Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

Νύχτα. Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες



Νύχτα.
Μια νύχτα ακόμα στις χιλιάδες νύχτες.
Ερημιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
κλαίνε ολομόναχοι
ζητιανεύουν
κοιμούνται κάτω απ' τις εκκλησιές
πόσοι αγκαλιάζονται παράφορα μες στο σκοτάδι.
Πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
καίγονται από μεγάλα όνειρα
κρυώνουν από λησμονιά
πόσους απόψε θάβουν στα στρατιωτικά νεκροταφεία.

Πόσοι απόψε ξεκινάν περήφανοι
πόσοι γυρίζουν νικημένοι
πόσοι χωρίζονται για πάντα χωρίς να ξαναϊδωθούν ποτέ
πόσοι αγρυπνάνε πλάι σε νεκρούς ενώ απ' τ' ανοιχτό 
           παράθυρο ακούγεται να βουΐζει ο κόσμος
πόσοι φωνάζουν απελπισμένα, πόσοι σωπαίνουν πιο απελπισμένα
οι φάροι αναβοσβήνουνε μακριά
κυλάνε ουρλιάζοντας τα τραίνα μες στη νύχτα
κυλάει κυλάει ο χρόνος
οι πολιτείες κοιμούνται τυλιγμένες στην καταχνιά.

Πόσοι άνθρωποι απόψε σέρνονται μες στο σκοτάδι
μεταφέρουν πυρομαχικά
ανατινάζουν τις γέφυρες
βάζουν μεγάλες φωτιές
προδίνουν
πόσοι άνθρωποι απόψε αυτή την ώρα
πεθαίνουν μες στη νύχτα  σιωπηλά
για να μπορούμε εμείς να ζήσουμε αύριο - 
ζωή ζωή
σ' ακούμε να σε ποδοπατάνε μες στη νύχτα
σ' ακούμε μέσα στο σκοτάδι να φωνάζεις βοήθεια
α, ζωή
στη μια γωνιά σε ντουφεκίζουν
και στην άλλη σηκώνεσαι ξανά και τραγουδάς
μ' ακόμα πιο δυνατή τη φωνή σου...


Τάσος Λειβαδίτης , Ο άνθρωπος με το ταμπούρλο,Αθήνα 1956

Παρασκευή 6 Ιουνίου 2014

Αχ ...Έρωτα


«ΑΧ...ΕΡΩΤΑ» 1974
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Στίχοι: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Μετάφραση: Λευτέρη Παπαδόπουλου
Τραγουδούν: Μανώλης Μητσιάς --Τάνια Τσανακλίδου

Πέμπτη 5 Ιουνίου 2014

Ακούστε το ποίημα του νερού ανάμεσα στις λεύκες, μικρό πουλί δίχως φτερά χαμένο στα χορτάρια!


 Πρωινό
1 Αυγούστου 1918 ( Φουέντε Βακέρος, Γρανάδα)
Στον Φερνάντο Μαρκέζι

Και το τραγούδι του νερού
μένει αιώνιο

Είναι βαθύς ο χυμός
που ωριμάζει τα χωράφια.
Είναι το αίμα των ποιητών
που αφήσαν την ψυχή τους
να χαθεί μέσα στης Φύσης 
τα μονοπάτια.

Πόση αρμονία ξεχύνει
αναβλύζοντας από το βράχο!
Παραδίνεται στους ανθρώπους
με τους γλυκούς ρυθμούς του.

Μες στο διάφανο πρωινό
καπνίζουν οι καμινάδες.
Οι σπείρες τους είναι μπράτσα 
που κρατούν τα σύννεφα.

Ακούστε το ποίημα
του νερού ανάμεσα στις λεύκες,
μικρό πουλί δίχως φτερά
χαμένο στα χορτάρια!

Όλα τα δέντρα που τραγουδούν
σπάζουνε, ξεραμένα,
κι αλλάζουνε σε κάμπους
τα γαλήνια βουνά.
Μα το τραγούδι του νερού 
μένει αιώνιο.

Φως φτιαγμένο από τραγούδι,
από ψευδαισθήσεις ρομαντικές,
είναι λυγερό και ρωμαλέο
ουράνιο και γαληνεμένο.
Είναι ομίχλη και τριαντάφυλλο
του αιώνιου πρωινού, 
φεγγαρίσιο μέλι που τρέχει
από αστέρια καταποντισμένα.
Τι είναι η Βάπτιση;
Ειν' ο Θεός μεταμορφωμένος σε νερό,
που με της Θείας Χάρης του το αίμα
πλένει το πρόσωπό μας.

Για τούτο ο Ιησούς Χριστός
με το νερό πήρε το Χρίσμα.

Για τούτο και τ' αστέρια
στα κύματά του αποκοιμούνται.
Η πάνσεπτη Αφροδίτη
στους κόλπους που γεννήθηκε.
Διψάμε για έρωτα
όταν πίνουμε νερό.
Είναι ο έρωτας που κυλάει,
γλυκός, θεϊκός , ανείπωτος.
Είναι το αίμα του κόσμου, 
της ψυχής του η ιστορία.

Φύλακας του μυστικού
των ανθρώπινων χειλιών μας,
γιατί όλοι το φιλούμε
για να καταπραΰνουμε τη δίψα μας
δεξαμενή φιλιών από λιγωμένα χείλια, 
αδελφή της φτωχιάς καρδιάς μας
της αιώνιας αιχμαλωτισμένης.

Ο Ιησούς έπρεπε να μας πει
" Εξομολογηθείτε στο νερό,
όλους τους πόνους,
όλη την ατιμία.
Σε τι άλλο, αδελφοί μου,
να εμπιστευθούμε τις αγωνίες μας,
αν όχι σ' αυτό που υψώνεται
στον ουρανό σε λευκά πέπλα;"

Και νερό μόνο να πιείς
είναι μια τέλεια πράξη:
είμαστε κιόλα πιο παιδιά,
λίγο καλύτεροι. Οι θλίψεις μας
φεύγουνε τότε, ντυμένες
με ρόδινες γιρλάντες,
τα βλέμματά μας χάνονται 
χρυσοντυμένες χώρες.

Θεϊκή ευδαιμονία
που κανείς δεν αγνοεί!
Γλύκα του νερού, σ' αυτό που ο άνθρωπος
το πνεύμα του δροσίζει,
δεν υπάρχει τίποτα ιερότερο
όσο οι ιερές σου όχθεις
όταν η μαύρη θλίψη
μας σκεπάζει στα φτερά της.

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, μετάφραση Κοσμάς Πολίτης ( Από το βιβλίο των ποιημάτων , 1921).


 Federico Garcia Lorca,  Ποιήματα , Εκδόσεις Κοροντζή , Αθήνα 2007



Τετάρτη 4 Ιουνίου 2014

Ούτε ένας λιγότερος

Την ταινία "Ούτε ένας λιγότερος" την είχα δει πριν από χρόνια σε βίντεο. Ο  τίτλος και  το θέμα της ήταν αρκετά για να μου τραβήξουν το ενδιαφέρον. Σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Κίνας μια 13χρονη αντικαθιστά για λίγες μέρες το δάσκαλο του σχολείου και παίρνει κατά γράμμα τις εντολές του: ούτε ένας λιγότερος στην τάξη, αν θέλει να αμειφθεί. Έτσι, όταν ένας μαθητής εγκαταλείπει το σχολείο για να βρει δουλειά στην πλησιέστερη μεγαλούπολη, η μικρή δασκάλα θα κάνει το παν για να τον φέρει πίσω!
Η ταινία  δεν έχει εντυπωσιακά εφέ ούτε πρωταγωνιστούν μεγάλα ονόματα. Εκείνη την εποχή ξένιζε και η γλώσσα. Όμως είναι μια ταινία ξεχωριστή, συγκλονιστική μέσα στη λιτότητά της, σκηνοθετημένη με λυρισμό, ευαισθησία και τρυφερότητα. Συγκινητική η επιμονή και το πείσμα  της μικρής δασκάλας στην προσπάθειά της να εφαρμόσει τις εντολές του δασκάλου που αναπλήρωνε. Ένα μικρό αριστούργημα σαν εκείνα τα ποιήματα που με απλούς στίχους προκαλούν δυνατά συναισθήματα.
 Η ταινία είναι γυρισμένη σε φυσικούς χώρους και με ερασιτέχνες ηθοποιούς. 


Σκηνοθεσία:Yimou Zhang 
Σενάριο:Xiangsheng Shi 
Παίζουν:Minzhi Wei (Wei Minzhi), Huike Zhang (Zhang Huike), Zhenda Tian (Village Chief), Enman Gao (Teacher Gao)
Έτος: 1999. Η ταινία κέρδισε  το Χρυσό Λιοντάρι στο 44ο  Διεθνές Φεστιβάλ της Βενετίας 

 
ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΛΙΓΟΤΕΡΟΣ.(Not_One_Less).Part 1... από ixvos


 
ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΛΙΓΟΤΕΡΟΣ.(Not_One_Less).Part 2... από ixvos




Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

" Οι ενάρετοι καβάλησαν τα αγαθά άτια και χάθηκαν πέρα ", μνήμη Ναζίμ Χικμέτ

 Κάποτε , ένας βάρδος του " Μπαλικεσίρ, ακουμπώντας το δάχτυλο στον αφαλό του, μου είπε: " Η ποίηση βγαίνει από δω μέσα". Κι επανέλαβε για να τον καταλάβω καλά: " από δω μέσα..."
Από τον αφαλό, τα έντερα ή τα σπλάχνα!...Ο βάρδος στα τούρκικα λέγεται " ασίκης" που σημαίνει " ερωτευμένος "[...]
Η λέξη " ασίκης " προέρχεται απ' τη λέξη " ασκ " - έρως - και υποδηλώνει το κύριο συστατικό της ποίησης. Το να είσαι ερωτευμένος, συνεπαρμένος απ' το πάθος, αποτελεί τον αδιάκοπο, τον αιώνιο στόχο του ασίκη. Είναι ένας επαγγελματίας της αγάπης, ερωτεύεται χωρίς απαραίτητα το αντικείμενο του έρωτά του να είναι κάτι το συγκεκριμένο.
Θα μπορούσε να πει κανείς, χωρίς διάκριση , πως ένας ασίκης είναι ερωτευμένος με μια γυναίκα ή με την ίδια την ποίηση. Η παράδοση θέλει τον ασίκη όταν δημιουργεί το έργο του να βρίσκεται σε ονειρική κατάσταση, και να είναι συνεπαρμένος από το όραμα της καλής του κι από το ίδιο το χάρισμα του ποιητικού οίστρου του. Κι όλη η δημιουργία του να συντελείται μέσα σε μια νύχτα. Στη ζωή όμως , για να είσαι ασίκης, σημαίνει πως από δέκα χρονών παιδάκι ή λίγο μεγαλύτερος σου πήραν τα μυαλά οι ρίμες. Τόσο που δε σου απομένει πια άλλη διέξοδος, παρά να παρατήσεις τα ζώα που βόσκεις ή τα χτήματα που οργώνεις και ν' αφιερωθείς ολόψυχα στην αγωνία της έκφρασης. Ο νέος μαθητευόμενος ποιητής δεν θα ξανασκάψει τη γη, θ' αρχίσει να δουλεύει ποίηση. Θα ελέγχει και θα κατευθύνει τους στίχους σα να οδηγάει πρόβατα στη βοσκή.
Η ποίηση θα απασχολεί από δω και μπρος, ολοκληρωτικά τον ασίκη. Θα εγκαταλείψει το χωριό με τις κάθε λογής αντιξοότητές του, και θα πλανιέται αδιάκοπα σε μια περιοχή δίχως όρια και σύνορα που ονομάζεται " κουρμπέτι ". Θα πλανιέται αδιάκοπα από χωριό σε χωριό κι οι άνθρωποι θα λένε δείχνοντάς τον, να ένας " γκαρίπης". Οι μανάδες κι οι αγαπημένες ξέρουν πως δεν υπάρχει γιατριά γι' αυτό το πάθος.
Ασκ, ασίκης, γκαρίπης, όλες είναι λέξεις αραβικής προέλευσης, ριζωμένες πια στην Τουρκία.
Το " κουρμπέτι " είναι κάθε χώρος ή τόπος όπου κανείς βρίσκεται μόνος, ξένος και σε προέκταση η ξενιτιά.
Το " κουρμπέτι " με μια λέξη είναι μια εξορία κι ο ασίκης ξέρει πιο καλά απ' τον καθένα πόσο είναι σκληρή. Στα τούρκικα, η λέξη " γκαρίπης " σημαίνει " παράδοξος ".
Το νάσαι ποιητής λοιπόν σημαίνει πως βρίσκεσαι σε μια ειδική και παράδοξη κατάσταση.
Τον ασίκη τον σέβεται ο λαός και τον φοβούνται οι άρχοντες. Ο λαός τον θεωρεί διάδοχο των μεγάλων σοφών της Κεντρικής Ασίας. Όπως εκείνοι, έτσι κι αυτός εκφράζει τη ζωή και δρα με όπλο τις λέξεις.
Τα τραγούδια των ασίκηδων, λέει ο θρύλος, γοητεύουν τ' αηδόνια, μα μπορούνε συνάμα να είναι μοιραία κι οι αφέντες τα τρέμουνε σαν τη χολέρα. Τρέμουνε να " βρεθούνε εκτεθειμένοι στους 
στίχους " του ποιητή. Οι λέξεις είναι δράση[...]
 
Αναφέρομαι στην κοινωνική θέση του λαϊκού βάρδου στην Τουρκία για να γίνει  πιο κατανοητή η περίπτωση του Ναζίμ Χικμέτ. Αυτός, από αντίδραση ενάντια στην ίδια την κοινωνική τάξη του, θα εγκαταλείψει την Ισταμπούλ για να αναζητήσει την Ανατολή[...]
Ρίχτηκε στο " κουρμπέτι ". Θα γίνει " γκαρίπης ", θα γίνει " ασίκης ", και θα πλανιέται μέσα στην ατελείωτη στέπα.
Ύστερα από μια σύντομη διαμονή του στην Άγκυρα η πρώτη εμπειρία της Ανατολής θα είναι γι' αυτόν το Μπολού[...] Το Μπολού είναι μια πολίχνη ανάμεσα στην Ισταμπούλ και την Άγκυρα, τριγυρισμένη από απέραντα δάση. Μα το Μπoλού δεν είναι απλώς μια πολίχνη. Είναι πασίγνωστο σ' όλη την Τουρκία για δυο λόγους. Πρώτα - πρώτα, οι καλύτεροι μάγειροι της αυτοκρατορίας προέρχονται από το Μπoλού. Ο δεύτερος και σημαντικότερος λόγος είναι πως εδώ, σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, έζησε ο Κεΐρογλου, ο " Γιος του τυφλού ". Δεν υπάρχει Τούρκος που να μην ξέρει αυτό το όνομα. Ο 
" Γιος του τυφλού " είναι ο ήρωας ενός επικού τραγουδιού, του έπους του Κεΐρογλου...που τραγουδιέται από τους ασίκηδες τις παγερές χειμωνιάτικες νύχτες...Ο Κεΐρογλου, καβάλα σ' ένα άσπρο άλογο, υπερασπίζεται το λαό[...]

Ο Ναζίμ  ήταν ποιητής, ήταν ένας "ασίκης ". Έτσι βγαίνει κι αυτός με τη σειρά του στο " κουρμπέτι " το 1922, διψασμένος για δράση, συνεπαρμένος απ' το πιο καθολικό ιδανικό της εποχής του. Θέλει να πολεμήσει ενάντια " σ' έναν κόσμο ιμπεριαλιστικό και καπιταλιστικό ". Και βλέπει αυτόν τον κόσμο σαν ενιαίο σύνολο που μέσα του ζει ο λαός της πατρίδας του, για τον οποίο ποθεί μια πραγματική και καθολική ανεξαρτησία. Έτσι ξεκινάει για τη Σοβιετική Ένωση. Πρώτα πάει στο Μπακού, ύστερα στη Μόσχα. Διψάει να διαδαχτεί τους νόμους που διέπουν τις κοινωνίες και να μυηθεί στο διαλεκτικό υλισμό.
Στη Μόσχα ο Λένιν ζει ακόμα, η ρούσικη φουτουριστική ποίηση βρίσκεται στο επίκεντρο των ιστορικών ανακατατάξεων, στη λογοτεχνία, στο θέατρο, στον κινηματογράφο, παντού, νέοι επαναστάτες έχουν ριχτεί με τα μούτρα στη δημιουργική δουλειά. Ο Ναζίμ Χικμέτ, αυτός ο Τούρκος παίδαρος, κάθησε να φωτογραφηθεί απάνω στο θρόνο του τσάρου πασών των Ρωσιών. Από δω και μπρος αυτός ο θρόνος ανήκει πια σ' όλους τους Κεΐρογλου του κόσμου και πρώτα - πρώτα στους ποιητές[...]

Ο Ναζίμ σε πείσμα  όλων θα γίνει ο τραβαδούρος του σοσιαλισμού. Μπορεί η επανάσταση να έχασε προσωρινά έδαφος σε ορισμένες χώρες, μα αυτό δεν εμποδίζει τον ποιητή να διδάξει την αλήθεια στην ίδια τη χώρα του που ακολουθεί το δρόμο του αστικού καπιταλισμού. Τίποτα δε θα τον εμποδίσει να δώσει ένα υψηλό παράδειγμα ποίησης και αγώνα. Φυσικά ήτανε μάταιο να υποθέτει πως η δράση του αυτή μπορούσε να έχει άμεση ωφελιμότητα. Ήταν όμως βέβαιος πως είχε επωμισθεί να εκφράσει με υποδειγματικό τρόπο τα πεπρωμένα της επανάστασης μέσα σ' έναν κόσμο εχθρικό[...]

Ο επαναστάτης ποιητής διαλέγει για ήρωά του την Επανάσταση. Η ποίηση είναι ένα όργανο, ένα εργαλείο αγώνα κι εκείνος που κατασκευάζει αυτό το όργανο είναι ο ποιητής. Δεν νομίζω πως πέφτω έξω λέγοντας πως με το Ναζίμ Χικμέτ μιλάει η ίδια η Επανάσταση χωρίς κανένα μεσολαβητή. Σ' αυτόν το " εγώ " σημαίνει ένας άλλος" του Ρεμπώ μεταβάλλεται στο " εγώ σημαίνει όλοι οι άλλοι". Μιλώντας , δηλαδή σε πρώτο πρόσωπο του ενικού ο Ναζίμ μιλάει στον επαναστατικό πληθυντικό. Το " εγώ " του από προσωπική αντωνυμία γίνεται απρόσωπη ανθρώπινη μάζα. Είναι η Ασία, η Αφρική, η Ευρώπη, η Αμερική, η ίδια η Επανάσταση[...]

Μέσα στο λίμνασμα και στην ατολμία που μάστιζε το λογοτεχνικό κόσμο της Τουρκίας στα χρόνια γύρω απ' το 1930, η εμφάνιση του Ναζίμ υπήρξε για μας τους νεότερους , κάτι σα θαύμα.
Ψηλόσωμος, γεροδεμένος με δυο γαλανά μάτια πεισματάρικου παιδιού, με μια τραγιάσκα στο κεφάλι κι ένα τριμμένο σακάκι στον ώμο αλώνιζε την πόλη, απαγγέλνοντας ποιήματα σ' όποιους θέλανε να τον ακούσουνε. Τον ακολουθούσαν πάντα ένα μπουλούκι θαυμαστές και χαφιέδες με πολιτικά.
Οι μετριότητες αρχίσανε αμέσως να φωνάζουνε πως καταλύει την ποιητική παράδοση. Είναι άραγε η ποίηση του Χικμέτ καταλυτική; Κάθε μεγάλη ποίηση είναι καταλυτική, μα ετούτη ήταν θαυμαστά τέτοια. Τι το πιο καταλυτικό, φυσικά από την ομορφιά συνδυασμένη με την αλήθεια; Ο Ναζίμ ήτανε ωραίος και συνάμα αληθινός, μ' άλλα λόγια, πραγματικός δημόσιος κίνδυνος, αυτή τουλάχιστον ήτανε η γνώμη των αρχών, οι οποίες μόνο την αηδιαστική ομαλότητα θεωρούσανε πατριωτική. Ο Ναζίμ ήτανε η ζωντανή απόδειξη του αντιθέτου, κι άρχισε να τους γίνεται ενοχλητικός.
Όλη  η τραγωδία μας προέρχεται από το γεγονός ότι η παρουσία του Ναζίμ ήταν ακριβώς το αντίθετο από μια " καθυστερημένη συνείδηση". Κι αυτό σ' έναν τόπο υποανάπτυχτο, όπου η εμφάνιση " προωθημένων συνειδήσεων " είναι φαινόμενο κάπως σπάνιο. Παρά την πτώση του σουλτάνου και την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας, ο Ναζίμ εμφανίζεται σε μια χώρα μισοφεουδαρχική ακόμα, με μια εργατική τάξη ηρωική αλλά μόλις σχηματισμένη και μια αγροτιά ξεκληρισμένη απ' τους πολέμους που επιφέρανε την πτώση της αυτοκρατορίας , τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και τη νίκη ενάντια στα συμμαχικά στρατεύματα κατοχής. Έστω και " γερός σαν Τούρκος", ο αγρότης είχε αποκάμει πια.
Κι οι διανοούμενοι; 40.000 απ' αυτούς πέσανε το 1915 στα Δαρδανέλλια, 40.000 νεαροί διανοούμενοι! Ο ανθός της χώρας, οι πιο γενναίοι, οι πιο ζωντανοί![...]
Μετά το 1922 η κούραση  μιας μεγάλης μερίδας παλιών αγωνιστών εξυπηρέτησε τα συμφέροντα εκείνων που ποτέ δεν πάτησαν το ποδαράκι τους στο μέτωπο. Με το Ναζίμ ορθό απέναντί τους, δεν υπήρχαν ούτε υπεκφυγές ούτε συμβιβασμοί. Ή ήσουνα  ταγμένος με τον αντιουμανισμό, την οπισθοδρόμηση, το θάνατο, ή εναντίον τους. Δεν είναι ότι σου ζητούσε να διαλέξεις, μα η ίδια η παρουσία του δεν άφηνε κανένα περιθώριο συμβιβασμού.
Ο Ναζίμ δε συνωμότησε. Ό,τι είχε να πει το βροντοφώναξε, ακόμα και την εποχή που φαντάζονταν πως τον εμποδίζουνε να το φωνάξει. Ποιος φταίει τάχα, αν οι συλλήψεις καταλήξανε σε δραπετεύσεις κι οι διωγμοί στην παρανομία; Οι φίλοι του, εργάτες, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, ποιητές, κάνανε το ίδιο που έκανε κι ο ίδιος ο Ναζίμ. Εκδίδανε δηλαδή διάφορα έντυπα και περιοδικά ή γράφανε ό,τι μπορούσανε, όπου καταφέρνανε να το δημοσιεύσουν. Δεν πρόκειται για κατάληψη εξουσίας μα περισσότερο για κατάκτηση συνειδήσεων. Κι όμως! Όλα εκείνα τα παλικάρια τα φυλακίσανε, τα βασανίσανε, τα εκπαραθυρώσανε ή τα εξορίσανε. Έχουμε παραδείγματα, που μοιάζουνε μ' εκείνα των μαρτύρων του χριστιανισμού. Κανένας τους δεν προσδοκούσε τίποτα άλλο παρά νάναι συνεπής με το προλεταριάτο ή με την ταξική συνείδησή του, αν θέλετε . Ήταν αληθινοί πατριώτες. Ο Ναζίμ έγινε η σημαία τους[...]

" Οι ενάρετοι καβάλησαν τα αγαθά άτια και χάθηκαν πέρα ", λέει μια τούρκικη ρήση για να εκφράσει το θάνατο.
Στις 3 Ιούνη 1963, το πρωί, ο Ναζίμ καβάλησε το άσπρο άτι του κι έφυγε καλπάζοντας σαν αστραπή πέρα από την " Υψηλή Πύλη ". Ίσως τούτη τη στιγμή να βρίσκεται κάπου κοντά στο Μπολού.
Σας μίλησα για τα περασμένα, για τον Κεμάλ Αχμέτ, για τους Φίλους που χάθηκαν, αποφεύγοντας έτσι να μιλήσω για τον αβάσταχτο πόνο που μας πιέζει τα στήθη.
 Ώστε ο Ναζίμ δε ζει πια; Όχι διάβολε, αυτό είναι αδύνατο, να μείνει κλεισμένος μέσα σ' ένα φέρετρο, άσε που κανείς δεν ξέρει τι είναι ικανός αυτός ο Ναζίμ να σκαρώσει και με τον ίδιο το θάνατο!
                                                                                                         Αμπιντίν Ντινό


Τα αποσπάσματα είναι από τον πρόλογο του Αμπιντίν Ντινό στο μυθιστόρημα του Ναζίμ Χικμέτ , Οι Ρομαντικοί ( Όμορφη που ' ναι η ζωή!...). Το μυθιστόρημα αυτό κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ρώσικα το 1962. Η δεύτερη έκδοση έγινε στα γαλλικά το 1964. Από αυτή την έκδοση ο Κώστας Κοτζιάς το μετέφρασε στα ελληνικά και κυκλοφόρησε το Δεκέμβρη του 1976 από τις εκδόσεις Θεμέλιο.

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Η αντάρτισσα του ΕΛΑΣ και η φωτογραφία

Σπύρος Μελετζής, Αντάρτισσες
...Xωμένη ανάμεσα στις άλλες ένιωθα τα χτυπήματα της καρδιάς μου. Απόδιωχνα το φόβο, όπως έκανα μικρή σαν άκουγα για κακούς λύκους και μάγισσες. Σκέφτηκα πως έπρεπε σαν άξια Μακεδονοπούλα να ριχτώ θαρρετά στη μάχη που κόντευε η ώρα να τη γευτώ. Από τη σκέψη μου δεν έφευγε το ματωμένο πρόσωπο του αντάρτη, μα πιο πολύ τα καυτά του λόγια. " Οι Έλληνες οδηγούν τους Γερμανούς", " οι Έλληνες τους οδηγούν", έλεγα και ξανάλεγα. Πώς γινόταν , ρωτούσα τον εαυτό μου, Έλληνες, να προδίνουν στον εχθρό, αυτούς που με τόσες θυσίες πολεμούσαν για να λευτερώσουν τη βασανισμένη Ελλάδα.
Η ηλικία μου δε μου έδωσε περιθώρια για συμβιβασμούς. Θημήθηκα αυτά που μου είχε πει κάποτε ο συναγωνιστής Ρένος σχετικά με τα άνομα εγκλήματα  των προδοτών, παοτζήδων και άλλων. Αυτοί οι Έλληνες, τόνιζε με τη γνωστή φωνή του, έχουν φτηνή συνείδηση, είναι καιροσκόποι, ξεκινούν από ταπεινά ελατήρια και με  τους παρασυρμένους   από τη φασιστική προπαγάνδα, πιστεύουν στην παντοκρατορία της Γερμανίας και του Χίτλερ. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν ιδανικά, δεν έχουν πίστη, θρησκέια, πατρίδα. Και να που τώρα το διαπίστωνα και μόνη μου[...]
Σπύρος Μελετζής, Η αντάρτισσα Τιτίκα
...Μ ' ένα σημείωμα στο χέρι, που από το πολύ δίπλωμα έγινε μικρό, γεμάτη χαρά και ξέχωρη περηφάνια, ξεκίνησα για την έδρα της μεραρχίας, στον Πεντάλοφο. Ο καπετάνιος στη συγκέντρωση μάς ανακοίνωσε τη διαταγή της μεραρχίας: Με είχαν διαλέξει να φοιτήσω στη σχολή Σαράφη, στη σχολή αξιωματικών κι έπρεπε να παρουσιαστώ το ταχύτερο για να γίνουν οι σχετικές διατυπώσεις.
Περπατούσα χαρούμενη στο δρόμο, ανάμεσα πετούσαν λίγα πουλιά πάνω στα δέντρα μα δεν τα πρόσεχα. Τους χωρικούς που συναντούσα, τους χαιρετούσα βιαστικά για να μείνω πάλι μόνη, μέσα στην ήρεμη και όμορφη φύση με την ευτυχία μου. Έτρεχα, ξεκουραζόμουν λίγο και πάλι έτρεχα. Ύστερα περπατούσα σιγά, φώναζα να μ' ακούσουν τα ψηλά βουνά, τα ταξιδιάρικα σύννεφα, τα πουλιά που κρύβονταν ψηλά στα κλώνια, τα ψηλά δέντρα, ο κάμπος που δε φαινόταν. Ν' ακούσει η φύση τη χαρά μου. Πετούσα το δίκοχό μου ψηλά, το έπιανα, το έβαζα στις επωμίδες, το φορούσα ξανά, τραγουδούσα. Ήθελα να μοιραστούνε όλοι τη χαρά μου...
Σκεπτόμουν το ξεχώρισμα που μου έγινε. Κι ένιωθα περήφανη που με διάλεξαν ανάμεσα σε τριάντα διαλεχτές ελασίτισσες.
Σε τρεις μήνες θα ξαναγύριζα ανθυπολοχαγός, θα με καμάρωνε η μητέρα μου, τ' αδέλφια μου, οι θείοι μου, οι αγαπημένες μου συντρόφισσες, που τόσο δοκιμαστήκαμε τελευταία μαζί και θα' βαζα από ένα αστέρι στο δίκοχο και στις επωμίδες.
Ο ήλιος δυνατός δυσκόλευε λίγο την πορεία μου. Μα όταν βρισκόμουν κάτω από τις παχιές σκιές των πανύψηλων δέντρων με μια συγκίνηση ανάμειχτη με χαρά, άρχισα να τραγουδάω τι πιο όμορφο αντάρτικο τραγούδι, τον ύμνο του ΕΛΑΣ.
Με το ντουφέκι μου στον ώμο...
Κι ένιωθα να είμαι ολόκληρη η ενσάρκωση αυτού του λαού, με τα χίλια ονόματα: ο ακρίτας κι ο αρματωλός, το παλικάρι και ο κλέφτης, ο φρουρός κι ο εκδικητής, ο δημιουργός της νέας λεύτερης ζωής, που πετάει και πολεμάει με χαρά[...]

...Μια ξαφνική διαταγή από τη διεύθυνση της σχολής που ζητούσε αξιωματικίνες να βρίσκονται το απόγευμα στα γραφεία, μας έφερε κάποια αναστάτωση.
Ώρες , διάφορα ερωτηματικά μάς προβλημάτιζαν. Τι άραγε να μας ήθελαν και μάλιστα όλες μαζί; Η αναμμένη φαντασία μας δεν μπορούσε να μαντέψει τίποτε.
Ένας ανώτερος αξιωματικός μας παρουσίασε το νεοφερμένο καλλιτέχνη. Σταλμένος ειδικά, είχε εντολή να βγάλει φωτογραφίες τις νεαρές ανταρτοπούλες που πολεμούσαν για το ξεσκλάβωμα της βασανισμένης Ελλάδας. Ήταν ο Σπύρος Μελετζής.
Ένας μακρινός περίπατος ανάμεσα στη σιωπηλή φύση και την έντονη δική μας φλυαρία, μας έφερε στους πρόποδες του βουνού. Από την πρώτη όψη το βουνό με φόντο την απεραντοσύνη προσφερόταν πολύ για τα σχέδια του καλλιτέχνη.
Τράβηξε αρκετές στάσεις, πότε από μακριά, άλλοτε από κοντά, όλες μαζί ή μία μία, με ιδιαίτερη φροντίδα. Σε μια στιγμή με το καλλιτεχνικό του αισθητήριο άρχισε να εξετάζει  με προσοχή τα απορημένα πρόσωπά μας, ανφάς, προφίλ και πάλι το ίδιο, αλλάζοντας διαρκώς θέση ο ίδιος και τεντώνοντας πίσω, αριστερά δεξιά το μακρύ λαιμό του.
Στο τέλος είπε:
- Θέλω να διαλέξω ανάμεσά σας μια κοπέλα που η φωτογραφία της θα φιγουράρει σε περιοδικά και εφημερίδες. Γι' αυτό θέλω να βρω ανάμεσά σας ένα αντιπροσωπευτικό τύπο.
Και άρχισε πάλι, προφίλ, ανφάς. Φαίνεται δυσκολευόταν να διαλέξει ένα μόνο πρόσωπο, ένα μόνο κορίτσι. Και πρόστεσε:
- Η γυναίκα αντάρτισσα έγινε θρύλος. Πρέπει να τη δουν, να καταλάβουν όλοι το γενναίο αγώνα σας για την κατάκτηση των γυναικείων δικαιωμάτων. Όλοι διψούν να δουν φωτογραφίες. Καταλαβαίνετε λοιπόν, κορίτσια, πως πρέπει να σας προσέξω πολύ για να βρω το κατάλληλο πρόσωπο, ένα τέλειο προφίλ.
Οι καρδιές μας άρχισαν να χτυπούνε δυνατά. Κατάβαθα καθεμιά από μας ήθελε να είναι αυτή ο ιδανικός τύπος που γύρευες τόσο επίμονα ο δύσκολος καλλιτέχνης. Και δεν είναι μικρό πράμα να μπεις στις εφημερίδες και τα περιοδικά.
Πάνω από τριάντα λεπτά μας εξέταζε προσεχτικά όλες. Γύριζε το πρόσωπο με ξεχωριστή επιδεξιότητα δεξιά, αριστερά, ίσια, πάλι αριστερά, δεξιά, ίσια. Απομακρυνόταν, μας εξέταζε μ' ένα δικό τους τρόπο. Κι άλλοτε μας έβλεπε και μέσα από το φακό της μεγάλης του μηχανής.
 Σπύρος Μελετζής, Η θρυλική φωτογραφία με την αντάρτισσα Τιτίκα
Η αγωνία μας όλη αυτή την ώρα δεν παραβαλλόταν ούτε με την κατάληψη του πιο δύσκολου εχθρικού λόφου. Τελικά ο καλλιτέχνης Σπύρος Μελετζής κατάληξε σε μένα. Το ηλιοκαμένο μου πρόσωπο, τα ατίθασα σγουρά μαλλιά, " η ακτινοβολία στο σύνολό μου", όπως ισχυρίστηκε ο καλλιτέχνης, συγκέντρωνε τον τύπο που ήθελε.
Δέχτηκα συγκινημένη και σιωπηλά την απόφασή του. Αυτός ήξερε! Και η φωτογραφία θα περνούσε τα σύνορα της αιωνιότητας!
Κλικ - κλακ έκανε συνέχεια η φωτογραφική μηχανή και γέμιζε το φιλμ του καλλιτέχνη. Αμέτρητες φωτογραφίες που ανάμεσά τους διαλέχτηκε μια σαν πιο πετυχημένη και κυκλοφόρησε  στη συνέχεια σε χιλιάδες αφίσες, μικρές, μεγάλες, έγχρωμες, απλές. Στήθηκε ακόμα στις μεγάλες αίθουσες των αντιστασιακών συνεδριάσεων και γραφείων, τόσο μέσα στην Ελλάδα όσο και έξω. Από την κατεχόμενη Ευρώπη μέχρι και τη Μέση Ανατολή. Αμέτρητες ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά ασταμάτητα την παρουσιάζουν.

Η φωτογραφία συμβόλιζε τη γενναία Ελληνίδα που μαχόταν στην πρώτη γραμμή, στο χιονισμένο βουνό, στο μακρινό λαγκάδι, στην απότομη ρεματιά, ενάντια στο φασισμό, για το ξεσκλάβωμα της πατρίδας.


Ύστερα ένας άλλος ξεχωριστός καλλιτέχνης ζωγράφος, αυτή τη φορά ο Μεγαλίδης με παρακάλεσε κι εκείνος να ποζάρω πλάι σ' έναν αντάρτη που τον ξεχώρισε το πρωί για ένα του έργο .  Η δουλειά θ' άρχιζε την άλλη μέρα.
Με τα πινέλα του ο καλλιτέχνης απαθανάτισε στα πρόσωπα δυο νέων ανθρώπων, την ηρωική Αντίσταση.
Η ζωγραφιά σε μεγάλο πλαίσιο , δυο επί ενάμισι περίπου, στήθηκε στη μέση της πλατείας, σαν τελειώσε. Στις περισσότερες μεραρχίες στάλθηκε από μια τέτια μεγάλη ζωγραφιά. Μάλιστα, όπως μου είπε αργότερα η μητέρα, το ίδιο αυτό πλαίσιο με τους δυο νέους στήθηκε και στην  ελεύθερη πλατεία 
των Γρεβενών.
Η μητέρα ένιωσε πολύ περήφανη για την κόρη της!

Τιτίκα Παναγιωτίδου - Γκελντή, Γνωριμία με τις Αντάρτισσες, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1983




Κυριακή 1 Ιουνίου 2014

Ιούνης

 Γιάννης Τσαρούχης
Ο κυρ- Ιούνης ήρθε σήμερα βροχερός και κρύος, αλλά εμείς ελπίζουμε πάντα σε ένα φωτεινό καλοκαίρι.
ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ.

Φωτιές τ’ ουρανού, φωτιά στο νου
γεννιέται μες στις στάχτες ο Θεός
κι όποιος λυγάει, μα μένει ορθός
φλόγες πηδάει

Καπνός μακριά, στον κάμπο βαθιά
άνεμος ροδοπέταλα σκορπάει
το αύριο ψηλά, φρουρός στην σκοπιά
αμίλητο κοιτάει

Αλλάζει στη στιγμή σαν τοπίο σ’ εκδρομή
η μέρα, η εποχή
θα μοιάζει μ’ ένα φως της αγάπης ο καρπός
σαν δώρο, σαν ευχή

Κήπος μικρός η ψυχή μου κλειστός
θάλασσα μεγάλη ν’ ανοιχτεί
να `χω βοηθό σύμμαχο αγνό
σ’ αυτόν το λαμπαρδιάρη τον καιρό

Στίχοι - Μουσική - Ερμηνεία: Ορφέας Περίδης