Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Ιχνογραφία



Α'
Τυχαίο να 'ναι λες
Που μόνο ο Κανένας γύρισε στην Ιθάκη;

Γιατί δεν είναι ο νους για να θυμάται
Ούτε η μνήμη που κλοτσάει τον πεθαμένο
Μέχρι μετέωρα να κινείται το σκουλήκι
Άλλο μη βρίσκοντας τροφή από κρέας
Ούτε έχει ο θάνατος ποδάρια να στεριώσει
Και δε θυμάται ακόμα το όνομά του
Που έχουν συνήθειο και του δίνουν οι άνθρωποι
Φτέρνα για να κατέχει δρόμους
Μάτια να κρίνει το σωστό και το άδικο.

Β'
Γι' αυτό ρωτάω να πεις για το σκυλί
από χαρά να πέθανε ή πίκρα
χρόνια που πρόσμενε και πήγανε χαράμι
να φτάσει ο Ξένος απ' την Τροία
κι όμως που γνώριζε τους δρόμους του σπιτιού του
σημάδια απ' το κορμί της Πηνελόπης.

Γ'
Πες τους μη ρίξουν φόλα στο σκυλί δε θα κερδίσουν
φτάνει ν' ανοίξεις τα παντζούρια το πρωί
κι ακούς των πεθαμένων το έγια μόλα
ή ακούς την πολιτεία να σηκώνεται
αφήνοντας
κενό ένα σχήμα στο σεντόνι
και χύνεται το γάλα ή ο καφές
γιατί η μητέρα παγιδεύτηκε στο κάδρο.

Θα φορεθεί πολύ το σάβανο εφέτος.


Δ'
Γνωρίζω τώρα το φόβο, όχι
τον ήχο του νομίσματος στο ξύλινο τραπέζι
την τρέλα της σταλαγματιάς στο νεροχύτη την περιττή μελαγχολία καθώς
ανοίγεις και διαβάζεις γράμματα παλιά
μα έχεις ξεχάσει τη γραφή και την ανάγνωση
και σε ζαλίζει το άπειρο κενό του όμικρον
και ο ρηχός βυθός του ωμέγα.





Δ'
Τώρα
δεν έχει χέρια να μαζέψουν την ελιά
δεν είναι χέρια να τρυγήσουν το αμπέλι
έχει όμως χέρια επιδέξια στο βίδωμα
ξεβίδωμα της μηχανής
δάχτυλα που γνωρίζουνε τα μυστικά της
όπως ποτέ δε γνώρισαν το σώμα της γυναίκας
σπαρμένο ρίζα από τριχίτσα
κι ελιά χρωματισμένη από κάστανο.

Μα το μηχανισμό ποιος τον κατέχει;

Γιατί σαν τ' άλογα που χλιμιντρίζουν
τον κίνδυνο να φτάνει νιώθοντας
όμοια της κάμαράς μου τα έπιπλα
μετακινούνται αλαφιασμένα
και παίρνουν θέσεις ασυνάρτητες.

Ε'
Όνειρο πρώτο

Ξάπλα στο φαλακρό τοπίο του έρωτα
με την αιχμή του μαχαιριού μου τραβηγμένη
απ' την αιχμή του
καθώς ο ήλιος στάζει στο μυαλό
κι η τρέλα χασμουριέται
πίσω απ' την πρόφαση της σκέψης
κι ο ίσκιος γίνεται κηλίδα κάτω από το πέλμα
και βαριανασαίνει.

Βλέπω το μάτι του νεκρού
κόκκινο απ' την αγρύπνια του ύπνου
και τ' όνειρο με οσμή καμένης σάρκας.

ΣΤ'
Όνειρο δεύτερο

Κι άντρας λεβέντης ανέβηκε στον άμβωνα πως θα μιλήσει και διάκρινες στο στόμα του μπαμπάκι· αυτό που βάζουνε στους πεθαμένους κίτρινο από τσιγάρο κι επάνω και στις άκρες στο μπαμπάκι στάλες αίμα που έζεχνε σκουλήκι και φλέβα μαύρη που έλεγες βαλσαμωμένη το σκοτάδι. Λοιπόν και άρχισε

η φλόγα
σάρκα της φωτιάς
άμα αποχτήσει συνείδηση
του οστού της
θα λυπηθεί το ξύλο

Θα παγώσει.

Ζ'
Κι ο ποιητής
κολλάει στη λαβωμένη λέξη
ρουφάει το σκοτωμένο αίμα

βδέλλα.

Η'
Καθένα κι άλλο φως τον δυναστεύει

Κι ένας από το πλήθος που άκουγε του σβούριξε μαχαίρι μεθυσμένο

όχι αίμα
μ' από τον ίλιγγο του άδειου
διασχίζοντας
να βρει το σπλάχνο.

Και το πουλί που ήτανε στον άμβωνα με ανοιγμένα τα φτερά για ν' ακουμπάει το ευαγγέλιο πέταξε ξαφνικά και είπαν μερικοί είναι η ψυχή του σκοτωμένου. Κι αυτός με το μαχαίρι στο λαιμό και με πληγές που άνοιξαν παλιές της Αλβανίας κι ακόμα πιο παλιές θαλασσινές και σιγά μουγκρίζοντας διέσχισε το πλήθος κι επάνω στον αϊτό αργά ξεψύχησε. Κι αφού τον σπάραξαν βρήκανε την καρδιά του σκουριασμένη αγάπη τα χείλια σάπια από σιωπή και πήραν να τον θάψουνε και φτιάξανε πομπή κι ενώ όλοι πήγαιναν στον ίδιο τάφο καθένας άλλον είχε για νεκρό του.



Ποίηση: Κώστα Παπαγεωργίου, Συλλογή "Ιχνογραφία" (1975)
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Δίσκος: Ο Γέρος της Αλεξάνδρειας - Ιχνογραφία
Ερμηνεία: Γιώργος Μεράντζας, Σάκης Μπουλάς


Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Διαμπερές τραύμα



Σε χαμηλά ποτάμια μιας πατρίδας σκοτεινής
με ταξιδεύεις δίχως μπούσουλα κι αέρα
και σαν γεφύρι κάποιας Αρτας μακρινής
στοιχειώνεις τη ζωή μου νύχτα-μέρα.

Σε κενοτάφια σε θάβουνε πατρίδα
με αποφθέγματα ανδρών επιφανών,
παίζουν στην πλάτη σου ακόμα μια παρτίδα,
παίζουν υπέρ βωμών, βωμών και εστιών.

Τρέχεις, Ελλάδα, με κομμένη την ανάσα,
ανάβεις φλας αριστερά και βγαίνεις δεξιά μου,
απ' τα σκυλάδικα γλιστράς στη Μαλακάσα
κι η Εθνική οδός μια ματωμένη επωδός,
τραύμα διαμπερές στη μοναξιά μου.

Σε κενοτάφιο σε θάβουνε πατρίδα
με αποφθέγματα ανδρών επιφανών,
παίζουν στην πλάτη σου ακόμα μια παρτίδα,
παίζουν υπέρ βωμών, βωμών και εστιών.


Ερμηνεία: Γιώργος Μεράντζας
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Στίχοι: Κώστας Λαχάς
Από τα Ανέκδοτα τραγούδια

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012

Το ημέρωμα


    Οι ανθρώπινες σχέσεις πάντα υπήρξαν ένα περίπλοκο πρόβλημα. Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι είναι εκείνο που φέρνει κάποιους ανθρώπους κοντά και κάποιους άλλους τους απομακρύνει. Γιατί συμπαθούμε αυτόν και αντιπαθούμε τον άλλον; Πώς δημιουργούνται οι φιλίες; Είναι δυνατόν να δημιουργηθούν αληθινές φιλίες με ανθρώπους που δεν τους έχεις δει αλλά που για ανεξήγητους λόγους νιώθεις ότι μπορείς να συνομιλήσεις μαζί τους, ότι αισθάνεσαι μια οικειότητα σαν να τους γνωρίζεις χρόνια και μια τάση να σπάσεις τα στεγανά και να απευθυνθείς σε αυτούς 
ανοίγοντας διάπλατα την καρδιά σου και να μοιραστείς ό,τι κρύβει μέσα της.

     Οι ανθρώπινες σχέσεις πάντα έχουν ένα ρίσκο. Δεν ξέρεις ποτέ ποιος κρύβεται κάτω από το πρόσωπο που βλέπεις , από το κείμενο που διαβάζεις . Παρ’ όλα αυτά κάτι σε τραβάει από το χέρι και σε οδηγεί , σε σπρώχνει προς τη μεριά του, σε παροτρύνει να κάνεις το πρώτο βήμα. Δισταγμός και πολλή σκέψη στην αρχή, αρκετή  συστολή ,  όμως κάτι μέσα σου φωνάζει ότι εκεί απέναντι υπάρχει ένας άνθρωπος που ίσως και να περιμένει , χωρίς και ο ίδιος να το γνωρίζει, τη δική σου κίνηση.

    Δύσκολη η αρχή , πολλές οι επιφυλάξεις. Άραγε θα μπορέσει να υπάρξει προσέγγιση;  Μού θυμίζει το « ημέρωμα» της αλεπούς από τον μικρό πρίγκηπα.  Μικρά μικρά βήματα, αλλά σταθερά και τακτικά βοηθούν στην γνωριμία.

    Και ξαφνικά χωρίς να το καταλάβεις νιώθεις ότι βρίσκεστε στον ίδιο δρόμο  να προχωράτε μαζί, να συζητάτε, να μοιράζεστε ιδέες, συναισθήματα, αγωνίες, χαρές και λύπες ίσως και μικρά μυστικά ή αναμνήσεις  μιας ζωής. Αναρωτιέσαι πώς έγινε αυτό; Πώς ξαφνικά αρχίζεις να έχεις έγνοια για έναν άνθρωπο που δεν έχεις δει  ποτέ, δεν ξέρεις το χρώμα της φωνής του  και όμως θέλεις να τον νιώθεις  δίπλα σου χαρούμενο και ευτυχισμένο, να τον βοηθήσεις όπως μπορείς και όπου μπορείς, να του απλώνεις τα χέρια σου σαν φτερά και την αγκαλιά σου  για να τον τυλίγεις προστατευτικά, να εύχεσαι να μην τού συμβεί κακό, να τού πηγαίνουν όλα καλά, να αισθάνεσαι  χαρά για μια καλή του κουβέντα , ευγνωμοσύνη για έναν ενθαρρυντικό του λόγο. Να στεναχωριέσαι με τα προβλήματά του όπως ακριβώς και με του αδελφού σου  ή τα δικά σου.

   Θα ήθελες να είσαι μια νεράιδα , σαν και εκείνες που διάβαζες στα παραμύθια όταν ήσουν μικρή, με ένα μαγικό ραβδάκι , ένας άγγελος στη γη, να αγγίζεις το μαύρο της ψυχής και να το αλλάζεις σε χρώμα φωτεινό.

   Χαίρεσαι γιατί μέρα τη μέρα αναπτύσσεται μια αμοιβαιότητα και θέλεις να  ανοίξεις την πόρτα του σπιτιού σου, να στρώσεις το καλό άσπρο λινό  τραπεζομάντηλο στο τραπέζι, να βγάλεις τα όμορφα πιάτα από λεπτή πορσελάνη και να σερβίρεις το καλύτερο φαγητό, το μαγειρεμένο με μεράκι και φροντίδα για τον εκλεκτό καλεσμένο, να κατεβάσεις τα κρυστάλλινα ποτήρια από το μπουφέ , να τα γεμίσεις με κόκκινο παλιό κρασί και να πιείτε στην υγειά μιας φιλίας που φαίνεται να μην είναι σαν κι αυτές που νόμιζες ότι είχες, αλλά δεν είχες.

  Ίσως μια αγωνία να υπάρχει  κρυμμένη κάπου βαθιά μέσα σου, ένας φόβος μήπως και ξαφνικά όλα διαλυθούν , μήπως λάθεψες , μήπως , μήπως, μήπως......Ανασφάλειες. Ο καθένας κουβαλάει  τις δικές του .

   Όμως υπάρχει ένα μυστικό , το αντίδοτο,  που στηρίζεται στη γνώση  ότι
«μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια γιατί δε γνωρίζει κανείς παρά τα πράματα που ημερώνει. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίσουν τίποτα. Τ' αγοράζουν όλα έτοιμα στα εμπορικά. Καθώς όμως δεν υπάρχουν εμπορικά που πουλάνε φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θες ένα φίλο , πρέπει να τον ημερώσεις!
-          -Τι πάει να πει «ημερώσεις»;
-         - Είναι κάτι που παραμελήθηκε πολύ. Σημαίνει «να δημιουργείς δεσμούς...».
-        -  Να δημιουργείς δεσμούς;
-          -Αν  με ημερώσεις, ο ένας θα έχει την ανάγκη του άλλου. Για μένα εσύ θα είσαι μοναδικός στον κόσμο. Για σένα εγώ θα είμαι μοναδική στον κόσμο... Γίναμε φίλοι...
-          Σ’ αυτή την αλήθεια βρίσκεται η αξία της ευτυχίας...»

Οι προτάσεις σε εισαγωγικά, διασκευασμένες και ανακατωμένες,  είναι από το βιβλίο του Αντουάν  ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Ο μικρός πρίγκιπας, 
μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Κάτω απ' την παλάμη μας

Σφίξαμε το χέρι τόσων συντρόφων!
Όταν καμμιά φορά λιποψυχάμε
νοιώθουμε σαν ένα μαχαίρι να τρυπάει την παλάμη μας
η ανάμνηση του χεριού τους.
Κι' όταν κάνουμε το καθήκον μας
νοιώθουμε κάτω απ' την παλάμη μας κάτι σίγουρο κι ακέριο
σα να κρατάμε μες στα χέρια μας
ολάκαιρο των κόσμο

Τάσος Λειβαδίτης, Στίχοι γραμμένοι σε πακέτα τσιγάρα που περιέχονται στη συλλογή Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο, Κέδρος , Αθήνα 1979, 4η έκδοση

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Ο ουρανός




Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.

Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.
Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

Μανόλης Αναγνωστάκης

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Yann Tiersen




Τότε που ο Δομίνικος Παναγιωτόπουλος αποφάσισε να ζωγραφίσει το Θεό



Ο ζω­γρά­φος Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος, ἐ­νῶ μιὰ ζω­ὴ ζω­γρά­φι­ζε νε­κρὲς φύ­σεις, λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α, μιὰ μέ­ρα, ἔ­τσι, στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, ἀ­πο­φά­σι­σε ἐ­πί­σης πὼς ὅ­,τι εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει μέ­χρι τό­τε ἦ­ταν ἀ­νά­ξιο λό­γου κι ἄ­ξιο νὰ κα­εῖ. Ἔ­ρι­ξε λοι­πὸν στὴ φω­τιὰ ὅ­λες τὶς νε­κρὲς φύ­σεις καὶ τὰ λου­λού­δια σὲ βά­ζα κι ὅ­λα τ’ ἄλ­λα σχε­τι­κά, ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει, καὶ βάλ­θη­κε νὰ σκέ­φτε­ται πῶς νὰ ζω­γρα­φί­σει τὸ Θε­ό.
            Τὸ πρό­βλη­μα δὲν ἦ­ταν δι­ό­λου ἁ­πλό, για­τί ὁ Δο­μί­νι­κος Πα­να­γι­ω­τό­που­λος ἦ­ταν κα­λὸς ζω­γρά­φος καὶ δὲν τοῦ πή­γαι­νε νὰ φτιά­ξει ἕ­ναν ἀ­σπρο­μάλ­λη γέ­ρο σὰν τὸν Ἄϊ Βα­σί­λη ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.
            Ἔ­με­νε λοι­πὸν σι­ω­πη­λός, μέ­ρες ἀ­τέ­λει­ω­τες, μπρο­στὰ στὴν κά­τα­σ­πρη, λεί­α ἐ­πι­φά­νεια τοῦ στο­κα­ρι­σμέ­νου μου­σα­μά του, μὲ μιὰ μό­νο σκέ­ψη νὰ γυ­ρί­ζει μέ­σα στὸ μυα­λό του: «Πῶς εἶ­ναι ὁ Θε­ός;»
            Οἱ μέ­ρες ἔ­γι­ναν μή­νας κι ὁ μή­νας μῆ­νες κι ὁ Δο­μί­νι­κος δὲν ἔ­λε­γε νὰ κου­νή­σει ἀ­π’ τὴ θέ­ση του, δὲν ἔ­λε­γε νὰ βά­λει ἄλ­λη σκέ­ψη στὸ μυα­λό του.
            Τὸ φαΐ ποὺ τοῦ ‘­φερ­νε μιὰ γριὰ γει­τό­νισ­σα ἔ­με­νε σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο. Οἱ φί­λοι του, κα­φε­νό­βιοι καλ­λι­τέ­χνες, ὅ­πως ἄλ­λω­στε ἦ­ταν κι ὁ ἴ­διος κά­πο­τε, τὸν ἔ­χα­σαν ἀ­π’ τὶς πα­ρέ­ες τους. Ἕ­νας δε­σμός, ποὺ πι­θα­νὸν νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ γά­μο, δι­α­λύ­θη­κε. Ἀ­κό­μα κι ἡ γριὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ τὸν φρόν­τι­ζε, στα­μά­τη­σε στὸ τέ­λος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται, για­τί φο­βή­θη­κε πὼς τοῦ ‘­χε στρί­ψει καί, πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις τί γί­νε­ται μ’ αὐ­τοὺς τοὺς τρε­λοὺς καλ­λι­τέ­χνες.
            Μιὰ μέ­ρα, ἕ­νας ζη­τιά­νος χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα του. Μὴν παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση καὶ βρί­σκον­τας ξε­κλεί­δω­τα, μπῆ­κε κι εἶ­δε τὸ Δο­μί­νι­κο νὰ κά­θε­ται, μὲ τὴν πλά­τη γυ­ρι­σμέ­νη πρὸς τὴν πόρ­τα, ἀ­κί­νη­τος μπρο­στὰ στὸ κα­βα­λέ­το του.
            «Ὁ Θε­ὸς νὰ σοῦ δί­νει χρό­νια, πα­λι­κά­ρι μου», εἶ­πε Ὁ ζη­τιά­νος, «δῶ­σε μου μιὰ βο­ή­θεια».
            Στὸ ἄ­κου­σμα τῆς λέ­ξης Θε­ός, ὁ Δο­μί­νι­κος βγῆ­κε ἀ­π’ τὸν ἱ­ε­ρό του λή­θαρ­γο καὶ στρά­φη­κε πρὸς τὸ γέ­ρο.
            «Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ τὸ Θε­ό;» ρώ­τη­σε.
            «Συ­νέ­χεια τὸν ἔ­χω ἐμ­πρός μου», ἀ­πάν­τη­σε ὁ ζη­τιά­νος. «Ἀ­κό­μα καὶ τού­τη τὴ στιγ­μὴ πού σου μι­λῶ τὸν βλέ­πω, για­τί ὁ Θε­ὸς εἶ­ναι τὰ πάν­τα».
            «Τὰ πάν­τα…», ἐ­πα­νέ­λα­βε σὰν ἠ­χὼ ὁ Δο­μί­νι­κος.
            «Ναί, τὰ πάν­τα», ξα­νά­πε ὁ ζη­τιά­νος. «Εἶ­ναι μα­χαί­ρι καὶ ἀρ­νὶ καὶ πυρ­κα­γιὰ καὶ δά­σος καὶ ἔ­ρη­μος καὶ πο­τα­μὸς καὶ σύν­νε­φο καὶ γῆ καὶ κό­κα­λα γυ­μνὰ καὶ γυ­μνὸ κορ­μί… Τὰ πάν­τα».
            «Εἶ­σαι ζη­τιά­νος ἢ σο­φός;» ρώ­τη­σε, γε­μά­τος θαυ­μα­σμό, ὁ Δο­μί­νι­κος.
            «Εἶ­μαι Θε­ός», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ζη­τιά­νος.
            Ὁ Δο­μί­νι­κος πε­τά­χτη­κε τό­τε ἀ­π’ τὴ θέ­ση του κι ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα νὰ προ­σκυ­νή­σει ἐ­κεῖ­νον ποὺ τό­σον και­ρὸ ἔ­ψα­χνε τὴ μορ­φή του.
            Ὁ ζη­τιά­νος γέ­λα­σε κα­λο­συ­νά­τα. «Δὲν εἶ­πα ὁ Θε­ός», εἶ­πε, «εἶ­πα Θε­ός, ὅ­πως Θε­ὸς εἶ­σαι κι ἐ­σὺ καὶ οἱ μπο­γι­ὲς καὶ τὰ πι­νέ­λα σου…. Δέ σοῦ ‘­πα ὅ­τι τὰ πάν­τα εἶ­ναι Θε­ός; Σή­κω τώ­ρα καὶ δῶ­σε μου μιὰ βο­ή­θεια, για­τί ἔ­χω τρεῖς μέ­ρες νὰ βά­λω Θε­ὸ στὸ στό­μα μου».
            Ὁ Δο­μί­νι­κος ὑ­πά­κου­σε κι ὁ ζη­τιά­νος ἔ­φυ­γε εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος.
            Ὅ­ταν ξα­νά­μει­νε μό­νος, ὁ Δο­μί­νι­κος ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει. Δὲν ἔ­κλαι­γε ἀ­πὸ ἀ­πελ­πι­σί­α οὔ­τε ἀ­πὸ χα­ρά, δὲν κα­τα­λά­βαι­νε κὰν ὅ­τι ἔ­κλαι­γε. Τὰ δά­κρυ­α ἀ­νά­βλυ­ζαν μό­να τους ἀ­π’ τὰ μά­τια του.
            Ἀ­πὸ τό­τε, ὁ Δο­μί­νι­κος ξα­νάρ­χι­σε νά ζω­γρα­φί­ζει νε­κρὲς φύ­σεις καὶ ζων­τα­νὲς κι ὅ,τι ἄλ­λο τοῦ ‘ρ­χό­τα­νε στὸ νοῦ νὰ ζω­γρα­φί­σει καὶ πο­τὲ δὲν ξα­νά­κα­ψε τί­πο­τα, για­τί τὰ πάν­τα ἦ­ταν τώ­ρα Θε­ός.

Αργύρης Χιόνης