Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Από τον Ουλιάνωφ στο Λένιν

Σύντομος είναι
                 κι ως την ύστερη πνοή
τον ξέρουμε
          τον βίο
                    του Ουλιάνωφ.
Μα του συντρόφου Λένιν
           τη μακραίωνη ζωή
τη γράφουμε - 
           τη γράφουμε
                       και δεν τελειώνει.
( Μ α γ ι α κ ό φ σ κ ι )

Λένε πως ο Λένιν μόλις έμαθε το θάνατο του αδερφού του παρηγόρησε τη μητέρα του με τη φράση: " Εμείς θα πάρουμε άλλο δρόμο". Υπάρχει και ζωγραφικός πίνακας, και τον είδαμε στο σπίτι ή στο σχολείο, που παρασταίνει τη σκηνή: ο νεαρός Λένιν - ήταν τότε 17 χρονών - όρθιος πλάι στη μάνα του. Η μαυροφορεμένη μάνα κάθεται στην καρέκλα και προσπαθεί μ' ένα μαντήλι να κρατήσει το αναφυλλητό της. Στο τραπέζι ανοιχτό το γράμμα που έφερε την είδηση. Το χέρι του Λένιν ακουμπά στο τραπέζι, το άλλο είναι περασμένο στον ώμο της μάνας του - τώρα ο Βλαδίμηρος είναι ο πιο μεγάλος άντρας στο σπίτι.
Αν δεν ξέραμε τι έγινε κατόπιν ο Λένιν, μπορεί και να βρίσκαμε πολύ τολμηρή μια τέτοια φράση στα χείλη ενός παιδιού 17 χρονών. Μα εκείνο που με βεβαιότητα διαπιστώνουν οι βιογράφοι του είναι ότι κανένα από τα γραφτά του Λένιν, αυτά που υπάρχουν και μένουν, ούτε τα πιο νεανικά, δε φαίνονται να είναι από χέρι ανθρώπου που μόλις τώρα ξεκινά, από χέρι νέου. Τα γνώριμα σημάδια της ασχημάτιστης ακόμα σκέψης, των πρωτόλειων, των πρώτων αβέβαιων βημάτων στο δρόμο της μαθητείας, μάταια, λέει, θα τα ζητήσουμε στα πρώτα γραφτά του Λένιν. Τη διαδικασία της διαμόρφωσης του πνεύματός του, το πώς μέστωνε και πότε μέστωνε η σκέψη του είναι ζήτημα αν θα μπορέσει να τη συλλάβει κανείς εξονυχίζοντας τους πενήντα τόμους των έργων του. Αυτή είναι μια διαπίστωση που την έχουν κάνει άλλοι, εκείνοι που έσκυψαν στα έργα του Λένιν. Η Μαρία Σαγινιάν γράφει λ.χ. στο βιβλίο της:

"...Ο Ιλίτς βγήκε στον ιστορικό στίβο πολύ, πάρα πολύ νέος. Μα ο νέος αυτός από τα πρώτα του βήματα παρουσιάστηκε ως ένας ώριμος άντρας, ήταν κιόλας ο " Ιλίτς ", όπως τον θυμούνται οι σύγχρονοί του. Η πρώτη - πρώτη εργασία του γραμμένη το 1893, κριτική στο βιβλίο του Πόστνικωφ για την αγροτική οικονομία στη νότια Ρωσία, μας παρουσιάζει κιόλας έναν ώριμο Λένιν, έναν αριστοτέχνη της ανάλυσης με τα στέρεα συμπεράσματά του, με την ακαταμάχητη πειστική του δύναμη. Δεν είναι δυνατόν να την ονομάσει κανείς την εργασία αυτή " νεανική " γιατί σε μια νεανική εργασία ο συγγραφέας συνήθως είναι πάνω στη διαμόρφωσή του, ψάχνει νάβρει τον εαυτό του, δεν είναι ακόμη κατασταλαγμένος, αναμιγνύει ορθό και μη ορθό. Εδώ προβάλλει ένας ώριμος νους, με εντελώς αποκρυσταλλωμένη την πολιτική θέση."

Μπορεί να είναι αξιοθαύμαστο κι αυτό. Μα θα το λογαριάσουμε πολύ φυσικό κυττάζοντάς το από το ύψος της αποστολής που έθετε η ιστορία στο Λένιν και κυττάζοντάς το ακόμη μέσα στη συνέχειά του. Ύστερ' από τον Αλέξανδρο Ουλιάνωφ, μόνο ο Βλαδίμηρος Λένιν μπορούσε να έλεγε τον καινούργιο λόγο. Οι στίχοι του Μαγιακόφσκι είναι σίγουρα από τις καλλιτεχνικές εκείνες αστραπές που φιξάρουν το συμπυκνωμένο νόημα μερικών αιώνων:

Χρόνια και χρόνια,
              διακόσια χρόνια πριν,
τα πρώτα
           ακούγονται
                    μηνύματα
για τη ζωή του Λένιν.

Μέσα στο Λένιν θημωνιάζονται οι καιροί. Άλλωστε στη Ρωσία του 19ου αιώνα τα θαύματα πια είναι μια συνήθεια. Ο επιγραμματικός Λεσκώφ έχει πει πως αν στη Ρωσία της εποχής του καθόταν κανείς ν' απορεί και να θαυμάζει γι' αυτά που έβλεπε θα έπρεπε να μεταβληθεί σε άγαλμα μ' ανοιχτό στόμα. Θαυμάζουνε κι οι σημερινοί μελετητές την πνευματική ανάπτυξη της Ρωσίας, μαζί με τ' άλλα, και για τους γοργούς ρυθμούς της. Για λόγους που έχουν βέβαια την ιστορική τους εξήγηση ο 19ος ρωσικός αιώνας, αρχίζοντας από τον Πούσκιν, τρέχει ορμητικά σαν τη γνωστή μας Τρόικα του Γκόγκολ ή , όπως λέει ο Εσένιν, σαν τ' αλογάκια που έχουν στην τριγωνική τους πρόσοψη οι ρωσικές ίζμπες. Έτσι τρέχουν κι οι βιογραφίες των ανθρώπων. Ο Πούσκιν, ο Λέρμοντωφ, ο Μπελίνσκι, ο Ντομπρολιούμπωφ, ο Πίσαρεφ είναι κοντά στ' άλλα και απίθανα ρεκόρ ταχύτητας σε ωρίμανση και απόδοση. Αλλά και η μελέτη άλλων βιογραφιών δε θα μας εκπλήξει λιγότερο, παρόλο που εκεί η ζωή απλώθηκε μερικές δεκαετίες παραπάνω κι ο χρονικός αριθμητής παρουσιάζεται σχετικά μεγαλωμένος.
Όλα αυτά πρέπει κανείς να τα πάρει υπόψη του πλησιάζοντας το Λένιν. Στη σύλληψη του νέου δρόμου, που έπρεπε ν' ακολουθήσει το ρωσικό επαναστατικό κίνημα, στην ένωση της σοσιαλιστικής θεωρίας με τις επαναστατικές δυνάμεις της κοινωνίας, ο Λένιν παρουσιάζεται έτοιμος από πολύ μικρός - τον ίδιο χρόνο που τέλειωσε το γυμνάσιο και μπήκε στη νομική σχολή του πανεπιστημίου του Καζάν το φθινόπωρο του 1887, τα αστυνομικά πρωτόκολλα και οι εκθέσεις των αστυνομικών πρακτόρων του Καζάν, παρουσιάζουν το Λένιν επικεφαλής μιας φοιτητικής διαδήλωσης: μπροστά γράφουν, ο φοιτητής Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ, έξαλλος, με κραυγές και βίαιες χειρονομίες, " το δε πρόσωπό του κατέρυθρο". Ασφαλώς ο ηγέτης της οχτωβριανής επανάστασης διαμορφώνεται μέσα στη συνέχεια των αγώνων για την αφομοίωση της παγκόσμιας επαναστατικής θεωρίας και πραχτικής πείρας, αλλά ο ρόλος αυτού εδώ του σπιτιού, η παρουσία του στη ζωή και στο έργο του Λένιν, η παρουσία των οικογενειακών και των εθνικών παραδόσεων, όπως οι τελευταίες αποκρυασταλλώνονταν εδώ μέσα, θα τον συνοδεύουν σ' όλη του τη ζωή. Ο ίδιος άλλωστε έχει γράψει πολλές φορές για τη μεγάλη επιρροή που άσκησε απάνω του η πρωτοποριακή εθνική παράδοση. " Πριν από το Μαρξ, τον Ένγκελς και τον Πλεχάνωφ,  με είχε οργώσει κυριολεκτικά ο Τσερνισέφσκι" έλεγε σ' έναν από τους συγχρόνους του. Το έχει γράψει και στα βιβλία του, όπως λ.χ. στο περίφημο " Τι να κάνουμε ":

" Το ρόλο του πρωτοπόρου αγωνιστή μόνο ένα κόμμα μπορεί τώρα να τον παίξει, ένα κόμμα εξοπλισμένο με πρωτοπόρα θεωρία. Για να σχηματίσει ο αναγνώστης μία κάπως συγκεκριμένη αντίληψη τι σημαίνει αυτό, ας θυμηθεί τους προδρόμους της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, το Χέρτσεν, το Μπελίνσκι, τον Τσερνισέφσκι και τη λαμπρή πλειάδα των επαναστατών του 1870. Ας αναλογιστεί την παγκόσμια σημασία που αποχτά σήμερα η ρωσική λογοτεχνία."

Πέρα όμως από το σπουδαιότατο αυτό κεφάλαιο, μπορούμε και σ' άλλες, επίσης σπουδαίες πλευρές της προσωπικότητάς του, να ψηλαφήσουμε τους δεσμούς με το φυτώριο του Σιμπίρσκ - ας θυμηθούμε λ.χ. την ηθική ακεραιότητά του για την οποία τόσα ζωντανά επεισόδιά μπορεί κανείς να διαβάσει στις αφηγήσεις των συγχρόνων του, στις αφηγήσεις της ζωής του. Θα ξαναγυρίσουμε για λίγο στο λαμπρό βιβλίο της Σαγκινιάν:
Πέθανε, μας λέει, το 1836 στο Άστραχαν ο παππούς του Λένιν, ο ράφτης Θανάσης Ουλιάνωφ, κι άφησε μια χήρα με τέσσερα παιδιά, ένα φτωχόσπιτο και κανένα πόρο ζωής. Πεθαίνει το 1886 στο Σιμπίρσκ ο πατέρας του Λένιν, ο Ηλίας Ουλιάνωφ, κι αφήνει μια χήρα με έξη παιδιά, με μια σύνταξη κι ένα σπίτι. Πεθαίνει το 1924 στη Μόσχα ο Λένιν. Αφήνει ένα παλιό ρολόι της τσέπης και μια επίσης παλαιϊκιά καδένα - και τα δύο τώρα στο μουσείο. Είχε κι ένα παλτό με με γούνινο γιακά, μονταρισμένο κοντά - κοντά με το βελόνι - τώρα είναι και το παλτό στο μουσείο. Είχε, όταν ζούσε, το μιστό του, μια κατοικία που ανήκε στο κράτος, έπιπλα που ανήκαν και αυτά στο κράτος και είχαν απάνω τη μεταλλική καρτελίτσα της απογραφής. ( Την κατοικία του μπορεί να τη δει κανείς σήμερα στο Κρεμλίνο, ήταν πλάι στο γραφείο του - τρία ή τέσσερα μικρά δωμάτια όπου έμεναν οικογενειακώς με μιαν από τις αδελφές , η μητέρα πέθανε το 1916, η επίπλωση λιτότερη από λιτή, από μια σιδερένια κουκέτα σε κάθε δωμάτιο, ένα κομοδίνο κι ένα γραφειάκι - στων γυναικών τα καμαράκι από μια ντουλάπα - έναν δυό καναπέδες, όλα αυτά συγυρισμένα, σκεπασμένα με αυτοσχέδια κελύφια, ίδια σαν αυτά που είδαμε κι εδώ στο Σιμπίρσκ. Υπάρχει και μια κουζινίτσα μ' ένα τραπεζάκι και τα ελάχιστα απαραίτητα σκεύη.) Ο μιστός του, συνεχίζει η Σαγκινιάν, ήταν λιγοστός κι ο προσωπάρχης του Υπουργικού Συμβουλίου αποφάσισε εν αγνοία του Λένιν να του κάνει αύξηση από 1 Μαρτίου 1918 αντί 500 να του δίνουν 800 ρούβλια. Το αποτέλεσμα ήταν να πάρει πίσω τα 300 ρούβλια με αυστηρότατες παρατηρήσεις. Ούτε βιβλία δικά του είχε. Όσα χρειαζόταν τα ζητούσε δανεικά από τις βιβλιοθήκες. Έχει διατηρηθεί ένα από τα σημειώματά του στη βιβλιοθήκη Ρουμιάνοφ ( αυτή που φέρει σήμερα το όνομά του). Αφού σημειώνει τι βιβλία του χρειάζονταν, κλείνει το σημείωμα με τα εξής: " Αν ο κανονισμός απαγορεύει να δίνονται λεξικά έξω από τη βιβλιοθήκη, παρακαλώ αν είναι δυνατόν να μου δοθούν για τη νύχτα όταν η βιβλιοθήκη είναι κλειστή. Το πρωί θα τα επιστρέψω". Το σκάκι, μόνο το ωραίο σκάκι, χειροτέχνημα του πατέρα του, τότε που εργαζόταν ακόμη δάσκαλος στο Κάτω Νόβγκοροντ και που είχε δει τόσους και τόσους οικογενειακούς αγώνες στο Σιμπίρσκ - μόνο αυτό το σκάκι κουβαλούσε μαζί του ο Ιλίτς στις περιπλανήσεις του ανά την Ευρώπη. Αλλά χάθηκε κι αυτό, κάπου εκεί στη Γαλικία τον καιρό του πολέμου - το κατάσχεσε η αστυνομία...
Μα θα μεταφέρουμε αυτούσιες μερικές παραγράφους από το βιβλίο της Σαγκινιάν:

" ...Όταν στεκόμαστε μπροστά σε μερικές λεπτομέρειες της ζωής του, όπως τις βλέπουμε στα εκθέματα των μουσείων, νιώθουμε μία συγκίνηση, ένα σφίξιμο στην καρδιά και λέμε: " Εξαίρετε, θαυμάσιε Ιλίτς", αλλά αυτό δεν είναι συναισθηματισμός, όπως άλλωστε και στον ίδιο το Λένιν η απλότητα του βίου του, η πλήρης ακτημοσύνη, η οικονομία που έκανε λ.χ ακόμη και στο ντύσιμό του δεν ήταν αποτέλεσμα μιας κάποιας "συναισθηματικής" αντίληψης περί λιτότητας στη ζω΄. Ούτε ήταν από έλλειψη χρόνου, επειδή ο Λένιν δεν είχε τον καιρό να φροντίσει αυτά τα πράγματα με τις διαρκείς περιπλανήσεις του, παρόλο που πράγματι η ζωή του ήταν διαρκής περιφορά...
Ήταν βαθιά ριζωμένο στο χαρακτήρα του Ιλίτς, το είχε συνειδητοποιήσει α π ό  π α ι δ ί κι έγινε κατόπιν πεποίθησή του αυτό το αίσθημα, αυτό το γνήσιο, το εντελώς καινούργιο ανθρώπινο αίσθημα να μη μαζεύει, να μη σκλαβώνεται στα πράγματα. Αγαπούσε πολύ, όπως κι η μάνα του, ν' ασχολείται με τη γη, να σκάβει στον κήπο, αγαπούσε  την γεωργία κι όταν η μάνα του πούλησε το σπίτι στο Σιμπίρσκ κι αγόρασε  ένα μικρό αγρόχτημα στο χωριό Αλκάγιεφκα, έξω από τη Σαμάρα, ο Ιλίτς δόθηκε μ' ενθουσιασμό σ' αυτή την απασχόληση. Αλλά γρήγορα εγκατέλειψε το αγρόχτημα. Αργότερα εξηγούσε το γιατί: α ν τ ι λ ή φ θ η κ ε  π ω ς ο ι  σ χ έ σ ε ι ς  τ ο υ  μ ε  τ ο υ ς α γ ρ ό τ ε ς  ά ρ χ ι σ α ν  ν α  π ε ρ ι π λ έ κ ο ν τ α ι, ν α ψ υ χ ρ α ί ν ο ν τ α ι  κ α ι  ν α  π α ί ρ ν ο υ ν  α ν ώ μ α λ ο  χ α ρ α κ τ ή ρ α.
Εκατοντάδες άνθρωποι που αυτοπαποκαλούνται σοσιαλιστές δε θα σημείωνα , αν ήταν στη θέση του Λένιν, αυτή την αλλαγή των σχέσεων ή δε θ' αποφάσιζαν  να δείξουν τέτια ευαισθησία, θα συνέχιζαν τη δουλειά τους. Εκατοντάδες άλλοι θα προσπαθούσαν να πείσουν τους αγρότες ότι δεν έχει και τόση σημασία, που αγόρασαν κι αυτοί ένα αγρόχτημα, στο βάθος της ψυχής τους εξακολουθούν να είναι όπως πρώτα, "σύντροφοι" των αγροτών, ίσιοι μ' εκείνους. Αλλά ο Ιλίτς τόσο είχε αποξενώσει την ιδιοσυγκρασία του ιδιοχτήτη, τόσο επιλήψιμο θεωρούσε να μισθώνει για λογαριασμό του άλλους, ώστε η κατάσταση που διαμορφωνόταν εκεί στην Αλκάγιεφκα, οι σχέσεις αφεντικού προς μουζίκους, του φάνηκε αμέσως ανώμαλη κι απαράδεχτη. Κι έδωσε από την πρώτη στιγμή τέρμα σ' αυτό το κεφάλαιο."

Έτσι μας τα λέει πολύ ορθά η Σοβιετική συγγραφέας. " Το είχε συνειδητοποιήσει α π ό  πα ι δ ί " - και πάλι, λοιπόν, όπως και με τον Αλέξανδρο, θα γυρίσουμε στο φυτώριο του Σιμπίρσκ, εδώ που φυτεύονταν οι σπόροι και μεγάλωναν, κάτω από την επίβλεψη των φωτισμένων γονιών, τα φυντάνια για τις νέες καταβολές στον ανθρώπινο χαρακτήρα, για τις ανώτερες, τις εξανθρωπισμένες ποιότητες.
Δε μπορούμε, ξαναπερνώντας από δω, να μην πάμε λίγο πιο πίσω στ' άλλα λαμπρά παραδείγματα από την κληρονομημένη παράδοση. Θα θυμηθούμε άλλη μια έξοχη μορφή, τον πρώτο Ρώσο λογιομάρτυρα που πολύ σωστά η ιστορική έρευνα τον θεωρεί εθνικό διαφωτιστή, κι ακέραιο επαναστάτη. Θέλουμε να πούμε για το Ραντίσεφ, που ήταν κοντά στ' άλλα και θερμός φιλέλληνας. Ο λαμπρός αυτός άνθρωπος έγραψε και τύπωσε μονάχος του το 1799 ένα βιβλίο, ένα κατηγορητήριο κατά του δεσποτισμού και των απάνθρωπων ηθών της εποχής του. Το βιβλίο το πλήρωσε με τη ζωή του. Γιατί δεν έκανε ηθικολογία από καθέδρας - αυτά η Αικατερίνη τα επέτρεπε, της άρεσαν, έγραφε μάλιστα κι η ίδια ηθικολογικά έργα - αλλά μαστίγωνε σκληρά και αναφερόταν όχι στο παρελθόν, ούτε έλεγε κοτσάνες για το μέλλον. Μιλούσε για τα παρόντα, καυτηρίαζε τα κακώς κείμενα. Σ' ένα από τα κεφάλαιά του, περιγράφει μια συζήτηση με κάποιο Ρώσο δουλοπάροικο που τον βρήκε στο χωράφι να δουλεύει. Από τα χείλη του αγρότη μαθαίνουμε τα πολλά πάθη του. Ο συγγραφέας αφού σχολιάσει όσα άκουσε κι αφού προστέσει κι άλλες μερικές παραγράφους στο γενικό κατηγορητήριο κατά της κοινωνίας, αφήνει τον αγρότηα να συνεχίζει τη δουλειά του και συνεχίζει κι ο ίδιος το ταξίδι του. Συνεχίζει την περιοδεία του με την άμαξά του. Την άμαξα την οδηγεί ο δικός του δουλοπάροικος, ο δικός του σκλάβος. Μέρες και νύχτες ακοίμητος, τρελλός για ύπνο, κάθεται εκεί στο μπροστινό κάθισμα και διευθύνει τα γκέμια.

" Παραδομένος όντας στους λογισμούς εκείνους συνέλαβα αίφνης το βλέμμα μου να κατευθύνεται στον υπηρέτη μου, ο οποίος καθόταν εκεί μπροστά αλλά το κεφάλι του πότε έγερνε στη μια πλευρά και πότε στην άλλη πλευρά. Σκοτεινό νέφος σκέπασε ξαφνικά το νου μου και πήρε να διατρέχει το αίμα μου. Μια φλόγα αρχίζοντας από την κορυφή της κεφαλής εκάλυπτε σπιθαμή προς σπιθαμή το πρόσωπό μου. Συναισθάνθηκα τόση ντροπή, ώστε παρ' ολίγον να κλάψω. Επάνω εις την οργήν σου, έλεγα καθεαυτόν, εστράφης κατά των κυρίων εκείνων που καταπιέζουν τον γεωργό στα κτήματά των, αλλά και εσύ άραγε δεν κάνεις το αυτό και μάλιστα κάτι πολύ χειρότερο;..."

....και συνεχίζει " λικρινώς και γενναίως ", όπως θάλεγε ο Μακρυγιάννης, με φράσεις όλο πιο τσουχτερές, με οργή που φλογίζεται, συνεχίζει το κατηγορητήριο στραμμένο πια στον εαυτό του. Αφήνεται σε σκληρό αυτομαστίγωμα. Προσπαθεί να βάλει τέρμα στην ένοχη σιωπή, να δει ποια είναι κι η δική του συμμετοχή στο μεγάλο έγκλημα που νους και καρδιά καταδικάζουν - στην ανώμαλη μεταχείριση των συνανθρώπων.
Βέβαια, το πολυκατατρεγμένο αυτό βιβλίο είχε βρει στοργικό καταφύγιο στο φυτώριο του Σιμπίρσκ. Είναι τώρα ένα από τα εκθέματα του μουσείου, από τις λεπτομέρειες της ζωής του Λένιν μπροστά στις οποίες στεκόμαστε, κυττάζουμε, συλλογιζόμαστε τη μοίρα τους, τη θέση των πραγμάτων μέσα στη μοίρα των ανθρώπων. Των πραγμάτων που κατορθώνουν να διαφυλάξουν με κρυστάλλινη διαύγεια αυτά που όλοι οι άνθρωποι δε μπορούμε, αλλά τα μπορούν μόνο οι μεγάλοι άνθρωποι - μόνο εκείνοι και τα πράγματα - κι αυτή ίσα - ίσα η συνάντησή μας μαζί τους είναι που μας συγκινεί. Όχι γιατί έχουμε εύκολα ή απλοϊκά τα αισθήματά μας, αλλά επειδή ξυπνάν μέσα μας τη στέρεη συγκίνηση της επαφής με τα πρότυπα , με ιδανικές καταστάσεις της ζωής μας.


Μήτσου Αλεξανδρόπουλου, Από τη Μόσχα στη Μόσχα, εκδόσεις Καρανάση, Αθήνα 1975
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος διαπλέει τον Βόλγα για 20 ημέρες  με το μεγάλο ποταμόπλοιο "Λένιν" τον Ιούνιο του 1967, σταματώντας σε διάφορες πόλεις. Μία από αυτές το Σιμπίρσκ , που πήρε το όνομα Ουλιάνωφσκ από το οικογενειακό όνομα των Ουλιάνωφ. Εκεί  γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Λένιν.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Γιαγιάδες


Χωρίς προοπτική

Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

Τι να αισθάνονται τάχα
Την ώρα που νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να 'ναι κουρασμένες

Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι' αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι που πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Που προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα

Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου, Θαλασσινό ημερολόγιο (1981)






Γίνεται γλέντι μάτια μου, ντύσου αν θέλεις κι έλα
Μη βάλεις καθημερινά ούτε και τα καλά σου
και μην το παίξεις γκόμενα και φοβηθεί η κοπέλα
που κρύβεται στα στήθια σου και στη μικρή καρδιά σου

Τη γριά που χαιρετίζω στο απέναντι μπαλκόνι
τόσο λίγο την γνωρίζω, μα η ματιά της με πληγώνει

Κι όπως φεύγουνε οι μέρες και περνάνε οι βδομάδες
έτσι κρύβουνε οι κοπέλες τις μοναχικές γιαγιάδες

Είναι μέσα μου κρυμμένη είμαι μέσα της κι εγώ
τι να σκέφτεται η καημένη την κοιτάζω κι απορώ
Τι να σκέφτεται η καημένη την κοιτάζω κι απορώ
είναι μέσα μου κρυμμένη είμαι μέσα της κι εγώ

Μουσική/Στίχοι/Ερμηνεία : Βιτάλη Ελένη



Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Μπερτλ Μπερτλς: Εξόριστοι στο Αιγαίο

Ανάφη.Εξόριστοι έτοιμοι για την υποδοχή καραβιού

Ο Αυστραλός δημοσιογράφος και συγγραφέας Μπερτ Μπερτλς προτείνει στη σύντροφό του Ντόρα να συναντηθούν στην Ελλάδα. Είχε να τη δει τρία χρόνια καθώς εκείνη « είχε φύγει  από την Αυστραλία με δυο φίλες της πάνω σε μια σκούνα δέκα μέτρων με στόχο μια θαλασσινή περιπλάνηση στην Παπούα, στις Ολλανδικές Ανατολικές Ινδίες, στη Μαλαισία, στη Σιγκαπούρη. Στη διάρκεια των τριών αυτών χρόνων, η Ντόρα είχε επισκεφτεί επίσης την Ιαπωνία, την Κίνα και διάφορες ευρωπαϊκές χώρες ( χώρες που αγνοούσα, εφόσον δεν είχα ταξιδέψει ποτέ εκτός Αυστραλίας) και τώρα ερχόταν από το Λονδίνο για να με συναντήσει». 
Στην πρότασή του απαντά: « Εντάξει, στον Παρθενώνα με το ηλιοβασίλεμα»
Η συνάντηση στον Παρθενώνα ξεφεύγει από τα συνηθισμένα ρομαντικά πλαίσια και η ματιά του Μπερτλς μας προϊδεάζει για το διαφορετικό ύφος και περιεχόμενο  της αφήγησής του.

« Οι περισσότεροι άνθρωποι που έρχονται σε αυτή τη χώρα αισθάνονται καθήκον τους να επισκέπτονται τον Παρθενώνα σαν να είναι Διαμαρτυρόμενοι ιερείς , είχε πει κάποτε η Ντόρα.
Είχαμε μιλήσει και μ’ έναν άλλο νεαρό που τον είχε βρει θαυμάσιο.
Τον είχε επισκεφτεί κάποτε και αισθανόταν ότι είχε κάνει το καθήκον του απέναντι στην Ελλάδα, έχοντας δει ένα θαύμα μοναδικό.
Εμείς πάντως δεν εκτιμήσαμε ιδιαίτερα αυτό το αφηγηματικό σκεπτικό για τον Παρθενώνα, λες και ήταν άσχετο με την ιστορία της χώρας και με τη ζωή των ανθρώπων της. Θεωρούσαμε την Αφηρημένη Ομορφιά χίμαιρα, έτσι τουλάχιστον πίστευα εγώ. Για μένα τα πράγματα είναι όμορφα ή όχι, ανάλογα με τη σχέση τους.
Εκείνο που βρήκαμε διαφωτιστικό σχετικά με τον Παρθενώνα ήταν το γεγονός ότι, το 1687, οι Τούρκοι είχαν αποθηκεύσει εκεί το μπαρούτι τους και οι Ενετοί το είχαν ανατινάξει. Κατά την ανατίναξη το κτίσμα καταστράφηκε με αποτέλεσμα να χαθούν τριακόσιες ζωές.
« Να λοιπόν τι συμβαίνει στην αφηρημένη ομορφιά, όταν συγκρούονται ανταγωνιστικοί ιμπεριαλισμοί» σκέφτηκα όταν το πληροφορηθήκαμε.

Τέλος Αυγούστου – αρχές Σεπτεμβρίου του 1935 οι Μπερτλς έρχονται για διακοπές στην Αθήνα και αυτό το ταξίδι έγινε η αφορμή για να γνωρίσουν την πραγματική Ελλάδα, τον τόπο, τους ανθρώπους, την καθημερινότητα και την πολιτική πραγματικότητα.
Οι πρώτες τους μέρες στην Αθήνα σημαδεύονται από πυροβολισμούς που « στην πραγματικότητα ήταν τα προεόρτια του πραξικοπήματος μέσω του οποίου καταργήθηκε το δημοκρατικό πολίτευμα και αποκαταστάθηκε η μοναρχία, μόνο που εμείς δε γνωρίζαμε ακόμα τίποτε» 
Περιπλανιέται στην Αθήνα του μεσοπολέμου και μεταφέρει τις εντυπώσεις του για ό,τι συναντά μπροστά του, ανθρώπους, καταστήματα, καφενεία, τρόφιμα, ποτά, ενδυμασία όλα σχολιασμένα υπό το πρίσμα μιας διαφορετικής κουλτούρας αλλά και της αριστερής ιδεολογίας.

« Παρ’ όλα αυτά, στην αρχή και ως ένα σημείο, η ιδέα των διακοπών μας προστάτευε από τη φορτισμένη ατμόσφαιρα της ελληνικής πολιτικής. Έπειτα από οκτώ ολόκληρα χρόνια απασχόλησης σε μια καθημερινή  εφημερίδα, από τα είκοσι έξι ως τα τριάντα τέσσερα μου χρόνια, αισθανόμουν μια σχετική ανακούφιση  που ήμουν απελευθερωμένος από τις βιαιότητες, την πολιτική, τα ναυάγια και τις εξεγέρσεις. Είχαμε δυο τρία χρόνια μπροστά μας για να περιπλανηθούμε στον κόσμο χωρίς να γράψουμε λέξη, εκτός κι αν το θέλαμε πραγματικά. Γιατί λοιπόν εγώ τρωγόμουν να μάθω οτιδήποτε συνέβαινε; Είχα πια μπουχτίσει απ’ όλα αυτά και κατέκρινα τον εαυτό μου. Δεν θα μπορούσε δηλαδή κάποιος να ρίξει απλώς μια ματιά στα μέρη που τον ενδιέφεραν και κατόπιν να συνεχίσει; Προσπαθήσαμε να το κάνουμε, αλλά σιγά σιγά μάθαμε ότι τα ταξίδια πρέπει να έχουν αντικειμενικούς στόχους. Εφόσον είχαμε έρθει στην Ελλάδα με μοναδικό σκοπό την αναψυχή μας, δεν σκοπεύαμε να μείνουμε περισσότερο  από δυο τρεις μήνες, καθώς όμως αρχίσαμε να ενδιαφερόμαστε για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνικός λαός και μεγάλωνε το ενδιαφέρον μας για την πολιτική κατάσταση, παρατείναμε την επίσκεψή μας, παραμένοντας σχεδόν για ένα χρόνο. Κατά συνέπεια, ό,τι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως κάτι παραπάνω από απολαυστικές διακοπές, εξελίχτηκε σε μια πνευματική περιπέτεια. Για το σκοπό, επισκεφτήκαμε νησιά που δεν θα είχαμε σκεφτεί να επισκεφτούμε ποτέ, νησιά που δεν αναφέρονταν στους τουριστικούς χάρτες μας και συναντήσαμε ανθρώπους που τώρα πια γνωρίζουμε ότι θα ήταν τραγωδία αν δεν συναντούσαμε.»
Πρώτη έκδοση στο Λονδίνο το 1938

Αυτό το ταξίδι, η πνευματική περιπέτεια, αρχίζει από την Ιθάκη και το βλέμμα του δεν αφήνει τίποτε απαρατήρητο από μια Ελλάδα άγνωστη σε πολλούς ακόμη και σήμερα.

« Μια μέρα με το χάραμα, μαζί με κάποιους Θιακούς φίλους που είχαν ζήσει για χρόνια στην Αυστραλία, διασχίσαμε το κοιμισμένο χωριό Κιόνι. Σκαρφαλώνουμε καβάλα στα γαϊδούρια μέσα από τα στρατώνια της λοφοπλαγιάς, τα πετρώδη χωράφια για τα αμπέλια, τα καλαμπόκια και τις ελιές. Οι μοναδικοί ήχοι που ακούγονταν ήταν από τις κουδούνες των κατσικιών και τα περιστασιακά βελάσματα από τα κοπάδια, μα ξάφνου, σε μια στροφή του ορεινού δρόμου, θυμηθήκαμε τα προβλήματα που ταλάνιζαν τον κόσμο. Πάνω σε μια πελώρια κοτρόνα υπήρχε ένα μεγάλο σφυροδρέπανο, σχεδιασμένο με κόκκινη μπογιά. Από κάτω υπήρχε ένα σύνθημα, το ίδιο κόκκινο, με κάθε του γράμμα γύρω στο μισό μέτρο ύψος. Οι φίλοι μας μετέφρασαν:

ΚΑΤΩ Ο ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΚΑΙ Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ»

Στο πέρασμά του από την Ήπειρο , το ζευγάρι περιηγείται την πόλη της Άρτας , πηγαίνει στα Γιάννενα και με μια πορεία 17 ωρών οδηγείται στο Μέτσοβο και από εκεί στην Καλαμπάκα. Φωτογραφικές περιγραφές μας ταξιδεύουν σε άλλες εποχές, αλλά δεν μπορεί κανείς να μη γελάσει πικρά όταν ο Μπέρτλς περιηγούμενος τα παζάρια της Άρτας εκπλήσσεται γιατί

« Ούτε στα παζάρια, ούτε σε κάποιο κατάστημα βρήκαμε να πουλιούνται αγροτικά εργαλεία, εκτός από μερικά μικρά. Δεν υπήρχαν μηχανήματα για άρμεγμα, τρακτέρ, αλωνιστικές μηχανές ή σταχωτές. Υπήρχαν πολλές τσάπες, μερικές μεταλλικές και άλλες ξύλινες και ακόμα περισσότερα απίστευτα πρωτόγονα ξύλινα δικράνια. Ξύλινα δικράνια και τσάπες και ξύλινα αλέτρια, παρ’ όλο που ένα μεγάλο ποσοστό του ελληνικού εδάφους είναι βραχώδες όσο και οποιαδήποτε άλλη καλλιεργήσιμη γη του κόσμου και μάλιστα τόσο βραχώδες….»

Στα Γιάννενα πληροφορείται το πραξικόπημα του στρατηγού Κονδύλη, που ανέτρεψε τον Τσαλδάρη και ανέλαβε τη διακυβέρνηση του τόπου. Έτσι επιστρέφοντας στην Αθήνα βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια διαφορετική πολιτική κατάσταση , όπου κυριαρχούσε η τρομοκρατία. Πολλοί άνθρωποι οδηγούνταν στη φυλακή και ακόμη περισσότεροι στην εξορία. 
Μεταδίδει όλη την ατμόσφαιρα που επικρατούσε με την κήρυξη του νόθου δημοψηφίσματος για την επιστροφή του βασιλιά, περιγράφει τις συγκρούσεις βενιζελικών και αντιβενιζελικών , οι οποίοι όλοι μαζί κατέληξαν να υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις και παρουσιάζει την αντιφατική συμπεριφορά του Ελευθέριου Βενιζέλου. 
Η επιστροφή του βασιλιά και όσα ακολουθούν καλύπτονται με αναλυτική παρουσίαση αλλά και σχόλια για την πολιτική κατάσταση και τους πρωταγωνιστές της επικεντρώνοντας στην οργάνωση εκδηλώσεων για γενική αμνηστία 

« Όσο παράδοξο και αν φαίνεται , η κατάσταση είχε ως εξής;:
1. Απελευθερώθηκαν οι φυλακισμένοι που είχαν σηκώσει τα όπλα τους εναντίον του κράτους, ακόμα και μερικοί που είχαν καταδικαστεί σε ισόβια, αλλά…
2. Δεν απονεμήθηκε χάρη στους φυλακισμένους που κρατούνταν ή βρίσκονταν εξόριστοι επειδή είχαν διεκδικήσει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου, είχαν συμμετάσχει σε συγκεντρώσεις, είχαν γράψει συνθήματα σε τοίχους με κιμωλία, είχαν απεργήσει, είχαν λάβει μέρος σε αντιφασιστικά συλλαλητήρια ή σε ταραχές για το επίδομα της διατροφής.
Με λίγα λόγια, η γενική αμνηστία δεν ήταν καθόλου γενική.»

Όταν ο Μπερτλς μαθαίνει για τον ποιητή Κώστα Βάρναλη τον αναζητά. Σε ένα καφενείο « σε κάποιο σοκάκι από αυτά που συγκλίνουν προς την παλιά Μητρόπολη» τον συναντά και συζητά μαζί του λογοτεχνικά, πολιτικά και ιδεολογικά θέματα αρχίζοντας από το Φως που καίει, έργο άγνωστο στο δημοσιογράφο και καταλήγοντας στο γεγονός της εξορίας του ποιητή. Η συζήτηση για τις αιτίες και τις συνθήκες της εξορίας του ποιητή κάνει τον Μπέρτλς να τον ρωτήσει αν κάποιος μπορεί να επισκεφθεί μερικά από αυτά τα νησιά.

« Και πώς ήταν οι συνθήκες στην εξορία;» τον ρώτησα
« Απαίσιες, πρωτόγονες, πολύ άσχημες», μου απάντησε. « Υπήρχε ανεπάρκεια τροφής, απαράδεκτη στέγαση, ψύλλοι, τίποτα για διάβασμα, κανενός είδους αβρότητα και να φανταστείτε ότι εγώ βρισκόμουν στον Άγιο Ευστράτιο, το καλύτερο νησί εξορίας. Σε μερικά από τα νησιά πρέπει να ζουν σαν τρωγλοδύτες. Αυτό είναι αποτρόπαιο».
«Αναρωτιόμαστε αν θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε μερικά από αυτά τα νησιά», του είπα.
Εκείνος έβαλε τα γέλια, αλλά τον διαβεβαίωσα ότι μιλούσα σοβαρά, ότι ήθελα να δω με τα μάτια μου τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν οι πολιτικοί κρατούμενοι.»

Το συχνό σκαρφάλωμα στο Πεντελικό όρος του δίνει την ευκαιρία να αναφερθεί στο περίφημο μάρμαρό του αλλά και στις συνθήκες εργασίας και διαβίωσης των εργατών στην περιοχή εξόρυξής του.

« Όταν βρισκόμασταν εκεί, οι εργάτες έπαιρναν εξήντα δραχμές μεροκάματο για την εργασία αυτή, που αντιστοιχούν σε 2 σελίνια και 4 πένες. Οι εργάτες ζούσαν με τις οικογένειές τους κοντά στα νταμάρια, μέσα στα δικά τους μαρμάρινα παλάτια. Ήταν κάτι ανυπόφορες μικρές παράγκες, χτισμένες από περισσεύματα μαρμάρου».

Μετά το θάνατο του Κονδύλη το ζευγάρι έφυγε από την Αθήνα για τις Κυκλάδες « έχοντας προβεί προκαταβολικά σε όποιες επαφές μπορούσαμε ( κάτι που ουσιαστικά σήμαινε να βασιστούμε στην τύχη μας) για να επισκεφτούμε νησιά της άγονης γραμμής και κυρίως ένα, όπου ελπίζαμε να δούμε με τα μάτια μας πώς ζούσαν εκείνοι οι πολιτικοί εξόριστοι για τους οποίους τόσα είχαμε ακούσει στη διάρκεια των θερμών εβδομάδων της προεκλογικής εκστρατείας».

Από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια του βιβλίου είναι αυτό που περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια , μετά από περιπετειώδες ταξίδι και ακόμη πιο αγωνιώδη άφιξη, την επίσκεψη τους στην Ανάφη.

«Όσο απίστευτο κι αν φαινόταν , είχαμε φτάσει.
Όταν κοιτάξαμε από τη μια μεριά του πλοίου δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε τίποτα, από την άλλη όμως είδαμε το νησί σε απόσταση. Έμοιαζε σαν ασουλούπωτος ιπποπόταμος που στεκόταν ακίνητος μέσα στο νερό με τη μεγάλη του πλάτη ν΄αγγίζει τον ουρανό. Κοντά του ακούγονταν θόρυβοι. Από την ακτή ακούστηκαν οι φωνές των βαρκάρηδων. Μπορούσαμε να δούμε τις λάμπες που κρατούσαν να κουνιούνται πάνω κάτω. Σύντομα βρέθηκαν πλάι μας φωνάζοντας στα μέλη του πληρώματος. Είχαμε έτοιμες τις αποσκευές μας και καθώς είχα δώσει στους καμαρότους περίπου δέκα τοις εκατό φιλοδώρημα για το φαγητό μας και για τις επιπλέον υπηρεσίες που μας είχαν προσφέρει, δε μας άφησαν να κουβαλήσουμε τίποτα. Ο ένας πήρε το χαρτοφύλακα, ο άλλος τη γραφομηχανή, παρ’ όλο που η σανιδόσκαλα δεν απείχε ούτε δέκα μέτρα….Μέσα στη μικρή βάρκα ανανεώσαμε την πίστη μας στην αποστολή μας. Η βάρκα ήταν πολύ φορτωμένη και ελάχιστος χώρος έμενε ελεύθερος, ενώ κατά διαστήματα έμπαζε νερά. Οι βαρκάρηδες έπρεπε να τραβήξουν κουπί για αρκετή ώρα και αφοσιώθηκαν στο έργο τους χωρίς πολλές κουβέντες. Εγώ άρχισα να τραγουδάω , αλλά ο άνεμος έπαιρνε τα λόγια μου μακριά και μόλις και μετά βίας μπορούσα ν’ ακούω τον εαυτό μου….
Καθώς πλησιάζαμε στην ακτή, ακούγαμε βουητό από φωνές. Φώναζαν προς το μέρος μας και οι άνδρες στη βάρκα έδειξαν ν’ ανησυχούν. Δεν καταλαβαίναμε τι συνέβαινε, ξαφνικά όμως, μέσα στο μισόφωτο, είδαμε ένα μεγάλο βράχο που έπρεπε να αποφύγουμε για να μη συγκρουστούμε…
Μόλις φτάσαμε στην παραλία, μια ομάδα από γυμνούς, κυριολεκτικά ολόγυμνους άνδρες, χίμηξε στο νερό κρατώντας τη βάρκα και φωνάζοντας με όλη τους τη δύναμη. Αυτό μας άφησε άναυδους. Σ’ ένα νησί τόσο αφιλόξενο και χωρίς λιμάνι, δεν θα μας προκαλούσε εντύπωση αν οι άνδρες που θα έρχονταν για να βοηθήσουν στο άραγμα της βάρκας ήταν έγχρωμοι, ετούτοι όμως ήταν λευκοί, τα σώματά τους ήταν χλωμά και άστραφταν στο φως που έριχναν οι λάμπες θυέλλης και τα αναμμένα δαδιά. Ένα σχοινί ρίχτηκε προς το μέρος τους κι εκείνοι προσπάθησαν να σύρουν τη βάρκα στη στεριά, αλλά εκείνη αντιστεκόταν. Τα κύματα χτυπούσαν κοντά μας και μας ράντιζαν με άφθονο νερό. Από κάθε πλευρά άνδρες φώναζαν οδηγίες, ενώ μερικοί έπαιρναν τις αποσκευές και τα δέματα. Κάποιος με τράβηξε από το χέρι και χτύπησε τον ώμο του δείχνοντας ότι προσφερόταν να με κουβαλήσει στην ακτή. Δεν υπήρχε χρόνος για δισταγμούς…
Αυτή, λοιπόν , ήταν η Ανάφη. Είχαν χρειαστεί τρεις μέρες και τέσσερις νύχτες, αλλά τελικά είχαμε φτάσει. Στην παραλία άναβε μια μεγάλη φωτιά. Οι σύντροφοι μας περίμεναν και είχαν έρθει για να μας προϋπαντήσουν. Και με τι τρόπο!»

Οι Μπερτλς οδηγήθηκαν στο χωριό και έφτασαν στο οίκημα που στέγαζε την ομάδα συμβίωσης των πολιτικών εξορίστων. Εδώ μέσα θα γνωρίσουν πολύ καλά τις συνθήκες που ζούσαν οι εξόριστοι , θα πληροφορηθούν τις δυσκολίες, θα φάνε και θα πιούν μαζί τους από το υστέρημά τους , θα νιώσουν βαθιά τη φιλόξενη διάθεσή τους, θα περιηγηθούν διάφορες τοποθεσίες του νησιού, θα συναντηθούν με μερικούς από τους κατοίκους , θα κληθούν στο τμήμα , μα πάνω από όλα θα συζητήσουν με τους εξόριστους και θα μας προσφέρουν πλούσιες και πολύτιμες πληροφορίες για τη ζωή τους, τη δράση τους και τις ιδεολογικές τους θέσεις. Εκτός από τις μορφές των εξορίστων που αναδεικνύονται μέσα από  τις συζητήσεις – συνεντεύξεις , ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κεφάλαιο , το οποίο αναφέρεται στην απεργία πείνας των πολιτικών εξορίστων στην Ανάφη. 

Ανάφη. Απεργία πείνας εξορίστων 1935

«« Και τώρα μιλήστε μας για την απεργία πείνας», είπα την επόμενη νύχτα, όταν οι σύντροφοι είχαν ολοκληρώσει τη μελέτη τους…
Συναντηθήκαμε στην τραπεζαρία της ομάδας, όπου κρεμόταν το μεγάλο παστέλ πορτρέτο του Ένγκελς. Έφεραν μισό τενεκέ κηροζίνης γεμάτο στάχτες και χόβολη στην επιφάνεια και τον τοποθέτησαν κάτω από το τραπέζι για να ζεσταίνει τα πόδια μας. Καθίσαμε όλοι, με τα πανωφόρια μας ριγμένα στους ώμους σαν κάπες, χωρίς να φοράμε τα μανίκια όπως συνηθίζεται στην Ελλάδα. Τα φορούσαμε συνεχώς, όσον καιρό μείναμε στην Ανάφη. Το νησί ήταν κρύο ακόμα και με λιακάδα. Άνεμος παντού, αδύνατο να του ξεφύγεις ακόμα και μέσα σε αυτά τα πρωτόγονα αγροτόσπιτα που καταλάμβαναν οι εξόριστοι και ήταν παγωμένα, κυρίως τη νύχτα – πέτρινοι τοίχοι, χωμάτινο πάτωμα, χωρίς τζάκια, πέρα από μια μικρή εστία στην κουζίνα για το μαγείρεμα, σπασμένες πόρτες που δεν έκλειναν…
Γύρω μας πρέπει να είχαν συγκεντρωθεί καμιά εικοσαριά μέλη της ομάδας, ενώ η Ντόρα και ο Γιώργος ως συνήθως μετέφραζαν. Καθίσαμε εκεί για πολλές ώρες και, μολονότι η Ντόρα είχε την εντύπωση ότι δεν θα σταματούσα να τους ρωτάω, εκείνοι εκτίμησαν το πάθος μου για την ακρίβεια και απαντούσαν ενσυνείδητα. Το φως της λάμπας σχημάτιζε βαθιές σκιές στα βαθουλωμένα τους πρόσωπα, εξιδανικεύοντας τη λεπτομέρεια όπως στα ιμπρεσιονιστικά πορτρέτα. Καρτερικότητα και ταλαιπωρία – αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά που διαβάζαμε σε όλα εκείνα τα πρόσωπα.»

 Η απεργία αυτή κράτησε δεκατέσσερις μέρες , από τις 19 Δεκεμβρίου 1935 έως την Πρωτοχρονιά του 1936 με αίτημα τη χορήγηση γενικής αμνηστίας.

« Αυτή η επαναστατική γενιά μπορεί να αισθάνεται περήφανη για πολλά πράγματα….Ήταν περήφανοι που είχαν περάσει από έναν τόσο σκληρό αγώνα όπως η απεργία πείνας χωρίς να κάνουν βήμα από τις αρχές τους, ωστόσο δεν υπήρχε ίχνος κομπορρημοσύνης στην εκτίμησή τους για το γεγονός… Είχαν ένα σωρό πράγματα να μας διηγηθούν, δεν ήξεραν από πού ν’ αρχίσουν και, καθώς μιλούσαν, τα πρόσωπά τους φλέγονταν από μια εσωτερική υπερένταση. Ήταν ο πιο εκτεταμένος μεμονωμένος αγώνας που είχαν δώσει στην εξορία και η πιο μεγαλοπρεπής απόδειξη αλληλεγγύης.
Ήταν άλλωστε και μια νίκη.
Όχι ολοκληρωτική, αλλά σημαντική.»

Ο θάνατος του Βενιζέλου γίνεται η αφορμή για να επισκεφθεί την Κρήτη και να μας δώσει  εκτός από την περιγραφή του τόπου το κλίμα, που επικρατούσε στο νησί , αλλά να αναλύσει και την πολιτική κατάσταση πριν από το θάνατο του Βενιζέλου και μετά από αυτόν. 
Στην Αθήνα τα πολιτικά πράγματα δεν πήγαιναν καλά και η αποκάλυψη του μυστικού συμφώνου που είχε υπογράψει ο Σοφούλης με τους κομμουνιστές του Παλλαϊκού Μετώπου όξυνε ακόμα περισσότερο το κλίμα. Η τεταμένη ατμόσφαιρα ενισχύθηκε με την παραχώρηση στο Μεταξά του προνομίου της διακυβέρνησης της χώρας. Οι νέες πολιτικές εντάσεις σημαδεύτηκαν από τη μεγάλη απεργία στη Θεσσαλονίκη το Μάη του 1936 και τις μαζικές δολοφονίες εργατών. Ο Μπερτλς δεν βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη εκείνη τη μέρα, αλλά την επισκέφτηκε αργότερα γιατί ήθελε να έχει μια εκτίμηση από τους ντόπιους και γιατί ήθελε να ερευνήσει ο ίδιος τις αντικρουόμενες λεπτομέρειες στα ρεπορτάζ των εφημερίδων και έτσι μας παρουσιάζει εκτενώς τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν εμπλουτισμένα με πολλές λεπτομέρειες.
Και αν η αποκάλυψη του Συμφώνου Σκλάβαινα – Σοφούλη προκάλεσε θύελλα στα πολιτικά κόμματα και ενώ η Αθήνα και οι μεγάλες πόλεις βρίσκονταν στη δίνη μιας γενικής απεργία, ο Μπερτλς δεν χάνει την πολύτιμη ευκαιρία να επισκεφθεί τα γραφεία σύνταξης του Ριζοσπάστη και να κατορθώσει με επίμονες προσπάθειες να συνομιλήσει με τον Σκλάβαινα. Πρόκειται για μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη  διάρκειας τρεισήμισι ωρών για όλα τα κρίσιμα πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα της εποχής του.
Κατά τη διάρκεια της γενικής απεργίας συνελήφθησαν δεκάδες εργάτες. Από αυτούς όσοι κρίνονταν επικίνδυνοι κομουνιστές ή υποκινητές ταραχών καταδικάζονταν σε πολλά χρόνια φυλάκισης ή εξορίζονταν. Μέσα σε αυτό το κλίμα των διώξεων ,της τρομοκρατίας και των  έντονων διαμαρτυριών από το Κομμουνιστικό Κόμμα και κανονικού σαμποτάζ από τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη , ο αυστραλός δημοσιογράφος κατορθώνει λίγες μέρες μετά τη συζήτηση με τον Σκλάβαινα να συναντήσει άλλο ένα σημαντικό πρόσωπο εκείνων των ημερών, τον Μιχάλη Τυρίμο , βουλευτή , διευθυντή και συντάκτη του Ριζοσπάστη, μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος κρυβόταν από την αστυνομία σχεδόν τρία χρόνια. Από αυτόν μαθαίνει για τη Γαύδο.

« Απ’ όλα αυτά τα νησιά εξορίας , ποιο είναι το χειρότερο από άποψη στέγασης και τροφής;» τον ρώτησα
« Η Γαύδος», μου απάντησε αμέσως, « μολονότι δεν θα συνιστούσα κανένα. Δεν έχω βρεθεί ποτέ στην Ανάφη, όλοι όμως συμφωνούν ότι η Γαύδος είναι μακράν το χειρότερο. Όπως πρέπει να έχετε ακούσει ,το αποκαλούμε Νησί του Θανάτου…»
Ξεπερνώντας τα πολλαπλά εμπόδια η Γαύδος είναι ο επόμενος σταθμός της επίσκεψής του. Και πηγαίνει μόνος του χωρίς τη γυναίκα του αυτή η φορά.
« Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα αράξαμε με θόρυβο σε μια εσοχή στη βορειοανατολική ακτή της Γαύδου, σ’ ένα αραξοβόλι που έμοιαζε μάλλον με γωνίτσα των απόκρημνων ακτών. Ο καπετάνιος φώναξε, σκιάζοντας τη νύχτα, αλλά δεν πήρε απόκριση, εκτός από την ξαφνική ηχώ και τον παφλασμό του νερού στα βράχια. « Έχουν δρόμο μέχρι να φτάσουν σ’ αυτό το αραξοβόλι», μου είπε….
Μόλις είχαμε ξαπλώσει, ακούστηκε μια φωνή από το νησί και είδαμε δυο σκιές που πλησίαζαν από την πλαγιά.
« Να τοι», είπε ο καπετάνιος και απάντησε στο κάλεσμά τους λέγοντας ότι είχε επιβάτη. Μετά με φόρτωσε με τις προμήθειες κι εκείνοι με βοήθησαν να αποβιβαστώ λέγοντας: « Καλωσόρισες, σύντροφε, πόση είναι η ποινή σου;»
Εξήγησα ότι δεν ήμουν εξόριστος, αλλά ένας ξένος επισκέπτης, ένας δημοσιογράφος.
« Και πάλι καλωσόρισες», είπαν και με ρώτησαν από πού είχα έρθει, αναφωνώντας: « Από την Αυστραλία; Μεγάλο ταξίδι έκανες. Και πάλι, καλωσόρισες».
Βαδίσαμε για μια ατέλειωτη ώρα πάνω σε άμμο και πέτρες, μια διαδρομή δύσκολη, κυρίως πάνω στην άμμο που ήταν απαλή και βαθιά και γέμιζε τα παπούτσια μας. Όταν φτάσαμε στη ομάδα – στο «παλάτι» για το οποίο τόσα είχα ακούσει – πολλοί σύντροφοι είχαν κιόλας κοιμηθεί, όλοι τους όμως σηκώθηκαν για να κουβεντιάσουν μαζί μου. Στην Ανάφη με περίμεναν, εδώ όμως η επίσκεψή μου ήταν απρόσμενη. Ξένος επισκέπτης στη Γαύδο; Μα αυτό είναι ανήκουστο!»

Ομάδα εξορίστων στη Γαύδο στα τέλη του 1935

Στη Γαύδο μένει πολύ λίγο αλλά προλαβαίνει να συνειδητοποιήσει τα βάσανα και τις ταλαιπωρίες των εξορίστων.

« Μόνο όταν το καΐκι άρχισε να απομακρύνεται και η μικρή ομάδα στην ακτή να μικραίνει πάνω στο περίγραμμα του κόλπου και του λόφου του νησιού πίσω τους, συνειδητοποίησα τι βασάνιζε περισσότερο αυτούς τους εξόριστους. Δεν ήταν οι στερήσεις, η ανεπάρκεια τροφής, η έλλειψη ανέσεων – μολονότι όλα αυτά μερικές φορές έπρεπε να μοιάζουν αβάσταχτα – αλλά η απομόνωση πάνω σ΄ένα νησί όπου τίποτε δεν φύτρωνε, όπου δεν υπήρχε έστω μια μικρή κοινότητα για να συναναστραφούν, όπου έπρεπε να ισιώσουν ένα κομμάτι γης και να υποκριθούν ότι ήταν πλατεία – ένα μέρος για να συγκεντρώνονται το απόγευμα – όπου δεν υπήρχε κανείς άλλος για να κουβεντιάσουν πέρα από τους δεκατρείς τους, όλη μέρα, όλο το χρόνο. Ένα κύμα οργής με πλημμύρισε εναντίον των κυβερνητικών αρχών που μπορούσαν να καταδικάζουν αυτούς τους ανθρώπους σε μια τέτοια ποινή, ανθρώπους καθωσπρέπει, νέους και γεμάτους ιδανικά. Στάθηκα στο ακριανό κατάρτι και αφού στηρίχτηκα  με το ένα χέρι στο άλμπουρο, τους χαιρέτησα με το άλλο, κρατώντας σφιγμένη τη γροθιά μου. Εκείνοι ανταπέδωσαν το χαιρετισμό φωνάζοντας: « Καλό ταξίδι, σύντροφε!»

Στο μεταξύ στην Αθήνα οι πολιτικές διαμάχες ήταν έντονες με κυρίαρχο ζήτημα την ανάγκη σχηματισμού ενός Ενιαίου Μετώπου όλων των δημοκρατικών κομμάτων για την καταπολέμηση του φασιστικού κινδύνου που ελλόχευε στις κινήσεις του Μεταξά και των υποστηρικτών του. Σύμφωνα με τον Μπερτλς οι μόνοι που μιλούσαν πιο καθαρά ήταν οι κομμουνιστές ενώ όλοι οι άλλοι υποτιμούσαν αυτόν τον κίνδυνο. Έτσι αναφέρεται στον Αλέξανδρο Παπαναστασίου , ο οποίος αν και δημοκρατικός ήταν αντικομμουνιστής και ο δημοσιογράφος αναλαμβάνει να μας παρουσιάσει ορισμένες χαρακτηριστικές απόψεις του , τις οποίες ονομάζει «μαργαριτάρια» και να τις σχολιάσει με δηκτικό τρόπο.

« Ενώ οι αντιπαραθέσεις κορυφώνονταν, κουβέντιασα αυτά τα ζητήματα με τον Δημήτρη Γληνό, ένα βουλευτή του Παλλαϊκού Μετώπου, που πριν την επάνοδο του βασιλιά διέπρεπε μεταξύ των μεσοαστών αντιμοναρχικών, τους οποίους ο Κονδύλης αποστρεφόταν ως « κομμουνιστές διανοούμενους».»

Αρχικά  σκιαγραφεί  την προσωπικότητα του Γληνού και τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του δίνοντας ταυτόχρονα  πτυχές της δράσης του και στη συνέχεια παραθέτει τα ερωτήματα που του υπέβαλε για πολλά κρίσιμα και δύσκολα ζητήματα του κινήματος και της πολιτικής κατάστασης σε σχέση και με τη δράση των κομμουνιστών και τις απαντήσεις του.

« Τον ρώτησα ποια απάντηση μπορούσε να δώσει, ως ηγετικό στέλεχος των κομμουνιστών, στην κατηγορία του Παπαναστασίου ότι, συνηγορώντας υπέρ ενός Λαϊκού Μετώπου κατά του φασισμού, οι κομμουνιστές απλώς «συγκάλυπταν» τους πραγματικούς τους στόχους. Εκείνος έκανε μια χειρονομία αποδοκιμασίας και μια γκριμάτσα απέχθειας. Μα πώς μπορούσε να μιλάει έτσι ο Παπαναστασίου; Ήταν γελοίο. Βέβαια, το Κομμουνιστικό Κόμμα ήταν ο πιο σημαντικός παράγοντας του Λαϊκού Μετώπου, αλλά το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Λαϊκό Μέτωπο ήταν διαφορετικά πράγματα, κάτι που εξαρχής είχαν δηλώσει οι κομμουνιστές. Ο σκοπός του Λαϊκού Μετώπου ήταν να συμπεριλάβει όλα τα αντιφασιστικά κόμματα και να παλέψει για την απελευθέρωση του λαού. Ήθελε να συμπεριλάβει τους Αγροτιστές, τα παλαιοδημοκρατικά κόμματα, τους σοσιαλιστές και όλες τις προοδευτικές οργανώσεις που είχαν κοινή επιθυμία με το Κομμουνιστικό Κόμμα τη διατήρηση των λαϊκών ελευθεριών.
« Το έχουμε προτείνει έντιμα», δήλωσε. « Το Λαϊκό Μέτωπο δεν αποτελεί συγκάλυψη. Δεν χάνουμε το χαρακτήρα μας ως κομμουνιστές μέσα στο Λαϊκό Μέτωπο και ουδέποτε υπαινιχθήκαμε κάτι τέτοιο. Εξακολουθούμε να ανήκουμε στην Τρίτη Διεθνή. Αυτό διακηρύσσει το κόμμα μας. Το γράφουμε στα μανιφέστα μας. Σήμερα όμως ζητάμε από όλα τα άλλα αντιφασιστικά κόμματα, τα οποία μπορούν να διατηρήσουν τα ξεχωριστά κομματικά τους προγράμματα, να ενωθούν μαζί μας σ’ ένα κοινό πρόγραμμα για την καταπολέμηση της φασιστικής απειλής. Αυτή είναι μια ειλικρινής πρόταση. Δεν χρειάζεται να μιλάμε με γρίφους και παραδοξολογίες. Δεν υπάρχει ανάγκη συγκάλυψης ενός προγράμματος το οποίο ενστερνίζεται θερμά η μεγάλη μάζα του λαού. Εμείς έχουμε την πολυτέλεια να μιλάμε καθαρά και ξάστερα».

Αμέσως μετά τη συνομιλία με τον Γληνό ζήτησε συνέντευξη από τον Μεταξά. Περιγράφει όλες τις προσπάθειες που έγιναν από τη μεριά του και την αναβλητική τακτική των εκπροσώπων του Μεταξά,  οι οποίες τελικά κατέληξαν σε άρνηση.

« Δεν μπορούσε να παραχωρήσει τη συνέντευξη. Αν και φασίστας, ο Μεταξάς δεν ήταν ανόητος. Αν απαντούσε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις μου, όφειλε να ομολογήσει ότι οι διαβεβαιώσεις του προς τους φιλελεύθερους και  τα δημοκρατικά του προσχήματα ήταν απλώς μια συγκάλυψη , ουσιαστικά μια πλάνη. Αν όμως, από την άλλη , μου είχε πει όσα  είχε πει και στους φιλελεύθερους και εκείνα με τα οποία προσπαθούσε να πείσει τους Έλληνες, δεν θα μου δήλωνε κάτι που ο ίδιος ήταν έτοιμος να διαψεύσει . Αυτά ήταν τα κέρατα του ταύρου στο δίλημμά του και έπραξε σωστά που αρνήθηκε να με δεχτεί. Μόνο εφόσον ήθελε να χαρακτηριστεί πάραυτα ψεύτης , θα μπορούσε να μου πει ότι πρόθεσή του ήταν η αποκατάσταση των δημοκρατικών ελευθεριών και ο σεβασμός των δημοκρατικών μορφών διακυβέρνησης, ενώ στην πραγματικότητα επέσπευδε τις « πραξικοπηματικές» προετοιμασίες του για τη διάλυση και την κατάργηση του Κοινοβουλίου και την εγκαθίδρυση μιας βασιλικοστρατιωτικής φασιστικής δικτατορίας».

Στο διάστημα που περιμένει την απάντηση από το επιτελείο του Μεταξά και καθώς συντομεύει το διάστημα της παραμονής του στην Ελλάδα επισκέφτηκε τις εργατικές συνοικίες και μίλησε με άνδρες και γυναίκες για τη δουλειά και τις συνθήκες διαβίωσης. Παραθέτει την εμπειρία του από τα Ταμπούρια, « ένα προσφυγικό συνοικισμό έξω από τον Πειραιά, που ….ήταν ενδεικτικός όλων των αντίστοιχων συνοικισμών στις βιομηχανικές περιοχές»

Όλα έδειχναν, στο μεταξύ, ότι τα πολιτικά γεγονότα οδηγούσαν σε σφοδρή σύγκρουση. Από τη μια οι προετοιμασίες του Μεταξά για την επιβολή φασιστικής δικτατορίας και από την άλλη το αίτημα για τη συνεργασία των δημοκρατικών κομμάτων όσο ήταν ακόμα καιρός. Διαμαρτυρίες συνδικαλιστών, αντιφασιστών , απεργίες και συνέδρια για να συζητηθούν οι ενωτικές προτάσεις και να προετοιμαστεί ο μαζικός αγώνας κατά των αντεργατικών μέτρων και των συλλήψεων. Συγχρόνως γίνονταν προσπάθειες για το συνασπισμό των δημοκρατικών κομμάτων σε ένα ενιαίο αντιφασιστικό μέτωπο. 

« Στα μέσα Ιουνίου, το Κομμουνιστικό Κόμμα εξέδωσε μια δραματική ανακοίνωση προς τον ελληνικό λαό να είναι έτοιμος για να υπερασπιστεί τις ελευθερίες του και έκανε έκκληση στους βουλευτές όλων των δημοκρατικών κομμάτων να αποσύρουν την υποστήριξή τους προς τον Μεταξά και να τον καθαιρέσουν…»

Στις 5 Αυγούστου οι δύο εργατικές Ομοσπονδίες είχαν εξαγγείλει από κοινού γενική απεργία. Τα μεσάνυχτα της 4ης Αυγούστου ο Μεταξάς επέβαλε δικτατορικό καθεστώς. « Δικτατορία – Για πόσο καιρό ;»αναρωτιέται ο Μπερτ Μπερτλς ενώ περιγράφει αναλυτικά την νέα πολιτική κατάσταση και τις συνέπειες της στην καθημερινότητα των Ελλήνων, αλλά και την μεγάλη τρομοκρατία με τις διώξεις, συλλήψεις , φυλακίσεις και εκτοπίσεις .

Το ζευγάρι των αυστραλών,  αν και στο Λονδίνο πλέον, εξακολουθούσε να διατηρεί επαφές με μερικούς φίλους στην Ελλάδα και να επικοινωνεί μαζί τους όχι μόνο μαθαίνοντας τα νέα, αλλά προσπαθώντας να βοηθήσει όπως μπορεί.

« Βρισκόμαστε στα τέλη του 1937. Πριν από λίγες μέρες έλαβα μια άλλη επιστολή, κάπου απ’ έξω από την Ελλάδα. Είχε σταλεί από έναν Έλληνα που διέφυγε την εξορία. Για λόγους που δεν μπορώ να εξηγήσω, δεν αναφέρω το όνομά του, ούτε καν τη χώρα που διαμένει. Είναι κομμουνιστής, περήφανος που το Κόμμα του στην Ελλάδα, παρά την παρανομία και τις παρακολουθήσεις, τις διαρκείς διώξεις των μελών του από την αστυνομία και με επικηρυγμένους μερικούς από τους ηγέτες του, εξακολουθεί να αγωνίζεται για ένα Λαϊκό Μέτωπο, το μόνο που ( σύμφωνα με τη γνώμη του) μπορεί να βάλει τέλος στη φασιστική τυραννία και να απελευθερώσει το λαό…»


Μπερτ Μπερτλς , Εξόριστοι στο Αιγαίο. Αφήγημα Πολιτικού και Ταξιδιωτικού Ενδιαφέροντος, μετάφρ. Γιάννης Καστανάρας, πρόλογος – εισαγωγή Ντέβιντα Κλόουζ – Άλκης Ρήγος, Φιλίστωρ, Αθήνα 2002.

Με τη αφιέρωση : 
ΓΙΑ ΤΗΝ ΝΤΟΡΑ
που ταξίδεψε μαζί μου
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΓΕΝΝΑΙΟΥΣ
ΕΛΛΗΝΕΣ – ΘΥΜΑΤΑ
ΤΗΣ ΦΑΣΙΣΤΙΚΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
στη φυλακή και την
ΕΞΟΡΙΑ
Σε αυτούς και στη χώρα τους
αφιερώνεται αυτό το βιβλίο

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Πάτρις Λουμούμπα

Σκοτεινιασμένη η Μπαρμπαριά
κ' εσύ λαμπρή συναστεριά.
Στάθηκα κι απεικάστηκα
κ' έστρωσα κάτω τα χαρτιά.
Όμως εσύ πεθαίνοντας
έλαμψες τόσο δυνατά - 
τα λόγια τα κατάκαψες
κ' είδα τα χέρια μου γυμνά
και τα χαρτιά μου ψεύτικα.

Η ποίηση είναι η σκαλωσιά
για τα λαμπρά για τα υψηλά
μα συ που ως χτες θα σ' έφτανα
ψήλωσες και μεγάλωσες
κι όμορφα ρούχα ντύθηκες.
Είναι τα ξόμπλια μου φτηνά
κ' είναι μικρά τα μέτρα μου
και δεν τα καταδέχεσαι, 
άγγελε μαύρε, ποιητή
φίλε και συνομήλικε.

Για τούτο και δεν το μπορώ
πιότερα λόγια να σου ειπώ.
Τον ήλιο μου παρακαλώ
και της ειρήνης τ' άγιο φως
να στρέξουν στην πατρίδα σου.
Όσο για με, απ' το αίμα σου
κράτησα το μεράδι μου
γιατί βουλήθηκα στη γης
να φτιάξω περιβόλι
- οι μυγδαλιές μου κύματα
κ' οι λεμονιές μου αγέρας -
γιατί βουλήθηκα στη γης
να φτιάξω την αγάπη.


Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα Ποιήματα, τομ. Α, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση
Ο Πάτρις Λουμούμπα ήταν ηγέτης του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος του Κονγκό και ο πρώτος πρωθυπουργός του μετά την ανεξαρτησία του. Η κυβέρνηση του ανατράπηκε με πραξικόπημα από τον Μομπούτου που επέβαλε δικτατορία. Ο Πατρίς Λουμούμπα συνελήφθη και  στις 17 Ιανουαρίου του 1961 δολοφονήθηκε.  



Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Θυμάσαι, πατέρα;

Γιώργος Μπουζιάνης, Πατέρα και γιός

...Δεν είχε χαράξει καλά όταν κινήσαμε. Σε τρεις ώρες φτάσαμε στην πρώτη πολιτεία. Έξω στους μύλους ο πατέρας έδεσε το άλογο, με πήρε απ' το χέρι και κινήσαμε για τα λεωφορεία. Κόσμος πολύς και φασαρία. Έβγαλε τα εισιτήρια, μπήκαμε μέσα. Βρώμαγε σαν σβησμένος λύχνος. Ξεκίνησε. Η στράτα όλο στροφές. Άρχισα να ξερνάω. Μετά από δυο ώρες φτάσαμε. Εγώ ήμουν πεθαμένος απ' το ξερατό και τη ζαλάδα κι άμα πάτησα στη στράτα, που ήταν ίσια και γυαλιστερή, όλο με μπέρδευε και παραπατούσα.
Φτάσαμε στο μαγαζί που θα έπιανα δουλειά. Κείνος ο άνθρωπος είχε πολλά βιβλία στους τοίχους και τετράδια κι άλλα χαρτιά, είχε φορεμένα ματογυάλια, με κοίταζε ώρα πολλή πάνω κάτω. Δε φαινόταν καλός άνθρωπος, καταδεχτικός. Γύρισε κατά τον πατέρα:
" Κύριε...πώς σας λένε είπαμε;"
" Γιάννο".
" Λοιπόν. κύριε Γιάννο, πολύ βλαχαδερό είναι το παιδί σου. Μάλλον δεν κάνει για τη δουλειά μου. Αλλιώς μου τα είπε ο συγγενής σας. Τέλος πάντων, ας μείνει λίγες μέρες και βλέπουμε".
Ο πατέρας δαγκώθηκε, αλλά κουβέντα δεν είπε. Με πήρε παράμερα:
" Να τον ακούς, πιδάκι μ' . Το βράδυ θα' ρθει ο μπάρμπας σ' να σε πάρει σπίτι".
Έσκυψε και με φίλησε. Ήταν σίγουρα η πρώτη φορά που φίλαγε μεγάλο παιδί. Έκλεισε την πόρτα πίσω του. Εγώ στεκόμουνα ορθό με τον ντουρβά στον ώμο. Μπήκε μια γυναίκα που μύριζε όχι σαν τη μάνα μου αλλά αλλιώτικα. Μ' έβλεπε περίεργα: 
" Τι είναι αυτό, καλέ κύριε Κίμων; "
Αυτός γέλασε:
" Μου το' φεραν για το μαγαζί".
" Τς...τς...τς..." έκανε η κυρία σαν να' κλανε κότα. " Καλέ, θα σου βρωμίσει τα βιβλία αυτό".
Γέλασαν κι οι δύο. Δεν κατάλαβα γιατί.
" Βγάλε, παιδί μου, αυτό το πράμα απ' τον ώμο σου".
Το' βγαλα και το κρατούσα στην αγκαλιά.
Ήταν η προίκα μου και το φαΐ μου.
" Άφησέ το εκεί στη γωνιά, κάτω ".
Το άφησα.
" Ξέρεις να σκουπίζεις;"
" Ξέρω, μπάρμπα ".
" Μπαρμπαριά και Τούνεζι, ζώον ! Πάρε αυτή τη σκούπα και πήγαινε κάτω στο υπόγειο να ρίξεις λίγο νερό, να μη σηκώνεις σκόνη, και σκούπισε".
" Καλά, μπάρμπα".
Γρήγορα γρήγορα άρχισα και τέλειωσα. Ήξερα από σκούπισμα, πολλές φορές τα μαντριά εγώ τα σκούπιζα με το σάρμα. Ανέβηκα πάνω.
" Τώρα κλείνουμε για μεσημέρι", μου λέει, " να πας σπίτι σου και στις πέντε να' σαι απ' έξω".
" Καλά", είπα.
Χωρίς άλλη κουβέντα άρπαξα τον ντουρβά κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Με το που βρέθηκα στο δρόμο, σταμάτησα τον πρώτο περαστικό:
" Μπάρμπα, πού είναι τα λεωφορεία;"
Μου έδειξε. Έφυγα τρέχοντας, δεν ήταν μακριά. Θαύμα είναι πώς δε με χτύπησε αυτοκίνητο. Πέρναγα τα στενά χωρίς να βλέπω ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Έφτασα στην πλατεία του Λαού, στα λεωφορεία. Γύρω γύρω όλη η πλατεία, καρέκλες και πεζοδρόμια ήταν γεμάτα κόσμο. Μια κομπανία από οργανοπαίχτες, γύφτους και χαλκιάδες , έπαιζε κάτω απ' τον πλάτανο σιγανά σιγανά διάφορους σκοπούς, περιμένοντας κι αυτοί το λεωφορείο για να πάνε σε κάποιο απ' τα πανηγύρια, που είχαν πολλά απ' τα χωριά του κάμπου. Τον είδα. Καθόταν στο πεζοδρόμιο, είχε ανασηκωμένη την τραγιάσκα του και το σακάκι ριγμένο στον ώμο. Κάπνιζε, κοίταζε ίσια μπροστά του χωρίς να βλέπει τίποτα. Σκεφτόταν πως ένα κομμάτι απ' το κορμί της φαμελιάς του κόπηκε σήμερα κι έμεινε στα ξένα μοναχό. Ήταν λυπημένος.
" Πατέρα!"
Αναπήδησε:
" Τι είναι, πιδάκι μ'...έφυγες;"
Μου φάνηκε σαν να χάρηκε όταν το είπε. Δε μίλησα, τον κοίταξα στα μάτια.
" Όχι. Έκλεισε το μαγαζί μέχρι τις πέντε".
Μ' έσφιξε δυνατά:
" Έφαγες, πιδάκι μ' ;"
" Όχι ".
Έβγαλε απ' τον ντουρβά ψωμί, τυρί κι από ένα χαρτί χαλβά που' χε για το χωριό. Αρχίσαμε να τρώμε χωρίς να μιλάμε. Τα όργανα έπαιζαν ή μάλλον αυτοσχεδίαζαν. Ο γερο - χαλκιάς κένταγε με το κλαρίνο και τα τσίπ' ρα έρχονταν το' να μετά το άλλο στο τραπέζι.
" Λεοντάρι, Ανάβρα, Αγόριανη, Σοφάδες, Αβαρίτσα...Το λεωφορείο φεύγει. Περάστε, περάστε! " σχεδόν ούρλιαξε ένας χοντρός εισπράκτορας , καταϊδρωμένος, που σιχτίριζε την κοινωνία που' χε γίνει εισπράκτορας κι όχι στρατηγός.
" Σε δέκα λεπτά φεύγει".
Πρώτα σηκώθηκαν τα όργανα, πήραν τα μπουκάλια με το τσίπ' ρο μαζί.
" Περάστε. Τα πράματα δεξιά, για τη σκάλα, να παν απάνου. Ό,τι στάζει, ό,τι λερώνει, στην αγκαλιά σας, βλαχαδερά!" ούρλιαξε πάλι ο χοντρός κι άρχισε ν' ανεβαίνει τη σκάλα για τον ουρανό του λεωφορείου.
" Πιδάκι μ', πρέπει να πααίνω", με χάιδεψε στο κεφάλι.
Πήρα τον ντουρβά στα χέρια. Με κοίταξε. Ανέβηκε στο λεωφορείο. Η θέση του ήταν σε παραθύρι ανοιχτό, έβγαλε το χέρι του και μετά το κεφάλι. Πήγα κοντά, από κάτω του.
" Πιδί μ', φτωχοί άνθρωποι' μεις, με τον φτωχό και τον πονεμένο κολιγιά είμαστε, μην τον αδικήσεις, μην του κλέψεις το ψωμί απ' το χέρι, μη βάλεις αμανάτι τον εαυτό σου για το καλύτερο που δεν είναι θ' κό σ'. Ό,τι φκιάνουν τα χέρια σ', αυτό είναι το καλό. Μην το πάρεις απ' τα χέρια τ' αλλουνού που' ναι αδύναμος και μην ξεχάσεις να κεράσεις τον φίλο που δεν πρόκοψε όπως εσύ..." Τα μάτια του ήταν υγρά, λυπημένα: " Να ' σαι καλό παιδί..."
" Θα' μαι, πατέρα".
" Φεύγουμε!" ούρλιαξε πάλι ο χοντρός.
Τα όργανα έπαιξαν δυνατά. Ο οδηγός είχε πιεί τα τσίπ' ρα του και χτύπαγε τα χέρια στο ρυθμο του κλαρίνου. Έβαλε μπροστά το λεωφορείο.
" Άιντε, πιδί μ', φεύγω. Το Σάββατο θα' ρθω πίσω να σε ιδώ".
Άρχισα να κλαίω με αναφιλητά. Ο κόσμος μεγάλωνε απότομα, μ' έκλεινε μέσα του, με φυλάκιζε κι εγώ μίκραινα. Το λεωφορείο ξεκίνησε. Εκείνος με κοίταγε απ' το παραθύρι. Τα όργανα έπαιζαν δυνατά κι άρχισα να τρέχω πίσω απ' το λεωφορείο. Εκείνος κούναγε το χέρι του χαιρετώντας με. Άρχισα να φωνάζω:
" Πατέρα...πατέρα...Πάρε με πίσω στο χωριό...Πατέρα..."
Άπλωνα το χέρι μου. Εκείνος κούναγε το δικό του χαιρετώντας με. Τα όργανα δυνάμωναν και δε μ' άκουγε.
" Πατέρα, μη μ' αφήνεις μοναχό εδώ, πατέρα..."
Το λεωφορείο έστριψε. Απόστασα. Έκατσα σ' ένα πεζούλι στην άκρη στο πεζοδρόμιο μοναχός. Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Τους κοίταζα. Κανένα δεν ήξερα. Κανένας δε μου έλεγε καλημέρα. Άνοιγμα δεν έβλεπα πουθενά. Όλο μεγάλα σπίτια. Πώς παίρνει ανάσα ο κόσμος εδώ; Σηκώθηκα. Έφκιαξα τον ντουρβά με τα προικιά μου, που τον είχα κρεμασμένο στον ώμο, και κοίταξα το δρόμο το φαρδύ προς τα κάτω. Μπροστά ξανοιγόταν η πολιτεία, η νέα μου ζωή, οι καινούριοι άνθρωποι...Εδώ πρέπει να ζήσω, χωρίς τους δικούς μου, εδώ πρέπει να βρω τους καλούς ανθρώπους να κάνω μαζί τους κολιγιά. Σ' αυτούς να πω το λόγο τον γκαρδιακό, αλλά πώς να τους γνωρίσω, εδώ κανένας δεν ακούει τον άλλον, ο σαματάς είναι δυνατός και σκεπάζει τις φωνές.
Βλέπω από πάνω να έρχονται κάτι άνθρωποι εργατικοί. Είναι στη γραμμή. Ήταν πολλοί μαζί. Φωνάζουν δυνατά. Είχαν κόκκινα πανιά δεμένα σε ξύλα. Λένε για ψωμί, για δουλειά, για φτώχεια, για δημοκρατία.
" Όταν οι άνθρωποι είναι αντάμα", έλεγε ο πατέρας, " είναι δυνατοί".
Πέρναγαν από μπροστά μου. Ήταν γεροί άνθρωποι. Εγώ σηκώθηκα και τους κοίταζα.
" Από πού είσαι εσύ, παιδί μου;" με ρωτάει ένας.
Του είπα το χωριό. Χαμογέλασε.
"Κοντοχωριανοί είμαστε. Εγώ είμαι απ' τη Χιλιαδού" μου λέει.
Να που βρήκα πατριώτη άνθρωπο και μου μιλάει, τον πήρα από κοντά δίπλα απ' τη γραμμή. Στην στράτα τον ρωτάω:
" Γιατί κρατάς αυτό το κόκκινο πανί, μπάρμπα;"
" Είναι το αίμα μου, παιδί μου."
Με κοίταξε ίσια στα μάτια κι άλλη λέξη δεν είπε, ήταν σαν με κάρφωσε με μαχαίρι.
Παρακάτω τους περίμεναν κι άλλοι εργατικοί άνθρωποι και παρακάτω άλλοι κι άλλοι κι άλλοι και φώναζαν όλοι μαζί. Μυαλωμένα πράματα έλεγαν. Τα πρόσωπά τους, έτσι ξαναμμένα που ήταν, έλαμπαν. Ψυχωμένοι άνθρωποι, ήταν και γυναίκες και παιδιά, φώναζαν όλοι. Άρχισα να φωνάζω κι εγώ. Μπήκανε στην πλατεία. Μόλις άρχισε ένας να μιλάει ανεβασμένος σ' ένα τραπέζι, να οι χωροφυλάκοι. Κάτι είπε ο καπετάνος και βγάλαν κάτι κοντά ξύλα απ' τις κωλότσεπες και χωρίς πολλά πολλά άρχισαν να τους βαράνε. Αυτός που μίλαγα εγώ έπεσε καταγής, τον πάταγαν. Μου' δωκε το πανί με το ξύλο που κράταγε.
" Τρέχα", μου λέει, " και μην τ' αφήσεις".
Έμεινα σαν χαζό, πετάγεται ένας άλλος και, όπως κράταγα το ξύλο, μου' δωκε μια κλοτσιά στον κώλο. Χωρίς αιτία. Ξεράθηκα. Δε φόραγε χωροφυλακίστικα, αυτός καθόταν δίπλα κι έβριζε. Του τραβάω κι εγώ μια στο καλάμι, ρέκαξε απ' τον πόνο. Όχι, θα τον άφηνα!
" Κωλόπαιδο! " μου χουγιάζει ένας χωροφύλακας και μ' αρχίνησε στα σκαμπίλια.
Εμένα ούτε ο πατέρας μου δε με χτύπησε ποτέ.
" Τρέχα! " μου ξαναφώναξε κείνος που μου' δωκε το πανί με το ξύλο. " Τρέχα, μη σε πάρουν μέσα ".
Δεν κατάλαβα πού θα με πήγαιναν, όμως έβγαλα τα παπούτσια κι άρχισα την π' λάλα. Ένας με κυνήγαγε από πίσω, πού να με πιάσει. Έφαγα όμως μια στην πλάτη. Μόλις έστριψα σε ένα στενό με το πανί στο χέρι, μου κρένει ένας, μπήκα σε κάτι τοίχους με πολλά πατώματα, με άρπαξε απ' τον ώμο:
" Από δω, ρε βλαχάκο με τον ντουρβά".
Σχεδόν μ' έκλεισε στην αγκαλιά του, ήταν μεγαλόκορμος σαν τον πατέρα. Είχε κάτι χερούκλες ροζιασμένες. Είχε φαρδύ μέτωπο και μεγάλα άλουστα μαλλιά. Έμοιαζε με το Χριστο, που είχαμε στο εικόνισμα, όταν ευλογούσε  παιδιά. Μου χαμογέλασε. Τους είπα τα καθέκαστα. Μείναμε εκεί ώσπου έπεσε το σούρουπο. Δεν πήγα στο μαγαζί, έχασα τη δουλειά. Τώρα τι να κάνω; Πού να πάω; Φαμελιά δεν έχω. Τίποτα δεν έχω.
" Εμείς είμαστε τρανή φαμελιά και ενωμένη, σε μας χωράει κάθε καλός άνθρωπος", μου είπε αυτός που μ' έπιασε.
Εμένα όμως ο πατέρας με διάταξε να προσέχω τους ανθρώπους. " Να μη δίνεις βάση στον άνθρωπο, αν δεν δοκιμαστεί στο καλό έργο πρώτα".
" Κίτσο ", λέει σ' έναν, " πάρε το κούτσ' κο σπίτ', τάισ' το και πλάιασ' το, εγώ θα βρω τον μπάρμπα τ'". Γύρισε σε μένα: " Το πρωί στις 7 να' σαι δω, θα δουλέψουμε μαζί, θα χτίζουμε σπίτια για τους ανθρώπους με το αίμα μας και άμα θέλουν τ' αφεντικά να μας το πίνουν τζάμπα, θα τους πολεμάμε. Θέλεις;"
" Θέλω ".
" Σύντροφοι, κι άλλος συνάδελφος" ( απόσπασμα)

Βασίλης Κολοβός, Θυμάσαι, πατέρα; Καστανιώτης, Αθήνα 1994, 6η έκδοση
" Γλώσσα μακρυγιαννική, κοφτερή σαν καλοακονισμένο μαχαίρι. Χαρακτήρες άγριοι σαν φθινοπωρινός βοριάς. Ένα βασικό ταξικό ένστικτο από χώμα και νερό, που εισχωρεί σαν λοστάρι για να ξεκολλήσει την πέτρα απ' την πέτρα" ( από το οπισθόφυλλο)
Το μυθιστόρημα του Βασίλη Κολοβού «Θυμάσαι, πατέρα;» επιλέχθηκε το 1998 να είναι για τέσσερα χρόνια η βασική διδακτέα ύλη στο Τμήμα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, , μαζί με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου, την «Αυλή των θαυμάτων» του Καμπανέλλη και τη «Σαρκοφάγο» του Ιωάννου

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Χρόνος…..

Αναδημοσίευση από το εξαιρετικό ιστολόγιο Ατραπός


“Ο Χρόνος, αυτός ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..” και ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και πάνε 3 χρόνια από τότε που τον συνάντησα σε ένα σπίτι στην Λαμπανίτσα (....απομεινάρια μια ζωής) και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.
 Μου έριξε λοξές ματιές κατεβαίνοντας να επισκεφτώ το Γεφύρι της Γκρίκας. Ήταν ανακατεμένος με την πρωινή παγωμένη αντάρα, σ ένα από τα τελευταία σπίτια του χωριού και θαρρώ μου έγνεψε καθώς περνούσα βιαστικός δίπλα του. Η λαχτάρα όμως να προλάβω και να βρεθώ πάνω στο πέτρινο Γεφύρι της Γκρίκας υπερνίκησε την παράξενη αυτή αίσθηση – κάλεσμα να διαβώ το κατώφλι του. Μα επιστρέφοντας πια πίσω,  με καρτερούσε, υπομονετικά, όπως μόνο αυτός ξέρει. Τότε ήταν που ανηφορικός  δρόμος για το χωριό λες και εξαφανίστηκε και πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο.
 Με το πρώτο βήμα στην αυλή και….σαν τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, η ώρα, να πάγωσαν. Ο Χρόνος φίλεψε στον ταξιδευτή του ένα “πάγωμα” του, καλωσόρισμα όπως κάθε νοικοκύρης κάνει σ αυτά τα μέρη. Στάθηκε ακίνητος πλάι μου και  μαζί γυρίσαμε, πρώτα προς την μεριά που φυσούσε το ξεροβόρι. Με μια ματιά του είδα την αγέρωχη Μουργκάνα, πότε παγωμένη ντυμένη με του λευκού το πέπλο, πότε πράσινη τυλιγμένη με του τσαγιού  τ΄ άρωμα μα και…τότε… μπαρουτοκαπνισμένη δεμένη με τα συρματοπλέγματα του αλληλοσπαραγμού.
 Παιχνίδια του Χρόνου στην αυλή του και στραφήκαμε λίγο πιο κοντά πάνω εκεί στην Πόβλα. Οι καμινάδες όλες βγάζανε καπνό, και η κάπνα ανυψωνόταν μαζί με τις ανέμελες φωνές παιδιών από τα σοκάκια του χωριού. Και να σου! κατηφόριζαν γυναίκες ζαλωμένες, αντάμα με πραματευτάδες, κινούσαν προς τα νερά της Παύλας μα και παρέκει προς την Καμίτσιανη, τον Τσαμαντά.
Μα αυτό το στριφογύρισμα  του χρόνου καιρός ήταν να τελειώσει, ήταν ώρα να με προσκαλέσει μες στο σπίτι του.
 Η πόρτα του,  ανοικτή έτοιμη να υποδεχτεί τον μουσαφίρη και το πόδι το δεξί πάτησε για πρώτη φορά το ξύλινο πάτωμα. Το πρώτο τρίξιμο του και σαν ρεύμα αισθήσεων διαπέρασε το κορμί μου όλο, παράγοντας εικόνες στο μυαλό και την ψυχή, στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου. Ένα ένα βήμα  τις ακολούθησα πλάι στο τζάκι άπλωσα μαζί τους τα χέρια μπρος στην ζεστασιά του. Ένα  ένα τρίξιμο, περιδιαβήκαμε τον χώρο και φτάσαμε στην κουζίνα και με τρατάρανε μυρωδιές γεμάτες ρίγανη και τσάι. Διψασμένος καρτερούσα το επόμενο πάτημα, μέχρι που έφτασα στο μεγάλο δωμάτιο, των Ξένων, το καλό!!. Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν. Γινόταν ένα με τους τοίχους δίνοντας τους μια ζεστή απόχρωση και από μέσα τους άρχισαν να ξεπηδούν ήχοι, φωνές, γέλιο, κλάμα. Σιγανό ηπειρώτικο τραγούδι του μισεμού, του νόστου…..και τότε ακούστηκε το τελευταίο τρίξιμο, το πιο δυνατό, τράνταξε συθέμελα την ψυχή μου. Γύρισα και κοίταξα την ντουλάπα στην εσοχή του τοίχου. Το βλέμμα έμεινε καρφωμένο σε μια από τις πιο συγκλονιστικές Στιγμές που έχω βιώσει. Μια φωτογραφία, δύο ζευγάρια βλέμματα καλοσυνάτα. Ακόμα και ο Χρόνος παραμέρισε, αφήνοντας το κενό του, να γεμίσει από συναισθήματα. 
 Έμεινα να κοιτώ τις δύο φιγούρες …στην όψη τους «ξεχώριζα» τον παππού, τον πατέρα, τον αδελφό, τον φίλο. Τον ξενιτεμένο που η κάθε οικογένεια έχει σε αυτά τα ακριτικά τα μέρη. Βούρκωσα, δεν άντεξα,   θαρρώ δάκρυσαν και δυο τους απέναντί μου. Και τα βλέμματα αγκαλιαστικαν  και όλοι μαζι   σιγοτραγουδήσαμε…

Αχ τώρα στα ξεχωρίσματα ελα γιέ μου να φιληθούμε,
ωρε γιατί έχουμε ζωή και θάνατο, ποιος ξέρει αν θ’ ανταμωθούμε

Δεν ξέρω πόσο στάθηκα εκεί, μόνο αυτός ο Χρόνος που είχε παραμερίσει για λίγο, ξέρει. Άρχισε πάλι να κυλά σαν να με ξεπροβόδιζε και ξέμεινα με τα Ξεχωρίσματα στα χείλη να βαδίζω πιά προς την έξοδο.
 Τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν. Βουβές πια καρτερούσαν και αυτές να τις πάρουν μακριά στα ξένα, να ανταμώσουν τον κύρη, τον γιό, την κόρη.

…Αχ αυτού μακριά που βρίσκονται, εκεί γιέ μου στην Αυστραλία, Αμέρικη και Γερμανία…. 

Άφησα το Σπίτι στην άκρη της Πόβλας πίσω μου, με τον Χρόνο να με αποχαιρέτα από το κατώφλι τις εξώπορτας. Διέκρινα ένα κρυφό χαμόγελο του, το ξέραμε καλά κι δυο μας ότι μέχρι την επόμενη στροφή, να σου, θα μ έφτανε και ξανά τρέχοντας, θα με ξεπερνούσε ….Αυτός ο Χρόνος, ο αδηφάγος άρχοντας που μας διαφεντεύει…..  




 

....πια το διάβα μου περνούσε μόνο από το σπίτι του, μέσα απ την πόρτα του που κι αυτή ήταν ανοιχτή, περίμενε τον οδοιπόρο......

....στιγμές του αφέντη χρόνου, αναμνήσεις που σαν σκιές περνούσαν και εγώ τις αποζητούσα, με κάθε βήμα, με κάθε τρίξιμο τις έφερνα μπρος μου.....

















Το φως, ο αέρας έμπαιναν από τα παράθυρά που κοιτούσαν τα βουνά, γέμιζαν τον χώρο, μαζί με τις αναμνήσεις στριφογύριζαν.




.....τα τριξίματα πια ακουγόταν αμυδρά, λες και  οι αναμνήσεις που γυρόφερναν τον χώρο χανόταν και αυτές…ή μάλλον σιγά σιγά τρύπωναν μέσα στα δυο μπαούλα π’ απομείναν....

............. ο Χρόνος με προσπέρασε πάλι και έλαχε εδώ στην Πόβλα να περάσω ξανά το…κατώφλι του.


Αχ στείλε μου το κορμάκι σου, σε μια γιέ μου φωτογραφία,
.......


Με τ’ εσένα θέλω να `μαι, και στην Ήπειρο καλά `ναι.



Σημείωση:  Εκ τον υστέρων με ενημέρωσε η Βαρβάρα Κακούτση  που ζει στην Βοστόνη, ότι το σπίτι είναι από το σόι Σπύρου Τσίγκου ο οποίος είναι από δεξιά στην φωτογραφία. Τα δύο εγγόνια του Σπύρου Τσίγκου μένουν στην Βοστόνη και το Τέξας.
Επίσης ο Παναγιώτης Ανυφαντής (Πρόεδρος της Αδελφότητας Πόβλας) με ενημέρωσε ότι ο Σπύρος Τσίγκος ήταν στην Αμερική από τους πρώτους μετανάστες. Είχε ένα γιο που πέθανε και αυτός στην Αμερική πριν 10 χρόνια περίπου και τον φέρανε στην Πόβλα να ταφεί.
Τους ευχαριστώ πολύ για τις πληροφορίες που μου παρείχαν.