Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή 20 Μαρτίου 2016

Καλή πατρίδα, σύντροφε


Σκηνοθεσία: ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ
 Σενάριο: ΣΚΡΟΥΜΠΕΛΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ, ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ ΛΕΥΤΕΡΗΣ , ΜΠΡΑΜΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
 Δ/ντής Φωτογραφίας: ΣΙΝΑΝΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ 
Μοντάζ: ΤΕΜΠΟΣ ΑΝΤΩΝΗΣ 
Ηχολήπτης: ΚΙΤΤΟΥ ΝΤΙΝΟΣ 
Ενδυματολόγος- Σκηνογράφος: ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
Μουσική Σύνθεση: ΚΑΡΑΪΝΔΡΟΥ ΕΛΕΝΗ 
Διάρκεια: 90΄

 Σύνοψη της ταινίας[1]:

 Δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ με θέμα το ελληνικό χωριό Μπελογιάννης της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, κοντά στη Βουδαπέστη, που κτίστηκε το 1950 από έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες, πρώην αγωνιστές του Δημοκρατικού Στρατού. Την εποχή που γυριζόταν η ταινία, οι περίπου χίλιοι οκτακόσιοι κάτοικοι και τα παιδιά τους επέστρεφαν κατά ομάδες στην Ελλάδα, μετά από τριάντα πέντε ολόκληρα χρόνια αναγκαστικής προσφυγιάς που ήταν συνέπεια του εμφυλίου πολέμου. Μαζί τους έρχεται και το φέρετρο ενός παλιού συντρόφου – καλή πατρίδα, σύντροφε.

 Βραβεία- Διακρίσεις 

Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, το 1986, η ταινία παίρνει τα βραβεία πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και μουσικής και το 1987, διάκριση ποιότητας ταινίας από τα κρατικά βραβεία ΥΠΠΟ. Στο Διεθνές Φεστιβάλ του Λοκάρνο της απονέμεται ειδική μνεία της κριτικής επιτροπής, το 1986. [1] 

http://www.tainiothiki.gr/v2/filmography/view/1/1060

 Το 1986 ο Λευτέρης Ξανθόπουλος επανέρχεται[1] στο θέμα των πολιτικών προσφύγων με την ταινία του Καλή πατρίδα, σύντροφε. Θεματικό κέντρο της ταινίας είναι οι προετοιμασίες επιστροφής στην Ελλάδα των ελλήνων πολιτικών προσφύγων, κατοίκων του ουγγρικού χωριού Μπελογιάννης . Η ταινία παρακολουθεί τη ζωή των εγκατεστημένων εκεί ανταρτών του ΔΣΕ, που, κυνηγημένοι από τη χώρα τους, βρήκαν καταφύγιο στις φιλόξενες ιδεολογικά σοσιαλιστικές δημοκρατίες. Δομείται γύρω από τρεις θεματικούς άξονες: το γάμο της νεαρής κόρης πολιτικού πρόσφυγα με γιο άλλου έλληνα ως αρχή του ταξιδιού προς την πατρίδα των γονιών τους και αντίθετα με τις δικές τους προσωπικές επιλογές, που αφορούν πρόσωπα της νέας τους πατρίδας˙ τις προσπάθειες ενός βοσκού να του δοθεί άδεια να μεταφέρει το κοπάδι του μαζί του πίσω, προσπάθειες που καρποφορούν ερήμην του, καθώς πεθαίνει λίγο πριν την αναχώρηση˙ και τη ματιά ενός μικρού αγοριού που παρατηρεί τις προετοιμασίες και που στο τέλος ανεβάζει συμβολικά το νεκρό βοσκό στο τρένο της επιστροφής. Αν και η ταινία ασχολείται με τη ζωή των προσφύγων, ο εμφύλιος πόλεμος -που απασχολεί την παρούσα εργασία- ξεπηδάει μέσα στα πολλαπλά επίπεδα της αφήγησης, καθώς αποτελεί την αιτία ύπαρξης του χωριού αυτού, την εκκίνηση της ιστορίας των προσώπων που περνάνε μπροστά από το φακό. Τα βασανισμένα από το χρόνο και την ιστορία πρόσωπα διηγούνται τη διαδρομή τους ως εκεί: την Κατοχή, το Αντάρτικο, την Απελευθέρωση και ξανά το Αντάρτικο με το ΔΣΕ τώρα, τις μάχες και, μετά την ήττα, το πέρασμα από την Αλβανία, την Τσεχία, την Πολωνία ως την εγκατάσταση στο ουγγρικό χωριό, που θα μετονομαστεί Μπελογιάννης, από το όνομα του εκτελεσμένου κομμουνιστή ηγέτη. Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει οι μνήμες του Εμφυλίου είναι συνεχώς παρούσες στην ταινία και καθοριστικές για την πλοκή όπως τέτοιες υπήρξαν και για τη ζωή των προσώπων. Σκηνές έντασης και με αναφορές στον Εμφύλιο, είναι οι αφηγήσεις των ηλικιωμένων για τον πόλεμο και το πώς έχασαν τα αγαπημένα τους πρόσωπα, οι παρακολούθηση φιλμ από το βουνό κι η είσοδος του μικρού αγοριού –έγχρωμου στο φόντο της ασπρόμαυρης οθόνης- ως συμβολικού κληρονόμου της μνήμης, ο γάμος κάτω από το πορτρέτο του αντάρτη αλλά κι η ίδια η ύπαρξη του χωριού και των ανθρώπων του, δεμένων με την Ελλάδα που άφησαν πίσω τους. Οι μνήμες των διώξεων που τους οδήγησαν στο βουνό για δεύτερη φορά, οι κακουχίες του πολέμου, το αίμα που χύθηκε αποτελούν τη διαχωριστική γραμμή του ανάμεσα στην πατρίδα και την εξορία, μια πατρίδα που την κρατούν μέσα από τα τραγούδια, τους χορούς και τη νοοτροπία, σταματημένα στην εποχή που έφυγαν, όπως όλοι οι εκπατρισμένοι. Η στάση των προσφύγων και των οικογενειών τους απέναντι στην Ελλάδα από την άλλη πλευρά της διαχωριστικής γραμμής διαφέρει. Για κάποιους, η απόσταση γίνεται αξεπέραστη: μια ηλικιωμένη, αρνείται να γυρίσει στο χωριό της γιατί εκεί, όπως λέει, της «σκότωσαν πέντε άτομα από την οικογένεια: άνδρα, πεθερό, δυο κουνιάδους…» Διαλέγει να φορά μαύρα για πάντα, κι η εμμονή της μετατρέπει σε πολιτική θέση την προσωπική επιλογή: δεν ξεχνά, δε συμφιλιώνεται με το παρελθόν αυτό, αλλά ούτε και με όσους το δημιούργησαν ή το ανέχτηκαν. Άλλοι αποφασίζουν να γυρίσουν και να βρουν ό,τι άφησαν πίσω τους τότε. Όχι μόνο δε βρίσκουν τις περιουσίες τους, που άλλοι πια χαίρονται, αλλά αδυνατούν να βρουν κι έναν τρόπο ενσωμάτωσης στην νέα ελληνική πραγματικότητα˙ οδηγούνται στην αυτοκτονία. Η πλειοψηφία των προσφύγων προσβλέπει αισιόδοξα στην επιστροφή. Καταρχήν αυτό υποδηλώνεται από το μεγάλο αριθμό τους που εγκαταλείπει μια οργανωμένη ζωή για να επιστρέψει εκεί από όπου διώχτηκε πριν σχεδόν τέσσερις δεκαετίες[2]. Κάποιοι, όπως το νεαρό ζευγάρι που παντρεύεται χωρίς αγάπη, θυσιάζουν πιθανά την προσωπική τους ευτυχία για κάτι άγνωστο κι αβέβαιο. Μία από τις αιτίες αυτής της «θυσίας» θα πρέπει να αναζητηθεί στην ιδεολογική και συναισθηματική δικαίωση, καθώς η επιστροφή καταργεί τα εμπόδια που το εχθρικό ελληνικό καθεστώς έθετε ως τότε κι η αναίρεσή τους μοιάζει να αποσαθρώνει και τις κατηγορίες που τα στήριζαν. Αντίστοιχα, θα λειτουργεί ως όνειρο η πατρίδα και για τους γόνους των προσφύγων, που γαλουχήθηκαν από τις ιστορίες των γονιών τους για τον πόλεμο, το διωγμό, την ελπίδα για την επιστροφή. Φαίνεται, μάλιστα ότι η δικαίωση αυτή γίνεται τόσο σημαντική που κι ο νεκρός βοσκός θα οδηγηθεί για να ταφεί στην πατρίδα. Ο ίδιος δε, ο τίτλος της ταινίας, υπενθυμίζει –με τις λεκτικές του επιλογές- τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτικά χαρακτηριστικά της ομάδας, «καλή πατρίδα» γιατί είναι πρόσφυγες και «σύντροφε» γιατί είναι κομμουνιστές. Η κινηματογραφική απεικόνιση της ιστορίας και της πολυδιάστατης πραγματικότητας που την αντικατοπτρίζει πραγματοποιείται μέσω ενός ιδιόμορφου είδους: μοιάζει με μυθοπλασία αλλά περιέχει τις αληθινές αφηγήσεις υπαρκτών προσώπων. Όπως περιγράφουν ο σκηνοθέτης, Λ. Ξανθόπουλος, και ο Γ. Μπράμος, που συνεργάστηκε μαζί του στο σενάριο, προσωπικές μαρτυρίες καταγράφηκαν και ενσωματώθηκαν στην πλοκή, ενώ πολλοί από τους «ηθοποιούς» ήταν κάτοικοι του χωριού, ερασιτέχνες, που μιλούσαν για λογαριασμό άλλων συγχωριανών τους[3]. Έτσι, διατηρείται καταρχήν η ρεαλιστική ντοκιμαντερίστικη ματιά, αμβλύνεται πάντως από η έντονη φόρτιση της αφήγησης προσωπικών βιωμάτων. Όπως σημειώνει η Χρ. Σωτηροπούλου[4], η χρονική στιγμή κατά την οποία γυρίζεται η ταινία επιβάλλεται και από το ιστορικό και πολιτικό υπόβαθρο της Ελλάδας: οι πολιτικοί πρόσφυγες μετρούν πάνω από 35 χρόνια εξορίας, ο σκηνοθέτης ασχολείται με το θέμα της διασποράς από τη δεκαετία του ’70. Η επάνοδος των προσφύγων στην πατρίδα αρχίζει -αυστηρά ελεγχόμενη- μια δεκαετία περίπου πριν, το ίδιο το θέμα πάντως, ως άμεσα συνδεδεμένο με τον Εμφύλιο και τον κομμουνισμό, δε σχολιάζεται ανοιχτά παρά μετά τις «διορθωτικές κινήσεις» νομιμοποίησης και αναγνώρισης της κυβέρνησης ΠΑΣΟΚ.

 [1] Προηγούμενη κινηματογραφική αναφορά υπήρξε το Ταξίδι στα Κύθηρα του Θ. Αγγελόπουλου
 [2] Το 1985 είχαν μείνει στο χωριό μόνο 508 άτομα, ενώ το 1954 κατοικούνταν από 1850 άτομα (στοιχεία από την ταινία)
 [3] Από συζήτηση των συντελεστών στην Αυγή, 1.5.1987, όπως αναφέρεται στο Χρ. Σωτηροπούλου, Η διασπορά στον ελληνικό κινηματογράφο, Αθήνα 1995
 [4] Χρ. Σωτηροπούλου, Η διασπορά στον ελληνικό κινηματογράφο, Αθήνα 1995, σελ. 190

Οι πληροφορίες αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος στον κινηματογράφο

"Άνοιξη"


Απλώνουμε τα χέρια
στον ήλιο
και τραγουδάμε.

Το φως κελαϊδάει
στις φλέβες του χόρτου
και της πέτρας.

Οι κραυγές της ζωής
τεντώσαν τόξα δύναμης
τα κλαδιά.

Η φλούδα των δέντρων
χλωρή και στιλπνή
λαμποκοπά
- ριγωτό φουστάνι τεντωμένο
 σ' άγουρα στήθη χωρικής.

Πώς αγαπούμε
τα ερωτικά κορμιά μας.

Μη μας καλείτε να φύγουμε.
Κλεισμένοι στο κορμί μας
είμαστε παντού.

Κάθε πουλί
που βουτάει στο γαλάζιο
κάθε χορταράκι
που φυτρώνει στην άκρη του δρόμου
μας φέρνει το μήνυμα του Θεού.

Οι άνθρωποι
περνούν πλάι μας
ωραίοι αγαπημένοι
ντυμένοι
τ' όνειρο μας τη νιότη μας
και την αγάπη μας.

Αγαπούμε
τον ουρανό και τη γη
τους ανθρώπους και τα ζώα
τα ερπετά και τα έντομα.
Είμαστε κ' εμείς
όλα μαζί 
κι ο ουρανός κ' η γη.

Το κορμί μας περήφανο
απ' της χαράς την ομορφιά.
Το χέρι μας παντοδύναμο
απ' την ορμή της αγάπης.

Μέσα στη φούχτα της αγάπης
χωράει το σύμπαν.


Γιάννης Ρίτσος , Εαρινή συμφωνία(ΧΙV)  , Ποιήματα ( 1930 - 1942) τ.α . Κέδρος 1978 , 11η έκδοση

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Γκιακ

Γράφει η ofisofi // atexnos

“Το Κανούν είναι ένα σώμα αρχαίων νόμων και κανόνων εθιμικού δικαίου, οι οποίοι διείπαν τη ζωή των αλβανικών κοινοτήτων μέχρι και τα νεότερα χρόνια… Κεντρικό ρόλο στο Κανούν κατέχει ο όρος γκιακ (αίμα), ο οποίος έχει νομική υπόσταση. Μεταξύ άλλων, χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την «εκδίκηση του αίματος» (βεντέτα), την υποχρέωση για «εκδίκηση του αίματος», όπως επίσης και το «αίμα ως όρο που δηλώνει την νομική υπόσταση του ατόμου στο πλαίσιο της οικογένειας και της φατρίας. Σε περίπτωση φόνου, ακόμη και εξ αμελείας, η οικογένεια του θύματος έχει το δικαίωμα – και υποχρεούται – να ζητήσει δικαίωση για το «αίμα» του μέλους της, χύνοντας το «αίμα» του θύτη ή κάποιου άλλου αρσενικού μέλους της οικογένειας του…»

Οκτώ αφηγήσεις ανδρών και μία Παραλογή συνθέτουν τη συλλογή διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου «Γκιακ». Οκτώ άνδρες αφηγούνται μπροστά σ’ έναν αόρατο ακροατή τις ιστορίες τους.  Κοινά στοιχεία η θητεία τους στον μικρασιατικό πόλεμο και η  εκδίκηση για κάτι που διέπραξαν στο παρελθόν ή κάποιοι άλλοι διέπραξαν εναντίον τους ή μελών της οικογένειάς τους.  Τιμωροί και τιμωρούμενοι μέσα στη γραμμή του αίματος, στο γκιακ.

Όλα τα διηγήματα αποτελούν δυνατές και συνταρακτικές ιστορίες απλών ανθρώπων. Πολύ πρωτότυπος ο τρόπος που ο συγγραφέας εμπλέκει τη συμμετοχή τους στο μικρασιατικό μέτωπο και τη δένει με τις πράξεις εκδίκησης και αντεκδίκησης για γεγονότα που συνέβησαν πριν, συγχρόνως και μετά  τον πόλεμο.. Δεν έχει κάτι ηρωικό η συμπεριφορά τους. Σκληροί και ευαίσθητοι  συγχρόνως, δεισιδαίμονες και προληπτικοί αδυνατούν πολλές φορές να συμβιβάσουν τα συναισθήματα με τις πράξεις τους καθώς αυτές ορίζονται από τη γραμμή του αίματος.  Οι ίδιοι ομολογούν πράξεις πολύ σκληρές, βίαιες  και εξευτελιστικές που οδήγησαν ακόμη και στο θάνατο. Και αυτή η συμπεριφορά ήταν μέρος της εκδίκησης και των άγραφων νόμων που ρύθμισαν τη ζωή τους.

Μου έκανε εντύπωση πώς ένας τόσο νεαρός στην ηλικία συγγραφέας αποδίδει τόσο ζωντανά, τόσο παραστατικά την προφορικότητα του λόγου με τους ιδιωματισμούς  της ντοπιολαλιάς και της αρβανίτικης γλώσσας.

Όλα τα διηγήματα συγκινούν βαθύτατα με την αμεσότητα και το σκληρό  ρεαλισμό τους. Νιώθεις έναν κόμπο στο λαιμό διαβάζοντάς τα. Το κάθε ένα έχει και το δικό του σπαραγμό. Ενδεικτικά αναφέρω το Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε (= θα σου κόψω τις κοτσίδες) με  τίτλο δανεισμένο από ένα δημοφιλές αρβανίτικο ερωτικό τραγούδι συνδέεται με το βιασμό μιας κοπέλας και τη σκληρή τιμωρία του θύτη. Το μεταφυσικό Ταραραρούρα γεμάτο φόβο και δεισιδαιμονίες. Ξεχωριστό το Γυάλινο μάτι  για την τολμηρότητα και την ειλικρίνεια των συναισθημάτων ανάμεσα  σε δυο άντρες συμπολεμιστές αλλά όχι άμοιρη της εποχής τους  η τύχη των ηρώων. Εκείνα όμως που με άγγιξαν ιδιαίτερα  είναι η Παραλογή και ο Νόκερ.

Η Παραλογή ακολουθεί τους κανόνες της δημώδους αφηγηματικής ποίησης και είναι εκπληκτικής ομορφιάς  η σύνθεσή της. Για μια στιγμή αναρωτήθηκα αν είναι επινόηση του συγγραφέα ή αυθεντική παραλογή. Ένας διάλογος ανάμεσα στο Χάρο και μια νέα κοπέλα, η οποία τολμά να αναμετρηθεί μαζί του σε μια εμπνευσμένη  πολύστιχη αφήγηση.

«- Γιατί είμ’ ο Χάρος λυγερή , του σκιώματος ο ρήσος.
Έτσι με θέλει ο Θεός, έτσι μ’ ορίζει η πλάση
το θρήνο να’χω μουσική, το κλάμα για τραγούδι
και νυχτοπούλια θλιβερά να μου κρατούν τα ίσια.
Τα δάκτυλα απ’ τους γέροντες σκαλίζω για ζουρνάδες
και των παιδιών τα κόκαλα βίτσα για το νταούλι.
Κι αμ βρω και νιο καλόθρεφτο τον πιάνω και τον γδέρνω
το δέρμ’ απλώνω νταγιρέ, τα δόντια κάνω σείστρο.
Σε κάστρο μαύρο κάθομαι που’ χει για τοίχους πλάκες
και στα περβόλια ολόγυρα φυτρώνουν ασφοδέλια.
Σ’ αυτή τη γη είμαι βασιλιάς, σ’ αυτά τα μέρη ρήγας
μ’ αυτά γελώ και χαίρουμαι, μ’ αυτά γλεντοκοπάω,
γιατί αγάπη δε γρικώ , συμπόνια δεν κατέχω
παρά όπου βλέπω ομορφιές περνώ και τις μαραίνω.
– Δυο φορές με γέλασες, Τρίτη χαρά δε θα’ χεις.
Μ’ άκου καλά τι θα σου πω και τι θα παραγγείλω.
Της χήρας πιάνει η ευχή, μα γω’ μαι διπλοχήρα
κι ό,τι κι αν πω το σέβουνται κι ο Θιος και οι διαβόλοι.
Το δώρο αν δεν έλαβα, το δώρο αν δεν παίρνω
μήτε κι εσένα τούτη η γης νεκρούς να σε φιλέψει
μον’ ξυπνητούς κι απέθαντους στα σπλάχνα να τους κρύβει.
Κι όσους οι χήρες χάνουνε τόσους κι εσύ να χάνεις
κι όσους οι μάνες κι αδερφοί, τόσους κι ο Κάτω Κόσμος.
Ούτε του Χάροντα χαρά ούτε και των ανθρώπων.
Γιατί όταν ήσουν νηστικός τον άντρα μ’ εδωκά σου
κι όταν νεράκι πόθησες σε πότησα στις χούφτες.
Μα συ’ σαι σαν τη μαύρη οχιά, σαν το κακό το φίδι
στον κόρφο ξεμαργώνεις το κι ύστερα σε δαγκάνει»

Ο Νόκερ έχει μια άγρια ομορφιά, μια τραχύτητα οδυνηρή, μια φοβερή μορφή εκδίκησης. Οι μορφές των ηρώων ξεδιπλώνονται αργά και η μαστορική αφήγηση αποκαλύπτει τα μυστικά τους.

«Εγώ ήμανε άμαθος, μου λέει ο Αργύρης, δέκα χρόνια πόλιεμο, είχα ξεχάσει καλά καλά πώς μιλάνε με τον κόσμο. Κι έτσ’ δε μου πέρασε απ’ το μυαλό και κάθισα και τους τα είπα όλα. Με το νι και με το σίγμα. Ώρα πολλή τους έλεγα, πού είχα πάει, τι είχα κάνει, πόσους είχα σκοτώσει, πως είναι αλλιώς με την ξιφολόγχη κι αλλιώς με το μαχαίρι, αλλιώς ο λιαιμός του άντρα κι αλλιώς του παιδιού, πώς ουρλιάζανε οι Βουλγάρες και πώς οι Τουρκάλες, πώς κλωτσάει ο κρεμασμένος και πώς ο σφαγμένος, πώς ακόμα και τα μωρά τα μικρά που δεν καταλαβαίνουν κλιαίνε άμα μυρίσουν το αίμα και δουν μαχαίρι, ακόμα ακόμα και για τον Τούρκο τους είπα, που σαν τον σκότωσα έσκυψα και του’ φαγα τη μύτη, γιατί μ’ είχε βαρέσει με μπαμπεσιά, και για το κορίτσ’ που ΄χα χαλάσει μπροστά στον πατέρα τ’ προτού τους πυροβολήσω και τους δυο στο κεφάλι. Όλα τους τα’ πα, κι άμα άφησα τίποτες απ’έξω ήταν που μπορεί να το λησμόνησα. Κι εκεί που όλοι τους πριν γελάγανε και πίνανε, ήρθαν και τους μαραθήκανε όλα. Όχι σα σε κηδεία. Σαν τη μάνα που βλέπει το παιδί της να το πατάει το κάρο μπρος στα μάτια της, έτσ’ ήταν όλοι τους. Η μάνα μ’ αρχίνησε κι έκλαιε. Δίπλα μ’. Στην πιατέλα άπλωνα το χέρι να πιάσω το κρέας κι ακούμπαγε ο αγκώνας μ’ στον ώμο της, τόσο κοντά μ’ καθότανε. Πάγωσα κι εγώ. Θύμωσα πιο πολύ. Αυτοί με ρωτήξανε, δικό μ’ ήταν το φταίξιμο; Σκώνομαι απάν’ και λέω θα βγω έξω να κάνω ένα τσιγάρο κι εκεί που είμαι στην τρακάδα και καπνίζω και κοιτάω να ξεφουσκώσω τη μάνητα που μ’ έπιανε απ’ το λιαιμό, έρχετ’ ο πατέρα μ’ από κοντά κι ουδέ να μ’ ακουμπήσει, μόνο στέκει στο ένα μέτρο και μου λέει, Αργύρη, πόσο αίμα αθώων έχεις χύσει παιδάκι μ’; Τότες σα να μ’ ακούμπησε ο Άγιος στον ώμο έγινε μέσα μου μ’ μπουνάτσα και γυρνάω και του λέω, γι’ αυτό είναι το αίμα , πατέρα. Για να χύνεται. Σύρε μέσα τώρα κι άσε με να καπνίσω στην ησυχία μ’.»

Το βιβλίο είναι ήδη στην έκτη έκδοση. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος γεννήθηκε το 1983 στη Μαλεσίνα της Λοκρίδας. Έχει εκδώσει τα μυθιστορήματα Η Αδελφότητα του Πυριτίου (Αρμός, 1998) και ο Τέταρτος Ιππότης (Κέδρος 2001)  και τη συλλογή διηγημάτων ΜεταΠοίηση (Κέδρος, 2012) που ήταν υποψήφια για το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας στη κατηγορία Διήγημα – Νουβέλα. Είναι υποψήφιος διδάκτορας  Αρχαίας Ελληνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γκιακ. Διηγήματα. Αντίποδες 2015, 6η έκδοση




Τρίτη 15 Μαρτίου 2016

Ιερά Οδός

Aπό τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος, θαρρούσα, στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
βουλιάζει.
Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον, ήμουν
περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Aθήνα κ' έχει
σημάδι του ιερό την Eλευσίνα.
Tι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής.
Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια
γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους.

Mα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κ' έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
μιαν ησυχία βασίλεψε. K' η πέτρα
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μου φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. K' έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο.

Mα να· στην ησυχία αυτή, απ' το γύρο
τον κοντινό, προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Aτσίγγανος αγνάντια ερχόταν,
και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Kαι να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
το ντέφι και, χτυπώντας το με τό 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. K' οι δυο αρκούδες τότε
στα δυο τους σκώθηκαν, βαριά.
H μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο νά 'ταν
ξόανο Mεγάλης Θεάς, της αιώνιας Mάνας,
αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Aλκμήνη ή Παναγία.
Kαι το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κ' εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος, και την πίκρα
της σκλαβιάς, που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρά της που το κοίτααν μάτια!

Aλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαινόνταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά.
K' εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κ' εικόνες·
ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο.

Mα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
ο φόρος της ψυχής.
Tι ετούτη ακόμα
ήταν κ' είναι στον Άδη.
Kαι σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κ' εγώ του κόσμου, μια δραχμή.
Mα ως, τέλος,
ο Aτσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
του Iερού της Ψυχής, στην Eλευσίνα.
K' η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογκούσε:
"Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή τής αρκούδας και του Γύφτου,
κ' η ψυχή μου, που Mυημένη τηνε κράζω,
θα γιορτάσουν μαζί;"
Kι ως προχωρούσα,
και βράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι που ολοένα
βουλιάζει. Kι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
κ' έμοιαζ' έλλε:
"Θά 'ρτει."

Άγγελος Σικελιανός, Λυρικός Βίος, τ. E΄, Ίκαρος 1968
( 15 Μαρτίου 1884 γεννήθηκε στη Λευκάδα ο ποιητής)

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

Ροβινσώνες

Όταν απομυθοποίησα την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσου κι έπαψα να τη ζω φανταστικά, βρέθηκα ανάμεσα σε πραγματικές καταστάσεις Ροβινσώνων. Άρχισα να βλέπω στο Ροβινσώνα τον κάθε μοναχικό άνθρωπο, τον άνθρωπο που ξενιτεύεται, τον ναυτικό που μπαρκάρει, το μεροκαματιάρη που σε κάποιο Μόναχο, σε κάποιο Σαρλεργά, σε κάποια Αμερική ή Αυστραλία παλεύει στο δύσκολο αγώνα της ζωής. Τόσοι και τόσοι Ροβινσώνες! Τόσες και τόσες προσμονές για όλους τους Ροβινσώνες! Πάντα μ' ένα καρτέρεμα να γίνεται η ξενιτειά επιστροφή.
Έχοντας υπ' όψιν όλους αυτούς τους ΡΟΒΙΝΣΩΝΕΣ προσπάθησα να δώσω εικόνες, στοιχεία, παραστάσεις απ' όλη αυτή την τυραννισμένη τους ζωή. Πολύτιμος συνεργάτης μου στάθηκε ο παιδικός μου φίλος Γ. Σαμολαδάς που έγραψε τους στίχους.
Όσο για τον Γιάννη Πάριο, την Χαρ. Αλεξίου και την Λαβίνα που έδωσαν ψυχή στο έργο μου αυτό είναι πολύ λίγο το "ευχαριστώ" αλλά δεν βρίσκω μεγαλύτερες λέξεις.

                                                                                   Απόστολος Καλδάρας
( δίσκος του 1974 )

Σάββατο 12 Μαρτίου 2016

Στιγμιότυπα από την εκδήλωση για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) στην Ανέζα Άρτας


Βίντεο από την εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον αγωνιστή δάσκαλο και λογοτέχνη Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας. Την εκδήλωση (αναλυτική παρουσίαση μπορείτε να δείτε εδώ) διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
Στην ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα εκδηλώσεων του παλιού δημοτικού σχολείου της Ανέζας, όπου πριν από 80 χρόνια δίδαξε ο Κώστας Πουρναράς, άνθρωποι όλων των γενιών και των ηλικιών τίμησαν τον κομμουνιστή που στρατεύτηκε στο πλευρό των αδικημένων και καταπιεσμένων και αφιέρωσε τη ζωή και το έργο του στην πάλη για το δίκιο του λαού και το σοσιαλισμό.
Το βίντεο που παρουσιάζουμε είναι το ρεπορτάζ που ετοίμασαν η δημοσιογράφος Βίκυ Ευαγγελίου και ο εικονολήπτης Κώστας Μπεκατώρος και προβλήθηκε στον τηλεοπτικό σταθμό της Άρτας Art TV.

Ευχαριστούμε το Art TV που ανάγγειλε και κάλυψε τηλεοπτικά την εκδήλωσή μας και συντέλεσε, μαζί με άλλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, στην επιτυχία της.

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

“Home” by Warsan Shire


Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα του,
εκτός αν πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
τρέχεις προς τα σύνορα μόνο όταν βλέπεις
ολόκληρη την πόλη να τρέχει κι εκείνη
οι γείτονές σου τρέχουν πιο γρήγορα από σένα
με την ανάσα ματωμένη στο λαιμό τους
το αγόρι που ήταν συμμαθητής σου
που σε φιλούσε μεθυστικά πίσω από το παλιό εργοστάσιο τσίγκου
κρατά ένα όπλο μεγαλύτερο από το σώμα του
αφήνεις την πατρίδα
μόνο όταν η πατρίδα δε σε αφήνει να μείνεις.
Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγά
φωτιά κάτω απ΄ τα πόδια σου
ζεστό αίμα στην κοιλιά σου
δεν είναι κάτι που φαντάστηκες ποτέ ότι θα έκανες
μέχρι που η λεπίδα χαράζει απειλές στο λαιμό σου
και ακόμα και τότε ψέλνεις τον εθνικό ύμνο
ανάμεσα στα δόντια σου
και σκίζεις το διαβατήριό σου σε τουαλέτες αεροδρομίων
κλαίγοντας καθώς κάθε μπουκιά χαρτιού
δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να γυρίσεις.
πρέπει να καταλάβεις
ότι κανένας δε βάζει τα παιδιά του σε μια βάρκα
εκτός αν το νερό είναι πιο ασφαλές από την ξηρά
κανένας δεν καίει τις παλάμες του
κάτω από τρένα, ανάμεσα από βαγόνια
κανένας δεν περνά μέρες και νύχτες στο στομάχι ενός φορτηγού
τρώγοντας εφημερίδες
εκτός αν τα χιλιόμετρα που ταξιδεύει
σημαίνουν κάτι παραπάνω από ένα ταξίδι.
Κανένας δε σέρνεται
κάτω από φράχτες
κανένας δε θέλει να τον δέρνουν
να τον λυπούνται
κανένας δε διαλέγει τα στρατόπεδα προσφύγων
ή τον πλήρη σωματικό έλεγχο σε σημεία
όπου το σώμα σου πονούσε
ή τη φυλακή,
επειδή η φυλακή είναι ασφαλέστερη
από μια πόλη που φλέγεται
και ένας δεσμοφύλακας το βράδι
είναι προτιμότερα από ένα φορτηγό
γεμάτο άντρες που μοιάζουν με τον πατέρα σου
κανένας δε θα το μπορούσε
κανένας δε θα το άντεχε
κανένα δέρμα δε θα ήταν αρκετά σκληρό
για να ακούσει τα:
γυρίστε στην πατρίδα σας μαύροι
πρόσφυγες
βρομομετανάστες
ζητιάνοι ασύλου
που ρουφάτε τη χώρα μας
αράπηδες με τα χέρια απλωμένα
μυρίζετε περίεργα
απολίτιστοι
κάνατε λίμπα τη χώρα σας και τώρα θέλετε
να κάνετε και τη δική μας
πώς δε δίνουμε σημασία
στα λόγια
στα άγρια βλέμματα
ίσως επειδή τα χτυπήματα είναι πιο απαλά
από το ξερίζωμα ενός χεριού ή ποδιού
ή τα λόγια είναι πιο τρυφερά
από δεκατέσσερις άντρες
ανάμεσα στα πόδια σου
ή οι προσβολές είναι πιο εύκολο
να καταπιείς
από τα χαλίκια
από τα κόκαλα
από το κομματιασμένο κορμάκι του παιδιού σου.
Θέλω να γυρίσω στην πατρίδα,
αλλά η πατρίδα είναι το στόμα ενός καρχαρία
πατρίδα είναι η κάνη ενός όπλου
και κανένας δε θα άφηνε την πατρίδα
εκτός αν η πατρίδα σε κυνηγούσε μέχρι τις ακτές
εκτός αν η πατρίδα σού έλεγε να τρέξεις πιο γρήγορα
να αφήσεις πίσω τα ρούχα σου
να συρθείς στην έρημο
να κολυμπήσεις ωκεανούς
να πνιγείς
να σωθείς
να πεινάσεις
να εκλιπαρήσεις
να ξεχάσεις την υπερηφάνεια
η επιβίωσή σου είναι πιο σημαντική.
Κανένας δεν αφήνει την πατρίδα εκτός αν η πατρίδα είναι
μια ιδρωμένη φωνή στο αυτή σου
που λέει
φύγε,
τρέξε μακριά μου τώρα
δεν ξέρω τι έχω γίνει
αλλά ξέρω ότι οπουδήποτε αλλού
θα είσαι πιο ασφαλής απ΄ ό,τι εδώ»

                                   Warsan Shire – Ουαρσάν Σάϊρ

Το ποίημα κυκλοφορεί μεταφρασμένο στο διαδίκτυο , αλλά δεν εντόπισα κάπου το όνομα του μεταφραστή. Το ποίημα στα αγγλικά εδώ

 H Warsan Shire είναι Κενυάτισα ποιήτρια, γεννημένη στη Σομαλία το 1988.Συγγραφέας και παιδαγωγός. Ζει στην Μ.Βρετανία και το έργο της με διεθνή απήχηση  έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. Το 2013 βραβεύτηκε με το Αφρικανικό Βραβείο Ποίησης.