Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

Ο ξένος


ένα διήγημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

Δεν ήταν μέρα που να μην κατεβαίναν οι ξένοι στρατιώτες στο σπίτι μας. Το είχαμε σίγουρο πως θα έρχονταν, μα κανείς μας δε μπορούσε να μαντέψει από πού θα φανούν κάθε φορά και πότε. Παρουσιάζονταν ξαφνικά, πότε από τη μεριά του ποταμού, πότε ψηλά από το δάσος, που έφτανε ως πενήντα μέτρα κοντά στο σπίτι· κι άλλοτε πάλι δεν καταλαβαίναμε διόλου από πού έρχονταν, την τελευταία στιγμή ακούγαμε ξαφνικά την παράξενη λαλιά τους κι όσο να κυττάξουμε γύρω μας εκείνοι ήταν κιόλας μπροστά μας. Ένα πρωΐ η μητέρα τούς είδε που ξεσκαρφάλωναν από τα πεύκα. Είχαν έρθει, φαίνεται, από τη νύχτα κι όσο να ξημερώσει παραμόνευαν ψηλά από τα δέντρα. Αυτά όλα τα έκαναν γιατί εκείνο τον καιρό κάπου στα μέρη μας είχαν φανεί αντάρτες.
Ταχτικοί ήταν τρεις: Ο Χανς, ο Χέρμαν και ο Λούι - ο Λούης που τον λέγαμε εμείς. Κάποτε ερχόταν κ' ένας άλλος μαζί του στραβοπόδης και κακομούτσουνος - τόσο άσχημος ήταν ώστε εμείς, όταν ερχόταν, κάπως ντρεπόμαστε να τον κυττάξουμε δεύτερη φορά. Μα το ευτύχημα αυτός ερχόταν αραιά και πού. Οι ταχτικοί ήταν άλλοι τρεις.
Κατά τα φαινόμενα ο Χανς ήταν ο ανώτερος, δεκανέας ή λοχίας κάτι τέτοιο. Απάνω στις επωμίδες του είχε ένα ή δύο σειρήτια. Το πρόσωπό του στην αριστερή μεριά ήταν φευγάτο. Κάτι μεγάλο σιδερικό τού το είχε φάει. Έλειπε και το μισό αυτί. Κατά τα άλλα ήταν ομορφάντρας ο Χανς - ψηλό παλληκάρι με όρθιο κορμί και φωτεινά μάτια. Ύστερα ο Χέρμαν - σπουδαία φιγούρα αυτός, δε μας άρεσε. Ένα βαρελάκι εκεί δα και το στόμα του δεν άνοιγε, παρά εκτός όταν ήταν να μασήξει κάτι. Η νόνα μας όταν τον είδε, είπε: " ο Κουτούκιας!". Είχαμε ένα σκυλί με το όνομα αυτό και μάς έσκασε το καλοκαίρι από την πολυφαγία. Και τρίτος ο Λούης.
Μα τι ήταν και τους τραβούσε στο σπίτι μας; Τα συνηθισμένα. Εκεί στην ποταμιά βρίσκονταν όλο κι όλο πέντε σπιτάκια. Και οι πιο βασταζούμενοι ήμαστε εμείς. Τι να βρίσκαν στ' άλλα σπίτια; Εμείς είχαμε κ' ένα βαρελάκι με τυρί, είχαμε κότες, κάτι κουνελάκια, η μητέρα έκανε ωραία τουρσιά με πιπεριές και μελιτζάνες, ο πατέρας ήταν μερακλής στον καπνό, τέλος και το κρασάκι δεν έλειπε. Ύστερα ο πατέρας είχε και μια παλιότερη γνωριμία με τους στρατιώτες της Φρουράς. Όταν πρωτοήρθαν για να πιάσουν το φυλάκιο της Ανάληψης, το ύψωμα που δεσπόζει στην ποταμιά, ο πατέρας βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στο δρόμο τους. Ήταν νύχτα δίχως φεγγάρι κι ακούσαμε πέρα  στο δρόμο φωνές. Περαστικοί, είπαμε, και φοβηθήκαμε για το μποστάνι μας, που βρισκόταν κοντά στο πέρασμα. Ντύνεται βιαστικά ο πατέρας, παίρνει και το σκυλί και πάει τρέχοντας. Και πέφτει απάνω τους.
- Χάλτ! - του φωνάζουν. Βερ ιζ ντα;
Φοβήθηκε ο γέρος.
- Παρτιζάν; φωνάζουν κάμποσοι μαζί.
Η μιλιά του είχε κοπεί, αλλά σκέφτεται: Άμα δεν πω κάτι τώρα, μου την άναψαν αυτοί, δε χασομεράν! Έτσι φωτίστηκε το μυαλό του.
- Ντου γιου σπηκ ίγγλις; - ρωτάει όσο μπορούσε δυνατά.
Είχε κάμει μετανάστης λίγο καιρό στο Ντένβερ Κολοράδο.
- Χου σπηκ ίγγλις; λέει λοιπόν θαρρετά.
Ένας τον ρωτάειτότε:
-Χουέρ ιζ δη ρόουντ φορ δη αναλιψη;
Ο γέρος μαζεύει μάνι - μάνι τα αγγλικά του:
- ιτ δη ράιτ οφ δη ρίβερ εντ φρομ δερ ου...
Κάτι από τον πολύ φόβο, κάτι που δεν την ήξερε καλά την ξένη γλώσσα, εδώ εκείνη τον παράτησε. Πήρε πάλι την φράση από την αρχή - τίποτα.
-Κομ αλλόγκ! - του λένε άγρια. Σόου δη γουαίη!
Κι από τότε πού να τους ξαναμιλήσει αγγλικά. Του μιλούσαν εκείνοι, ο γέρος έκανε την κορόιδα. Μόνο λησμονιόταν καμμιά φορά και του έφευγε καμμιά κουβέντα. Και τον κυττούσεν η μητέρα μας τότε - κεραυνούς πετούσαν τα μάτια της.
Λοιπόν ο Λούης. Περίεργος άνθρωπος! Ερχόταν πάντοτε μπροστά απόλους, όλο γέλια. Και δος του χαιρετούρες. Πρώτα με τη νόνα. " Χμ! - έλεγε εκείνη. Όρεξη που' χα να δω τα μούτρα σου! Όλο μαλαγανιές και καλοπιάσματα. Δος τε τους, Παναγία μου, να περιδρομιάσουνε και να ξεκουμπιστούνε". Δεν ήταν βέβαια ανάγκη να ξέρουν εκείνοι τη γλώσσα μας για να καταλάβουν τι τους έψελνε η γριά. Η όψη της όλα τάλεγε. Ο Χανς και ο Χέρμαν το πήραν αμέσως μυρουδιά, στριμώχνονταν σε μία γωνιά και όλο λοξοκυττούσαν τη νόνα και κάτι λέγαν "ψου - ψου " μεταξύ τους. Μα ο Λούης - το χαβά του αυτός. Χαιρετούρα και γέλιο. Ύστερα από τη νόνα έπιανε το χέρι της μητέρας, του πατέρα, κατόπιν ερχόταν σε μας τα δυό - σε μένα και την αδερφή μου Ελένη.
Ο Λούης ήταν ψηλός άντρας, χοντροφτιαγμένος, ίσαμε εικοσιοχτώ χρονών. Στρογγυλό το κεφάλι του και μεγάλο σα μια κολοκύθα. Ό,τι όμως χτυπούσε πιο πολύ  ήταν τα μάτια του, γαλανά και στρογγυλά μάτια, γιομάτα, καθώς μάς φαίνονταν εμάς των παιδιών, καλοσύνη και αγαθότητα. Άλλη γνώμη είχαν γι' αυτόν οι μεγαλύτεροι, προπαντός η νόνα και ο πατέρας. Από την πρώτη κιόλας μέρα ο άνθρωπος αυτός έγινε ένα αίνιγμα για μας. Φαινόταν πως κάτι ήθελε να πει, να μας δώσει να καταλάβουμε. Κρυφά όμως από τους άλλους - κάτι τέτοιο υποψιαστήκαμε. Έκανε βιαστικά νοήματα με το χέρι, με τα μάτια, όλο εκείνο το χοντρό κορμί γινόταν ένα ανεξήγητο νόημα. Άλλες φορές πάλι, ξεκρεμούσε αμέσως το αυτόματο και το πετούσε πάνω στο ξυλοκρέββατο που στεκόταν στην αυλή. Το έκανε αυτό κάπως επιδειχτικά και συστηματικά έτσι που εμείς ξέραμε πια ότι και την άλλη φορά το ίδιο θάκανε. Και κατόπιν που μπαίναν στο σπίτι να φάνε, το άφηνε το όπλο εκεί απόξω. Κάποτε - κάποτε  πεταγόταν  ξαφνικά από το τραπέζι ο Χανς, άρπαζε το αυτόματο και του το έρριχνε θυμωμένος στην αγκαλιά του. Κι όλο κάτι τού έλεγε γρήγορα - γρήγορα, που φαινόταν ότι τον μάλλωνε στη γλώσσα τους.
- Πονηρά τα καμώματά του! είπε μια μέρα ο πατέρας. Αυτός ο άνθρωπος, ο θεός να μας φυλάει, δε μ' αρέσει. Κάτι κακό έχει  στο νου του. Κυττάχτε μην κάμετε καμμιά τρέλλα με το όπλο. Έχει σχέδιο αυτός.
Εμείς τα δυό σκεφτόμαστε όμως πως τον αδικεί το Λούη ο πατέρας.
- Τι κακό; - του λέγαμε. Αυτός είναι καλός. Καθόλου δε μοιάζει με τους άλλους.
- Μωρέ ακούτε τι σας λέω εγώ! - θύμωνε ο γέρος. Γράμματα τώρα θα με μάθετε; Και πού έχετε ιδέα εσείς από γερμανούς!
Μια μέρα ο Λούης αφήνει τους άλλους δύο απόξω στην αυλή και τρυπώνει στο σπίτι. Εκείνη τη στιγμή είχε μπει κι ο πατέρας μέσα για να πιάσει από το βαρέλι κρασί. Γονατίζει λοιπόν ο Λούης αντίκρυ του και χτυπάει μία - δύο με τη γροθιά του τα στήθια.
- Γκουτ! - λέει του πατέρα. Ιχ γκουτ!
- Γκουτ! - κάνει κι ο πατέρας και το ρίχνει στο αστείο.
Αρπάζει κι ο Λούης και χώνει την απαλάμη του πατέρα στη δική του. Και όλο κάτι λέει. Φοβήθηκε ο γέρος μας, αλλά ανοίγει η πόρτα εκείνη τη στιγμή και μπαίνει μέσα ο Χανς. Τότε αφήνει ο Λούης το χέρι του πατέρα και κάνει πως τον βοηθάει δήθεν να πιάσει από το βαρέλι κρασί.
- Το μπαγάσα! - μας λέει κατόπιν ο πατέρας. Κάτι θέλει να μας σκαρώσει λοιπόν αυτός. Κατάλαβες δηλαδή; Ήθελε να μου δείξει πως έχει ρόζους στο χέρι, είδες, φίλε μου, πονηριά;
Η αλήθεια είναι πως είχαμε λόγο να φοβόμαστε. Ήταν ένα μυστικό που, καθώς πιστεύαμε, δεν έπρεπε ακόμη να βγει έξω από τους τοίχους του σπιτιού μας: ο αδερφός μου ο πιο μεγάλος είχε πάρει τα βουνά! Ήταν τώρα ένας - δύο μήνες που κατέβηκε με κάτι άλλους φοιτητές από την Αθήνα και σηκώσαν αντάρτικο στην περιοχή μας. Δε θέλεις λοιπόν να ξέρουν τίποτα στο φυλάκιο και να μας μαγειρεύουν καμμιά δουλειά με κείνον το Λούη; Όλα τα σκεφτόταν ο πατέρας.
Όπου ένα δειλινό ξετρυπώνει ο Λούης μονάχος. Στο σπίτι ήταν η νόνα και η αδελφούλα μου η Ελένη. Πετάει λοιπόν αυτός τ' όπλο του στο κρεββάτι κι αρχίζει τα νοήματα της γριάς. " Φέρ' του να περιδρομιάσει, λέει η νόνα, και να μας αδειάσει τη γωνιά". Η Ελένη τού φέρνει πιπεριές και τυρί. Αυτός δεν απλώνει, παρά συνεχίζει τα νοήματα. Το πρόσωπό του είναι ταραγμένο, χλωμό, τα μάτια κόκκινα. " Μεθυσμένος ο αχρόνιαγος, - σκέφτεται η νόνα, - φέρ' του ένα ποτήρι να πάει στα τσακίδια!" Του φέρνει η Ελένη το κρασί και αυτός δεν το παίρνει! Και σκύβει ξαφνικά, αρπάζει την Ελένη από το χέρι και κάτι της λέει! Τότε έβαλε τις φωνές κ' η νόνα μας: " Το κορίτσι γυρεύει ο άτιμος!" χύνεται στη μέση και την ξεκολάει την Ελένη από πάνω του. " Φύγε! - φωνάζει. Να φύγεις!" Η Ελένη τρέχει κι αμπαρώνεται στο σπίτι. Και η γριά όλο φωνάζει και τον σπρώχνει κιόλας τον ξένο στρατιώτη. Αυτός στέκει σα χαμένος αντίκρυ της. Και κυττάει τη νόνα με βλέμμα θολό και παράξενο. " Μωρέ βλαμένος θάναι τούτος!" - σκέφτεται ξαφνικά η γριά και κάνει αμέσως το σταυρό της. Κι ο Λούης σκύφτει, αρπάζει το αυτόματο και χύνεται στην ποταμιά.

Γυρίσαμε κ' εμείς υστερώτερα από τη δουλειά και βρήκαμε τη νόνα θαλασσοδαρμένη. " Το κορίτσι! - μας λέει. Αυτό γύρευε. Και σκάφτε τώρα ναν την κρύψουμε στη γη.
- Φαινόταν ο μπαγάσας! - αρχίζει να βλαστημάει ο πατέρας. Γερμανός και καλός γίνεται, μωρέ;
Αυτό ήταν βέβαια για μας, για μένα και για την Ελένη. Και τι μπορούσαμε λοιπόν να πούμε τώρα εμείς! Όλους μας κυρίεψε ένας φόβος για την αδερφή μου. Λέγαμε να την πάρει πρωΐ - πρωΐ η μητέρα και να την πάει στου αδερφού της, στο χωριό Λόπεσι που ήταν εκεί κοντά μας, όσο να βλέπαμε τι θα γινόταν παραπέρα. Πριν να το σκεφτούμε όμως καλά - καλά, τους ακούσαμε κιόλας απόξω στην αυλή. Ποτέ ως τώρα δεν είχαν έρθει νύχτα!
Κάνει ν' ασηκωθεί ο πατέρας, μα να αυτοί, ανοίγουν μια την πόρτα και χυμάν μέσα...Ο Χανς πρώτος! Κ' έρχεται από πίσω κι ο " Κουτούκιας" κι άλλοι ακόμα, πρώτη φορά τους βλέπαμε. Εδώ κι ο στραβοπόδης. Δε μας λεν τίποτα, σκορπάν μέσα στο σπίτι και ψάχνουν. Αναποδογυρνάν τα κρεββάτια, ανοίγουν το μπαούλο, ρίχνουν χάμω και το γιούκο της μητέρας.
Ένας αρπάζει τον πατέρα από το μπράτσο.
- Χουε΄ρ ιζ Λούι; - τον ρωτάει.
Το καταλάβαμε και κάτι κόπηκε μέσα μας. Γυρίζουμε η Ελένη κ' εγώ τα μάτια μας στον πατέρα και τον παρακαλάμε. Κι αυτός όμως δεν τάχασε.
- Δεν ξέρω! - λέει. Τώρα γυρίσαμε κ' εμείς από τη δουλειά...
- Δεν τον είδατε;
- Δεν τον είδαμε!
Αυτοί κάτι είπαν και μπουκάραν έξω.
Κ' εμείς απομείναμε σιωπηλοί. Μόνο η νόνα γύρισε κατά τα εικονίσματα κ' έκανε ψυθιριστά μια προσευχή.
Απόξω είχαν κάνει τη νύχτα μέρα οι γερμανοί με τις φωτοβολίδες τους και τα φανάρια. Κι ως το πρωΐ δεν κλείσαμε μάτι. Πότε από το δάσος και πότε χαμηλά από το ποτάμι, ακούγαμε φωνές, γαυγίσματα και κάτι συνθηματικά σφυρίγματα. Κι άλλοτε πέφταν πιστολιές. Τότε σηκωνόταν γονατιστή η νόνα πάνω στο κρεββάτι της:
- Φύλαγέ τον τόν άνθρωπο, Θέε μου! έλεγε.
Και γύριζε κατά τα εικονίσματα και σκεπασμένη καθώς ήταν με τα σεντόνια έκανε κι άλλες προσευχές και μετάνοιες. Μπροστά στους αγίους έκαιγε γλυκό φως του καντηλιού και η εκατόχρονη γριά μας με τα λυμένα κάτασπρα μαλλιά μας μάς φαινόταν εμάς των παιδιών σαν μια παλιά ιέρεια από τους μύθους.

- Τάμαθες, κυρούλα; - έλεγε την άλλη μέρα της νόνας μια πομπεμένη ρωμιά που τη σέρναν οι ξένοι στρατιώτες από φυλάκι σε φυλάκιο. Εκείνος ο Λούης, καλέ, που ερχόταν και σε σας. Ήτανε μπολσεβίκος ο αντίχριστος! Αποβραδύς εψές τόσκασε για τους αντάρτες.
- Κι απέ; - τη ρώτησε η νόνα
- Τον προλάβανε ευτυχώς, τα παιδιά. Στα καλάμια ήτανε κρυμένος. Εδεκεί ευρήκε εκείνο που γύρευε. Ο σκύλος!

Δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Τέχνης τον Ιούνιο του 1962, τ.90.
Το σχέδιο από το περιοδικό

Τρίτη 9 Μαΐου 2017

Οι μέρες κι οι νύχτες μου

Οι μέρες κι οι νύχτες μου 
κι όλος ο χρόνος που πέρασε.

Αφημένος εδώ
ένα τίποτε ή ένα σημάδι
κάτω απ' το γλόμπο του ήλιου.
Καίει το σκοτάδι αθόρυβα
καταναλώνει τα δέντρα και τη φυλή μου.

Όλα τούτα
προστίθενται κάπου ή αφαιρούνται;

Μιχάλης Γκανάς, Μαύρα λιθάρια ( 1980)

Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Η Κατιούσα που έρχεται


Κατιούσα ονομάζεται το νέο διαδικτυακό περιοδικό που θα κάνει την εμφάνισή του την Τρίτη 9 του Μάη. 

Η Κατιούσα είναι μια συνάντηση ανθρώπων διαφόρων ηλικιών, πνευμάτων ανήσυχων και ανυπότακτων συνειδήσεων που, είτε κάνουν τα πρώτα τους βήματα, είτε έχουν καταξιωθεί στο αντικείμενό τους, είναι γεμάτοι ενέργεια και δημιουργικότητα, δεν τους λείπει η φαντασία, το μεράκι και η αγάπη σ’ ό,τι ονειρεύονται, σχεδιάζουν, παλεύουν και δημιουργούν και, ίσως περισσότερο απ’ όλα τ’ άλλα, δεν τους λείπει η διάθεση να προσφέρουν, να μοιραστούν αυτό που διαθέτουν και όχι ό,τι τους περισσεύει.

Στην Κατιούσα συναντιόμαστε σύντροφοι, συναγωνιστές, συνοδοιπόροι και φίλοι, χωρίς μικρά και μεγάλα «εγώ», που δε βολευόμαστε με  τη σκουριά  και τη σαπίλα, που αντιστεκόμαστε στη διαχρονική πασοκίλα, απεχθανόμαστε τους  δήθεν αριστερούς και τους γουόνα μπι επαναστάτες θαλασσόλυκους της μπανιέρας, τους παρτάκηδες και τους ντίλ(ιγκ)ερ ιδεών και ελπίδων, που έχουμε γυρίσει την πλάτη στους ριψάσπιδες βολεψάκηδες και τους Ιούδες που εξαργυρώνουν στην κάλπη κάλπικα αργύρια κανονικότητας. 
Το teaser της Κατιούσα:

Απέναντι σ’ όσα και σ’ αυτούς που πήραν την κατιούσα, εμείς, με νου και καρδιά, με πάθος και ψυχή επιλέγουμε ΚΑΤΙΟΥΣΑ katiousa.gr βάλλοντας «κατά ριπάς» στους εκμεταλλευτές του ιδρώτα και της ζωής μας και στους «κυρ-Παντελήδες», κοιτάζοντας κατάματα αυτούς που βλέπουν και όχι όσους νομίζουν ότι βλέπουν και δίνοντας το χέρι σ’ όσους θελήσουν να σηκωθούν. Με την βεβαιότητα ότι έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, χωρίς να τρέφουμε ψευδαισθήσεις ότι μ’ ένα πληκτρολόγιο μπορούμε ν’ αλλάξουμε τον κόσμο, μα με την πεποίθηση ότι μπορούμε να εμπλουτίσουμε, να δυναμώσουμε και να ομορφύνουμε τον αγώνα μας. 

Η Κατιούσα ήταν η θρυλική οβίδα-ρουκέτα του σοβιετικού Κόκκινου Στρατού που κατατρόπωσε το φασιστικό τέρας στην απέραντη απέθαντη πατρίδα του Λένιν. Στο ρυθμό της  ρούσικης μελωδίας Κατιούσα τραγούδησε με περηφάνια ο λαός μας τον ύμνο της Αντίστασής του και της λευτεριάς του, τον ύμνο του ΕΑΜ. Η 9η του Μάη είναι η Μέρα της Αντιφασιστικής Νίκης των Λαών.  Εκείνη η Κατιούσα δεν έπεσε ποτέ στα χέρια του εχθρού. Αυτή την υπόσχεση δίνει η ΚΑΤΙΟΥΣΑ, η δική μας Κατιούσα, σήμερα.

Κυριακή 7 Μάη 2017.
Οικοδόμος

Το ιστολόγιο ofisofi αναμένει με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την ¨εκτόξευση" της. Εύχεται στο νέο περιοδικό να είναι καλοτάξιδο στο αχανές σύμπαν του διαδικτύου και στους δημιουργούς του καλή και ειλικρινή συνεργασία.

Κυριακή 23 Απριλίου 2017

Και διηγώντας τα

Γιάννης Ρίτσος, ακουαρέλα (1939)

Έτσι που ξέπεσαν οι ανθρώποι, οι ιδέες, οι λέξεις, μήτε πια που νοιαζόμαστε
για παλιές ή πρόσφατες δόξες, για βιογραφίες του Αριστείδη· κι αν κανένας
κάνει καμιά φορά να θυμηθεί τους Τριακοσίους ή τους Διακοσίους, μεμιάς οι άλλοι
τον σταματούν με περιφρόνηση, η σκεπτικισμό τουλάχιστον. Μα κάποιες ώρες σαν και τούτες,
που ξανοίγει ο καιρός, - μια Κυριακή, σε μια καρέκλα, κάτω απ' τους ευκάλυπτους,
μέσα σε τούτο το αδυσώπητο φως, - μια μυστική νοσταλγία μάς κυριεύει
για τις παλιές λαμπρότητες - κι ας τις λέμε φτηνές. Σαν ξεκινούσε η πομπή με τα χαράματα -
ο σαλπιγκτής μπροστά και πίσω τ' άρματα κατάφορτα κλώνους μυρτιάς και στεφάνια,
ύστερα ο μαύρος ταύρος, πάρα πίσω οι έφηβοι με υδρίες κρασί και γάλα
για τις σπονδές των νεκρών, κι ωραίες φιάλες με αρώματα και λάδι -
Μα πιότερο θαμβωτικό, στο τέλος τέλος της πομπής, ντυμένος ολοπόρφυρα,
ο άρχοντας των Πλαταιών, που ολοχρονίς δεν του επιτρεπόταν
ν' αγγίξει σίδερο και να φορέσει άλλο από άσπρα,τώρα στα ολοπόρφυρα
και με μακρύ σπαθί στη μέση, να διασχίζει μεγαλόπρεπα την πολιτεία
κρατώντας μιαν υδρία απ' τα δημόσια σκεύη, ως τους τάφους των ηρώων.
                                                                                          Κι όταν,
μετά το πλύσιμο των επιτάφιων στύλων και τις πλούσιες θυσίες, εσήκωνε
το κύπελλο με το κρασί και χύνοντάς το στους τάφους, απάγγελνε:
"Παρουσιάζω το κύπελλο τούτο στους γενναιότατους άντρες, που πέσανε
για την ελευθερία των Ελλήνων", - ρίγος μέγα διαπερνούσε τους γύρω
δαφνώνες
ρίγος που ακόμη ως τώρα διαπερνά τα φύλλα ετούτων των ευκάλυπτων
κι αυτά τα μπαλωμένα ρούχα, τα πολύχρωμα, τ' απλωμένα στο σκοινί
          της μπουγάδας.
                                                                                              Λέρος, 22.ΙΙΙ.68
Γιάννης Ρίτσος , Επαναλήψεις - Β΄, Ποιήματα τ.Ι, Κέδρος 1989

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Το ψαράκι της γυάλας

Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δυο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.
Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.
Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.
Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».
Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.
Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.
Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».
Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.
Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
Ήταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να 'ναι θα πέσουν».
Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.
«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;
«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».
Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του.
Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.
— Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
— Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.
— Θα 'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
— Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ' έξω.
— Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.
Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό, 
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.
Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν. Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

                                                                                             Μάριος Χάκκας



Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

" Ο έρωτας και το πάθος στ' αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας", το περιοδικό Φαντάζιο και ο Τάσος Λειβαδίτης.

Πορτραίτο του Τάσου Λειβαδίτη από τον Γιάννη Ρίτσο ( Άη - Στράτης, 6.2.1951) 
( Περιοδικό η λέξη, νοέμβρης - δεκέβρης '95, ειδικό τεύχος)

Το 1969 , μέσα σε συνθήκες σκληρής δικτατορίας, οι Εκδοτικές επιχειρήσεις Τερζόπουλου εξέδωσαν το περιοδικό Φαντάζιο , το οποίο κυκλοφορούσε κάθε εβδομάδα και απευθυνόταν κυρίως στους νέους. Στις επιχειρήσεις του Τερζόπουλου κατέφυγαν πολλοί αριστεροί δημοσιογράφοι και συγγραφείς σε αναζήτηση εργασίας μετά την επιστροφή τους από την εξορία ή την αποφυλάκισή τους. 
Ανάμεσα στους πολλούς και ο ποιητής Τάσος Λειβαδίτης. Το 1969 πήγε στα γραφεία του Φαντάζιο και ζήτησε εξωτερική συνεργασία χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς θα μπορούσε να προσφέρει σε ένα νεανικό περιοδικό. Διευθυντής σύνταξης του περιοδικού ήταν ο Γιάννης Μπακογιανόπουλος. 
Αυτός και ο Τάσος Λειβαδίτης κατέληξαν μετά από συζήτηση να παρουσιάσουν μια σειρά από πορτρέτα Ελλήνων λογοτεχνών, τα οποία άρχισαν να δημοσιεύονται σε σειρά από το Μάρτιο του 1969 " γραμμένα με ενάργεια, ζωντάνια και καλλιέπεια, που μπορούσαν να διαβαστούν από όλους, αλλά και να ικανοποιήσουν τους πιο απαιτητικούς". Ο Λειβαδίτης υπέγραφε με το ψευδώνυμο Α. Ρόκος επιθυμώντας την ανωνυμία του επειδή  ήταν επιφυλακτικός για την αξία των πορτρέτων.
Μετά το τέλος αυτής της δουλειάς, ο Γιάννης Μπακογιαννόπουλος πρότεινε στον ποιητή να αποδώσει συνοπτικά  για τους αναγνώστες του περιοδικού ένα σπουδαίο και διάσημο μυθιστόρημα σε κάθε τεύχος. Καθώς ο Τάσος Λειβαδίτης δεν γνώριζε καλά ξένες γλώσσες, διάβαζε την ελληνική μετάφραση του κάθε μυθιστορήματος και το συμπύκνωνε ανάλογα με το μέγεθος του πρωτότυπου. 
Έτσι ο Λειβαδίτης με πολλή δουλειά, ικανότητα και εντιμότητα απέδωσε τα κλασικά και μεγάλα μυθιστορήματα της αγγλικής, αμερικάνικης, γαλλικής, γερμανικής, ιταλικής και ρωσικής λογοτεχνίας. Η αρχή έγινε με την Άννα Καρένινα τον Ιούνιο του 1969 στη σελίδα του Φαντάζιο με τον τίτλο " Ο έρωτας και το πάθος στ' αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας".

" Δεν είναι απλά τα πράγματα, όταν σκεφτεί κανείς πως ένας μέγιστος ποιητής, την εποχή της Χούντας, με το όνομά του απαγορευμένο, αναλαμβάνει ένα τόσο τρομερό εγχείρημα, για ένα λαϊκό - τι άστοχη λέξη - περιοδικό. Να συνοψίζει αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ένα μάλιστα, κάθε εβδομάδα."

Η δουλειά του Τάσου Λειβαδίτη είναι εξαιρετική και η ανάγνωση αυτών των περιλήψεων μαρτυρά ότι ο ποιητής σεβάστηκε το πρωτότυπο κείμενο και τον δημιουργό του και στην ουσία συνδημιούργησε το κάθε μυθιστόρημα με αριστοτεχνικό τρόπο. Λέξεις, διάλογοι, περιγραφές, ήθος , ατμόσφαιρα και εποχή προκαλούν συγκίνηση και κατορθώνουν να κάνουν προσιτά σε μεγάλο κοινό πολυσέλιδα αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 

" Είναι αδύνατον να μη συλλογιστεί κανείς τον άλκιμο αυτό άντρα, είκοσι περίπου χρόνια πριν πεθάνει, να μην βασανίζεται στις εξόδους του, στις συναναστροφές του, στον ύπνο και στον ξύπνιο του, για τις λέξεις, τις ατμόσφαιρες, τις σχέσεις των ηρώων, του μυθιστορήματος που συνέβαινε να δουλεύει τη συγκεκριμένη στιγμή. Σε βαθμό που να λογαριάζεις σήμερα ως ευλογημένους τους ανθρώπους που τύχαινε να συναντηθούν μαζί του, ενώ, δηλαδή, ο Λειβαδίτης ήταν βυθισμένος στη δουλειά της διασκευής. Δουλειά που θα πρέπει να ήταν αδιάλειπτη, επί εικοσιτετραώρου βάσεως, καθώς οι τριάντα ( είκοσι επτά για την ακρίβεια) χειρόγραφες σελίδες του κάθε εβδομαδιαίας συνέχειας προϋπόθεταν μόχθο, ενιαίο, συμπαγή, αδιαίρετο. Αν του αναγνώστη του κόβεται συχνά η ανάσα με τα ιλιγγιώδη βάθη που αγρυπνούν μέσα στα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, για ένα δημιουργό, όπως ο Τάσος Λειβαδίτης που είχε συνείδηση των μυστικών και των κλειδιών του γραψίματος, η αναμέτρηση του με τα σχετικά κείμενα θα πρέπει να τον είχε στοιχειώσει καθηλωτικά, ολοκληρωτικά."

Ο Θανάσης Νιάρχος τα βρήκε και τα παρέδωσε με το όνομα του ποιητή. Ο Θανάσης Καστανιώτης  εξέδωσε το 2008 τον πρώτο τόμο με τίτλο " Μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς". 
Το κείμενο της ανάρτησης βασίστηκε στον πρόλογο του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου" Μικρό χρονικό" και στο Επίμετρο του Θανάση Νιάρχου "Σαράντα χρόνια μετά".


Μεγάλοι Ρώσοι συγγραφείς. Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Παστερνάκ, Λέρμοντοφ. Συνοπτική απόδοση των αριστουργημάτων τους από τον ΤΑΣΟ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008