσπου ήρθε ένας νέος ενοικιαστής. Δεν είχα δει ποτέ το πρόσωπό του, άκουγα μόνο, μέρα νύχτα, αδιάκοπα τα βήματά του στην κάμαρα. «Αυτός θα πηγαίνει πολύ μακριά», σκεφτόμουν. Τέλος, ένα βράδυ τα βήματα σταμάτησαν. «Επιτέλους, έφτασε», είπα μέσα μου με ανακούφιση.
Το άλλο πρωί έμαθα ότι έφυγε – γιατί, βέβαια, Θεέ μου, κάπου θα υπάρχει ένας κόσμος καλύτερος…

(Τάσος Λειβαδίτης, Ποιήματα, τόμος 3, Κέδρος, Αθήνα 2003, 6η έκδοση)

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις…»

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Τάσσος Ο Βαρύς Πόνος
Άνοιξη, Πάσχα και Απρίλης. Εποχή με συμβολικές διαστάσεις, πηγή έμπνευσης για τους ποιητές. Η φύση στην καλύτερη της ώρα.

«Έστησ”  ο  Έρωτας  χορό  με  τον  ξανθόν  Απρίλη,
Κι  η  φύσις  ηύρε  την  καλή  και  τη  γλυκιά  της  ώρα…»
[1]


«Μάγεμα  η  φύσις  κι  όνειρο  στην  ομορφιά  και  χάρη,
Η  μαύρη  πέτρα  ολόχρυση  και  το  ξερό  χορτάρι·
Με  χίλιες  βρύσες  χύνεται,  με  χίλιες  γλώσσες  κραίνει·
Όποιος  πεθαίνει  σήμερα  χίλιες  φορές  πεθαίνει.»
[2]


Η Φύση – Πειρασμός υμνεί την ομορφιά και τη νίκη της ζωής πάνω στο θάνατο καθώς  αναγεννιέται και βλασταίνει μέσα από τη νεκρή γη. Τη Σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση. Αυτό είναι το ελπιδοφόρο μήνυμα του κύκλου της Φύσης και όσο πιο όμορφη η φύση τόσο πιο σκληρή η απώλεια της ζωής.

 

«»Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει
τώρα π΄ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζ΄ η γη χορτάρι».
[3]


Ο θάνατος είναι ακόμα πιο τραγικός όταν δεν είναι φυσικός αλλά αποτέλεσμα ποινής που επιβλήθηκε σε ανθρώπους που αγάπησαν πολύ τη ζωή και το μόνο τους παράπτωμα ήταν ότι ήθελαν να αγωνιστούν για να είναι αυτή η ζωή όμορφη όχι μόνο για τον εαυτό τους αλλά και για τους συνανθρώπους τους.

« Δε θέλαμε να πεθάνουμε. Κανένας δεν ήθελε να πεθάνει.
Δεν είτανε εύκολο – μην πεις – δεν είταν εύκολο.»
[4]


« Ερχόταν η Άνοιξη –
καθόταν στο σκουριασμένο ντεπόζιτο της αυλής μας
και κουνούσε τα πόδια της»
[5]


« Κι είταν πολλές οι φυλακές. Κι είταν γεμάτες οι φυλακές» [6]


Απρίλιος 1949. Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ.

«Τη λέγαν Νίκα Μαρτοπούλου. Από τη Σπάρτη. Φοιτήτρια της Ανωτάτης Εμπορικής.  Είχε καταδικαστεί, από το Στρατοδικείο της Αθήνας, σε θάνατο. Όπως γινόταν τότε, την Τρίτη μέρα μετά την απόφαση έπρεπε να εκτελεστεί. Οι δικοί της όμως, για να τη σώσουν, έκαναν αίτηση χάριτος στη Φρειδερίκη και η Νίκα περίμενε τη χάρη ή το θάνατο.

Θυμάμαι, έχουν περάσει από τότε σαρανταπέντε χρόνια, ακόμα τη βλέπω ολοζώντανη να τριγυρίζει ανάμεσα στις γυναίκες σαν κυνηγημένη. Κι όλο αδυνάτιζε και τα μάτια της μεγάλωναν και σκοτείνιαζαν. Δεν μας μιλούσε. Περπατούσε ανάμεσά μας, περήφανη, στητή, με την καπαρντίνα της δεμένη σφικτά στη λεπτή της μέση. Στα μαλλιά της είχε δεμένο ένα κόκκινο κορδελάκι.
Οι μέρες περνούσαν. Τα πρωινά είχε την ελπίδα ότι θ’ άκουγε από τους κράχτες το όνομά της για χάρη και το σούρουπο αγωνιούσε μήπως την πάνε στην απομόνωση και το πρωί στο Γουδί.
Την έβλεπα να ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες βιαστική. Κι όταν κουραζόταν γαντζώνοταν σε ένα μεγάλο καγκελόφρακτο παράθυρο και κοιτούσε για πολλή ώρα τη μακρινή για μας πολιτεία ακούγοντας τους ήχους της…
Άλλοτε, ξεχνιόταν με τα ωραία της μάτια στραμμένα στο γαλάζιο τ’ ουρανού. Πόσος πόνος στα μάτια της…
Άνοιξη, Απρίλης. Να’ σαι εικοσιέξι χρονώ, γερή, όμορφη και να περιμένεις να σε σκοτώσουν μόνο γιατί πίστεψες σε έναν κόσμο καλύτερο...[7]


«Σκέψου η ζωή να τραβάει το δρόμο της, και συ να λείπεις,
νάρχονται οι Άνοιξες με πολλά διάπλατα παράθυρα, και συ να λείπεις,
νάρχονται τα κορίτσια στα παγκάκια του κήπου με χρωματιστά φορέματα,
και συ να λείπεις,
οι νέοι να κολυμπάνε το μεσημέρι, και συ να λείπεις,
ένα ανθισμένο δέντρο να σκύβει στο νερό,
πολλές σημαίες ν’ ανεμίζουν στα μπαλκόνια,
ν’ ανεβαίνει μια παρέλαση την οδό Σταδίου,
χιλιάδες κόσμος κρατώντας στα χέρια του κόκκινες σημαίες,
κρατώντας επί τέλους τα όνειρά του μέσα στα χέρια του,
να λένε δυνατά τη λέξη σύντροφος, και συ να λείπεις,
ύστερα ένα κλειδί να στρίβει – η κάμαρα νάναι σκοτεινή,
δυο στόματα να φιλιούνται στον ίσκιο, και συ να λείπεις,
σκέψου δυο χέρια να σφίγγονται, και σένανε να σου λείπουν τα χέρια,
δυο κορμιά να παίρνονται, και συ να κοιμάσαι κάτου απ’ το χώμα,
και τα κουμπιά του σακκακιού σου ν’ αντέχουν πιότερο από σένα
κάτου απ’ το χώμα
κι η σφαίρα η σφηνωμένη στην καρδιά σου να μη λιώνει,
όταν η καρδιά σου, που τόσο αγάπησε τον κόσμο, θάχει λιώσει
.[8]



… «Να λείπεις-
δεν είναι τίποτα να λείπεις·
αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει,
θάσαι για πάντα μέσα σ’ όλα εκείνα
που γι’ αυτά έχεις λείψει,
θά’ σαι για πάντα
μέσα σ’ όλο τον κόσμο».
[9]


Παραπομπές:
1,2 : Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι
3  : Δημοτικό τραγούδι
4, 5, 6, 8, 9 : Γιάννης Ρίτσος , Οι γειτονιές του κόσμου . Τα Επικαιρικά. Κέδρος 1981 9η έκδοση
7  : Δήμητρα Μάρα – Μιχαλακέα, Γυναικείες Φυλακές Αβέρωφ, Αθήνα 12- 13 Απριλίου 1949. Ελεγεία. Εκδόσεις Άγρα, 1995