Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

Νύχτες και Αυγές

Το Δεκέμβριο του 2018 επανεκδόθηκε μετά από πολλά χρόνια το μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου "Νύχτες και Αυγές" από τις εκδόσεις Γκοβόστη σε έναν τόμο.

Η παρουσίαση που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή στις 29 Ιανουαρίου 2019 και συντάκτης είναι η Πόλυ Κρημνιώτη.

«Το μυθιστόρημα 'Νύχτες και Αυγές' είναι μια μεγάλη τοιχογραφία της Αθήνας της Κατοχής, πληρέστερη από κάθε προηγούμενη λογοτεχνική προσφορά για το θέμα αυτό» έγραφε ο Δημήτρης Ραυτόπουλος στις 27 Μαΐου 1962, στην «Αυγή» για το πρώτο μυθιστόρημα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Όταν δημοσιευόταν αυτό το κείμενο, το βιβλίο δεν είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα. Είχε βρει ωστόσο τον δρόμο του στην τότε ΕΣΣΔ, όπου ο ανταποκριτής της «Αυγής» στη Μόσχα Γεωργούλας Μπέικος σημείωνε το εντυπωσιακό τιράζ των 150.000 αντιτύπων, στην έκδοσή του από τη Μολοντάγια Γκβάρντιγια (Νέα Φρουρά).

Ευτυχής συγκυρία φέρνει οι εκδόσεις Γκοβόστη να επανακυκλοφορούν τώρα σε ενιαίο τόμο την αρχικά δίτομη έκδοση που συγκροτούσαν το πρώτο μέρος «Η Πολιτεία» και το δεύτερο «Τα Βουνά». Η έκδοση πλαισιώνεται από το σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, στο οποίο αποκαλεί το μυθιστόρημά του ως την «πρώτη μου δοκιμή στη μεγάλη πεζογραφική μορφή», σημειώνοντας ότι «έχουν τεθεί εδώ κάποιες βάσεις πάνω στις οποίες αναπτύχθηκε μετά η συγγραφική μου δουλειά έτσι περίπου όπως συνεχίζεται και η αυτή ιστορία». Στο εκτεταμένο σημείωμά της, η σύντροφος του συγγραφέα, νεοελληνίστρια Σόνια Ιλίνσκαγια δίνει επαρκή στοιχεία για τη συγγραφή και την πρόσληψη του βιβλίου, τα πρώτα τουλάχιστον χρόνια της κυκλοφορίας του σε Μόσχα και Ελλάδα.

Η εκδοτική περιπέτεια του μυθιστορήματος ξεκίνησε προδικτατορικά από το Θεμέλιο. Η χούντα το απαγόρευσε και μετά την πτώση της ο Κέδρος της Νανάς Καλιανέση το ξανάφερε στα βιβλιοπωλεία. Ακολούθησαν η έκδοση της Σύγχρονης Εποχής με τα περίφημα χαρακτικά του Τάσσου, και κατόπιν εκείνη από τα «Ελληνικά Γράμματα».

Το μυθιστόρημα γράφτηκε τα χρόνια του εκπατρισμού του Αλεξανδρόπουλου, που μετά τη συμμετοχή του στο ΕΑΜ, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο, βρέθηκε στη Ντεζ της Ρουμανίας. Εκεί άρχισε να το γράφει το 1954 και συνέχισε στην Τασκένδη και τη Μόσχα. Όπως γράφει η Σόνια Ιλίνσκαγια, παρά την ταλαιπωρημένη υγεία του, ο Αλεξανδρόπουλος αρίστευε στο πανεπιστήμιο «και είχε πρώτα απ' όλα στον νού του τις 'Νύχτες και Αυγές'», τις οποίες πρωτοπαρουσίασε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο Γκόρκι της Μόσχας ως πτυχιακή εργασία, όπου στη διαδικασία της υποστήριξης ο Γιώργος Σεβαστίκογλου τόνισε ότι με αυτό το μυθιστόρημα ο συγγραφέας του «εισέρχεται στην πλειάδα των πιο ταλαντούχων εκπροσώπων της νέας γενιάς προοδευτικών Ελλήνων πεζογράφων που ανοίγουν στον αναγνώστη σελίδες πρόσφατης ηρωικής ιστορίας της πατρίδας».

Οι «Νύχτες και Αυγές» δημοσιεύονται σχεδόν παράλληλα με τους δύο πρώτους τόμους των «Ακυβέρνητων Πολιτειών» του Σ. Τσίρκα και, όπως σημειώνει ο Ζ.Δ. Αϊναλής στο οπισθόφυλλο, «είναι από τα πρώτα έργα που τολμούν να καταπιαστούν μυθοπλαστικά με το νωπό ακόμα τραύμα της αγγλικής επέμβασης και του εμφυλίου πολέμου που σημάδεψε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο τη μοίρα του ιδιάζοντος 'διπλού πολέμου' που έκρινε τις μεταπολεμικές τύχες του ελληνικού κράτους. Και είναι αυτή ακριβώς η επιμονή του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου να αναφέρεται διαρκώς μέσα στο μυθιστόρημα σε αυτόν τον 'διπλό πόλεμο', εθνικοαπελευθερωτικό και ταξικό», ενώ το μυθιστόρημά του «υπογραμμίζει σε κάθε ευκαιρία ότι στην Αντίσταση συμμετείχαν και αγωνίστηκαν άνθρωποι όλων των ιδεολογικών αποχρώσεων».

Ο Αλεξανδρόπουλος καταγράφει αδρά την πείνα και τη σκληρότητα του κατακτητή, τον φόβο, την απανθρωπιά και όλη τη συνθήκη που οδήγησε στην Αντίσταση. Περιγράφει την απελευθέρωση και το καθολικό αίτημα της λαοκρατίας, ωστόσο από την πένα του δεν λείπουν η κατάπτωση, ο μαυραγοριτισμός, η προδοσία, ο δωσιλογισμός.


Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης αποτυπώνεται «με μια ρεαλισιτκή, στην ουσία της, επική αφήγηση που τελειώνει με ένα δραματικό προανάκρουσμα της διάψευσης και του εμφύλιου σπαραγμού που ακολούθησε» υπογραμμίζει ο Χρίστος Αλεξίου, σημειώνοντας ωστόσο ότι «το έργο του Αλεξανδρόπουλου, εξαιρετικά σημαντικό και πολύτιμο, όχι μόνο για τις ιστορικές, τις κοινωνικές και τις υπαρξιακές εμπειρίες που θησαυρίζει, αλλά και τις στοχαστικές παρατηρήσεις του στα δρώμενα του αιώνα του, καθώς και τις πρωτότυπες και ιδιόμορφες αφηγηματικές τεχνικές του, δεν αξιώθηκε, ώς τώρα, προσοχή ανάλογη με την αξία του. Οι κριτικοί απέφυγαν να μελετήσουν ένα έργο που απαιτεί πνευματική σκευή και τοποθέτηση απέναντι στη λογοτεχνία και στη ζωή ανάλογη με αυτή του συγγραφέα».
                                                                             

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

Μπαλάντα του νερού της θάλασσας


Η θάλασσα
χαμογελάει στα μάκρη.
Δόντια από αφρό
χείλη από ουράνια.

- Α, τι πουλάς, θολή κοπέλα,
μ' υψωμένα τα στήθια στον αγέρα;

- Πουλάω, αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

- Α, τι έχεις μαύρο παληκάρι,
μες στο αίμα σου ανακατωμένο;

- Έχω αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

- Αυτά τα δάκρυα τ' αρμυρά
πούθε αναβράνε, ω μάνα;

Δακρύζω, αφέντη, το νερό
της θάλασσας-

Καρδιά μου· ετούτη η πίκρα, 
τρανή, πούθε γεννιέται;

- Πικρό πολύ είναι το νερό
της θάλασσας-

Η θάλασσα 
χαμογελάει στα μάκρη.
Δόντια από αφρό
χείλη από ουράνια.

 Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βιβλίο των ποιημάτων (1921) μεταφρ. Σημηριώτης Νίκος από τη Θαλασσινή Ποιητική Ανθολογία, Εκδόσεις Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα 1968

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2019

Γιώργος Σεφέρης,"... στη Σκάλα του Βουρλά...ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια"


Ήμουν δεκατεσσάρω χρονώ, τον Αύγουστο του '14, όταν εφύγαμε από τη Σμύρνη. Είχα πολύ ζωντανό μέσα μου το συναίσθημα του τι θα πει σκλαβιά. Τα δυό τελευταία καλοκαίρια δεν είχαμε πάει στην εξοχή, στη Σκάλα του Βουρλά, που ήταν για μένα ο μόνος τόπος που, και τώρα ακόμη, μπορώ να ονομάσω πατρίδα με την πιο ριζική έννοια της λέξης: ο τόπος όπου βλάστησαν τα παιδικά μου χρόνια.
Η Σμύρνη ήταν το ανυπόφορο σχολειό, τα πεθαμένα βροχερά κυριακάτικα απογέματα πίσω από το τζάμι· η φυλακή. Ένας κόσμος ακατανόητος, ξένος και μισητός. Η Σκάλα ήταν ό,τι αγαπούσα. Όταν κοιτάζω καμιά φορά τα χρόνια εκείνα, δεν υπάρχει, νομίζω, στη Σμύρνη ένα πρόσωπο, ένα τοπίο, μια γωνιά που να θυμηθώ με στοργή. Η Σκάλα ήταν ολωσδιόλου διαφορετική υπόθεση. Όπως στη σκηνή των μυστηρίων του Μεσαίωνα η γης είναι οριζόντια χωρισμένη από τον ουρανό, η Σκάλα ήταν μια περιοχή περιχαρακωμένη, κλειστή, όπου έμπαινα σαν μέσα σ' ένα περιβόλι της Χαλιμάς, όπου όλα ήταν γοητεία. Εκεί, οι άνθρωποι, θαλασσινοί και χωριάτες, ήταν δικοί μου άνθρωποι. Οι δρόμοι, τα δέντρα, τ' ακρογιάλια, ήταν οι δρόμοι, τα δέντρα και τ' ακρογιάλια μιας δικής μου χώρας. Θα μπορούσα και σήμερα να περιγράψω πολύ εύκολα τις πέτρες, τους λάκκους, τους λάκκους, τους φράχτες, τα μονοπάτια με την πιο παραμικρή λεπτομέρεια, χωρίς προσπάθεια της μνήμης· σα να έκανα μιαν απλή αντιγραφή από μιαν εικόνα που έχω μπροστά στα μάτια μου. Θα μπορούσα να πω την έκφραση του προσώπου και την κουβέντα του τάδε θαλασσινού, τη στιγμή που πήδηξε στο μόλο, βρεμένος από το κύμα, και δένει το καΐκι του. Βλέπω το χρώμα της αυγής, νιώθω το αγιάζι της νύχτας, ξέρω ποια φυσιογνωμία θα συναντήσω σαν ξεπεράσω εκείνο το σπίτι· οι κινήσεις του κορμιού μου είναι οι ίδιες μ' εκείνες που έκανα τότε. Ποιος ξέρει, αν η ζωή μου έγινε και ξετυλίχτηκε πάνω σε δυό παράλληλους δρόμους - ένα δρόμο υποχρεώσεων, υπομονής και συμβιβασμών, κι έναν άλλον όπου περπάτησε χωρίς συγκατάβαση, ελεύθερο, το βαθύτερο εγώ μου - είναι γιατί γνώρισα κι έζησα, τα χρόνια εκείνα, δυό κόσμους ξεχωρισμένους καθαρά: τον κόσμο του σπιτιού της πολιτείας και τον κόσμο του σπιτιού της εξοχής.
Λοιπόν, τα τελευταία καλοκαίρια, προτού φύγουμε για την ελεύθερη Ελλάδα, δεν πήγαμε στην εξοχή. Αλλά τα νέα μάς έρχουνταν στυγνά και τραγικά. Τη μια μέρα μαθαίναμε πως οι Τούρκοι είχανε σκοτώσει, σ' ένα νησάκι τρεις ψαράδες που ήταν στη δούλεψη του σπιτιού μας· την άλλη μέρα πως τα ζεϊμπέκια είχανε πατήσει το τάδε χωριό. Ένα βράδυ χτύπησαν την πόρτα. Έτυχε ν' ανοίξω εγώ. Ο θείος μου μπήκε μέσα, κρατώντας από το μπράτσο μια κυρία με μαύρο πανωφόρι, μαύρο καπέλο κι ένα πυκνό βέλο. Πέρασε βιαστικά την αυλή και μπήκε στην τραπεζαρία χωρίς να καλησπερίσει·
- Φώναξε τον πατέρα σου, μου είπε μόνο.
Την άλλη μέρα έμαθα πως η μαυροφορεμένη κυρία ήταν ένας δικός μας αγωγιάτης που τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι και που κατάφερε να τρυπώσει στου θείου μου. Πέρασε σπίτι μας τη νύχτα εκείνη. Την άλλη αυγή τον εντύσαμε καρβουνιάρη και τον μπαρκάραμε κρυφά σ' ένα βαπόρι που έφευγε για τον Πειραιά.
Θα είχα να πω πολλές τέτοιες ιστορίες. Όσοι έζησαν τα χρόνια εκείνα στην Τουρκία ξέρουν πως ήταν πολύ συνηθισμένες. Κάποτε, λίγο μετά την ανακωχή του '18, στο Παρίσι, περπατούσα, καθώς νύχτωνε, πίσω από το Λουξεμβούργο, μ' έναν παιδικό μου φίλο, που είχε ζήσει στη Σμύρνη τα χρόνια του πολέμου. Ο δρόμος ήταν έρημος. Ξαφνικά ένιωσα το φίλο μου να τινάζεται προς τα πίσω·
- Είναι περίεργο, είπε, πόσο αργεί κανείς να ξεσυνηθίσει· είδα εκείνο το χωροφύλακα και νόμισα πως ήτανε Τούρκος.
Έτσι ήταν· ξέραμε τι θα πει σκλαβιά.

Γιώργος Σεφέρης, Χειρόγραφο Σεπ.'41, Ίκαρος, Αθήνα 1980, 1η ανατύπωση


Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Οι ολιγαρκείς

Καλοί νοικοκύρηδες· συγύριζαν τα λίγα πράγματά τους,
το τραπέζι, το κρεβάτι, την ντουλάπα του τοίχου,
έψηναν τον καφέ τους, μαγείρευαν, τίναζαν τα σεντόνια,
σκούπιζαν, πλέναν τα ρούχα τους, διάβαζαν όλη τη νύχτα, 
είχαν μάθει τα ονόματα των πουλιών, των ανθών και των άστρων,
φρόντιζαν και τον κήπο τους - δυό μέτρα όλο κι όλο· σεμνοί, μετρημένοι,
ωστόσο δεν τους έλειψε το θάρρος να πουν ως την άκρη τα όνειρά τους,
επιθυμίες, έρωτες και πράξεις που δεν είχαν τολμήσει. Τότε
άνθρωποι φθονεροί και μοχθηροί τούς γύμνωσαν στη μέση του δρόμου,
τους έφτυσαν, τους προπηλάκισαν, τους λιθοβόλησαν. Αυτοί
δεν είχαν τίποτα πια παρά μονάχα
το ματωμένο τους χαμόγελο. Και το' δωσαν,
κρύβοντας με τ' αριστερό τους χέρι τα γεννητικά όργανά τους,
πρώτη φορά τόσον ωραίοι και τόσο νέοι.
  
                                                                                Καρλόβασι, 23,VII, 87

Γιάννης Ρίτσος, Τα αρνητικά της σιωπής από τη συλλογή Αργά, πολύ αργά μέσα στη νύχτα, Κέδρος , Αθήνα 1991, 10η έκδοση

Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2019

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2019

Μαύρο νερό



«...Για την εξόρυξη, είχαν σπάσει το πέτρωμα με εκατομμύρια τόνους νερού, μαζί με ένα μείγμα που η σύνθεσή του ήταν βιομηχανικό απόρρητο, και με άμμο για να μένουν τα ρήγματα ανοιχτά. Δηλητηριώδη συρίγγια ανοίχτηκαν έτσι στη γη κι εκατοντάδες στρέμματα απογυμνώθηκαν. Όταν όμως εγκαταλείφθηκαν οι γεωτρήσεις, το δάσος διεκδίκησε ξανά τον τόπο κι έμειναν μονάχα οι ουλές σαν αυτή στην Αγια – Σωτήρα, οι χαρακιές των νέων αλλά κιόλας ραγισμένων δρόμων, και σκουριασμένοι αγωγοί και δεξαμενές λυμάτων, που πολλές είχαν πέσει και πια φώλιαζαν ζώα μέσα, κι από τις τρύπες που είχαν ανοιχτεί στους αγωγούς φύτρωναν βάτα. Αρχαία λείψανα ήδη, μες στα πυκνά δέντρα, περίμεναν τον μελλοντικό αρχαιολόγο – στον αλλαγμένο τόπο οι δεξαμενές και οι αγωγοί ήταν τα νέα ορόσημα και σημάδια για τους χωριανούς, αυτούς που σαν ζωντανά απολιθώματα κατοικούσαν ακόμα στα νεκρά χωριά...»

Ένα μικρό απόσπασμα από τη νέα νουβέλα του πολύ καλού συγγραφέα Μιχάλη Μακρόπουλου « Μαύρο νερό» που εκδόθηκε πρόσφατα ( Ιούνιος 2019) από τις εκδόσεις Κίχλη. 
Ο Μιχάλης Μακρόπουλος αν και δεν είναι ηπειρώτης αγαπάει την Ήπειρο σαν τόπο δικό του και εμπνέεται τις ιστορίες του από αυτόν και συγκεκριμένα από το Δελβινάκι και την ευρύτερη περιοχή του Πωγωνίου.
Στο « Μαύρο νερό» η ιστορία εκτυλίσσεται σε αυτή την περιοχή και η υπόθεσή της έρχεται από το...μέλλον καθώς όλα διαδραματίζονται μέσα σε  ένα δυστοπικό περιβάλλον .  Έρημα χωριά όχι από τη μετανάστευση αυτή τη φορά , αλλά από τη δηλητηρίαση και καταστροφή του οικοσυστήματος. Αιτία οι εξορύξεις της RIPOIL που προκάλεσαν μια εφιαλτική πραγματικότητα. Κλειστά σπίτια, άρρωστοι άνθρωποι, εκβιαστικά διλήμματα από την εταιρεία και εγκατάλειψη της περιοχής. Οι εναπομείναντες κάτοικοι ή πρέπει να μεταφερθούν αλλού ή πρέπει να πεθάνουν. Διαλέγουν και παίρνουν. 
Δίπλα τους και ανάμεσά τους μια φύση που οργιάζει. Ζώα, πουλιά, δέντρα, καρποί και  νερό. Τίποτε όμως δεν μπορεί να καταναλωθεί γιατί όλα είναι μολυσμένα.
Και μέσα σε αυτήν ελάχιστοι άνθρωποι ηλικιωμένοι και ένα παιδί ανάπηρο , η τραγική συνέπεια του δηλητηριασμένου περιβάλλοντος.
Μια σειρά συμβολικών – κατά τη γνώμη μου – πράξεων δείχνουν το δρόμο . Όμορφα ανθρώπινα συναισθήματα εξακολουθούν να ανθίζουν μέσα στο δηλητηριασμένο περιβάλλον και εκφράζονται κυρίως μέσα από τη σχέση του πατέρα και του ανάπηρου γιου.  Άραγε υπάρχει ακόμη ελπίδα; 
Γραφή  ζωντανή και  συνταρακτική μέσα στην απλότητά της.
Σας προτείνουμε να διαβάσετε το βιβλίο απολαμβάνοντας καλή λογοτεχνία  και συγχρόνως να προβληματιστείτε για το παρόν και το μέλλον το δικό μας , των παιδιών μας και του τόπου μας. Τίποτε δεν χάθηκε ακόμη αν εμείς δεν το αφήσουμε να χαθεί...Οι εξορύξεις αφορούν όλους μας! 



Μιχάλης Μακρόπουλος , Μαύρο νερό, Κίχλη, Αθήνα 2019