Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος

 Μπολιβάρ

Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους, 
     για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
     τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
     γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
     κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
     γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
     πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
     οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
     νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Γι’ αυτούς θα πω τα λόγια τα ωραία, που μου τα υπαγόρευσε
     η Έμπνευσις,
Καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθια του μυαλού μου όλο
     συγκίνηση
Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες, του
     Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Σίμωνος Μπολιβάρ.


****************************************************

Μπολιβάρ! Όνομα από μέταλλο και ξύλο, είσουνα
     ένα λουλούδι μέσ’ στους μπαχτσέδες της Νότιας Αμερικής.
Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μέσ’ στην καρδιά σου,
     μέσ’ στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.
Η χέρα σου είτανε μεγάλη σαν την καρδιά σου,
     και σκορπούσε το καλό και το κακό.
Ροβόλαγες τα βουνά κι ετρέμαν τ’ άστρα, κατέβαινες
     στους κάμπους, με τα χρυσά, τις επωμίδες,
     όλα τα διακριτικά του βαθμού σου,
Με το ντουφέκι στον ώμο αναρτημένο, με τα στήθια
     ξέσκεπα, με τις λαβωματιές γιομάτο το κορμί σου,
Κι εκαθόσουν ολόγυμνος σε πέτρα χαμηλή, στ’ ακροθαλάσσι,
Κι έρχονταν και σ’ έβαφαν με τις συνήθειες των πολεμιστών Ινδιάνων,
Μ’ ασβέστη, μισόνε άσπρο, μισό γαλάζιο, για να φαντάζης
     σα ρημοκκλήσι σε περιγιάλι της Αττικής,
Σαν εκκλησιά στις γειτονιές των Ταταούλων,
     ωσάν ανάχτορο σε πόλη της Μακεδονίας ερημική.

Μπολιβάρ! Είσουνα πραγματικότητα, και είσαι,
     και τώρα, δεν είσαι όνειρο.
Όταν οι άγριοι κυνηγοί καρφώνουνε τους άγριους αετούς,
     και τ’ άλλα άγρια πουλιά και ζώα,
Πάν’ απ’ τις ξύλινες τις πόρτες στ’ άγρια δάση,
Ξαναζής, και φωνάζεις, και δέρνεσαι,
Κι είσαι ο ίδιος εσύ το σφυρί, το καρφί, κι ο αητός.


*****************************************************

Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ώς νάρθης η Νότια Αμερική
     ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει
     την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια, και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν από τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν
     τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας
     μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε
     στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν
     τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας....(απόσπασμα)


Νίκος Εγγονόπουλος , Μπολιβάρ, ένα ελληνικό ποίημα , Ποιήματα Α -Β , Ίκαρος 1977


Η βυκάνη

ως την Kωνσταντινούπολη φυσάει αλύπητα
ο αφορεσμένος ο Kαράγιαλης
(πούρχεται από τον Bοριά)
και στη Θεσσαλονίκη λυσσομανάει πεισματάρικα
ο τρομερός Bαρδάρης
εκεί κατά πολύ μεγάλο ποσοστό τα σπίτια τους
τα χτίζουν ξύλινα
έτσι που να μπορούνε τον χειμώνα κάπως να ζεσταίνωνται
και να μη ξεπαγιάζουν

αλλοίμον’ όμως το κατακαλόκαιρο οι μελιτζάνες σα φανούν
κι’ αρχίσουνε τα τηγανίσματα και οι φουβούδες;
μια μόνη σπίθα αρκεί για να φουντώση το μεγάλο το κακό
μερόνυχτα να μαίνωνται οι πυρκαϊές
και να σωριάζωνται καπνίζοντα χαλάσματα
απέραντοι μαύροι ερειπιώνες
να καταντούνε
οι μεγαλουπόλεις

λοιπόν οι κάτοικοι ―πληθυσμοί αμιγώς ελληνικοί―
για νάβρουν έτσι μια κάποια λύση
στην λες ουρανόπεμπτη ―συχνά επανερχόμενη― θεϊκιά κατάρα
ξαναθυμούνται τους παληούς μύθους της Φυλής
προ πάντων ―τους συμφέρει― τον μύθο τον παλιό τον Φοίνικα
που από τις στάχτες του ανασταίνεται ―ξαναγεννιέται―
ακέριος σαν και πριν

Συνέπεια: εις την Kωνσταντινούπολη γεννήθηκε
ο πατέρας μου
σε μιαν ωραία πλατεία της Σαλονίκης στήθηκε
του ήρωα Παύλου Mελά εύμορφο άγαλμα
και ξέρω κάποιον ―να τον ξέρω άραγες;―
όπου στης Πόλεως τα μέρη κάποτες γνώρισε
―ανάμεσα σε πολλά πράματα θάματα και περιπέτειες―
μια δάφνη (δέντρο)
ωραία και με τις δόξες της και με τις πίκρες της
στη μνήμη του να ξαναφέρη τη δαφνοπούλα πάλε
πηγαίνει ―σα βραδυάζη― να πιη ένα κατοσταράκι στο μπακάλικο
του Kαχριμάνη στου Ψυρρή
(εκεί που παλαιότερα εσύχναζ’ ο Παπαδιαμάντης)

κάποτε ―μα χαμηλόφωνα― τραγουδάει το μεράκι του
και διακριτικά στο όργανό του
τον συνοδεύει
ο Mικρασιάτης με το μπουζούκι
(πάλι του Παπαδιαμάντη)


(από το Στην Κοιλάδα με τους Ροδώνες, Ίκαρος 1992) 
Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Ο Ζωγράφος




Οι πίνακες από εδώ


Τεχνίτης του χρωστήρα και του στίχου, ένας από τους συνεπέστερους εκπροσώπους του Υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 1907 και πέρασε τα μαθητικά του χρόνια (1919-1927) εσωτερικός σε σχολείο του Παρισιού. 
Στην Αθήνα επέστρεψε το 1927 για να υπηρετήσει τη θητεία του ως ακροβολιστής στο 1o Σύνταγμα Πεζικού. Απολύθηκε το 1928 κι εργάστηκε ως το 1930 ως μεταφραστής σε τράπεζα και ως γραφέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Παράλληλα, φοιτούσε σε Νυχτερινό Γυμνάσιο. 
Από το 1930 έως το 1933 εργάστηκε ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεως του Υπουργείου Δημοσίων Έργων. Το 1932 γράφτηκε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Παρθένη, ενώ φοίτησε στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και γνωρίστηκε με τον Γιάννη Τσαρούχη και τον Δημήτρη Πικιώνη. 
Το 1939 πραγματοποιεί την πρώτη του ατομική έκθεση. Με επιρροές από τo μεταφυσικό κόσμο του Ντε Κίρικο και την υπερβατικότητα της βυζαντινής τέχνης προσπαθεί να εκφράσει την παγκοσμιότητα του ελληνισμού, μέσα από την πολυσημία της σουρεαλιστικής γραφής. 
Ένα χρόνο νωρίτερα είχε εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν», η οποία προκάλεσε εντονότατες αντιδράσεις κι έλαβε τις διαστάσεις φιλολογικού σκανδάλου. Μερίδα των κριτικών τον ειρωνεύτηκε, όπως και τον Εμπειρίκο άλλωστε, θεωρώντας τη γραφή του πνευματικό παιγνίδι χωρίς βαθύτερο αντίκρισμα. 
Μοναδικός του υπερασπιστής υπήρξε ο επίσης υπερεαλιστής Ανδρέας Εμπειρίκος. Του έγραφε: «Νικόλαε Εγγονόπουλε, σε αυτόν τον κόσμο δύο είναι τα μεγαλύτερα και πιο πολύτιμα στοιχεία, ο Έρωτας και το Σπαθί. Όλα τα άλλα έρχονται κατόπιν και τελευταίο από όλα η κριτική. Είσαι πραγματικά μεγάλος ποιητής, άσε λοιπόν οι άλλοι να λένε ότι θέλουν». 
Το 1941 πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο και αιχμαλωτίσθηκε από τους Γερμανούς. Μεταφέρθηκε σε στρατόπεδο εργασίας, απ' όπου δραπέτευσε και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια.  
Το 1944, με νωπές τις αναμνήσεις του πολέμου, παρουσιάζει τον «Μπολιβάρ», την κορυφαία στιγμή της ποίησής του. Μέσα από τη μορφή του Σιμόν Μπολιβάρ, του απελευθερωτή της Νότιας Αμερικής από τους Ισπανούς, ο Εγγονόπουλος δίνει το διαχρονικό πρότυπο του αγωνιζόμενου ανθρώπου, χωρίς τους περιορισμούς φυλής, χώρας ή εποχής. Σύμφωνα με τον επιγραμματικό χαρακτηρισμό του κριτικού Ανδρέα Καραντώνη, το μακροσκελές αυτό ποίημα αποτελεί τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» της γενιάς του '30. 
Το 1945 ξεκίνησε πανεπιστημιακή καριέρα στο ΕΜΠ ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου. Το 1969 έγινε καθηγητής στην έδρα Ελεύθερου Σχεδίου και εντεταλμένος στην έδρα Γενικής Ιστορίας της Τέχνης.  Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε το 1973 με τη συνταξιοδότησή του. 
Το 1958 του απονεμήθηκε το πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Εν Ανθηρώ Ελληνι Λόγω», ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο με το Χρυσό Σταυρό του Γεωργίου Α'. Το 1979 θα του απονεμηθεί εκ νέου το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για την ποιητική του συλλογή «Στην κοιλάδα με τους ροδώνες». 
Πέθανε στις 31 Οκτωβρίου 1985 από ανακοπή καρδίας. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Η καλλιτεχνική δημιουργία τού Νίκου Εγγονόπουλου τοποθετείται στην πρωτοπορία του ελληνικού υπερρεαλισμού. Βασικά χαρακτηριστικά του έργου του αποτέλεσαν η ιδιότυπη χρήση της δημοτικής γλώσσας και οι συμβολικές μορφές του, μέσω των οποίων πρόβαλε το αίτημα για μια ελληνοκεντρική σουρεαλιστική ποίηση και μια νέα έκφραση ελληνικότητας. 
Ποιήματα του Νίκου Εγγονόπουλου έχουν μεταφρασθεί σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Επιπλέον, έχουν μελοποιηθεί από τον Μάνο Χατζιδάκι, τον Αργύρη Κουνάδη και τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Τα βιογραφικά του ποιητή από εδώ


Μελοποιημένα ποιήματα του Εγγονόπουλου











Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

30 Οκτωβρίου 1988 - μνήμη Τάσου Λειβαδίτη


Αγαπημένη 
μπορεί να κρυώνω όταν βρέχει
μπορεί να χαϊδεύω στις τσέπες μου τα ψίχουλα της ανάμνησης
ακόμα καίνε οι παλάμες μου που κάποτε σε κράτησαν
μα δεν μπορώ να γυρίσω.

Πώς ν' αρνηθώ το ξεροκόμματο που μοιράσαμε είκοσι άνθρωποι
πώς ν' αρνηθώ τη μητέρα μου που καρτεράει μια κούπα φασκόμηλο
πώς ν' αρνηθώ το παιδί μας που τού τάξαμε ένα χωνάκι ουρανό
πώς ν' αρνηθώ το Νικόλα - 
τραγουδούσε, μάθαμε, καθώς τον πυροβολούσαν.

Αν γυρίσω δε θα' χουμε λάμπα, δε θα' χουμε πού
ν' ακουμπήσουμε τ' όνειρό μας.
Θα καθόμαστε αμίλητοι.
Κι όταν θα θέλω να σε κοιτάξω
σαν ένα σύννεφο θα σκεπάζει τα μάτια μου
η τρύπια αρβύλα του συντρόφου που αρνήθηκα.
Να μ΄αγαπάς.
Κι όταν κάποτε ξαναγυρίσω
βαστώντας σαν ένα μεγάλο μπόγο την καρδιά μου
θα καθίσουμε στα φαγωμένα σκαλοπάτια.
Δε σ' αρέσουν πια τα ροζιασμένα μου χέρια - θα πω.
Θα χαμογελάσεις και θα σφίξεις τα χέρια μου.
Έν' άστρο θα κουδουνίσει στο βρεγμένο ουρανό.
Μπορεί
και να κλάψω.


Τάσος Λειβαδίτης,  Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο (1950 - 1956) (απόσπασμα από το ποίημα Απλή κουβέντα) . Γραμμένο στη Μακρόνησο το 1950 .Βρίσκεται στην επιλογή ποιημάτων από τον Γιάννη Κοντό Υάκινθοι, βιολέτες και ηλιοτρόπια, Κέδρος, 2008

Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012

Το σπίτι

Χρόνης Μπότσογλου, Η σκοτεινή σκιά του ανθρώπου
      Την πρώτη μέρα των μαχών είδα από μακριά το σπίτι όπου είχα γεννηθεί. Πυρπολήσαμε το χωριό και με κατέλαβε μεγάλη αγωνία, αν και δεν ήμουν εγώ ο υπεύθυνος, μην τύχει και καεί. Δεν κάηκε ωστόσο, γιατί μια μαγιάτικη μπόρα στάθηκε τόσο ευνοϊκή μαζί μου, ώστε να σταματήσει τις φλόγες στα διπλανά σπίτια. Απόρησα με την εύνοια των στοιχείων. Καθώς στεκόμουν έφιππος και κουκουλωμένος μ' ένα μουσαμά, που σκέπαζε ως και τα πόδια του αλόγου μου, καθώς στεκόμουνα για να δεχτώ τη βροχή, που μού φαινότανε σαν αναφιλητό της φύσης, έλεγα πως δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Όχι γιατί επέστρεφα, μολονότι θα μπορούσε ακόμη κι ο ανόσιος νόστος μου να τιμηθεί από το αναφιλητό της φύσης, όσο γιατί, μόλις το είδα, τότε ξαφνικά θυμήθηκα πως είχα ένα σπίτι[...]

      Αν ήθελα, θα μπορούσα τις επόμενες μέρες να το είχα επισκεφθεί. Ήθελα[...] Ήθελα, αλλά προετοιμαζόμουν. Εξακολουθούσε να μού φαίνεται απίστευτο ότι το σπίτι είχε επιζήσει και με περίμενε να επιστρέψω - με περίμενε άραγε; Απίστευτο ότι είχα αφεθεί στο αίμα αυτού του πολέμου, απλώς και μόνο για να θυμηθώ την ύπαρξή του, σαν πεμπτουσία της μνήμης[...]

     Αποφάσισα να το επισκεφτώ το πρώτο βράδυ μετά τις μάχες [...] Βρήκα το κλειδί κάτω από την πέτρα που το κρύβαμε. Ευχαριστήθηκα με τον αυτόματο πληθυντικό - σήμαινε πως το σπίτι με περίμενε. Αναρωτήθηκα κατά πόσον ο ήπιος μεταλλικός φθόγγος του κλειδιού θα μπορούσε πια να ορίζει τη ζωή, την όποια ζωή, σαν αλληλουχία. Ο ήχος του ακούστηκε σαν εκπυρσοκρότηση και με τρόμαξε[...]

       Η πόρτα άνοιξε τρίζοντας. Μπήκα και την έκλεισα. Έπειτα στήριξα την πλάτη μου πάνω στα χοντρά σανίδια της πόρτας αναζητώντας τον δικό της σκελετό από νερά του ξύλου, ρόζους και καρφιά. Τα δάκρυα με υποχρέωσαν να κλείσω τα μάτια. Τυφλός, άρχισα να βυζαίνω τον ίδιο αέρα. Πέρασε αρκετή ώρα ώσπου ν' ανοίξω πάλι τα μάτια  και να πω ότι είχα  χορτάσει το γάλα. Διαπίστωσα πως η πόρτα, που πάνω της στηριζόμουν, είχε ψηλώσει, ενώ εγώ είχα μικρύνει σε παιδί. Μ΄ένα δεξί χεράκι σκούπισα τα χείλια.

     Αποσπάστηκα από την πόρτα και προσπάθησα να περπατήσω, νιώθοντας αδύναμος και φθαρτός. Με το ίδιο χεράκι στηρίχτηκα στον τοίχο κι έκανα ένα γύρο στο σπίτι. Κοντά στην παραστιά έβγαλα μια πέτρα από τον τοίχο, αλλά η σφεντόνα δεν ήταν πια εκεί[...] 

    [...] Παρά τις ενθυμήσεις μου, το σπίτι βρισκόταν άδειο, δείχνοντας πως δεν είχε κατοικηθεί για χρόνια. Μια σχεδόν ανεπαίσθητη ομολογία των οριζοντίων, των κάθετων και της καμπύλης, πως απουσίασαν τα αισθήματα. Κάτι σαν σκόνη ή σαν ιστός αράχνης στις γωνίες. Με το ίδιο χεράκι όφειλα να παραμερίσω τα πέπλα τους.

    Προχώρησα και στάθηκα ακριβώς στη μέση της κεντρικής καμάρας. Άνοιξα μια μικρή λακκούβα στο πατημένο ξερό χώμα του δαπέδου. Αλλά δεν είχα όσα χρειαζόμουν. Ούτε άλλο αίμα από το δικό μου. Χάραξα με το γιαταγάνι το λεπτό δέρμα του καρπού, κι άφησα να χυθούν μερικές σταγόνες μέσα στη λακκούβα. Ύστερα κάθισα και περίμενα λέγοντας τα λόγια. Περίμενα ώρα, σαν ν' αντιστέκονταν οι ίσκιοι στα παρακάλια μου. Φοβόμουν μήπως δεν μπορούσαν να εισακουστούν, αφού δεν είχα τα απαιτούμενα, ή και για άλλους λόγους, που εδώ μέσα θα μπορούσαν να με συντρίψουν. Τέλος πολύ αργά, σαν ένα τυχαίο τίναγμα του βλέφαρου, οι οριζόντιες, οι κάθετες και η καμπύλη άρχισαν να τρέμουν, ώσπου άρχισαν να χύνουν τη σαφήνεια της γραμμής τους στο χώμα, ζωντανεύοντας το αναμεταξύ τους κενό. Ήρθαν οι γνώριμες φωνές ανθρώπων, των σπιτίσιων ζώων, ο ήχος του καιρού, των τραγουδιών, του κάματου, του πένθους και των εορτών. Έπειτα ήρθαν μυρωδιές του σώματος, του δέντρου, του υφάσματος, της χειμωνιάτικης φωτιάς, του θερισμένου κάμοπυ και των ώριμων μήλων` αυτή πλημμύρισε το σπίτι, όπως τότε, και το γύρισε στο κόκκινο. Στο φως των μήλων είδα το χέρι της, που είχε σταματήσει στο αδράχτι, να στρίβει επιτέλους τα δάχτυλα. Και το χέρι του πατέρα, που είχε σταματήσει στο χαλινάρι, να λυγίζει επιτέλους τον καρπό[...](απόσπασμα)




Ρέα Γαλανάκη, Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά (Spina nel cuore), Άγρα,2006(β΄ανατύπωση νέας έκδοσης)














Ανατολή ηλίου


Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Diana Krall

Λάμπα θυέλλης



Μ' αρέσουνε τα χρώματα που δίνουν δικαιώματα
για λύπη, για χαρά για φαντασία
Μ' αρέσουν κάτι βλέμματα, που πάλεψαν με θέματα
αγάπη, λησμονιά και προδοσία
Μ' αρέσει αυτό το επίμονο του ανθρώπου λέω, τ' αλίμονο
που θέλει κι απ' το σύμπαν σημασία
Θέλω να σε φιλήσω, στα χέρια σαν εικόνα σ' εκκλησία
Και να χαθώ

Αγάπη, αλήθεια, θλιμμένη
Αρχόντισσά μου, πόρτα μυστική
Ποια λάμπα θυέλλης κρυμμένη
Στο τί θα γίνω μ' έφερε ως εκεί

Μ' αρέσουν κάτι κύματα που σήκωσαν τα αισθήματα
σε μια κουβέντα, μια χειρονομία
Μ' αρέσει και τ' αντίθετο, το ίδιο να 'χει επίθετο
που ενώθηκαν οι δυο σε σάρκα μία

Μ' αρέσει που κατάλαβα, πως όσα πήρα τα' λαβα
μ' απρόσμενα σαφώς ταχυδρομεία
Θέλω να σε φιλήσω
Στα χείλη σαν μεγάλη γνωριμία και να χαθώ

Αγάπη, αλήθεια, θλιμμένη
Αρχόντισσά μου, πόρτα μυστική
Ποια λάμπα θυέλλης κρυμμένη
Στο τί θα γίνω μ' έφερε ως εκεί


Στίχοι: Λίνα Νικολακοπούλου
Μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης
Πρώτη εκτέλεση: Μανώλης Μητσιάς

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

Γιώργου Κοτζιούλα, Θέατρο στα βουνά*(2)



Το πρώτο βήμα

Είμαστε στο 1944, έβγα χειμώνα, στα ριζά των Τζουμέρκων. Η έδρα του κλιμακίου ΕΛΑΣ Ηπείρου - Δυτ. Στερεάς βρίσκεται στο Βουργαρέλι. Το Βουργαρέλι ήταν άλλοτε απ' τα καλύτερα χωριά, το πιο πολιτισμένο της περιοχής[...] το ελατόφυτο μεγαλοχώρι, το θαυμάσιο για παραθερισμό, μεταβλήθηκε σε πένθιμα χαλάσματα κι αποκαΐδια. Λίγα σπίτια μένουν ορθά[...]

Ήταν μια χειμωνιά διαβολεμένη. Αν κ' έμπαινε η άνοιξη πια, η βροχή και το χιόνι δεν εννοούσαν να κόψουν. Το νερόχιονο έμπαινε ως τα κόκκαλα, οι δρόμοι του χωριού ήταν παγωμένοι. Η γρίππη έδινε κ' έπαιρνε μες στους αντάρτες. Δεν είχαν ούτε ζάχαρη να κάμουν ένα ζεστό. Έβραζαν τσάι του βουνού με χαρουπόμελο, άμα βρίσκαν.

Εκείνες τις μέρες, έπειτ' απ' τη συμφωνία της Πλάκας, διαλύθηκε το Κλιμάκιο κ' έφυγε ο Άρης με τη συντροφιά του. Άφησαν εκεί την ΥΙΙΙ Μεραρχία με το στρατηγό Αυγερόπουλο, που είχε λάβει μέρος και στις χειμερινές  επιχειρήσεις. Θάμενε για ενίσχυση στα σύνορα του Αράχθου κ' ένα σύνταγμα θεσσαλικό. Απ' τη Θεσσαλία είχαν στείλει και τον καινούργιο καπετάνιο της Μεραρχίας τον Κόζιακα. Ήταν πανύψηλος, με ρούσα γένια, θεαματικός.

Πλησιάζε η 25 Μαρτίου κι οι αντάρτες ετοιμάζονταν για την εθνική εορτή. Θα γίνονταν επίσημη δοξολογία στην καμμένη εκκλησία, τον πανηγυρικό θα εκφωνούσε ο υπασπιστής της Μεραρχίας. Το απόγεμα θ' ακολουθούσε παράσταση με το "Να ζει το Μεσολόγγι" του Ρώτα. Το ετοίμαζαν οι νέοι του χωριού. Θα λάβαιναν και κοπέλλες, που ήταν αρκετά ξεβγαλμένες εκεί. Ξανάχαν παίξει, μού φαίνεται.

Λίγες μέρες πριν απ' του Ευαγγελισμού οι αντάρτες μού ζήτησαν κ' εμένα κάτι.
- Θ' απαγγείλω ένα ποίημα, τους είπα.
Τό ξέραν, αλλά δεν αρκούσε. Αυτοί θέλαν κάτι άλλο, που να βαστάει πιο πολύ.
- Έχουμε και το δράμα, τούς λέω.
Αυτού ζητούσαν να καταλήξουν κι αυτοί. Μού ζητούσαν να γράψω κ' εγώ ένα ανάλογο. Εκείνο ήταν παλιό, για το Εικοσιένα. Το δικό μου θα μιλούσε για τα σημερινά. Όσο θέλαν ας κράταγαν και τα δυο, αυτοί δε βαριόνταν να τα παρακολουθήσουν.

Ήταν τόση η δίψα τους , τέτοια η απαίτησή τους, ώστε έπρεπε να υποχωρήσω. Και άρχισα να σκέφτομαι πώς να τα βγάλω πέρα, εγώ που ως τότε δεν είχα καταπιαστεί με το θέατρο, που δε θάχα δει ούτε είκοσι παραστάσεις σ' όλη τη ζωή μου. Αλλά κ' οι σύντροφοί μου είχαν δίκιο. Ποιος άλλος θα τους έγραφε αν όχι εγώ;

Κάθισα λοιπόν μ' εκείνον τον διαβολόκαιρο στην άκρη απ' τη γωνιά και συμπώντας τα ξύλα που έβγαζαν καπνό, σκάρωσα στα γρήγορα ένα θεατρικό διάλογο με τρία τέσσερα πρόσωπα, χωρίς δράση σχεδόν. Τού έβαλα και τίτλο: " Το καινούργιο Εικοσιένα".

Το διάβασα σε καναδυο και τούς άρεσε. Ανάλαβαν κιόλας να το παίξουν. Ακόμα έβγαλαν με καρμπόν και τρία τέσσερα αντίγραφα. Το ένα ήθελα να το πάρει μαζί του ο καπετάν Ερμής, του Ανεξαρτήτου συντάγματος, που βιαζόταν να φύγει την προπαραμονή της γιορτής.
Όταν έγινε η παράσταση , πάλι με χιόνι, με άθλιον καιρό, σ' ένα ακατοίκητο σπίτι σαν αχερώνα, σα χάνι, έπειτ' απ΄ το καθεαυτού έργο παίχτηκε και το δικό μου. Νόμιζα πως οι θεατές, στριμωγμένοι σε κάτι παλιοσάνιδα, άλλοι καθιστοί, άλλοι όρθιοι, ανάμεσα σε τσιγάρα και λάμπες που κάπνιζαν, νόμιζα πως δε θάχαν υπομονή να καθίσουν άλλο μέσα κει. Κανένας όμως δεν έλεγε να φύγει κ΄έμειναν όλοι ως το τέλος. Η πρόχειρη εκείνη  σκηνή μου τούς είχε κινήσει την προσοχή, με τη γλώσσα, το τοπικό χρώμα, κ' εγώ δεν ξέρω με τι.

Απάνω σ' αυτό ακούω μια φωνή, πολλές φωνές:
- Το συγγραφέα!...   Το συγγραφέα!...

Ποιος δαίμονας τούς είχε σφυρίξει αυτήν τη λέξη στ' αυτί; Πού ήξεραν αυτοί οι ορεσίβιοι από πρεμιέρες θεάτρων ! Μού φαινόταν άπρεπο, μα την αλήθεια, να γίνεται λόγος για κάτι που εγώ το είχα γράψει παίζοντας, σχεδόν για να τους ξεφορτωθώ. Κ' είναι ζήτημα αν είχαν γίνει δυο ή τρεις πρόβες.

Ωστόσο οι φωνές όλο μεγάλωναν. Ακούγονταν κι από δίπλα μου πια, όπου με βλέπαν. Τι να κάμω, ανέβηκα στη σκηνή! Κι' από κάτω βροντούσαν τα παλαμάκια, φώναζαν, σφύριζαν, (όχι βέβαια για ν' αποδοκιμάσουν), αξιωματικοί, καπεταναίοι, αντάρτες. Έπειτα  ήθελαν και λόγο.

Είχα συγκινηθεί πολύ απ' την υποδοχή τους, τόσο που αμφιβάλλω αν θα με συγκινήσει άλλη μου επιτυχία. Έβλεπα πως εργαζόμουν στη λογοτεχνία τόσα χρόνια χωρίς κάποια, έστω και ηθική ανταμοιβή. Το μόνο που κέρδιζε κανείς ήταν τα διφορούμενα των καλοθελητών. Και τώρα βρισκόσουν μπροστά σε μια γενική αναγνώριση, σε μια ατμόσφαιρα που πάλλονταν από ζωή. Έτσι αμοίβει το θέατρο τους εκλεχτούς του, άμεσα και ζωντανά. Ήταν να ντρέπομαι αλήθεια που υποτίμησα τόσο πολύ την αντίληψη του κοινού, που έδωσα τόσο λίγη σημασία στο γράψιμό μου. Θα έπρεπε να τούς αποζημιώσω το ταχύτερο με καλύτερη εργασία.

Αυτά περίπου τούς είπα, τέτοια υπόσχεση τούς έδωσα πάνω απ' τη σκηνή.

Και όλοι εκείνο το βράδι έμειναν ικανοποιημένοι.
Η «Λαϊκή Σκηνή» του θιάσου της VIII Μεραρχίας του ΕΛΑΣ σε περιοδεία στο Αγρίνιο (1945)
Την άλλη μέρα με κάλεσε ο νέος καπετάνιος μας στα γραφεία της Μεραρχίας. Μού ζήτησε πληροφορίες  για να μάθει ποιος είμαι. Ήταν φοιτητής της νομικής, αλλά δεν παρακολουθούσε  τα γράμματα. Δουλειά του είχε να μαζεύει αντάρτες και να πολεμάει.
- Άκουσε, μού λέει ο Κόζακας. Εγώ δεν ξέρω πολλά λόγια. Απ' αυτό που είδα φαίνεται  πως κάτι έχεις μέσα σου. Εμείς τους τίμιους τεχνίτες, εκείνους που βοηθάν το λαό, ξέρουμε να τους εχτιμάμε. Δούλεψε λοιπόν, γράψε κι άλλα, εδώ είμαστ' εμείς.

Με παρακινούσε κι αυτός να συνεχίσω.

Αλλά πιο επίμονος ήταν ένας άλλος, περαστικός από κει, φιλοξενούμενος μας. Τον έβλεπα για πρώτη φορά, λεγόταν Δημήτρης Καλλιτέχνης. Το δεύτερο ήταν ψευδώνυμο του, αργότερα έμαθα το πραγματικό του. Αυτός μ' έναν άλλο, το Γιάννη Νισύριο, περιόδευαν τα τμήματά μας και τα χωριά παίρνοντας αράδα φωτογραφίες με κάτι ειδικές μηχανές.  Ανήκαν στο κινηματογραφικό συνεργείο του Γενικού Στρατηγείου. Είχαν συγκεντρώσει αμέτρητο υλικό, από τα έμψυχα και άψυχα του αγώνα, μα δεν ξέρω αν διασώθηκαν  από τόσες καταστροφές. Τέτοιες αυθεντικές μαρτυρίες θάταν διδάγματα και για τις μέλλουσες γενιές.

Ο Δημήτρης λοιπόν, που κοντά στην άλλη του εργασία έπαιρνε και ωραία σκίτσα των αγωνιστών, κυνηγώντας από δω κι από κει γιατί δεν ευκαιρούσαν, όταν χωριζόμασταν μού είπε:
- Από σένα απαιτώ να μην αφήσεις το θέατρο. Δεν ξέρω τί άλλα κάνεις, αλλά έχουμε ανάγκη από θέατρο. Είδες πόσο τούς άρεσε, πόσο σε χειροκρότησαν προχτές;

Με την ευκαιρία μού αποκάλυψε πως  εκείνο το ανέβασμά μου στη σκηνή το είχε προκαλέσει ο ίδιος. Υπολόγιζε στην εντύπωση που θα μούκανε και κοίταζε, λέει, να με γλυκάνει. Ήξερε κι αυτός από τέτοια, ήξερε πόσο κολακεύονται οι καλλιτέχνες. Ήθελε να με δέσει, να μού κάμει συμβόλαιο με το κοινό. Γι' αυτό είχε δώσει ο ίδιος το σύνθημα για τα χειροκροτήματα.

Έφυγε με τη βεβαίωση πως δε θα σταματούσε τη δουλειά μου.

Πραγματικά μες στον Απρίλη έγραψα δυο τρία μονόπραχτα, πιο επιμελημένα πια, με θέματα απ' τον αγώνα. Ένα απ' αυτά, " Ο υπεύθυνος", που είχε και στοιχεία κωμωδίας το έπαιξε η ίδια ομάδα ερασιτεχνών στο  Βουργαρέλι. Παίχτηκε την ημέρα τ' Αηγιωργιού, ενώ εγώ έλειπα σε περιοδεία, με το γιατρό της Μεραρχίας. Έμαθα όμως αργότερα πως είχε κι αυτό επιτυχία. Όλοι απ' το χωριό γέλασαν με την καρδιά τους. Ο λόγος ήταν πως το θέμα το είχα πάρει από κει, με ήρωες γνωστά πρόσωπα, με υπαινιγμούς που εύκολα τούς νιώθαν.

- Τί να τού κάμω που δεν είναι εδώ! φοβέριζε κατόπι στ' αστεία η κυρά Θυμία, η γερόντισσα πού κοιμόμουν στο σπίτι της. Τού άναβα τη φωτιά και πυρωνόταν κι αυτός συνομπόλιαζε τόνα και τ' άλλο. Ακόμα και τον Ιταλό που έχω στο κατώι, κι αυτόν τόν έβαλε μέσα. Κ' εκείνος ο αχαΐρευτος ο Γιώργο Μιχαλάκης που με το μαντήλι στο κεφάλι και με τα γυαλιά στα μάτια σκούπαγε τάχα απάνω στα σανίδια κι όλο μελέταε τη φωτιά και σωμό δεν είχε! Κ' οι άλλοι γέλαγαν από γύρω κ' εγώ δεν είχα τόπο να σταθώ. Αχ, δεν θα ματάρθει ποτέ στην πόρτα μου, θα του δείξω εγώ! ψευτομάλωνε η αξέχαστη κυρά Θυμία.

Κατά βάθος όμως ήταν ευχαριστημένη κι αυτή κι όλοι οι χωριανοί. Όταν ξαναπέρασα από κει μού ζητούσαν θέατρο πάλι.

Πρέπει όμως να σημειωθεί και κάτι άλλο. Το μισό της επιτυχίας οφειλόταν στους ηθοποιούς, σε δυο τρεις απ' αυτούς. Κι αν είχε σταθεί εκείνο το πρώτο κομμάτι , χρωστούσα την επιτυχία του σ'ένα απ' τα πρόσωπα του διαλόγου, τον αμίμητο Δημήτρη Γούλα, χωριάτη 50 περίπου χρονώ. Μόλις άνοιγε εκείνος το στόμα του, ξεραίνονταν όλοι στα γέλια. Τόσο έμφυτη, αβίαστη τού  ήταν η ηθοποιΐα. Ήταν εξασκημένος όμως κι από παλιότερες παραστάσεις , στο Ρωτόκριτο και άλλα.

Έβλεπα τώρα με τα μάτια μου πως στο θέατρο το ένα σκέλος είναι ο συγγραφέας, το άλλο ο ηθοποιός. Και για να καλοπιάσω το μουστακάτο Δήμο Γούλα, που είχε αδυναμία στις λιχουδιές, τον κρυφοφίλεψα, κάμποσες χούφτες σύκα και σταφίδα απ' τη φτωχή μας επιμελητεία.



* Αυτός είν' ο τίτλος των αφηγήσεων του για τη "Λαϊκή Σκηνή" θέατρο που έφτιαξε ο ίδιος κατά την περίοδο της κατοχής στην Ήπειρο και έδινε παραστάσεις ως τη Δυτική Στερεά Ελλάδα  και τα νησιά του Ιονίου. Τα έργα που έπαιζε η "Λαϊκή Σκηνή" της ΥΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ γράφτηκαν από το Γιώργο Κοτζιούλα και είναι αρκετά.

Η αφήγηση είναι δημοσιευμένη στην Επιθεώρηση Τέχνης του Μαρτίου - Απριλίου 1962 ,στο  τεύχος 87-88, που είναι αφιερωμένο στην Αντίσταση.