Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Σιωπή

Λένε πως η φιλοδοξία είναι πράμα ευγενικό, εγώ όμως γνώρισα κάτι ευγενικότερο: την περιφρόνηση κάθε φιλοδοξίας.
Ο φίλος μου δεν στάθηκε ποτέ του φιλόδοξος και ίσως αυτό να είναι το κυριότερο χαρακτηριστικό του. Δεν είχε ούτε αυτή την τόσο κοινή φιλοδοξία να ιδεί τ' όνομά του τυπωμένο κάποτε.
Ωστόσο αυτό έγινε, κ' είτανε τότε που το διάβασα, εδώ και λίγα χρόνια, σ' έναν κατάλογο εξαφανισθέντων. Το ναυάγιο είχε γίνει στις ακτές του Ινδικού.
Ο φίλος μου έχει απομείνει για πάντα εκεί κάτω κι εγώ αρρωσταίνω συχνά. Ο ουρανός αλλάζει χρώματα, γίνεται κόκκινος. Πέφτω ανάσκελα και σφαλώ τα μάτια μου. Όταν τ' ανοίγω, βλέπω σκιές και φώτα που ανατέλλουν, βασιλεύουν, σ' έναν ουρανό πάνωθέ μου χαμηλό, στερέωμα από ασβέστη. Είδα  πολλές φορές την αντιφεγγιά του δρόμου στο ταβάνι, άκουσα τις φωνές του που γίνονται βαρυσήμαντες όταν σου έρχονται μέσα σε μια κάμαρα σφραγισμένη από την αγωνία.
Έρχονται τα σούρουπα. Ο ουρανός γίνεται ροδαλός, έπειτα κόκκινος. Η ανάσα των αρρώστων βαραίνει. Σαν κάποιος ν' άπλωσε τα δίχτυα από τα μεσούρανα και τώρα να τα τραβάει. Είναι η φυρονεριά των ψυχών.
Τότε, στο κομμάτι τ΄ουρανού που βλέπω από το κρεβάτι μου, περνάνε αράδα οι μορφές οι γνώριμες κ' αγαπημένες. Μια θάλασσα γεμάτη αντιφεγγιά φλογάτη, αποτραβιέται με ανασαμό πλατύ, γυμνώνοντας την αμμουδιά του γιαλού μας. Τα χαλίκια σιγοτρίζουν, γύρω στους βράχους παφλάζει το κύμα.
Κι εκεί, σ' ένα ξερολίθι γατζωμένον με το ένα χέρι, βλέπω το φίλο μου που είναι μέσα στο νερό ως το στήθος και μου χαμογελάει απλά. Γνέφει αόριστα, να πάω κοντά του. Κοιτάζω το στόμα του, καθώς η ανάσα μου όλο και βαραίνει. Όμως τα χείλη του είναι σφαλιστά, επίμονα. Πάνω στο κόκκινο χαμόγελο έχει πήξει η αράγιστη σφραγίδα της Σιωπής.( απόσπασμα από το διήγημα του Άγγελου Τερζάκη " Η Σιωπή ")

Άγγελος Τερζάκης, Του Έρωτα και του Θανάτου, διηγήματα. Βιβλιοπωλείον της " Εστίας", Αθήνα 1998, 4η έκδοση
 Γεννήθηκε  στο Ναύπλιο στις 16 Φεβρουαρίου 1907

Σάββατο 15 Φεβρουαρίου 2020

Η μεταμόρφωση της χρυσαλίδας


Στις 24 του Μάρτη εκείνο το χρόνο, το πρωί, οι γειτόνισες μαζευτήκανε γύρω τρυγύρω από την κλίνη της και της παρασταθήκανε. Ήρθε κι' η γρηά η κοντοβίστα από τον πέρα μαχαλά, κι' αυτή πήγε και σφήνωσε  πίσω απ' το γέρσιμο του μεσοπόρτι και μισοπρόβερνε λουπά - λουπά το τρεμουλιάρικο ρουθούνι της και τήραγε ίσια, και φερμάριζε κατά γρέγο - λεβάντε κατά τη λεχώ. Είτανε η νεκροθάφτισα. Ή το μικρό ή τη μεγάληνε μπορεί νάπερνε ο χάρος σε τέτοιες ώρες κακοθάνατες. Κι' είχε καρτέρι απ' την αυγή. Η λεχώνα δαγκώθηκε, κατάπιε κάμποσο τη γλώσσα της, έβγαλε μια φωνή και σείστη ο ουρανός κι' η γης, κι' εγέννησε. Άμα εμίλησε, αρώτηξε: Τι παιδί είτανε; Της είπανε: Είτανε ασερνικό. Γύρισε δίπλα κι' εκοιμήθηκε.
Το παιδί μπήκε στο βυζί και ρούφαγε και ρούφαγε, και μια νύχτα μεσάνυχτα το πιάσανε σπασμοί κι' αφρός, κι' ήρθε στου τάφου τον γκρεμνό στην άβυσσο, έτοιμο ν' αποθάνει. Αλλά είταν αβάφτιστο και περπατήσαν μες στη νύχτα και παν και φέρνουν τον παπά απ' αλάργα. Έρχεται ο παπάς τρεχάτος και μπαίνει με το πετραχείλι και με το μικρό καλανάρχο κι' απ' το κατόφλι όπου πατεί βάνει μια φωνή και φωνάζει: " Σκύψετε χριστιανοί- σηκώνω τώρα τα Άγια". Η μάνα κι' ο πατέρας σκύψανε, ο παπάς έλεε τα χρειαζούμενα, ο καλανάρχος ο μικρός τρίκλαγε και παράστεκε, το θερμό στη φωτιά εχοχλάκιζε, το παιδί μοναχό εσπαρτάριζε κι' έβλεπε αποπάνω του αγγελούδια επουράνια χορεύοντας να πλησιάζουνε να το πάρουν μαζί τους, κι' ακαταπαύστως ψέλνοντας μέχρι την ώρα  ο παπάς, σταμάτησε τότε κι' αρώτησε: " Για θάνατο ήρθαμε χριστιανοί, ή βαφτίσια;". " Πρώτα να το βαφτίοσουμε παπά" λένε οι γονιοί, και φέρνουνε τη γούρνα. Το παιδί μπήκε στο θερμό κι' εκολύμπησε, κι' εχρίστηκε με τα πρεπούμενα, και κείνη τη στιγμή αιφνίδια ο χάροντας εμετανόησε κι' εξαναχάρισε και πάλι στη ζωή το παιδί, και στους τρεμάμενους απ' την πίκρα γονιούς του.
Σαν έφυγε πια ο παπάς κι' η αβγή απ' τη νύχτα εχώριζε, και κάμανε να πέσουνε ν' αναπαυτούνε κι' οι γονιοί, και τότε πια και το παιδί είχε μετατοπίσει ολότελα απ' τα βασίλεια των νεκρών στον κόσμο των ζώντων ανθρώπων, τότε τη μάνα ήρθε κι' έζωσε μια σκέψη και μια ταραχή. Σα φίδι γύρω απ' το λαιμό νάρθε να κουλουριάστηκε να πάει για να σε πνίξει. Σκουντά τον άντρα της στον ύπνο του - γιατί οι άντρες παραδίνουνται εύκολα: " Σήκω του λέει, απάνω! Θαρώ πως μες στη σάστιση τ' όνομα του παιδιού δεν τόπαμε". " Δεν τόπαμε; λέει εκείνος - η νύχτα δεν είναι φευγάτη ακόμα, το λέμε τώρα, κι' ο Θεός μεγάλος είνε και θα το σχωρέσει.Άει που είσαι εσύ η μάνα να πα να του το πεις εσύ".
Ο Σιδερής μεγάλωξε και τότε πήγε στο σκολειό. Μια για να πάει και μια για νάρθει, δυών ωρώ δρόμος τούπρεπε να πάει απ' το κονάκι νάβρει το κοντινό σκολειό. Θα πέρναγε ρουμάνι, θα δρασκελούσε αδιάσελο κι' ένα στοιχειωμένο γιοφύρι, θα συναντιόνταν με τα κέρατα μες στα κοπάδια απ' τα τραγιά και νάνε σούρουπος ο γυρισμός να το κάνουν τα μάτια σου να θαρείς ότι έβλεπες δάσος βεελζεβούλους, να κράζει ο κούκος απ' τη μια κι' η κάργα από την άλληνε, κι' ο ίσκιος τ' αψηλού βουνού να χαμηλώνει απάνωθε να πορπατεί αντάμα σου και να σε προσπερνά, αλλά έλεε ο Σιδερής: Όλα κείνα χαλάλι! Φτάνει που επάγαινε στο δάσκαλο! Και με δίχως ποδάργια, και πάλι ήθελε σούρνονταν, να φτάσει και να μάθαινε! Να στήλωνε τα μάτια του ν' ακούει ν' ακούει, να τα κλιεί καλά - καλά στην κεφαλή, μπας τυχόν και του τάκλεβαν όλα κείνα τα γράμματα! Το βιος του και το θησαυρό. Που στα χωριά γενιές πάσκιζαν νάρθε μια μέρα μια γενιά, να μπόρειε εκείνη τολάχιστον νάμαθε...
Αλλά ύστερα από διάστημα λέει στη μάνα του ο Σιδερής: " Δε ματαπάου πια στο σκολειό". Δαρθήκανε και σκοτωθήκανε όλοι στο σπίτι εκείνο για να τον ματαπείσουνε, αλλά όμως ο Σιδερής δεν επάγαινε πια. Κι' αιτία δεν τους έλεγε. Μόνου πως τονε βλέπανε κι' εκαθόντανε κι' έκλαιγε. Μόνου μια μέρα που ο πατέρας του εφοβέριξε λέγοντας: " Θα κινήσω άβριο πουρνό να πα να ρωτήξω το δάσκαλο", έμπηξε τότε ο Σιδερής κάτι μεγάλα κλάματα, και τον αγκάλιασε, σα νάτανε εκείνος θαρείς το παιδί και ήθελε να το σώσει, και σκύβει και του λέει στ' αφτί: " Όχι όχι πατερούλη μου, μην πας κι εσύ στο δάσκαλο, γιατί εκείνος δε μιλεί την εδικιά μας γλώσσα, και θα πλαντάξεις κι' εσύ και θα κλαις". Κι' αγκαλιαστήκανε κι' οι δυό, κι' εκλαίγανε δίχως να ξέρουνε, και τόσο τρόμαξε ο πατέρας του - γιατί τέτοια χαϊδέματα μέσα σε τέτοια μικρά σπιτικά δεν τάκαναν παρά μη γένοιτο όντας ήσουν για θάνατο - κι' έτσι κανείς δεν ξαναμίλησε έχτοτες πια για το σκολειό, κι' έτσι απόμεινε έχτοτες κι' ο Σιδερής αγράμματος.
Αλλά τις νύχτες όμως που το σκοτάδι είνε πηχτό, και κουκουλώνεσαι από κορφής, κι' οι σκέψες τότε είνε βαθειές, καθώς κι' ο πόνος πιο βαθύς σαν τύχει  κάπου νάχεις πόνο, μια τέτοια νύχτα κι' οι γονιοί, κάνοντας το σταυρό τους, σα να περνούσαν τρίστρατο δίχως νάχαν προτίμηση το στενό που θ' ακλούθαγαν, πήρανε τη μεγάλη απόφαση. Και ξημερώνοντας η αβγή πιάσανε το παιδί και τούπανε.
" Σιδερή μάτια μου, να γίνουσουν τεχνίτης. Τάχεις που τάχεις γερά τα χεράκια σου, και θα σε δόκομε στο γέρο τώρα να σου μάθει την τέχνη του".
Πενήντα χρόνια ο γέρο πάπους του, ο μαστρο - Στέλιος, είτανε μαραγκός. Είκοσι χρόνια τώρα είτανε στραβός και στραβώθηκε απάνω σ' έναν καθρέφτη. Τέσσερα χρόνια τόνε δούλευε μέσα στ' αργαστήρι  του, και του τρέχαν οι μίξες και τα σάλια του πολλές φορές απάνω του απ' την πείνα, κι' άλλη φορά απ' το κρύο, κι' άλλη φορά απ' τη μεγάλη αγάπη του κείνονε. Και έκειδα κουλουριασμένο τον έβρισκε τότε η αβγή, και έκειδα εξημέρωνε, και έκειδα του κουβαλούσανε πότε και πότε λίγο πράμα να φάει, και δίπλα εκεί πιο πέρα λίγο έκανε την ανάγκη του, και δόστου πια και να ντον γλύφει και με τα δάχτυλα και με τα μάτια του, να ντον σκαλίζει εδώ να ντον σκαλίζει εκεί να παραλούν απ' τη συγκίνηση και τα δυό του ποδάρια του, να γέρνει  να λαγοκοιμάται, να πηδά να ξαφνιάζεται, κι' ολόρθος να τινάζεται και να ντον ξαναπιάνει, κι' έτσι να παν τα πρώτα χρόνια,νάρθει κι' ο τρίτος χρόνος, να πατήσει κι' ο τέταρτος, να φτάσει πια να στραβώνει μια μέρα ο μαστρο - Στέλιος απάνω στα σκαλίσματα μέσα στην τέταρτη κείνη χρονιά.
Είκοσι χρόνια έχτοτες που δούλεψε δίχως τα μάτια του. " Αλλά εφόσο έχω τα χέρια μου, τους έλεγε, μην πάτε αλλού". Κι' έφιανε τα προικιά του γάμου γύρω ένα κύκλο απ' το χωριό, στραβός τεχνίτης τώρα αυτός με δίχως τα φεγγίτια του, αλλά μονάχα με τη γνώση.
Μα τώρα πούρθε η ώρα του, που την καρτέρησε πότε ναρχόντανε, εφώναξε το μικρόν εγγονά του το Σιδέρη και λέει: " Νάρθεις τώρα παιδάκι μου να μ' αλαφρώσεις στη δουλιά". Και τον έβαλε δίπλα του να καθίσει και τούβαλε μέσα στη φούχτα τα εργαλεία του και τον εχάδευε και τούλεγε: " Είσαι παιδάκι εσύ και δεν ξέρεις τον κόσμο, κι' έτσι μπορείς να τ' αγαπήσεις ετούτα τα πράματα τ' άψυχα". Κι' όσο που δούλευε τότε ο μικρός, ο γέρος βάσταγε τις φούχτες του μέσα στις εδικιές του και τις εζέσταινε, να του μαθαίνει τη δουλιά, κι' όταν ερχόντανε το βράδι έλεγε: " Σιδερή, μου φαίνεται πως ήρθε η νύχτα απόψε πάλι. Άναψε το φως. Εγώ βλέπω και δίχως, Σιδερή, αλλά για σένα το λέου παιδάκι μου".
Κι' έτσι εδιδάχτη ο Σιδερής απ' τον αόματό του πρόγονο, την τέχνη αλλά και τη ζωή, όπως κι' αυτός διδάχτηκε από τον εδικόνε του.
Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια. Πολλά χρόνια επέρασαν βαδίζοντας προσεχτικά απάνω στη γη και τον ουρανό, ώσπου σ' αυτό το διάστημα, οι ζωές γύρω αποταμίευαν και απόγνωση και αταραξία, κι' εκείνο τ' άλλο σοφό πράμα, που μια νύχτα οι άνθρωποι μες στην απελπισία της γνώσης τους κάποτε το ονόμασαν με μια λέξη: "παρελθόν".
Κι' όπως επέρναγαν τώρα τα χρόνια, κι' όλοι οι γονιοί του Σιδερή μεταμορφώθηκαν σε ολόασπρες μαργαριτούλες απριλιάτικες στο κεφαλόσκαλο ο καθένας τους του δικού του τού μνήμα, κι' οι μέλισσες που τόσο ξένιαστα πετούν και παν και γλύφουνε κάθε πρωί τα χειλάκια τους τα μεταμορφωμένα τώρα πια σ' ολάσπρα λουλουδάκια, - έτσι κι' ο Σιδερής τότε εξαφανίστηκε, μέσα στα χρόνια και τις πολιτείες, και δεν τον ξαναβρίσκομε τι τάχα ν' απογένηκε.
Μόνο όταν πέρναγε από μπρος μας κάποτε, ένας λαός, κι' αγκομαχώντας έσουρνε τα νικημένα πλήθια του, αλλά όλους γίγαντες γενναιώτατους! - τότε, αν διακρίναμε, μαζί τους θα τον βλέπαμε. Αλλά...δεν επροσέξαμε.
Χτες το πρωί βρεθήκαμε σ' ένα νοσοκομείο. Απάνω σ' ένα στρίποδο, ριγμένο σ' ένα πέρασμα, κείτεται ένα σκουλίκι. Κάποτε θάταν άνθρωπος. Τώρα είναι ένας μπόγος. Καμμιά 40ριά οκάδες από κρέας και κόκκαλα. Πάμε κοντά. Είνε φοβισμένο. Σαν τρυγόνι τον Αύγουστο, σε κυνηγιού περάσματα.
- Τι είσουν πριν, του λέμε, πριν να...ξαπλώσεις εδωπά; Αλλά φοβάται ακόμα. Ποιος ξέρει πού διδάχτηκε να τρέμει  τόσο, εμπρός στον άνθρωπο. Και είνε δυσκολώτατο να βγάλεις φόβο απ' την ψυχή, όταν με βία στην άνοιξαν, για να στον χώσουν μέσα...
Ύστερα από κάμποσο μας λέει: " Βάλε εδώ το χέρι σου". Και ψάχνομε εμείς στην τσέπη του. Γιατί δεν έχει εκείνος χέρια. Αλλά η τσέπη είνε αδειανή. " Ψάξε καλά" μας λέει. Ξύνομε τη ραφή καλά, και βρίσκομε ένα σβώλο, ως ένα ρεβυθάκι μπόι. " Τώρα ξετύλα" λέει. Γιατί δεν έχει εκείνος χέρια. Και ξετυλάγαμε και ξετυλάγαμε, κι' είνε ένα τοσοδούλικο λυωμένο τσιγαρόχαρτο. Τώρα μας λέει: " διάβασε". Τότε εμείς διαβάζομε. Κι' είχε γραμμένα η πένα, κι' έλεγε το χαρτί:
" Σύνταγμα τάδε του ΕΛΑΣ. Συνταγματάρχης τάδε. Έχασα απ' την τσέπη το παράσημο, τη νύχτα της τάδε επίθεσης ενάντια στους Γερμανούς. Εκεί έχασα και τα χέρια μου. Είταν μαζί μου οι τάδε. Έκαμα αναφορά. Στο πόδι βάρεσα ύστερα, άμα χτυπήσανε οι Άγγλοι την τάδε συνοικία μας. Είπε ο γιατρός πως θα σωθεί".
Το χαρτί εκεί τέλειωσε. Μας λέει: " Στρίψε το καλά. Φοβούμαι μη μου τόβρουνε". Κι' ίσως είνε ο φόβος του ο πιο μεγάλος που ποτέ εδοκίμασε. Γιατί το χαρτί τούτο τόκαμε ανταλλαγή: με δυό του χέρια, και μισό ποδάρι! Τόσο του κοστίζει ακριβώς.
Την τελευταία ώρα που φεύγαμε, τον αρωτήσαμε: " Πώς λέγεσαι;". Λέει: " Λέγομαι Σιδερής. Ο πάπους μου είταν αόματος, αλλά είχε τα χέρια του. Εγώ με δίχως χέρια τώρα, πώς θα δουλεύω πια να ζω".
- Διαβάτη που θα πέρναγες από σιμά απ' το χτίριο, πέσε προσκύνησέ το. Κάποιος μεγάλος είνε εκεί.Κάποτε είταν άνθρωπος. Και μάνα τον αγάπησε. Κι' είχε κάμει κι' ονείρατα, για μια καλλίτερη ζωή. Τώρα είνε ένας μπόγος. Κι' αλλού είνε τα κομμάτια του, κι' εκείνος αλλού βρίσκεται. Κι' όσο για κείνα τα όνειρα, εκείνος μεν τα ετοίμασε, κι' άλλοι θα ντα χαρούν.
Μια μικρή λίμνη αίματα - κι' ένα λακάκι όπου εθάψανε τ' άχρηστα εκείνα μέλη του: - αυτό τώρα όλο κι' όλο θυμάται από το σώμα του ένας μεγάλος ήρωας.
Και μόνο πως τ' απόμεινε και κάνει ακόμα τίκι τακ, σαν ξυπνητήρι επιτραπέζιο, είνε στα στήθεια μια καρδιά. Που στους ανθρώπους δόθηκε. Κι' οι άνθρωποι την πέταξαν απάνω σ' ένα στρίποδο, στημένο σ'ένα πέρασμα, χαμένο σ' ένα χτίριο.
Αυτή είταν η μεταμόρφωση μιας μικρής χρυσαλίδας. Δηλαδή η ιστορία της.
                                                                                                Μέλπω Αξιώτη

Δημοσιευμένο στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, αριθ. 11 Παρασκευή 20 Ιουλίου 1945



Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Σκλάβοι Πολιορκημένοι


Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι όπως κι Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική και το πρώτο σχεδίασμα της Αληθινής απολογίας του Σωκράτη, γραφτήκανε στη Γαλλία, ύστερ’ απ’ το πρώτο παγκόσμιο μακελειό. Ο θάνατος κι η καταστροφή είχαν ξυπνήσει τις συνειδήσεις των λαών και σκορπίσει στους τέσσερις ανέμους τα ψέφτικα συνθήματα των ιμπεριαλιστών. Οι Σκλάβοι Πολιορκημένοι είναι στην ουσία τους έργο αντιπολεμικό και αντιιδεαλιστικό.(Σημείωση του ποιητή)

Το 1974 κυκλοφόρησε από την Lyra ο δίσκος «Σκλάβοι πολιορκημένοι» σε μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη και ποίηση του Κώστα Βάρναλη, με ερμηνευτές την Μαρία Δημητριάδη και τον Δημήτρη Ψαριανό. Τα ποιήματα προέρχονταν από την ομώνυμη ποιητική συλλογή, εκτός από το «Η μάνα του Χριστού» το οποίο ανήκει στη συλλογή «Το φως που καίει». Αυτός ήταν ο πρώτος και ένας από τους ελάχιστους ολοκληρωμένους δίσκους με μελοποιημένα ποιήματα του Βάρναλη. ( ogdoo)


Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε σαν σήμερα το 1884.

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2020

Ο παράνομος Ραδιοφωνικός Σταθμός του ΚΚΕ

Πλήθος  αφιερωμάτων σήμερα με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ραδιοφώνου. 
Προτείνουμε το βιβλίο της ιστορικού Βάσως Ψιμούλη :" ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΛΛΑΔΑ" " Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ". Ο παράνομος Ραδιοσταθμός του ΚΚΕ. ΑΡΧΕΙΟ 1947 - 1968". Εκδόθηκε το 2006 από το Θεμέλιο και τα ΑΣΚΙ. 

" Πριν από μισό και πλέον αιώνα, το 1947, ιδρύεται από το ΚΚΕ, σε συνθήκες εμφύλιας αναμέτρησης ο Ραδιοφωνικός Σταθμός " Ελεύθερη Ελλάδα". Λειτουργεί μέχρι το 1956. Μετά από δύο χρόνια σιωπής θα ξαναβγεί στα ερτζιανά, μετονομαζόμενος σε " Φωνή της Αλήθειας" , μέχρι τη μεταπολίτευση του 1974. Με σημερινά κριτήρια, η ιδιαιτερότητά του ως " μέσου μαζικής ενημέρωσης" είναι προφανής για δύο τουλάχιστον λόγους. Ο πρώτος έχει σχέση με την ίδια τη λειτουργία του, καθώς παραμένει, απαρχής μέχρι τέλους, πλήρως ελεγχόμενος από τον πολιτικό κώδικα υποταγής στη βούληση της κομματικής εξουσίας την οποία υπηρετεί. Ο δεύτερος, ότι λειτουργεί εξόριστος, εκτός συνόρων της χώρας στην οποία εκπέμπει το κομματικό του μήνυμα, μετακινούμενος από το Βελιγράδι στο Βουκουρέστι και τέλος στο Χάλε της Λειψίας. Επιπλέον, η ομάδα των συντακτών και εκφωνητών του διαβιεί υπό συνθήκες παρανομίας, έγκλειστη και απομονωμένη για λόγους συνωμοτικότητας αλλά και γιατί τα " φιλοξενούντα" καθεστώτα αποκρύπτουν ότι υποθάλπουν το σταθμό ενός αντάρτικου κινήματος γειτονικής χώρας.
Αυτές οι πολιτικές συγκυρίες διαμορφώνουν, εν τέλει, την περίκλειστη συνθήκη εντός της οποίας θα σχεδιασθεί, θα οργανωθεί και θα παραχθεί το έργο του κομματικού και δημοσιογραφικού επιτελείου του Σταθμού. Έργο εντυπωσιακό σε όγκο, ιστορικής σημασίας, αν συνεκτιμηθούν τα ποικίλα περιεχόμενα του: ενημέρωση, προπαγάνδα, οργάνωση, διαδικασίες, μηχανισμοί. Πάνω απ' όλα, όμως, το υλικό αυτό αποτελεί, για τον ερευνητή, μία ακόμη εστία φωτισμού της πολιτικής σκέψης και πράξης του σημαντικότερου κόμματος της ελληνικής Αριστεράς, στην πλέον  δραματική περίοδο της ιστορικής του διαδρομής. Συνάμα, μια απρόσμενα ενδιαφέρουσα γωνία πρόσληψης της μετεμφυλιακής ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας από τη γεωγραφική απόσταση και την πολιτισμική απομόνωση του πολιτικού πρόσφυγα. Αυτό είναι το Αρχείο του Ραδιοφωνικού Σταθμού " Ελεύθερη Ελλάδα"/ "  Η Φωνή της Αλήθειας", το μεγαλύτερο μέρος του οποίου, 370.000 φύλλα δελτίων εκπομπών, απόκειται στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, στη διάθεση των ερευνητών / αναγνωστών.
Η παρούσα έκδοση περιέχει, κατά πρώτο λόγο, το Ευρετήριο του αρχείου των εκπομπών του Ραδιοφωνικού Σταθμού. Επίσης, εκτενή εισαγωγή για την ίδρυση, την οργάνωση, τις μετακινήσεις του Σταθμού, τον πολιτικό και κοινωνικό λόγο, το ύφος και τη γλώσσα του επιτελείου των συντακτών - εκφωνητών του καθώς και των κομματικών καθοδηγητών τους εντός και εκτός των τειχών του ιδιόμορφου εγκλεισμού στον οποίο εκόντες - άκοντες, σε άγριους χωρίς έλεος καιρούς, θήτευσαν>
( από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2020

Ο Μάρξ στον κήπο του Δαρβίνου

Ο Κάρολος Δαρβίνος γεννήθηκε στις 12 Φεβρουαρίου του 1809. 
Το Δεκέμβριο του 2019 κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Utopia και σε μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη, το μυθιστόρημα της Ilona Jerger " Ο Μαρξ στον κήπο του Δαρβίνου".
Συνάντησε ο Μαρξ το Δαρβίνο; Η αλήθεια είναι ότι δεν τον συνάντησε. Η συγγραφέας όμως προσπάθησε να γράψει ένα μυθιστόρημα " επινοώντας γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να έχουν όντως συμβεί".
Ο Δαρβίνος και ο Μαρξ ζούσαν πολύ κοντά. Ο ένας φυσιοδίφης, ευκατάστατος αστός , συντηρητικός και ο άλλος επαναστάτης, κομμουνιστής, πρόσφυγας στο Λονδίνο, εξορισμένος από την πατρίδα του για τις ανατρεπτικές του ιδέες.
Ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μυθοπλασία η συγγραφέας αφηγείται τις ζωές των δύο σπουδαίων στοχαστών που ο καθένας με το έργο του άλλαξε τον τρόπο σκέψης και δράσης των ανθρώπων από τον 19ο αι. και μετά.
Είναι γνωστό ότι ο Μαρξ είχε μελετήσει  την" Καταγωγή των ειδών" του Δαρβίνου , αλλά ο Δαρβίνος δεν είχε διαβάσει το "Κεφάλαιο" , το οποίο ο Μαρξ τού είχε στείλει μαζί με μια αφιέρωση στην οποία εξέφραζε τον θαυμασμό για το έργο του.
Η Ilona Jerger ενδιαφέρεται πιο πολύ να διεισδύσει στις ζωές αυτών των δύο ανθρώπων, να σκιαγραφήσει την ανθρώπινη πλευρά τους, να μας μεταφέρει στην εποχή τους , στις σχέσεις τους, στα προβλήματά τους, ατομικά και οικογενειακά,  στην καθημερινότητά τους.
Για τον Δαρβίνο υποστηρίζει ότι δεν σκόπευε να γράψει ένα βιβλίο για τη θεωρία της εξέλιξης, αλλά να βουτήξει στα άδυτα της ψυχής του.
Όσο για τον Μαρξ δεν την ενδιέφερε να αφηγηθεί τόσο το θεωρητικό οικοδόμημα του , όσο το άτομο και τη ζωή του ως εμιγκρέ στο Λονδίνο.
Σημειώνει στο Παράρτημα , στο τέλος του μυθιστορήματος:
" Όσο προχωρούσε η έρευνα μου τόσο διαπίστωνα με έκπληξη πόσες ομοιότητες είχαν οι δύο εντυπωσιακά διαφορετικοί χαρακτήρες, πράγμα όχι και τόσο παράξενο αν αναλογιστούμε τη στενή εννοιολογική εγγύτητα ανάμεσα στην εξέλιξη ( Evolution)  και στην επανάσταση ( Revolution)."
Καλογραμμένο , που όχι μόνο συγκινεί και κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον από την πρώτη σελίδα μέχρι την τελευταία, αλλά παρακινεί όποιον θέλει να ξεφύγει από τη μυθοπλασία για επιπλέον μελέτη έργων τόσο του Δαρβίνου όσο και του Μαρξ. 

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2020

Αλέξανδρος Πούσκιν, Το παραμύθι του τσάρου Σαλτάν

...του γιου του ένδοξου και δυνατού ήρωα Πρίγκηπα Γκβιντόν Σαλτάνοβιτς και της πεντάμορφης Τσάρεβνας - Κύκνου



Τρεις κόρες στο παράθυρο σιμά

έκλωθαν το βράδυ αργά.
" Αν τσαρίνα ήμουνα γω,-
λέει η πρώτη με καημό,-
σ' όλο το χριστιανικό λαό
θα' κανα τραπέζι αρχοντικό."-
" Αν τσαρίνα ήμουν γω,-
η αδελφή της, λέει, με στεναγμό, -
για όλο τον κόσμο με χαρά 
θα' φαινα εγώ τα πανικά."
" Αν τσαρίνα ήμουνα γω,
λέει η τρίτη με παλμό,-
τότε στον πατέρα τσάρο
θα γεννούσα ήρωα μεγάλο."

Δεν πρόλαβε ακόμα ν' αποπεί,

τρίζει η πόρτα στη στιγμή,
και μπαίνει  μες στη σάλα ο τσάρος,
της χώρας κείνης ο αφέντης ο μεγάλος.
Την ώρα όλη της κουβέντας εστεκόταν
πίσω από το φράχτη κι αφουγκραζόταν·
της τελευταίας πρώτ' απ' όλα
του αρέσανε τα λόγια.
" Πανώρια κόρη μου, της λέει, γεια σου, 
τσαρίνα γίνου, ως είν' το θέλημά σου, 
και γέννησέ μου λεβέντη με ψυχή
ο Σεπτέμβρης πριν να βγη.
Και σεις, περιστεράκια μου αδελφούλες,
βγήτ' έξω από τη σάλα ούλες,
κατοπίσω μου κι οι δυό ελάτε,
μένα και την αδερφή σας ακλουθάτε!
Υφάντρα η μια από σας ας γένει,
κι η άλλη στην κουζίνα μεγείρισσα ας μένει.

Φεύγει ο πατερούλης - τσάρος κι από πίσω όλοι

κίνησαν για το παλάτι καταπόδι.
Ο τσάρος πρώτα λίγο σκέφθη·
κι ευθύς το ίδιο κιόλας βράδυ επαντρεύθη.
Ο τσάρος ο Σαλτάν σε τραπέζι γιορτινό, σιμά
με την τσαρίνα κάθεται τη μορφονιά·
κι οι τιμημένοι οι ξένοι, σε αρχοντικό
από ελεφαντόδοντο κρεβάτι νυφικό
βάλανε ύστερα τους νιους,
και τους αφήσαν μοναχούς.
Η μαγείρισσα βράζει στην κουζίν' από θυμό,
η υφάντρα κλαίει με λυγμούς στον αργαλειό,
και φθονούνε κι οι δυό πολύ
την αρχόντισσα αδερφή.
Μα η τσαρίνα η μορφονιά
δίχως άργητα καμιά, 
απ' την πρώτη κιόλας τη βραδιά
κράτησε το λόγο της πιστά.

Πόλεμο είχε τοτεδά.

Ο τσάρος ο Σαλτάν τη γυναίκα χαιρετά,
σε άτι όμορφο καβάλα, που με βία χρεμετά,
προσταγή της δίνει όσο είν' αυτός μακριά
να φυλάγετ' αγαπώντας τον πιστά.
Καθώς όμως εκείνος μακριά
πολύ χρόνο κι άγρια πολεμά,
της γέννας ήρθε η στιγμή·
του χαρίζει γιο ο θεός σπαθί,
κι η τσαρίνα για το μωρό της λαχταρά
σαν αετίνα πάνω απ' το αετοπούλι ξαγρυπνά·
κήρυκα στέλνει με γραφτό,
χαρά να δώσει στο γονιό.
Κι η μαγείρισσα με την υφάντρα,
και τη νυφοπεθερά κυρά Κασσάντρα
να την αφανίσουν θέλουν,
τον κήρυκα ν' αλλάξουν, παραγγέλλουν·
και στέλνουν κήρυκα άλλον με γραφτό
που' λεγε λέξη λέξη τούτα εδώ:
" Γέννησ' η τσαρίνα απόψε κατιτίς,
ούτ' αγόρι, ούτε κόρη να το πεις·
ποντικός δεν είναι, μήτε βάτραχος αυτό,
κάποιο άγνωστο, παράξενο θεριό."

Σαν εδιάβασ' ο πατέρας - τσάρος τ' άγγελμα το φοβερό,

πολύ συγχύστη κι άναψε απ' άγριο θυμό,
και να κρεμάσει θέλησε τον κήρυκα εκεί,
αλλά χαρίζοντάς του το, με όψη σοβαρή
δίνει του κήρυκα μια προσταγή γραφτή:
" Να προσμένουνε τον τσάρο να γυρίσει,
για τη νόμιμη την κρίση."

Φεύγει ο κήρυκας με τη γραφή

και φτάνει τέλος στην αυλή.
Κι η μαγείρισσα με την υφάντρα,
και τη νυφοπεθερά κυρά Κασσάντρα
να τον ληστέψουν δίνουν προσταγή.
Τον κήρυκα, ως να μεθύσει, ποτίζουν με κρασί
και στο δισάκι τ' αδειανό
άλλο γράμμα βάζουνε πλαστό-
κι ο μεθυσμένος κήρυκας φέρνει στην αυλή
 την ίδια κιόλας μέρα την προσταγή αυτή:
" Ο τσάρος τους μπογιάρους διατάσσει,
χρόνο να μη χάνουν, μα με βιάση
την τσαρίνα ευθύς με τον καρπό
κρυφά να ρίξουν σ' άβυθο νερό."
Τι να κάνουν οι μπογιάροι, θέλοντας και μη,
κλαίγοντας τ' αρχοντοπαίδι από ψυχή
και τη νια βασιλομάνα τη φτωχή,
στο υπνοδωμάτιό της όλοι μπαίνουν με σπουδή·
δήλωσαν την τσαρική βουλή:-
γιου και μάνας τη μοίρα την πικρή·
της διαβάσαν το ουκάζιο με παλλόμενη φωνή,
και την τσαρίνα, κείνη κιόλας τη στιγμή,
σε βαρέλι με το γιο της κλείσαν,
το πισσώσαν, το κυλήσαν
και στον ωκεανό το ρίξαν το βαθύ-
όπως όριζε του Σαλτάν η προσταγή.

Στο γαλανό τον ουρανό τ' αστέρια λαμπυρίζουν,

στη θάλασσα τα κύματα μαστιγωμέν' αφρίζουν·
ένα σύγνεφο κυλάει στον ουρανό,
ένα βαρέλι πλέει μοναχό.
Μέσα του οδύρεται και κλαίει πικρά,
σαν την πονεμένη χήρα, η τσαρίνα η νια·
και μεγαλώνει το παιδί εκεί,
όχι με τις μέρες, μα με τη στιγμή.
Πέρασε μια μέρα, αναφωνεί η τσαρίνα...
Και το παιδί βιάζει το κύμα!
" Κύμα μου, ω κύμα συ, γοργό!
Λεύτερο και βουερό·
όπου κι αν θελήσεις σπάζεις,
θαλασσόβραχους σωριάζεις,
όχθες στ' άβυθα βυθίζεις
και τη γη καταποντίζεις,
τα καράβια ανεβάζεις
κι απ' τα ύψη τα γκρεμίζεις-
μη μας αφανίζεις την ψυχή.
Ρίξε μας σε μιαν ακτή!"
Και την άκουσε το κύμα στη στιγμή!
Κι άξαφνα, ω θάμα, πάνω στην ακτή
εναπόθεσε το κύμα το βαρέλι ελαφρά
και πίσω ξανακύλησε και πάλι απαλά.
Η μάνα με το γιο της πια σωσμένη,
τη γη νιώθει κι ανασαίνει.
Απ' το βαρέλι τώρα πώς θα βγουν;
Έτσι ο θεός θα τους αφήσει να χαθούν;
Ορθώνεται στα πόδια το παιδί, 
στηρίζεται στον πάτο με την κεφαλή,
μια προσπάθεια κάνει δυνατή!
" Παραθυράκι να βλέπει στην αυλή
τι λες ανοίγουμε;", λέει αυτός, και να,
υποχωρεί ο πάτος, πετάγεται μακριά.
Λεύτεροι τώρα μάνα και παιδί, 
λόφο ξανοίγουν στον κάμπο τον πλατύ,
θάλασσα γαλάζια ολόγυρα πλατιά,
μοναχή πάνω στο λόφο μια βαλανιδιά.
Ο γιος σκέφτηκε: ένα καλό δείπνο μοναχά
αυτό είναι που μας λείπει τωραδά.
Απ' τη βαλανιδιά κλαδί αμέσως σπάει
και σε γεροτανυσμένο τόξο το λυγάει, 
κόβει απ' το σταυρό του το κορδόνι το μεταξωτό
και στο δρύινο το τόξο τριπλοδένει τεντωτό·
ένα καλαμάκι λεπτό σπάζει
και σε βέλος ελαφρό το σιάζει,
και για του κάμπου ξεκινά ευθύς την άκρη,
για θήραμα να ψάξει στης θάλασσας τα μάκρη.
Μόλις στη θάλασσα σιμά φτάνει,
σάμπως βόγγο να'κουσε του φάνη...
Η θάλασσα ήρεμη δεν είναι, φανερό·
κοιτάει - και βλέπει κατιτίς κακό:
Κύκνος αγωνίζεται μες στη φουσκοθαλασσιά
και καταπάνω του ένας γύπας άγριος χυμά·
ο φτωχός ο κύκνος χτυπάει γύρω τα φτερά,
το νερό θολώνει και τινάζεται ψηλά...
Ο γύπας με νύχια ορθάνοιχτα, γαμψά,
το αιματηρό του ράμφος προβάλλει φοβερά...
Μα ένα βέλος τότε σφύριξε, και να...
Στο λαιμό του γύπα χώθηκε βαθιά·
πάνω στη θάλασσα αίμα στάζει,
ο τσάρεβιτς το τόξο κατεβάζει·
κοιτάει: ο γύπας μες στη θάλασσα βουλιάζει
κι αφήνει βογγητό που σαν πουλιού δεν μοιάζει·
ο κύκνος πλέει εκεί σιμά,
το μοχθηρό το γύπα ραμφίζει δυνατά
να ταχύνει το χαμό που αγγίζει,
τον χτυπά με το φτερό και τον βυθίζει· -
και στον τσάρεβιτς μετά
τούτα λέει στα ρωσικά:
" Τσάρεβιτς, σωτήρα μου εσύ, 
δυνατέ μου λυτρωτή,
μη λυπάσαι πως για χάρη μου χωρίς
φαγητό θα μείνεις μέρες τρεις,
μη χολοσκάς που' χασες το βέλος.
Αυτή η λύπη, θα γενεί χαρά στο τέλος.
Θα σου πληρώσω το καλό ακριβά,
περετώντας σε πιστά.
Δεν έσωσες έναν κύκνο μοναχά, 
σε μια κόρη χάρισες ζωή ξανά·
δεν εσκότωσες μονάχα έναν γύπα μοχθηρό, 
έναν μάγο τόξεψες μαζί μ' αυτόν κακό.
Αιώνια γι' αυτό θα σε θυμάμαι.
Όπου με γυρέψεις παντού θα' μαι,
αλλά γύρνα πίσω τώρα πάλι, 
και κοιμήσου δίχως έγνοια στο κεφάλι."

Πέταξε το κυκνοπούλι πέρα,
και ολάκερη τη μέρα,
την πέρασαν έτσι εκεί, 
και να κοιμηθούνε γείραν νηστικοί.-
Μα ο τσάρεβιτς τα μάτια ανοίγει, να!
Και της νύχτας διώχνοντας τα όνειρα τ' αχνά
βλέπει θαμπωμένος μπρός του ξαφνικά...
Μια μεγάλη πόλη να φαντάζει ξωτικά,
γύρω γύρω τείχη με επάλξεις στη σειρά,
κι από πίσω από τα τείχη με επάλξεις στη σειρά,
κι από πίσω από τα τείχη τα λευκά
λάμπουν τρούλοι εκκλησιών
κι ιερών μοναστηριών.
Την τσαρίνα ο τσάρεβιτς ξυπνάει στη στιγμή.
" Τι' ναι αυτό;" - αναφωνεί αυτή·
λέει αυτός: " Μου φαίνεται:
ο κύκνος μου αστειεύεται."
Γιος και μάνα πάνε προς την πόλη.
Μόλις σίμωσαν αντίκρυ στο περβόλι,
τις καμπάνες ξεκουφαντικά ακούν
'πο παντού να αντηχούν!
Πλήθη ο λαός να τους προϋπαντήσει πάει,
του ναού η χορωδία το θεό δοξολογάει·
φανταχτερά αμάξια, σωστή πομπή,
τους υποδέχεται η αυλή·
κι όλοι τους ζητωκραυγάζουν
και πριγκιπικό καπέλλο βάζουν
στου τσάρεβιτς την κεφαλή, και με μια φωνή
αρχηγό τους τον ανακηρύσσουν στη στιγμή.-
Κι απ' την πρωτεύουσα του μέσα την τρανή, 
και με της τσαρίνας της καλής του την ευκή,
απ' την ίδια κιόλας μέρα αρχινά
ως πρίγκιπας Γκβιντόν να κυβερνά.( απόσπασμα)




Αλ. Πούσκιν, Το παραμύθι του Τσάρου Σαλτάν,μετφρ. Νίκος Σταματίου,  "Ο Κέδρος", Αθήνα 1957

"Είναι δύσκολο να βρεθεί στη χώρα μας άνθρωπος που να μην ξέρει ή να μην αγαπά τα θαυμάσια έργα του μεγάλου ρώσου ποιητή Α λ έ ξ α ν δ ρ ο υ   Σ ε ρ γ κ έ ι ε β ι τ ς
 Π ο ύ σ κ ι ν. Ακόμα και όταν ζούσε, τον λέγανε "ήλιο της ρωσικής ποίησης". Έχουν περάσει περισσότερα από εκατό χρόνια από τότε που χάθηκε ο ποιητής, κι η αγάπη μας γι' αυτόν μεγάλωσε ακόμα πιο πολύ και οι στίχοι του μέρα τη μέρα γίνονται όλο και πιο δικοί μας, όλο και πιο ακριβοί και πιο αναγκαίοι. Και στα λόγια των σύγχρονων του Πούσκιν μπορούμε να προσθέσουμε κάτι κι εμείς και να πούμε: " Ο Πούσκιν είναι α β α σ ί λ ε υ τ ο ς ήλιος της ρωσικής ποίησης.
Ο Πούσκιν είναι ο πρώτος από τους ρώσους ποιητές που μίλησε στην απλή γλώσσα του λαού. Η γλώσσα αυτή κυλάει μες στους στίχους του και στα παραμύθια του ελεύθερα και καλόηχα όπως μια λαγαρή πηγή. Ο ποιητής θαύμαζε πάντα τη ρωσική γλώσσα  για τον πλούτο της, για την εκφραστικότητα και για την ακρίβεια, την κατείχε λαμπρά, και σε όλη του τη ζωή δεν έπαψε να τη μελετά.
Ο Πούσκιν είχε πολλούς φίλους. Απ' τα παιδικά του όμως χρόνια ο πιο κοντινός του, ο πιο πιστός του άνθρωπος ήταν μια απλή χωριάτισσα, η νταντά του Αρίνα Ροντιόνοβνα Ματβέιεβα, " φιλενάδα των σκληρών μου ημερών" - την έλεγε ο ποιητής. Απ' αυτήν έμαθε, από τα μικρά του χρόνια, την καθαρή γλώσσα του λαού. Από το στόμα της άκουσε για πρώτη φορά τα θαυμάσια ρωσικά παραμύθια.
Στο χωριό Μιχαηλόβσκοϊε, όπου ο Πούσκιν είχε σταλεί με διαταγή του τσάρου, γνωρίστηκε από πολύ κοντά με τη ζωή του χωριού,την έμαθε, αγάπησε τα τραγούδια της, τους θρύλους και τα παραμύθια της. Πήγαινε συχνά στα πανηγύρια, ανακατεύονταν με το πλήθος των χωρικών, άνοιγε συζητήσεις με αμαξάδες, με ταξιδιώτες, και σημείωνε όλες τις πετυχεμένες λέξεις κι εκφράσεις, μάθαινε τα τραγούδια των τυφλών - τα παλιά εκείνα και φοβερά τραγούδια για την πικρή μοίρα του λαού.
Τ' ατέλειωτα χειιμωνιάτικα βράδια, μέσα στο χαμόσπιτο του Μιχαηλόβσκοϊε, η Αρίνα Ροντιόνοβνα, όπως κι όταν ήταν παιδί, διηγόταν του ποιητή παραμύθια. Έπεφτε το χιόνι, φυσούσε ο αέρας στα χωνιά της σόμπας, σιγοβούιζε τ' αδράχτι - κι ο παραμυθένιος λαϊκός κόσμος άνθιζε  γύρω από τον Πούσκιν.
Ο ποιητής γρατσουνώντας με το φτερό της χήνας, υπομονετικά σημείωνε τα παραμύθια της νταντάς. " Τι θαυμάσια είναι αυτά τα παραμύθια!" έλεγε. " Το καθένα είναι ένα ποίημα". Κάτω από την αλαφρή του και γρήγορη πέννα, μερικά από τα παραμύθια αυτά έγιναν ελεύθεροι και τραγουδιστοί στίχοι, για να σκορπιστούν σε όλη τη χώρα, σε όλο τον κόσμο, να δώσουν χαρά στους ανθρώπους, και να τους αποκαλύψουν τον ανεξάντλητο κι εκπληκτικό πλούτο της ρωσικής ποίησης.
Ο Πούσκιν απαθανάτισε στα παραμύθια του τις θαυμάσιες και ζωντανές εικόνες της λαϊκής φαντασίας: το χρυσόψαρο, την τσαρέβνα - κύκνο, τον Τσερνομόρ και τους θαλασσινούς ήρωες, το χρυσό πετεινό και το γελωτοποιό - σκίουρο. Και μαζί με το λαό, ο Πούσκιν στα παραμύθια του αλύπητα περιγέλασε κι αποδοκίμασε τους ανόητους και κακούς τσάρους, τους αχόρταγους παπάδες, τους πονηρούς κι αγράμματους μπογιάρους.
Τα παραμύθια αυτά έχουν συγκεντρωθεί στο βιβλίο αυτό*. Όποιος θα τα διαβάσει για πρώτη φορά, θα γίνει ευτυχής, και όποιος θα τα ξαναδιαβάσει, θα είναι δυό φορές ευτυχής.
Ο Πούσκιν δε μας άφησε τα υπέροχα αυτά παραμύθια μόνο, αλλά και πολλούς άλλους αρμονικούς και δυνατούς στίχους, ποιήματα, διηγήματα, νουβέλλες.
Το όνομα του Πούσκιν ποτέ δε θα ξεχαστεί! Ο ζωντανός, ο αγαπημένος, ο μεγάλος μας ο Πούσκιν θα ζει πάντα στην καρδιά μας".
                                                                  ΚΟΝΣΤΑΝΤΙΝ ΠΑΟΥΣΤΟΒΣΚΙ
* Το προλογικό αυτό σημείωμα αναφέρεται στο βιβλίο - συλλογή παραμυθιών του Πούσκιν, από το οποίο μεταφράσαμε τούτο δω το παραμύθι του τσάρου Σαλτάν 
( Σημείωση του εκδότη)




Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Η Γεωργία Τάτση για τη Γάμπαρη Αμβρακικού

Ήταν Γενάρης του 2014 όταν διάβασα με έκπληξη το σχόλιο της Γεωργίας Τάτση στην  ανάρτησή μου που αφορούσε την παρουσίαση του βιβλίου της Χορός στα ποτήρια. Με ευχαριστούσε για την ουσιαστική συνομιλία που είχα με το βιβλίο. Το σχόλιο αυτό έγινε η αφορμή για τη γνωριμία μου με τη Γεωργία Τάτση, όχι μόνο τη συγγραφέα, αλλά κυρίως τον άνθρωπο.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν μάς δόθηκε η ευκαιρία να γνωριστούμε καλύτερα και πολλές φορές να συνομιλούμε για προσωπικά και λογοτεχνικά θέματα. Δεν είναι λίγες οι φορές που άνοιξε ο ορίζοντας μου σε καινούρια λογοτεχνικά  πεδία , στη γνωριμία με άγνωστους για μένα συγγραφείς ή στη με άλλη ματιά αντιμετώπισή τους μέσα από αυτές τις συνομιλίες . Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό όμως σε αυτή τη συνομιλία είναι ότι αυτή γίνεται και γινόταν δι’ αλληλογραφίας, όπως έλεγαν παλιότερα, μόνο που αντί για  χειρόγραφες επιστολές ανταλλάσσουμε ηλεκτρονικά μηνύματα.
Έτσι όταν η Γεωργία δημοσίευσε το νέο της βιβλίο Γάμπαρη Αμβρακικού στήθηκε ένας συναρπαστικός δίαυλος επικοινωνίας μέσω του οποίου ταξίδεψα στο λογοτεχνικό της σύμπαν.
Από αυτή την ανταλλαγή μηνυμάτων  προέκυψε μια σειρά ερωτήσεων  που ζητούσαν απαντήσεις. Η Γεωργία πρόθυμα απαντούσε στις απορίες μου και με βοήθησε να μυηθώ στα «μυστικά» της γραφής της αποκαλύπτοντας μου τις πηγές της έμπνευσης της και όχι μόνο. 
Σκέφθηκα λοιπόν και με τη δική της σύμφωνη γνώμη να συγκεντρώσω τις  «κουβέντες» που ανταλλάχτηκαν και να τις παρουσιάσω βοηθώντας τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια  στην περιπλάνηση τους στον ονειρικό, μουσικό, μυρωδικό και συνάμα ευαίσθητο και σπαρακτικό κόσμο της Γάμπαρης Αμβρακικού.
Δεν θα ήθελα να θεωρηθεί συνέντευξη αλλά απλά μια συνομιλία στην οποία η Γεωργία Τάτση μιλάει για το νέο της βιβλίο και καταθέτει κομμάτια της ψυχής της.
Την ευχαριστώ από καρδιάς για την εμπιστοσύνη της .



  • Πριν από χρόνια, όταν συζητήσαμε για το Χορό στα ποτήρια, είχες πει ότι  η φράση του Μπόρχες «οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές, οι συμμετρίες αρέσουν στη μοίρα» έχει στοιχειώσει τη σκέψη σου και ότι πάνω σ’ αυτή τη φράση προσπαθείς να δομήσεις την ιστορία που είχες ξεκινήσει τότε να δουλεύεις. Να λοιπόν που η ιστορία αυτή «πήρε σάρκα και οστά» και έγινε βιβλίο με τον τίτλο Γάμπαρη Αμβρακικού. Τη φράση αυτή την έχεις ως μότο . Πώς τη συνέδεσες με την ιστορία σου;   


 Γ.Τ. Δεν την συνέδεσα, ακριβώς. Βασίστηκα στη φράση αυτή  και στη μικρή ιστορία του Μπόρχες «Η πλοκή», από την οποία τη δανείστηκα. Κατά τη γνώμη μου, στην ιστορία αυτή, ο Μπόρχες δηλώνει, με τον δικό του μοναδικό τρόπο,  αυτό που ξέρουμε από τον Μαρξ πως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται παρά μόνο σαν φάρσα. ΄Ετσι τουλάχιστον διάβασα την ιστορία του και με αυτή την έννοια την είχα συνεχώς στο μυαλό μου όταν έχτιζα τη σχέση της Αλεξάνδρας με τη μάνα της, κυρίως την πολιτική σχέση τους. Με απασχολούν πολύ και στη λογοτεχνία και στη ζωή οι επαναλήψεις, οι παραλλαγές και οι συμμετρίες που αρέσουν στη μοίρα. Προσπαθώ να καταλάβω πού αρχίζει η επανάληψη,  πού σταματάει η επανάληψη κι αρχίζει η παραλλαγή, πού σταματάει η παραλλαγή κι αρχίζει η συμμετρία. Το μότο το παίρνω υπόψιν μου στη μυθοπλασία από την αρχή, δεν είναι κάτι που το βάζω εκ των υστέρων. Γι’ αυτό σου είχα πει, στην προηγούμενη συζήτησή μας ότι αυτή η φράση στοιχειώνει τη σκέψη μου. Με απασχολούσε πολύ εκείνη την περίοδο.   

  • Η αναζήτηση του πατέρα, η μορφή της μάνας, η αρρώστια , ο θάνατος και ανάμεσα τους η Αλεξάνδρα , η κόρη με τη δική της πορεία που από τη μια κατεβαίνει στα σκοτάδια και από την άλλη ανεβαίνει στο φως. Σε αυτή την πορεία υπάρχουν αυτοβιογραφικές αναφορές ή είναι μόνο μυθοπλασία; 

            
Γ.Τ. Υπάρχουν κα τα δύο. Υπάρχουν και αυτοβιογραφικές αναφορές  και μυθοπλασία. Όμως αυτό που έχει σημασία σε ένα μυθιστόρημα είναι αν τα αυτοβιογραφικά στοιχεία μετατρέπονται σε λογοτεχνία, αν μετατρέπονται σε αισθητικό αποτέλεσμα. Νομίζω πως αν, κατά την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος, ο αναγνώστης προσπαθεί να αναγνωρίσει τα στοιχεία που ανταποκρίνονται στην ζωή του συγγραφέα, χάνει το νόημα του βιβλίου, απομαγεύει το κείμενο -εφόσον βεβαίως, υπάρχει μαγεία στο κείμενο που διαβάζει. Ο συγγραφέας δεν γράφει για να πει την ιστορία της ζωής του, ακόμα κι αν τη λέει. Γράφει για να δημιουργήσει ένα  λογοτεχνικό σύμπαν. 

  •  Σε αυτό το ταξίδι η Αλεξάνδρα εμφανίζεται πικραλίδα – γάμπαρη – χέλι – φωτεινό σκουληκάκι σηματοδοτώντας με πυκνό συμβολισμό κάθε μια στιγμή της ζωής της. Γιατί αυτές οι μεταμορφώσεις, αυτά τα στάδια;                 


Γ.Τ.   Διότι οι άνθρωποι μεταμορφωνόμαστε, αλλάζουμε.  Έχουμε πολλούς εαυτούς που διαμορφώνονται μέσα στο χρόνο χάρη στις εμπειρίες και τις γνώσεις που αποκτάμε.  Δεν είμαστε ίδιοι πριν και μετά από μια οριακή εμπειρία. Είμαστε αυτό που γινόμαστε. Αυτή την έννοια έχουν οι μεταμορφώσεις της Αλεξάνδρας.

  • Θα έλεγα ότι επινοείς δύο τρόπους, ευρήματα, για να κινήσεις τη μνήμη και να δώσεις ώθηση στην ιστορία, να ξετυλίξεις το κουβάρι. Ο ένας είναι οι σταθμοί του μετρό και ο άλλος το ανακάλεμα αγαπημένων προσώπων.  Η ανάμνηση αγαπημένων ανθρώπων και των πράξεων τους συχνά μπορεί να οδηγήσει όλους μας σε άλλες εποχές. Με εντυπωσίασε όμως το πώς λειτούργησαν μέσα σου οι σταθμοί του μετρό , οι στάσεις , τα έργα τέχνης. Μπορείς να πεις δυό λόγια για αυτές τις επινοήσεις σου;        


Γ.Τ. Πάντα με γοητεύει το κάτω, το υπόγειο, το μη εμφανές, το μέσα στη γη, το κρυπτικό, το σκοτεινό, αυτό που  μόνο η τέχνη αποκαλύπτει. Έχοντας  στο μυαλό μου τον πατέρα της Αλεξάνδρας σαν πουλί, μια μέρα που βρέθηκα τυχαία στο σταθμό «Μέγαρο Μουσικής» του μετρό, παρατηρούσα τη σύνθεση με τα ψηφιδοποιημένα πουλιά του Παναγιώτη Φειδάκη στον τοίχο. Τα παρατηρούσα και υπό το πρίσμα της ιστορίας μου και τότε μου φάνηκε ότι τα έργα τέχνης που είναι εγκατεστημένα στους σταθμούς  είχαν τοποθετηθεί εκεί για μένα. Είχα έτοιμη τη σκηνογραφία της ενεστωτικής αφήγησης. Έπρεπε απλώς να επιλέξω ποιον σταθμό θα χρησιμοποιήσω. Την επιλογή μου καθόρισαν  το όνομα του σταθμού και το έργο τέχνης που βρίσκεται σε αυτόν. Χρησιμοποίησα εκείνους τους σταθμούς που εξυπηρετούσαν την αφήγησή μου και αυτοί  έδωσαν και τους τίτλους των κεφαλαίων. 

  • Σε αυτό το μυθιστόρημα υπάρχουν κάποιοι κοινοί τόποι, κοινά μοτίβα με το Χορό στα ποτήρια όπως είναι ο χορός, ο θάνατος, οι μυρωδιές. Έχω συγκρατήσει το άρωμα μανταρινιού στο Χορό και το άρωμα της λυγαριάς στη Γάμπαρη. Αυτά τα μοτίβα τα αναπτύσσεις διαφορετικά αλλά δείχνουν όμως ότι τα κουβαλάς μέσα σου και σου δίνουν έμπνευση για εξωτερίκευση συναισθημάτων.      


Γ.Τ.  Ναι έτσι είναι. Όλα βρίσκονται στην παιδική μας ηλικία. Αυτή είναι η πατρίδα μας. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τον πρώτο νεκρό της ζωής του; Ποιος μπορεί να ξεχάσει την έκπληξη της πρώτης φοράς; Οτιδήποτε κι αν αφορά αυτή η πρώτη φορά. Μυρωδιά, γεύση, αφή. Αισθήσεις και συναισθήματα είναι δεμένα με μια συγκεκριμένη στιγμή της παιδικής μας ηλικίας. Ανακαλώντας π.χ. μια μυρωδιά ανακαλεί κανείς και τη συνθήκη της, ανακαλεί ό,τι την συνόδευε όταν την ανακάλυπτε  εκείνη την πρώτη φορά. 

  • Το νέο σου μυθιστόρημα είναι πλημμυρισμένο από μουσική, λαϊκή, βυζαντινή, μπλουζ...και αυτή γίνεται η αφορμή για να αποκαλυφθούν γεγονότα είτε προσωπικά είτε ιστορικά – πολιτικά.         


Γ.Τ. Τα τραγούδια εκτός από τη δική τους ιστορία, κουβαλούν την ιστορία και την εποχή με την οποία τα έχει συνδέσει η ηρωίδα και με αυτή την  έννοια τα ενσωματώνω στη γραφή ακριβώς για να αποκαλύψουν είτε προσωπικά, είτε ιστορικά και πολιτικά γεγονότα ή για να ορίσουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι χαρακτήρες του βιβλίου. 

  • Ο χορός εδώ λειτουργεί διττά, αέρινος για τη μάνα, γήινος για την Αλεξάνδρα. Ποιο ρόλο παίζει στην εξέλιξη της ιστορίας σου , στο κτίσιμο των ηρωίδων σου;      


Γ.Τ.  Η Αλεξάνδρα ως παιδί είναι μαγεμένη από τη μάνα της.  Η Αλεξάνδρα του σήμερα καλείται να ξαναδεί τη μάνα της και τον εαυτό της  με  το αίσθημα  του παιδιού που υπήρξε αλλά με το σημερινό βλέμμα της ώριμης γυναίκας. Αυτό προσπάθησα να κάνω με το χορό. Μέσα από το χορό αποκαλύπτονται και τα στοιχεία που τις ενώνουν και τα στοιχεία που τις χωρίζουν. Ο χορός κουβαλάει το φορτίο -ιστορικό, πολιτικό, συναισθηματικό-  που είχαν μάνα και κόρη όταν χόρευαν, διαφορετικό πάντως φορτίο για την κάθε μία και μας βοηθάει να καταλάβουμε την προσωπικότητα των δυο χαρακτήρων  αλλά και την εποχή και τις συνθήκες που επικρατούσαν. Νομίζω πως η σκηνή του χορού είναι το κλειδί για την ανάγνωση  του βιβλίου.

  • Ο ήλιος ως επιτάφιος θρήνος και ως αναστάσιμος χορός. Κατά τη γνώμη μου από τις πιο συνταρακτικές σελίδες. 


Γ.Τ. Η Αλεξάνδρα κινείται διαρκώς ανάμεσα στην ισχυρή παρουσία της μητέρας και στην ισχυρή απουσία του πατέρα,  ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι,  ανάμεσα στον ήλιο που συμβολίζει τη μητέρα με το τραγούδι «ήλιε μ’ που βγαίνεις το πρωί και τα βουνά ζεσταίνεις…» και στον «ήλιον κρύψαντα τας ιδίας ακτίνας» που συμβολίζει τον πατέρα. Για την Αλεξάνδρα οι δύο ήλιοι, οι δύο κόσμοι, ο Πάνω και ο Κάτω είναι ενωμένοι εκ των πραγμάτων. Δεν χρειάζεται να το σκεφθεί αυτό, το νιώθει αφού η μάνα βρίσκεται στον Πάνω Κόσμο και ο πατέρας στον Κάτω. Και όταν για να συναντήσει τον πατέρα της κατεβαίνει από την επιφάνεια στα βάθη του εαυτού της διαπιστώνει πως το σκοτάδι δεν είναι αδιαπέραστο. Υπάρχει πάντα μια πυγολαμπίδα, ένα  φωτεινό σκουληκάκι, μια ανάμνηση, ένα τραγούδι που την οδηγεί να αναδυθεί ξανά στο φως.

  • Η πολιτική δράση της Αλεξάνδρας , η συμμετοχή, η σύλληψη , η κατηγορία και η φυλάκιση της για τρομοκρατική δράση. Πώς θα αντιδρούσε η Αλεξάνδρα στη σημερινή πολιτική κατάσταση; Θα έπαιρνε ενεργή θέση, επαναστατική ή θα συμβιβαζόταν με το εφικτό; Νομίζω ότι δεν καθορίζεται ακριβώς η στάση της μέσα στο μυθιστόρημα. Αφήνεται κάπως μετέωρη η στάση της στο παρόν.     


Γ.Τ. Ναι. Επίτηδες αφήνεται μετέωρη. Ας επιλέξει ο αναγνώστης ό,τι νομίζει. Με ενδιαφέρει ο ενεργός αναγνώστης. Δεν μου αρέσει να τον καθοδηγώ. Σήμερα οι συνθήκες είναι πολύ διαφορετικές από τις συνθήκες που δρούσε πολιτικά η Αλεξάνδρα. Η τεχνολογία δημιουργεί συνεχώς νέους όρους, αλλάζοντας άρδην τη ζωή μας,  τα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής βρίσκονται ήδη εδώ, η κατάσταση είναι σύνθετη και πολύπλοκη, ο πολιτικός χρόνος  πυκνός κι εμείς βομβαρδιζόμαστε καθημερινά από πάρα πολλές πληροφορίες που δεν προλαβαίνουμε να  επεξεργαστούμε και να αφομοιώσουμε. Η Αλεξάνδρα αναστοχάζεται το παρελθόν της. Δύσκολα θα πήγαινε είτε από δω είτε από κει. Εξ άλλου πώς ορίζεται σήμερα το επαναστατικό; Δεν την καλύπτουν πια οι εύκολες απαντήσεις, αλλά ούτε εκείνη ούτε εγώ μπορώ να ξέρω τι θα έκανε μπροστά σε ένα απρόβλεπτο, σ’ ένα συνταραχτικό γεγονός. Υποθέτω πως δεν θα έμενε με σταυρωμένα χέρια.    

  • Το τελετουργικό της εξόδιας ακολουθίας και το τυπικό της ορθόδοξης εκκλησίας για το μνημόσυνο, ο επιτάφιος θρήνος, η ταφή. Τα αποσπάσματα που έχεις επιλέξει είναι βαθιά λυρικά και ανθρώπινα. Με έχει συγκινήσει ο τρόπος που τα συνδέεις με τη μορφή της μάνας.      


Γ.Τ.  Ναι, το γεγονός ότι η μάνα είναι άρρωστη, αδύναμη, κοντά στο θάνατο, μέσα στο θάνατο δίνει στην Αλεξάνδρα τη δυνατότητα να την δει στην ανθρώπινή της διάσταση, όχι στην ηρωική της διάσταση όπως την έβλεπε μέχρι τότε. Έτσι -μέσω του αγαπημένου προσώπου- αντιλαμβάνεται  βαθύτερα την ανθρώπινη συνθήκη της φθοράς, της θνητότητας και του θανάτου που  αποτυπώνονται  στην εξόδιο ακολουθία,  εξοικειώνοντάς μας με την δική μας θνητότητα.

  • Να σχολιάσουμε τον τίτλο.


Γ.Τ.  Η Γάμπαρη Αμβρακικού παραπέμπει στη γνωστή γαρίδα της περιοχής μας. Η γαρίδα απεκδύεται το κέλυφός της και μένει γυμνή δηλαδή ευάλωτη κι εκτεθειμένη,  με αποτέλεσμα πολλές φορές, να την τρώνε άλλες γαρίδες ή να τρώνε κάποιο τμήμα του σώματός της, αλλά αυτό το τμήμα αναπλάθεται. Η Αλεξάνδρα έχει κοινά χαρακτηριστικά με την γαρίδα, σε συμβολικό επίπεδο. Έτσι προέκυψε ο τίτλος Γάμπαρη Αμβρακικού.

  • Ποιο  ρόλο παίζει η χρήση του β’ προσώπου στην αφήγησή σου και γιατί όχι α΄; 


Γ.Τ. Η  Αλεξάνδρα του σήμερα  λέει την ιστορία της  στον εαυτό της, που σημαίνει πως βάζει τον παλιό εαυτό της απέναντι, τον παρατηρεί και του μιλάει, τον αντιμετωπίζει ως άλλον. Έχει διάλογο μαζί του, γι’ αυτό μιλάει σε β΄ πρόσωπο. Το β΄ πρόσωπο είναι πιο εσωτερικό και πιο εξομολογητικό. Το α΄πρόσωπο δημιουργεί μεγαλύτερη συναισθηματική φόρτιση. Επειδή όμως το θέμα μου φέρει έντονο συναισθηματικό φορτίο δεν ήθελα να το επιβαρύνω περισσότερο με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Γι’ αυτό χρησιμοποιώ β΄πρόσωπο. Για την ιστορία της Αλεξάνδρας ως παιδί, χρησιμοποιώ το γ΄πρόσωπο γιατί η απόσταση, χρονική και συναισθηματική είναι τέτοια που της επιτρέπει να έχει την  θέαση του παντεπόπτη αφηγητή. Σε ποιο πρόσωπο θα μιλήσει ο αφηγητής θέλω να πω, επιβάλλεται από το θέμα και από τον τρόπο που  μιλάει ο χαρακτήρας. 

  • Η αφήγησή σου είναι πλούσια σε εικόνες, σε υπερρεαλιστικά στοιχεία, σε όνειρα, παραισθήσεις. Ξεφεύγεις από το πραγματικό , ρεαλιστικό και από τη μια αγγίζεις την ποίηση και από την άλλη τη ζωγραφική. Υπάρχουν επιρροές από βιβλία, μουσικές, έργα τέχνης;     


Γ.Τ. Οπωσδήποτε, αλλοίμονο!  Οι συνειδητές επιρροές μου δηλώνονται όλες στο βιβλίο. Μιλώ με λόγια άλλων εκεί που αυτά  έρχονται φυσικά στο στόμα μου κι αυτό δηλώνεται με πλάγια γράμματα. Για τις υποσυνείδητες όμως επιρροές μου δεν μπορώ να σου πω τίποτα, δεν τις ξέρω ούτε εγώ. Είμαι σίγουρη όμως πως με κάποιο τρόπο εισχωρούν στη γραφή, ερήμην μου. 

  • Τα πουλιά και τα φυτά. Κοτσύφια , ασπραγκάθια, λυγαριές . Όλα σε αρμονικό  δέσιμο που προωθούν την εξέλιξη της ιστορίας και δημιουργούν μια φανταστική ατμόσφαιρα.          


Γ.Τ. Έζησα μέσα στη φύση μέχρι τα δώδεκά μου χρόνια. Και όταν λέω έζησα μέσα στη φύση, εννοώ δούλεψα. Τα παιδιά δουλεύαμε μαζί με τους γονείς μας σε όλες τις αγροτικές δουλειές τότε. Σκάλισα, φύτεψα καπνό, θέρισα, αλώνισα, κουβάλησα νερό στο κεφάλι, ξύλα στην πλάτη, τάισα, φρόντισα ζώα. Κοιμήθηκα πολλές νύχτες έξω, όταν το χωράφι, στο οποίο δουλεύαμε, ήταν μακριά από το σπίτι μας.  Ξέρω τα πλάσματά της φύσης, τα δένδρα της, τα φυτά της. Παρόλο που πολλές φορές νομίζω πως τα έχω ξεχάσει, αυτά είναι εκεί και όταν τα ανακαλώ έρχονται.

  • Και τώρα που τέλειωσες με αυτή την ιστορία και το βιβλίο σου πήρε το δρόμο του, έχεις κάτι άλλο στο νου σου; Μια νέα ιστορία, ένα νέο βιβλίο;


Γ.Τ. Το μόνο που θα μπορούσα να πω με έναν τρόπο είναι: πως θέλω να προλάβω να γράψω δυο τρία βιβλία ακόμα.