Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Νίτσα Κ. Γαβριηλίδου

Μείναμε πάνω από έξι μήνες στο καταραμένο αυτό νησί του θανάτου, που το σκίαζαν τα φαντάσματα των χιλιάδων ανδρών και γυναικών που βασανίστηκαν εκεί. Ο μαύρος αυτός μακρύς όγκος που απλωνόταν γύρω μας πίεζε τόσο την ύπαρξή μας, γιατί ξέραμε πως σε κάθε πλαγιά του και σε κάθε χαράδρα του μαρτύρησαν χιλιάδες άνθρωποι. Ο τρόμος, το άγχος, η καθημερινή ταλαίπωρη ζωή, μάς είχαν αλλάξει εντελώς τη φυσιογνωμία. Ήμασταν νέα κορίτσια οι περισσότερες και γίναμε όλες αγνώριστες. Η ζωή μας ένα καθημερινό μαρτύριο. Αρχίζαμε με τη σάλπιγγα, που χτυπούσε στις 6 το εγερτήριο και σβήναμε τις λάμπες στις 8 η ώρα με το σιωπητήριο. Υπηρετούσαμε , θάλεγε κανείς, κι εμείς τη στρατιωτική μας θητεία. Και κάτι χειρότερο, εμείς θα έπρεπε να πολεμούμε μόνες μας να κρατήσουμε τις σκηνές μας μ’ εκείνους τους αγέρηδες, που η βουή τους μούρχεται ακόμη στ’ αυτιά.
Στη Μακρόνησο δεν είναι μόνο η άγρια αυτή φύση που σε καταπλακώνει, το μουγγρητό αυτό της θάλασσας που φτάνει στ’ αυτιά σου σαν μια βοή εγκέλαδου και σε φοβίζει, δεν είναι μόνο το χακί που σε περιτριγυρίζει, τα μεγάφωνα που δεν παύουν να μεταδίδουν άλλοτε διαταγές κι άλλοτε να σε προκαλούν με τις μελωδίες που σκορπούν.
Είναι αυτό το ψιλοχάλικο που το σηκώνει ο δυνατός αέρας, η κόκκινη αυτή σκόνη που περπατά στο πετσί σου και σε τσούζει, εισχωρεί στα μάτια σου, κολλά πάνω στα χείλη σου και την καταπίνεις. Είναι η αίσθηση εκείνη της αφόρητης απλυσιάς, το μεγάλο δράμα των γυναικών, η αναζήτηση μιας στάλας νερού, η άσβεστη δίψα.
Σαράντα άτομα σε κάθε σκηνή δεν είχαμε την ευχέρεια ούτε να γυρίσουμε στον ύπνο μας από το άλλο πλευρό. Όπως κοιμόμασταν κατάχαμα, πάνω σε χαρτόνια από κούτες ( κι αυτά όσες είχαν), μια και τα ράντζα μάς τα είχαν απαγορεύσει, δίναμε το σύνθημα πότε θα γύριζε καμία και μαζί της γυρίζαμε και οι υπόλοιπες, γιατί αλλιώς δεν υπήρχε θέση.
Ποτέ δεν θα ξεχάσω τη νύχτα που, τρομαγμένη από έναν αόριστο φόβο, πετάχτηκα πάνω στα στρώματά μου φωνάζοντας και ζήτησα της Σιούρας να μου ανάψει φως. Η Αννούλα και η Μαρίκα ανάψανε τους αναπτήρες. Η Ελένη και η Αθηνά, που κοιμούνται δίπλα μου κατάχαμα, με καθησυχάζουν. " Θα είδες κανένα όνειρο". Μα εγώ ξέρω πως δεν ήταν όνειρο. Φοβήθηκα το άγριο εκείνο σκοτάδι και το φοβήθηκα τώρα, ύστερα από τόσον καιρό εξορίας.
Πλάκωνε την ψυχή μου η αγριάδα αυτή του νησιού, ιδιαίτερα μόλις έσβηνε η λάμπα. Αυτό το πανί της σκηνής, που το θωρούσα να κρέμεται πάνω μου μαύρο και ελεεινό, με καταπίεζε. Το ν' ακούω σαράντα γυναίκες ν' αναπνέουν μέσα στην ίδια σκηνή, ν' ανακατεύονται οι αναπνοές τους με το βουητό του αέρα και το ξέσπασμα της θάλασσας κι ανάμεσα σ' όλα αυτά να αιωρούνται οι εικόνες του πατέρα και των άλλων χτυπημένων, μου δημιουργούσαν ένα τέτοιο οδυνηρό ερέθισμα, που τα νεύρα μου δεν το μπορούσαν. Χτύπαγε η καρδιά μου έντονα, στέγνωνε η γλώσσα μου, με κυρίευε ένα τέτοιο άγχος, που μόνο το φως με ηρεμούσε. Και τότε κρυφάνοιγα το πανί της πόρτας και προσπαθούσα ν' ατενίσω τα φώτα στο Λαύριο.
Ο φόβος αυτός, που δεν μπόρεσα να τον εξηγήσω ποτέ, μ' ακολούθησε πολλά χρόνια στη ζωή μου. Τον απέβαλα τα χρόνια που έζησα στη Γαλλία. Γυρίζω τη σκέψη μου στο παρελθόν και στο νου μου έρχονται οι φυσιογνωμίες εκείνες των κοριτσιών, που με το ανεξάντλητο χιούμορ τους σκορπούσαν στιγμές γέλιου στη σκηνή μας και τις ευχαριστώ· το θέλαμε τόσο πολύ. Ακόμη θυμάμαι τις ωραίες παρτίδες σκάκι που παίζαμε κρυφά με τις Άννα Νικολακοπούλου και Έφη Καπασακάλη. Αυτές ήταν οι στιγμές που μας απογείωναν από τη σκληρή πραγματικότητα. Και ένιωθα πως είχα τόση ανάγκη από την απογείωση αυτή.
Ζούσαμε χειμώνα - καλοκαίρι μέσα στις σκηνές. Κοιμόμασταν καταγής σαράντα γυναίκες σε κάθε σκηνή. Μυρίζαμε η μια τα χνώτα της άλλης και το καλοκάιρι όταν άναβε από τη ζέστη το πισσωμένο πανί, δεν μπορούσαμε ούτε ν' αναπνεύσουμε.
Για να πάμε στους καμπινάδες, που βρίσκονταν κοντά στη θάλασσα, έπρεπε να περπατήσουμε τριακόσια και πάνω μέτρα μ' εκείνον τον άγριο αέρα που μας γέμιζε τα μάτια με το κοκκινόχωμα.
Συχνά μέσα στο βαρύ χειμώνα τρίζανε οι σκηνές μας από το βοριά και η αγωνία μας πώς θα ξημερωθούμε ήταν απερίγραπτη. Μέναμε άγρυπνες με το φόβο μήπως έρθει η σκηνή και πέσει επάνω μας ενώ γυναίκες χειροδύναμες κρατούσαν τους ορθοστάτες.
Μα παρ' όλα τα μαρτύρια και την πειθαρχημένη στρατιωτική ζωή μας θα βρίσκαμε πάντα λίγα λεπτά της ώρας για καμιά παρτίδα σκάκι, για καμιά απαγγελία στίχων, για διάβασμα της σατιρικής μας σελίδας. Αυτά ισορροπούσαν τα νεύρα μας, την ψυχή μας. Και όταν μας συνόδευαν οι Αλφαμίτες για να πάμε να πάρουμε το νερό για τις σκηνές μας και αναλογούσε ένα λίτρο για την κάθε μία, κι αυτό για όλες τις χρήσεις, η Έλλη Νικολαΐδου , η μεγάλη μουσικός, θάδινε πάντα το σύνθημα για κανένα τραγούδι της χορωδίας μας και τότε έκπληκτοι αυτοί λέγανε μεταξύ τους: " Κοίτα τες, βρε, αυτές είναι τρελές. Στη Μακρόνησο τις φέρανε κι αυτές τραγουδάνε"....




Νίτσα Κ. Γαβριηλίδου, Μακρόνησος. Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες. Μαρτυρία, Αθήνα 2004

Έφυγε από τη ζωή πλήρης ημερών η αγωνίστρια Νίτσα Κ. Γαβριηλίδου, η οποία είχε γεννηθεί το 1925 στο χωριό Κοκκινιά του Κιλκίς. Οι γονείς της είχαν έρθει πρόσφυγες από τον Καύκασο της Ρωσίας το 1920 και στην αρχή ασχολήθηκαν με τη γεωργία. 
Αρχικά οργανώθηκε στην ΕΠΟΝ το 1943 στο Γυμνάσιο του Κιλκίς. Το Μάιο του 1944 η Οργάνωση προωθεί αυτήν και τη μεγάλη της αδελφή στην Ελεύθερη Ελλάδα για να συναντήσουν τον πατέρα τους, Κώστα Γαβριηλίδη, ο οποίος συμμετείχε στην Κυβέρνηση του Βουνού. Εκεί παρακολούθησε  τις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου στις Κορυσχάδες.
Με την Απελευθέρωση ήρθαν στην Αθήνα, αλλά με τα Δεκεμβριανά όλη η οικογένεια Γαβριηλίδη συλλαμβάνεται και κρατείται στις φυλακές Θεμιστοκλέους μέχρι την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας. Εργάστηκε ως ιδιαιτέρα γραμματέας στο πολιτικό γραφείο του πατέρα της στο Αγροτικό Κόμμα Ελλάδας ( ΑΚΕ) μέχρι τον Ιούλιο του 1947, όταν άρχισαν οι μαζικές συλλήψεις με εντολή του Ζέρβα και τα γραφεία έκλεισαν.
Η ίδια συνελήφθη στις 7 Απριλίου του 1947 και εξορίστηκε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στα στρατόπεδα της Χίου, του Τρίκερι, της Μακρονήσου και πάλι του Τρίκερι. Το 1956, και αφού είχε απελευθερωθεί, κατόρθωσε να διαφύγει στη Γαλλία, όπου δημιούργησε οικογένεια. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1985. 
Εξέδωσε τα βιβλία " Ο πατέρας μου, Κώστας Γαβριηλίδης" και " Μακρόνησος. Απόψε χτυπούνε τις γυναίκες".
Διετέλεσε Γραμματέας της Πανελλήνιας Ενωσης Αγωνιστών Μακρονήσου (ΠΕΚΑΜ).







Τετάρτη 18 Σεπτεμβρίου 2019

Οδός Οφθαλμιατρείου ( ένα μυθιστόρημα για τον Κώστα Κρυστάλλη)


Το 2018 συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη και δόθηκε η αφορμή για αφιερώματα που οδήγησαν με τη σειρά τους σε μια σύγχρονη θεώρηση της προσωπικότητας και του έργου του. 
Η αλήθεια είναι πως ο Κώστας Κρυστάλλης και το έργο του δεν είναι και τόσο γνωστά εκτός από πολύ λίγα ποιήματά του. Θα έλεγε κανείς ότι είναι υποτιμημένος, αλλά μήπως είναι ο μοναδικός; Παλιότερα υπήρχε δείγμα της δουλειάς του στα σχολικά βιβλία, αλλά νομίζω ότι έχει αφαιρεθεί από τα σημερινά.
Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το μυθιστόρημα του Ευάγγελου Αυδίκου Οδός Οφθαλμιατρείου. 
Οδός Οφθαλμιατρείου είναι ο δρόμος στον οποίο βρισκόταν το τυπογραφείο που δούλεψε ο Κώστας Κρυστάλλης όταν κυνηγημένος από τους Τούρκους έφτασε στην Αθήνα. 
Η ιστορία αρχίζει κάπου στην Αμερική όταν ο Κρυστ Σούλτις, νεαρός απόγονος Ηπειρωτών μεταναστών, τεχνοκράτης , με μεγάλη καριέρα και πολλά λεφτά, συναντιέται με τα ποιήματα του Κρυστάλλη και αρχίζει  σιγά σιγά να αλλάζει ο τρόπος που μέχρι τότε έβλεπε τα πράγματα και τους ανθρώπους, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό και τις σχέσεις του.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα σηματοδοτεί ένα ταξίδι στη μνήμη, ένα προσκύνημα στο γενέθλιο τόπο των προγόνων του αλλά του ανοίγει και ένα δρόμο προς την αυτογνωσία.
Ο Κρυστ / Χρήστος αναζητεί τα ίχνη του Κρυστάλλη στους τόπους που γεννήθηκε, έζησε, δούλεψε και πέθανε. Οι ενσωματωμένοι στίχοι του ποιητή και τα στοιχεία από τα πεζογραφήματά του πλέκουν την ιστορία της ζωής του. Ο ήρωας όμως συνομιλεί και με άλλους ποιητές και συγγραφείς των οποίων τα ονόματα αλλού αναφέρονται και αλλού υπονοούνται. Το παρελθόν μπλέκεται με το παρόν , οι εποχές εναλλάσσονται και ο Κρυστάλλης παίρνει τη θέση του στον παρόντα χρόνο. 
Ο Κρυστ νιώθει συνεχώς δίπλα του τον ποιητή σαν σκιά, σαν ήχο , σαν φάντασμα, σαν ύπαρξη ζωντανή μπροστά του να εξομολογείται στιγμές από τη ζωή του. Βλέπουμε έναν Κρυστάλλη κυνηγημένο για τις ιδέες από την τουρκοκρατούμενη πατρίδα του, πεινασμένο στην απελευθερωμένη Αθήνα, διψασμένο για ζωή και μόρφωση να έρχεται αντιμέτωπος με την αναλγησία και την αδιαφορία των ομογενών του στην πρωτεύουσα. Αναδεικνύεται επίσης ο ερωτικός Κρυστάλλης μέσα από τη σκέψη, το όνειρο και τη συνομιλία της Φωτεινής, της φίλης του Κρυστ.
Ο συγγραφέας με λογοτεχνικά ευρήματα όπως επιστολές και όνειρα προωθεί την ιστορία και αποκαλύπτει βιογραφικές πληροφορίες για τον Κρυστάλλη και μέσα από αυτές τις επαφές και τη διαρκή αναζήτηση ο ήρωας του μυθιστορήματος ωριμάζει πνευματικά.
Ο αναγνώστης ίσως διαπιστώσει σε ορισμένα σημεία έναν υπερβολικό λυρισμό, αλλά συγχρόνως θα νιώσει συγκίνηση με την τρυφερότητα και την ευαισθησία που ο συγγραφέας προσεγγίζει τον λογοτέχνη Κρυστάλλη και κυρίως τον άνθρωπο Κρυστάλλη. Η γραφή συνεπαίρνει και σε αυτό βοηθάει η ωραία γλώσσα και οι πλούσιες περιγραφές τόπων και τοπίων. Οι σελίδες αποπνέουν άρωμα ποίησης και ο Κρυστάλλης παρουσιάζεται μπροστά μας ζωντανός και σύγχρονος να δανείζεται την ύπαρξη του ήρωα για να μιλήσει για τα ανομολόγητα.
Φτάνοντας στο τέλος του μυθιστορήματος γεννιέται η επιθυμία να πάρουμε στα χέρια μας τα ποιήματα και τα πεζογραφήματα του Κώστα Κρυστάλλη  να τα διαβάσουμε ξανά από την αρχή και να του δώσουμε τη θέση που του αξίζει στη νεοελληνική λογοτεχνία . Το έργο του νερό που ξεδιψάει την ψυχή σε μια άνυδρη εποχή. 

Ευάγγελος Αυδίκος Οδός Οφθαλμιατρείου, Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2019.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019

"Πέθανε ο Μάνος Λοΐζος;"

Στις 15 Αυγούστου 1982, ο Μάνος πήγε στο σπίτι της πρώτης γυναίκας του στο Χολαργό, για να ευχηθεί και στη Μάρω και στη Μυρσίνη, "χρόνια πολλά", που γιόρταζαν. Στο δρόμο για το Χολαργό, μέσα στο αυτοκίνητο του Παγωμένου, γύρισε στον πατέρα του και του είπε: " Μπαμπά, θα' ρθεις να με πάρεις από το αεροδρόμιο, όταν θα επιστρέψω;" Λέει, σήμερα, ο Ανδρέας Λοΐζου: " Τον κοίταξα έκπληκτος. Ποτέ δε μου'χε πει τέτοιο πράγμα - να πάω να τον πάρω από το αεροδρόμιο. " Και πού θα ξέρω παιδί μου, πότε θα' ρθεις;" τον ρώτησα. " Θα σου τηλεγραφήσω", μου απάντησε. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν ξέρω γιατί μου' κανε αυτή την κουβέντα. Λες να προαισθανόταν το τέλος του και ζητούσε, σαν παιδί, να πάρει κουράγιο, με τη σκέψη πως θα γυρίσει και θα τον περιμένω, εγώ, ο πατέρας του, στο αεροδρόμιο;"
Ο Μάνος διανυκτέρευσε στο σπίτι της Μάρως και της Μυρσίνης. Το πρωί της επομένης, κι ενώ τον περίμενε στο αυτοκίνητο για να τον πάρει στο αεροδρόμιο, ο Παγωμένος, ο Λοΐζος, κατεβαίνοντας μαζί με τη Μάρω, με το ασανσέρ, έγειρε το κεφάλι του στον ώμο της και της εξομολογήθηκε: " Μάρω, φοβάμαι, πως αυτό το ταξίδι στη Μόσχα, θα' ναι το τελευταίο. Φοβάμαι, πως δε θα ξαναγυρίσω..."
Ήταν η κατάρρευση. Γιατί, ως τότε και από παιδί, ο Μάνος, όπως θα μου πει ο παιδικός του φίλος Φώτης Κωνσταντινίδης, " έμπαινε, συνεχώς, σ' ένα δικό του πλανήτη. Σ' ένα δικό του κόσμο. Παρατηρούσα, πως συχνά, βρισκόταν σε μια κατάσταση μέθης. Και καλλιεργούσε την ιδέα ότι ήταν αθάνατος. Ότι μπορούσε να κάνει οποιαδήποτε κατάχρηση, να μπει σε οποιαδήποτε συγκινησιακή περιπέτεια και να βγει χωρίς απώλειες. Ναι. Καλλιέργούσε την ιδέα ότι ήταν αθάνατος".
Μένω σ' αυτό το τελευταίο: " Καλλιεργούσε την ιδέα ότι ήταν αθάνατος". Και ρωτάω: " Πέθανε ο Μάνος Λοίζος;"

Λευτέρη Παπαδόπουλου , Μάνος Λοΐζος, Κάκτος, Αθήνα 1983, 2η έκδοση



Δευτέρα 16 Σεπτεμβρίου 2019

Βατόμουρα


Μαζεύοντας βατόμουρα

                               για τον Philip Hobsbaum

Όψιμος Αύγουστος, με δυνατές βροχές και ήλιο,
σε μια βδομάδα μέσα τα βατόμουρα ωριμάσαν.
Μονάχα ένα, στην αρχή, θρόμβος στιλπνός, μαβής,
μέσα σε κόκκινα και πράσινα σκληρά κομπάκια.
Αυτό το πρώτο έφαγες κι η σάρκα του γλυκιά,
σαν το πηχτό κρασί∙ μέσα του αίμα καλοκαιριού
που λέκιαζε τη γλώσσα, γέννησε τη λαχτάρα
να δρέψεις τον καρπό. Ύστερα και τα κόκκινα σκουρήναν∙ κι η πείνα
μάς έστειλε με κάδους, άδεια κονσερβοκούτια και βαζάκια του γλυκού,
εκεί που αγκύλωναν τα βάτα και το νωπό γρασίδι ξάσπριζε τις μπότες μας.
Στα σταροχώραφα, ανάμεσα στ' αραποσίτια και τις πατατιές
τρέχαμε και σοδιάζαμε, ώσπου οι κουβάδες ξεχειλίσαν,
πάτοι καμπανιστοί σκεπάστηκαν απ' τους χλωρούς καρπούς
και στην κορφή αστράφτανε σκούροι, μεγάλοι σβόλοι
σαν μια πιατέλα μάτια. Τα δάχτυλά μας έκαιγαν
από των βάτων τις ακίδες, κολλούσαν οι παλάμες μας, σαν του Κυανοπώγωνα.

Καταχωνιάσαμε τα ολόφρεσκα βατόμουρα στο στάβλο
μα όταν τα καλάθια μας είχανε πια γεμίσει, βρήκαμε ένα χνούδι
Μύκητες γκρίζοι, στο χρώμα του αρουραίου, είχανε τη σοδειά μας κατακλύσει
ώς κι ο χυμός τους έζεχνε. Κομμένα από το θάμνο,
τα φρούτα είχαν ξινίσει∙ η σάρκα, από γλυκιά, στυφή είχε γίνει.
Πάντα μού ερχότανε να κλάψω. Δεν ήταν δίκαιο
τα ωραία μας κοφίνια να μυρίζουν σήψη.
Kάθε χρονιά έλπιζα να κρατήσουν, και το' ξερα – ματαίως.

Από τη συλλογή του Σέιμους Χίνι Ο Θάνατος ενός φυσιογνώστη (1966) (μτφρ. Κατερίνα Σχινά).

Πηγή: Book Press

Σάββατο 14 Σεπτεμβρίου 2019

Μαριάννα Τζιαντζή, Αντίο στις αυλές των θαυμάτων

Ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου 2001. 
Η κηδεία του εμπνέει τη συγγραφέα Μαριάννα Τζιαντζή και γίνεται η αφορμή για μια περιήγηση στις αυλές των θαυμάτων στο εξαιρετικό μυθιστόρημα "Αντίο στις αυλές των θαυμάτων"

Η βιβλιοπαρουσίαση αναδημοσιεύεται από το ηλεκτρονικό περιοδικό Κατιούσα





[…] Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον,
ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει
σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.

Το παραμύθι αρχίζει με μια πρόσκληση για την Ελευσίνα, εκεί που θα γινόταν η κηδεία του Στέλιου Καζαντζίδη και γίνεται η αφορμή για μια περιήγηση στις αυλές των θαυμάτων. Στην Πλάκα, στην Πλατυθέα, στο ξενοδοχείο Άτλας, στο Υπόγειο του Κουν, σε αυλές και διαμερίσματα… Τόποι, χρόνοι, πρόσωπα και σχέσεις ανθρώπων με φόντο αλλοτινές εποχές, όχι και πολύ μακρινές, αλλά διαφορετικές από τη σημερινή.
Μικρές ιστορίες από τις ζωές των ανθρώπων, δεμένες μεταξύ τους,  ξανοίγονται μπροστά μας διαχέοντας στην ατμόσφαιρα μια γλυκιά μελαγχολία και μια ξεχασμένη μυρωδιά από πράγματα παλιά σαν και αυτή που έχουν οι σελίδες ενός βιβλίου καταχωνιασμένου για χρόνια σε ένα σκονισμένο ράφι. Μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, ένας αντίστροφος καταρράχτης. Σε προκαλεί να σκεφτείς χωρίς να φανατιστείς, να χαμογελάσεις αλλά και να νιώσεις τα συναισθήματα των ηρώων, να ταυτιστείς ακόμη με κάποιους από αυτούς, ειδικά αν έτυχε η παιδική και η εφηβική ηλικία να βιώθηκε την ίδια εποχή με τη δική τους.

Γρήγορος ρυθμός, τρυφερότητα, καυστικός σχολιασμός που φτάνει στο σαρκασμό, πολιτικές αναφορές, νύξεις και ευθείες βολές για όλα όσα σημάδεψαν την μετεμφυλιακή Ελλάδα, την Αθήνα. Ιδέες, όνειρα και  οράματα, ο αντιδικτατορικός αγώνας και η μεταπολίτευση με όσα αυτή έφερε στην καθημερινότητα, στις συμπεριφορές των ανθρώπων και στους χώρους που ζούσαν και κινούνταν.  Μια ολόκληρη εποχή.

Μια εποχή που χάθηκε μαζί με τους ανθρώπους της και παράλληλα ιστορίες για τον Καραγκιόζη και τους καραγκιοζοπαίχτες, για την τέχνη, το θέατρο, για ηθοποιούς και ζωγράφους, για την φτώχεια, την μετανάστευση και την ξενιτιά, για το ξενοδοχείο Άτλας στην οδό Σοφοκλέους 30, το  καταφύγιο μετά τον εμφύλιο των πρώην εξορίστων, φυλακισμένων, κατατρεγμένων, των αγωνιστών της αριστεράς.

Μιας και η κηδεία του Καζαντζίδη ήταν το γεγονός που έδωσε έναν κλώτσο στην ανέμη να γυρίσει, μπορούμε και εμείς να «ακούσουμε» τις συζητήσεις, τα σχόλια, κοινωνικά και πολιτικά, συνοδευμένα με τα τραγούδια του που έρχονταν από παντού και εκείνο το «αααχ» που έβγαζε η φωνή του μέσα από την ψυχή του.

Και μετά την κηδεία τι; Ένα πάρτι στην ταράτσα του Άτλαντα, όπου όλα και όλοι είναι εκεί, ζωντανοί και νεκροί, σε μια σύνθεση υπερρεαλιστική γεμάτη χρώμα και χαρά, για «το θαύμα του κόσμου, το θαύμα του ανθρώπου, των ανθρώπων» που συνεχίζει να υπάρχει ακόμα και αν οι παλιές αυλές των θαυμάτων τελειώνουν. Αρκεί να ψάξουμε να το βρούμε ξεκινώντας το ταξίδι από την αρχή με νέα φτερά, ελπίδες, προσδοκίες.

Εξαιρετικό μυθιστόρημα, ανθρώπινο, συγκινητικό, γλυκόπικρο, τρυφερό και πολιτικό συνάμα, με όμορφη γραφή και ενδιαφέρουσα αφηγηματική τεχνική.

Κλείνοντας το  μάτι πέφτει στο εξώφυλλο: Θάνος Τσίγκος, Λουλούδια, 1957.

«Χίλια τραγούδια ηχογράφησε ο Καζαντζίδης, χίλιες ζωγραφιές χάρισε ο Τσίγκος. Και τώρα όλα πετούσαν, βρίσκονταν παντού, υπήρχαν, όπως υπήρχε και η αγάπη της Λένας για τον Άγγελο, του Άγγελου για τη Λένα, για κάθε Λένα, για κάθε Ελένη…»



Μαριάννα Τζιαντζή, Αντίο στις αυλές των θαυμάτων, Καστανιώτης, Αθήνα 2016

"Άσε το Φθινόπωρο γύρω σου να στρώσει τ' άνθη τα στερνά..."



Άσε το Φθινόπωρο
γύρω σου να στρώσει 
τ' άνθη τα στερνά. 
Μια ζωή πεθαίνει 
μια πνοή περνά. 
Πάντα σε προσμένει 
μια άνοιξη ξανά.

Άσε το Φθινόπωρο 
γύρω σου να απλώσει 
μια στερνή ευωδιά. 
Μια χαρά χαμένη 
μέσα στην καρδιά. 
Πάντα σε προσμένει 
μια άνοιξη ξανά.

Ποίηση: Κώστας Χατζόπουλος
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης 
Ερμηνεία : Διονύσης Τσακνής και Παιδική Χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου 

Δίσκος: ΔΕΣ ΤΙ ΛΑΜΠΡΟ ΦΕΓΓΑΡΙ (2005)

Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2019

Ξεριζωμός!



...Ξαφνικά άρχισαν να χτυπάνε απανωτά οι καμπάνες. Φωνές απ' το δρόμο, φασαρία, τρεχαλητά.
- Φωτιά, φωτιά...
- Φωτιά...Βοήθεια...
- Φωτιά, Χριστιανοί καιγόμαστε...
Άνοιξαν την πόρτα. Η γειτονιά ξεχυμένη έξω. Όλοι ρωτάνε μ' απόγνωση. Σε λίγο, λες κι έγιναν οι δρόμοι ποτάμια από ανθρώπους που τρέχουν στη θάλασσα...Τίποτα δεν μπορεί να τους σταματήσει. Ετοιμάστηκαν κι αυτοί να φύγουν. Φέρνει ο ξάδελφος Λεωνίδας με τον Κλήτο έναν αραμπά που βρήκαν παρατημένο στο δρόμο. Ανεβάζουν εκεί τη νενέ, φορτώνουν τα ντέγκια και τους μπόγους, και ξεκινάνε για την παραλία. Ο Κλήτος κι ο Λεωνίδας σέρναν τον αραμπά. Η μαμά βαστούσε το μωρό το Βασιλάκη. Ο μπαμπάς το Λευτεράκη, και τ' άλλα παιδιά κρατιόταν απ' τα χέρια.
Κοντεύοντας στην παραλία, μπούκωσαν οι δρόμοι. Χιλιάδες κόσμος φορτωμένος με μωρά, με μπόγους, με ντέγκια. Άρρωστοι, γέροι και παιδιά στους αραμπάδες. Κι η φωτιά όλο και δυνάμωνε...

Κάποτε το μπουλούκι των χριστιανών σταμάτησε. Ούτε μπρος , ούτε πίσω. Μπρος η θάλασσα. Πίσω η φωτιά. Κι απ' τα πλάγια άλλα μπουλούκια. Και πίσω, παντού οι Τούρκοι που χτυπούσαν, σκουντούσαν με όπλα, με σπαθιά. Κανείς δεν μπορούσε πια να προχωρήσει. Σφηνώθηκαν εκεί, πλάι στη θάλασσα, ώσαμε το πρωί. Τα παιδιά ξάπλωσαν κάτω απ' τον αραμπά.
Η φωτιά χυμούσε στον ουρανό. Φώτιζε παράξενα τη νύχτα. Μαυροκόκκινες φλόγες γλείφαν το στερέωμα, λες κι ήταν φαντάσματα που χόρευαν αλλόκοτα, με μουσική τα ουρλιάσματα των Τούρκων, το θρήνο των χριστιανών, το βόγκο των πληγωμένων, το τρίξιμο και το γδούπο των σπιτιών που γκρεμίζονταν.
Το πρωί τους βρήκε άλλο κακό. Οι Τούρκοι μάζευαν τους άντρες. Πού να κρυφτεί τόσο αντρομάνι; Ζάρωναν τα παλικαράκια να φαίνονται παιδιά. Καμπούριαζαν και γίνονταν κουβάρι οι μεγάλοι να δείχνουν γέροι. Άρπαζαν τα όμορφα κορίτσια. Μονομιάς όλα φόρεσαν της νενές το φακιόλι να κρυφτεί τ' όμορφο νεανικό μούτρο.
Μες στο ξεδιάλεγμα και στην ανεμομπουμπούλα, βρέθηκε ο Χατζηνάσος με την οικογένειά του μαζί με άλλους σ' ένα δρόμο της Πούντας. Σε λίγο είδαν έναν σκοτωμένο. Ήταν μισοσκεπασμένος μ' ένα παλτό. Η Ιφιάνασσα πρώτη φορά βλέπει σκοτωμένο. Κοιτάει τα γυμνά ξυλιασμένα πόδια με τα κιτρινιασμένα νύχια, που εξείχαν απ' το παλτό. Δεν ήξερε, καθώς τον κοίταζε, πως απ' εκείνη τη μέρα, μόλις θα' βγαζε τη νύχτα τα πόδια της όξω απ' το σκέπασμα, αμέσως θα' ρχόταν στο νου ο σκοτωμένος της Σμύρνης, και τρομαγμένη θα τα ξανατραβούσε μέσα.
Πιο πέρα σμίξαν μ' άλλους, κι όλοι μαζί φτάσανε στο Πανιώνιο...Εκεί μπήκαν μέσα στο νεκροταφείο. Η πρώτη δουλειά όλων ήταν ν' ανοίξουν τα μνήματα. Να κρύψουν μέσα τους άντρες. Να μουντζουρώσουν τα κορίτσια. Να τα ντύσουν γριές.
Πάει η Ελένη να ξεσκεπάσει τη μητέρα της, βλέπει ότι ήταν πεθαμένη. Μάνι μάνι, άνοιξαν ένα μνήμα να τη θάψουν. Βρέθηκε κι ένας παπάς.
- Τύχη που είχε η γριά! Τη διάβασαν κιόλας! Κάνει ένας Αρμένης, που είχε κρυφτεί στον πλαϊνό τάφο. Αλί σε μας, που θα πάμε αδιάβαστοι...
Δυό μέρες έμειναν στο νεκροταφείο.
Τα μαντάτα έρχονταν απανωτά.
- Οι Τούρκοι σφάζουν, κρεμούν, σκοτώνουν.
- Το Χρυσόστομο τον σέρνανε στα σοκάκια και σιγά σιγά τον κόβανε κομμάτια κομμάτια. Μαρτύρησε ο Μητροπολίτης μας. Άγιασε...
- Οι σύμμαχοι δεν βοηθούν...
- Βαπόρια φορτώνουν κόσμο για την Ελλάδα. Όποιος προφτάσει και μπει...
- Η φωτιά τίποτα δεν άφησε όρθιο. Από τέσσερα μέρη η φωτιά...
- Η φωτιά κι οι λεηλασίες φάγανε τη Σμύρνη.
- Πάει πια, πέθανε η Σμύρνη.
- Μου' ρχεται στο νου το γνωμικό που λέει:
" Η Πόλη αν καεί, η Σμύρνη κάνει Πόλη.
Η Σμύρνη αν καεί, Σμύρνη δεν κάνει η Πόλη".
- Τώρα που κάηκε, κανείς πια δεν μπορεί να την αναστήσει.
-Ας γλιτώσει ο κοσμάκης, και πάλι θα ξαναγίνει. Η Σμύρνη θα ξανακάνει τη Σμύρνη.
Τρεις μέρες στο νεκροταφείο. Η πείνα άρχισε να τους παιδεύει. Κανείς δεν παίρνει απόφαση. Κι όλο έρχονται και καινούριοι. Να κουνηθούν δεν μπορούν.
Ένας παραγιός, πώς και βρήκε το Χατζηνάσο.
- Αφεντικό, έφερα ψωμί και κασκαβάλι. Ήταν ο Πανάνης.
- Ποιος σου είπε; πού ήξερες ότι είμαστε εδώ;
- Σας είδε από μακριά ο αδερφός μου. Μ' έστειλε να σας πάρω. Έχουμε δικό μας φούρνο στο Νταραγάτσι. Εκεί πλύθηκαν, άλλαξαν, έφαγαν ψωμί και φαΐ μαγειρεμένο.
- Δεν ξεχνάμε, αφεντικό, που μας βοήθησες ν' ανοίξουμε το φούρνο. Τι γίνεται ο κύριος Μήτσος;
- Πριν απ' τη φωτιά έχω να τον δω. Εσείς δεν ακούσατε τίποτα;
- Όχι, μονάχα για τους Μαινεμενλήδες μάθαμε. Πιάσανε καμιά δεκαπενταριά, όσους βρήκαν, και τους σκοτώσαν, επειδή σκοτώσανε τότε τον καϊμακάμη.
- Έμαθες ποιους σκότωσαν;
- Τον Ανανία τον πιάσαν αμέσως στο Κορδελιό. Εκεί τον κρέμασαν. Το Νικολάκη το Σαραφείδη , τον Αλέκο τον Αλεξίου, το Σπύρο και το Στέλιο Παλά, τον Νίκο τον Ατζεμιδάκη, τον Αυγεράκογλου και δεν ξέρω ποιους άλλους. Δάκρυσες αφεντικό. Ποιος να το περίμενε...
- Εσύ τι θα κάνεις; Βλέπω δουλεύεις. Τι σκοπό έχεις;
- Λέω να μείνω αφεντικό. Μπόρα είναι και θα περάσει. Τώρα που έχω δουλειά δικιά μου, να την αφήσω; Εσύ τι σκέφτεσαι;
- Εγώ;...Μόλις μπορέσουμε θα φύγουμε.

Σε μια βδομάδα ξεσηκώθηκε πάλι ολόκληρη η οικογένεια, μ' απόφαση να φτάσουν στα βαπόρια. Ο μπαμπάς ντύθηκε γυναίκα. Ο Κλήτος έβαλε πολύ κοντά πανταλόνια κι όλο καμπούριαζε να φαίνεται πιο μικρός. Πήραν μαζί τους μονάχα όσους μπόγους μπορούσαν. Όλα τ' άλλα έμειναν.
Μόλις κάνουν να προχωρήσουν λίγο, τους σταματούν οι Τούρκοι. Η μαμά είχε μαζί της παράδες και κάθε φορά τούς έβαζε στο χέρι.
Δώσε εδώ, δώσε εκεί, κόντευαν να τελειώσουν οι παράδες. Σε λίγο τους κόβουν το δρόμο άλλοι Τούρκοι. Αυτοί είναι ζόρικοι. Ζητάνε κι άλλα. Τους χώνει δυό χρυσές στο χέρι η μαμά. Δε φτάνουν. Αγριεύουν. Ο Κλήτος ζαρώνει πιο πολύ. Ο μπαμπάς, μες στα γυναικεία ρούχα, τυλίγει πιο πολύ το φακιόλι στο κεφάλι. Σφίγγει πιο πολύ το Λευτεράκη στην αγκαλιά του. Αρπαέι ένας Τούρκος τον μπόγο με το ασημένιο σερβίτσιο απ' το χέρι του Κλήτου. Χύθηκαν τα κουταλάκια και τα πηρουνάκια του γλυκού κάτω. Κατρακυλούσαν οι κούπες τουγλυκού στο ντουσεμέ. Ντιντίνισαν ο δίσκος και τα ζάρφια. Αφού τους πήραν ό,τι είχαν, τους ανάγκασαν με κοντακιές και χτυπήματα, ν' αλλάξουν δρόμο κατά τον Άι Κωνσταντίνο. Σαν προχώρησαν λίγο, σκόνταψαν σ' ένα μπουλούκι τούρκικο που έσερνε κοπέλες κι άντρες. Ύστερα ήρθαν κι άλλοι Τούρκοι κι άλλοι, που σπρώχνουν προς το μέρος τους γυναικόπαιδα...Σπρώξε απ' εδώ, σπρώξε απ' εκεί, καρφώθηκαν στη μέση οι χριστιανοί. Τώρα χτυπάνε από παντού. Σαν είδε μια γυναίκα να σκοτώνουν μπροστά της την γκαστρωμένη κόρη της, άρπαξε το χέρι του Τούρκου. Θεριό έγινε εκείνος. Δίνει μια στη γυναίκα και την ξαπλώνει κάτω. Αυτό λες κι ήταν το σύνθημα. Αμέσως αρχίζει σφαγή. Η Ιφιάνασσα κι οι δικοί της βρίσκονται πιο άκρη, κοντά στο δρόμο. Μες στο μακελειό, τα κλάματα, τα ξεφωνητά, ξέφυγαν απ' τους Τούρκους. Τρέχοντας σαν παλαβοί φτάσανε στο "Και". Εκεί έσμιξαν με τον κόσμο. Όλοι σπρώχνουν και σπρώχνονται για την αποβάθρα, όπου είναι αραγμένα τα πλοία. Απ' την εξάντληση και το συνωστισμό, κάθε τόσο κι αφήνουν όλοι από κανένα μπόγο. Όλα τα πολύτιμα και τ' ακριβά της Μικρασίας ήταν σκορπισμένα στην προκυμαία της Σμύρνης. Κανείς για τίποτα δε νοιάζεται. Μονάχα, πώς να φτάσουν στο καράβι. "Παναγιά μου, βοήθησε να σωθούμε, και ζητιάνοι ας γυρίζουμε σ' όλη μας τη ζωή". "Χριστέ μου, δώσε να φτάσουμε στην Ελλάδα, κι όρκο δίνω σε μοναστήρι να κλειστώ". " Άι Λεφτέρη μου, λευτέρωσέ μας, και τάμα κάνω ξυπόλητη να' ρχομαι στην εκκλησιά σου, να σου ανάβω το καντήλι".
Ακόμα λίγο και κοντεύουν.
Στα πλάγια η θάλασσα λερωμένη, και τα πτώματα τουμπανιασμένα χτυπολογιούνται αναμεταξύ τους. Αλίμονο, αν παραπατήσει κανείς. Δε θα σηκωθεί. Αλίμονο, αν πέσει κανείς στη θάλασσα. Εκεί θα μείνει.
Κάποια στιγμή σταμάτησαν. Φόρτωσε το βαπόρι κι έφυγε. Τώρα περιμένουν τ' άλλο. Ώρες περνούν...Η Ελένη μετράει και ξαναμετράει τα παιδιά. Μη χαθεί κανένα...Όλα κρατιούνται σφιχτά απ' το φουστάνι της κι απ' τα χέρια τους. Κοιτάει τον άγνωστο κακοπαθιασμένο κόσμο. " Τι να' γινε η Ευαγγελία;" σκέφτεται. " Ο Λεωνίδας, που πήγε να την βρει, τη βρήκε άραγε; Πού να βρίσκονται η Χρύσα, ο Καρατζόπουλος, η Δέσποινα, τα ανίψια της; Τι έγινε με το Μήτσο;" Η Βάσω είπε θα πήγαινε σε μιαν φιλενάδα της Εβραίισσα. Πού να' ναι τώρα;
Με το τελευταίο σπρώξιμο, βρέθηκαν πια στο καράβι, ξεσκισμένοι, καταματωμένοι, ξεμαλλιασμένοι. Ούτ' ένα μπογαλάκι μαζί τους...Κι οι πιο πολλοί άντρες να λείπουν...
Και σαν ξεκίνησε το καράβι, και σιγουρεύτηκε η ψυχή, και ξελαγάρισε το μυαλό, τότε, απ' τ' ανθρώπινα ρημάδια, που ξεριζώνονταν απ' τον τόπο τους, ένα ουρλιαχτό άρχισε να βγαίνει και να σκίζει τον αγέρα. Ένα ουρλιαχτό που' γινε θρήνος και μοιρολόι για τους άντρες, που έμειναν στα χώματά τους, και που ίσως ποτέ δε θα ξανάβλεπαν. ( απόσπασμα)

Ιφιγένεια Χρυσοχόου, Πυρπολημένη Γη, Εκδόσεις Φιλιππότη, Αθήνα 1981.
Η " Πυρπολημένη Γη " είναι το πρώτο βιβλίο της  τριλογίας της Ιφιγένειας Χρυσοχόου. Αρχίζει το 1877 και τελειώνει το 1922 με τον ξεριζωμό του Ελληνισμού από τη Μικρά Ασία. Το δεύτερο " Μαρτυρική Πορεία" αναφέρεται στην ομηρία 1922 - 1924. Το τρίτο " Ξεριζωμένη Γενιά" αρχίζει με το καράβι που κουβαλάει τους ξεριζωμένους του 1922, την εγκατάστασή τους στη Θεσσαλονίκη, την πάλη τους για την επιβίωση και τελειώνει το 1977 με το ρίζωμα και τις επιτεύξεις τους.



Ο Ξεριζωμός! Από το έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Το μεγάλο μας τσίρκο" (1973) με τον Νίκο Ξυλούρη και την Τζένη Καρέζη σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου.Εμβόλιμα μέσα στο τραγούδι ακούγονται αυθεντικές αναζητήσεις μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού.