Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019

Ρεπορτάζ από...το πραξικόπημα Κονδύλη

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος Μπερτ Μπερτλς επισκέφθηκε την Ελλάδα τον Σεπτέμβρη του 1935. Βρισκόταν στα Γιάννενα όταν πληροφορήθηκε το πραξικόπημα του Κονδύλη, το οποίο εκδηλώθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1935. Επιστρέφοντας στην Αθήνα καταγράφει τα γεγονότα, τις εξελίξεις και την αντίδραση του λαού. Ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα :


Η Αθήνα είχε αλλάξει. Βρήκαμε την πόλη πολύ διαφορετική. Το " εργοτάξιο των συζητήσεων" είχε μετατραπεί σε μια πόλη ψιθύρων που ωστόσο ακούγονταν αρκετά δυνατά ώστε να καταλήγουν σε διαφωνίες , ταραχές και συλλήψεις. Εκεί πάντως που προηγουμένως κυριαρχούσαν οι δημόσιες συζητήσεις, τώρα επικρατούσαν οι ψίθυροι.
Ο λόγος ήταν απλός - το πραξικόπημα του Κονδύλη.
Ενώ εμείς διασχίζαμε τα βουνά, στην Αθήνα είχαν ξεσπάσει συλλαλητήρια. Η αστυνομία είχε απαντήσει με κλομπ, πυροβολισμούς, φυλακίσεις. Τώρα, κάθε κουβέντα μας γύρω από την πολιτική κατάσταση έπρεπε να βρίσκει διέξοδο μέσα από παραπετάσματα δυσπιστίας. Ο κόσμος κοιτούσε ενστικτωδώς πάνω από τους ώμους από φόβο μήπως τον παρακολουθούν.
Η επίσημη άποψη γινόταν εύκολα κατανοητή. Ο Κονδύλης είχε ισχυριστεί ότι θα έσωνε τη χώρα από την αναρχία, το χάος, την καταστροφή και από πλήθος άλλων συνώνυμων του ολέθρου. (...) 
 Σιγά σιγά μάθαμε τι είχε συμβεί.Παρά το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε καταθέσει τα όπλα χωρίς αντίσταση, η αντίδραση του λαού απέναντι στη στρατιωτική δικτατορία υπήρξε διαφορετική. Η πρώτη κίνηση του Κονδύλη ήταν να καταστείλει κάθε άποψη αντίθετη προς τη δική του. Όλες οι δημόσιες συναθροίσεις, εκτός από τις φιλομοναρχικές συγκεντρώσεις, απαγορεύτηκαν και επιβλήθηκε αυστηρή λογοκρισία στον Τύπο. Εκείνη την εποχή, στην Αθήνα κυκλοφορούσαν πάνω από είκοσι καθημερινές εφημερίδες, στην πλειοψηφία τους δημοκρατικές και σχεδόν όλες αντίθετες προς τη δικτατορία. Εξ αιτίας του μεγάλου αριθμού των ανθρώπων που θα έπρεπε να απολυθούν, ο Κονδύλης δεν μπορούσε να επιβάλλει την απαγόρευση όλων αυτών των εφημερίδων, ωστόσο απαγόρευσε αμέσως όσες εξέφραζαν γνώμες ενάντια στη δικτατορία ή την επιστροφή του βασιλιά.
Παρ' όλα αυτά, σχεδόν αμέσως οργανώθηκαν φιλομοναρχικές συγκεντρώσεις σε ολόκληρη την περιφέρεια, ενώ εξακολούθησε η έκδοση απαγορευμένων εφημερίδων ( με διαφορετικό όνομα) που διανέμονταν κρυφά. Καθώς διένειμε εφημερίδες και φυλλάδια του κόμματός του, ένας φίλος μας, ενεργό μέλος του Εργατοαγροτικού Κόμματος, πάχυνε εντελώς ξαφνικά, όπως άλλωστε και πολλοί σαν κι αυτόν. Μετέφεραν τις εφημερίδες κάτω από τα παλτά τους, διπλωμένες με τέτοιο τρόπο ώστε να περνούν απαρατήρητοι όταν αντάλλασσαν χειραψίες με τους γνωστούς τους στο δρόμο. Μερικές μέρες  μετά το πραξικόπημα, ολόκληρο το προσωπικό του Ριζοσπάστη, της κομμουνιστικής καθημερινής εφημερίδας, συνελήφθη και στάλθηκε εξορία. Την επόμενη μέρα ωστόσο, η εφημερίδα έκανε ξανά την εμφάνισή της και εξακολούθησε την έκδοσή της. και στις 15 Οκτωβρίου, παρ' ότι είχαν ήδη συλληφθεί  μερικές εκατοντάδες άνθρωποι για τη συμμετοχή τους σε αντιμοναρχικές συγκεντρώσεις, στην πλατεία Συντάγματος, ακριβώς μπροστά από το Κοινοβούλιο, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε ένα μαζικό συλλαλητήριο στο οποίο συμμετείχαν αρκετές χιλιάδες δημοκρατικοί διαφόρων αριστερών και φιλελεύθερων κομμάτων. Το πλήθος κραύγαζε συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας και εναντίον της δικτατορίας.
Για να τους  διαλύσουν, οι αστυνομικοί έσυραν τα κλομπ και τα περίστροφά τους. Ρίχτηκαν μερικοί πυροβολισμοί.
Πολλοί άνθρωποι ( ανάμεσά τους και μερικοί αστυνομικοί) τραυματίστηκαν, ένας διαδηλωτής σοβαρά. Δεκαπέντε συνελήφθησαν. Στο κρατητήριο τους ξυλοκόπησαν με κλομπ και με τους υποκόπανους των περιστρόφων. Μερικοί ( ανάμεσά τους κάποιοι με επιδέσμους γύρω από το τραυματισμένο κεφάλι τους) οδηγήθηκαν ενώπιον στρατοδικείου και καταδικάστηκαν από τρία μέχρι δεκαπέντε χρόνια καταναγκαστικά έργα. Δεκαπέντε χρόνια επειδή είχαν συμμετάσχει σε παράνομη συγκέντρωση, επειδή είχαν τολμήσει να εκφράσουν τη γνώμη τους! Η Αθήνα βρισκόταν κλεισμένη στη μέγκενη μιας τρομοκρατίας πολύ χειρότερης από εκείνη που είχαν βιώσει άλλες χώρες κατά το παρελθόν.
Στην Αθήνα επιστρέψαμε στις 24 Οκτωβρίου, τη μέρα κατά την οποία οι εφημερίδες δημοσίευσαν  ένα διάταγμα έκτακτης ανάγκης που εξουσιοδοτούσε τον υπουργό Δικαιοσύνης και τον υπουργό Εσωτερικών να διατάσσουν τον εκτοπισμό στα νησιά της εξορίας οποιουδήποτε ο οποίος ( δια γραπτού, προφορικού, ή άλλης μορφής λόγου) προσπαθούσε να διαταράξει τη δημόσια τάξη.
" Κατ' αυτό τον τρόπο, όλοι βρισκόμαστε στο έλεος κάθε αστυνομικού που θέλει να μας εκδικηθεί για προσωπικούς λόγους", είπε ένας δημοκρατικός φίλος μας. " Αρκεί να δηλώσει ότι είπαμε, ότι γράψαμε ή ότι πράξαμε κάτι  σε βάρος της δημόσιας τάξης για να σταλούμε εξορία ή φυλακή χωρίς δίκη."
Τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου συνελήφθη ο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, ο πρώτος πρωθυπουργός της Δημοκρατίας και ιδρυτής της Εταιρείας Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, ενός συλλόγου παρόμοιου με τη Φαβιανή Ένωση στην Αγγλία. Τη στιγμή της σύλληψης του ήταν επικεφαλής του Εργατοαγροτικού Κόμματος στο Κοινοβούλιο. Η πρόφαση για τη σύλληψή του ήταν η διανομή ενός μανιφέστου ανάμεσα στους αξιωματικούς, με το οποίο τους προέτρεπε να στασιάσουν κατά της δικτατορίας και στάλθηκε εξορία στη Μύκονο. Ανάμεσα στις γνωστές προσωπικότητες που εξορίστηκαν εκείνη την εποχή ήταν ένας άλλος δημοκρατικός βουλευτής, ο Παπανδρέου και πολλοί από εκείνους που ο Κονδύλης θεωρούσε " κομμουνιστές διανοούμενους", όπως ο πάλαι ποτέ διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας, Δημήτρης Γληνός και ο αριστερός ποιητής Κώστας Βάρναλης. Το γεγονός ότι στην πραγματικότητα ( και όχι απλώς εξαιτίας της ματαιόδοξης φαντασίας του) ο Κονδύλης είχε ως πρότυπο τον Χίτλερ ή τον Μουσολίνι γινόταν ολοένα και πιο ξεκάθαρο(...)
Οι υποστηρικτές του Κονδύλη ήταν οι πλέον αδιάλλακτοι βασιλόφρονες, μια ουσιαστικά φασιστική ομάδα.(...) 
Τώρα το 1935, οι ξένοι δημοσιογράφοι έγραφαν για τον "ισχυρό άνδρα" Κονδύλη, τον άνθρωπο "επιρροής", τα ίδια ακριβώς που έγραφαν το 1926 για τον άλλο "ισχυρό άνδρα", τον Πάγκαλο, αλλά ακόμα και όταν η τρομοκρατία του Κονδύλη βρισκόταν στο χειρότερό της στάδιο, πριν και, για λίγο καιρό μετά το δημοψήφισμα, οι Έλληνες δεν έχασαν στιγμή την αίσθηση του χιούμορ τους. Κάποια γελοιογραφία. Μια φάρσα που είχε συνθέσει κάποιος δημοκρατικός στιχοπλόκος και είχε δημοσιευθεί σε μια άκρως φιλομοναρχική εφημερίδα, φερέφωνο του Κονδύλη. Το ποίημα εξυμνούσε την ευτυχισμένη μέρα που είχε φτάσει επιτέλους για την Ελλάδα, ο ήλιος έλουζε με καινούργιο φως τους ορίζοντες , το σκοτάδι είχε διαλυθεί, το φως είχε ξανάρθει και οι δρόμοι του λαού ήταν στρωμένοι με άνθη. Το ποίημα έλεγε κι άλλα εξυμνώντας με στόμφο το καθεστώς του Κονδύλη, εκείνο όμως που είχε παραβλέψει ο συντάκτης της κονδυλικής εφημερίδας ήταν ότι το ποίημα σχημάτιζε ακροστιχίδα. Τα αρχικά κεφαλαία γράμματα, διαβασμένα κάθετα σχημάτιζαν!


" ΖΗΤΩ Η ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΑΣ"

Οι δημοκρατικοί της Αθήνας γέλασαν με αυτό, αλλά υπήρξαν μερικοί ( κυρίως οι κομμουνιστές) που θυμήθηκαν με ανησυχία ότι το ίδιο είχαν γελάσει και με τον Χίτλερ και με τον Μουσολίνι.
Ο Κονδύλης έκλεισε περισσότερο κόσμο στη φυλακή, έστειλε περισσότερους στην εξορία.

Μπερτ Μπερτλς Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα Πολιτικού και ταξιδιωτικού ενδιαφέροντος. Μετφρ. Γιάννης Καστανάρας, Φιλίστωρ Αθήνα 2002



Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

Τσε Γκεβάρα ...γέψου μαζί μας το φιλί της ουτοπίας


Από την κορφή του Κιλιμάντζαρο σε κράζω
Τσε, ξεχασμένε στα βουνά της Βολιβίας.
Τα χρόνια όλα της φωτιάς ξαναμοιράζω,
γέψου μαζί μας το φιλί της ουτοπίας.

Τα εικοσάχρονα παιδιά που γεννηθήκαν
την ώρα που έμπαινε ο Φιντέλ μεσ' στην Αβάνα,
στο Ογκαντέν χιλιάδες τώρα πέφτουν
από τα Κουβανέζικα αεροπλάνα

Όμως μην κάθεσαι νεκρός μέσα στα χιόνια
κι έχεις στα μάτια σου μια μάσκα απορίας,
αν εσύ βιάστηκες ή άργησαν τα χρόνια,
έλα ξανά στο ραντεβού της Ιστορίας.

"Τσε Γκεβάρα", Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος, Στίχοι: Φώντας Λάδης. Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη. Δίσκος: Τραγούδια της Λευτεριάς (1978).

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2019

Νεροσταγόνες

 Νεροσταγόνες!
 Ο Δημήτρης Κάσσαρης μελοποιεί εννέα τρίστιχα του Γιάννη Ρίτσου. Όπως γράφει ο ίδιος είναι : " Εννέα αποστάγματα μιας προσωπικής μου κατάθεσης στο φως, μέσα από μικρές φωτεινές γραφές του απέραντου Γιάννη Ρίτσου. Μέσα από τρίστιχα εναλλάσσεται ο έρωτας, η απώλεια και η απουσία. Ζωντανεύει η μνήμη, ο χρόνος και ένα κρυμμένο παιδί. Επάνω σε κάθε συλλαβή τους ακούμπησα με προσοχή τις ταπεινές μου νότες."
Ερμηνεύουν : Ρίτα Αντωνοπούλου και Πάνος Μπούσαλης
Ενορχήστρωση : Μανώλης Ανδρουλιδάκης






Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2019

Φονταμάρα

Γύρω από το τμήμα του μονοπατιού που είχε καταπατήσει ο Ιμπρεσάριο, η Κοινότητα είχε στήσει έναν ξύλινο φράκτη.
Η τοποθέτηση του φράκτη έπρεπε κανονικά να βάλει τέρμα στις κουβέντες των χωριανών που δεν έπαυαν να αναρωτιούνται, πώς ήταν δυνατό ν' αποκτήσει κάποιος ένα κομμάτι γης που εδώ και χιλιάδες χρόνια ανήκε σε όλους· οι συζητήσεις, όμως, δεν έπαψαν. Μια νύχτα ο περιβόητος φράκτης κάηκε.
" Το ξύλο ήταν υπερβολικά ξερό", ήταν η εξήγηση του Μπεράρντο. " Το έκαψε ο ήλιος."
" Πες καλύτερα το φεγγαρόφωτο" το διόρθωσα. " Κάηκε τη νύχτα."
Ο Ιμπρεσάριο έβαλε να ξαναφτιάξουν ένα δεύτερο φράκτη με έξοδα της Κοινότητας και τοποθέτησε, σαν φρουρό, έναν οπλισμένο σκουπιδιάρη του δήμου. Ήταν όμως ποτέ δυνατό ένας σκουπιδιάρης να φοβίσει ένα μονοπάτι, που από τη μέρα της δημιουργίας του, είδε τόσα στη ζωή του, πολέμους, επιδρομείς, καυγάδες βοσκών, ληστών και λύκων;
Παρουσία του σκουπιδιάρη, ο φράκτης ξανάπιασε φωτιά. Το μόνο που εκείνος είδε καθαρά ήταν οι φλόγες που έβγαιναν από τη γη και, μέσα σε λίγα λεπτά, έκαναν στάκτη τον φράκτη. Κι όπως συνήθως γίνεται με τα θαύματα, ο σκουπιδιάρης έτρεξε να διηγηθεί αμέσως το γεγονός στον ιερέα ντον Αμπάκιο κι ύστερα σε όλους όσους είχαν όρεξη να τον ακούσουν, και ο ντον Αμπάκιο αποφάσισε ότι επρόκειτο αναμφίβολα για ένα υπερφυσικό φαινόμενο σατανικής προέλευσης. Κατόπιν αυτού, εμείς συμφωνήσαμε ότι, τελικά, ο σατανάς δεν είναι τόσο κακός, όσο λένε. Ο Ιμπρεσάριο όμως έπρεπε να σώσει το κύρος των Αρχών και, μη μπορώντας να συλλάβει τον σατανά αυτοπροσώπως, έχωσε μέσα τον σκουπιδιάρη.
Ποιος ,τελικά, θα υπερισχύσει; αναρωτιόμασταν· ο σατανάς ή ο Ιμπρεσάριο; ( Όλοι μας ήμασταν εναντίον του Ιμπρεσάριο, αλλά φανατικός υποστηρικτής του σατανά ήταν μονάχα ο Μπεράρντο.)
Αυτά συζητούσαμε ένα βράδυ μερικές γυναίκες της Φονταμάρα, ενώ περιμέναμε στην πλατεία, μπροστά από την εκκλησία, να γυρίσουν οι άντρες μας από το Φουτσίνο. Ήταν μαζί μου η Μαρία Γκράτσια, η Τσιαμαρούγκα, η Φιλομένα Καστάνια, η Ρεκιούτα και η κόρη Κανναρότσο, και καθόμασταν, όπως πάντα, στο πεζούλι που προστάτευε την πλατεία από τον γκρεμό. Κοιτούσαμε προς την κοιλάδα που είχε ήδη βυθιστεί στη σκιά. Η κοιλάδα, κομμένη στα δύο από τη θολή γραμμή της εθνικής οδού, έμοιαζε έρημη και σιωπηλή. Ο δρόμος, που ανέβαινε στη Φονταμάρα κάνοντας μεγάλους κύκλους πάνω στην πλάτη του βουνού, ήταν επίσης έρημος και σιωπηλός. Οι άντρες μας θα γύριζαν αργά, γιατί την εποχή του θερισμού δεν υπάρχουν ωράρια. Θυμάμαι, ακόμα, ότι σε μια γωνιά της πλατείας βρισκόταν και η Μαρία Κριστίνα, ντυμένη στα μαύρα γιατί είχε πεθάνει πρόσφατα ο άντρας της, που αέριζε το λίγο στάρι που είχε καταφέρει να μαζέψει από το χωράφι της, περνώντας το μέσα από ένα κόσκινο που κρατούσε ψηλά με τεντωμένα χέρια, κόντρα στον άνεμο.
Καμμιά μας δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί αυτό που θα επακολουθούσε, και λέγαμε πράγματα που λέμε καθημερινά.
" Τι θα δώσουμε στους άντρες μας να φάνε το χειμώνα", έλεγα εγώ, " αν η έλλειψη νερού μας στερήσει τα φασόλια;"
" Και τι θα σπείρουμε το φθινόπωρο", έλεγε η Φιλουμένα, " αν δεν έχουμε καλαμπόκι κι αναγκαστούμε να φάμε όλο το στάρι;"
" Δε βαρυέσαι, αν θέλει ο Θεός, θα περάσουν κι αυτά όπως πέρασαν τόσα άλλα", έλεγε γεμάτη πίστη η Ρεκιούτα. " Πόσες φορές δεν είπαμε πως δεν μπορούμε να τα βγάλουμε άλλο πέρα; Κι όμως τελικά τα φέραμε βόλτα."
Σε μια γωνιά της πλατείας μερικά αγόρια και κορίτσια έπαιζαν τον σερίφη: ο σερίφης δεν μπορεί να πηγαίνει με τα πόδια αλλά μονάχα μ' άλογο, γι' αυτό και το κάθε κοριτσάκι, με τη σειρά του, έκανε το άλογο. Ύστερα έπεσε το δειλινό και εμφανίστηκαν οι πρώτες κωλοφωτιές. Ένα κοριτσάκι ( νομίζω η κόρη της Μαρίας Κριστίνα) ήρθε να με ρωτήσει αν είναι αλήθεια ότι οι πυγολαμπίδες ψάχνουν σπειριά σταριού για το ψωμί των πεινασμένων ψυχών στο Καθαρτήριο· κρατούσε στην ανοιχτή παλάμη μερικά σπειριά σταριού.
Στο μεταξύ, χωρίς να το πάρουμε αμέσως χαμπάρι, άρχισε να σπάει τη σιωπή ένας μονότονος και συνεχής θόρυβος, στην αρχή όμοιος με το βουητό μιας κυψέλης, ύστερα μ' εκείνον των αλωνιστικών μηχανών. Ο θόρυβος ανέβαινε από την κοιλάδα αλλά δεν καταλαβαίναμε από πού ακριβώς. Αλωνιστικές μηχανές, πάντως, δεν φαίνονταν πουθενά. Τα αλώνια ήταν όλα άδεια. Άλλωστε οι αλωνιστικές μηχανές δεν ανέβαιναν ποτέ την κοιλάδα, παρά μόνο στο τέλος του θερισμού. Ξαφνικά ο θόρυβος έγινε πιο καθαρός, και στην πρώτη στροφή του δρόμου που ανέβαινε στο χωριό μας, φάνηκε ένα φορτηγό γεμάτο κόσμο. Αμέσως μετά φάνηκε ένα δεύτερο. Ύστερα ένα τρίτο. Πέντε φορτηγά ανηφόριζαν προς την Φονταμάρα. Αμέσως μετά, όμως, έκανε την εμφάνισή του και ένα έκτο.Να ήταν δέκα; δεκαπέντε; δώδεκα; Η κόρη του Κανναρότσο φώναζε πως ήταν εκατό, αλλά ήταν ακόμα μικρό κοριτσάκι και δεν ήξερε να μετράει. Το πρώτο φορτηγό είχε φτάσει ήδη στην τελευταία στροφή, στην είσοδο της Φονταμάρα, όταν το τελευταίο βρισκόταν ακόμα στους πρόποδες του λόφου. Δεν είχαμε δει ποτέ μας τόσα φορτηγά μαζεμένα. Καμμιά μας δεν είχε ποτέ φανταστεί πως υπήρχαν τόσα πολλά φορτηγά.
Θορυβημένος από τον ανήκουστο θόρυβο ενός τόσο μεγάλου αριθμού αυτοκινήτων, ολόκληρος ο πληθυσμός της Φονταμάρα, δηλαδή οι γυναίκες, τα παιδιά και οι γέροι που δεν πήγαιναν στα χωράφια, μαζεύτηκε στην πλατεία, μπροστά στην εκκλησία. Ο καθένας ερμήνευε με τον δικό του τρόπο την ξαφνική και αναπάντεχη εμφάνιση τόσων αυτοκινήτων που ανέβαιναν στη Φονταμάρα.
" Έρχονται για προσκύνημα", φώναζε αναψοκοκκινισμένη η Μαριέττα. " Τώρα πια οι πλούσιοι δεν πηγαίνουν με τα πόδια αλλά με τ' αυτοκίνητα. Θα έρχονται να προσκυνήσουν τον άγιο μας, τον Σαν Ρόκκο."
"Μα σήμερα δεν είναι η μέρα του αγίου" είπα.
"Θα είναι αγώνας ταχύτητας μεταξύ αυτοκινήτων", έλεγε ο Τσιπόλα, που ως φαντάρος είχε ζήσει κάποτε σε πόλη. " Θα πρόκειται για κάποιο στοίχημα μεταξύ αυτοκινητιστών για το ποιος θα τρέξει γρηγορότερα. Στις πόλεις κάνουν καθημερινά τέτοιους αγώνες."
Ο θόρυβος των φορτηγών έγινε όλο και πιο δυνατός και εντυπωσιακός. Στον θόρυβο, τώρα, προστέθηκαν και οι άγριες φωνές των αντρών πάνω στα φορτηγά. Το κροτάλισμα κάποιων ξηρών πυροβολισμών και τα σπασμένα τζάμια της εκκλησίας μετέτρεψαν, ξαφνικά, την περιέργειά μας σε πανικό.
" Πυροβολούν, πυροβολούν εναντίον μας, πυροβολούν την εκκλησία!" αρχίσαμε να φωνάζουμε.
" Πίσω, πίσω!" φώναζε ο Μπαλντισέρα σ' εμάς τις γυναίκες που ήμασταν πιο κοντά στο παραπέτο. " Πίσω, γιατί πυροβολούν!"
" Μα ποιοι είναι αυτοί που πυροβολούν; Γιατί πυροβολούν; Γιατί μας πυροβολούν;"
" Γίνεται πόλεμος, γίνεται πόλεμος! φώναζε αναστατωμένος ο Μπαλντισέρα. "Ήρθε ο πόλεμος!"
" Μα γιατί ο πόλεμος; Μα γιατί εναντίον μας ο πόλεμος;"
" Ήρθε ο πόλεμος", επανελάμβανε ο Μπαλντισέρα. " Μονάχα ο Θεός ξέρει το γιατί, αλλά γίνεται πόλεμος."
" Αν γίνεται πόλεμος, πρέπει να πούμε τις δεήσεις για τον πόλεμο", πετάχτηκε ο Τεόφιλο, ο νεωκόρος, και άρχισε να μουρμουρίζει: " Regina pacis ora nobis", όταν μια δεύτερη σειρά πυροβολισμών έκανε κόσκινο την πρόσοψη της εκκλησίας και σκέπασε με σοβάδες όλους όσους εκείνη τη στιγμή βρισκόμασταν κοντά στην πόρτα.
Οι ψαλμωδίες διακόπηκαν. Αυτά που συνέβαιναν, δεν είχαν νόημα. Πόλεμος; Γιατί πόλεμος; Την Τζιουντίνα την έπιασαν οι σπασμοί. Γύρω της, όλες οι άλλες, μοιάζαμε με κοπάδι τρελές κατσίκες. Όλες κραυγάζαμε λέξεις χωρίς νόημα. Μόνο ο Μπαλντισέρα επαναλάμβανε σοβαρός κι ατάραχος: " Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, ήρθε ο πόλεμος, δεν γίνεται πια τίποτα, αυτό είναι το πεπρωμένο: όταν έρχεται ο πόλεμος, έρχεται μ' αυτόν τον τρόπο."
Η Μαρία Ρόζα, η μάνα του Μπεράρντο, έκανε μια λογική πρόταση:
" Ας χτυπήσουμε τις καμπάνες. Όταν κινδυνεύει το χωριό πρέπει να χτυπάμε τις καμπάνες. Πάντα έτσι γινόταν!"
Από την ταραχή του, όμως, ο Τεόφιλο δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του. Έδωσε τα κλειδιά σ' εμένα. Η Ελβίρα, που εκείνη τη στιγμή ήρθε κι αυτή στην πλατεία, θέλησε να με συνοδεύσει στο καμπαναριό. Όταν φτάσαμε όμως στις καμπάνες, φάνηκε να διστάζει. Με ρώτησε:
" Έγινε ποτέ κανένας πόλεμος εναντίον των γυναικών;"
"Δεν άκουσα ποτέ μου κάτι τέτοιο", της απάντησα.
" Επομένως", είπε εκείνη, " αυτοί που ήρθαν, δεν ήρθαν για μας αλλά για τους άντρες. Καλύτερα, λοιπόν, να μη σημάνουμε συναγερμό. Αν χτυπήσουμε τις καμπάνες, οι άντρες, εκεί μακριά που είναι, θα νομίσουν ότι πρόκειται για κάποια πυρκαγιά και θα επιστρέψουν τρέχοντας και,βέβαια θα συγκρουστούν μαζί τους."
Σίγουρα η Ελβίρα σκεφτόταν τον Μπεράρντο. Εγώ σκέφτηκα τον άντρα μου και τον γιο μου. Μείναμε, λοιπόν, πάνω στο καμπαναριό, χωρίς να αγγίξουμε τα σκοινιά.
Ψηλά από το καμπαναριό είδαμε τα φορτηγά να σταματάνε στην είσοδο του χωριού και να αδειάζουν ένα πλήθος από οπλισμένους άντρες. Μια ομάδα παρέμεινε δίπλα στα φορτηγά. Οι υπόλοιποι προχώρησαν προς την εκκλησία.
Κάτω από τα πόδια μας, οι γυναίκες τα παιδιά και οι γέροι της Φονταμάρα είχαν σταματήσει τις δεήσεις και είχαν αρχίσει τα ξορκίσματα. Ο Τεόφιλο, με τρεμάμενη φωνή, έλεγε πρώτος την επίκληση, και οι άλλοι, εν χορώ, απαντούσαν: " Libera nos, domnie". Η Ελβίρα κι εγώ, επίσης γονατισμένες, πάνω στο καμπαναριό, απαντούσαμε χαμηλόφωνα: "Libera nos, domine". Κανείς δεν ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί. Ο Τεόφιλο έλεγε όλους τους πιθανούς εξορκισμούς, και η καθεμιά πρόσθετε "Libera nos domine", " Ab omni malo, libera nos, Domine", " Ab omni peccato, libera nos, Domine", " Ab ira tua, libera nos, Domine", " A subitannea et improuisa morte, libera nos, Domine", "A spiritu fornicationis, libera nos, Domine"(*)
Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τη συμφορά που μας επιφύλασσε η μοίρα. Ο Τεόφιλο είχε φτάσει στους εξορκισμούς για τη χολέρα, την πείνα και τον πόλεμο, όταν οι οπλισμένοι άντρες έκαναν την εμφάνισή τους στην πλατεία ουρλιάζοντας και σείοντας τα όπλα τους στον αέρα. Ο αριθμός τους μας άφησε άφωνες. Σαν από ένστικτο, η Ελβίρα κι εγώ κουρνιάξαμε σε μια γωνιά του καμπαναριού, ώστε να βλέπουμε χωρίς να μας βλέπουν.
Οι οπλισμένοι άντρες θα ήταν γύρω στους διακόσιους. Εκτός από το τουφέκι, όλοι τους είχαν στη ζώνη και από ένα μαχαίρι. Όλοι ήταν μασκαρεμένοι νεκροί. Δεν κατάφερνα να γνωρίσω κανέναν εκτός από τον αγροφύλακα και τον συντηρητή δρόμων Φιλίππο ιλ Μπέλλο· και των άλλων, όμως, οι φάτσες δεν φαίνονταν άγνωστες: σίγουρα δεν έρχονταν από πολύ μακριά. Μερικοί έμοιαζαν να είναι σαν κι εμάς χωριάτες, αλλά από τους χωριάτες που δεν έχουν γη, που πάνε και υπηρετούν αφεντικά, κερδίζουν λίγα και συνήθως ζουν από κλεψιές και μπαινοβγαίνουν στις φυλακές. Αργότερα όμως μάθαμε ότι ανάμεσά τους υπήρχαν και μεσάζοντες, από αυτούς που βλέπουμε στις αγορές, όπως υπήρχαν λαντζέρηδες, μπαρμπέριδες, αμαξάδες ιδιωτικών σπιτιών, περιοδεύοντες μουσικοί. Άνθρωποι αρρωστιάρηδες και, στο φως της μέρας, δειλοί. Άνθρωποι πάντα εξυπηρετικοί για τα αφεντικά τους, αρκεί να έχουν το ελεύθερο να βγάζουν την κακία τους πάνω στους φτωχούς. Άνθρωποι χωρίς ενδοιασμούς, άνθρωποι που κάποτε έρχονταν σ' εμάς να μεταφέρουν τις εντολές του ντον Τσιρκοστάντσα για τις εκλογές, και τώρα είχαν έρθει με τα όπλα για να μας πολεμήσουν. Άνθρωποι χωρίς οικογένειες, χωρίς τιμή, χωρίς πίστη, άνθρωποι αναξιόπιστοι φτωχοί αλλά εχθροί των φτωχών.
Επικεφαλής προχωρούσε ένας κοντός κοιλαράς, με μια υφασμάτινη ζώνη στα χρώματα της σημαίας πάνω στην κοιλιά του. Στο πλευρό του, σαν παγώνι, βρισκόταν ο Φιλίππο ιλ Μπέλλο.
" Τι τσαμπουνάς τόση ώρα;" ρώτησε ο κοντός με την τρίχρωμη ζώνη τον Τεόφιλο, το νεωκόρο.
" Προσεύχομαι για την ειρήνη", απάντησε φοβισμένος ο άνθρωπος της εκκλησίας.
"Τώρα θα σου δώσω εγώ την ειρήνη! " είπε γελώντας ο κοιλαράς κι έκανε ένα νεύμα στον Φιλίππο.
Ο οδονόμος πλησίασε τον Τεόφιλο και μετά από κάποιο δισταγμό, του άστραψε ένα χαστούκι.
Ο Τεόφιλο έφερε το χέρι του στο χτυπημένο μάγουλο, κοίταξε γύρω του και ρώτησε δειλά:
" Μα γιατί;"
" Δειλέ, άνανδρε!" άρχισε να τον βρίζει το ανθρωπάκι με την τρίχρωμη κοιλιά. " Γιατί δεν αντιδράς; Είσαι δειλός!"
Ο Τεόφιλο, όμως, έμεινε ακίνητος, σιωπηλός και, πάνω απ' όλα, έκπληκτος. Απ' όλο το πλήθος των γυναικών, των παιδιών, των γερόντων και των αναπήρων που στεκόταν μπροστά του, ο κοιλαράς δεν μπορούσε να βρει άλλον που θ' αντιδρούσε καλύτερα στην πρόκλησή του. Συμβουλεύτηκε για λίγο τον Φιλίππο και μετά με άκρατη περιφρόνηση:
" Νομίζω πως δεν γίνεται τίποτα."
'Υστερα, κι αφού στράφηκε προς το πλήθος, διέταξε με τσιριχτή φωνή:
" Πηγαίνετε αμέσως όλοι στα σπίτια σας!"
Όταν στη μικρή πλατεία δεν είχε μείνει πια ούτε ένας Φονταμαρέζος, το ανθρωπάκι στράφηκε στους μαύρους άντρες και διέταξε:
" Ανά πεντάδες, πηγαίνετε από πόρτα σε πόρτα, ψάξτε παντού και πάρτε όσα όπλα βρείτε. Γρήγορα, πριν γυρίσουν οι άντρες."
Σε ένα λεπτό η πλατεία είχε αδειάσει. Σκοτείνιαζε· από το καταφύγιο μας, όμως, μπορούσαμε ακόμα να βλέπουμε τις ομάδες των πέντε να σκορπίζονται στα στενοσόκκακα και να χάνονται μέσα στα σκοτεινά σπίτια.
" Χωρίς φως θα είναι δύσκολο να ψάξουν όλα τα σπίτια¨, είπε εγώ.
" Ο πατέρας μου είναι στο κρεβάτι και θα τρομάξει. Καλύτερα να πάω σπίτι και ν' ανάψω το λυχνάρι" είπε η Ελβίρα κι έκανε να κατέβει από το καμπαναριό.
" Όχι, μείνε εδώ", της είπα. " Στον πατέρα σου δεν μπορούν να κάνουν κακό."
" Μα τι όπλά ψάχνουν;" ρώτησε η Ελβίρα. " Εμείς δεν έχουμε τουφέκια. Ευτυχώς που ο Μπεράρντο λείπει."
" Θα πάρουν μαζί τους τα κλαδευτήρια και τα δρεπάνια", απάντησα. " Άλλα όπλα δεν έχουμε."
Οι ξαφνικές κραυγές, όμως, της Μαρία Γκράτσια, που είχε το σπίτι της ακριβώς δίπλα στο καμπαναριό, κι αμέσως μετά οι απελπισμένες φωνές της Φιλομένα Καστάνια και της Καρατσίνα, καθώς και οι άλλες φωνές που άρχισαν να ακούγονται από τα πιο απομακρυμένα σπίτια μαζί με θορύβους αναποδογυρισμένων επίπλων, θρυψαλιασμένων γυαλικών και σπασμένων καρεκλών, μας αποκάλυψαν στη στιγμή τις είδους όπλα γύρευαν αυτοί οι παλιάνθρωποι.
Η Μαρία Γκράτσια, κάτω από τα πόδια μας, ούρλιαζε σαν ζώο που το γδέρνουν. Μέσα από την ορθάνοικτη πόρτα βλέπαμε τη σκυλίσια επίθεση πέντε ανδρών εναντίον μιας γυναίκας: εκείνη κατόρθωσε δυό - τρεις φορές να τους ξεφύγει και κάποια στιγμή κατάφερε να φτάσει  μέχρι την πόρτα αλλά την πρόφτασαν, τη βούτηξαν από τα πόδια και τους ώμους, την πέταξαν καταγής, την ακινητοποίησαν, την έγδυσαν απ' ό,τι φορούσε πάνω της, κι ενώ οι τέσσερις την κρατούσαν μ' ανοιχτά τα χέρια και τα πόδια, ο πέμπτος άρχισε να τη μαγαρίζει. Η Μαρία Γκράτσια σφάδαζε σα γδαρμένο ζώο. Όταν ο πρώτος τελείωσε, τη θέση του πήρε ένας άλλος και το μαρτύριο ξανάρχισε. Μέχρι που εκείνη σταμάτησε κάθε αντίσταση· το αγκομαχητό της είχε γίνει τόσο αδύναμο που δεν έφτανε πια ούτε μέχρι τ' αυτιά μας.
Η Ελβίρα δίπλα μου είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή. Πώς να το εμποδίσω; Όλα είχαν συμβεί μπροστά στα μάτια μας, δεκαπέντε μέτρα πιο πέρα. Κολλημένη πάνω μου, με τα χέρια της γύρω από το λαιμό μου, ένιωθα το τρομαγμένο πλασματάκι να τρέμει ολόκληρο, λες και είχε σπασμούς. Ήταν σα να έτρεμε ολόκληρο το καμπαναριό, σα να έτρεμε όλη η γη κάτω από τα πόδια μας. Προσπαθούσα να βρω τη δύναμη να κρατήσω την Ελβίρα ορθή στα πόδια της, μη πέσει πάνω στην ξύλινη σκάλα και στρέψει τα μάτια των οπλισμένων ανδρών στην κρυψώνα μας. Με μάτια τεράστια, ορθάνοικτα, ακίνητα, η Ελβίρα κοίταζε τώρα το δωμάτιο που μόλις είχαν εγκαταλείψει οι πέντε άντρες, με το βασανισμένο σώμα της Μαρίας Γκράτσια να κείτεται καταγής. Τότε φοβήθηκα πως η Ελβίρα θα έχανε τα λογικά της. Της έκλεισα τα μάτια με τα χέρια μου, όπως κάνουμε με τους νεκρούς. Ύστερα, ξαφνικά, ένιωσα με τη σειρά μου τις δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν, τα πόδια μου να καταρρέουν. Σωριαστήκαμε και οι δυό, η μια κοντά στην άλλη, μέσα στο σκοτάδι.
Από εκείνο το τρομερό βράδυ δεν θυμάμαι τίποτ' άλλο, πέρα απ' όσα προσπάθησα να διηγηθώ. Στιγμές - στιγμές νομίζω ότι από ολόκληρη τη ζωή μου δεν θυμάμαι τίποτα, πέρα απ' όσα  συνέβηκαν εκείνο το βράδυ μπροστά στα μάτια μου. Τα υπόλοιπα, αν θέλει, μπορεί να σας τα διηγηθεί ο άντρας μου...( απόσπασμα)

(*) Ο Τεόφιλο παρακαλεί τον Κύριο να τους ελευθερώσει, κατά σειρά, από το κάθε κακό, την κάθε αμαρτία, την οργή του Κυρίου, τον ξαφνικό και απροσδόκητο θάνατο, το μοιχό πνεύμα (Σ.τ.Μ.)

Ιγνάτσιο Σιλόνε , Φονταμάρα, μετφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, Μέδουσα, Αθήνα 1988

Η Φονταμάρα θεωρείται ένα από τα κλασικότερα έργα της ιταλικής, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι κάτοικοι του μικρού και φτωχού χωριού της μεσημβρινής Ιταλίας Φονταμάρα είναι οι πρωταγωνιστές στο μυθιστόρημα του Ιγνάτσιο Σιλόνε. Τα παράξενα γεγονότα όμως που περιγράφονται σ' αυτό το βιβλίο δεν συνέβησαν μόνο στο χωριό Φονταμάρα, την περίοδο ανόδου του φασισμού. Συνέβησαν, κατά τον συγγραφέα, σε αρκετές περιοχές της αγροτικής Ιταλίας, έστω και αν δεν έγιναν την ίδια εποχή και με την ίδια χρονολογική σειρά.
Η δύναμη καταγραφής μιας εν πολλοίς άγνωστης πραγματικότητας, συχνά ξεπερνά το "αντιφασιστικό" περιεχόμενο αυτού του μυθιστορήματος. Το δράμα του μικρού, ξεχασμένου από Θεό και ανθρώπους χωριού δεν αφορά μονάχα τη φασιστική αυθαιρεσία και θηριωδία, αλλά την αυθαιρεσία και θηριωδία μιας ολόκληρης κοινωνίας, πέρα από τα κλασικά σχήματα της πάλης των τάξεων ( από το οπισθόφυλλο)

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019

Amalia Rodrigues

H μεγάλη κυρία, ερμηνεύτρια των fado έφυγε στις 6 Οκτωβρίου 1999


Αποτέλεσε για τους Πορτογάλους ότι η Εντίθ Πιαφ για τους Γάλλους, η Ουμ Καλσούμ για τους Αιγύπτιους και τους Άραβες και η Μπίλι Χόλιντει για τους Αμερικάνους. Η πιο γνήσια φωνή Πορτογαλίας, η βασίλισσα του φάδο, με τραγούδια άρρηκτα συνδεδεμένα με τη σύγχρονη ιστορία της χώρας, άφησε την τελευταία της πνοή καθώς έσβηνε ο 20ος αιώνας.
Όπως λέει στη βιογραφία της, που εκδόθηκε το 1993, δεν ήξεραν ούτε οι γονείς της την ακριβή μέρα γέννησής της. Κι εκείνη την ορίζει την 1η Ιουλίου 1920. Τα πρώτα της τραγούδια τα “ερμηνεύει” στο λιμάνι Αλκαντάρα της Λισσαβόνας. Στον πάγκο όπου πουλούσε φρούτα με τη μητέρα της. Οι στίχοι των φάδος αναδίνουν μια απλότητα και θλίψη που ταίριαζαν απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία της Ροντρίγκεζ. Όπως, άλλωστε, δήλωνε η ίδια, ήταν “πεσιμίστρια και μηδενίστρια”.  Φάδο -που στα πορτογαλικά σημαίνει μοίρα ή πεπρωμένο- ονομάζεται ένα είδος μουσικής που εντοπίζεται τη δεκαετία του 1820 στην Πορτογαλία. Σίγουρα όμως είχε παλαιότερες ρίζες. Η μουσική είναι μελαγχολική, το ίδιο και οι στίχοι, που συχνά μιλούν για τη θάλασσα ή για τη ζωή των φτωχών. Η μουσική έχει σχέση με την πορτογαλική λέξη saudade, μια από τις δυσκολότερες λέξεις προς μετάφραση. Είναι ένα είδος προσμονής. Ένα μείγμα νοσταλγίας, λύπης, πόνου αλλά και ευτυχίας κι αγάπης. Δεν είναι λίγοι οι λάτρεις της μουσικής φάδο, που ισχυρίζονται ότι οι ρίζες της είναι ένα μείγμα της μουσικής των σκλάβων της Αφρικής με την παραδοσιακή μουσική των Πορτογάλων ναυτών και αραβικές επιρροές.
Το 1939 – μετά από ένα διάστημα που πέρασε τραγουδώντας σε τοπικά φεστιβάλ – άρχισε να τραγουδά τα φάδο σε κάποια από τα κλαμπ και τις ταβέρνες της Πορτογαλικής πρωτεύουσας. Αυτή η κίνησή της ήταν κόντρα στις αντιλήψεις των γονιών της, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν αρνητικά. Για εκείνα τα χρόνια, το να είσαι φαδίστα θεωρείτο κάτι πρόστυχο.
Το διάστημα 1950-1970 ήταν η χρυσή περίοδος της Αμάλιας Ροντρίγκες, καθώς τότε απέκτησε και τον τίτλο “ιέρεια των φάδος”. Με την πρώτη της περιοδεία στη Λατινική Αμερική και στις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του ‘50, άρχισε να γίνεται αρκετά γνωστή. Το μεγάλο της ταλέντο άρχισε να αναγνωρίζεται και οι καλύτεροι μουσικοί της Πορτογαλίας γράφουν τραγούδια για τη φωνή της. Εκείνη την εικοσαετία, πρωταγωνίστησε σε πολλές ταινίες κι εμφανίστηκε για συναυλίες σε αρκετές χώρες που την κάλεσαν. Ανάμεσά τους η τότε Σοβιετική Ένωση, το Μεξικό και η Ιαπωνία. Κυκλοφόρησε δεκάδες δίσκους, που όλοι γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Η πιο αντιπροσωπευτική της συλλογή είναι το “The Art of Amalia”, με τις πολύ γνωστές επιτυχίες “Coimbra”(για την ομώνυμη πόλη) και “Barco Negro”.

Πηγή: aixmi

Σάββατο 5 Οκτωβρίου 2019

Η Αριστερή παράταξη των δασκάλων

Άλλη μια Παγκόσμια Ημέρα σήμερα, αφιερωμένη στους εκπαιδευτικούς. Η ανάρτηση είναι για εκείνους τους δασκάλους και δασκάλες που πρωτοπόρησαν σε εποχές δύσκολες και αγωνίστηκαν μέσα από τις γραμμές της Αριστερής παράταξης των δασκάλων κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου.


Η Ρόζα Ιμβριώτη καταθέτει στο βιβλίο της " Η αυξημένη ωριμότητα των νέων Άριστος Οιωνός (Ο Νοέμβρης του 1973) τη μαρτυρία της δασκάλας Ελένης Μπαμπαδάκη, μέλος τότε της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας:
" Οι εκπαιδευτικοί τόσο της Δημοτικής όσο και της Μέσης στην πλειοψηφία τους πίστεψαν πως η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση επιδιώκοντας την αναγέννηση της Παιδείας και την ανύψωση  του εργάτη της θα οδηγούσε τη χώρα σ' ένα καλύτερο αύριο. Και μια φωτισμένη, ενθουσιώδικη πρωτοπορία τους αγωνίστηκε με φανατισμό για τη νίκη της στις συνδικαλιστικές οργανώσεις και συνελεύσεις των δύο κλάδων, στα παιδαγωγικά συνέδρια, στον τύπο, στις κάθε είδους εκδηλώσεις  γενικά, όπου έμπαινε το θέμα "Παιδεία". Στην πρώτη εμφάνιση της "Αριστερής παράταξης των δασκάλων" ( στη Γενική Συνέλευση της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας του 1929) είκοσι περίπου θαρραλέοι αντιπρόσωποι, σχεδόν όλοι 25 - 30 χρόνων, παρουσίασαν ένα δικό τους ολοκληρωμένο πρόγραμμα επιδιώξεων, διαχώρισαν τη θέση από την "παράταξη του Κέντρου" με την οποία ως τώρα συμπορεύονταν και χάραξαν δικό τους δρόμο για την πραγματοποίηση της αναγέννησης της παιδείας και του λαού: το δρόμο του αγώνα με συνέπεια και συνέχεια ως τη νίκη. Τεράστια ήταν η απήχηση που είχε η παρουσία της αριστεράς παράταξης όχι μόνο μέσα στη συνέλευση αλλά και στον εκπαιδευτικό κόσμο. Πολλές από τις απόψεις των αριστερών έγιναν δεκτές από τη συνέλευση και μπήκαν στο πρόγραμμα της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας και το σπουδαιότερο δύο μέλη της Αριστεράς εκλέχτηκαν στο νέο πενταμελές Συμβούλιο ( Ε.Μπαμπαδάκη, Β. Παπάς). Πρωτοφανής όμως ήταν και η αντίδραση με αρχηγό τον Κουλουμβάκη, απαιτώντας μ' αφρούς λύσσας "την κεφαλήν επί πίνακι" των αριστερών που φυσικά τιμωρήθηκαν σχεδόν όλοι με απολύσεις ως 6 μηνών κ.λ.π. Ανάμεσά τους ήταν οι Ν.Πλουμπίδης, Κ. Τσίρκας, Κ. Χυτήρης, Β.Πόλκος, Δ. Σαξώνης, Κ. Βούλγαρης, Κ. Παπανικολάου Σερρών, Σ.Στρατίκης, Κ. Παπανικολάου Φθιώτιδας, Θ. Παπακωνσταντίνου. Στους αγώνες που συνεχίστηκαν ως τη διχτατορία του 1936 με αξιοσημείωτες καταχτήσεις ξεχώρισε μια ατέλειωτη σειρά νέων δασκάλων που τιμωρούνται μ' απολύσεις οριστικές ή προσωρινές, με μεταθέσεις - εξορίες στα βουνά της Ευρυτανίας, όπως Σ. Μπαρμπουνάκης, Κ. Μαμμέλη. Τ. Βαφειάδης, Βαγγέλης Νικολάου, Ε. Αντωνιάδου, Ξ. Γκολφέστου, Θ.Γκοβάτσος, Σ. Τσέκας, Κ. Τζαννετής, Γ. Πριμικήρης, Α. Κοσμόπουλος, Μ. Λεβαντάκος, Χ. Πολυμενάκος κ.α"


Και λίγα λόγια για την δασκάλα Ελένη Μπαμπαδάκη από το βιβλίο του Γιάννη Κατσαντώνη  Η Αριστερή παράταξη των δασκάλων στο Μεσοπόλεμο.
Η Ελένη Μπαμπαδάκη γεννήθηκε το 1899 στους Αρμένους Ρεθύμνου. Σπούδασε δασκάλα, όπως και η αδελφή της Βασιλεία. Μετά την αποφοίτησή της από το διδασκαλείο οργανώθηκε στο ΚΚΕ και είχε αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα σαν δασκάλα, σαν μέλος του ΚΚΕ και συνδικαλίστρια.
Ο τότε επιθεωρητής Ρεθύμνου, για να απαλλαγεί από την εξωσχολική δραστηριότητά της, τη συμβούλεψε να πάει στο Πανεπιστήμιο Αθήνας για μετεκπαίδευση.
Ήταν ανάμεσα στους πρώτους που πέτυχαν στη μετεκπαίδευση.
Στην Αθήνα γνώρισε τους δασκάλους Ν. Πλουμπίδη, Κ.Θ. Παπανικολάου, Θ. Γκοβάτο, Χρ. Πολυμνάκο, που αργότερα παντρεύτηκε την αδελφή της Βασιλεία(...)
Πήρε δραστήριο μέρος στους συνδικαλιστικούς αγώνες. Εκλέχτηκε αντιπρόσωπος δασκαλικών συλλόγων για τη Γενική Συνέλευση της ΔΟΕ και στα 1929 - 1930 ήταν μέλος της διοίκησης της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας. Έγραψε αξιόλογα άρθρα στο Διδασκαλικό Βήμα και σ' άλλα έντυπα.
Στην περίοδο της Κατοχής ήταν στην Αθήνα πρώτα, πήγε για ένα διάστημα στην Ευρυτανία και ξαναγύρισε στην Αθήνα. Ήταν από τους υπεύθυνους για τη σύνταξη και έκδοση του παράνομου Διδασκαλικού Βήματος στη διάρκεια της Κατοχής.
Στον εμφύλιο πόλεμο βρισκόταν στην Αθήνα και δούλευε σε διάφορα κομματικά έντυπα.
Το μεταδεκεμβριανό κράτος την εξόρισε στην Ικαρία και στο Τρίκερι, απ' όπου βγήκε στη δεκαετία του πενήντα με κλονισμένη την υγεία της. Έδινε συνεργασίες  σε εφημερίδες και περιοδικά. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής της Πανελλαδικής Ομοσπονδίας Γυναικών(ΠΟΓ). Στις αρχές του 1960 έγραψε σειρά άρθρων στην εφημερίδα Ελεύθερος, σχετικά με την αγρότισσα γυναίκα(...)
Πέθανε στις 22 Αυγούστου 1983.

1) Ρόζα Ιμβριώτη Η αυξημένη ωριμότητα των νέων. ΑΡΙΣΤΟΣ ΟΙΩΝΟΣ( Ο Νοέμβρης του 1973), Παιδαγωγική Διογένης, Αθήνα 1973
2) Γιάννη Κατσαντώνη, Η Αριστερή παράταξη των δασκάλων στο Μεσοπόλεμο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1998

Παρασκευή 4 Οκτωβρίου 2019

Να μην ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ - ναι, ναι, του σκύλου μας του Ντικ,..

Παγκόσμια μέρα των ζώων σήμερα και στο νου έρχεται εκείνος ο σκύλος , ο Ντικ, "που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι γιατί αγάπαγε πολύ τους εξορίστους". Τον παρέδωσε στην αιωνιότητα ο Γιάννης Ρίτσος 

Ο ΝΤΙΚ

Η πέτρα σταυρωμένη απ' τον άνεμο -
ο άνεμος, η σιγαλιά -
δεν ακούγεται τίποτα
μόνο το καρδιοχτύπι της πέτρας
κι η πέτρα της καρδιάς που δουλεύεται
με το θυμό και με τον πόνο
βαριά, σιγά και σταθερά.

Μπόλικη πέτρα
μπόλικη καρδιά
να χτίσουμε τις αυριανές μας φάμπρικες
τα λαϊκά μέγαρα
τα κόκκινα στάδια
και το μεγάλο μνημείο των ηρώων της Επανάστασης.

Να μην ξεχάσουμε και το μνημείο του Ντικ -
ναι, ναι, του σκύλου μας του Ντικ,
της ομάδας του Μούδρου,
που τον σκοτώσαν οι χωροφυλάκοι
γιατί αγάπαγε πολύ τους εξορίστους.

Ένα μνημείο για τον Ντικ-
ένας πέτρινος σκύλος
με φαρδιά καπούλια,
με δυό σταγόνες αφοσίωση στα μάτια
μ' ανασηκωμένο το πάνω του χείλι
δείχνοντας το ζερβί του δόντι
έτοιμος να δαγκάσει
τον αστράγαλο της νύχτας
ή τη σκιά του χωροφύλακα
ή τη στενόμακρη παύση του κλεφτοφάναρου
πούβαζε μια πλάκα σιωπή
ανάμεσα στα λόγια και στα χέρια μας.

Να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι, τον Ντικ,
το φίλο μας τον Ντικ
που γαύγιζε τις νύχτες στην αυλόπορτα άντικρυ στη θάλασσα
κι αποκοιμιόταν τα χαράματα
στα γυμνά πόδια της Λευτεριάς
με τη χρυσόμυγα του αυγερινού
πάνω στο στυλωμένο αυτί του.

Τώρα ο Ντικ κοιμάται στη Λήμνο
δείχνοντας πάντα το ζερβί του δόντι.

Μπορεί μεθαύριο να τον ακούσουμε πάλι
να γαυγίζει χαρούμενος σε μια διαδήλωση
περνοδιαβαίνοντας κάτου απ' τις σημαίες μας
έχοντας κρεμασμένη στο ζερβί του δόντι
μια μικρή πινακίδα "κάτω οι τύραννοι".

Είταν καλός ο Ντικ -
να μην ξεχάσουμε, σύντροφοι που σκοτώθηκε στις γραμμές μας
το φίλο μας τον Ντικ που τον σκότωσαν
γιατί αγάπαγε πολύ τους συντρόφους μας.

Γιάννης Ρίτσος Πέτρινος Χρόνος - Μακρονησιώτικα, Κέδρος, Αθήνα 1976, 4η έκδοση

...και διαφύλαξε τη μνήμη του ο Θάνος Μικρούτσικος με τη μουσική του και τις συγκλονιστικές ερμηνείες των Σάκη Μπουλά και Μαρίας Δημητριάδη.