Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα 13 Απριλίου 2020

Εδουάρδο Γκαλεάνο


Ο πρώτος μου θάνατος

-1-
Περνούσα τις νύχτες μου καθισμένος στο κρεβάτι, γεμίζοντας σταχτοδοχεία.
Η Σύλβια κοιμόταν δίπλα μου, αθώα. Το ξημέρωμα τη μισούσα. Την ξυπνούσα, την ταρακουνούσα από τους ώμους, ήθελα να της πω: να τι δεν μ' αφήνει να κλείσω μάτι, αυτά τα ερωτήματα. Ήθελα να της πω: νιώθω μόνος, κατατρεγμένος, σκυλί που γαβγίζει το φεγγάρι, αλλά δεν ξέρω τι διάβολο έβγαινε από το στόμα μου αντί για λέξεις. Νομίζω πως τραύλιζα ασυναρτησίες, όπως: αγνός, ιερός, ενοχές, δίψα για κάτι μαγικό. Έφτασα να πιστεύω πως είχα γεννηθεί σε λάθος αιώνα ή πλανήτη.
Πριν από μερικά χρόνια είχα χάσει την πίστη μου στο Θεό. Ο καθρέφτης μου είχε σπάσει. Ο Θεός είχε τα χαρακτηριστικά που εγώ του έδινα κι έλεγε τα λόγια που εγώ περίμενα. Όσο ήμουν παιδί, ήμουνα  προφυλαγμένος από την αμφιβολία και τον θάνατο. Τώρα είχα χάσει τον Θεό, και δεν με αναγνώριζα στους άλλους.
Η πολιτική στράτευση δεν με ανακούφιζε, αν και αρκετές φορές, πασαλειμμένος με την κόλλα από τις αφισοκολλήσεις, μπόρεσα να νιώσω μια χαρούμενη κόπωση ή το νόημα ενός αγώνα που άξιζε τον κόπο. Γύρω μου υπήρχε ένας κόσμος όπου ο κάθε πολίτης έπαιζε ένα πρόσωπο του έργου ( μερικοί διέθεταν μεγάλο ρεπερτόριο), ενώ από τα σκυλάκια του Παβλόφ έτρεχαν τα σάλια.
Δοκίμασα αρκετές φορές να γράψω. Διαισθανόμουν ότι αυτός θα μπορούσε  να είναι ένας τρόπος για να βγάλω το αγρίμι που είχε θεριέψει μέσα μου. Έγραφα μια λέξη, κάποια φράση, κι αμέσως την έσβησα. Ύστερα από μερικές εβδομάδες  ή μήνας, το καταταλαιπωρημένο χαρτί εξακολουθούσε να βρίσκεται άπραγο στη θέση του πάνω στο τραπέζι, χωρίς να λέει τίποτα.

-2-

Θέλησα να κλάψω. Κι έκλαψα. Μόλις είχα κλείσει τα δεκαεννιά, και προτίμησα να σκέφτομαι πως έκλαιγα από τον καπνό όλων εκείνων των δικών μου πραγμάτων που έκαιγα. Άναψα μια γερή φωτιά με χαρτιά, φωτογραφίες και σκίτσα, ώστε να μη μείνει τίποτα από μένα. Το σπίτι γέμισε καπνούς, κι εγώ κάθισα στο πάτωμα κι έκλαψα. Στη συνέχεια πήρα σβάρνα τα φαρμακεία κι αγόρασα λουμινάλ, αρκετά για να σκοτώσουν άλογο.
Είχα διαλέξει και το ξενοδοχείο. Καθώς κατηφόριζα την οδό Ρίο Μπράνκο, ένιωθα νεκρός εδώ και ώρες ή χρόνια, χωρίς καμιά περιέργεια ή επιθυμία, κι ένιωθα πως δεν μου έμενε τίποτε άλλο από το να τελειώνω. Φτάνοντας όμως στη διασταύρωση της οδού Σαν Χοσέ, ένα αυτοκίνητο έπεσε πάνω μου και το σώμα μου, που ήταν ζωντανό, έκανε ένα ασυνήθιστο άλμα μέχρι το πεζοδρόμιο.
Το τελευταίο που θυμάμαι από την πρώτη μου ζωή είναι μια χαραμάδα φωτός στην κλειστή πόρτα, καθώς βυθιζόμουν σ' ένα ήρεμο σκοτάδι δίχως τελειωμό.

-3-

Ξύπνησα στην αίθουσα κρατουμένων του νοσοκομείου Μασιέλ, ύστερα από κώμα πολλών ημερών. Νόμιζα πως βρισκόμουν σε αγορά της Καλκούτας: μισόγυμνοι, σκελετωμένοι άνδρες με τουρμπάνια, καθισμένοι ανακούρκουδα, πουλούσαν τη μικροπραμάτεια τους. Άλλοι έπαιζαν φλάουτο στα φίδια που χόρευαν.
Όταν βγήκα από την Καλκούτα, δεν υπήρχαν σκιές μέσα μου, ούτε δηλητήρια. Εξωτερικά ήμουνα χάλια· αιτία, τα οξέα από τις ακαθαρσίες που το κορμί μου ξερνούσε για λογαριασμό του, όσον καιρό κοιμόμουν τον θάνατό μου στο ξενοδοχείο. Το κορμί μου δεν μου το συγχώρεσε ποτέ. Έμειναν οι ουλές: το δέρμα μου ξεφλουδίζει σαν κρεμμύδι - κάτι που μ' εμποδίζει να ιππεύω δίχως σέλα, όπως μου άρεσε, γιατί ανοίγει και ματώνει - και τα σημάδια στα πόδια μου, από τις πληγές που είχαν φτάσει μέχρι το κόκαλο. Κάθε πρωί, όταν σηκώνομαι και βάζω τις κάλτσες μου, τα βλέπω.
Αυτό όμως ήταν το λιγότερο από την παραμονή μου στο νοσοκομείο. Τα μάτια μου είχαν καθαρίσει: έβλεπα τον κόσμο για πρώτη φορά, και ήθελα να τον καταβροχθίσω. Όλες οι επόμενες μέρες θα ήταν δώρο.
Πού και πού ξεχνιέμαι, και χαρίζω στη θλίψη τούτη την άθλια ζωή. Πού και πού αφήνω να με διώξει από τον Παράδεισο εκείνος ο τιμωρός Θεός, που δεν λέει να φύγει οριστικά από τις καρδιές μας.

-4-

Τότε μπόρεσα να γράψω, κι άρχισα να υπογράφω τα άρθρα και τα βιβλία με το επώνυμο της μητέρας μου, Γκαλεάνο.
Μέχρι πρότινος, πίστευα πως είχα αποφασίσει ν' αλλάξω το όνομά μου, εξειτίας της δυσκολίας να προφερθεί στα ισπανικά το πατρικό μου όνομα. Άλλωστε γι' αυτό υπέγραφα Gius ( του είχα δώσει την ισπανική ορθογραφία) αντί για Hughes, όπως τότε, πιτσιρικάς, που δημοσίευα στο περιοδικό El Sol.
Και μόλις πρόσφατα, ένα βράδυ, κατάλαβα ότι το να ονομάζομαι Εδουάρδο Γκαλεάνο, από τα τέλη του 1959, ήταν ένας τρόπος για να πω: είμαι άλλος, ξαναγεννήθηκα.

Eduardo Galeano, Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου, μετφρ. Ισμήνη Κανσή, Πάπυρος, Αθήνα 2018

Ένα βιβλίο συγκλονιστικό που αγγίζει το σπαραγμό, βαθιά πολιτικό, ύμνος στον αγωνιζόμενο άνθρωπο, δυνατή φωνή καταγγελίας εναντίον όλων εκείνων που φυλακίζουν, βασανίζουν, σκοτώνουν και εξαφανίζουν όποιον βλέπει, μιλάει, αντιδράει, αντιστέκεται στο φασισμό και την καταπάτηση κάθε κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας, ενάντια στα ορατά και αόρατα κελιά.

" Κάθε μήνα εγκαινιάζεται και μια φυλακή. Είναι αυτό που οι οικονομολόγοι αποκαλούν Πρόγραμμα Ανάπτυξης.
Υπάρχουν όμως και τα αόρατα κελιά. Σε ποια επίσημη στατιστική ή καταγγελία γίνεται αναφορά για τους φυλακισμένους του φόβου; Του φόβου μήπως χάσουν τη δουλειά τους, του φόβου  μήπως δεν μπορέσουν να βρουν δουλειά, του φόβου να μιλήσουν, ν' ακούσουν, να διαβάσουν. Στη χώρα της σιωπής, μπορείς να καταλήξεις σε στρατόπεδο συγκέντρωσης από τη λάμψη των ματιών σου και μόνο. Δεν είναι ανάγκη να διώξεις έναν υπάλληλο: αρκεί να του υπενθυμίσεις ότι μπορείς να τον αντικαταστήσεις χωρίς αναφορά κι ότι κανείς δεν πρόκειται ποτέ να του δώσει δουλειά. Όταν ο κάθε πολίτης μετατρέπεται σε αδιάλλακτο λογοκριτή του ίδιου του του εαυτού, η λογοκρισία έχει θριαμβεύσει.
Η δικτατορία μετατρέπει εγκαταλελειμμένα βαγόνια και παλιά πλοία σε φυλακές, στρατώνες και αστυνομικά τμήματα. Μήπως δεν έχει κάνει και του καθενός το σπίτι φυλακή;"

Επιπλέον οι "Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου είναι ίσως το μοναδικό αυτοβιογραφικό βιβλίο του εμβληματικού Ουρουγουανού συγγραφέα, ένα είδος " συνομιλίας με τη μνήμη του" όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος"

Στη μνήμη του ( 13 Απριλίου 2015)

Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Μια Ιταλική Άνοιξη

Ο τίτλος αναφέρεται στο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα  Εμμανουέλ Ρομπλές, ο οποίος στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο κατατάχτηκε στην Αεροπορία και από το 1943 υπηρέτησε ως πολεμικός ανταποκριτής. Με την ιδιότητα αυτή επισκέφτηκε όλα τα μέτωπα της Μεσογείου και πήρε μέρος σε βομβαρδιστικές επιδρομές στη Βόρεια Ιταλία και τα Βαλκάνια.
Η ιστορία εκτυλίσσεται στη Ρώμη,την άνοιξη του 1944, όταν αυτή βρισκόταν υπό Γερμανική Κατοχή και μέσω της απόκρυψης και προσπάθειας διάσωσης ενός νεαρού Γάλλου αεροπόρου, του Σαιντ - Ροζ, του οποίου το αεροπλάνο του είχε χαθεί στη θάλασσα, ο συγγραφέας δίνει την εικόνα της φασιστικής Ιταλίας αλλά και της Ιταλικής Αντίστασης εναντίον των φασιστών συμπατριωτών τους και των κατακτητών Γερμανών. 
Τον Σαιντ - Ροζ τον σώζουν χωρικοί και μέσα από ένα δίκτυο συνεργατών της Αντίστασης κατορθώνει να κρυφθεί σε ένα "παλάτσο" και να διαφύγει στη Γαλλία.
Η δράση είναι σχεδόν κινηματογραφική. Η ψυχογράφηση των προσώπων διεισδυτική. Ρεαλιστικές σκηνές και αγωνία καθηλωτική. Ο αγώνας εναντίον των φασιστών Ιταλών και των κατακτητών Γερμανών περνάει από πολλά κανάλια και ο συγγραφέας ζωντανά και πολύ παραστατικά προσπαθεί να αποδώσει το μισερό και βίαιο πρόσωπο τους. Παράλληλα κινεί τη συνωμοτική δράση των Ιταλών αντιφασιστών αναδεικνύοντας συγκλονιστικές στιγμές όπως  τις βομβιστικές επιθέσεις εναντίον των Γερμανών και τα φοβερά αντίποινα επικεντρώνοντας στη φρικτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα, όπου εκτελέστηκαν 300 όμηροι Ιταλοί.
Και σαν απάντηση στις θηριωδίες ο έρωτας δίνει το δικό του στίγμα στη ζωή των ηρώων του μυθιστορήματος.

" Ο Σαιντ Ροζ θυμήθηκε όλα αυτά τα πρόσωπα, όλα τα γεγονότα που γνώρισε από τότε που έπεσε από τον ουρανό, μια τσουχτερή μέρα του χειμώνα, στα παράλια της θάλασσας της Ιταλίας. Κάτι το λυπητερό και το ενθουσιαστικό μαζί τον είχε κυριέψει σάμπως, στη Ρώμη, την άνοιξη του χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα και στα εικοσιοχτώ του χρόνια είχε πλησιάσει το μυστήριο της ίδιας του της ύπαρξης. Και τη στιγμή που ήταν να αποχαιρετήσει το Λούκα και τον αδελφό του είχε την αίσθηση πως αποχαιρετούσε μαζί και τη νιότη του, και πως απ' εδώ και πέρα δε θα' ναι αυτή πίσω του παρά μια φούχτα χιόνι στο κοίλωμα ενός βράχου".

Στον πρόλογο και στον επίλογο ο συγγραφέας σε παρένθετο ρόλο αφηγητή από τη στιγμή που πληροφορείται ότι ζει ο Σαιντ - Ροζ μέχρι και τη συνάντησή τους κατά την οποία μαθαίνουμε ό,τι δεν περιέχεται στις αναμνήσεις του νεαρού αεροπόρου.

"Αυτόν τον αξιωματικό της αεροπορίας με το ασημένιο σήμα των πιλότων πάνω στη "μπατλ - ντρες" του, τον ήξερα περίφημα: Σαιντ - Ροζ! Ζακ Σαιντ - Ροζ!
- Μα έγώ σε είχα για πεθαμένο! Από πού ξετρύπωσες, Λάζαρε; Μου είχαν αναφέρει πως πάνω στο "Μαρώντερ" του είχε χαθεί στη θάλασσα επιστρέφοντας από μια αποστολή πάνω από την Ιταλία. Σύντομα μου διηγήθηκε πώς τη σκαπούλαρε.
- Ωραία ιστορία! Αν την έκανα άρθρο;
- Παράτα τα.
- Έλα να πιεις κάτι!
- Ευχαριστώ. Βιάζομαι. Χρειάζομαι το τζιπ σου.
- Να σου δανείσω τη " Λαίδη Πάμελα"; Τρελάθηκες;
- Τη χρειάζομαι αμέσως.
- Η αλλαγή στις ταχύτητές της απαιτεί μια λεπτότητα στην αφή που μόνο εγώ την έχω.
- Τότε συνόδεψέ με.
Φύγαμε από το μπαρ, ο Ζακ μού διηγήθηκε πως το πρωί, χαράματα, είχε βομβαρδίσει μ' ένα σχηματισμό από δεκαπέντε Β26 ένα σιδηροδρομικό κόμβο όχι μακριά από τις γερμανικές γραμμές. Ο πίσω πολυβολητής του είχε δεχτεί ένα θραύσμα οβίδας καταπρόσωπο. Σπασμένη μασέλα, το ένα μάτι πειραγμένο. Διαταγή να προσγειωθούν στο πιο κοντινό έδαφος, στη Ρώμη δηλαδή, να παραδώσουν τον τραυματία σ' ένα νοσοκομείο και να ξαναγυρίσουν ύστερα στο στόλο στη Σαρδηνία. Ερχόταν λοιπόν από το νοσοκομείο και γύρευε μεταφορικό μέσο για να συναντήσει το πλήρωμά του.
- Μίλα καθαρά, του είπα. Το νοσοκομείο ή η βάση μπορούσαν να σε βγάλουν απ' τη δυσκολία. Δεν είναι που σιχαίνομαι να σε κάνω βόλτα στη Ρώμη! Ακόμα πιο πολύ γιατί η χαρά μου που σε ξαναβλέπω, σε βλέπω άθιχτο, είναι πραγματική.
- Δεν πρόκειται για βόλτα.
- Α, κλείστο! Μυστική αποστολή! Μπράβο! Μπορείς να βασίζεσαι στην εχεμύθειά μου.
Ήταν μάλλον κοντός αλλά με σωστές αναλογίες, με λεπτό πρόσωπο, λυπημένο βλέμμα. Είχαμε κάνει το ταξίδι Μασσαλία - Αλγέρι πάνω στο ίδιο φορτηγό, λίγο πριν απ' την απόβαση των Συμμάχων στη Βόρειο Αφρική.
Για ν' αποφύγω να μου δανείζονται τη " Λαίδη Πάμελα" λίγο ή πολύ οριστικά, την είχα αφήσει σ' ένα στρατιωτικό γκαράζ στη φύλαξη ενός Μ.Ρ. και για μεγαλύτερη ασφάλεια το βολάν της ήταν δεμένο με ατσαλένια αλυσίδα και κατάλληλη κλειδαριά. Έδειξα το πάσο μου στον Μ.Ρ. και παρακάλεσα τον Σαιντ - Ροζ ν' ανεβεί πλάι μου. Έξω ο φλογερός ήλιος του Ιούλη πονούσε τα μάτια.
- Πού πάμε;
- Θα σε οδηγήσω.
Πριν να γυρίσει στο αεροδρόμιο είχε να κάνει δύο επισκέψεις. Ακολούθησα λοιπόν τις οδηγίες του και στο δρόμο τον έβαλα να μου περιγράψει πώς πέρασε τ' Αββρούζια με τους συντρόφους του της απόδρασης. Ύστερα από μια μακριά, εξαντλητική πορεία μέσα στα χιόνια, μέσα από μιαν ανισόπεδη περιοχή, είχαν φτάσει στα προχωρημένα φυλάκια της 8ης Βρετανικής Στρατιάς. Δυό εγγλέζοι φαντάροι μέσα από ένα μπλοκχάους τους είχαν φωνάξει: " Come on boys" κι απ' τις φωνές αυτές που τις έπνιγε ο παγερός αέρας είχαν καταλάβει πως έφτασαν. Ήταν ξημέρωμα. Θυμόταν πως παντού είχε αναθεματισμένα συρματοπλέγματα, μα πως το φως έτρεμε πάνω απ' τις κορφές. Εγώ πάλι του είπα τα νέα για μερικούς κοινούς μας φίλους , ιδιαίτερα για το Σερζ Λονζερώ, που πληγώθηκε στη μεγάλη επίθεση εναντίον της Ρώμης.
Σε λίγο το τζιπ χώθηκε σε μια μικρή πλατεία. Ο Σαιντ - Ροζ κατέβηκε, πήγε και χτύπησε την πόρτα σ' ένα μέγαρο. Του άνοιξε ένας άντρας, καμπουριασμένος, αδύνατος, με κουρασμένο κεφάλι. Χοντρό χωριάτικο κεφάλι.
- Θα' θελα να δω τη Μαρκέζα Βίττι.
- Τη Μαρκέζα; Μα, κύριε, έχει φύγει.
- Πού πήγε;
- Στο Βιτέρμπο. Στο μεγάλο της γιο. Έχουν ένα χτήμα εκεί πέρα.
- Ξέρω. Δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι; Τι έγιναν η Σοφία κι ο Τζιάκομο;
- Α, τους ξέρετς;
- Όταν κατεχόταν η Ρώμη από τους Γεραμνούς κρύφτηκα εδώ.
- Καταλαβαίνω. Η Σοφία κι ο άντρας της ακολούθησαν τη Μαρκέζα.
- Και ο κύριος και η κυρία Παβόνε;
- Κι αυτοί φύγανε, αλλά πήγαν στην οικογένεια της Κυρίας, στο Μπεναβέντε.
- Πώς είναι;
- Η Κυρία είναι πολύ άρρωστη.
- Τι αρρώστια;
- Έκανε κατάχρηση από υπνωτικά, φάρμακα κάθε λογής. Ξέρετε πόσο η ζωή στη Ρώμη εκείνο τον καιρό στραπατσάριζε τα νεύρα.
- Πότε άρχισε η αρρώστια της;
- Δεν ξέρω.
- Όταν απόδρασα στις αρχές του Απρίλη εκείνη ήταν καλά.
- Νομίζω πως η Σοφία μού μίλησε ακριβώς για τις αρχές του Απρίλη! Μην ξεχνάτε πως λίγο πριν ήταν εκείνη η φριχτή τραγωδία στις σπηλιές της Αρδέα.
- Πράγματι.
- Κι η Μαρκέζα λυπήθηκε πάρα πολύ. Τώρα κι οι δυό τους συνήρθαν.
- Χαίρομαι.
Κοίταξα τον Σαιντ - Ροζ. Για κάποιον που χαιρόταν είχε ύφος μάλλον σαστισμένο. Καταλάβαινα ωστόσο πως θα ήθελα να χαιρετήσει εκείνους που με κίνδυνο της ζωής τους τον είχαν βοηθήσει να γλιτώσει από τους Γερμανούς. (...)
(...) Πέρασα πλάι στον Τίβερη που άστραφτε κάτω απ' τον πυρακτωμένο ουρανό κι ο Σαιντ - Ροζ με παρακάλεσε ύστερα να πάρω ένα δρόμο, ύστερα άλλον ώσπου σταμάτησα μπρος σ' ένα μεγάλο κίτρινο κτίριο.
Έκανε πολλή ζέστη. Μόλις έβρισκες λίγη σκιά ένιωθες ανακούφιση. Ένας τρελός ήλιος στριφογύριζε πάνω απ' τις σκεπές και σκέφτηκα εκείνους που μάχονται στα βόρεια της Ρώμης και που θα πήγαινα να συναντήσω την επαύριο. Αφού πήρα τα κατάλληλα μέτρα με τη " Λαίδη Πάμελα", μπήκα μαζί με τον Σαιν - Ροζ στο διάδρομο.
- Σε συνοδεύω, είπα, εκτός αν σου φαίνομαι αδιάκριτος.
- Έλα, λοιπόν.
- Κρύφτηκες κι εδώ πέρα;
- Όχι.
Έβλεπα πως ήταν σκεφτικός και αρνιόταν να μου φανερώσει τις σκέψεις του. Πάνω στην πόρτα, μόλις βγήκα από το ασανσέρ διάβασα: Τσ. Φιλαντζέρι. Μια ηλικιωμένη κυρία μάς υποδέχτηκε. Ήταν η ίδια η κυρία Φιλαντζέρι. Επειδή μιλούσε πολύ σιγανά το μόνο που κατάλαβα ήταν πως ο άντρας της απουσίαζε. Μα ο Σαιντ - Ροζ φάνηκε ξαφνικά τόσο συγκινημένος που αφουγκράστηκα πιο καλά. Και πράγματι αυτός ο Φιλαντζέρι, γλύπτης, απουσίαζε για πάντα. Σα να λέμε ολότελα πεθαμένος. Είμασταν μέσα στο διαμέρισμα όπου βασίλευε μια ξεκουραστική δροσιά. Έμαθα τότε πως ο δύστυχος αυτός είχε δολοφονηθεί από τους ναζιστές στις αρδεατικές ακτές. Περιττό να εκνευρίζεσαι για "άρθρο", την ιστορία την είχαν παραεκμεταλλευτεί οι πιο πολλοί συνάδελφοι. Αδιάφορο. Η γριά κυρία εξήγησε πως ο άντρας της βρισκόταν σε μια κατηγορία εγκλείστων που δεν έπρεπε να περιλαμβάνονται στους καταλόγους των ομήρων. Κανείς ως τώρα δεν είχε μπορέσει να ξεδιαλύνει κάτω από ποιες περιστάσεις είχε περιληφθεί στη σφαγή. Δεν έκλαιε, αν κι η φωνή της έτρεμε. Τα κουρασμένα μάτια της, τριγυρισμένα από ξερά πετσιά, κοίταζαν τον Σαιντ - Ροζ με μιαν απελπισμένη έκφραση. Είχα δει πολλά πράγματα σ' αυτόν τον πόλεμο, μα ο πόνος ενός γέρου με συγκινούσε περισσότερο από πολλών άλλων. Ο Σαιντ - Ροζ της είχε πιάσει τα χέρια και της μιλούσε πολύ σιγανά τόσο, που δυστυχώς δεν μπόρεσα να καταλάβω τίποτε απ' όσα έλεγε. Τους άφησα και μπήκα στο ατελιέ. Ήξερα πως απ' την αρχή του Ιουλίου οι Ιταλοί δουλεύαν για να ξεθάψουν τα πτώματα μέσα σ' αυτές τις σπηλιές που οι ναζί τις είχαν φράξει με νάρκες. Ήξερα πως μόλις είχαν ανακαλύψει τις δυό πελώριες πυραμίδες με τα θύματα, με μιαν απαίσια μυρωδιά, μέσα σε μιλιούνια σκουλίκια, γιγάντιες μύγες και πως ποντίκια φώλιαζαν ως και στα συντριμμένα κρανία. Το παράθυρο του ατελιέ έβλεπε πάνω στο φλογισμένο ουρανό. Ανάμεσα στα κιγκλιδώματα της ταράτσας φαίνονταν κομμάτια από το πανόραμα της Ρώμης, σκεπές με στρογγυλά κεραμίδια, καμπαναριά, θόλοι ασπρισμένοι από τη θύελλα του ήλιου..."

Αξίζει να προσεχτεί η μετάφραση του Στρατή Τσίρκα και για έναν επιπλέον λόγο.
" Γιατί, όμως, ο κύριος όγκος του μεταφραστικού έργου του Στρατή Τσίρκα κυκλοφορεί μεσούσης της απριλιανής χούντας; Τον Μάιο η απριλιανή δικτατορία απαγορεύει την κυκλοφορία του μυθιστορήματος-ποταμού «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Ο Τσίρκας σταματάει, όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς, να δημοσιεύει δικά του κείμενα, αντιδρώντας έτσι στην προληπτική λογοκρισία που επιβάλλει η δικτατορία. Στο διάστημα αυτό κυκλοφορούν μόνο μεταφράσεις του"
Ο Τσίρκας έγινε μεταφραστής για να μη σιωπήσει .



Εμμανουέλ Ρομπλές, Μια Ιταλική Άνοιξη, μετφρ. Στρατής Τσίρκας, Κέδρος, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

Ο Εμμανουέλ Ρομπλές γεννήθηκε στο Οράν ( Αλγερία ), στα 1914 από εργατική οικογένεια. Σπούδασε στο Αλγέρι, στην Ecole Normale και κατόπιν στη Faculte des Lettres, όπου συνδέθηκε με τον Αλμπέρ Καμύ.
Μετά τη λήξη του πολέμου αφοσιώθηκε στη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία. Έγραψε πολλά μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα.
Το μυθιστόρημά του " Les hauteurs de la ville" βραβεύτηκε με το Prix Femina, ενώ με το θεατρικό του έργο " Montserrat" επιβλήθηκε ως θεατρικός συγγραφέας πρώτης σειράς. 
Συνεργάστηκε με τον Εκδοτικό οίκο Le Seuil, και διεύθυνε τη σειρά " Mediterranee", από όπου παρουσιάστηκαν στο γαλλικό και στο διεθνές κοινό αξιόλογοι συγγραφείς των χωρών της Μεσογείου.



Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

Απ' τα κλειστά βιβλιοπωλεία


Γράφει η Σαπφώ Διαμάντη, καθηγήτρια, μεταφράστρια, διερμηνέας

Εδώ έχω ανάγκη να μ' ακούσετε ως το

τέλος· ό,τι με τρομάζει για μιαν ακόμα φορά,

είναι ακριβώς αυτό που μου φαίνεται να καθησυχάζει όλους τους άλλους.

Μαξιμιλιέν ντε Ρομπεσπιέρ (1791)

***
Τα μαγαζιά έκλεισαν. Εκτός, λέει, από όσα διαθέτουν είδη πρώτης ανάγκης. Έμειναν λοιπόν τα φαρμακεία να πουλάνε γιατρικά για το σώμα και χρυσωμένες πανάκειες για την ψυχή. Α, ναι. Και μάσκες. Τα μπακάλικα, συγγνώμη, οι υπεραγορές, που εκτός από τα περίφημα πλέον όσπρια, ζυμαρικά και χαρτιά τουαλέτας, πουλάνε και γαριδάκια, χρωματιστά χάρτινα πιάτα για πάρτυ και ειδικά απορρυπαντικά για να κρατήσετε τα μαύρα σας ρούχα σαν καινούργια. Είδη πρώτης ανάγκης. Χμμμ. Έμειναν και τα περίπτερα, για τα τσιγάρα μας. Τα βιβλιοπωλεία όμως, μαζί με όλα τα άλλα, έκλεισαν κι αυτά. Διότι δεν θεωρήθηκε ότι διαθέτουν είδη πρώτης ανάγκης.

Τώρα, ακριβώς, που βρεθήκαμε σ' έναν κόσμο πέραν πάσης αφηνιασμένης φαντασίας, ανάμεσα στην κιτρινίλα των ΜΜΕ, ημεδαπών τε και αλλοδαπών, στα καινοφανή μέτρα που μας επιβάλλονται με την όποια πρόφαση, στον απτό φόβο που ελλοχεύει, πανικοβάλλει, αποπροσανατολίζει. «Μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μας έκτισαν τείχη», που προοιωνίζονται άπραγη ανία για κάποιους, εκ βαθέων επανεξέταση προτεραιοτήτων και προδιαγεγραμμένων για πολλούς. Και μέσα σ' όλ' αυτά κάτι καλό - πάντα υπάρχει. Φωνές υψωμένες γροθιές. Πέρασμα μες απ' τα τείχη, δουλειά μας. Και χρόνος να πάρουμε ένα βιβλίο στα χέρια μας. Επιτέλους. Ευκαιρία να εντρυφήσουν οι παλαιότεροι και να... γυμναστούν οι νεότεροι, μπας και ξεφύγουν λιγάκι απ' την εικονολαγνεία. Ωραία. Και τι γίνεται με τα κλειστά βιβλιοπωλεία;

Εδώ λοιπόν ξεκινάει το ξεκοκάλισμα της βιβλιοθήκης. Γιατί δεν μπορεί, και αδιάβαστα θα 'χουμε, και πόσα που θέλαμε να ξαναδιαβάσουμε και δεν προφταίναμε. Και τι άλλο; Ε!... Ας παραγγείλουμε. Η τηλεπαραγγελία δεν υποκαθιστά το επί τόπου ξεφύλλισμα, το ξέρουμε, ούτε o υπολογιστής το βιβλιοπωλείο, τον μυστικό κήπο που μας καλεί διαρκώς να τον εξερευνήσουμε. Αλλά εδώ θα παρακολουθήσουμε και όπερα στην τηλεόραση, «o tempora o mores», η τηλεαγορά βιβλίων θα μας συγχύσει; Να τα, λοιπόν, τα βιβλία μας. Θα μου πεις, και γιατί να μην τα διαβάσουμε στο διαδίκτυο; Και θα απαντήσω με ερώτηση: Το ίδιο είναι; Ποια οθόνη υποκαθιστά το βιβλίο από χαρτί και μελάνι; Το βιβλίο στα χέρια μας; Το βιβλίο, ένα πλάσμα με δικιά του ζωή.

Το βιβλίο, που πριν ακόμη αφήσει το περιεχόμενό του να κυλήσει εντός μας, στον νου, στην καρδιά μας, περνάει απ' τις αισθήσεις. Την αφή, με την υφή του χαρτιού, το ψηλάφισμα του εξωφύλλου, το γύρισμα των σελίδων. Την όσφρηση, με την απαραγνώριστη μυρωδιά του μελανιού, της κόλλας του δεσίματος, το ταξιδιάρικο άρωμα του τυπωμένου συγγράμματος. Την όραση, με τη ματιά να χαϊδεύει, να συννεφιάζει, να διεισδύει, μα και την ακοή, γιατί το βιβλίο φτιάχτηκε για να διαβάζεται μεγαλόφωνα, κι ακόμα τώρα, ένα ποίημα, είτε το απαγγέλλουμε από στήθους είτε το διαβάζουμε, το λέμε δυνατά, όπως κι ένα θεατρικό. Και τη γεύση, και την επίγευση, ναι, που μας αφήνει το βιβλίο. Πέντε αισθήσεις, λοιπόν. Και μια έκτη.

Είμαστε τα βιβλία που διαβάσαμε. Και τα βιβλία που δεν διαβάσαμε, κι αυτά ακόμα μας διέπλασαν. Είμαστε τα βιβλία που αγαπήσαμε κι εκείνα που απορρίψαμε. Κάτι κρατήσαμε απ' όλα τους. Κριτήριο. Δεν υπάρχει «αγαπημένο βιβλίο» - κάθε βιβλίο είναι μια μικρούλα νεροσυρμή κι όλες μαζί γίνονται εντός μας ποταμός με νερά βαθιά, ορμητικά, γαληνεμένα... Είμαστε τα βιβλία που μας συντρόφεψαν στο θρανίο, στο προσκέφαλο, στον ταξιδιωτικό σάκο. Υπό μάλης. Είμαστε τα βιβλία που κάποιος έκανε δεκατέσσερα χιλιόμετρα πηγαινέλα για να βρει, σε μονοπάτια δύσβατα βουνίσια, με λιοπύρι και με χιονιά, με κάτι λάστιχα χοντροκομμένα για παπούτσια. Είμαστε τα βιβλία που κάποια διάβασε κατ' αρχάς σε γλώσσες που τότε ακόμα δεν κατανοούσε. Είμαστε τα βιβλία που κάηκαν σε μια πυρά του αίσχους. Τα βιβλία που βγήκαν απ' τ' ανήλιαγα κελιά της ανθρώπινης αδικίας. Τα βιβλία που απαγορεύτηκαν, διώχθηκαν, προγράφτηκαν. Είμαστε τα βιβλία που θέλουμε να γράψουμε και δεν γράψαμε ακόμα. Μα θα τα γράψουμε, ναι.

Ας διαβάσουμε, λοιπόν. Μια μεγάλη κυρία του ελληνικού εκδοτικού κόσμου συνήθιζε να λέει πως «η επιλογή και η έκδοση ενός βιβλίου είναι πράξη πολιτική». Απ' όλα έβγαζε. Γιατί όλα πρέπει να τα διαβάζουμε, σαν μέσα σε δάσος τροπικό με τη ματσέτα ανά χείρας, ξεχερσώνοντας ξέφωτα για τα αγγεία της καρδιάς, τις βουλές της ειμαρμένης, τις δικές μας επιλογές ζωής. Γιατί το βιβλίο δείχνει δρόμους, ρίχνει γεφύρια, στρώνει μονοπάτια. Μας χαρίζει όλα τα ταξίδια των οποίων διαφορετικά θα μέναμε ίσως «πάντα ιδανικοί κι ανάξιοι εραστές». Μας κολυμπάει στους ασημόχρυσους ωκεανούς της γνώσης, του αρχαιοτέρου και ισχυροτέρου των όπλων. Μας φέρνει στα γαλάζια λιμάνια. Μας δίνει φτερά να κάνουμε «έφοδο στον ουρανό». Μας ανοίγει ορίζοντες που, με λιόγερμα ή με ηλιανάτειλε, είναι κόκκινοι, κατακόκκινοι.

Θα περάσουμε προς το παρόν χωρίς κολυμβητήριο, χωρίς καφενείο, χωρίς ταβέρνα... Και χωρίς βιβλιοπωλεία. Αλλά όχι χωρίς βιβλία. Θα τα παραγγείλουμε. Θα ξεσκαλίσουμε τη βιβλιοθήκη μας. Θ' αφήσουμε ένα βιβλίο στο κεφαλόσκαλο ενός φίλου, θα το ρίξουμε στο ξάγναντο μιας αυλής ανάμεσα σε νάρκισσους, τουλίπες, ζουμπούλια της άνοιξης. Γιατί το βιβλίο δεν είναι καταναλωτικό προϊόν για να επιζείς, να φυτοζωείς, να ψευτοζείς. Το βιβλίο είναι ζωή.

Αναδημοσίευση από  902

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

Οι μέρες που δικάζουν


Έρχονται πια οι μέρες, που δικάζουν,
θα μετρηθούν τα ποσοστά μας
και θα τα βρούμε όλα μπροστά μας.
Δεν το φοβάμαι, ούτε το θέλω,
μα δεν υπάρχουνε λαγοί μες στο καπέλο,
τώρα θα δούμε, τα λεφτά μας τι αγοράζουν.

Κι αν όλα βγουν αληθινά,
δε θα χαρώ, ούτε θα κλάψω
και δε θα πω, στο είχα πει,
δεν ξέρω πως, ούτε γιατί,
χωρίς μια λέξη το τσιγάρο σου θ' ανάψω.

Και τα παιδιά που χάσανε την μπάλα,
που δεν τους βγαίνουν τα όνειρά τους,
βλέπουν να χάνεται η στεριά τους.
Και δεν το θέλουν και φοβούνται,
πως όλα τώρα θα 'ναι λίγα και μικρά
κι ούτε τα λάθη τους δε θα 'ναι πια μεγάλα.

Κι αν όλα βγουν αληθινά,
δε θα χαρώ, ούτε θα κλάψω
και δε θα πω, στο είχα πει,
δεν ξέρω πως, ούτε γιατί,
χωρίς μια λέξη το τσιγάρο σου θ' ανάψω.

Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Στίχοι: Οδυσσέας Ιωάννου
Ερμηνεία:Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Χάρις Αλεξίου 
Δίσκος: Φρέσκο χιόνι

Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Μνημονεύουμε Διονύσιο Σολωμό

Ο Διονύσιος Σολωμός γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1798 στη Ζάκυνθο.
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι από τα κορυφαία έργα του Σολωμού και της νεοελληνικής ποίησης γενικότερα. 
Θέμα του είναι ο ηρωικός αγώνας των Μεσολογγιτών κατά τη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826) ως την απεγνωσμένη έξοδο στις  10 Απριλίου 1826. Ο ποιητής ξεκινώντας από το συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός ανάγεται στον αγώνα του ανθρώπου για την ηθική, την εσωτερική του ελευθερία. 
Ο Ιάκωβος  Πολυλάς μιλώντας ειδικά για τους Ελεύθερους Πολιορκημένους υποστηρίζει  ότι η ηθική ελευθερία είναι το  καταφύγιο της ανθρώπινης ψυχής που πολιορκείται από τη φυσική βία. Ο άνθρωπος που συνειδητοποιεί την αυτονομία του απέναντι στις φυσικές δυνάμεις οδηγείται στη δράση και από τη σύγκρουση αυτή γεννιούνται οι υψηλές πράξεις.
Ο ποιητής όμως ποτέ δεν ολοκλήρωσε το έργο το οποίο σώθηκε σε  «αποσπάσματα» συγκροτημένα σε τρία Σχεδιάσματα, που το καθένα τους αντιπροσωπεύει όχι μονάχα διαφορετικό στάδιο επεξεργασίας αλλά και διαφορετική ποιητική αντίληψη. 

Το απόσπασμα από το Β' Σχεδίασμα:

2
Tο Mεσολόγγι έπεσε την άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη, ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή:

 H ζωή που ανασταίνεται με όλες της τες χαρές, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ’ όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, επιφάνεια και βάθος συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση στην επιφάνεια και εις το βάθος της.
 H ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.

O Aπρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Kι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Kαι μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Kι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Kαι μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Tο σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Mάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
H μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Mε χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.


3.

           Eνώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήση εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Eλλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβημένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ’ από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Aράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.

«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Xαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Aλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Kι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Kαι με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
T’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Bαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Tον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Tέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Tρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.


4.

 Mόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Aράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το χάρο, λέει των Eλλήνων: «Mπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Tο πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, όπου η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Tότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ’ από τα καράβια. Mετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία

H μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μες στο νερό που βράζει.


―Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνει πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τούς τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Mάρτυρες.

                                                 Διονύσιος Σολωμός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι



Τρίτη 7 Απριλίου 2020

Οι Παρτιζάνοι των Αθηνών

Η Ομάδα «Συλλογική Μνήμη» διαθέτει πλέον ελεύθερα  το ντοκιμαντέρ «Παρτιζάνοι των Αθηνών», σε σκηνοθεσία Ξενοφώντα Βαρδαρού και Γιάννη Ξυδά. 
Ένα ντοκιμαντέρ για την ΕΑΜική Αντίσταση την περίοδο της Κατοχής στην Αθήνα (’41-’44). Δεκατέσσερις αφηγήσεις. Δεκατέσσερις ιστορίες. Ένας λαός ενάντια στους Ιταλούς και Γερμανούς κατακτητές και στους ντόπιους συνεργάτες τους. Ένα ντοκιμαντέρ για τη συλλογική μνήμη με πλούσιο αρχειακό υλικό, το οποίο δένει αρμονικά με τις αφηγήσεις.


Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Μου ήρθε τη νύχτα η θάλασσα η παιδική μου...


Μου ήρθε τη νύχτα η θάλασσα η παιδική μου
ίδια όπως τότε μα πιο μακρινή
οίστρος μόνο για ποίηση, όχι πια για κολύμπια
και μου έφταναν κύματα οι λέξεις

Οι στίχοι έσκαζαν με αφρούς λίγο πριν αρθρωθούν
έρχονταν άλλοι ήχοι πιο καθαροί
μικρές φωνές από δελφίνια ή βρέφη
κι άλλοτε ακόμα πιο πρωτάκουστοι
όπως μιλάνε τα θαλάσσια φυτά, τα όστρακα

Χανόταν η θάλασσα, έσβηνε, έμενε μόνο μια εικόνα
πιο μπλε απ' αυτήν, πιο ακίνητη
σαν σε βυζαντινό ψηφιδωτό
ή από πολύ ψηλά, χωρίς κυματισμό
σώμα σχεδόν στερεό, όπως τη νύχτα
όπως τη βλέπουν τα αποδημητικά πουλιά
όπως την κολυμπούν τα ψάρια
με τ' ανοιχτά πτερύγια, με την ουρά τους


Αλόη Σιδέρη, Το όνειρο της γάτας, Άγρα, Αθήνα 1990