Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2019

ΕΑΜ

ΕΑΜ.
Τρία γράμματα σκέτα
απλά μεστά
τρία γράμματα σκέτα διαλεγμένα
απ' το αλφάβητο της καρδιάς του λαού μας
τρία γράμματα
ένα σύμβολο
μια ιστορία
ένας λαός.

ΕΑΜ.
Μ' αυτά τα γράμματα υπογράφει η Ελλάδα μας
τη μακριά επιστολή της λευτεριάς
μ' αυτά τα γράμματα υπογράφουμε την πίστη μας.

ΕΑΜ.
Έτσι που ξεφυλλίζουν οι άνεμοι
τις μεγάλες σελίδες των σύγνεφων
δείχνοντας κάθε τόσο την πλατιά επικεφαλίδα του ήλιου
έτσι παντού πίσω απ' τους ίσκιους
απάνω σ' όλες τις σελίδες του αγώνα μας
απάνω σ' όλες τις σελίδες της νίκης μας
ετούτη η απλή επικεφαλίδα: ΕΑΜ.

ΕΑΜ.
Τρεις προβολείς μέσα στη νύχτα της σκλαβιάς
τρία όνειρα ηλεκτρικά
σ' όλο το φάρδος του ελληνικού ορίζοντα
σ' όλο το βάθος της καρδιάς μας
σ' όλο το ύψος της παγκόσμιας λευτεριάς.

ΕΑΜ.
Τρία γράμματα γραμμένα μ' αίμα
εδώ κι εκεί παντού
σ' όλους τους τοίχους των εργοστασίων
στην άσφαλτο των πολιτειών
σ' όλες τις πόρτες των φτωχόσπιτων
στα κυπαρίσσια του Σκοπευτήριου
στην Κοκκινιά και στα Ταμπούρια
απάνου στα ψηλά βουνά της Ρούμελης,
της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας,
πάνου στις πέτρες του Μωριά και στα δέντρα της Ήπειρος
πάνου στον κόρφο της αντάρτισσας Αθήνας
εδώ κι εκεί παντού παντού
στο κούτελο της περηφάνιας μας
απάνου σ' όλες τις αγρύπνιες μας
πάνου στη στρογγυλή ασπίδα του ήλιου
ΕΑΜ, ΕΑΜ.

Δεν είναι τίποτ' άλλο να μιλήσει πιότερο -
μια πίστη, μια κραυγή -
απάνου ο ουρανός κι εδώ ο λαός που πάει απάνου
και γίνεται ουρανός -
μια πίστη μια κραυγή
στην ψυχή και στα χείλη
ΕΑΜ.

Καθώς περνά ο στρατός της λευτεριάς
μες απ' τους δρόμους των αιώνων
μες απ' τα φώτα μες απ' τα όνειρα
με μια μυριόστομη ιαχή
ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ
ίσια στης λευτεριάς το δρόμο
ίσια στο μέλλον
ίσια μπροστά πάντα μπροστά
ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ, ΕΑΜ.

                                                                        ΑΘΗΝΑ, Οχτώβρης 1943
Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά στο Ριζοσπάστη στις 26 Σεπτεμβρίου 1946 και περιλαμβάνεται στη συλλογή:
Γιάννης Ρίτσος, Συντροφικά Τραγούδια, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2009, 4η έκδοση
Η αφίσα από τη Συλλογή Χρήστου Π. Μοσχανδρέου, Χαράγματα Μνήμης 1941-1944, Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα 2019

Το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο(ΕΑΜ) ιδρύθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1941.

Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου 2019

Λευκάδιος Χερν, Η ιστορία της Ο -Τέι

Πριν από πολύ καιρό, στην πόλη Νιιγκάτα, στην επαρχία της Ετσίζεν, ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Ναγκάρ Τοσζέι.
Ο Ναγκάο ήταν γιος γιατρού και σπούδασε την επιστήμη του πατέρα του. Όταν ήταν ακόμη μικρός, τον είχαν αρραβωνιάσει με ένα κορίτσι, την Ο - Τέι, κόρη ενός φίλου του πατέρα του. Οι δυο οικογένειες είχαν αποφασίσει να γίνει ο γάμος μόλις ο Ναγκάο τελείωνε τις σπουδές του. Όμως η υγεία της Ο - Τέι ήταν κλονισμένη και στα δεκαπέντε της χρόνια προσβλήθηκε από μια απαίσια φθίση. Όταν ένιωσε πως θα πεθάνει, έστειλε να καλέσουν το Ναγκάο για να τον αποχαιρετήσει.
Καθώς αυτός γονάτιζε δίπλα στο κρεβάτι της, του είπε:
"Ναγκάο - Σάμα, αρραβωνιαστικέ μου, από την παιδική μας ηλικία μάς έταξαν τον έναν στον άλλον και θα παντρευόμασταν στο τέλος του χρόνου αυτού. Αλλά τώρα πεθαίνω. Οι θεοί ξέρουν τι είναι καλό για μας. Αν θα μου δινόταν η ευκαιρία να ζήσω μερικά χρόνια ακόμη χρόνια, θα προκαλούσα μόνο ανησυχία και λύπη στους άλλους. Με αυτό το αδύναμο κορμί δεν θα ήμουν καλή σύζυγος, γι' αυτό αν επιθυμούσα να ζήσω κι άλλο, θα ήταν μια εγωιστική επιθυμία. Είμαι πρόθυμη να πεθάνω και θέλω να μου υποσχεθείς πως δε θα λυπηθείς! Εκτός από αυτό, θέλω να σου πω ότι πιστεύω πως θα συναντηθούμε πάλι..."
"Ναι, αλήθεια θα συναντηθούμε και πάλι," είπε ο Ναγκάο με σιγουριά. " Και σ' εκείνη την Αγνή Χώρα δεν θα υπάρχει χωρισμός".
" Όχι, όχι", του απάντησε γλυκά εκείνη. " Δεν εννοούσα την Αγνή Χώρα. Πιστεύω πως είμαστε προορισμένοι να συναντηθούμε πάλι σε αυτόν τον κόσμο, παρόλο που θα με θάψουν αύριο".
Ο Ναγκάο την κοίταξε με βλέμμα ρεμβαστικό και την είδε να χαμογελάει με το ονειροπόλημά του. Το κορίτσι συνέχισε να του μιλά με τη γλυκιά, υπέροχη φωνή του.
"Ναι, εννοώ σ' αυτόν τον κόσμο, στην τωρινή σου ζωή, Ναγκάο - Σάμα. Φυσικά, μόνο αν το επιθυμείς. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να ξαναγεννηθώ κόρη και να μεγαλώσω. Επομένως θα' πρεπε να περιμένεις δεκαπέντε, δεκάξι χρόνια,,,δηλαδή πολύ καιρό. Αλλά, αγαπημένε μου, τώρα είσαι μόλις δεκαεννιά χρονών".
Θέλοντας να γλυκάνει τις τελευταίες της στιγμές, της απάντησε τρυφερά.
" Το να περιμένω για σένα, αγάπη μου, είναι περισσότερο χαρά παρά καθήκον. Είμαστε δεμένοι ο ένας με τον άλλον για επτά ζωές".
" Όμως αμφιβάλλεις;" ρώτησε, κοιτάζοντάς τον στο πρόσωπο.
" Αγάπη μου", της απάντησε, " αμφιβάλλω αν θα μπορούσα να σε αναγνωρίσω κάτω από άλλο σώμα, πίσω από άλλο όνομα, εκτός πια αν μπορέσεις να μου δώσεις κάποιο σημείο, κάποια απόδειξη".
"Αυτό δεν μπορώ να το κάνω", του είπε. " Μόνο οι θεοί και ο Βούδας ξέρουν πώς και πού θα συναντηθούμε. Αλλά είμαι βέβαιη, απόλυτα βέβαιη, πως αν εσύ δεν αρνιέσαι να με δεχτείς, θα μπορέσω να γυρίσω πίσω σε σένα. Να θυμάσαι αυτά μου τα λόγια".
Ξαφνικά έπαψε να μιλάει και έκλεισε τα μάτια. Ήταν νεκρή. Ο Ναγκάο αγαπούσε ειλικρινά την Ο - Τέι και η λύπη του ήταν βαθιά. Παρήγγειλε μια νεκρική πλάκα γραμμένη με το ζοκιουμιό της (το κοσμικό όνομα), την τοποθέτησε στο δικό του μποντσουντάν( βουδιστικό παρεκκλήσι) και κάθε μέρα άφηνε μπροστά του διάφορες προσφορές. Σκέφτηκε πολύ για τα παράδοξα πράγματα που του είχε πει η Ο-Τέι πριν πεθάνει και, με την ελπίδα να ευχαριστήσει το πνεύμα της, έγραψε μια επίσημη υπόσχεση να τη νυμφευθεί , εάν επέστρεφε κοντά του μέσα από άλλο σώμα. Αυτή τη γραμμένη υπόσχεση τη σφράγισε με τη σφραγίδα του και την τοποθέτησε στο μποντσουντάν, κοντά στη νεκρική πλάκα της Ο-Τέι.
Εντούτοις, επειδή ο Ναγκάο ήταν μοναχογιός, έπρεπε να νυμφευθεί. Λίγο καιρό αργότερα αναγκάστηκε να υπακούσει στις επιθυμίες της οικογένειάς του και να δεχτεί για σύζυγό του εκείνη που του διάλεξε ο πατέρας του. Ωστόσο, και μετά τον γάμο του, εξακολούθησε να αφήνει προσφορές μπροστά στην πλάκα της Ο-Τέι και ποτέ δεν έπαψε να τη θυμάται με αφοσίωση και τρυφερότητα. Όμως σιγά σιγά, η εικόνα της ξεθώριαζε στο μυαλό του, σαν όνειρο που δυσκολεύεται να το ξαναθυμηθεί κανείς. Και τα χρόνια περνούσαν.
Μέσα σε αυτό το διάστημα του έτυχαν πολλές δυστυχίες.
Πρώτα έχασε τους γονείς του και έπειτα τη γυναίκα του και το μοναδικό του παιδί, κι έτσι βρέθηκε μόνος στον κόσμο. Εγκατέλειψε το χαροκαμένο του σπίτι και έφυγε για ένα μακρινό ταξίδι, με την ελπίδα να ξεχάσει τις λύπες του.
Μια μέρα, κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, έφτασε στο Ικάο, ένα ορεινό χωριό, που ακόμα φημίζεται για τις ιαματικές πηγές του και την όμορφη θέα του στις γύρω περιοχές. Στο χάνι του χωριού που έμεινε, μια νέα κόρη ήρθε για να τον περιποιηθεί. Μόλις ο Ναγκάο είδε το πρόσωπό της, λαχτάρησε όσο ποτέ άλλοτε μέχρι τότε.
Τόσο πολύ έμοιαζε με την Ο-Τέι, που τσίμπησε το χέρι του για να βεβαιωθεί πως δεν ονειρευόταν. Όσο εκείνη πηγαινοερχόταν για να φέρει φωτιά και φαγητό ή να τακτοποιήσει το δωμάτιο του ξένου, κάθε κίνησή της ξυπνούσε μέσα του κάποια ευχάριστη ανάμνηση της κόρης με την οποία είχε δεθεί μικρός. Της μίλησε και εκείνη του απάντησε με μια τόσο τρυφερή και καθάρια φωνή, που η γλυκύτητά της του θύμισε εκείνες τις ευτυχισμένες  μέρες, προκαλώντας του μια ανεξέλεγκτη θλίψη.
Έπειτα, με μεγάλη περιέργεια, τη ρώτησε:
" Αδελφή μου, τόσο πολύ μοιάζεις μ' ένα πρόσωπο που γνώριζα πριν από πολύ καιρό, που ξαφνιάστηκα μόλις μπήκες για πρώτη φορά σ' αυτό το δωμάτιο. Επίτρεψέ μου, λοιπόν, να σε ρωτήσω ποια είναι η πατρίδα σου και πώς σε λένε;"
Με την αλησμόνητη φωνή της πεθαμένης, του απάντησε αμέσως:
" Με λένε Ο -Τέι κι εσύ είσαι ο Ναγκάο Τσοζέι από το Ετσίζεν, ο προορισμένος για μένα σύζυγος. Εδώ και δεκαεπτά χρόνια πέθανα στη Νιιγκάτα. Τότε έκανες μια γραπτή υπόσχεση πως θα με νυμφευόσουν, αν ποτέ γύριζα πίσω σε σένα σ' αυτόν τον κόσμο, στο σώμα γυναίκας, και σφράγισες αυτή τη γραπτή υπόσχεση με τη σφραγίδα σου και την τοποθέτησες στο μποντσουντάν, κοντά στην πλάκα που είχε γραμμένο το όνομά μου. και γι' αυτό γύρισα..."
Μόλις είπε αυτά τα λόγια, έπεσε αναίσθητη.
Ο Ναγκάο την παντρεύτηκε και ο γάμος τους ήταν ευτυχισμένος. Όμως ύστερα από την πρώτη συνομιλία τους, η Ο - Τέι δεν μπόρεσε ποτέ να θυμηθεί τι του είπε σαν απάντηση στην ερώτηση που της έκανε στο Ικάο. Ούτε μπορούσε να θυμηθεί τίποτα από την προηγούμενή της ύπαρξη. Η ανάμνηση της προηγούμενης ζωής της, που μυστηριωδώς ανέλαμψε τη στιγμή εκείνη της συνάντησης, λησμονήθηκε και έμεινε για πάντα στο σκοτάδι.

Λευκάδιος Χερν, Καϊντάν. Ιαπωνικές Ιστορίες για Παράδοξα Πράγματα,μετφρ. Φρίξος Ηλιάδης Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2017
" Και μόνο με το να διαβάσει κανείς τα ονόματα των ιστοριών αυτών, νομίζει πως θα ακούσει την καμπάνα κάποιου βουδιστικού ναού να χτυπά κάπου μακριά. Μερικές από αυτές τις ιστορίες είναι γραμμένες για γυναίκες και παιδιά, δηλαδή από το λεπτό εκείνο υλικό από το οποίο γίνονται τα πιο όμορφα παραμύθια του κόσμου όλου. Είναι παράδοξες αυτές οι Γιαπωνέζες κόρες και γυναίκες. Είναι σαν κι εμάς χωρίς να είναι. Και τα βουνά, και τα λουλούδια, και ο ουρανός είναι εντελώς διαφορετικά από τα δικά μας. Κι όμως, με μια μαγική δύναμη που μόνο ο Λευκάδιος Χερν κατέχει, σ' αυτές τις παράξενες ιστορίες ενός κόσμου που είναι τόσος ακατανόητος σ' εμάς, μας δίνει μια φευγαλέα εντύπωση κάποιας πνευματικής πραγματικότητας" ( από το οπισθόφυλλο)
Ο Λευκάδιος Χερν θεωρείται ο εθνικός συγγραφέας - λαογράφος της Ιαπωνίας. Γεννήθηκε στην Αγία Μαύρα, σημερινή Λευκάδα, στις 27 Ιουνίου 1850 και πέθανε από ανακοπή στο Οκούμπο της Ιαπωνίας στις 26 Σεπτεμβρίου 1904 σε ηλικία 54 ετών.
Γονείς του ήταν ο Ιρλανδός γιατρός Κάρολος Χερν, στρατιωτικός γιατρός στο Βρετανικό Σώμα των Επατνήσων και η  Ρόζα Κασιμάτη,Ελληνίδα από τα Κύθηρα. Όταν ο πατέρας του μετατέθηκε το 1856 στις Δυτικές Ινδίες, η οικογένεια έφυγε για το Δουβλίνο. Μετά το διαζύγιο των γονιών του  την επιμέλεια του ανέλαβε η Σάρα Μπρέναν, συγγενής του πατέρα του. Σε ηλικία 16 ετών έχασε το ένα του μάτι σε κάποιο παιχνίδι και στα 19 του χρόνια, έφυγε για την Αμερική. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και με την ιδιότητα του δημοσιογράφου έφθασε το 1889 στη Γιοκοχάμα, απεσταλμένος ενός αμερικανικού περιοδικού. Λίγο καιρό αργότερα έσπασε  το συμβόλαιο με το περιοδικό και εγκαταστάθηκε στο Ματσούε της Β.Δ. Ιαπωνίας. Εκεί σχετίστηκε με διάφορους σημαντικούς ανθρώπους αναπτύσσοντας αδελφική σχέση μαζί τους. Δεκαπέντε μήνες μετά παντρεύτηκε την κόρη ενός πρώην σαμουράι, την Κοϊζούμι Σέτσου με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Κουαμαμότο και δίδαξε τρία χρόνια στο δημόσιο κολέγιο της πόλης. Το 1896 πήρε την ιαπωνική υπηκοότητα και το ιαπωνικό επώνυμο του πεθερού του, Κοϊζούμι, μαζί με το γιαπωνέζικο όνομα Γιάκουμο. Έγινε ο Γιάκουμο Κοϊζούμι. Προσχώρησε  επίσης στον σιντοϊσμό και στο βουδισμό. Μετά η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο Τόκιο και δίδαξε στο Αυτοκρατορικό Πανεπιστήμιο του Τόκιο ως καθηγητής αγγλικής γλώσσας.

Ο τάφος του Λευκάδιου Χερν, στο νεκροταφείο Ζοσιγκάγια στο Τόκιο.

" Στην καρδιά της Άπω Ανατολής, ρίζωσε και εργάστηκε ως δάσκαλος αγγλικών και συγγραφέας, μέχρι το θάνατό του, σε ηλικία 54 ετών. Αφηγήθηκε παραδοσιακές ιστορίες, σκοτεινούς μύθους, αλλόκοτες δοξασίες, παγερές νύχτες με φαντάσματα, νεαρούς σαμουράι και ματωμένα ξίφη.
Άφησε λογοτεχνική προίκα 4000 σελίδων και έναν πολυπολιτισμικό μύθο, αναζητώντας τη φωνή που " μου έλεγε πάντα ιστορίες που με έκαναν να αναρριγώ από το κεφάλι μέχρι τα πόδια από την ευχαρίστηση"".
Το 1965 ο σκηνοθέτης Μασάκι Κομπαγιάσι μετέφερε τέσσερις ιστορίες από το Καϊντάν στον κινηματογράφο.
Το 2004 η Ιαπωνία τίμησε τον Λευκάδιο Χερν με έξι ιαπωνικά και διεθνή συμπόσια καθώς και με αναμνηστικό γραμματόσημο στη σειρά Εξέχοντες του Πολιτισμού.
Στη Λευκάδα, στην επέτειο των 110 χρόνων από το θάνατό εγκαινιάστηκε το Ιστορικό Κέντρο Λευκάδιος Χερν. Στους γαλάζιους τοίχους του ξετυλίγεται η ζωή του και το ταξίδι του στην άλλη άκρη του κόσμου , αλλά και στη φαντασία ( Οι πληροφορίες βασίστηκαν στη εισαγωγή του βιβλίου)

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2019

Pablo Nerouda, Canto General

Το «Canto General» εκδόθηκε για πρώτη φορά παράνομα στη Χιλή το 1950, μεταφράσθηκε στα ελληνικά από την Δανάη Στρατηγοπούλου και μελοποιήθηκε στο Παρίσι το 1972 από τον Μίκη Θεοδωράκη. Eκείνη την εποχή, ο Pablo Neruda ήταν πρέσβης της Χιλής στο Παρίσι και παρακολούθησε, ενθουσιασμένος, κάποιες από τις πρόβες του έργου μαζί με τη σύζυγό του. Τον Σεπτέμβρη του 1973, στο πλαίσιο της μεγάλης περιοδείας του στη Λατινική Αμερική, ο Μίκης Θεοδωράκης επρόκειτο να παρουσιάσει το έργο στο στάδιο του Santiago. Τα σχέδια του ανατράπηκαν όμως στις 11 του Σεπτέμβρη, όταν ευρισκόμενος στη Βενεζουέλα, πληροφορήθηκε για το στρατιωτικό πραξικόπημα του Πινοσέτ, που ανέτρεψε την εκλεγμένη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Αλιέντε (o οποίος πέθανε τη μέρα του πραξικοπήματος). Λίγες μέρες μετά, στις 23 Σεπτεμβρίου, έφυγε από τη ζωή και ο Pablo Neruda. Ο Πινοσέτ παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το 1990, με αποτέλεσμα τo έργο να παρουσιαστεί τελικά στη Χιλή είκοσι χρόνια μετά, το 1993…

Τον Σεπτέμβρη του 1974 πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι η ηχογράφηση μιας πρώτης μορφής με τέσσερα κομμάτια του «Canto General», με την Μαρία Φαραντούρη, τον Πέτρο Πανδή, τα περίφημα Κρουστά του Στρασβούργου και την Εθνική χορωδία της Γαλλίας. Από την ηχογράφηση αυτή προέκυψε ένας μονός δίσκος που κυκλοφόρησε από την ΕΜΙ αρχικά στην Γαλλία και στη συνέχεια και στην Ελλάδα.

Οκτώ κομμάτια του έργου παρουσιάστηκαν σε τέσσερις μεγάλες συναυλίες στο Στάδιο Καραϊσκάκη από τις 13 έως τις 16 Αυγούστου 1975, με σολίστ την Μαρία Φαραντούρη και τον Πέτρο Πανδή, απαγγελία από τον Μάνο Κατράκη και τη συμμετοχή της Εθνικής χορωδίας της Γαλλίας και των Κρουστών του Στρασβούργου. Από τις συναυλίες αυτές προέρχεται και ο διπλός δίσκος που κυκλοφόρησε από την Μinos. Στα κατοπινά χρόνια ακολούθησαν κι άλλες δισκογραφικές εκδόσεις, με το έργο ολοκληρωμένο πια από το συνθέτη του.

Πηγή: ogdoo.gr

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2019

Προσφυγιά...

Η προσφυγιά κίνησε κι απλώθηκε σ' ολόκληρη την έκταση της Ελλάδας, σαν το ποτάμι που ξεχείλισε κι έχασε τη στράτα του, σαν το πεινασμένο κοπάδι που αναζητάει βοσκή. Οι καταυλισμοί και οι περιμαντρωμένοι χώροι δε τη χωρούσαν πια και δεν την κρατούσαν.
Ενάμισι εκατομμύριο πεινασμένα στόματα...Ενάμισι εκατομμύριο φτηνά χέρια...Ενάμισι εκατομμύριο διψασμένοι άνθρωποι για δουλειά, για γαλήνη, για ελπίδα, τριγυρνούσαν στους δρόμους της Ελλάδας με τα χέρια στις τσέπες της ανέχειας!
Έβγαζε ο πρόσφυγας τη ζωή του στον πλειστηριασμό της φτήνιας, όσο όσο. Για ένα ξεροκόμματο στο εργοστάσιο. Για μια χούφτα καλαμπόκι στα χωράφια. Κι η ντόπια φτωχολογιά σκιάχτηκε. Σκιάχτηκε ο αγρότης, γιατί του είπανε πως ο πρόσφυγας θα έπαιρνε εκκλησιαστικά χτήματα κι απαλλοτριωμένη γη να την κάνει, καταπώς λέγανε, κεντίδι λαχταριστό! Η έχθρητα ξεμύτισε. Μα απ' όλη αυτή τη σύγχυση τ' αφεντικά βγήκαν κερδισμένα, γιατί δε ματαγίνονται εύκολα τέτοιες ευκαιρίες. Γέμισαν οι πολιτείες άνεργους και η ύπαιθρος παρακεντέδες. Ξεχέρσωναν την άγονη γη. Πέτρα να δει το μάτι σου!
Κι ήταν κι άλλες χιλιάδες που τράβηξαν κατά τα έλη, ατέλειωτα έλη και μιλιούνια κουνούπια. Είχαν γενεί οι άνθρωποι σαν την κίτρινη φυλή. Σωστοί κούληδες. Και τα "εγγειοβελτιωτικά έργα και η αποξήρανσις των ελών" κουδούνιζαν σε κάθε εκλογική περίοδο, το ίδιο κούφια κι άκαρπα, όπως και η " αστική αποκατάστασις των προσφύγων". Κι έμενε στυφή η ανάμνηση τους πάνω στις πρησμένες σπλήνες των παιδιών.
Μα η προσφυγιά σφηνώθηκε πάνω στη γη της Ελλάδας κι άρχισε να μαλάζεται με τη ζωή της και να χαράζει αποφασιστικά την εξέλιξή της. Είδε κι έπαθε ν' απαλλαγεί ο πρόσφυγας από το λαχταριστό όνειρο του γυρισμού. Κι όταν το ξερίζωσε απ' την ψυχή του, τότε, η μοναξιά κι η κακομοιριά, κι ανάμνηση του χαμένου παράδεισου, κι η ανάμνηση της νικημένης ραγιαδοσύνης και της πολεμικής αντάρας, όλα έσμιξαν σιγά σιγά κι έγιναν αποφασιστικότητα για δράση, για μια καλύτερη, ανθρωπινότερη ζωή. Κι έγιναν οι πρόσφυγες και οι συνοικισμοί τους μια καινούρια ανανεωτική δύναμη για την Ελλάδα, προζύμι προκοπής.
Κάποιοι τη νιώσαν αυτή την αλλαγή, της δώσανε συνείδηση και χρώμα και τη μεταδώσανε και στους άλλους. Δέσανε κόμπο τη δυστυχία τους με του πλαϊνού τους, όποιος κι αν ήταν, πρόσφυγας ή ντόπιος, κι από το τριμμένο αυτό νήμα άρχισαν να πλέκουν τις νέες ελπίδες τους, μαζί μ' ολόκληρο τον ελληνικό λαό.
Τέντωσαν τ' αυτί τους και το' μαθαν ν' αφουγκράζεται όλες τις καρδιές που χτυπούσαν στον ίδιο ρυθμό· χιλιάδες αγαναχτισμένες καρδιές. Κι ένιωσαν τότε μια ξαφνική, πρωτόγνωρη δύναμη. Ο πρόσφυγας δεν ήταν μόνος με τη μοίρα να κλαίει· ήταν πολλοί. Ήταν ο ελληνικός λαός...



Διδώ Σωτηρίου, Μέσα στις φλόγες, Κέδρος , Αθήνα 1996, 28η έκδοση.
Το μυθιστόρημα αυτό της Διδώς Σωτηρίου, που έφυγε από τη ζωή στις 23 Σεπτεμβρίου 2004, στηρίζεται σε μια ιστορία εμπνευσμένη από το άλλο της μυθιστόρημα " Οι νεκροί περιμένουν". Η συγγραφέας την δούλεψε κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να τη διαβάσουν παιδιά. 

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου 2019

Βιβλία του δρόμου

Στο πάτωμα ενός βιβλιοπωλείου με παλιές εκδόσεις βρίσκονται τις περισσότερες φορές αληθινοί θησαυροί σε απίστευτα χαμηλές τιμές. Ανάμεσα σε διάφορα βιβλία με φθαρμένες και κιτρινισμένες σελίδες εντόπισα πέντε τεύχη του λογοτεχνικού περιοδικού" Ηπειρωτικές Σελίδες" που το εξέδιδε επιτροπή κάθε μήνα στα Γιάννενα από το 1952 και έγραφαν αξιόλογοι συγγραφείς και ποιητές , ηπειρώτες κ.α. Στο πρώτο φύλλο του περιοδικού, Σεπτέμβριος 1952, διάβασα και αυτό το όμορφο άρθρο για τα "Βιβλία του δρόμου" , το οποίο ο αρθρογράφος υπογράφει με το ψευδώνυμο ΕΦΗΜΕΡΟΣ. Πού να ήξερε ότι και το δικό του άρθρο το βρήκαμε όχι στο ράφι του βιβλιοπωλείου , αλλά στο πάτωμα, στο"δρόμο"



Συνηθίσαμε να λέμε γυναίκες του δρόμου, τις δυστυχισμένες εκείνες υπάρξεις που κατάντησαν να πωλιούνται στο πεζοδρόμιο. Μα να που έχουμε και βιβλία του δρόμου, τα βιβλία που κι' αυτά προσφέρονται στο δρόμο. Υπάρχει μια κάποια ομοιότητα μεταξύ τους γιατί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια όπως και το βιβλίο έχουν μια ιερότητα που όταν γίνει αγοραία, θλίβει. Το ανθρώπινο πνεύμα δεν ανέχεται αυτόν τον ξεπεσμό. Διαμαρτύρεται.
Στην πόλι μας τα βιβλία πωλιούνται κι' αγοράζονται μόνο στα βιβλιοπωλεία, μ' επιμέλεια και στοργή φυλαγμένα στα ράφια και στις προθήκες τους. Μα στην Αθήνα, όπως και στις μεγάλες ξένες πολιτείες, είναι κάτι συνηθισμένο το είδος αυτό των βιβλίων του δρόμου,των βιβλίων που περιφέρονται εδώ -εκεί ή σ' ένα καροτσάκι φίρδην μίγδην ριγμένα, ετερόκλιτα και τσαλαπατημένα, ή πωλιούνται στην πρόχειρη τάβλα του πεζοδρομίου. Ποιος που έζησε στην Αθήνα δεν θυμάται και δεν νοσταλγεί τη γραφικότητα των γύρω από το Πανεπιστήμιο δρόμων, όπου μπρος στον υπαίθριο βιβλιοπώλη, ο φτωχός φοιτητής, η δασκάλα της ξένης γλώσσας με την καθώς πρέπει μαθήτρια, ο αυστηρός ερευνητής, ο χαριεντιζόμενος αργόσχολος έψαχναν και παζάρευαν όρθιοι, ατέλειωτα;
Μα να που τις προάλες έκαμε και δω την εμφάνισή του το καροτσάκι με τα βιβλία. Κάπου σε μια γωνιά ο αδιάφορος και κουρασμένος πωλητής μπρος στο καροτσάκι του διαλαλούσε το εμπόρευμά του.
Η σκηνή που ήταν απροσδόκητη και ξαφνική με κράτησε ακίνητο, ενώ διάβαινα.
Από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα ένοιωθα μια συγκίνησι μπρος σ' αυτά τα καϋμένα έκθετα βιβλία που κάπως βάναυσα και χυδαία στοιβάζονται στα καροτσάκια να πωληθούν. Μου θύμιζαν τους τρυφερούς στίχους του Άγρα για τις μυγδαλιές που τις περιφέρουν οι κυρίες σαν "άρρωστα παιδιά". Ίσως γιατί, όπως και παραπάνω είπα, το βιβλίο έχει για το ανθρώπινο πνεύμα μιαν ιερότητα, έχει ( πώς να το πω) κάτι από την ιερότητα του ίδιου του πνεύματος του ανθρωπίνου. Κάτι από την πολυτιμότητα της ίδιας του της ψυχής. Δεν είναι τυχαίο εμπόρευμα, ανώνυμο, όπως όλα τ' άλλα εμπορεύματα της αγοράς. Το ίδιο αίσθημα έννοιωσα πάλι μπρος το καροτσάκι του πλανώδιου πωλητή της πόλης μας. Βιβλία μικρά, μεγάλα, χρυσοδεμένα, πανόδετα, άδετα, πολύχρωμα μού φάνηκε πως καρτερούσαν υπομονητικά το χέρι που θα τα ανέσυρε από το πνιγηρό αυτό ανακάτεμμα, να τα τοποθετήσει εκεί που τους άξιζε. Στην γαλήνη και στην ασφάλεια του σπουδαστηρίου. Και στην αναμονή τους αυτή - μου φάνηκε - πως είχαν όλη τη στωικότητα, την καρτερία του διαπαιδαγωγημένου, του πολιτισμένου ανθρώπου που μπορεί και εξαίρεται πάνω από τη μικρότητα της ανθρώπινης ζωής ατενίζοντας ήρεμα προς μια αιώνια αλήθεια.
Μα - όπως πολλές φορές συμβαίνει - η πρώτη συγκίνησι υποχώρησε μπρος την περιέργεια και το ενδιαφέρο: Ας ρίξουμε μια ματιά!
Η αναζήτηση αυτή ήταν το δεύτερο σκέλος του ενδιαφέροντός μου για τα βιβλία αυτά του δρόμου. Ένα παράδοξο θέλγητρο, μια γοητεία μικρής περιπέτειας με πλημμύριζαν όταν  γρήγορα, νευρικά, ανακάτευα τους σωρούς των βιβλίων αναζητώντας κάτι ώμορφο και σπάνιο που θα με αποζημίωνε και θα μου έδινε  χαρά και ικανοποίησι.
Ήταν ένα ωχρό και μακρινό αντιφέγγισμα απ' τον πυρετό του αρχαιολόγου που προσδοκά την ανακάλυψι ενός μυστικού από τη μητέρα γη, από την αγωνία και το πάθος του τυχοδιώκτη του Ελντοράντο που σκυμμένος στην άμμο του ποταμού, έψαχνε, για τους χρυσούς κόκκους που θα τον λύτρωναν από  τη φτώχεια και την περιπέτεια...
Τι μικρή ευτυχία όταν τέλος πάντων ύστερ' από μιαν αναζήτηση ( παρ' όλη τη δυσφορία του αμύητου πωλητή που δεν κατανοούσε ούτε συγχωρούσε αυτή την παράξενη βιασύνη) κρατούσα στο χέρι, μικρούς υπάκουους αιχμαλώτους, ένα - δύο βιβλία! Ένοιωθα την ίδια ευχαρίστησι, την ίδια αγνή, πηγαία χαρά ενός ωραίου ηλιοβασιλέματος, μιας καλής πράξης, μιας σπάνιας παρέας!
Ο πωλητής που με το εμπορικό του ένστικτο ωσφράνθηκε στο σταμάτημά μου το "αλισβερίσι" τόνωσε κάπως την κουρασμένη διαφήμισί του. Τι να γίνει; Ο καθένας τη δουλειά του...
Η σκέψεις, η εικόνες που σαν κινηματογραφική ταινεία με παρέσυραν - για λίγες στιγμές - έσβυσαν. Πλησίασα το καροτσάκι κι' άρχισα να ψάχνω τους σωρούς των σκονισμένων βιβλίων...
                                                                                                                                     ΕΦΗΜΕΡΟΣ
Τηρήθηκε η ορθογραφία του αρθρογράφου
Στη φωτογραφία η πρώτη σελίδα του περιοδικού. Λείπει το εξώφυλλο

Σάββατο 21 Σεπτεμβρίου 2019

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2019

Ο γυρισμός του ξενιτεμένου

- Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

- Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ως τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

- Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά - σιγά θα' ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

- Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπω σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ως τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

- Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

- Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τι μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου 
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

- Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά - σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σού έχει πλάσει 
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

- Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεαοανηφόρα.

                                            Αθήνα, άνοιξη '38
Γιώργος Σεφέρης Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 1977, 11η έκδοση
Έφυγε στις 20 Σεπτεμβρίου 1971



Μουσική:  Γιάννης Μαρκόπουλος
Ερμηνεία :Λάκης Χαλκιάς & Ιωάννα Κιουρκτσόγλου 
Δισκογραφία: "Ο Στράτης θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους" 1973.