Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2021

Σπίτι καλοκαιριού


 Είχε στον κήπο μια μηλιά
Είχε στην πόρτα ζωγραφιά
Είχε στα κάγκελα παιδιά
Και στο μπαλκόνι μια ιτιά

Είχε στις κάμαρες πουλιά
Στο περιβόλι μια ροδιά
Είχε στη στέγη τον νοτιά
Και παραμύθια για παιδιά

Μα είχαν τα παιδιά καημούς
Φτιάξανε τραγούδια
Έβγαλε η ροδιά ανθούς
Πέρασε η ζωή
Μέσα στο σπίτι τα καλοκαίρια
Έχουν αλλάξει χρώμα και φως

Είχε παράθυρα ανοιχτά
Στον ήλιο παίζαν τα παιδιά
Είχε τα εξώφυλλα κλειστά
Στην πρώτη νύχτα του βοριά

Είχε στον τοίχο μια καρδιά
Έγραφε ονόματα μικρά
Και φύγαν πια για τον νοτιά
Και τα πουλιά και τα παιδιά

Στίχοι: Κωστούλα Μητροπούλου
Μουσική: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Πρώτη εκτέλεση: Βίκυ Μοσχολιού
Δίσκος: Η πόλη μας (1970)

Κυριακή 27 Ιουνίου 2021

Καλοκαιρινές ώρες

 

- Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού τα πρωινά·
Πόσα καινούργια πρόσωπα, καινούργια βήματα, νέες φωνές,
Από παντού καλέσματα, λάμψεις , μηνύματα
Έρχονται, φεύγουν με το μελτεμάκι
που ξετρελλαίνει των παιδιών τις λυτές κόμες
- καθώς τρέχουν με πέλματα γυμνά στην αμμουδιά -
Κι' ύστερα πάει να σπρώξει τα ιστιοφόρα μας
καταμεσίς του γαλανού πελάγου.
Με τόσα αποδημητικά πουλιά διασταυρωθήτε.
Με τόσα σημαιοστόλιστα  καράβια.
Έρχονται, φεύγουν φορτωμένα χαιρετίσματα
ποτισμένα αλάτι
και νοσταλγία θαλασσινή.
Με την αυγή σαλπάρουν, ξεκινούν
σαν τα πουλιά τα μεγάλα ιστιοφόρα
Παίρνοντας την αρμύρα από τα δάκρυά μας στ' ανοιχτά πανιά τους.
Πάνω στων γλάρων τις φτερούγες το χαιρετισμό μας.
Ανάβουν οι ώρες του Καλοκαιριού μες στο καταμεσήμερο.

Μελισσάνθη

Θαλασσινή Ποιητική Ανθολογία, επιμ. Πάνος Ν. Παναγιωτούνης, Εκδόσεις Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα 1968

Κυριακή 20 Ιουνίου 2021

Ένα κόκκινο βαρκάκι

 Αφιερωμένο σε όλους τους μπαμπάδες


Θα σου πάρω ένα κόκκινο βαρκάκι
να φορτώσεις τα χλωρά τα όνειρά σου
κι εγώ ήσυχα θα κάθομαι κοντά σου
να σε βλέπω να κρατάς σφιχτά το δοιάκι. 
                            
Χθες ζωγράφισες την πρώτη ζωγραφιά σου    
τέτοια θάλασσα γαλάζια δεν ξανάδα
σαν ψαράκια κολυμπούσαν με σβελτάδα
βουτηγμένα στην μπογιά τα δάχτυλά σου.
                             
Την πραμάτεια μου θα δέσω μπογαλάκι
στο πλευρό σου να μπαρκάρω καμαρότος
κι  εσύ θα ’σαι καπετάνιος  μου και πρώτος
στο τρελό μας κατακόκκινο βαρκάκι.

Στίχοι, Φάνης Καββαδάς 
 Μουσική, Λευτέρης Μέρος
Συμμετέχει η μικρή Ηλέκτρα


Παρασκευή 18 Ιουνίου 2021

Το τριζόνι



Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
    στου γιασεμιού την ευωδιά
Στων φύλλων το μουρμουρητό
    στων άστρων τον χρυσό γιαλό

Οι άνθρωποι μ' αρνήθηκαν
    κανείς δε μου σιμώνει
Μόνο μου κάνει συντροφιά
    της νύχτας το τριζόνι:

-Έννοια σου λέει έννοια σου
    κι εγώ είμαι δω κοντά σου
Για συντροφιά στην έγνοια σου
    και για παρηγοριά σου

Τρι και τρι τρι και τρι
    τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
    τρι και τρι και τρι και τρι

Κοιμήθηκα κοιμήθηκα
    στων Αρχαγγέλων τη σκιά
Στην ερημιά του φεγγαριού
    στο κυματάκι του γιαλού

Τι να 'φταιξα της μοίρας μου
    κι έτσι με φαρμακώνει
Μονάχα μου αποκρίνεται
    της νύχτας το τριζόνι:

-Είμαι μικρό πολύ μικρό
    μα 'ναι ο Θεός μεγάλος
Αυτό ποτέ δε θα σ' το πω
    μήτε κανένας άλλος

Τρι και τρι τρι και τρι
    τι πικρή που 'ναι η ζωή
Τι γλυκιά και τι πικρή
    τρι και τρι και τρι και τρι.

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης 
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Ερμηνεία: Ντόρα Γιαννακοπούλου
Δίσκος: Μικρές Κυκλάδες 

Τρίτη 15 Ιουνίου 2021

Παιδί όταν ήμουν, άκουσα πρώτη φορά τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, σ' ένα θερινό σινεμά του Καΐρου, το Saint James...

 Σαν σήμερα έφυγε ο Μάνος Χατζιδάκις. Στη μνήμη του, αντί άλλων, ένα μικρό απόσπασμα από το άρθρο του συνθέτη Νίκου Ξυδάκη " Η Αθήνα τού οφείλει τη μουσική της", το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα Καθημερινή στις 6 Ιουνίου 1999 και επαναδημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Άγρα το 2002 μαζί με "Τα τριαντάφυλλα της Μάρσα Ματρούχ"


Όπως λέει κάπου ο ίδιος, "δεν ξέρω να αναλύω τους ποιητές, γι' αυτό θα αρχίσω από τα προσωπικά μου".
Παιδί όταν ήμουν, άκουσα πρώτη φορά τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, σ' ένα θερινό σινεμά του Καΐρου, το Saint James. Ήταν σ' έναν από τους πιο πολυσύχναστους και θορυβώδεις κεντρικούς δρόμους της πόλης. Η βεράντα του ήταν εστιατόριο. Υποφωτισμένο. Βράδυ, ανάμεσα σ' άσπρα τραπεζομάντιλα, στα φυτά και τη βαριά αρωματισμένη, την πηχτή, ζεστή, καλοκαιρινή και κοσμοπολίτική του Καΐρου ατμόσφαιρα. Η μουσική του ίσως της ταινίας Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο. Η φωνή του Ορφέα τραγουδάει " Είμαι άντρας...". Εμείς παιδιά, σχεδόν ανάσκελα, τα μάτια μας έπαιζαν αλλού. Διέσχιζαν τον ουρανό και τα άστρα του. Κάθε τόσο, η ευφορία της μουσικής του Χατζιδάκι μάς τύλιγε ξεχασμένους, παραδομένους όπως στη μουσική του Μότσαρτ και την προκλασική μουσική στο Πλανητάριο, ατενίζοντας γαλαξίες, πολιτείες αστρικές, τα μυστήρια του σύμπαντος κόσμου. Θα' ταν γύρω στο 1960. Μας συγκινούσε, τον τραγουδούσαμε πολύ. Η ολίγο εξωτική μας κοινότητα ονειρευότανε πλέον την επιστροφή της στην Αθήνα και την Ελλάδα. Είχε γευθεί ήδη αρκετά τους καρπούς, γλυκούς και πικρούς, του "αλλού". Τη μουσική του την ταύτιζα με την Αθήνα. Και πάντοτε είχα το αίσθημα ότι η Αθήνα τού οφείλει τη μουσική της. Πριν από εκείνον, η Αθήνα έμοιαζε πως δεν είχε μουσική δική της. Παρά μόνον σ' ένα μακρινό, σχεδόν μυθικό παρελθόν. " Μ' άσπρα πουλιά και σύννεφα τον ουρανό θα ντύσω..." " Αθήνα..." τραγουδούσαμε με το ίδιο πάθος και με μια " εκτός νόμου" σημασίας, όπως εδώ εκείνη την εποχή τραγουδούσε ο κόσμος το " Βράχο βράχο τον καημό μου" του Μίκη Θεοδωράκη. Δηλαδή τα ίδια παντού και πάντοτε.
Ένας γείτονάς μας αριστερός υποπτευότανε τη μουσική του όπως και την ευρωπαϊκή εν γένει, ότι περιείχε διαβρωτικά, αποικιακά στοιχεία. Επειδή άρεσε υπερβολικά σ' έναν ταγματάρχη Εγγλέζο που είχε ξεμείνει στο Κάιρο από τον " καιρό των Εγγλέζων". Τον αναγνωρίζαμε πάντα όταν ερχότανε σπίτι μας, γιατί από τις σκάλες ακόμα μισοσφύριζε  - μισοτραγουδούσε με τα σπασμένα ελληνικά του " Το φεγγάρι είναι κόκκινο, το ποτάμι είναι βαθύ...". Εγώ πάλι, μαγεμένος από το όνομα του Χατζιδάκι χωρίς να γνωρίζω γιατί, δεν πίστευα πως ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Άκουγα απορημένος αυτή τη μουσική. Την ένιωθα σαν ένα "ρήγμα". Ο κόσμος τότε λοξοπατώντας στα ταγκό και τα βαλς, σ' ένα σχεδόν ανεύθυνο κομψό ερωτικό ύφος, ζήταγε τραγούδια αγάπης. Το πρόσωπο της ευτυχίας. Στη χορευτική ατμόσφαιρα, μπλέκονταν  μαζί Ιταλοί, Μαλτέζοι, Γάλλοι, Αρμένιοι, ο Νείλος με το Λούβρο. Εμείς παιδιά νέοι, Καϊρινοί, Αλεξανδρινοί, από το Πόρτ Σάιντ, το Σουέζ, με πρόωρους χωρισμούς, αποχαιρετισμούς στις αποσκευές μας, κάτι σαν λυπημένοι, κάτι σαν χαρούμενοι. Νεοφώτιστοι του ταξιδιού....

κι είμαστε εμείς στο καράβι
με το καπέλο λίγο στραβά
που καπνίζαμε αμέριμνα
τάχα...

για να θυμηθώ και τον Στρατή Τσίρκα. 



Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021

Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη

 
Άλλος ένας ηπειρώτης συγγραφέας , ο Στέφανος Σταμάτης,  άγνωστος σε μένα πριν λίγο καιρό, "βρέθηκε" μπροστά μου εντελώς τυχαία με το μυθιστόρημά του " Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη". 
Ο βασικός ήρωας είναι ένας γέρος, που ζει εγκαταλειμμένος σε μια άθλια παράγκα στα Γιάννενα , δίπλα στη λίμνη. Δεν είναι ένας καλοκάγαθος γεράκος που η φτώχεια τον οδήγησε στο περιθώριο. Αντίθετα είναι ένας βρόμικος τύπος , ένα κοινωνικό απόβρασμα, ένα κατακάθι, ρουφιάνος, νταβατζής, και βέβαια δωσίλογος περιωπής. 
Ο γέρο - Σάββας , όπως είναι το όνομά του, έκανε τις παλιοδουλειές του παρέα με έναν καλόγερο που όμως κάποια μέρα πνίγηκε στα νερά της λίμνης. Τις ιστορίες τους τις μαθαίνουμε μέσα από τον μονόλογο του Σάββα που παραληρεί υπό την επήρεια του αλκοόλ, έχει παραισθήσεις και όταν ανοίγει το στόμα του ξερνάει δηλητήρια ανακατεμένα με έντονη σεξουαλική διάθεση , η οποία βγάζει από μέσα του όλα τα κτηνώδη και βρομερά συναισθήματα του. 
Ο συγγραφέας  στήνει την ιστορία μέσα σε μια ομιχλώδη και ζοφερή ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε εικόνα  από την κόλαση. Ωμός ρεαλισμός συνδυασμένος με εφιαλτικές και παραληρηματικές περιγραφές δημιουργούν ένα κατάμαυρο και απωθητικό περιβάλλον , το οποίο εκτείνεται και έξω από την πόλη , σε όλη την περιφέρεια. Όλο αυτό το σκηνικό και οι πράξεις του Σάββα και του συνεργάτη του στηρίζονται στη χρήση ενός πολύ τολμηρού λεξιλογίου , αλλά και εικόνων σκληρών και αποκαλυπτικών μιας σάπιας κοινωνίας. 
Οι ήρωες του μυθιστορήματος αντιπροσωπεύουν την κακή πλευρά του ανθρώπου, είναι πρόσωπα με αρνητικό πρόσημο.
Σημαντικό ρόλο στα αρνητικά συναισθήματα του γερο - Σάββα παίζει ένας ανεψιός του με ύποπτο παρελθόν αλλά κοινωνικά ανερχόμενος τον οποίο έχει βάλει στο στόχαστρο και επιθυμεί με κάθε τρόπο να τον διαλύσει. 
Το τέλος της ιστορίας έρχεται μέσα από μια κραυγή, την τελευταία, αυτήν που άκουσε μια πόρνη...
Εκπληκτική η ατμόσφαιρα του φυσικού τοπίου της λίμνης και γενικότερα της ηπειρώτικης φύσης συνδυασμένη αριστοτεχνικά με την αθλιότητα και τον ξεπεσμό του γερο - Σάββα , ο οποίος συμβολίζει την υποκρισία μιας ολόκληρης κοινωνίας που επένδυσε στο φαίνεσθαι ξεπουλώντας το είναι αναδύοντας από τα σπλάχνα της έντονη δυσωδία.
Για τον συγγραφέα Στέφανο Σταμάτη και το έργο του μπορείτε να διαβάσετε δύο εξαιρετικά άρθρα:


Βρέχει τρεις μέρες, βρέχει και φυσάει, η λίμνη δίπλα βουίζει και σε τρελαίνει, ο γέρο - Σάββας δεν ξεμύτισε από την παράγκα του, το κονιάκ και το κρασί τελειώνουν, το πετρέλαιο για τη λάμπα τού έχει σωθεί, ο ανεψιός, το κάθαρμα, δε φάνηκε, ούτε ο άλλος με τα γαλόνια - αυτός έχει καιρό να φανεί, θα τονε ξέχασε το γερο - Σάββα, τότε που του πήγαινε τα κομούνια δεμένα ήταν καλός, τώρα άσ' τον να ψοφήσει. Αρχίσανε και τα μπουζούκια στο σκυλάδικο του Τενεκέ, " Απόψε κάνεις μπαμ", τραγουδάει μια καριόλα, απόψε κάνεις μπαμ - μπαμ - μπαμ, να' χεις ένα πιστόλι και να ρίχνεις στα τυφλά κι όποιον πάρει ο Χάρος, τον ανεψιό σου πρώτα, που δε σε θυμάται ο παλιάνθρωπος, κάποτε θα βγει ο γερο - Σάββας στους δρόμους και θα φωνάξει: " Σας παριστάνει τον κύριο, εμένα ρωτήστε να μάθετε τι έκανε στα νιάτα του". " Σε βλέπουν και φρενάρουνε και σταματούν τα τραμ", φωνάζει η άλλη στον Τενεκέ, θυμάται τώρα ο γερο - Σάββας, είναι γυναίκα αυτή που τραγουδάει, θυμάται για μια στιγμή, όσο κρατάει κι η σπίθα που βγάζει το σφυρί χτυπώντας στ' αμόνι, ύστερα πάλι τα ίδια στο κεφάλι και στο κορμί - η βροχή, το κρύο, η πείνα, οι πόνοι, όλα τα μαρτύρια της Κόλασης. Αύριο, αν έρθει ο ανεψιός, δε θα κάτσει να κουβεντιάσει μαζί του, θα τον αρπάξει από τη γραβάτα, θα τον σύρει στους δρόμους - έχουν ακόμα δύναμη τα μπράτσα του - " Κοιτάξτε τον ", θα φωνάζει, " τον έπαιρναν οι αμαξάδες κι οι χαμάληδες στο πατάρι μαζί μ' άλλα καλά παιδιά κι ύστερα περπάταγε σαν μεσοκομμένος". Καφενείο κοντά στην ψαρόσκαλα, όχι, ποδηλατάδικο ήτανε, η δουλειά γινόταν ανάμεσα σε ρόδες, βίδες και σαμπρέλες, ώσπου ένα μπαστάρδικο βούτηξε το ρολόι του Λέτσα του αμαξά, που το είχε από τον πατέρα του, κι εκείνος δεν κρατήθηκε, πήγε στην Ασφάλεια, " Μέσα εγώ", είπε, " μέσα κι αυτοί", και τους μάζεψαν κι ύστερα είπαν " Ο ανεψιός δεν έκανε τίποτα, ένα ποδήλατο είχε νοικιάσει μονάχα και πήγε να το δώσει πίσω την ώρα που έκανε μπλόκο η Ασφάλεια" - όμως τι τον νοιάζει το γερο - Σάββα, ποιος θα ψάξει τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα μια φορά κι έναν καιρό; Να σκάσουνε κι αυτά τα μπουζούκια, να πλαντάξει η βρωμιάρα που τραγουδάει "Ξύπνα, μικρό μου, κι άκουσε", να την είχε τώρα εδώ, να την έριχνε κάτω και να της γέμιζε το στόμα με το βρώμικο πριονίδι. Αν δεν είχε πνιγεί ο χαζός ο πάτερ Σωτήρης, μπορεί να μη ζούσε ολομόναχος σε τούτο το ρημάδι ο γερο - Σάββας, παραπάτησε όμως, το ζουλάπι, και πάει ο πάτερ, έπεσε από το μονόξυλο και βούλιαξε σαν μολύβι στην παγωμένη λίμνη· κι ύστερα του είπαν του Σάββα: " Βούλωσ' το εσύ, τι θα πούμε στον κόσμο, καλόγερος άνθρωπος να γυρίζει με βάρκες νυχτιάτικα παρέα μ' ένα ρεμάλι!". Εκεί απάνω αγρίεψε ο Σάββας, " Σκασμός", του φώναξαν, " ο καλόγερος έπεσε από το μόλο, πήγαινε, λέει, μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα για τρισάγιο στη σπηλιά του Σκυλόσοφου - εκείνου του τρελού δεσπότη που τον έκαψαν ζωντανό οι Τούρκοι".
" Ξημερώνει και βραδιάζει", φωνάζει η άλλη στον Τενεκέ, το σφυρί χτυπάει ξανά στ' αμόνι, η παράγκα γεμίζει σπίθες, η τραγουδίστρια μπορεί να μοιάζει με τη χήρα που πήγαινε με τον πάτερ Σωτήρη, ο Σάββας της έδινε πανιά για ρούχα, ο καλόγερος ψεύτικα χρυσαφικά που βούταγε από τα τάματα, ύστερα της γύρεψαν την ανεψιά, η χήρα σήκωσε κεφάλι, " Αυτό δε γίνεται", φώναξε, "αφήστε ήσυχο το κορίτσι!", ο πάτερ Σωτήρης έφερε ένα μεγάλο χρυσαφικό και μπήκε έτσι κι η ανεψιά στο καλύβι, " Η γριά η κότα έχει το ζουμί", μουρμούρισε ο καλόγερος, " Κράτα τη για σένα, που έχεις γερά δόντια, εγώ απόψε θα δοκιμάσω πουλάδα", του φώναξε ο Σάββας. " Ξημερώνει και βραδιάζει", φωνάζει η άλλη στον Τενεκέ και γυρεύει ακριβό πιοτό, που να πλαντάξει, μια μέρα τους φώναξε ο ηγούμενος, ο πάτερ Αναστάσιος, " Τι ψυχή θα παραδώσετε, κακούργοι", τους είπε, " Δεν ξέρουμε τίποτα για τις αμαρτίες που μας λες", απάντησαν κι οι δυο, " Εγώ βοηθάω τον κόσμο να βρει λίγο λαδάκι και κανένα ρούχο να μη γυρίζει γυμνός", είπε ο Σάββας, " κι ο πάτερ Σωτήρης εξομολογάει και κηρύχνει το λόγο του Θεού!". Ο πάτερ Αναστάσιος σταυροκοπήθηκε, " Έχετε χάρη", τους είπε, " που δε θέλω να σας παραδώσω στους εχθρούς μας, αλλιώς θα βλέπατε!". Οι άλλοι μέσα τους γελούσαν· τι λέει ο γούμενος, εχθροί οι Ιταλοί κι οι Γερμανοί, τούτοι τους πήγαιναν καμιά εικόνα και κανένα χρυσαφικό, κλεμμένα όλα από τις εκκλησίες, ή καμιά χωριάτισσα που ήθελε λούσα και μεγαλεία, κι έπαιρναν άδεια να γυρίζουν στα χωριά και να πουλάνε λάδια και πανιά - και τι λάδια , ως και ψοφίμια έριχναν στ' ασκιά για να γεμίζουν! - κι ο πάτερ Σωτήρης ευλογούσε κι εξομολογούσε, πουλούσε βίους αγίων και κομμάτια από σάπια σανίδια για Τίμιο Ξύλο κι ύστερα ξεπέζευαν στη χήρα για να περάσουν τη νύχτα τους. Ώσπου ξεφύτρωσαν εκείνοι οι καταραμένοι αντάρτες, τα βουνίσια χωριά ξεκόπηκαν, απόμειναν μόνο τα καμπίσια γεμάτα λάσπη και ελονοσία.
Βρέχει τρεις μέρες, ο γέρος - Σάββας βγήκε χτες για την ανάγκη του κι έγινε μούσκεμα, τώρα τα μαζεύει όλα σ' έναν γκαζοτενεκέ, να πάψει ο κατακλυσμός και θα τ' αδειάσει έξω, όχι, θα περιμένει τον ανεψιό και θα τα πετάξει στα μούτρα του, που θα' ναι πλυμένα με μοσκοσάπουνο και ξυρισμένα με διπλή κόντρα, κι έτσι πασαλειμμένο θα τον σύρει στους δρόμους - η άλλη στον Τενεκέ φωνάζει ακόμα: " Φέρτε μου να πιω το ακριβότερο πιοτό", να την είχε δω, να της άστραφτε καμιά ανάποδη να το βούλωνε! Πιάνει το ψωμί από το τραπέζι, κόβει λίγο, αδειάζει κρασί σε μια τσίγκινη κούπα, βουτάει μέσα το κομμάτι, κατεβάζει μια δυο μπουκιές, άλλες τόσες γουλιές, πίνει μαζί και τα ψίχουλα και πάλι το σφυρί χτυπάει στ' αμόνι  κι οι σπίθες περνάνε μπροστά από τα μάτια του - είχανε τότε δυο ασκιά με κρασί, ένα για τον κόσμο, τ' άλλο που πίνανε οι ίδιοι με τη χήρα· ένα βράδυ δεν άφησαν ούτε σταγόνα, " Τώρα να κάνουμε κάτι άλλο", είπε ο πάτερ, " εσύ με τη χήρα κι εγώ να βάλω την ανεψιά να βλέπει για να μαθαίνει", η χήρα έβαλε τα κλάματ, της έστριψε ο Σάββας τα χέρια, την έριξε μπρούμυτα, όμως σπάσανε την πόρτα και μπήκαν μέσα δυο σατανάδες, τους ρημάξανε στο ξύλο, άρπαξαν την ανεψιά και χάθηκαν. Κι έλεγαν να τη χαλάσουν την κοπέλα, να την κρατήσουν καμιά βδομάδα κι ύστερα να την πήγαιναν πεσκέσι στο φρούραρχο.
Πίνει ακόμα δυο γουλιές κρασί, μπας και βαρύνουνε τα μάτια του κι ησυχάσει· η παράγκα ξαφνικά κουνιέται και τρίζει από τον αέρα, να πιει, λέει, μονορούφι το κρασί και το κονιάκ κι ύστερα να δώσει μια στη λάμπα, να γίνουν κάρβουνο το παλιοκάλυβο κι αυτός μαζί, κι ας βρέχει ύστερα κι ας φυσάει κι ας έρθει η συντέλεια του κόσμου. Και τούτο το κονιάκ πρώτο πράμα, κάτι μπουκάλια στενόμακρα σαν ρόπαλα, τ' αδειάζει και τα βάζει στη σειρά ο γερο - Σάββας - τι τον έπιασε τον ανεψιό και φέρνει από το καλύτερο, όμως έχει μέρες να φανεί, να πάψει η βροχή και θα λογαριαστούνε. Κι εκείνο το μπουζούκι, που να του κοπούνε τα χέρια του κερατά που το παίζει, του τρυπάει το μυαλό - όμως μια φορά κι έναν καιρό, μ' έναν παλαβό μπουζουξή, έκανε γλέντι τρικούβερτο ο Σάββας, είχανε μαζέψει κάμποσο παρά από κλεμμένα τάματα κι από δυο γυναίκες, χόρεψε, ήπιε και φοβέρισε, ύστερα άρπαξε μια τραγουδίστρια από τα βυζιά, την έσυρε  στο δρόμο, της έσκισε τα ρούχα κι ας χιόνιζε και την έκανε να βογγάει σαν μουσκάρι, ακούστηκε όμως το περίπολο κι έτρεξαν να κρυφτούνε στο μαγαζί. Κι η παρθένα η ανεψιά της χήρας βγήκε χρόνια αργότερα βόλτα στην πλατεία με τον άντρα της, του ήρθε να την πιάσει και να της φωνάξει: " Θυμάσαι που σε κανονίζαμε μαζί με τη θεια σου, τώρα μη μας παριστάνεις την κυρά!" Θα' λεγε ψέματα βέβαια, η ανεψιά τούς ξέφυγε "καθαρή", όμως ποιος μπορούσε να βρει τι γινόταν μια φορά κι έναν καιρό ανάμεσα στα σκέλια μιας γυναίκας; Γιατί, θα μου πεις, να το κάνει; Έτσι, για να φαρμακώσει έναν άνθρωπο, όπως είναι κι εκείνος φαρμακωμένος και γεμάτος βάσανα, σαν τους χτικιάρηδες, που φτύνουν στα ξένα ποτήρια για να πάρουν κι άλλους μαζί τους στον αγύριστο, να' χουνε συντροφιά...
Κι άλλα μπουζούκια εδώ κι αλλού και κλαρίνα και βιολιά και λαούτα και γυναίκες του σκοινιού και του παλουκιού - κάμποσες τις κρατούσε καμιά βδομάδα για λογαριασμό του κι ύστερα με μια κλοτσιά τις πετούσε στο δρόμο, όπως ο χορτάτος πετάει στα σκουπίδια τα μπαγιάτικα καρβέλια. Όπως τότε την...( απόσπασμα)

Στέφανος Σταμάτης, Την τελευταία κραυγή την άκουσε μια πόρνη, Καστανιώτης, Αθήνα 1998

Τετάρτη 26 Μαΐου 2021

« Ευτυχείτε...»



« Ευτυχείτε...»
 
« Τίποτε δεν εκατορθώσατε αφήνοντες κληρονομίαν εις τα παιδιά σας την πατρικήν γην ελευθέραν από τους τυράννους, αν δεν φροντίσετε να φυτεύσετε εις τας νεαράς ψυχάς μίσος άσπονδον κατά πάσης αδικίας. Ματαίως ελευθεριάσατε τους οφθαλμούς των από την φρικώδη θέα των Τούρκων, αν δεν τα διδάξητε νηπιόθεν να φρίττωσι και να αποστρέφωνται όχι μόνον τους Τούρκους του Μωάμεθ, αλλά και τους επαγγελομένους την θρησκείαν του Ευαγγελίου Τούρκους, εάν κατά δυστυχίαν φανώσιν μεταξύ των ελλήνων τοιούτοι Τούρκοι. Ευτυχείτε!»
 
ΑΔ. ΚΟΡΑΗΣ
 
1. Ο πάτερ Μηνάς
Τ’ άλογα τινάχτηκαν με μια κίνηση μπροστά σα να’ νιωσαν ξαφνικά λευτερωμένα. Η άμαξα πήρε τον κατήφορο για το Δνείπερο.
- Ευτυχείτε! αποχαιρέτισε άλλη μια φορά τους δυό νέους ο πάτερ Μηνάς.
Η άμαξα ξεμάκραινε γρήγορα. Δυό νεανικά πρόσωπα φαίνονταν κολλημένα στο τζάμι του μικρού παραθυριού στην πίσω μεριά της καρότσας. Ο καλόγερος στεκόταν στη μέση του δρόμου μ’ απλωμένα τα χέρια, σα μαύρος σταυρός. Τα λόγια κάποιας ευχής έσταζαν μισοσβησμένα χάμω μαζί με δυό – τρεις σταλαματιές από το μαδημένο γένι του.
Ήταν ένας χαμηλόσωμος στεγνός καλόγερος. Ο ρωμιός δάσκαλος των δυό παιδιών. Είναι βδομάδα τώρα που έφυγε μαζί τους από την Οδησσό και τα συνόδεψε ως εδώ. Χτες, Κυριακή, λειτουργήθηκαν κ’ οι τρεις στην Αγιά Σοφιά, τα πήγε και στον ερημίτη της Λαύρας, το φίλο του τον Παρθένιο και πήραν τις ευλογίες του. Τα παιδιά πήγαιναν στην Πετρούπολη. Όλοι σα να φεύγαν τώρα, άνοιγαν οι δρόμοι του θεού κι όλοι οι άνθρωποι σαν κάπου να πήγαιναν. Καιρός να φύγει κι αυτός. Επειδή όμως ήταν ογδοήντα δύο χρονών δε θα’ κανε πια άλλα επίγεια ταξίδια, παρά θα ετοιμαζόταν για το μεγάλο ταξίδι. Το παλιό όνειρο, που ήταν να κατέβει για να πεθάνει στην πατρίδα, το ένιωθε σαν απραγματοποίητο τώρα, φευγάτο πολύ μακριά, σα να’ ταν μια παιδική ανάμνηση. Μπορεί η πατρίδα να ελευθερωνόταν αύριο – μεθαύριο, αλλά γύρω απ’ αυτόν άπλωνε το ράσο της η μεγάλη νύχτα. Ήταν φανερό το πράμα. Θα πήγαινε λοιπόν στη Λαύρα, τα μίλησαν χτες και με τον Παρθένιο. Απ’ το θείο των παιδιών, τον έμπορο πρώτης γίλδιας κι αξιότιμο πολίτη της Οδησσού Σαραντόπουλο είχε πάρει μαζεμένους τους μιστούς του. Όλες οι οικονομίες του δυό χιλιάδες ρούβλια ασιγνάτσιες κ’ εξακόσια ασήμι. Πριν να φύγει από την Οδησσό έδωκε τα μισά χρήματα στην Επιτροπεία που έκανε τις προμήθειες για τον ιερό αγώνα, τ’ άλλα τα πήγαινε στη Λαύρα εισφορά.
Πρέπει ακόμη μερικά λόγια ν’ αφιερώσουμε στον καλόγερο πριν πάρει πλαγιά πλαγιά, κάτω από τα πανύψηλα δέντρα, το μονοπάτι που θα τον φέρει ίσα στις σπηλιές της Λαύρας – και τον χάνουμε μια και καλή.
Ήταν από κει που γεννιούνται οι μεγάλοι ταξιδευτές – Κεφαλλονίτης. Εδώ και τρία – τρισήμισυ χρόνια ξυπόλητος, με τρεις κασέλες βιβλία, παρουσιάστηκε στο αρχοντικό του Σαραντόπουλου – και δεν το κούνησε ολόκληρα τρία χρόνια! Περίπτωση  μοναδική στη ζωή του. Από παιδάκι ακόμη, μαζί με τον πατέρα του που ήταν πιτόρος - μπογιατζής και λαϊκός ζωγράφος μαζί - περπάτησε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, πήγαν στην Πόλη, ανέβηκαν και στη Βλαχία. Τα μεγάλα του όμως ταξίδια τ' άρχισε ο Μηνάς από το 1786 την άνοιξη, όταν, φτωχοκληρικός και φτωχοδιδάσκαλος, γνωρίστηκε στη Βενετία σε ηλικία 27 χρονών με το Γιώργη Παπάζογλου, το γνωστό μας λοχαγό του ρωσικού στρατού. Εργάστηκαν με τον Παπάζογλου μαζί. Μετάφρασαν στην ελληνική και τύπωσαν εκεί στη Βενετία τα επαναστατικά φυλλάδια, τον Κανονισμό του Στρατού, και τον ίδιο χρόνο πέρασε κι ο Μηνάς στην Κεφαλλονιά κι από κει στη Ρούμελη, στην Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου.
Έξι χρόνια αργότερα μ' ένα ρωσικό καράβι από την αρμάδα του Ορλόφ, γιομάτο πρόσφυγες μωραΐτες και νησιώτες, έβγαινε πρώτη φορά στη Χερσόνησο της Ταυρίδας, στη Μπαλακλάβα. Δεν έμεινε πολύ. Έφυγε για το Κίεβο. Τούτο το δρόμο που έκαναν τώρα τα δυο παιδιά, οι μαθητές του, ο καλόγερος τον είχε περάσει εδώ και χρόνια - τότε που πήγαινε στην Πετρούπολη δάσκαλος στο ελληνικό γυμνάσιο που άνοιξε εκεί η μεγάλη τσαρίνα Αικατερίνη. Δεν ήταν ο σκοπός του να ρίξει άγκυρα στην Πετρούπολη. Έπειτα από λίγα χρόνια πάλι η ρωσική φλότα θα κατέβαινε να κάψει τα ντελίνια της Τουρκιάς - και θα κατέβαινε κι ο Μηνάς.
Το οδοιπορικό αυτού του ανθρώπου είναι ατελείωτο. Όπως κι όλων των ρωμιών λογίων και μισολογίων που γύριζαν από πρωτεύουσα σε πρωτεύουσα, από αυλή σε αυλή, γιομάτοι ιδέες και πείσματα, στραβοβλέποντας ο ένας τον άλλον, μαχητικοί, φανατικοί δάσκαλοι σ' όλα από τις φιλοσοφίες των Πλατώνων ως το Χριστό και το Βολταίρο, γλωσσολόγοι, αστρονόμοι, στιχοπλόκοι έτοιμοι να πεταχτούν κι από το πρωτοΰπνι για κήρυγμα και διδασκαλία...
Δεν ξέρουμε καλά πού πήγε και τι έκαμε στο μακρύ και πλάνητα βίο του. Μέσες άκρες, από δικές του φαίνεται εξιστορήσεις, τα οικογενειακά χρονικά των Σαρανταπουλαίων της Οδησσού έχουν διαφυλάξει ότι στην Πετρούπολη τότε έμεινε λίγο καιρό. Ήρθε σε θανάσιμη διένεξη μ' έναν άλλο ρωμιό, δάσκαλο και κληρικό, τον πάτερ Αναστάσιο, που είχε γνωρίσει πρωτύτερα στην Πάτμο κι έγιναν φίλοι. Ο Αναστάσιος ήταν δυο χρόνια πριν από το Μηνά στην Πετρούπολη, ήξερε καλά τα ρωσικά, έπιασε γνωριμίες και είχε και την προστασία του Ευγένιου Βούλγαρη που ήταν ακόμη τότε στην αυλή της Αικατερίνης. Κι εκείνος φαίνεται, ο Αναστάσιος, κάλεσε και το Μηνά ν' ανέβει στην Πετρούπολη να διδάξει στο σχολείο. Το γιατί ακριβώς μάλωσαν οι δυο καλόγεροι μένει άγνωστο. Το πήραν μαζί τους τα χρόνια κι ο ερμητισμός  του σχήματος. Ο Μηνάς έφυγε από την Πετρούπολη κακήν κακώς, κυνηγημένος από τον Αναστάσιο ως άθεος και φονεύς των ηθών. Το περιστατικό γεννά απορίες, αφού οι δυο μοναχοί ήταν φίλοι κι ομοϊδεάτες - συμπαθούσαν  τις νέες ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού, πρώτα το Βολταίρο, τον αγαπημένο κι επίσημο φιλόσοφο της τσαρίνας.
Μα ίσως εδώ βρίσκεται  το κλειδί: η Αικατερίνη, όπως ξέρουμε , αρνήθηκε το Βολταίρο. Κι έπειτα από μερικά χρόνια, τον έναν από τους δυο δασκαλοκαλόγερους, τον Αναστάσιο, τον βρίσκουμε σύγκελο στην Ιερά Σύνοδο με ελεύθερο πασαπόρτι στο παλάτι. Με την ευλογία της Συνόδου και τη συγκατάθεση της τσαρίνας, κάνει κι αυτός το κατά δύναμιν για να πάρει ελληνική μόρφωση ο εγγονός της τσαρίνας, ο Κωνσταντίνος, που η τρανή γιαγιά του ήθελε να τον δει αυτοκράτορα των ρωσογραικών. Έπειτα κάνει εντύπωση ότι από του Αναστάσιου τα δόντια γλίτωσε το Μηνά ο κόμης Αλέξανδρος Βοροντσόφ, πρόεδρος της κολέγιας του εμπορίου, ένας άνθρωπος με δυνατά μέσα και φιλελεύθερες ιδέες, ο ίδιος που έπειτα από χρόνια θα σώσει από την κρεμάλα της Αικατερίνης τον γνωστό λόγιο Ραντίσεφ. Άλλη μια λεπτομέρεια: Τη χρονιά που κυνηγήθηκε ο Μηνάς, ο νεαρός Ραντίσεφ έχει πια γυρίσει από την Ευρώπη. Νέος καλλιεργημένος και φιλελεύθερος, είναι κατασυγκινημένος από το δράμα των Ελλήνων. Μεταφράζει στα ρωσικά ελληνικά επαναστατικά φυλλάδια που φτάνουν στα χέρια του, όπως γράφει σ' έναν πρόλογό του, κατευθείαν από το Αρχιπέλαγος - από το Αιγαίο όπου από το 1768 ως το 1774 βρισκόταν κι ο πάτερ Μηνάς. Όπως και να' χει το πράγμα, ο Μηνάς γλίτωσε. Αφού έκανε μερικά χρόνια έγκλειστος στη Μονή Σταρολάντοζκι, κατάφερε να ξαναβγεί στην ελευθερία και να τραβηχτεί κατά το νότο, μακριά από το μοχθηρό μάτι του Αναστάσιου, που' χε γίνει στο μεταξύ πανίσχυρος κι ήταν μέσα σ' όλες τις γραικορωσικές υποθέσεις της Εκκλησίας και ακόμη της Αυλής.
...Πέρασαν χρόνια ως τότε που παρουσιάστηκε στην Οδησσό στους Σαραντοπουλαίους. Άγνωστο πού χάθηκε όλον αυτό τον καιρό. Μόνο κάποιο φεγγάρι στο ρωσοτουρκικό πόλεμος του 1806, εβδομηντάρης σχεδόν, ακούγεται κοντά στον δεσπότη της Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο, κάποια όπως βαριά αρρώστια τον πετάει, πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος, στο Κίεβο κι αποκεί στην παλιά πρωτεύουσα  με τους χρυσούς τρούλους και τα μοναστήρια, στη Μόσχα.
Στην Οδησσό ήρθε από κάποιο μοναστήρι του Άστραχαν. Από καιρό ζητούσε ο Σαραντόπουλος στα μοναστήρια και στις επισκοπές έναν δασκαλόπαπα καλόν, διαβασμένον. Τον ήθελε για τον ανιψιό του Ευγένιο, μοναχοπαίδι της αδελφής του που έχασε τον άντρα της, συνταγματάρχη  του ρωσικού στρατού από παλιό βυζαντινό σόι, στη μάχη του Μποροντινό το 1812. Ο Ευγένιος μεγάλωνε τώρα στο σπίτι του κι ο άτεκνος Σαραντόπουλος τον λογάριαζε παιδί του και κληρονόμο του.
Φαίνεται λοιπόν πως από τότε, από τη λαχτάρα εκείνη που του έκανε ο Αναστάσιος, δεν ξαναπάτησε ο Μηνάς στην Πετρούπολη. Η μεγάλη πόλη, η πρωτεύουσα του απέραντου βασιλείου, τον είχε πικράνει πολύ - τη φοβόταν. Πελώρια Μέδουσα του άρεσε να τη ζωγραφίζει στα χαρτιά του ξενερισμένη εκεί στην άσπρη θάλασσα του βορρά, με νουρά ψαριού, στήθος αμαρτωλό και μορφή ανθρώπου, που ήταν πάντοτε η γλοιώδης και φαρμακερή μορφή του Αναστάσιου.
Και να τώρα ξεπροβόδιζε για κει τον αγαπημένο του μαθητή Ευγένιο! Τρία χρόνια αφιέρωσε ο Μηνάς στον καλό αυτό νέο, τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Του έδωσε πολλά, όλα που μπόρεσε. Γιατί τον αγάπησε σαν παιδί του, πνευματικό παιδί του - αλλιώτικα πώς να μείνει ολόκληρα τρία χρόνια στον ίδιο τόπο! Τον αγάπησε γιατί ήταν έξυπνος κι ενάρετος και θα γινόταν - ήταν βεβαιωμένος γι' αυτό ο Μηνάς - άξιος άνθρωπος που θα' κανε καλό στους άλλους ανθρώπους και πρώτα στο δυστυχισμένο γένος. Μα να ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και πήγαινε κι αυτός εκεί. Τι τον περίμενε λοιπόν απάνω εκεί στις άσπρες θάλασσες; Ποιος νέος Αναστάσιος να του ' χε κι αυτουνού στημένο καρτέρι μες στα πολλά γυρίσματα που παίρνουν τόσο ξαφνικά οι νέοι χρόνοι κι οι καιροί;

***

...Έπεφτε ο ήλιος. Η άμαξα ροβόλησε στο ποτάμι και δε φαινόταν. Στην κοιλάδα του Δνείπερου πέφταν τα φρόνιμα χρώματα του δειλινού. Η φαρδιά ζωγραφιά με το ποτάμι και τους πράσινους λόφους, τα σπαρμένα χωράφια και τον καθαρό ουρανό έμπαινε σαν καλή μέρα στη συννεφιασμένη ψυχή του καλόγερου. Καλό σημάδι για το μακρινό ταξίδι των παιδιών. Ηρέμησε. " Ποιος ξέρει, είπε. Η ζωή η δική μου ήταν νύχτα, η ζωή η δική του ας είναι το ξημέρωμα και η μέρα. Ο Θεός να του δώσει!"
Έκαμε πάλι το σταυρό του.
- Ευτυχείτε! είπε πάλι και σκύβοντας πήρε από χάμω το δισάκι, το' ριξε στον ώμο και τράβηξε σκυφτός κάτω από τα δέντρα για τις βαθιές σπηλιές της Λαύρας.

2. Ταξιδεύοντας

Σα να έχασα δεύτερη φορά τον πατέρα μου, είπε μ' αναστεναγμό ο Ευγένιος.
Ο Ιωάννης χαμογέλασε.
- Ουδέν κακόν αμιγές καλού, Ευγένιε. Θαρρώ μάλιστα ότι το καλό είναι απείρως μεγαλύτερο. Δεν παραγνωρίζω τα καλά του γέροντα ο οποίος σου έδωσε πολλά, όπως κι εμένα, παρ' όλο που εγώ λίγο ευτύχησα να είμαι μαζί του. μας έδωσε και των δυο πολλά!
- Μας πρόσφερε πολλά, είναι αλήθεια, είπε ο Ευγένιος. Το αγγείο όμως το δικό μου, Ιωάννη, ελάχιστα συγκράτησε.
- Και τι να πω τότε εγώ, Ευγένιε! Άι, αν δεν ήξερα την ειλικρίνειά σου θα το' παιρνα πως δεν το' πες για τον εαυτό σου...Μα ας είναι. Είμαι σύμφωνος πως κι άλλα χρήσιμα πράγματα θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε από το δικό του αγγείο στα δικά μας. Αλλά δε νομίζεις κι εσύ πως πρέπει κάπου να έχουμε αφήσει άδειο μέρος για όσα θ' ακούσουμε και θα δούμε αποδώ και εμπρός;
Ο Ευγένιος γέλασε:
- Άδειο μέρος στο κεφάλι μου; Ποτέ!
- Θέλω να πω ότι ο πάτερ Μηνάς με τους αρχαίους του και με τους Φράγκους του το' φαγε το ψωμί του. Πάνε εκείνα. Ανήκουν σ' άλλους αιώνες. Ο πάτερ Μηνάς...
Τον άκουσε ο Ευγένιος σιωπηλός.
- Φίλε μου, είπε μετά, δεν έχεις δίκιο. Σε βεβαιώνω ότι ποτέ, ακούγοντας τον πάτερ Μηνά, δεν είπα πως μαζεύω κειμήλια στο μυαλό μου. Όσο παλιές και να' ναι οι γνώσεις μας, όλο και κρατάνε κάτι που είναι νέο, φτάνει να είναι αληθινές κι αξιόλογες. Κατ' εμέ, αν θέλεις, ένας νέος της δικής μας ηλικίας, άμα δεν είναι παιδομαθής και δεν φροντίζει να πολλαπλασιάζει τις ιδέες του, είναι πιο αρχαίος από ένα διαβασμένον που έζησε τα παλαιότερα χρόνια, αλλά πάσχιζε να μαθαίνει όλα εκείνα που είπαν άλλοι άνθρωποι σοφότεροί του...
Ο Ιωάννης έρριξε μια πλάγια ματιά, η όψη όμως του Ευγένιου ήταν σοβαρή, πάλι δε φαινόταν να το είπε για τον Ιωάννη. Μα η σκέψη ότι τα λόγια του θα μπορούσε κανείς να τα πάρει κι έτσι έκανε τον Ιωάννη να χάσει κάθε όρεξη για τη συζήτηση.
-Ναι, ναι, μουρμούρισε και βάλθηκε να κοιτάζει μέσ' από το τζάμι τους χαμηλούς λόφους που άφηνε η άμαξα στο πλάι.
Ο Ευγένιος συνέχισε:
- Αλήθεια, πιστεύεις , Ιωάννη, ότι η διδασκαλία των Φράγκων του περασμένου αιώνα πέθανε κι αυτή μαζί με τους δασκάλους κι ανήκει στα μνημεία και στην ιστορία; Εγώ σκέφτομαι αλλιώς. Ξανοίγω μεγάλη συνέχεια στα όσα εκείνοι εδίδαξαν και στις ιδέες που εμείς τώρα κρίνουμε καλές. Κι έπειτα βλέπω την ίδια συνέχεια μεταξύ της σοφίας εκείνων και των παλιότερων έως τους πιο αρχαίους. Με τη διαφορά πως εκείνοι, οι πρώτοι, ήτανε μικροί στο ανάστημά των, ενώ ετούτοι μεγαλύτεροι, όχι όμως γιατί γεννήθηκαν σοφότεροι, αλλά επειδή τις γνώσεις δεν έκατσαν να τις φτιάξουν εξυπαρχής, παρά στάθηκαν απάνω στα όσα είχαν δημιουργήσει όλοι μαζί οι προγενέστεροι. Έτσι που σαν μιλάμε τώρα για έναν Ελβέτιο ή για το δημιουργό του "Αιμίλιου", στοχαζόμαστε κι όλους τους προγενέστερους, ξεχωρίζουμε τα σκαλοπάτια που πάτησε ο νεώτερος για ν' ανέβει στη δική του κορυφή.
Ο Ευγένιος έμεινε μια στιγμή σκεφτικός και χαμογελώντας πρόστεσε:
- Αν μου τύχαινε το δώρο του ζωγράφου, θα έκανα μια προσωπογραφία του Φρανσουά Μαρί Αρουέ. Θα προσπαθούσα να τον φτιάξω ώστε ο καθένας να γνώριζε το συγγραφέα του " Φιλοσοφικού Λεξικού" έτσι που τον ξέρουμε από την εργασία του Χουντόν. Συνάμα θα βασανιζόμουν να' βρω τρόπους ώστε στη φιγούρα, στην κόμμωση, στην ενδυμασία, είτε στο χώρο που θα τον περιβάλλει, στην ατμόσφαιρα που θα δημιουργούσα, να μπορεί κανείς να μαντέψει τις σκέψεις αυτές, τη διαδοχή των γνώσεων, δηλαδή θα έκαμνα από κάπου να προβάλει εκεί μέσα κι η θύμηση του Θαλή, του Πλάτωνα, του Χριστού...
Ο Ιωάννης τινάχτηκε.
Βολταίρος, Μοντεσκιέ, Διδερό, Ελβέτιος, Ρουσσό, ο αββάς Ραινάλ - σαν τα πουλιά γύρω στη φωλιά τους τα φράγκικα ονόματα άρχιζαν να φτερουγίζουν όταν ο πάτερ Μηνάς ερχόταν να' βρει τον Ευγένιο πάνω στη μεγάλη κάμαρα του αρχοντικού ή τ' απογέματα στον κήπο κάτω από τα κυπαρίσσια και τις ανθισμένες μανόλιες. Σαν άναβε η συζήτηση άλλαζαν όψη και οι δυό τους: ο καλόγερος φυσούσε από πάνω του την κάπνα των αιώνων του, ο Ευγένιος τα ίχνη της καχεξίας του. Το πρόσωπό του έπαιρνε εκείνη τη γοητεία που τόσο ζήλευε ο Ιωάννης. Ναι, το καταλάβαινε ο καθένας - αν έγινε καλά ο Ευγένιος από τη βαριά αρρώστια, σε τούτον τον αναθεματισμένο καλόγερο έπρεπε να το χρωστά, όχι στις κούρες, όχι στους γιατρούς που έστελνε και φώναζε ο Σαραντόπουλος απ' ολούθε.
Μισοπεθαμένον από τύφο εδώ και τρία χρόνια, την άνοιξη του 1821, τον φέραν απάνω στην άμαξα από τη Μολδαβία, όπου πήγε και κατατάχτηκε στον Ιερό Λόχο. Αυτή η αρρώστια του Ευγένιου ήταν η αιτία να κουβαληθεί στην Οδησσό κι ο Ιωάννης. Τον έφερε  η μητέρα του, αδελφή της γυναίκας του Σαραντόπουλου , γιατί από χρόνια ζέσταινε ένα όνειρο να δει το παιδί της κληρονόμο του άτεκνου γαμπρού της. Ο Ιωάννης ήταν φτωχός, ο δικός του πατέρας, ταπεινός Έλληνας από τη Μπαλακλάβα, κατώτερος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, σκοτώθηκε στη Σούμλα το 1810 και τ' ορφανό το δώσαν στη Μόσχα, στο στρατιωτικό γυμνάσιο. Άλλη μια φορά τότε, πριν τον πάει στη σχολή, μιλημένη με την αδελφή της, τον έφερε η μητέρα του στην Οδησσό. Ο μωραΐτης Σαραντόπουλος δεν του έδειξε συμπάθεια. Μυρίστηκε τα διαβούλια των δύο γυναικών και το' κοψε· τον Ιωάννη δεν θα τον κρατούσε. Τώρα όμως ποιος ξέρει - η βαριά αρρώστια του Ευγένιου μπορεί να τον έκανε να σκεφτεί αλλιώς. Γι' αυτό η μάνα του Ιωάννη έφυγε για την Πετρούπολη, έφτασε με συστατικό γράμμα κι ως τη Βαρσοβία, στο ρωμιό στρατηγό Κρούτα, τον αυλάρχη του μεγάλου πρίγκηπα Κωνσταντίνου. Ο Ιωάννης αποσπάστηκε στην Οδησσό, στη φρουρά του διοικητή Λανζερόν. Ήταν ελεύθερος από την υπηρεσία του κι έμενε στο σπίτι του θείου του - " να' ναι κοντά στον Ευγένιο". Δεν τον είδε ο Σαραντόπουλος  ούτε και τούτη τη φορά με καλό μάτι - όταν ο Ευγένιος έγινε καλά και δέχτηκε να φύγει για την Πετρούπολη να υπηρετήσει στην κολλέγια των διπλωματικών υποθέσεων, άφησε και τον Ιωάννη να πάει στο καλό του. Μόνο φρόντισε να τον τοποθετήσουν στην Πετρούπολη, στο Ανακτορικό Σύνταγμα Σεμιόνοφσκι, που εκείνη μόλις τη χρονιά, ύστερ' από τη στάση του 1820, ξαναπόκτησε την εύνοια του αυτοκράτορα. Ήταν κι αυτό κάτι.
Τις σοφές κουβέντες του καλόγερου με το μαθητή του τις είχε παρακολουθήσει κι ο Ιωάννης. Τις παρακολουθούσε βουβά. Δε φιλονίκησε ποτέ μαζί τους, δεν άφησε να φανεί πόσο τον πείραζε να τους ακούει να μιλάνε με τόση λατρεία για τους Φράγκους που το κράτος επίσημα τους είχε αρνηθεί, όπως κι η εκκλησία. Να φιλονικήσει με τον Ευγένιο ήταν μάταιο, με τον πάτερ Μηνά σωστή τρέλα - ο καλόγερος ήταν οξύθυμος, τσουχτερόστομος, έτοιμος ν' αρχίσει ατελείωτη διαμάχη φωνάζοντας, χειρονομώντας, ξετρυπώνοντας σωρό φυλλάδια από το ξυλωμένο ράσο του κι από το σάκκο του. Ο σάκκος του πάτερ Μηνά! Και τι δεν κουβαλούσε εκεί μέσα: σταυρούς και κονισματάκια, κεριά και μόσχους, το προσφάι του, βελόνες, κουβάρια με άσπρο και μαύρο μιτάρι, κοντυλοφόρους, καλαμάρια και βιβλία - Λογικές, Γραμματικές, Γεωγραφίες, Ιστορίες, Αστρονομίες, κίτρινα όλα, λιγδιασμένα, τραγανισμένα γύρω - γύρω από τα ποντίκια, αναθεματισμένα τα περισσότερα από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Ρίγος τον έπιανε τον Ιωάννη όταν έσκυφτε ο καλόγερος πάνω από το σάκκο του κι έπαιρνε να ξετυλίγει το κομποσκίνι. Ενώ ο Ευγένιος! Άρπαζε από τα χέρια του Μηνά τα λαδωμένα φυλλάδια και πολλά από δαύτα τα κουβάλαγε με μια παράξενη χαρά στην κάμαρά του κι όλο το σπίτι μύριζε ανυπόφορα λιβάνι, σκόρδο, ελιές, παστά, ψάρια...
Τα βιβλία αυτά του Μηνά, όπως κι οι κουβέντες που έκανε με τον Ευγένιο, ήταν όλα εκ του πονηρού, τον Ευγένιο δε θα τον βγάζαν σε καλό - έτσι πίστευε ο Ιωάννης. Είχε σκεφτεί τότε στις αρχές να τα πει αυτά στο Σαραντόπουλο. Αλλά γιατί; Φρονιμότερο ήταν να σιωπούσε και για τ' αφορισμένα φυλλάδια του Μηνά κι ένα σωρό ακόμη βιβλία και χειρόγραφα που μάζευε ο Ευγένιος από φίλους και γνωστούς, πλήθος τετράδια που είχε ξεσηκώσει ο ίδιος με κωμωδίες και δράματα που κυκλοφορούσαν κρυφά από τις κρατικές αρχές, χέρι με χέρι, ποιήματα νέων ρώσων ποιητών που σατίριζαν  και ελεεινολογούσαν τους τυράννους κι άλλα εξυμνούσαν παλιούς και νέους τυραννοκτόνους από τον Αρμόδιο και τον Αριστογείτονα ως το Γερμανό φοιτητή Ζαντ και το Γάλλο σαμαρά Λουβέλ. Όλ' αυτά τα κουβαλούσε τώρα μαζί του. Ένα από τα κιβώτια με τις αποσκευές που ταξίδευαν μπροστά απ' αυτούς ήταν γιομάτο φυλλάδια του Μηνά - ο Ευγένιος τα' δωσε και τα έντυσαν εξώφυλλο - και πλήθος χειρόγραφα αντιγραμμένα με το ίδιο του το χέρι.
Δε μιλούσε για όλ' αυτά ο Ιωάννης. Ούτε και τώρα στο αμάξι ήθελε να φιλονικήσει με τον Ευγένιο. Πειράχτηκε όμως μ' αυτό που άκουσε κι είπε:
- Χάος απύθμενο χωρίζει τα δυο ονόματα. Το ένα συμβολίζει τη θεότητα, ενώ το άλλο την ασέβεια σε ανθρώπινα και θεία. Απορώ πώς δεν το βλέπεις.
- Δεν υπάρχει χάος, απάντησε ο Ευγένιος. Φτάνει να βρούμε τη γέφυρα και τότε εύκολα περνάμε από τον έναν στον άλλον.
- Διεφθαρμένο ανδράριο τον έχει αποκαλέσει ο Πατριάρχης. Όποιος τον ακολουθεί αφορίζεται από την εκκλησία μας. Ο αββάς Νονότ με μαθηματική ακρίβεια απόδειξε πως όλα τα λεγόμενα του Βολταίρου είναι ασεβή.
- Ο ίδιος ο αββάς, ήταν η απάντηση του Ευγένιου, μας έπεισε με τα συγγράμματά του πως δεν έχει δίκιο. Τώρα αυτό λίγοι το αμφισβητούν, μόνο οι ιερατικές κι οι στρατιωτικές σχολές. Ίσως κι ο ίδιος ο αββάς να το παραδεχόταν αν ήταν ακόμη ζωντανός. Όσο για το Πατριαρχείο, αφού περάσουν κάμποσα χρόνια, άλλα πράγματα μπορεί να μας πει για το σοφό του αιώνα μας. Και μάλιστα με την ίδια ευκολία που βιάστηκε να τον αναθεματίσει πριν σωπάσουν οι ύμνοι που πλέκανε γι' αυτόν μέχρι σχεδόν τη μέρα του θανάτου του. Πολλά είναι τα λυπηρά σε τούτη την ιστορία, αγαπητέ Ιωάννη...
- Λυπηρός κι απορίας άξιος ο φανατισμός σου!
- Αν έχει όπως το λες. Αλλά τιμώ το φιλόσοφο επειδή πρώτος αγωνίστηκε εναντίον του φανατισμού. Αν το βλέπεις και σε μένα αυτό το κακό, πε μου πού είναι να την " π α τ ά ξ ω  τ η ν   έ χ ι δ ν α" - τελείωσε εύθυμα ο Ευγένιος.
Ο Ιωάννης μετανόησε για όσα είπε - ό,τι είχε την πρόνοια ν' αποφύγει δυο χρόνια, να, το πάθαινε τώρα, σε μια στιγμή που τον θόλωσε ο θυμός.
- Καλά, καλά, είπε και δοκίμασε να πάρει άλλο τόνο, να μιλήσει σα μεγαλύτερος που ήταν κατά τρία χρόνια από τον Ευγένιο: Όταν ένας άνθρωπος έχει ξεσηκώσει εναντίον του όλο τον κόσμο, δε μπορεί, Ευγένιε, να είναι δάσκαλός σου και παράδειγμά σου!
- Τι θα' λεγες, αν τον κάρφωναν κι εκείνον στο σταυρό...
...Ως το τέλος του πολυήμερου ταξιδιού οι δύο νέοι δεν ξαναμίλησαν γι' αυτά...
( απόσπασμα)


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος , φύλλα - φτερά, διηγήματα, Εκδόσεις Πολύτυπο, Αθήνα 1983
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γεννήθηκε στις 26 Μαΐου 1924 .
Η νουβέλα " Ευτυχείτε" δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης το Μάρτιο του 1966.