Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Β). Τέταρτο μέρος (τελευταίο): «Όμως εμάς ο σοσιαλισμός μάς χάρισε από μια Ιθάκη στον καθένα μας…»


Γράφει η ofisofi // atexnos

Είναι πολύ σημαντικό να ακούσουμε τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο να σχολιάζει όλη αυτήν την κατάσταση και να δούμε μέσα από την κριτική ματιά του πώς αξιολογεί την πορεία του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση αλλά και τη μορφή του και το τι σημαίνει τελικά για την καθημερινότητα των ανθρώπων ο σοσιαλισμός. Τι σχέση έχει με την εποχή μας, το παρόν και το μέλλον μας.

«Είναι ανάγκη να επιμείνει η σημερινή αντίληψη στους ίδιους τους αρνητικούς μηχανισμούς μέσα σ’ εκείνη την κοινωνία που την έφεραν ως την καταστροφή. Ο σοσιαλισμός, αυτός ο ίδιος  ο λεγόμενος υπαρκτός σε αντιδιαστολή με τον ονειρεμένο, δεν ήρθε για να φύγει, αλλά για να μείνει. Κι εδώ χρειάζεται προσοχή. Η ιστορία προειδοποιεί  για  τους επερχόμενους σεισμούς. Έρχεται κι ο σοσιαλισμός, όπως τα καινούργια φύλα τα χρόνια των μεγάλων μεταναστεύσεων, όσες φορές και να τα γύρισαν πίσω εκείνα ήρθαν και ξανάρθαν, στο τέλος έμειναν και ρίζωσαν. Δεν γίνεται αλλιώς, έτσι θα πάει και με τον σοσιαλισμό. Και πρέπει  να σκέφτεται  κανείς ότι θα έρχεται ολοένα και δριμύτερος, ολοένα και λιγότερο σαν όνειρο, θα έρχεται σαν μια ανάγκη σκληρή – σκληρή, αδυσώπητη κι αναπότρεπτη. Ο κόσμος πρέπει να την συνηθίζει κι αυτή τη σκέψη. Ότι ο σοσιαλισμός – αυτό που αποτελεί σήμερα το ιστορικό του περιεχόμενο – όσο περισσότερο τον ταλαιπωρούν και τον καθυστερούν, τόσο τον αγριεύουν, τόσο τον παραχαράζουν, ότι από ευχή και όνειρο θα γίνεται όλο και πιο αναγκαίο κακό και τα πράγματα θα δυσκολεύουν, πρέπει όλοι να το σκέφτονται και να το συνηθίζουν και ακριβώς από την άποψη αυτή η πείρα που έχει αφήσει το σοβιετικό παράδειγμα, σαν μια πρώτη ισχυρή γεύση, μπορεί να είναι πολύτιμη – και η καλή του πείρα και η κακή, η τελευταία κυρίως. Αυτή μπορεί να δώσει πολύ χρήσιμη γνώση στην προσπάθεια για έναν καλύτερο  εκπολιτισμό και εξανθρωπισμό, μια όσο τον δυνατόν ανθρώπινη αγωγή σε καταστάσεις που κινούν κι έρχονται σαν τα φυσικά φαινόμενα.
Να ξεδιπλώσω λίγο ακόμα τη σκέψη μου: αυτό που ονομάζουν υπαρκτό σοσιαλισμό και το κατακρίνουν, πουθενά δεν έφυγε, εδώ είναι και τώρα. Κι όχι εκεί, στη Ρωσία, αλλά εδώ σ’ εμάς, είναι παντού. Για μένα δεν αποτελεί καθόλου πρόβλημα να τον αναγνωρίζω κάθε μέρα εδώ στους δικούς μας δρόμους, μέσα σε τούτη τη δική μας ζωή, στις σχέσεις των ανθρώπων και στις σκέψεις των ανθρώπων. Είναι εδώ και είναι ολοζώντανος.
Οι ίδιες δυνάμεις που τον έκαναν όπως τον έκαναν εκεί πέρα, αυτές οι ίδιες είναι κι εδώ σ’ εμάς σε πλήρη ακμή. Και μόνο με τον αρνητικό εαυτό τους. Εκεί τουλάχιστο είχε και τα καλά, είχε και κάποια – και ουκ ολίγα – σοσιαλιστικά αγαθά…
Είναι οι δυνάμεις αυτές παντού όπου σχηματίζονται απρόσωπες συλλογικές σχέσεις οποιουδήποτε μεγέθους. Τις βλέπουμε παντού, στο πολιτικό μας σύστημα, στην κοινωνική ζωή, στον ιδιωτικό βίο, στους διανοούμενους, στους πολιτικούς και σ’ αυτούς τους εργάτες, στο κράτος, στις επαγγελματικές ενώσεις και στις σχέσεις τους με τον αθωράκιστο πολίτη – μα φτάνει να πάρει κανείς αυτή τη σκέψη και να κοιτάξει γύρω και θα τα δει όλα μόνος του, είναι παντού, είναι και μέσα μας: μιλούν για υπαρκτό σοσιαλισμό κι εννοούν το σύστημα και την ιστορία, ένα ορισμένο πολίτευμα, διόλου δεν βλέπεις όμως να σκέφτονται κάτω από τα ονόματα το ανθρώπινο γεγονός, που αν σε κάτι αλλάξει μπορεί να δώσει μια καινούργια ποιότητα, αλλιώς μένει ό,τι ήταν, ό,τι πάντα και παντού είναι. Τι μας λυπεί, όσους λυπεί, στο σοβιετικό παράδειγμα; Που δεν έγινε τίποτα και ξανάπεσαν κι εκείνοι στον ίδιο παρανομαστή μ’ εμάς τους άλλους. Εκείνοι τώρα είναι και χειρότερα από μας. Αυτό μας λυπεί, κι άλλοι απεναντίας χαίρονται γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, καθώς βλέπουν να επιβεβαιώνεται πως όλοι κυλιόμαστε στις ίδιες λάσπες, κι αυτό δίνει μια άλλη ικανοποίηση γιατί στον πόλεμο κατά του σοσιαλισμού δύο μεγάλα αισθήματα ήταν πάντα στους πρώτους ρόλους: άλλοι προασπίζουν συμφέροντα και άλλοι από την ακατάβλητη ζωυφιΐα τους – μην τύχει ο άνθρωπος και πάψει να’ ναι κοριός, όπως θα μας το έλεγε άλλη μια φορά τώρα ο Ντοστογιέφσκι.
alex29bΤο σοβιετικό σύστημα γέννησε και μόνο του αρκετά στραβά κι ανάποδα, γέννησε φθορά και σήψη, πολλή άγνοια, ζωή στενεμένη, σκληρή, πολλούς πονηρούς ή βλακώδεις εγωισμούς, αλλά στην τερατογενεσία που του προσγράψαν (Αυτοκρατορία του κακού, είπε κι ο αγγελικός Ρίγκαν) ένα τουλάχιστο μέρος τού το πήγαν από αλλού, όπου κι επαναπατρίζεται τώρα, στις πατρογονικές εστίες, καθώς τα μαγαζιά εκεί πέρα κλείσαν. Ας μην του το αρνηθούν: ο υπαρκτός σοσιαλισμός έκαμε τον κόσμο να βλέπει καλύτερα. Άφησε στη θέση του πολλά – εντελώς σημερινά κι όλα δικά μας – ερωτήματα κι ερεθισμούς για τη σκέψη μας. Είναι όλοι δικοί μας οι αρνητικοί μηχανισμοί που δούλεψαν εκεί, είναι – έπειτα από μια εξανάσταση – οι μηχανές  που βάζουν μπρος και ξανακάνουν τον άνθρωπο κοριό. Με την οξύτητα, την ειλικρίνεια και την καθαρότητα που πήραν οι δουλειές αυτές εκεί, με την ωμότητα που γνώρισαν στην αρνητική τους υπόσταση, είναι και μια ευκαιρία να γυρίσει και να δει ο καθένας ό,τι του αναλογεί. Είναι μια σπάνια ευκαιρία να τα δούμε καλά, όπως πάντα βλέπουμε όσα γίνονται  και δε γίνονται στη ράχη του άλλου.
Υπαρκτοί ξεϋπαρκτοί, είμαστε όλοι στον ίδιο παρονομαστή. Γι’ αυτό δεν μιλώ για το πολίτευμα, για τους ρώσους και την ιστορία τους, δεν δίνω ιστορική πληροφόρηση, μόνο προσπαθώ να βγαίνει λίγη ανθρώπινη γνώση. Είναι δική μας ανάγκη να εντοπίζονται αυτές οι δυνάμεις , που ανήκουν σ’ όλους μας, να δουν και οι δικοί μας άνθρωποι πώς έγινε εκεί μ’ έναν πολύ ανοιχτό, απροκάλυπτο κι ωμό τρόπο, όχι οι φιλοσοφίες  και οι ιδεολογίες, αλλά εκεί όπου διαδραμάτισαν κρίσιμο ρόλο οι άνθρωποι με τα δικά τους όρια.
Καμιά επανάσταση στην ιστορία δεν επέζησε με την ορθοδοξία της. Μ’ αυτήν γίνονται οι επαναστάσεις, αλλά δεν επιβιώνουν. Δυστυχώς την ιδέα αυτή στη Σοβιετική Ένωση την κακοποίησαν αφάνταστα. Το χειρότερο ήταν η ορθοδοξία στα λόγια, την ίδια στιγμή που αλύπητα την αναιρούσαν στη ζωή, εδώ από τις ανυπέρβλητες ανάγκες, εκεί από έπαρση, ιδιοτέλεια και στοιχειώδη άγνοια της ιστορίας και της ανθρώπινης φύσης, από την αμηχανία τους και τα πολλά μπερδέματα, όχι σπάνια κι από μια ριζωμένη στη σκέψη και στην ψυχολογία φτηνή φτηνότατη δημαγωγία που συνέπλεε, σε ορισμένα τουλάχιστο στρώματα των κομματικών και των κρατικών μηχανισμών, μ’ έναν κακομακιγιαρισμένο ή κι εντελώς απροκάλυπτο κυνισμό.
Γι’ αυτό είπα ότι απέναντι στον πολύ κόσμο ένιωθες και μεγάλη ντροπή.
Όσο για τους διανοούμενους, εκείνοι ήταν κάπου πιο πέρα από σένα. Βίωναν μια ηλικία πιο πέρα από τη δική σου.  Κι αυτό που εσύ πήγαινες να βρεις, εκείνοι το είχαν γνωρίσει, το ζούσαν, πρόλαβαν να το μπουχτίσουν και φως είχαν πάψει να βλέπουν. Κι άλλοι το είχαν ρίξει στον κυνισμό της σκέψης, άλλοι κρυφά και φανερά να πολεμούν το σύστημα  ή μένοντας με τον σκεπτικισμό  και τη βαθιά τους περισυλλογή κι άλλοι σε άλλες στάσεις, που καμιά τους δεν μπορούσε να είναι δική σου.
Εσύ είχες ακόμα να διανύσεις δρόμο. Και υπάρχουν πράγματα που τα ξεκαθαρίζεις μόνο στο πάτριο έδαφος – εκεί μόνο μπορείς να δεις τα πράγματα όπως ακριβώς έχουν, γιατί αυτά είναι τα δικά σου.
Κι έρχονται στιγμές που ένιωθες όχι δίχως πατρίδα μόνο, ά π ο λ ι ς, όπως το έγραφε επί τριάντα και πλέον χρόνια το χαρτί σου, αλλά και άνθρωπος μετέωρος μες στον χρόνο, χωρίς ορισμένη ηλικία και γενιά.»

Εκείνο το οποίο επαναλαμβάνει συνεχώς ο Αλεξανδρόπουλος είναι η μεγάλη χρήση του ψέματος, που θεωρεί βασική αιτία της καταστροφής της Σοβιετικής Ένωσης. Το ψέμα είναι ασυμβίβαστο με την ιδέα του σοσιαλισμού. Εκεί που χρησιμοποιήθηκε έκανε τους ανθρώπους σκληρούς και άνοιξε τους δρόμους για τη σκληρή μεταχείριση των ανθρώπων από την εξουσία.
Με συγκλονιστικό τρόπο απαντά στις επικρίσεις εκείνων που ταύτισαν τον φασισμό με το σοσιαλισμό ως προς την αγριότητα της συμπεριφοράς της εξουσίας στους ανθρώπους. Αφού επιμένει στις  μεγάλες διαφορές ανάμεσά τους διευκρινίζοντας μάλιστα ότι η βία έρχεται με το φασισμό ενώ με το σοσιαλισμό πρέπει να φεύγει, εντοπίζει ένα σημείο συνάντησης κάπου στη μέση. Αυτό το σημείο έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση  και ιδιαίτερα την πλευρά εκείνη που έρχεται από  την εποχή της ιστορικής αγριότητας των ανθρώπων και είναι κοινή σε όλους.
Αναφέρεται λοιπόν στα γεγονότα εκείνα που έγιναν γνωστά κυρίως από τη δεκαετία του 1950 και έχουν σχέση με αυτή την αγριότητα. Με πόνο ψυχής γράφει για τις σοβιετικές φυλακές, τα στρατόπεδα και τους χώρους εκείνους που πάρα πολλοί άνθρωποι βασανίστηκαν. Τι σχέση είχαν αυτά με το σοσιαλισμό; Γεγονότα και πράξεις που «είναι προορισμένα να μένουν για να σηματοδοτούν το μέτρο της ανθρώπινης βαρβαρότητας και το φριχτό της διάγραμμα, που δεν δείχνει να κάμπτεται, να φθίνει όσο προχωρούμε μπροστά, αλλά αντίθετα ανεβαίνει και κορυφώνεται, όποια σημαία να βάλεις στο χέρι του ανθρώπου, που, όπως το έλεγε κι αυτό ο Ντοστογιέφσκι, όσο πιο μορφωμένος και πολιτισμένος γίνεται, τόσο πιο πολλά μέσα και τρόπους μηχανεύεται να τροχίζει  και να ηδονίζει την άγρια φύση του.»

Αυτό ο άνθρωπος πρέπει να το έχει συνεχώς στο νου του, διότι μόνο έτσι κάποτε θα μπορέσει να αποφύγει την παραχάραξη της ιδέας για την οποία αγωνίζεται και όταν μάλιστα αυτή η ιδέα τυχαίνει να είναι του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Ο άνθρωπος είναι ανάγκη να αποκτήσει μια καινούργια συνείδηση που θα συνοδεύεται από γνώση και εγρήγορση έτσι ώστε να αποκτήσει την ικανότητα να κατακτά ισορροπίες που θα είναι σε όφελος  του και της νέας κοινωνίας που αγωνίζεται να οικοδομήσει. Σε όλα αυτά το παράδειγμα και η εμπειρία της Σοβιετικής Ένωσης μπορεί να είναι πολύτιμος οδηγός στο ποια αρνητικά φαινόμενα δεν πρέπει να ξαναπαρουσιαστούν.
Φτάνοντας στο τέλος αυτής της μαρτυρίας ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επαναλαμβάνει για πολλοστή φορά ότι η Σοβιετική Ένωση αυτοκτόνησε, ότι υπήρξε η τυπική περίπτωση κράτους που «πέφτει τιμωρημένο από την ίδια του την ιδέα». 

Στα 1992, λίγο καιρό μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ο συγγραφέας προβλέπει ότι έρχονται χρόνια μιας πολύ σκληρής μοίρας για τη Ρωσία και αναρωτιέται «Ποιος θα πει τώρα σε τι κατάσταση βρίσκονται, τι θα γίνουν αύριο τα εργοστάσια, οι μεγάλοι ηλεκτροσταθμοί, τα κολχόζ, τα σοβχόζ, τα τόσα πράγματα της οικονομίας που φτιάχτηκαν στα σοβιετικά χρόνια και ήταν τόσο μεγάλα έργα, απαίτησαν υπεράνθρωπες προσπάθειες και θυσίες. Κανείς δεν ξέρει τι έγινε, τι θα γίνει μ’ όλα αυτά εκείνα, σε τι χέρια θα περάσουν, τι θα μείνει, τι θα καεί και θα λιώσει σ’ άλλους φούρνους.»

Στη Σοβιετική Ένωση συντελέστηκαν απίστευτοι άθλοι με την τρομερή δουλειά εκείνων των ανθρώπων που ήθελαν να δώσουν μορφή στο Όνειρό τους. Όμως η προσπάθεια αυτή δεν συνοδεύτηκε από τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό στα τεχνικά μέσα. Το αποτέλεσμα ήταν να ανοιχτεί ένα πραγματικό βάραθρο που το ζούσαν οι άνθρωποι με πολλούς τρόπους στην καθημερινή τους ζωή. Η μετασοβιετική εποχή οδήγησε τους ανθρώπους πίσω  στο παρελθόν με βαριά αισθήματα ηττοπάθειας και τάσεις φυγής.
Τι σήμαιναν και τι σημαίνουν όλα αυτά για εκείνους τους ανθρώπους , για τον συγγραφέα; Η εκτίμησή του είναι ότι χάθηκε ένας αγώνας αλλά θα’ ρθουν άλλοι.
Άξιζε άραγε η διαδρομή;

alex29c«Όμως εμάς ο σοσιαλισμός μάς χάρισε από μια Ιθάκη στον καθένα μας.  Μας έλαχε ο κλήρος μια ζωή να τον σκεφτόμαστε, να τον καλούμε. Να τον ζούμε κι όταν, έξω από μας, δεν υπήρχε και το ξέραμε. Τόσο ζυμώθηκε μαζί μας, τόσο ζυμωθήκαμε  εμείς, που δεν φαίνεται – κρίνονται κι από τα όσα λέω τώρα εδώ μέσα – ότι μπόρεσε να μας συνεφέρει κι αυτή ακόμα η φοβερή κατρακύλα με το από κάθε άποψη αμίμητο και στις καλές του και στις κακές του σοβιετικό παράδειγμα.  Εμείς θα πάμε όπως ήμαστε, όπως ζήσαμε. Κι η καμπούρα θα σιάξει στο χώμα.»

Με ένα πίνακα, Η πτώση του Ίκαρου, αρχίζει αυτό το βιβλίο και με έναν πίνακα κλείνει, Ο Αδελφός μου ο Βάσια με λουλούδια του Βίκτωρα Ποπκώφ. «Μ’ ένα εύρημα από τις ανασκαφές, όπως τις βλέπω να γίνονται κάπου στο μέλλον, θα τελειώσω τις αναδρομές στο δικό μου παρελθόν, που σ’ ένα μεγάλο του μέρος συνέπεσε μ’ εκείνη την περιπέτεια, συμβάδισε μαζί της όλες περίπου τις ώριμες δεκαετίες μου και μιλώντας  για εκείνα μιλώ και για τα δικά μου.»

Επιλέγει αυτό τον πίνακα διότι μέσα από την απεικόνιση του Βάσια με τα λουλούδια στα χέρια, βλέπει όλη εκείνη την εποχή με τις καλές της  στιγμές και την προσπάθεια εκατομμυρίων ανθρώπων να σηκωθούν και να περπατήσουν σωστά, ανθρωπινά, όπως σχεδόν στα θαύματα.

«Το πρώτο βήμα είναι βαρετό, έχει πει ο Πούσκιν, εννοώντας μάλλον την κάθε αρχή, που’ ναι και δύσκολη. Όμως ο Γκαίτε έχει μιλήσει αλλιώς για το πρώτο μας βήμα. Στο πρώτο μας βήμα είμαστε ελεύθεροι, στο δεύτερο είμαστε κιόλας σκλάβοι του. Σε δυο λόγια μέσα όλη εκείνη η ιστορία, η ίδια απαράβατη  ανθρώπινη μοίρα.
Στα δικά της όρια των εβδομήντα της χρόνων η σοβιετική περιπέτεια ήταν μια μικρογραφία της άλλης, της παγκόσμιας κι αιώνιας με τις ελευθερίες της και τις σκλαβιές της. Το τρίτο βήμα είναι κι αυτό μια σκλαβιά, αλλά πια δεν μετριούνται. Τα βήματα προχωρούν μαζί με τις σκλαβιές και χάνονται.
Α υ τ ά  π ο υ  μ έ ν ο υ ν  είναι τα δύο πρώτα και σαν μια τελευταία μου εξομολόγηση μπορώ να πω ότι, όσο με αφορά κι όσο ήταν στις δυνάμεις μου, θέλησα και προσπάθησα να μην ξεχνώ – να μην ξεχαστεί – το Πρώτο.»

alexb4Αυτό το βιβλίο ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος το αφιερώνει στην κόρη του Όλγα.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος,  Αυτά που μένουν. Β. Οι άλλοι πόλεμοι. Ο αδελφός μου ο Βάσια με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994


Το πρώτο μέρος ΕΔΩ
Το δεύτερο μέρος ΕΔΩ
Το τρίτο μέρος ΕΔΩ

Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Σκοπευτήριο Καισαριανής, 1 Μάη 1944…

Σκοπευτήριο Καισαριανής, το μνημείο

 …δωχάμου κείτονται νεκροί
που δεν επρόδωσαν ποτέ,
ποτέ δεν είπαν ψέματα,
τύραννο δεν προσκύνησαν…

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Ο Βασίλης Ρώτας και η Βούλα Δαμιανάκου με λίγους στίχους αυτός  και  λίγα λόγια  εκείνη μνημονεύουν τους αδικοσκοτωμένους και αδικοχαμένους, τους ηρωικούς νεκρούς,  που ΄πέσαν σε άνιση πάλη κι αγώνα για τη ζωή και τη λευτεριά του λαού, σε μια συλλογή ποιημάτων και πεζών με τον τίτλο Μνημόσυνο.

«Πρώτο μας βήμα, πρώτος λόγος μας ας είναι
προσκύνημα και χαίρε η δόξα Σου κι η χάρη,
ω λεύτερου λαού λαμπρή μεγαλοσύνη,
που πλημμυράς κι αγιάζεις τον ναόν μας τούτον.


Παράκληση μετά στη συγκατάβασή Σου
καλόγνωμα να ιδείς την ταπεινή μας τέχνη
που, υμνώντας τη θυσία της νιότης στον αγώνα,
πιάνει, από δέος, αδέξια το υπεράξιο  κάλλος.


Δεν είντουσαν φαντάροι τρομοκρατημένοι
μ’ άρματα φονικά και μηχανές χαλάστρες,
δεμένοι σε πυκνές γραμμές απελπισμένες,
με μόνη ευκή στον νου τους γλήγορο τέλος,


παρά, σαν νέοι που πάνε στη γιορτή της νίκης
για να τους στεφανώσουν του λαού τα χέρια,
μόνον τους στολισμό κι αρματωσιά τους είχαν
χαμόγελο στα χείλη κι αστραπή στα μάτια.


Έτσι, λαέ, τα τέκνα Σου πήγαν θυσία
τραγούδι τραγουδώντας που τους είχες μάθει`
κι είντουσαν φτερωμένες οι κορμοστασιές τους
και στα φτερά τους φύσαε λευτεριάς αγέρας.


Ορθός ο νους! ψυχές υψώνουμε τρισάγιες.
Τα μνήματά τους είναι μέσα στις καρδιές μας
μ’ αμάραντο χαμόγελο όλα φωτισμένα,
εξαίσιο φως: αυτό το φως βοηθός μας να’ ναι

(Πρόλογος στην τελετή)

Πρωτομαγιά και η μνήμη  μας σε εκείνους, τους κομμουνιστές αγωνιστές, που έστησαν στον τοίχο οι Γερμανοί, στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής.

1 Μάη. Η εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή. Χαρακτικό Τάσσος



                 
«Πρωτομαγιά ροδίζει η αυγή
ξυπνάει ζεβγά και δουλευτή
και  στη δουλειά τους προβοδάει
σκλάβους η πρώτη αυγή του Μάη


Στου Χαϊδαριού τη φυλακή
στο προσκλητήριο στην αυλή
στέκει ο κρατούμενος λαός
χλωμός στ’ αχνό θλιμένο φως.


Το αγέρι φέρνει από μακριά
της άνοιξης την αναπνιά`
πώς αχνοτρέμουν οι καρδιές,
άντρας και σου’ ρχεται να κλαίς.


Καλεί της Βίας ο πιστός,
ο μπόγιας ο αξιωματικός,
καλεί με κόμπο στο λαιμό
καλεί ζωές για θάνατο.


Καθένας τους μόλις τ’ ακούει
λέει το παρών κι αητός πετάει
και  παίρνει θέση στις γραμμές
που όλο μικραίνουνε πυκνές.


Μες στους αητούς κι ένας αητός
ο Σουκατζίδης ο αρχηγός –
σημαία η όψη του ανοιχτή,
χαμόγελο του νικητή.


Α Ναπολέων, όχι εσύ,
ο στύλος μας στη φυλακή
συ που’ χεις λόγον πειστικό
τρόπον, χαμόγελο γλυκό.


Όλη μου κι όλη την αξιά
την έχουν όλα τα παιδιά,
δε μου χωράει ποτέ στο νου
ν’ αφήσω τους συντρόφους μου.


Έχουμε λόγον πειστικό
και τρόπον και χαμόγελο
γιατ’ είμαστε παιδιά λαού
γενναίου πάντα και παντού.


Είναι τρανός ο αγώνας μας
για όλον τον κόσμο και για σας
για τους αθώους, για τα παιδιά,
για ειρήνη και για λευτεριά.


Με τους συντρόφους μου μαζί
πεθαίνουμε για τη ζωή:
διακόσιες θάβετε ψυχές,
θα βγουν μυριάδες απ’ αυτές.


Ο κόσμος θα μας τραγουδάει,
όταν γιορτάζει και γλεντάει,
θα μας δοξάζουν οι λαοί
όσο κρατάει τούτ’ η ζωή.»

( ΔΙΑΚΟΣΙΟΙ )

«Δεν  είντουσαν πεντέξι κι ουδέ μια δεκαριά,
παρ’ είντουσαν Διακόσιοι μιαν εκκλησιά κορμιά.
Διακόσιοι είν’ ένας κι ένας, μ’ αντρειά, μ’ αξιά, με νου,
διακόσιοι βασιλιάδες λεβέντες του λαού.
Πριν φέξει τους χωρίσαν, τους βάλαν στη σειρά
κι είν’ ομορφοντυμένοι, κεφάλια τους ψηλά.
Πρωτομαγιά χαράζει, μα δε μοσκοβολάει,
η αυγή φοβάται να’ βγει, το φως χασομεράει.
Τους φόρτωσαν δεμένους, τους στρίμωξαν ορθούς,
κλεισμένοι εμείς ακούμε: – τους παίρνουν, δεν ακούς;
Να, πάνω από τη μάντρα χέρια περνάνε, δες,
τα χέρια τους κουνάνε – καλές αντάμωσες!
Τα χέρια τους κουνάνε και φεύγουνε και παν,
σαν να κουνάν σημαίες μάς αποχαιρετάν:
Σημαίες ματοβαμένες πώς ανεμίζουνε,
μιλάν με χίλιες γλώσσες και ξεφωνίζουνε:
– Λαέ μας, τα παιδιά σου, σταθήκαμε πιστά,
κατά το μάθημά σου στον τύραννο μπροστά.
Δώσαμε τις ζωές μας ντυμένες αρετή,
για τη δική σου δόξα και για την προκοπή.
Λαέ μας δοξασμένε, πατρίδα μας γλυκιά,
μας κόψαν τις ζωές μας ανθούς Πρωτομαγιά.»

( ΑΝΘΟΥΣ – ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ )

Ανάμεσα στους πολλούς ο Ναπολέων Σουκατζίδης


Ναπολέων Σουκατζίδης
Ναπολέων Σουκατζίδης



«…Με χαμόγελο γιομάτο ικανοποίηση, γιομάτο λεβεντιά και περηφάνεια έδωσε το παρών στο προσκλητήριο την Πρωτομαγιά του 1944. Όλοι γύρισαν σε κείνον. Κι αυτοί που θα’ φευγαν  μαζί του και κείνοι που θα’ μεναν. Όλοι ήθελαν να μείνει κι οι πρώτοι κι οι τελευταίοι και μόνο ο Ναπολέων ήθελε να’ να΄ναι με τους πρώτους. Ο Γερμανός χτηνάνθρωπος ταράχτηκε στο άκουσμα αυτού του ονόματος που το είχε ξεστομίσει το ίδιο του το στόμα. Μπροστά του, φωνάζοντας ο καθένας παρών μόλις άκουγε τ’ όνομά του, μπαίναν στη γραμμή οι Ακροναυπλιώτες, φρέσκοι, χαμογελαστοί, λαμπροφορεμένοι, λες και πήγαιναν στο πανηγύρι. Μπροστά του έχουν πάρει κιόλας τη θέση τους το ένα τρίτο των παιδιών της Ακροναυπλίας. Μια οργανωμένη αγωνιστική δύναμη, που είχε νικήσει σε μάχες πολύ πιο σκληρές, που’ χε κερδίσει τη μεγάλη μάχη της ζωής για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι η μάχη προς το θάνατο είταν πια κερδισμένη από τα πριν. Ο Γερμανός στρατοπεδάρχης, που όλες οι χτηνώδικες ενέργειες στο Χαϊδάρι για να λυγίσουν εκείνοι οι ήρωες πήγαν χαμένες, το’ ξερε καλά αυτό. Μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο κάτι σαν ίχνος συνείδησης άρχισε να σαλεύει μέσα στα βάθη του σκοτεινού εαυτού του, που ίσως θα’ θελε να διαμαρτυρηθεί. Κάτι σαν αντίλαλος παλιάς λησμονημένης ανθρωπιάς που του ξυπνάει το αίσθημα του θαυμασμού και που σαν φτάνει στ’ όνομα του Σουκατζίδη ξεσπάζει: «Όχι εσύ, Ναπολέων, όχι εσύ!» Εκείνη την ώρα ο Ναπολέων ανατριχιάζει, καταλαβαίνει πως περνάει την πιο κρίσιμη ώρα της ζωής του. Η ευαισθησία του δοκιμάζεται όσο ποτέ. Η τιμή του, που τόσο την διαφέντεψε ολοζωής, κιντυνεύει. Πρέπει να προλάβει πριν να’ ναι πολύ αργά, πριν ο στρατοπεδάρχης αρπάξει τυχαία κάποιον σύντροφό του άλλον και τον βάλει στη θέση του.
Στηριζόμενος ίσα – ίσα σ’ αυτόν τον θαυμασμό του Γερμανού στρατοπεδάρχη, του λέει: «Θέλεις να μ’ αντικαταστήσεις όχι από εχτίμηση, αλλά μόνο και μόνο για να με κάνεις από Σουκατζίδη τίποτα. Μ’ αν πραγματικά μ’ εχτιμάς, η μόνη χάρη που μπορείς να μου κάμεις είναι να μ’ αφήσεις να πεθάνω σαν όλους στη θέση μου, γιατί ο συνεπής αγωνιστής δεν αλλάζει τη θέση του με τίποτε και για κανέναν λόγο, μάλιστα όταν ή θέση του αυτή είναι μπροστά στο πολυβόλο.
Κι ο μπόγιας σκύβει το κεφάλι, συμφωνεί κι αποκαλύπτεται.
Φεύγοντας σαν τον ήλιο που πάει να βασιλέψει, άφησε το τελευταίο του χαμόγελο πάνω στα θλιμένα πρόσωπα των συντρόφων του που έμεναν πίσω να τους ζεστάνει στην κρυάδα του θανάτου που σκόρπισε στο στρατόπεδο κείνο το πρωινό»
(ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΣΟΥΚΑΤΖΙΔΗΣ )

Ο Αντώνης Βαρθολομαίος

«Κάθε φορά που ο νους μου περιδιαβάζοντας τους σκοτωμένους μας σταματάει στον Αντώνη τον Βαρθολομαίο, τον αθλητή με τον ολότελα παιδιάστικο χαρακτήρα, τον μοναχογιό, πάντοτε ζωγραφίζει και μια σκυφτή γερασμένη γυναίκεια μορφή, να πηγαινοέρχεται μέσα στο μικρό μορφοσυγυρισμένο σπίτι, να ετοιμάζει καθαρές φορεσιές, να στρώνει τραπέζι, να βγαίνει ώρες ν’ αγναντεύει στον δρόμο, κι έπειτα να τα ξαναμαζεύει ώσπου στο τέλος απελπισμένη κλειδώνει το σπίτι, πετάει το κλειδι και πάει στον αγύριστο»
( ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ)

Ο Μήτσος Ρεμπούτσικας


Το γράμμα του Μήτσου Ρεμπούτσικα. (Η φωτογραφία από το βιβλίο)

                 Το γράμμα του Μήτσου Ρεμπούτσικα. (Η φωτογραφία από το βιβλίο)

«Έχω εδώ τα λόγια σου τα τελευταία, πολυαγαπητέ μας Μήτσο, που με χέρι σταθερό χάραξες στο χαρτάκι κείνη την πρωτομαγιάτικη αυγή, λίγο πριν σας σκοτώσουν. Λίγα απλά λόγια όχι για να τονίσουν το μεγάλο δράμα, τον ίδιο σου τον θάνατο, παρά για ν’ απαλύνουν τον πόνο και να παρηγορήσουν εκείνους που μένουν. Μα πώς να παρηγορηθούνε αφού μόνο η ζωή σου κι ο θάνατός σου, μα κι αυτό το μικρούτσικο χαρτάκι με τα λίγα παρηγορητικά λόγια που άφησες διαθήκη στους αγαπημένους σου τους λέει, τους θυμίζει τι χάσανε; Πώς θα παρηγορηθεί η Νίτσα, η αγαπημένη αδερφή σου, που τόσο συχνά και με τόση αγάπη τη μελέταγες, όταν έχει πάντα μπροστά της αυτά σου τα τελευταία λόγια, το πιο απέριτο και το πιο τέλειο μνημείο; Πώς να μην κλαίμε πικρά οι σύντροφοί σου για έναν τόσο ακριβό σύντροφο; Πώς ο λαός να μη θρηνεί που έχασε μέσα σ’ ένα πρωινό τόσα άξια τέκνα του, τόσους ηρωικούς υπερασπιστές του;
Ποτέ δε γινόσουνα στόχος, ούτε με λόγια μεγάλα, ούτε μ’ ενθουσιασμούς, ούτε με θυμούς και με νεύρα, ούτε ανάλαβες ποτέ να διδάξεις «από καθέδρας» καθήκοντα και χρέος ή να συμβουλέψεις ανίδεους. Απόφευγες τον θόρυβο. Απλός, στοχαστικός και καρτερικός, έπιανες αθόρυβα μιαν άκρη στην αυλή του στρατοπέδου παρέα με τον αχώριστο φίλο σου τον Γιώργο και σιγοκουβεντιάζατε ή διαβάζατε. Δεν άργησα να ρθω και εγώ στην παρέα σας. Διαβάζαμε εκ περιτροπής τα βιβλία που μας τύχαιναν. Όταν διάβαζα εγώ κι έπεφτα πάνω σε καμμιά φράση που δεν τη λέει εύκολα ένα κορίτσι, κόμπιαζε η γλώσσα μου και τότε εσύ αμέσως μού’ παιρνες το βιβλίο, διάβαζες από μέσα σου το εμπόδιο και μου το ξανάδινες να συνεχίσω.
Δε σ’ άκουσα να κάνεις σκέδια για το μέλλον. Ζούσες την καθημερινή πραγματικότητα μέρα και νύχτα μ’ όλη σου τη νηφαλιότητα και συνείδηση και στην απαίτηση αυτής της πραγματικότητας προσπάθησες ν’ ανταποκριθείς ως την τελευταία σου στιγμή.»
( ΜΗΤΣΟΣ ΡΕΜΠΟΥΤΣΙΚΑΣ)

Η μνήμη τους ιερή , φωτίζει τους κακοτράχαλους δρόμους της δικής μας καθημερινότητας.


kaisariani6

«Η μνήμη απ’ τους συντρόφους μας που πέσαν στον αγώνα
του Μάη αυγή, του Μάη πνοή μες σε τριανταφυλλώνα.
Άστρο’ ναι που μας οδηγάει, φωτιά’ ναι που μας καίει,
φωνή’ ναι απ’ τα βαθιά της γης που διαλαλεί και λέει:
Όσο παίζει το μάτι σας κι όσο καρδιοχτυπάτε
κι όσο’ χει σάλιο η γλώσσα σας, συντρόφοι, πολεμάτε.
Είτε παρέες ή τάγματα, ξεμόναχοι είτε ταίρια
χτυπάτε όλοι τον τύραννο και με τα δυό σας χέρια.
Κι όταν ψοφήσει το θεριό, και το στερνό κεφάλι,
ε, τότε να μολώσετε’ πο μια στεριά στην άλλη,
ν’ ανοίχτε δρόμους λεύτερους’ πο μια στην άλλη σφαίρα,
να τρέχει το τραγούδι σας παντού σαν φως κι αγέρα,
ν’ αντιλαλεί χαρούμενο σ’ Ανατολή και Δύση,
να ρθεί και μας στα μνήματα να γλυκοκελαϊδήσει»

( ΜΝΗΜΗ)

kaisariani7 
(Οι στίχοι του τίτλου από το ποίημα Διαβάτη στάσου του Βασίλη Ρώτα)

Βασίλη Ρώτα – Βούλας Δαμιανάκου,  Μνημόσυνο, Αθήνα 1961

Γιάννης Ρίτσος, Μέτρησε τον ουρανό με τις παλάμες του…

Ο Γιάννης Ρίτσος στο μπαλκόνι του πατρικού σπιτιού (1984)

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Το 1984, γιορτάστηκαν τα 75 χρόνια του Γιάννη Ρίτσου. Τότε το εκδοτικό του «Οδηγητή» παρουσίασε το βιβλίο της Ευτυχίας Καρύδη «Φυλλομετρώντας σελίδες του Ρίτσου». Ο σκοπός της έκδοσης ήταν να βοηθήσει τους αναγνώστες και κυρίως εκείνους που δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με την ποίηση να ανακαλύψουν το έργο του Γιάννη Ρίτσου, την εποχή μέσα στην οποία γεννήθηκε η ποίησή του αλλά και  τον άνθρωπο – αγωνιστή.
Η ιδέα γι’ αυτή την έκδοση γεννήθηκε από το ερώτημα αν και σε ποιο βαθμό το έργο του Ρίτσου, εκτός από τη Ρωμιοσύνη και τον Επιτάφιο, είναι γνωστό στο πλατύ κοινό.
Το βιβλίο αποτελείται από έντεκα κεφάλαια τα οποία παρουσιάζουν τον άνθρωπο, τον δημιουργό και τον αγωνιστή στηριζόμενα σε μια συλλογή ποιημάτων του, σε ένα στίχο, σε μια επισήμανση ή πράξη του, αλλά και σε αποσπάσματα μελετών για το έργο του ή μαρτυρίες.
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το πρώτο κεφάλαιο καθώς αυτό αρχίζει με τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου, την Πρωτομαγιά του 1909:

ritsos30b
                                                 Οικογένεια Ρίτσου
Στο κάστρο οι τουφεκιές κανένα δε φοβήσαν. Μαθημένοι ήσαν; Την ανάγκη είχαν κάνει κουράγιο; Ποιος το ξέρει! Μα και ποιος να τολμήσει να ρωτήσει; Οι Ρίτσοι είχανε χιλιάδες στρέμματα στη γύρω περιοχή. Την όριζαν μαζί με τους Καπιτσήνηδες, το άλλο τζάκι της Μονεμβασιάς. Πλήθος οι άνθρωποι στη δούλεψή τους, εκατό οικογένειες, και βάλε, ζούσαν για το μεγάλο σόι των Ρίτσων. Ο βράχος μόνο, άνυδρος, σκληρός, που’ ξερε και μπορούσε, το διαλάλησε…Ξημέρωνε Πρωτομαγιά του 1909.
[Ξυπνάω έντρομη με στριγγλιές από τους κρότους του πιστολιού του πατέρα. Έριχνε στον αέρα από το μπαλκόνι μας και ξύπνησε όλη τη Μονεμβάσια. Χαιρετούσε τη γέννηση του δεύτερου γιού του. « Ρίξτε τουφέκια ν’ ακουστεί: γεννήθη κανακάρης»(…) Έχουν, νομίζω, σημασία οι αντιδράσεις του πατέρα στη γέννηση τη δική μου και του Γιάννη(…) Έτσι ένοιωσε, μη κάνοντας εξαίρεση στη μανιάτικη αντίληψη, που έβλεπε τα θηλυκά κακοτυχιά(…) Ναι, εκείνα τα ξημερώματα γεννήθηκε ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής. Τρέχει η νταντά μου, η κυρά Σοφία, να με καθησυχάσει…Με σηκώνει αγκαλιά της και με πηγαίνει στην κρεβατοκάμαρα της μάνας μου. Αφού με χάιδεψε και με φίλησε, μου έδειξε μέσα στην κούνια ένα μωράκι. « Βλέπεις, μου είπε, (…) εσύ θα το νανουρίζεις. Για σένα γίνονται όλα τούτα κι εσύ φοβήθηκες;»(…) Κι έτσι, σαν παραμάνα ένιωθα για το Γιάννη μας. Σ΄όλα τα χρόνια, σε όλη μου τη ζωή». ( « Τα παιδικά χρόνια του αδελφού μου Γιάννη Ρίτσου», Λούλας Ρίτσου – Γλέζου , σελ. 19 – 21).]
Μετράει τον ουρανό με τις παλάμες

( « Το τραγούδι της αδελφής μου»)

Γιατί παραμάνα; Είναι λίγο αδελφή;
Έμειναν μόνοι. Η μεγαλύτερη κόρη, η Νίνα, παντρεύτηκε κι έφυγε για την πρωτεύουσα. Τα σπίτια με τα κελάρια χάθηκαν, ο πατέρας χρεωκόπησε. Ο μεγαλύτερος αδελφός, ο Μίμης, εκείνος που τον ονειρεύτηκαν αξιωματικό του Ναυτικού, πεθαίνει από φυματίωση. Η μάνα από την ίδια αρρώστια.
Στην αρχή, ζουν στο Γύθειο για να τελειώσουν το Γυμνάσιο κι ύστερα έρχονται στην Αθήνα για το Πανεπιστήμιο. Ψάχνουν για δουλιά. Ο Ρίτσος δουλεύει σα δακτυλογράφος σ’ ένα δικηγορικό γραφείο, σαν υπάλληλος σ’ ένα συμβολαιογραφείο και σαν καλλιγράφος για διπλώματα της Νομικής Σχολής. Ακόμα και την καλλιγραφία την αξιοποίησε. Μέχρι σήμερα τα χειρόγραφά του είναι σαν έργα βυζαντινά.
Δύσκολοι οι καιροί: η μικρασιατική καταστροφή, ο τόπος ανάστατος απ’ άκρη σ’ άκρη. Ανεργία, πληθωρισμός και μιζέρια. Αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους βασιλικούς, ενώ δειλά, αλλά σταθερά έχει αρχίσει να προβάλει στην πολιτική ζωή της χώρας το προλεταριάτο με την ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. Μια νέα ελπίδα για τις χιλιάδες των εργαζομένων γεννιέται και η οργανωμένη πάλη της εργατικής τάξης δίνει διέξοδο σε πολλά προβλήματα, λύνει μερικά απ’ αυτά. Ο λαός αρχίζει ν’ αναπνέει με μεγαλύτερη αισιοδοξία, καθώς στον παγκόσμιο στίβο ιδρύεται το πρώτο κράτος της εργατικής τάξης, στη χώρα των Σοβιέτ. Τα μάτια προσηλώνονται στην ΕΣΣΔ. Ο μαρξισμός – λενινισμός κατακτάει ολοένα και περισσότερα μυαλά και συνειδήσεις.
Ωστόσο η Αθήνα είναι μια μεγάλη πολιτεία, που γυρεύει ολοένα λεφτά. Εκείνη, για τη μάχη της επιβίωσης ποτέ δεν απελπίστηκε. Έτρεχε, σπούδαζε, δούλευε. Στα τελευταία, έφυγε στην Αμερική, κάνοντας ένα γάμο, που ποτέ δεν το θέλησε, για να γλιτώσει από τη φτώχεια. Να βοηθήσει και τον αδελφό, που δεν μπορούσε να δουλέψει γιατί στο μεταξύ, είχε προσβληθεί από τη φυματίωση.
[Βρισκόμαστε στο χειμώνα του 1926, δεν μπορώ να προσδιορίσω μήνα και μέρα. Όταν, ξυπνάω ανήσυχη ένα πρωινό(…) Ο Γιάννης γερμένος στο παλιό λαβομάνο του δωματίου μας, η λεκάνη κατακόκκινη(…) Είχε κάνει αιμόπτυση(…)Δεν μπορούσε να μιλήσει(…) Το στόμα του γεμάτο αίματα.
Είχε φοβηθεί και εγώ περισσότερο. Ταραχτήκαμε. Ότι πάει, τρίτωσε το κακό στην οικογένειά μας. Τον σκούπισα και τον έπλυνα, ξάπλωσε στο κρεβάτι. Τρέχω και παίρνω τους δρόμους κατά την Ομόνοια. Γιατρό, πού να βρω γιατρό…Φτάνω στην πλατεία Ομονοίας. Είχε ξημερώσει. Άρχιζε η πρωινή κίνηση στους δρόμους και ποιον να βρω…Θυμόμουνα ότι αρχές Αγίου Κωνσταντίνου είχε το ιατρείο του ένας πατριώτης μας. Ρωτώντας δεξιά κι αριστερά, βρίσκω το σπίτι και το ιατρείο.
Ξαφνιάστηκε πολύ με το αναπάντεχο του Γιάννη. Τον παρακαλώ να έρθει γρήγορα να τον δει…Έρχεται ο καλός μας Κουμουτσάκος και κάνει εξέταση. Τον βρίσκει πολύ αδύνατο, διατάζει ανάπαυση, καλή τροφή και ηρεμία. Μας καθησύχασε ότι δεν πρέπει να ανησυχούμε άδικα. Μάλλον ήταν κάτι περιστασιακό. Το ζήτημα είναι να μην έχουμε δεύτερη αιμόπτυση… Έφυγε, (…) ήταν της γνώμης πως ο Γιάννης θα έπρεπε να πήγαινε στη Μονεμβάσια. Βέβαια  το κλίμα, σαν παραθαλάσσιο, δεν ήταν κατάλληλο, αλλά το πρώτο που είχε ανάγκη ο Γιάννης, μας είπε, είναι ανανέωση, εξοχή, συντροφιά και περιποίηση. Πού να ήξερε ο καημένος….( στο ίδιο, σελ. 85- 86)]
Σχεδόν κανένας δεν ήξερε από τους γνωστούς ποια ήταν η οικονομική κατάστασή τους. Κράτησαν με αξιοπρέπεια το στόμα ραμμένο, ακόμα κι όταν έμεναν μόνοι τους Χριστούγεννα. Μια κάποια βοήθεια είχαν από το θείο Λεωνίδα, αδελφό της μάνας τους, που βρισκόταν στο εξωτερικό. Τι να πρωτοκάνει όμως κι αυτός; Σύνδραμε όσο μπόρεσε και στα τελευταία μια μικρή κληρονομιά που άφησε ήταν και το «λαχείο», για να αποχτήσει ο ποιητής ένα διαμερισματάκι. Εκεί που μένει μέχρι σήμερα!
Μετά από λίγον καιρό, ο νεαρός Ρίτσος φεύγει για τη Μονεμβάσια, στην αρχή μένει σ’ ένα παλιό ξενοδοχείο κι αργότερα, για να τρώει περισσότερο, θα μένει στο χαγιάτι του ερημωμένου πατρικού σπιτιού. Κοιμόταν σε μια γωνιά που’ ταν στεγασμένη με κεραμίδια, γιατί όλο το υπόλοιπο «δωμάτιο – χαγιάτι ανάρρωσης» ήταν ανοικτό απ’ όλες τις πάντες. Και τι τον ενδιέφερε; Έβαλε κι ένα τραπεζάκι στην άλλη μεριά, κι έγραφε, και διάβαζε, από ξημέρωμα κι ώσπου να πέσει ο ήλιος.
Η αδελφή του αποφασίζει, παρ΄όλα τα έξοδα, ένα ταξίδι κοντά του.

[Ευτυχώς τον βρήκα καλύτερα στην υγεία του – ούτε βήχας, ούτε πυρετός. Στο σπίτι μας δεν έμπαινε, παρά ελάχιστες φορές, κλεφτά και σαν ξένος, και πάντοτε με το φως της μέρας. « Και τα βράδυα, πας πουθενά;» « έχω δουλειές. Μετράω τον ουρανό με τις παλάμες μου…( Στο ίδιο σελ.89)]
Μέτρησε τον ουρανό με τις παλάμες του και δεν τον άφησε από τότε να του ξεφύγει. Δεν ξέφυγε όμως κι από την αρρώστεια. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα το 1927, θα μπει στη Σωτηρία. Στο σανατόριο θα ολοκληρώσει τη συλλογή «Στο παλιό μας σπίτι», που είχε αρχίσει να γράφει την προηγούμενη χρονιά στη Μονεμβάσια. Η συλλογή ποτέ δεν εκδόθηκε ολόκληρη. Τα χειρόγραφα καταστράφηκαν μαζί με άλλα έργα του, – και δεν ήταν λίγα, – με τα Δεκεμβριανά, το 1944. Ορισμένα μόνο ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο Φιλολογικό περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας. (« Παλιά κιθάρα», «Πόσα παράπονα», «Στον κήπο», «Νοσταλγία» ) με το ψευδώνυμο ΡΙΤ…ΣΑΣ.

ritsos30c


Ζεστασιά για τις νεανικές, φορτωμένες από την κακοδαιμονία, πλάτες του, είναι η γνωριμία του μέσα στους θαλάμους της Σωτηρίας, με τη Μαρία Πολυδούρη. Η αδικοχαμένη τρυφερή ποιήτρια θα γράψει το ποίημα «Θυσία», «αφιερωμένο στον κ. Γιάννη Ρίτσο».

«Καρδιά μου, τούτη η ώρα εδώ που εστάθη
με μια δεσποτικιά γαλήνη, κάτι
έχει βαρύ, μ’ αγγίζει σαν το μάτι
του άγριου μοιραίου που λάθεψα πώς χάθη.

(…)
   Κύτταξε το βραδάκι αυτό που κλείνει
τόση γαλήνη κι όταν αντικρύζη
τον κάμπο είναι σα χάδι, δε δροσίζει
όμως μια νοσταλγία μέσα μας χύνει

(…)
   Λουλούδι που το φως σ’ είχε αγαπήσει
έμεινες μονάχα με τη λαχτάρα,
που αργά γίνηκε φλόγα και κατάρα
τίποτε πια ‘ πο σε να μην αφήση.

   Είδα το φως αυτό να λιγοστεύη
τότε και σένα αγάλια να χλωμαίνης
Σούειπα. Θυμάσαι; Πρέπει να υπομένης
και σούδειξα τη σκέψη που πιστεύει…»


Τι να πρωτοϋπομείνει, και πόσο; Αυτή την ερώτηση ποτέ δεν την έβαλε στον εαυτό του. Κι αντί να υπομένει παθητικά, επέμενε ενεργητικά. Όταν βρίσκεται στα «Άσυλα Φυματικών», στην Καψαλώνα και στον Αη Γιάννη Κρήτης, -Σεπτέμβρης 1930 – Οχτώβρης 1931, – δημοσιεύει, στον «Παρατηρητή» Χανίων, με το γενικό τίτλο «Από το ημερολόγιο ενός φθισικού», μια σειρά πεζά, υπογράφοντας Ι.Ρ. Η κοινή γνώμη επηρεάζεται και ξεσηκώνεται για την απαράδεκτη και ζοφερή κατάσταση που επικρατεί στα υποτιθέμενα θεραπευτήρια. Θάλαμοι αχούρια, με κατσαρίδες και αφόρητη βρώμα, ταβάνια που στάζουν. Έτσι εννοούσαν την περίθαλψη του λαού οι κυβερνώντες του, – υπό βροχήν!


ritsos30d
Η αδελφή του δεν ξεχνάει ποτέ εκείνον που το έργο του προοριζόταν να ξεπεράσει τα όρια του τόπου και του χρόνου. Να κάνει πραγματικότητα τα κρυφά όνειρα και τις επιθυμίες της μάνας τους:

[Η μητέρα δεν άργησε να πιστέψει στο ταλέντο του τόσο πολύ, ώστε άρχισε να το φορτώνει με τις δικές της επιθυμίες και τα κρυφά της όνειρα. Και είχε δίκιο, όπως αποδείχτηκε….κι εμείς άδικο. «Ο Γιάννης μας θα γίνει, μια μέρα διάδοχος του Παλαμά» έλεγε σ’ όλους μας και μπροστά του» ( Στο ίδιο, σελ.30)]
Αυτό το χρέος, που ποτέ δεν το βλαστήμισε, μαζί με άλλα προσωπικά της, τη λύγισε. Εκείνος, καθιερωμένος πια σαν ποιητής, είχε εκδόσει τον «Επιτάφιο» και τις συλλογές «Τρακτέρ», «Πυραμίδες», «Ο ξένος», θα γράψει σ’ αυτό το διάστημα, «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα ποίημα από 923 ελεύθερους στίχους, που της το αφιερώνει: «Στην αδελφή μου ΛΟΥΛΑ».

ΑΔΕΛΦΗ μου,
θάξιζε ολόρθος να σταθώ
κατάντικρυ στον ήλιο.
(….)
Όμως, αδελφή μου,
δε δύναμαι άλλο.
(…)
Η φωνή μου ναυάγησε
η σκέψη μου μάδησε
τα τελευταία άνθη
(…)
Ευδόκησε να πραϋνθεί το πνεύμα μου
για να ψάλω τον ύμνο που αρμόζει
για σένα, αδελφή μου,
αδελφή όλου του κόσμου.
(…)

Στρέφω την όψη παντού
και θωρώ μόνο εσένα.
Επικαλούμαι της ομορφιάς την καλοσύνη
να μ’ ελεήσει μια στάλα δροσιάς
Όμως κανείς δεν αποκρίνεται.
(…)

ΑΔΕΛΦΗ μου,
Δεν είμαι πια ποιητής
Δεν καταδέχομαι νάμαι ποιητής.
Είμαι ένα πληγωμένο μυρμήγκι
που έχασε το δρόμο του
μες στην απέραντη νύχτα
(…)

Τίποτε άλλο δε ζει
έξω απ’ τον πένθιμο κύκλο
που χαράζουν στην πλάση τα μάτια σου…
(…)

Μα δεν ήξερες να δέχεσαι,
Χάριζες.
Μόνο χάριζες.
Όλα τα δώρα σου
τα μοίρασες
κι έμειναν άδειες
οι παλάμες σου.
(…)

Γύρισε, αδελφή μου,
στη μικρή Βηθλεέμ
που μας γέννησε ωραίους και ταπεινούς
(…)

και θα μείνω για πάντα πλάι σου,
– ένα σεμνό τριζόνι,
για να σου τραγουδώ
τα βράδυα του έαρος.
Δε μ’ ακούς;..
(…)

ΑΔΕΛΦΗ μου,
μονάχα εσύ μου απόμενες
ν’ ακουμπώ στην καρδιά σου
και ν’ ακούω το σφυγμό των ανθρώπων
(…)

Αφουγκραζόμουν
κάπου σιμά να πέφτουν
στάλες δροσιάς
από κρυμμένη πηγή
Κ’ η πηγή πέθανε…
(…)

Αντίο, αδελφή μου.
Φίλησέ μου τα σπουργίτια της αυλής μας,
τ’ αθώα παιδιά,
τις λυπημένες μητέρες
που κεντούν πλάι στη λάμπα
(…)

Αδελφή μου,
πιο πέρα από σένα κι από μένα,
πιο πέρα απ’ το θαμπό μας βλέμμα,
πιο πέρα απ’ τη θαμπή γραμμή της γης,
εκεί στη ρίζα του παντός
άκου το κύμα της ορμής
που υπέροχο, ανεξέλεγκτο κι αξήγητο
μας έπλασε και μας εξουσιάζει.
Τι να πούμε;
Ανοίγω τις πύλες
μ’ έντρομο θαυμασμό
μπροστά στη Δημιουργία
κι αλλάζω την οδύνη σ’ έκσταση
και την κραυγή σε προσευχή
(…)

Το φως ακμάζει πιο ψηλά
κι απ’ την αγάπη σου, αδελφή μου,
κι απ’ την αγάπη μου.


ritsos30e 
Ευτυχίας Καρύδη, Φυλλομετρώντας σελίδες του Ρίτσου, εκδόσεις Οδηγητής, Αθήνα 1984

Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο: Γιώργος και Ηρώ Σγουράκη, Γιάννης Ρίτσος. Αυτοβιογραφία. Κινηματογραφική αυτοβιογραφία. Ντοκουμέντα της ζωής και του έργου του, Αρχείο Κρήτης, Αθήνα 2008

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι από αίμα....

Για την Εργατική Πρωτομαγιά , τους αγώνες των λαών, τις θυσίες  και τα γενέθλια του ποιητή.



 Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί νάναι κι από αίμα
- όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα -
μπορεί νάναι κι απ' το λιόγερμα που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκινίζουν πριν σβήσουν
κι ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα
είναι οι φωνές των παιδιών και το σφύριγμα του τραίνου.

Τότε τα κελλιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα
για να βρεις λίγο χώρο ν' απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα
το τσιγάρο κομμένο στη μέση γυρίζει από στόμα σε στόμα
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος - βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης. Χαμογελάμε....


...Μ' όλο που το ξέρεις πως έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ
ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει...
                             Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων
                                 ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΙ ΛΗΜΝΟΥ,
                        Δεκέμβριος 1948 - Φεβρουάριος 1949


Γιάννης Ρίτσος, Καπνισμένο τσουκάλι, Κέδρος 1977, 13η έκδοση








Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης, Τανια Τσανακλίδου

Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Εργάτες

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
1976

Η μουσική και τα τραγούδια του Δήμου Μούτση απ' τη θεατρική παράσταση "Απεργία" του Γιώργου Σκούρτη.

Μουσική: Δήμος Μούτσης
Κείμενα / Στίχοι: Γιώργος Σκούρτης
Τραγουδάνε οι Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Άλκηστις Πρωτοψάλτη, Δήμος Μούτσης & Χορωδία
Απαγγέλλει & τραγουδάει ο Κωνσταντίνος Τζούμας
 
ΕΡΓΑΤΕΣ 
1976

Μουσική : Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρόλογος - Επίλογος : Κώστας Ταχτσής
Τραγούδι : Λάκης Χαλκιάς

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Για την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΕΚΕ τον Νοέμβριο του 1918 στον Πειραιά

 Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Με αφορμή τον γιορτασμό της Εργατικής Πρωτομαγιάς σε λίγες μέρες, ένα απόσπασμα από την εξαιρετική μελέτη του Αναστάση Ι. Γκίκα «Ρήξη και ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936)». Το κείμενο είναι από το εισαγωγικό μέρος του βιβλίου και αναφέρεται στην ιστοριογραφία τη σχετική με το ελληνικό εργατικό κίνημα. Θέμα όχι  ιδιαίτερα αναπτυγμένο ούτε και ευρύτερα γνωστό, αλλά πολύ σημαντικό που βοηθάει στην κατανόηση και των γενικότερων ιστορικών φαινομένων και το ρόλο τους στο μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας.


Γύρω από την ιστοριογραφία του ελληνικού εργατικού κινήματος

Όπως επανειλημμένα έχει ειπωθεί από πολλούς μελετητές στο παρελθόν, η παραγωγή ιστορικής γνώσης γύρω από το εργατικό κίνημα (στη μεσοπολεμική Ελλάδα, αλλά και γενικότερα) είναι είτε «σχεδόν ανύπαρκτη» είτε βρίσκεται ακόμη «σε εμβρυακό στάδιο». Αποτελεί, με άλλα λόγια, μια σχετικά «παραμελημένη ενότητα στην ιστοριογραφία της σύγχρονης Ελλάδας».
Ορισμένοι εντοπίζουν τις ρίζες του προβλήματος στο ότι «το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα για λόγους οικονομικούς, κοινωνικούς και πολιτικούς δεν ενσωματώθηκε στην ελληνική κοινωνία. Μένοντας στο περιθώριο και μην έχοντας τη δυνατότητα να εκφραστεί με τρόπο βίαιο, με συνέπεια τη συνεχή κρατική παρέμβαση για την αναχαίτισή του. Αυτές οι αντιδράσεις και αυτή η μεταχείριση είχαν σαν αποτέλεσμα να θεωρείται αυτή η «ύλη» σαν κατ’ εξοχήν εκρηκτική και σαν μη ενδεδειγμένο αντικείμενο ακαδημαϊκής έρευνας στην Ελλάδα».  Το πρόβλημα, όμως, της ενσωμάτωσης δεν έχει να κάνει με την «ελληνική κοινωνία» γενικά και αόριστα, αλλά πολύ συγκεκριμένα με το αστικό κράτος και την αστική νομιμότητα.
Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα δεν έδρασε στο περιθώριο αλλά στο επίκεντρο των ιστορικών εξελίξεων. Βεβαίως δεν υπήρξε ενιαίο: Υπήρξε ο κρατικά ενσωματωμένος και ο ταξικά προσανατολισμένος συνδικαλισμός, «δύο γραμμές σε διαρκή αντιπαράθεση» όπως πολύ εύστοχα υπογράμμισε ο Γ. Μαυρίκος σε σχετική μελέτη […].
Στο σημείο, ωστόσο, στο οποίο συμφωνούμε εν μέρει με την παραπάνω διατυπωθείσα θέση είναι ότι όντως, λόγω της μη ενσωμάτωσής του στο αστικό καθεστώς και ακριβώς εξ αιτίας της ταύτισής του με ένα συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο – δύναμη (δηλαδή το ΚΚΕ ), το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα αποτέλεσε διαχρονικά «εκρηκτική ύλη» για το   ελληνικό ακαδημαϊκό κατεστημένο.
Από την άλλη μεριά, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες στην ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού κινήματος, που εντοπίζονται κυρίως στην έλλειψη αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων και γενικότερα πρωτογενών πηγών για την περίοδο και το θέμα που μας ενδιαφέρει.[…]
Μέσα από μια στοιχειώδη επισκόπηση της υπάρχουσας εργατικής – κομμουνιστικής ιστοριογραφίας, μπορούμε να εντοπίσουμε μια σειρά αντιλήψεις  και απόψεις γύρω από τους παράγοντες που καθόρισαν ή επηρέασαν καταλυτικά: α) Την οργάνωση (τους λόγους ένταξης σε συλλογικά – οργανωμένα σχήματα πάλης, τις μορφές οργάνωσης κ.λ.π), β) τον ιδεολογικοπολιτικό προσανατολισμό και, κατά προέκταση, γ) τις τακτικές επιλογές του ελληνικού εργατικού κινήματος στα πρώτα του βήματα. Ορισμένες εξ αυτών έχουν πλέον επικρατήσει ως ευρύτερα αποκρυσταλλωμένες παραδοχές που, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, αναπαράγονται από το σύνολο της σχετικής βιβλιογραφίας. Η εισαγωγή αυτή θα αποτελέσει το εφαλτήριο για μια εν συνεχεία διαφορετική και, ελπίζουμε, εποικοδομητική προσέγγιση στη μελέτη του κινήματος της εργατικής τάξης.
Οι πρώτες προσπάθειες καταγραφής της ιστορίας του ελληνικού εργατικού κινήματος από μαρξιστική σκοπιά (όπως του Γ. Κορδάτου ή του Α. Μπεναρόγια) αποτελούν χρήσιμες βιβλιογραφικές πηγές για το μελετητή – ιστορικό, παρά τις όποιες ελλείψεις ή αδυναμίες. Η μαρξιστική μέθοδος έχει κατηγορηθεί συχνά από πολλούς ως αναλυτικά προβληματική, δογματική και στείρα` πως δήθεν περιορίζει περιγραφικά το κίνημα της εργατικής τάξης  ως μια απλή «παρενέργεια» της ανόδου ή παρακμής της υλικής κατάστασης των εργαζομένων. Πρόκειται για μια διαστρέβλωση της μαρξιστικής μεθόδου  που προκύπτει είτε ως προϊόν πολεμικής (στο πλαίσιο της πάλης των ιδεών που είναι σύμφυτη της ταξικής πάλης) είτε λόγω άγνοιας των έργων των «κλασικών» – τουλάχιστον – του μαρξισμού (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν) είτε ως αποτέλεσμα μιας άκριτης αναπαραγωγής συγκεκριμένων στερεότυπων που έχουν καθιερωθεί  στην αστική ακαδημαϊκή σκέψη. Στοιχεία αυτής της πολεμικής μπορεί ενδεχομένως να «πατούν» σε πραγματικές αδυναμίες μαρξιστών ιστορικών που είναι μεν υπαρκτές (αν και πολλές φορές υπερβάλλονται), δεν μπορούν όμως να ανάγονται αυθαίρετα σε «αδυναμίες» του μαρξισμού γενικά.
Ο ιστορικός υλισμός δεν αποτελεί κάποια μηχανιστική, στατική ή οικονομική μέθοδο ανάλυσης. Ούτε ένα προκατασκευασμένο σχήμα, μια συλλογή «αόριστων» ‘η «αφηρημένων» διατυπώσεων. Τουναντίον, πρόκειται για μια ιδιαίτερα ζωντανή, δημιουργική και διαρκώς αναπτυσσόμενη θεωρία που αντιμετωπίζει την ιστορία ως επιστήμη.
Εξετάζει την ιστορική εξέλιξη της κοινωνίας στην κίνησή της και όχι φωτογραφικά ως στιγμιαίες αποτυπώσεις του παρελθόντος. Αναζητά τους δεσμούς που συνδέουν τις επιμέρους πτυχές της κοινωνικής ζωής, που διατρέχουν τη φαινομενικά χαοτική εναλλαγή των ιστορικών γεγονότων. Μελετά τη φύση και το χαρακτήρα αυτών των δεσμών. Προχωράει πέρα από την καθιερωμένη προσέγγιση της ιστορίας ως μιας απλής απαρίθμησης γεγονότων, ημερομηνιών και προσώπων (κατά κύριο λόγο ηγετικών). Ο ιστορικός υλισμός διεισδύει στην ουσία των φαινομένων αναζητώντας τα γενεσιουργά τους αίτια, τους νόμους που διέπουν την εσωτερική τους λειτουργία, τις αντιθέσεις που περικλείουν, τις συνθέσεις που προκύπτουν κ.λ.π. Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρίσκεται το στοιχείο της ταξικής πάλης και οι κοινωνικές δυνάμεις που πρωταγωνιστούν σε αυτή.

Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
Καπνεργατική συνδιάσκεψη Σερρών - Δράμας - Καβάλας 1934
                                           
Σχετικά με την υπόλοιπη ιστοριογραφία: Συχνά συναντάμε την τάση η εργατική τάξη να ταυτίζεται συνολικά με ένα μικρότερο αριθμητικά, αλλά περισσότερο οργανωμένο τμήμα της. Αντίστοιχα, οι αναφορές στο εργατικό κίνημα περιορίζονται συνήθως στους ηγετικούς εκπροσώπους – φορείς του. Ωστόσο, μια προσέγγιση που ξεκινά με αφετηρία τις ανώτερες βαθμίδες των οργανωτικών εκφράσεων και δομών του εργατικού κινήματος (και που σπανίως εκτείνεται παραπέρα) δε δύναται να καλύψει αναλυτικά ή να καταλήξει σε σύνθεση του συνόλου των διεργασιών και των ζυμώσεων που χαρακτήρισαν το κίνημα, που έθεσαν τους όρους και τα όρια της πολιτικής του συμπεριφοράς ή της κοινωνικής του συνείδησης σε επίπεδο βάσης. Μερίδα της βιβλιογραφίας περιστρέφεται γύρω από μια κατά βάση «ανθρωπολογική» αντίληψη της πολιτικής και συνδικαλιστικής δράσης στην Ελλάδα. Στις αναλύσεις αυτές, κεντρικό ρόλο στον καθορισμό των πολιτικών πεποιθήσεων των εργαζομένων παίζουν, π.χ. οι δεσμοί οικογένειας και καταγωγής, οι πελατειακές σχέσεις, η δήθεν ιδιαίτερη «φύση» ή «ψυχοσύνθεση» του Έλληνα κ.α. Η ένταξη και συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες αντιμετωπίζεται ως το προϊόν στενά ατομικών – συμφεροντολογικών κριτηρίων, τα οποία ορίζονται  στο πλαίσιο οριζόντιων ή κάθετων μηχανισμών ενσωμάτωσης.
Με το κέντρο βάρους να μετατοπίζεται στα στοιχεία της χειραγώγησης και του ελέγχου, οι ιστοριογραφικές αυτές προσεγγίσεις τείνουν να επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά στον «επίσημο» συνδικαλισμό, εκείνο δηλαδή που απολάμβανε της έγκρισης κράτους και κεφαλαίου.
Ωστόσο, ήταν ο «ανεπίσημος» συνδικαλισμός, εκείνος που «ακροβατούσε» στα όρια της παρανομίας (ή καλύτερα στα όρια της αστικής νομιμότητας τα οποία συχνά ξεπερνούσε), ο οποίος κατάφερε στην πορεία να αναπτύξει σημαντικό, αυτόνομο από την αστική πολιτική, πλαίσιο θεωρίας και πράξης. Επεξηγηματικά μοντέλα που εξετάζουν το εργατικό κίνημα από τη σκοπιά των «επίσημων» εκπροσώπων του δε διαθέτουν τα αναλυτικά εργαλεία που απαιτούνται για την επεξήγηση κινημάτων τα οποία δραστηριοποιήθηκαν μακριά και έξω από τα επίσημα κανάλια και τις δομές της εξουσίας. Ακολούθως, το κίνημα της εργατικής τάξης, που πρόβαλλε αντίσταση και στον ένα ή τον άλλο βαθμό αμφισβήτησε την ηγεμονία του κυρίαρχου κοινωνικοπολιτικού καθεστώτος, αντιμετωπίζεται πολλάκις ως δευτερεύον, περιθωριακό, ακόμη και ως μη υπαρκτό.
Πολλοί ισχυρίστηκαν ότι, μέσα από την ενσωμάτωση του στον κρατικό μηχανισμό, την οικονομική του εξάρτηση και τη χειραγώγηση της ηγεσίας του, το εργατικό κίνημα στην Ελλάδα μετατράπηκε ουσιαστικά σε προέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας, συμβάλλοντας σημαντικά στη διατήρηση του status quo είτε άμεσα (μέσω της υιοθέτησης και προώθησης της άρχουσας πολιτικής) είτε έμμεσα (αμβλύνοντας τις διαχωριστικές γραμμές μέσα στο κίνημα). Γι’ αυτό και η ενσωμάτωση προβάλλεται κατά κανόνα ως ο βασικός παράγοντας πίσω από τη δήθεν «αποτυχία» των Ελλήνων εργαζομένων να οργανώσουν τα συμφέροντά τους ως τάξη αδέσμευτα και ανεξάρτητα από πελατειακά, κομματικά δίκτυα (αστικών κομμάτων εξουσίας) και κυβερνητικές πολιτικές.
Ωστόσο, για ακόμη μια φορά, η διαπίστωση αυτή δεν αφορά το σύνολο του εργατικού κινήματος, αλλά ένα συγκεκριμένο κομμάτι του, αυτό του «επίσημου» συνδικαλισμού.
Το εργατικό κίνημα εμφανίζεται λίγο – πολύ ως μια στιγμιαία εκδήλωση αυθορμητισμού, ως μια προσωρινή σύμπτωση επιμέρους ατομικών συμφερόντων και όχι ως συνειδητή επιλογή για συλλογική δράση στη βάση της ταξικής συνειδητοποίησης. Οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται γενικά (και αταξικά) ως «πολίτες» με ατομικά συμφέροντα και ανησυχίες. Όχι ως μέλη μιας συγκεκριμένης τάξης με συγκεκριμένα ταξικά συμφέροντα και αντίστοιχους προβληματισμούς. Σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ο περιβόητος «ατομισμός» του Έλληνα εργαζόμενου, θεσμοθετημένος ή όχι, τον «απέτρεψε» από το να συγκροτήσει ταξικούς φορείς διεκδίκησης, να διαμορφώσει ταξική συνείδηση ή να αναπτύξει ταξικούς δεσμούς αλληλεγγύης με τους συναδέλφους του.
Συχνά, προς «απόδειξη» του βαθμού ενσωμάτωσης του ελληνικού εργατικού κινήματος παρατίθενται γεγονότα και αριθμοί, όπως, π.χ. το «πέρασμα» της Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών (ΓΣΕΕ) στα χέρια των ρεφορμιστών συνδικαλιστών την περίοδο 1926 – 1927, τα χαμηλά ποσοστά των οργανωμένων εργατών στα σωματεία, η μικρή αριθμητική δύναμη του Κομμουνιστικού Κόμματος κ.α.[…]
Αναμφισβήτητα, η εξέταση των μεθόδων ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης στην αστική πολιτική αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε ιστοριογραφική προσέγγιση του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος. Ταυτόχρονα όμως, δε γίνεται να αγνοούνται οι παράγοντες που συνηγόρησαν στη ριζοσπαστικοποίησή της. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου οι όροι και οι προοπτικές διαμόρφωσης μιας ταξικής πολιτικής από τη μεριά της εργατικής τάξης υποτιμώνται, περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται παντελώς.
Επίσης, η βιβλιογραφία που επικεντρώνεται στον παράγοντα ενσωμάτωση αποτυγχάνει στην πλειοψηφία της να αναδείξει (σκοπίμως;) πτυχές της που έχουν να κάνουν με την αστική βία, με τη συγκρότηση και ευρεία χρήση κατασταλτικών μηχανισμών όπως η αστυνομία, τα Σώματα Ασφαλείας ή ο στρατός, με στόχο τη συστηματική δίωξη και καταπίεση των ριζοσπαστικών τμημάτων της εργατικής τάξης. Η καταστολή έλαβε πολλές μορφές. Εκφράστηκε, π.χ., με άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις στην οργάνωση και λειτουργία των εργατικών ενώσεων. Με αλλοίωση των αντιπροσωπευτικών οργάνων του συνδικαλιστικού κινήματος. Με συλλήψεις και εκτοπίσεις εργατών ή συνδικαλιστών που ανήκαν ή δραστηριοποιούνταν στα ταξικά συνδικάτα, που ήταν μέλη ή απλά πρόσκειντο στο ΚΚΕ. Με τη φανερή ή κρυφή παρακολούθηση των συνελεύσεων των σωματείων, των εργατικών κέντρων κ.λ.π. Πρόκειται για στοιχεία που συνοδεύουν την ιστορική πορεία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας μας εν πολλοίς και μέχρι σήμερα. Πρέπει, επομένως, να συνυπολογίζονται σε κάθε σχετική έρευνα.
Όπου και όποτε συναντάμε αναφορά στην κρατική παρεμβατικότητα, περιορίζεται συνήθως στον έλεγχο διαφόρων σωματείων και εργατικών στελεχών μέσω των πελατειακών σχέσεων και δικτύων. Παράλληλα, μια σειρά οργανισμοί που συστάθηκαν με πρωτοβουλία των Αρχών, όπως για παράδειγμα η Εργατική Εστία, η Επιθεώρηση Εργασίας κ.α. αγνοούνται εν πολλοίς ως προς το ρόλο που διαδραμάτισαν στην οικονομική και διοικητική ενσωμάτωση του συνδικαλιστικού κινήματος.
Η αυτόματη σύνδεση αιτίας και αποτελέσματος, που συχνά επιχειρείται ή λαμβάνεται ως δεδομένη μεταξύ της ύφεσης ή της σχετικής σταθεροποίησης της οικονομίας (ντόπιας και διεθνούς) από τη μια και της τάσης ριζοσπαστικοποίησης ή συντηρητικοποίησης της εργατικής τάξης από την άλλη αντίστοιχα, αποτελεί μια μάλλον υπεραπλουστευμένη, μηχανιστική προσέγγιση του όλου ζητήματος. Και όμως, δεν είναι λίγοι εκείνοι που αρκούνται στην υιοθέτηση μιας υποθετικής φόρμουλας του τύπου «οικονομική κρίση + εργατική τάξη = κομμουνισμός» ως βάσης για την παραπέρα ανάπτυξη της προβληματικής τους. Τέτοιες υποθέσεις δεν επιτρέπουν την εμβάθυνση στην ουσία των διεργασιών που συντέλεσαν στις όποιες ιδεολογικοπολιτικές μετατοπίσεις στις γραμμές του εργατικού κινήματος.
Πολλές έρευνες επικεντρώνονται υπερβολικά στη μελέτη δομών και θεσμών, σε πρόσωπα – κλειδιά ή ομάδες που ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την εξουσία (ή που διεκδικούν έστω ορισμένο μερίδιο και ρόλο στη διαχείρισή της.) Κατά συνέπεια εκτοπίζουν από το ιστορικό προσκήνιο το λαϊκό παράγοντα. Υποβαθμίζουν ή διαγράφουν εντελώς τις ανερχόμενες κοινωνικές δυνάμεις ως ιστορικά υποκείμενα. Θέτουν εκτός «εικόνας» τις συνθήκες εκείνες υπό τις οποίες οι εργαζόμενοι οδηγήθηκαν – ατομικά ή συλλογικά – στη συνειδητοποίηση της δύναμής τους, θέτοντας προοδευτικά ζητήματα ανατροπής της κυρίαρχης εξουσίας και μετασχηματισμού της κοινωνίας.
Μηδαμινή αναφορά γίνεται συνήθως στην εμπειρία της παραγωγικής διαδικασίας, στις ζυμώσεις που έλαβαν χώρα εκεί όπου οι εργάτες ζούσαν και εργάζονταν, ως συστατικά στοιχεία μιας αναδυόμενης ταξικής ταυτότητας. Ως «πρώτες ύλες» στη δημιουργία δεσμών αλληλεγγύης στις γραμμές της εργατικής τάξης. Πρόκειται για παράγοντες που συνέδραμαν σημαντικά στη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης και συμπεριφοράς των εργαζομένων, που σημάδεψαν τις διεργασίες στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος, καθώς αυτό προσπαθούσε να αυτοπροσδιοριστεί ως τάξη και ως πολιτικό υποκείμενο.
Τέλος, για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδεολογικοπολιτικές παρακαταθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας και του λεγόμενου «Ψυχρού Πολέμου», δηλαδή με την εξέλιξη της ταξικής πάλης στη χώρα μας αλλά και διεθνώς, ο αντικομμουνισμός – άλλοτε χυδαίος, άλλοτε πιο «εκλεπτυσμένος» – υπήρξε αναπόσπαστο χαρακτηριστικό της σχετικής βιβλιοπαραγωγής. Η προσπάθεια δαιμονοποίησης του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην αστική ιστοριογραφία δεν αποτελεί, βεβαίως, έκπληξη. Σε περιόδους όξυνσης της ταξικής πάλης, η αντιπαράθεση στο επίπεδο των ιδεών λαμβάνει σαφώς μεγαλύτερες διαστάσεις.
Σε γενικές γραμμές, η κρατούσα ιστοριογραφία α) περιορίστηκε σε μια απλή αναπαραγωγή («επιβεβαίωση») μιας σειράς προκατασκευασμένων συμπερασμάτων που βρίσκονταν σε απόλυτη σύμπνοια με την κυρίαρχη εκδοχή του παρελθόντος, β) στάθηκε μεροληπτικά ενάντια στο ταξικό συνδικαλιστικό κίνημα, αντιμετωπίζοντάς το ως «περιθωριακό» ή «ακραίο», προϊόν της «μιζέριας» ή της «άγνοιας» της εργατικής τάξης κ.λ.π., γ) διαστρέβλωσε το χαρακτήρα, τη δράση και τους σκοπούς του, δ) άντλησε μονομερώς τις πηγές της, μην αξιολογώντας την ταξική προέλευση ή σκοπιμότητα της εκάστοτε πληροφορίας, απαξιώνοντας τις αναλύσεις , τη γραπτή και προφορική παράδοση της «άλλης πλευράς».
Δεν είναι λίγοι εκείνοι οι αστοί ιστοριογράφοι που έφτασαν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη ενός ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου.
Επομένως, ο μελετητής ιστορικός – ιδιαίτερα της πολιτικής ιστορίας ή της ιστορίας του εργατικού κινήματος – δεν πρέπει να λησμονά το γεγονός ότι η παραγωγή γνώσης αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, προϊόν των κοινωνικοπολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων της εποχής όπου συντελείται. (σελ. 21 – 30)

gikas3 
Αναστάσης Ι. Γκίκας, Ρήξη και Ενσωμάτωση. Συμβολή στην Ιστορία του εργατικού – κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου (1918 – 1936). Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2010