Αδέλφι πόσο λαμπρός κι’ απέραντος θα γίνει ο κόσμος όταν θα τον βλέπουν μαζί όλοι οι ανθρώποι!

Άγρυπνοι σφίγγοντας τις παλάμες μας αγαπούμε και πιστεύουμε

Αύριο ίσως γελάει ο δρόμος κάτω απ’ τα πάμφωτα πέλματα της νέας μέρας

Γιάννης Ρίτσος

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Καλό Πάσχα


ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ρόπτρο - σκαραβαίος
το παράτολμο δόντι μες στο ψύχος του ήλιου
ο Απρίλης που ένιωσε ν' αλλάζει φύλο
της πηγής το μπουμπούκι ό,τι που ανοίγει

Το χειράμαξο γέρνοντας με το' να πλάι
μια χρυσόμυγα που άναψε φωτιά στο μέλλον
του νερού η αόρατη αορτή που πάλλει
και γι' αυτό ζωντανή κρατά η γαρδένια

ΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ τα οικόσιτα της Νοσταλγίας
τα λουλούδια τα νήπια της βροχής που τρέμουν 
τα μικρά και τετράποδα στο μονοπάτι
τ' αψηλά στους ήλιους και τα ρεμβοκίνητα

Τα σεμνά με την κόκκινη αρρεβώνα
τα κομπάζοντας έφιππα μες στους λειμώνες
τα σε καθαρρό ουρανό εργασμένα
τα στοχαστικά και τα χιμαιροποίκιλτα

Το Κρίνο, Το Τριαντάφυλλο, το Γιασεμί
ο Μενεξές, η Πασχαλιά, ο Υάκινθος
το Γιούλι, το Ζαμπάκι, το Αστρολούλουδο

Οδυσσέας Ελύτης, Άξιον Εστί


Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Εκατό χρόνια μοναξιά και θλίψη

 Πρωί πρωί έφθασαν τα νέα για το θάνατο του μεγάλου Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες. 
Στο νου μου έρχονται αμέσως τα Εκατό χρόνια μοναξιά και ο μαγικός ρεαλισμός του.
Μια μικρή αναφορά σε αυτό το μυθιστότημα  με τα λόγια του Βασίλη Φίλια τα οποία έγραψε για να προλογίσει την πρώτη έκδοση του  το 1979.
 Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες υπογράφει αντίγραφο του "Εκατό Χρόνια Μοναξιά" στην Αβάνα της Κούβας
"Λίγα έργα στην παγκόσμια λογοτεχνία φέρνουν άξια τον τίτλο " τοιχογραφία " μιας εποχής, ενός λαού, μιας συγκλονιστικής συλλογικής εμπειρίας, και η κατάχρηση του όρου θα μας έκανε πολύ διστακτικούς να τον χρησιμοποιήσουμε αν δεν επρόκειτο για ένα σημαδιακό έργο, όπως αναμφισβήτητα είναι το " Εκατό χρόνια μοναξιά" του Γκαμπριέλ Γκαρθία Μάρκες. Τοιχογραφία πράγματι της μοίρας όχι μόνο της Κολομβίας, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής που για δυο αιώνες τώρα παλεύει απεγνωσμένα, πιασμένη σε φοβερό δόκανο, να βρει μια διέξοδο. Την αγωνία και το σισύφειο χαρακτήρα αυτής της πάλης δίνει ο Μάρκες με αξεπέραστη λογοτεχνική μαεστρία, περιγράφοντας την τραγική πορεία του ήρωα της ελευθερίας συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία από την ώρα της υπέρτατης προσφοράς ως τη στιγμή της έσχατης φθοράς και της προσωπικής ολοκληρωτικής εκμηδένισης. Ένας ήρωας , που γύρω του του μπλέκονται φοβερά πεπρωμένα που αγγίζουν και τελικά συνθλίβουν τα πιο στενά του συγγενικά πρόσωπα, τους ανθρώπους του τόπου που γεννήθηκε και τελικά όλους όσους σταθήκανε δίπλα του στον μεγάλο αγώνα. Η ικανότητα του Μάρκες να περνάει από τα εντελώς ανθρώπινα και καθημερινά στα μεγάλα, τα ιδιαίτερα  και μοναδικά είναι χωρίς αμφιβολία εκπληκτική. Ακόμα μεγαλύτερη είναι η ικανότητά του να δένει μια τραχιά πραγματικότητα με στοιχεία μυθολογικά, με φαντασιακές μεταλλαγές και μετουσιώσεις ενός βαθύτατα ταραγμένου και βασανισμένου  συλλογικού ασυνείδητου, που κάθε φορά έρχεται να υποδηλώσει τη δυνατότητα ενός νοήματος μιας απώτερης σημασίας, μιας ενδεχόμενης συνέχειας, την πιθανότητα του ξεπεράσματος του αδιεξόδου σ' έναν εξωπραγματικό χώρο. Εκεί όπου όλα φαίνονται να χάνονται να διαλύονται στα "εξ ων συνετέθησαν " έρχεται ο μύθος, ακόμα και το παράλογο, σαν μια έσχατη διαφυγή, ένα τελευταίο καταφύγιο.
Σε μια γλώσσα εφάμιλλη σε δύναμη και παραστατικότητα με εκείνη ενός Χεμινγουαίη, ο Μάρκες εκφράζει ένα εντελώς διαφορετικό αίσθημα ζωής βαθειά διαποτισμένο από την εμπειρία της καταπίεσης, εσωτερικής και εξωτερικής, και ένα βαρύ φόρο αίματος. Ίσως γι' αυτό και το έργο αφήνει μια απόγευση απαισιοδοξίας, την αίσθηση ενός τελεσίδικου και χωρίς ελπίδα " κλεισίματος".
Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο ότι το έργο αυτό καθιέρωσε παγκόσμια τον Μάρκες και ότι κυκλοφόρησε σε πολλά εκατομμύρια αντίτυπα σ' όλες σχεδόν τις γλώσσες του πλανήτη."


Βασίλης Φίλιας
Οκτώβρης 1979

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Ο Γολγοθάς

 
Marc Chagall, 1912, Calvary (Golgotha) Christus gewidmet,Museum of Modern Art, New York.
Εδώ απ' το ίσιωμα
σας βλέπουμε και σας πονάμε
χρόνια και χρόνια ν' ανεβαίνετε.
Κι όσο ανεβαίνετε
τόσο από το σταυρό
η απόστασή σας μεγαλώνει
μα κι η χαρά
για την ακόμα πιο σκληρή δοκιμασία.

Εκεί απ' την ανηφόρα
ούτε μας βλέπετε ούτε μας πονάτε
που ανεβαίνουμε
σχεδόν γενναίοι
στο πιο απόκρημνο ίσιωμα
δίχως σταυρό
και δίχως λόφο.

Γιάννης Βαρβέρης, Άνθρωπος μόνος, Κέδρος 2009, 3η έκδοση

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2014

Ω, ταπεινοί, κι ω, καταφρονεμένοι


 Pablo Picasso, Poverty, 1903

" Τούτο μου εστί το αίμα"
Ω, ταπεινοί, κι ω, καταφρονεμένοι
του κόσμου αυτού, να είστε ευλογημένοι
Στο άθλιο σας καλύβι θα χτυπήσω
ελεημοσύνη αγάπης να ζητήσω
κι άσυλο λίγης ζεστασιάς να βρω
μες στη γυμνή μακρόθυμη αγκαλιά σας
κι εγώ , μαζί με τα φτωχά σκυλιά σας

Ω, πώς με βασανίζει τώρα η τύψη
Πως τίποτα δε μού' χεν απολείψει
πως σε συμπόσια πλούσια είχα ευφρανθεί
κι έφαγα κι ήπια κι είχα κοιμηθεί
στης ξενοιασιάς την πουπουλένια κλίνη

Τα δάκρυα μ' έχουν, τώρα πια, αποπλύνει
ω, απόκληροι αδερφοί μου, αποδιωγμένοι
ξυπόλυτοι κι αν είστε ή πεινασμένοι
κι εγώ, μαζί σας κλαίω, πεινώ, γυμνή
ζητιάνα στο πλευρό σας ταπεινή
Της καταφρόνιας δέχομαι τα φτύσματα
μοιράζομαι μαζί σας τα ραπίσματα
τους εξευτελισμούς και τη ντροπή
Τώρα, γνωρίζω ορφάνια τι θα πει
Της μοίρας αποπαίδι σε μιαν άκρη
μουσκεύω το ψωμί μου μες στο δάκρυ

Φτωχοί, βασανισμένοι μου αδερφοί
τα μάτια, τώρα πια, δε χαμηλώνω
στο βλέμμα σας, που αγιάζεται απ' τον πόνο
Δε νοιώθω στα δεινά σας μια μομφή
Τώρα, που με σημάδεψε και μένα
με σίδερο, η δοκιμασία, καυτό
και τις βαθειές ουλές της χαραγμένα
μες στην πολύπαθη καρδιά κρατώ
Τώρα, μπορώ να περηφανευτώ
που απ' της χολής και του όξους την πικρία
τη σταυρωμένη πότισαν ζωή μου
Ό, τι, άξια κρίθηκα κι εγώ να μπω
στου πόνου την επίγεια βασιλεία
μαζί σας, ω φτωχοί μου, ω αδελφοί μου.

Μελισσάνθη, Οδοιπορικό ( ποιήματα 1930 - 1984 ) Καστανιώτης 2000


Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Στο βαθύ


Η φωτογραφία του Κώστα Μπαλάφα
Σαν παραμύθια άρχιζαν οι ιστορίες της, απόταν περίσσεψε στην αγκαλιά της μάνας της.
" Ου, κοπέλα...Και τούτη κοπέλα!...Ου ου!" Ούτε τη μάλαξαν με τα χέρια! Και πώς τσιώθηκε και κρατήθηκε στη ζωή αυτό το πλάσμα το περισσευούμενο με το ου και με το ούι!
Μη δεν ήταν ούτε έξι καλά - καλά όταν την αφήσαν στο βουνό με τα ζα, μ' ένα ξερό κομμάτι στο σακούλι - και λόγος καλός ούτε τρίμμα.
Σα στο παραμύθι, που δεν την πείραξαν ούτε ζουλάπια ούτε όρνια ούτε φίδια ούτε αστροπελέκια ούτε αντάρτικα και ξαντάρτικα` πώς δεν πέθανε με τόσα...πώς δεν πέθανε χωρίς τόσα! Αγρίμιασε μοναχή της κάτω απ' το λιοπύρι, κάτω απ' τ' αστέρια, κάτω από μια παλιοκάπα, κι η ψείρα βρικόλακας που της έπινε το αίμα και δε σκιάζονταν τίποτα. Έτσι! Όλα τίποτα ήταν για αυτήν, και δε σκιάζονταν.
Χορτασμένη χούγιασμα και κατάρες ανεβοκατέβαινε στα δέντρα σαν τη μαϊμού να κορέσει εκείνη την πείνα όλη που της σούβλιζε την ύπαρξη. Και σάμα δεν ήταν έξυπνη, φωτιά! Δούλευε και στα χωράφια και στην αράδα και στο μύλο και ό,τι μπόρεσε. Νύχτα μέρα με τα κουμάντα της, μέχρι και την αγωγιάτισσα έκανε και όσο της έλειψε απ' τα γονικά της το' κανε λίρες. Με είκοσι έξι χρυσές έγινε της παντρειάς!
Και χωρίς λίρες το ίδιο θα την αγάπαγε. Κι αυτή, ας μην ήξερε από πρόσφορη αγκαλιά, σαν από ένστικτο ήρθε και κόλλησε στα χέρια του σα λουκουμάκι. Έβαλαν και στέφανα κι ας μην ήρθαν στην εκκλησία οι δικοί του....Γιατί δηλαδή, επειδή δεν είχαν το ίδιο μπόι; Ωχ, τι να πεις...Θα τους περάσει, τι θα κάνουν;
Μάρτης γδάρτης. Το βουνό κατσιουλωμένο με το χιόνι το παχύ, σε γκρέμιζε το κρύο. Έμασαν τα ρούχα τα χοντρά και τα λιανά και τα ζαλώθηκε η νύφη μόλις φάνηκε η μέρα. Βάστηξε κι η πεθερά κανα δυο κομμάτια ίσα για τα μάτια και την άφησε να ξεκινήσει μόνο και μόνο για να της φωνάξει:
" Ω χαντακωμένη, πού πας χωρίς καζάνι!"
Ξαναγύρισε, της το' ριξε κι αυτό ψηλά στο μπούγιο και το θηλύκωσε με την τριχιά και κίνησαν για το ποτάμι. Μπροστά η νύφη, πίσω η πεθερά ψέλνοντας: " Πώς είσ' έτσι, μωρ' καημένη; Τι σου ζήλεψε ο Κίτσιος μου που' χεις τα ποδάρια σαν τα καλάμια, μωρήηη...το καζάνι! Τήρα μη σου φύγει το καζάνι, μωρήηη." Η νύφη, με το χέρι πιασμένο με τον κόπανο, κρατιόταν με τ' άλλο από κανα κλαρί και κανα ριζάρι όπως πέρναγε λοξά στο μονοπάτι μη σκαλώσει πουθενά κι η άλλη από πίσω μπαρμπάλιζε. Χολή ατελείωτη! Γιατί, άμα ήταν ο Κίτσιος της μπροστά, Παναγία! Τώρα που ο Κίτσιος έλειπε κι απ' το χωριό...
Πες, πες, πες, της έριξε τα σκουλήκια. Αμ πως! " Τσώπα!" είπε μια φορά η νύφη. Ποιος να τσώπαινε! Είπε, είπε, είπε, τα χίλια μύρια, και τούτη, που δεν είχε φοβηθεί ζωντανόν και πεθαμένο, κάπως της ήρθε. Ε, ορέ! " Μάνα", είπε, " Θα κόψω από δώγια να βγω σιακάτω". " Να κόψεις λαιμό και σβέρκο και να πας στα σκατά!" Δεν πρόλαβε να αποπεί την καλοκουβέντα η πεθερά και παίρνει μια γλίστρα η νύφη κάτω στη γκρεμίνα, εδώ να σταματήσει, εκεί να σταματήσει, το καζάνι έφτακε πρώτο στο ποτάμι!  Σταμάτησε κι αυτή καμιά φορά απ' τα ρουγκουλήματα και σηκώθηκε πελεκημένη απ' τις πέτρες με το ζάλωμα στραβά και το ένα παπούτσι παρακάτω. Το βρήκε, το πήρε στο χέρι , κι η πεθερά χόλιαζε για το καζάνι. " Τίποτα δεν έπαθε, μη σκιάζεσαι."
Μέχρι να ανάψουν φωτιά να ζεστάνει το νερό, πήραν να ξεχωρίσουν τα ρούχα. " Του κουνιάδου σου πρώτα κι ύστερα τ' αντρός σου, κούτσουρο!" της πέταξε πέρα το ρούχο απ' τα χέρια. " Με τη σειρά! Πρώτα τα δικά μου, κατόπι του κουνιάδου σου, κατόπι του πεθερού σου, τ' αντρός σου, και κατόπι τα δικά σου τα τσόλια! Πού σ' είχαμαν μοίρα, λέω, να μας έρθεις στη γωνιά! Κι ο πλανταμένος δεν ήβρισκε άλλη. Μάγια του' καμεεες;"
Πήρε να τρίψει και τη φανέλα του πεθερού. " Στο βαθύ, νύφη, στο βαθύ!" Όλο την έστελνε παρακάτω στο πιο πολύ νερό, και πέρναγε το ποτάμι μέσα απ' τα χέρια της παγωμένο σαν το θάνατο. Φυλάγονταν μη βρέξει και το δολιοφούστανο που το' χε μάσει πάνω απ' τα γόνατα κι ένιωθε τα μηνιάτικά της να κατεβαίνουν - σπλήνες ζεστές. Σκυμμένο το φτενό της κορμάκι πάνω στην πέτρα, έτριβε με την πλάκα το σαπούνι τη φανέλα κι άλλη θερμαίνονταν γύρα γύρα το καζάνι κι ακόμα αλύχταγε με τα χέρια στη μέση. " Πού να βρει ο Κίτσιος μου να πιαστεί ψηλά σου, μωρή, να κάμει παιδιάααα...αχ, έρμες τύχες!" Τεντώθηκε η νύφη στο νερό να ξεβγάλει το ρούχο. " Στο βαθύ, μωρ' στο βαθύ σου λέω!" της φώναξε με γινάτια κι η νύφη τεντώθηκε περισσότερο. " Αμ δεν είχα ιδεί διάολο να πλένει με τα παπούτσια φορεμένα!" είπε στον πάτο η πεθερά και δεν κρατιόταν άλλο.
" Α μω!"
"...Και μου δίνει μια μπωχτή, που λες, και με ρίχνει μες στη βίρα του ποταμιού, μπλατς! Μο' πεσαν τα δόντια απ' το κρύγιο...Εδώ εκεί μες στο νερό, μο' φυγε η φανέλα απ' τα χέρια και μο' ρχουνταν στο κεφάλι` κι όπως ήταν μάλλινη, με τα μανίκια τόσα, όλο με τράβαε κάτω και α και α έμασα ψόφο...Ρούφησα νερό...Κόντεψα να πνιγώ εκατό βολές μέχρι να την πιάκω! Κι όντα βγήκα - μη χειρότερα, Θε μου! - τι μου είπε λες εσύ ..." Δεν μπόρεγε να σε πάρει το ποτάμι;" Που να μ' είχε πάρει εκατό φορές, όχι μία...Ωχ μάνα μου..." αναστέναξε. " Αυτά που λες με τη σσσκατόλακκη!" σύριξε στο τέλος.


Η ιστορία αυτή είναι μια από τις 28 που περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη " Του χιονιού" που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2013 από τις εκδόσεις Ροδακιό.
Αφηγημένες σαν παραμύθια αλλά στηριγμένες σε καθημερινές ιστορίες από τη δύσκολη ζωή γυναικών διαφορετικών ηλικιών σε χρόνια όχι και πολύ μακρινά.Οι φωνές αυτών των γυναικών μπλέκονται με τη φωνή της αφηγήτριας μέσα από ένα εξαιρετικό συνδυασμό ευθέος και πλαγίου λόγου  Διαβάζοντας τα διηγήματα είχα την αίσθηση ότι η συγγραφέας - αφηγήτρια κάθεται κάπου αθέατη, έχει απέναντι της μια γυναίκα και ακούει την ιστορία της ,την οποία και μας μεταφέρει με ένα λογοτεχνικό τρόπο που δεν αλλοιώνει όμως την αυθεντικότητα του προφορικού λόγου.  Ακούγονται οι φωνές των γυναικών να διηγούνται στιγμές - σκηνές της καθημερινότητάς τους που ταυτίστηκε με τη φτώχεια, της ξενιτιά, τον πόλεμο, τον εμφύλιο, τον πόνο. Ο πόνος  είναι διάχυτος σε όλα τα διηγήματα. Τις διαμορφώνει. Άλλες τον έκαναν αγάπη , άλλες καρτερικότητα, και άλλες σκληράδα και βαναυσότητα.
Οι κλειστές κοινωνίες, τα αυστηρά ήθη, οι προκαταλήψεις, οι στερήσεις βάρυναν περισσότερο τις ζωές των γυναικών και αυτές, θύματα και ίδιες, έβλεπαν απέναντί τους τις άλλες γυναίκες του χωριού, της οικογένειας. Τραγικές φιγούρες , τις οποίες η συγγραφέας παρουσιάζει σαν μικρές προσωπογραφίες σ' ένα πίνακα που δεν ξεχωρίζει το φόντο, κυριαρχεί όμως το μαύρο και το γκρι. Ο χρόνος και ο χώρος δεν αναφέρονται συγκεκριμένα. Καταλαβαίνουμε όμως ότι τα περιστατικά διαδραματίζονται σε μια περίοδο από τον πόλεμο του 1940, την Αντίσταση ,τον Εμφύλιο και τα μετέπειτα χρόνια .Οι ασχολίες των γυναικών, οι περιγραφές του φυσικού τοπίου, η ντοπιολαλιά που χρησιμοποείται στους διαλόγους, οι γλωσσικοί ιδιωματισμοί στην αφήγηση και η καταγωγή της συγγραφέως οδηγεί τη φαντασία στα χωριά της Ηπείρου και κυρίως της Μουργκάνας.
 Μια συλλογή διηγημάτων, μικρών σε έκταση(ορισμένα δεν είναι ούτε μια σελίδα) γραμμένα σε γλώσσα ζωντανή , ορισμένες φορές και ποιητική που κατορθώνουν να μεταδώσουν την οδύνη, το σπαραγμό και το λυγμό αυτών των γυναικών. 

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Για ένα παιδί που κοιμάται

   Σκίτσο: Δημήτρης Αγγελούσης.
Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,
Με του αδερφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση. 
Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι το ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.

Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,

Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.

Δ. Χ. Χριστοδούλου, Το κυπαρίσσι
των εργατικών
, Καστανιώτης


Όσο οι κοινωνίες θα ¨χορεύουν" στους ρυθμούς του κέρδους μιας φούχτας ανθρώπων , όσο αυτοί οι άνθρωποι θα εκμεταλλεύονται τους άλλους ανθρώπους, όσο οι πλούσιοι θα γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι, όσο οι φτωχοί δεν συνειδητοποιούνται και δεν αποφασίζουν να σπάσουν τα δεσμά, τόσο η φτώχεια θα μεγαλώνει, τόσο περισσότεροι άνθρωποι θα αδυνατούν να επιβιώσουν, τόσο περισσότερα παιδιά θα ζουν στους δρόμους , θύματα εκμετάλλευσης και κακοποίησης, θύματα ενός κόσμου ανάλγητου που τους σπρώχνει  συνεχώς στη λάσπη, και τους μαθαίνει όλο και περισσότερο να περιμένουν το έλεος και τη φιλανθρωπία αυτών που τους οδήγησαν εκεί , τόσο θα διαιωνίζονται οι Παγκόσμιες Ημέρες για τα παιδιά.
Παγκόσμια Ημέρα για τα Παιδιά του Δρόμου η σημερινή. Και μόνο η καθιέρωσή της αρκεί για να δώσει το στίγμα της άγριας καπιταλιστικής εκμετάλλευσης μιας ολόενα εντεινόμενης ταξικής  κοινωνίας  που δεν ενδιαφέρεται παρά μόνο για να αυξήσει τα κέρδη της πατώντας ακόμη και στις πλάτες χιλιάδων παιδιών που αντί να τα στέλνει στο σχολείο και να τους εξασφαλίζει παιδική ζωή  μέσα σε ένα ζεστό και ανθρώπινο περιβάλλον, τα ωθεί στους δρόμους για ένα κομμάτι ξερό ψωμί.
" κόσμος μικρόψυχος που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
 πάνω  απ' το δέντρο που βρέχεται "(T.Λειβαδίτης)

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Χαλκώματα γανώνωωω!

Θυμάμαι μικρή στο χωριό μου να αναφέρεται το επάγγελμα του γανωτζή. Ένας άνθρωπος έκανε αυτή τη δουλειά και έτσι τον φώναζαν όλοι. Δεν γνώριζα όμως ποια ακριβώς ήταν αυτή η δουλειά.
Φοιτήτρια στο τρίτο έτος, παρακολουθούσα ένα φροντιστηριακό μάθημα στη Λαογραφία που είχε άμεση σχέση με τα χαλκώματα. Αν και ζούσα ήδη τρία χρόνια στα Γιάννενα δεν ήξερα ότι υπήρχε ένας ολόκληρος δρόμος , η οδός Ανεξαρτησίας, με χαλκωματάδικα. 
Μαζί με την υπεύθυνη του εργαστηρίου τότε, την Ευαγγελία Ντάτση, επισκεφτήκαμε ένα χαλκωματάδικο. Πρώτη φορά έμπαινα σε έναν τέτοιο χώρο και ήταν σαν να περνούσα το κατώφλι μιας άλλης εποχής.
 Τα χάλκινα σκεύη και η χαλκοτεχνία στην Ήπειρο έχουν μακραίωνη ιστορία.
Το χαλκωματάδικο είναι το εργαστήριο που φτιάχνονται χάλκινα αντικείμενα απαραίτητα κάποτε για τον εξοπλισμό κάθε νοικοκυριού. Στην πρόσοψη του εργαστηρίου γκιούμια, μαστραπάδες, τηγάνια, κακκάβες, νταβάδες, ρακοκάζανα, καζάνια, σινιά , λεκάνες και διάφορα άλλα σκεύη μικρά και μεγάλα. Άλλα στο φυσικό κόκκινο χρώμα του χαλκού και άλλα στο καφεκόκκινο ή χρυσοκίτρινο του μπρούντζου. Όλα όμως κασσιτερωμένα στο εσωτερικό για να μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παρασκευή φαγητών ή στη μεταφορά και αποθήκευση προϊόντων. 
Στο εσωτερικό του εργαστηρίου οι χαλκωματάδες δούλευαν με τα φύλλα χαλκού και με διάφορα εργαλεία και τεχνικές όπως της συρραφής των φύλλων, του πυρώματος, της σφυρηλάτησης και του σφυρίσματος έφτιαχναν τα χάλκινα αντικείμενα. Άλλα απαιτούσαν ιδιαίτερες τεχνικές και άλλα ήταν πολύ απλά στην κατασκευή τους. Κανένα σκεύος όμως δεν ήταν έτοιμο αν δεν το περνούσαν με κασσίτερο , με καλάι. 
Τα χάλκινα σκεύη ήταν απαραίτητα σε ένα νοικοκυριό γι' αυτό και τα πήγαιναν δώρα στους γάμους.
Η συχνή χρήση όμως προκαλούσε φθορά στη εσωτερική επίστρωση με κασσίτερο και έπρεπε σε συχνά χρονικά διαστήματα να τα καλαλίζουν ή να τα γανώνουν. 
Αυτή τη δουλειά την έκαναν οι καλαντζήδες ή γανωτζήδες ή αλειφειάδες. 
"Οι πρώτοι Καλαντζήδες εμφανίζονται από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα (18ος αι.) στο Μπαμπούρι των Φιλιατών, γι' αυτό και ονομάστηκε “Καλαντζομάνα”. Η παράδοση δεν μας δίνει στοιχεία για το πώς και ποιοι πρωτόμαθαν την τέχνη. Από το Μπαμπούρι επεκτάθηκε η Καλαντζήδικη τέχνη και σε άλλα χωριά της περιοχής της Μουργκάνας: Τσαμαντά, Πόβλα, Λειά, Λίστα, Γλούστα, Αγίους Πάντες, Ξέχωρο, Φατήρι, Λίμποβο και σε μικρότερη έκταση στα υπόλοιπα χωριά της επαρχίας Φιλιατών. Τώρα (β' μισό του 20ου αιώνα) στα περισσότερα από αυτά τα χωριά έπαψαν να βγαίνουν Καλαντζήδες.
 Ξεκινούσαν, κυρίως την Άνοιξη, σε ομάδες ανά 3-4, μεταξύ των οποίων απαραίτητα υπήρχε και ένας (τουλάχιστον) μαθητευόμενος. Άλλαζαν στο ξεκίνημα του ταξιδιού τους και ξανάλλαζαν κατά την επιστροφή τους τον Αϊ Δημήτρη (τον Οκτώβριο). Ο δρόμος του μαρτυρίου άρχιζε από την Ήπειρο. Φορώντας κάποιου είδους παπούτσια οι μαστόροι και ξυπόλυτοι, κατά κανόνα, οι μαθητευόμενοι οι οποίοι κουβαλούσαν στην πλάτη τους και το μεγαλύτερο φόρτωμα των εργαλείων της καλαντζήδικης τέχνης, που ήταν και το τίμημα για να μπορέσουν να μάθουν την τέχνη του καλαντζή και αποτελούσε υποβολή στα πρώτα βασανιστήρια μιας μαρτυρικής ζωής που ανοίγονταν μπροστά τους σαν “λαμπρό μέλλον”.
Στο ταξίδι τους αυτό διέσχιζαν τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Και όσοι απ' αυτούς απόσταιναν (κουράζονταν) από τα πήγαινε-έλα του ανομολόγητου και μαρτυρικού αυτού μισεμού (ξενιτεμού), σταματούσαν και έμεναν μόνιμα σε διάφορες πόλεις της ελεύθερης Ελλάδας όπου και εξελίχτηκαν σε προοδευμένους επαγγελματίες.

Ο ταξιδιωτικός σάκος, “το μαχαλοσάκι τους”, δεν περιείχε παρά μόνο ξερό ψωμί και τούτο “αλειτούργητο” (καλαμποκίσιο) για διάστημα μιας ημέρας. Από κει και πέρα άρχιζε η “σιηντίλα” (επαιτεία/ζητιανιά), έργο του μικρού, του μαθητευόμενου. Έργο υποχρεωτικό που έπρεπε να έχει απόδοση, αλλιώς κρίνονταν ανίκανος και υποβάλλονταν σε τιμωρία, η πιο συνηθισμένη από τις οποίες ήταν η νηστεία και η συνεχής εργασία.

Η εργασία δεν ήταν στάσιμη, σε ένα μόνο μέρος. Μετακινούνταν συνεχώς από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη. Μόλις τελείωναν τη δουλειά στο ένα χωριό ξεκινούσαν για το γειτονικό. Σαν έφταναν εκεί η πρώτη τους δουλειά ήταν η αναζήτηση εργασίας και ψωμιού. Αυτό ήταν έργο του “Μαχαλατζή”. Αν στη γύρα που έφερνε μάθαινε πως δεν πέρασαν άλλα μπουλούκια και υπήρχαν χαλκώματα για γάνωμα, ειδοποιούσε τον μαθητευόμενο “Γιαλαξή” να βρει στερνάρι για το τρίψιμο και τον Αρχιμάστορα “Ντεζακτιάρη” να δώσει εντολή να στηθεί το συνεργείο σε καμιά αχυροκαλύβα ή σε κανένα ακατοίκητο παλιόσπιτο, που χρησιμοποιούσαν και ως εργαστήρι και ως χώρο για να κοιμηθούν. Αν δεν υπήρχαν χαλκώματα προχωρούσαν για το επόμενο χωριό. Έτσι κυλούσε το εξάμηνο ταξίδι τους.

Μόλις ζύγωνε ο Αϊ Δημήτρης και εμφανίζονταν τα πρώτα μηνύματα του χειμώνα, ξαναγύριζαν στον τόπο τους. Πεζοί, βαριεστημένοι από τους κόπους και τις κακουχίες, φορτωμένοι πιο πολύ με ό,τι τους έδιναν ή αποκόμιζαν από τη δουλειά τους και προπαντός “καζαντημένοι”, αγκομαχώντας από το φόρτωμα και με βιασύνη να φτάσουν πιο νωρίς στον τόπο που γεννήθηκαν και που τους τραβούσε ανεξήγητα.

Γύριζαν για να ζήσουν τους υπόλοιπους έξι μήνες, μια ζωή τελείως διαφορετική και παράξενη. Θ' άλλαζαν τα καλύτερα ρούχα, θα δέχονταν τα καλωσορίσματα μ' επιδεικτική αρχοντιά, θα κανόνιζαν το καζάντιο τους να περάσουν άνετα με τις φαμίλιες τους, όσο νά 'ρθει η ώρα του νέου τους ταξιδιού. Με την πείρα που αποκτούσαν από τις παρατηρήσεις που έκαναν στα ταξίδια τους, από την καλλιεργημένη ευφυία τους, συνέπεια της δύσκολης εργασίας τους, θεωρούνταν και ήταν οι καλύτεροι του χωριού, στους τρόπους και στις συζητήσεις τους. Η δε μεταξύ τους υποσυνείδητη ευγενής άμιλλα έγινε αφορμή προαγωγής και προκοπής, όχι μόνο των ίδιων, αλλά γενικότερα της κοινωνίας του χωριού τους. " [1]



Τα χάλκινα σκεύη δίνουν ιδιαίτερη νοστιμιά στο φαγητό και τα χάλκινα ταψιά ψήνουν μοναδικά τις πίτες. Χρόνια τώρα τα χρησιμοποιώ στην κουζίνα μου ,αλλά τα τελευταία χρόνια δεν είναι εύκολο να βρούμε καλαντζή για να τα "καλαΐσει" με αποτέλεσμα να μην μπορώ να τα χρησιμοποιήσω τόσο συχνά όσο παλιότερα.
Ένα επάγγελμα παραδοσιακό που δεν υπάρχει πια. 
Όμως χθες το μεσημέρι έξω από το σπίτι σταμάτησε ένα αυτοκίνητο με βουλγάρικες πινακίδες. Ένας άντρας και μια γυναίκα κατέβηκαν και φώναζαν ότι γανώνουν χαλκώματα.
 
 Σινιά, κατσαρόλες, παλιά τηγάνια βγήκαν από τα ντουλάπια. Το ζευγάρι των γανωτζήδων έστησε το πρόχειρο εργαστήριο του και έπιασε δουλειά. 















 Το αποτέλεσμα ήταν ικανοποιητικό και εντυπωσιακό. 

 [1]  Πηγή: Κασσιτερωταί ή Αλειφιάδες
Πληροφορίες αντλήθηκαν και από το βιβλίο της Ευαγγελής Αρ. Ντάτση, Τα Ισνάφια μας τα βασιλεμένα. Τα Γιάννινα των μαστόρων και των καλφάδων, Μουσείο Μπενάκη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2006