Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Μπαλάντα του νερού της θάλασσας


Η θάλασσα
χαμογελάει στα μάκρη.
Δόντια από αφρό
χείλη από ουράνια.

- Α, τι πουλάς, θολή κοπέλα,
μ' υψωμένα τα στήθια στον αγέρα;

- Πουλάω, αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

- Α, τι έχεις μαύρο παληκάρι,
μες στο αίμα σου ανακατωμένο;

- Έχω αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

- Αυτά τα δάκρυα τ' αρμυρά
πούθε αναβράνε, ω μάνα;

Δακρύζω, αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

Καρδιά μου· ετούτη η πίκρα, 
τρανή, πούθε γεννιέται;

- Πικρό πολύ είναι το νερό
της θάλασσας-

Η θάλασσα 
χαμογελάει στα μάκρη.
Δόντια από αφρό
χείλη από ουράνια.

 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βιβλίο των ποιημάτων (1921) μεταφρ. Σημηριώτης Νίκος από τη Θαλασσινή Ποιητική Ανθολογία, Εκδόσεις Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα 1968

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Γιώργος Σεφέρης,"... στη Σκάλα του Βουρλά...ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια"


Ήμουν δεκατεσσάρω χρονώ, τον Αύγουστο του '14, όταν εφύγαμε από τη Σμύρνη. Είχα πολύ ζωντανό μέσα μου το συναίσθημα του τι θα πει σκλαβιά. Τα δυό τελευταία καλοκαίρια δεν είχαμε πάει στην εξοχή, στη Σκάλα του Βουρλά, που ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης: ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια.
Η Σμύρνη ήταν το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογέματα πίσω από το τζάμι· η φυλακή. Ένας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα ήταν ό,τι αγαπούσα. Όταν κοιτάζω καμιά φορά τα χρόνια εκείνα, δεν υπάρχει, νομίζω, στη Σμύρνη ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, μια γωνιά που να θυμηθώ με στοργή. Η Σκάλα ήταν ολωσδιόλου διαφορετική υπόθεση. Όπως στη σκηνή των μυστηρίων του Μεσαίωνα η γης είναι οριζόντια χωρισμένη από τον ουρανό, η Σκάλα ήταν μια περιοχή περιχαρακωμένη, κλειστή, όπου έμπαινα σαν μέσα σ' ένα περιβόλι της Χαλιμάς, όπου όλα ήταν γοητεία. Εκεί, οι άνθρωποι, θαλασσινοί και χωριάτες, ήταν δικοί μου άνθρωποι. Οι δρόμοι, τα δέντρα, τ' ακρογιάλια, ήταν οι δρόμοι, τα δέντρα και τ' ακρογιάλια μιας δικής μου χώρας. Θα μπορούσα και σήμερα να περιγράψω πολύ εύκολα τις πέτρες, τους λάκκους, τους λάκκους, τους φράχτες, τα μονοπάτια με την πιο παραμικρή λεπτομέρεια, χωρίς προσπάθεια της μνήμης· σα να έκανα μιαν απλή αντιγραφή από μιαν εικόνα που έχω μπροστά στα μάτια μου. Θα μπορούσα να πω την έκφραση του προσώπου και την κουβέντα του τάδε θαλασσινού, τη στιγμή που πήδηξε στο μόλο, βρεμένος από το κύμα, και δένει το καΐκι του. Βλέπω το χρώμα της αυγής, νιώθω το αγιάζι της νύχτας, ξέρω ποια φυσιογνωμία θα συναντήσω σαν ξεπεράσω εκείνο το σπίτι· οι κινήσεις του κορμιού μου είναι οι ίδιες μ' εκείνες που έκανα τότε. Ποιος ξέρει, αν η ζωή μου έγινε και ξετυλίχτηκε πάνω σε δυό παράλληλους δρόμους - ένα δρόμο υποχρεώσεων, υπομονής και συμβιβασμών, κι έναν άλλον όπου περπάτησε χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερο, το βαθύτερο εγώ μου - είναι γιατί γνώρισα κι έζησα, τα χρόνια εκείνα, δυό κόσμους ξεχωρισμένους καθαρά: τον κόσμο του σπιτιού της πολιτείας και τον κόσμο του σπιτιού της εξοχής.
Λοιπόν, τα τελευταία καλοκαίρια, προτού φύγουμε για την ελεύθερη Ελλάδα, δεν πήγαμε στην εξοχή. Αλλά τα νέα μάς έρχουνταν στυγνά και τραγικά. Τη μια μέρα μαθαίναμε πως οι Τούρκοι είχανε σκοτώσει, σ' ένα νησάκι τρεις ψαράδες που ήταν στη δούλεψη του σπιτιού μας· την άλλη μέρα πως τα ζεϊμπέκια είχανε πατήσει το τάδε χωριό. Ένα βράδυ χτύπησαν την πόρτα. Έτυχε ν' ανοίξω εγώ. Ο θείος μου μπήκε μέσα, κρατώντας από το μπράτσο μια κυρία με μαύρο πανωφόρι, μαύρο καπέλο κι ένα πυκνό βέλο. Πέρασε βιαστικά την αυλή και μπήκε στην τραπεζαρία χωρίς να καλησπερίσει·
- Φώναξε τον πατέρα σου, μου είπε μόνο.
Την άλλη μέρα έμαθα πως η μαυροφορεμένη κυρία ήταν ένας δικός μας αγωγιάτης που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι και που κατάφερε να τρυπώσει στου θείου μου. Πέρασε σπίτι μας τη νύχτα εκείνη. Την άλλη αυγή τον εντύσαμε καρβουνιάρη και τον μπαρκάραμε κρυφά σ' ένα βαπόρι που έφευγε για τον Πειραιά.
Θα είχα να πω πολλές τέτοιες ιστορίες. Όσοι έζησαν τα χρόνια εκείνα στην Τουρκία ξέρουν πως ήταν πολύ συνηθισμένες. Κάποτε, λίγο μετά την ανακωχή του '18, στο Παρίσι, περπατούσα, καθώς νύχτωνε, πίσω από το Λουξεμβούργο, μ' έναν παιδικό μου φίλο, που είχε ζήσει στη Σμύρνη τα χρόνια του πολέμου. Ο δρόμος ήταν έρημος. Ξαφνικά ένιωσα το φίλο μου να τινάζεται προς τα πίσω·
- Είναι περίεργο, είπε, πόσο αργεί κανείς να ξεσυνηθίσει· είδα εκείνο το χωροφύλακα και νόμισα πως ήτανε Τούρκος.
Έτσι ήταν· ξέραμε τι θα πει σκλαβιά.

Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπ.'41, Ίκαρος, Αθήνα 1980, 1η ανατύπωση


Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Οι ολιγαρκείς

Καλοί νοικοκύρηδες· συγύριζαν τα λίγα πράγματά τους,
το τραπέζι, το κρεβάτι, την ντουλάπα του τοίχου,
έψηναν τον καφέ τους, μαγείρευαν, τίναζαν τα σεντόνια,
σκούπιζαν, πλέναν τα ρούχα τους, διάβαζαν όλη τη νύχτα, 
είχαν μάθει τα ονόματα των πουλιών, των ανθών και των άστρων,
φρόντιζαν και τον κήπο τους - δυό μέτρα όλο κι όλο· σεμνοί, μετρημένοι,
ωστόσο δεν τους έλειψε το θάρρος να πουν ως την άκρη τα όνειρά τους,
επιθυμίες, έρωτες και πράξεις που δεν είχαν τολμήσει. Τότε
άνθρωποι φθονεροί και μοχθηροί τούς γύμνωσαν στη μέση του δρόμου,
τους έφτυσαν, τους προπηλάκισαν, τους λιθοβόλησαν. Αυτοί
δεν είχαν τίποτα πια παρά μονάχα
το ματωμένο τους χαμόγελο. Και το' δωσαν,
κρύβοντας με τ' αριστερό τους χέρι τα γεννητικά όργανά τους,
πρώτη φορά τόσον ωραίοι και τόσο νέοι.
  
                                                                                Καρλόβασι, 23,VII, 87

Γιάννης Ρίτσος, Τα αρνητικά της σιωπής από τη συλλογή Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, Κέδρος , Αθήνα 1991, 10η έκδοση

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Μαύρο νερό



«...Για την εξόρυξη, είχαν σπάσει το πέτρωμα με εκατομμύρια τόνους νερού, μαζί με ένα μείγμα που η σύνθεσή του ήταν βιομηχανικό απόρρητο, και με άμμο για να μένουν τα ρήγματα ανοιχτά. Δηλητηριώδη συρίγγια ανοίχτηκαν έτσι στη γη κι εκατοντάδες στρέμματα απογυμνώθηκαν. Όταν όμως εγκαταλείφθηκαν οι γεωτρήσεις, το δάσος διεκδίκησε ξανά τον τόπο κι έμειναν μονάχα οι ουλές σαν αυτή στην Αγια – Σωτήρα, οι χαρακιές των νέων αλλά κιόλας ραγισμένων δρόμων, και σκουριασμένοι αγωγοί και δεξαμενές λυμάτων, που πολλές είχαν πέσει και πια φώλιαζαν ζώα μέσα, κι από τις τρύπες που είχαν ανοιχτεί στους αγωγούς φύτρωναν βάτα. Αρχαία λείψανα ήδη, μες στα πυκνά δέντρα, περίμεναν τον μελλοντικό αρχαιολόγο – στον αλλαγμένο τόπο οι δεξαμενές και οι αγωγοί ήταν τα νέα ορόσημα και σημάδια για τους χωριανούς, αυτούς που σαν ζωντανά απολιθώματα κατοικούσαν ακόμα στα νεκρά χωριά...»

Ένα μικρό απόσπασμα από τη νέα νουβέλα του πολύ καλού συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου « Μαύρο νερό» που εκδόθηκε πρόσφατα ( Ιούνιος 2019) από τις εκδόσεις Κίχλη. 
Ο Μιχάλης Μακρόπουλος αν και δεν είναι ηπειρώτης αγαπάει την Ήπειρο σαν τόπο δικό του και εμπνέεται τις ιστορίες του από αυτόν και συγκεκριμένα από το Δελβινάκι και την ευρύτερη περιοχή του Πωγωνίου.
Στο « Μαύρο νερό» η ιστορία εκτυλίσσεται σε αυτή την περιοχή και η υπόθεσή της έρχεται από το...μέλλον καθώς όλα διαδραματίζονται μέσα σε  ένα δυστοπικό περιβάλλον .  Έρημα χωριά όχι από τη μετανάστευση αυτή τη φορά , αλλά από τη δηλητηρίαση και καταστροφή του οικοσυστήματος. Αιτία οι εξορύξεις της RIPOIL που προκάλεσαν μια εφιαλτική πραγματικότητα. Κλειστά σπίτια, άρρωστοι άνθρωποι, εκβιαστικά διλήμματα από την εταιρεία και εγκατάλειψη της περιοχής. Οι εναπομείναντες κάτοικοι ή πρέπει να μεταφερθούν αλλού ή πρέπει να πεθάνουν. Διαλέγουν και παίρνουν. 
Δίπλα τους και ανάμεσά τους μια φύση που οργιάζει. Ζώα, πουλιά, δέντρα, καρποί και  νερό. Τίποτε όμως δεν μπορεί να καταναλωθεί γιατί όλα είναι μολυσμένα.
Και μέσα σε αυτήν ελάχιστοι άνθρωποι ηλικιωμένοι και ένα παιδί ανάπηρο , η τραγική συνέπεια του δηλητηριασμένου περιβάλλοντος.
Μια σειρά συμβολικών – κατά τη γνώμη μου – πράξεων δείχνουν το δρόμο . Όμορφα ανθρώπινα συναισθήματα εξακολουθούν να ανθίζουν μέσα στο δηλητηριασμένο περιβάλλον και εκφράζονται κυρίως μέσα από τη σχέση του πατέρα και του ανάπηρου γιου.  Άραγε υπάρχει ακόμη ελπίδα; 
Γραφή  ζωντανή και  συνταρακτική μέσα στην απλότητά της.
Σας προτείνουμε να διαβάσετε το βιβλίο απολαμβάνοντας καλή λογοτεχνία  και συγχρόνως να προβληματιστείτε για το παρόν και το μέλλον το δικό μας , των παιδιών μας και του τόπου μας. Τίποτε δεν χάθηκε ακόμη αν εμείς δεν το αφήσουμε να χαθεί...Οι εξορύξεις αφορούν όλους μας! 



Μιχάλης Μακρόπουλος , Μαύρο νερό, Κίχλη, Αθήνα 2019

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2019

Να' μαστε πάλι εδώ...

Έχουν περάσει δύο χρόνια και μερικοί μήνες από την τελευταία ανάρτησή και η σκέψη να ξαραχνιάσω το ιστολόγιο είχε γίνει επίμονη. Η αφορμή δόθηκε με το νέο μυθιστόρημα της Γεωργίας Τάτση " Γάμπαρη Αμβρακικού", η παρουσίαση του οποίου από την ofisofi αρχικά έγινε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα.
Μια νέα αρχή για το ιστολόγιο με την αναδημοσίευση αυτής της βιβλιοπαρουσίασης. Και έπεται συνέχεια...


Αρκετά χρόνια μετά το «Χορό στα ποτήρια» η Γεωργία Τάτση επανέρχεται με τη «Γάμπαρη Αμβρακικού». Μυθιστόρημα χωρισμένο σε τρεις ενότητες με τρεις κυρίαρχες μορφές σε κάθε μία από αυτές, του πατέρα, της μάνας και ανάμεσά τους της Αλεξάνδρας της μοναχοκόρης τους. Τρεις ζωές που δομούνται και αναπτύσσονται πάνω στη φράση του Μπόρχες «οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές, οι συμμετρίες αρέσουν στη μοίρα».

Αφηγήτρια η Αλεξάνδρα σε ένα οδυνηρό ταξίδι αυτογνωσίας, αληθειών και ανακαλύψεων διασχίζει τη ζωή της ανάποδα, καταδύεται στο σκοτάδι του εσώτερου κόσμου της ψυχής, σκάβει, σκάβει, σκάβει, κλαίει και θρηνεί, θρηνεί, θρηνεί  μέχρι να αρχίσει την αντίστροφη πορεία αναδυόμενη στο φως του ήλιου λυτρωμένη και καθαρμένη. 

Σε αυτό το ταξίδι η Αλεξάνδρα εμφανίζεται πικραλίδα – γάμπαρη – χέλι – φωτεινό σκουληκάκι σηματοδοτώντας με πυκνό συμβολισμό κάθε μια στιγμή της ζωής της. Οι πολλαπλές μεταμορφώσεις την οδηγούν στον πιο βαθύ βυθό και στο πιο μαύρο σκοτάδι και από εκεί κάνοντας τούμπα, ξεγλιστράει και ανεβαίνει στην πιο φωτεινή και ηλιόλουστη επιφάνεια διάτρητη από φως.

«…δος μοι τούτον τον ξένον ίνα κρύψω εν τάφω…» είναι ο στίχος από το ιδιόμελο της Μεγάλης Παρασκευής που στριφογυρίζει μέσα της και ξένος είναι ο πατέρας της. Άγνωστος και απών από τη ζωή της. Νεκρός πολλά χρόνια πριν, ποιος ξέρει πού θαμμένος, αλλά ουσιαστικά για την Αλεξάνδρα άταφος. Μέχρι την παραλαβή του φακέλου του από το Ψυχιατρείο της Κέρκυρας πολλές οι υπεκφυγές γι’ αυτόν και τελικά μια μεγάλη σιωπή χρόνια τώρα. 

Το περιεχόμενο του φακέλου βαρύ και μονόδρομη η πορεία προς την αλήθεια για αυτόν. Ποιος ήταν, πώς ήταν, πού ήταν, πώς πέθανε; Ένα κομμάτι του εαυτού της κομματιάζεται και μια μικρούλα ασπρόμαυρη φωτογραφία την οδηγεί σε μετωπική σύγκρουση με τον εαυτό της. 

Η επιστροφή στο σπίτι από την Κέρκυρα και οι στάσεις του μετρό γίνονται το εύρημα για να κινηθεί η μνήμη της, η οποία αρχίζει να λειτουργεί μέσα στη μνήμη της και οι συνειρμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλο. Σειρά εικόνων, ρεαλιστικών και υπερρεαλιστικών, μπαινοβγαίνουν η μία μέσα στην άλλη και έχουν τη μορφή αναμνήσεων από τα παιδικά χρόνια, παραισθήσεων, ονείρων και ήχων. Η Αλεξάνδρα  σκάβει στη σκοτεινή στοά του εαυτού της προκαλώντας αβάσταχτο και συνεχή πόνο όπως όταν ένα ασπραγκάθι βυθίζεται στο μαλακό δέρμα.

Το ανακάλεμα αγαπημένων προσώπων ή συνηθειών είναι το τέχνασμα για να φωτίσει τα σκοτάδια της. Καταστρέφει και θάβει ό,τι μπορεί να αναφέρεται στον πατέρα που δεν γνώρισε. Παιδί ακόμα προχωράει στην πρώτη ταφή του ξένου και έτσι νομίζει ότι ξεμπέρδεψε μαζί του. Όμως χρόνια μετά το ρήγμα υπάρχει, ο σεισμός εξακολουθεί να την ταρακουνάει και να την ανακατώνει και αυτή αιωρείται ανάμεσα σε δύο κόσμους, δίψυχη, να μην ξέρει πού να πατήσει για να μην καταποντιστεί. Άνθρωποι, ρούχα, εικόνες, έργα τέχνης, στάσεις και τόποι  οδηγούν τη σκέψη της στους νεκρούς, στα νεκροταφεία, στα εικονοστάσια και τελικά στα κενοτάφια. Και ο πατέρας με τη μορφή ενός κότσυφα – κερομύτη με χέρια φτερά. 

Ακολουθεί η δεύτερη ταφή του πατέρα μέσα στο συρτάρι. Ο νεκρός έχει το σχήμα του ιατρικού φακέλου. Η ιδεατή αυτή ταφή ακολουθεί το τυπικό του μνημόσυνου, τρεις μέρες, εννιά μέρες, σαράντα μέρες. Πένθος και εσωτερικός σπαραγμός καθώς κάθε φορά μια σημαντική αποκάλυψη έρχεται να καλύψει το κενό. 

Όσο προχωράει το σκάψιμο ο πόνος γίνεται ακόμη πιο βαθύς, όμως το σκοτάδι δεν είναι αδιαπέραστο. Σιγά σιγά αρχίζει η ανάδυση στο φως. Ο αντικατοπτρισμός του ήλιου και η ανάμνηση μιας μουσικής, ενός σκοπού, ενός τραγουδιού που το κουβαλούσε η Αλεξάνδρα μέσα της και λειτουργεί ως αντιστάθμισμα σε εκείνον τον άλλο ήλιο του επιτάφιου θρήνου, «Τον ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας». ‘Ενας ήλιος που οδηγεί σε δύο χορούς αντιθετικούς. Το πάνω και κάτω…

«Ήλιε μ’ που βγαίνεις το πρωί και τα βουνά ζεσταίνεις…»

Η μάνα της, στο πανηγύρι του χωριού, χορεύει τον ήλιο σόλο. Χορός αέρινος με τη μάνα σε χρώμα μπλε και ένα ζευγάρι πέδιλα φιλέ να στροβιλίζεται, να εκτινάσσεται, να αναλήπτεται και να αιωρείται και να ακολουθεί η Αλεξάνδρα, μικρό παιδί, σε ένα χορό γήινο, μπροστά στο ρήγμα, στο κενό, να βουλιάζει, να διαλύεται χωρίς να ξέρει αν βρίσκεται στο βάθος του ουρανού ή στο βάθος της θάλασσας.

Από την αναζήτηση της μορφής του πατέρα η Αλεξάνδρα επιστρέφει στη δική της αναζήτηση, στα χρόνια που έρχεται στην Αθήνα, έφηβη και χωρίς τη θέλησή της, σημαδεμένη από αυτή την αναχώρηση από το χωριό, από τη μάνα της. Η Αλεξάνδρα ως πολιτικά δρώσα σε μια αναζήτηση του φωτός και της ελπίδας σε έναν αγώνα αγνό. Χούντα και πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια που τη σημαδεύουν και η σκέψη της γυρίζει συνεχώς προς τα πίσω ανασύροντας χώρους και πρόσωπα λησμονημένα που μέσα της συγχωνεύονται και είναι παρόντα είτε είναι νεκρά είτε ζωντανά. 

Και έρχεται η στιγμή που μέσα της αρχίζουν να έλκονται ο άγνωστος και νεκρός πατέρας με την μελλοθάνατη μάνα. 

Ποια ήταν όμως η μάνα της Αλεξάνδρας; Η αποκάλυψη της ταυτότητας της έρχεται με το θάνατό της. Η μάνα σε αντίθετη θέση από τον πατέρα υπήρξε παρούσα, ζωντανή, με πολιτική δράση. Η σχέση των δύο γυναικών ήταν έντονη ανάμεσα σε συγκρούσεις προσωπικές και ιδεολογικές, αγάπης και μίσους, εκδίκησης και συγκατάβασης, ενοχής και συγχώρεσης. Οι πολιτικές πράξεις της μάνας όρισαν και το πολιτικό  μέγεθος της κόρης. Ορθώθηκαν μπροστά της σαν τείχος, πειρασμός και αντίσταση. 

Μπροστά στην αγωνία του επικείμενου θανάτου έρχεται και πάλι το τραγούδι του ήλιου «Ήλιε μ’ που βγαίνεις το πρωί και τα βουνά ζεσταίνεις…» να λειτουργήσει εξιλεωτικά και στις δύο. 

«Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζομένη εκ του σώματος».

Εκεί πάνω στο κρεβάτι του θανάτου η μάνα που την έδωσε, η γυναίκα που δεν έθαψε ποτέ τον άντρα της και δεν του έφτιαξε ούτε ένα κενοτάφιο, η γυναίκα που μέσα της κουβαλούσε τον έρωτα που δεν πρόλαβε να ζήσει, η γυναίκα η αγωνίστρια που δεν λύγισε. Πάνω από το κρεββάτι σκυμμένη η κόρη που βλέπει τη μάνα της «ως άνθος μαραίνεται και ως όναρ παρέρχεται και διαλύεται ο άνθρωπος» και θρηνεί και της σιγοτραγουδάει, η κόρη που ήθελε να την εκδικηθεί για τη ζωή που της στέρησε, η κόρη που δεν την αποκήρυξε για την πολιτική της δράση  υπογράφοντας το χαρτάκι με τις πράξεις της, η κόρη που συγχωρεί και μέσα στο θρήνο της αποφασίζει να κλείσει τον κύκλο και να αποκαταστήσει την ηθική τάξη, να απελευθερωθεί από το βάρος, να λυτρωθεί.

Και τότε έρχεται η τρίτη ταφή του πατέρα. Η μάνα και ο πατέρας μαζί . Η Αλεξάνδρα που δεν χάρηκε κανέναν από τους δυο όσο ήταν ζωντανοί αποδέχεται, συγχωρεί, αποδεσμεύεται, καθάρεται.

Η Γεωργία Τάτση  γράφει συγκλονιστικά, κατορθώνει να συνδυάζει το πραγματικό με το φανταστικό, να δημιουργεί δυνατές εικόνες και να προκαλεί ακόμα πιο δυνατά συναισθήματα. Στη Γάμπαρη Αμβρακικού υπάρχουν τα γεγονότα που βλέπουμε μπροστά και εκείνα που βρίσκονται πίσω από αυτά. Είναι οι εποχές με τα πολιτικά γεγονότα που σημάδεψαν τους ανθρώπους , πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές του μυθιστορήματος. Αυτά είναι δεμένα με τις ζωές τους, τις φωτίζουν και θα τα νιώσουμε να ζουν είτε ακούγοντας το σπαρακτικό τραγούδι της Γιώτας Λύδια, είτε την είδηση για τη δολοφονία του Λαμπράκη, είτε μέσα από τις καρτούλες των Φυλακών Αβέρωφ, είτε από το κρεμασμένο στο λαιμό ραδιόφωνο που παραπέμπει στις πινακίδες των εκτελεσμένων του εμφυλίου. Και τα φυσικά φαινόμενα, οι σεισμοί της Κεφαλλονιάς έχουν αφήσει και αυτοί το στίγμα τους. Η πολιτική δράση της Αλεξάνδρας και  η χούντα, η συνωμοτική δουλειά, αλλά και οι ανησυχίες, το πείσμα, ίσως και η αφέλεια προϊόν της αγνότητας, μαζί με τις ιδεολογικές συγκρούσεις των πρώτων μεταπολιτευτικών χρόνων από τα οποία δεν έλειψαν και οι τρομοκρατικές ενέργειες με τις μεγάλες συνέπειες στη ζωή της Αλεξάνδρας.

Με πλάγια γραφή η συγγραφέας αποτυπώνει τις εσωτερικές της φωνές, τις σκέψεις της, σπαράγματα στίχων, τραγουδιών και ύμνων. Ακόμη τις μυστικές συνομιλίες με τα πουλιά και τους νεκρούς. 

Η συγγραφέας ερωτευμένη με σπάνια κομμάτια της παράδοσης κατορθώνει να τα εκφράσει παραστατικότατα με αφήγηση που στηρίζεται σε λόγο κοφτό και μικρές προτάσεις, χωρίς ρήματα οι περισσότερες. Έτσι απολαμβάνουμε το χορό της μάνας και της Αλεξάνδρας. Ήλιος σόλο! 

Δευτερεύοντα πρόσωπα έχουν το δικό τους ρόλο, όπως ο τυφλός νονός με το άρωμα λυγαριάς και την ενορατική ικανότητα, η γιαγιά και η καταλυτική σχέση της με την Αλεξάνδρα, η μυρωδιά του ασβέστη και των εσπεριδοειδών. 
Μαρκ Σαγκάλ: “Πάνω από την πόλη”

Θα ξεχωρίσω από τις πολλές δυνατές εικόνες πρώτα εκείνη της μάνας που συνομιλεί με τους νεκρούς στο νεκροταφείο. Συνταρακτική! Και μετά εκείνη της κηδείας , η περιγραφή της οποίας μου έφερε στο νου τον πίνακα του Σαγκάλ. «Πάνω από την πόλη» όπου ένα ερωτευμένο ζευγάρι αιωρείται αγκαλιασμένο πάνω από την πόλη. Ποίηση και φαντασία συγκλονιστικά αποδοσμένα. Η εικόνα της ζωής που ξεπετάγεται μέσα από τον τάφο μαζί με  «ένα κλάμα σαν αχ».

Σοφία Χατζηκυριάκου – Βώττη / ofisofi