Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Η μαγεία του Παπαδιαμάντη

Τα μάγια
Σελήνη ήτον, μεσάνυκτα. Ο γερο - Παρθένης είχεν οικίσκον εις μίαν άκρην της πολίχνης, και δίπλα εις τον οικίσκον ήτον ένα χάλασμα ή κατάλυμα, και παρέκει ένα πηγάδι, και δύο αλυγαριές, κ' ένας απήγανος, και δύο άλλα δένδρα. Ο γέρων είχε κοιμηθή ενωρίς, όπως εκοιμώντο τότε οι άνθρωποι, και είχε χορτάσει τον ύπνον. Εσηκώθη, εφόρεσεν ένα ρούχο, διότι δροσιά και Μάιος ήτον, κ' εβγήκεν έξω από το καλύβι του.
Η νύχτα όλη, ολοφέγγαρο, νύχτα βαθιά. Εκοιμάτο όλη η πλάσις, γυαλισμένη από το φεγγάρι, καθώς η Νεράιδα οπού πλαγιάζει και καθρεφτίζεται στην βρύσιν, βαθιά στα ρέματα. Γλύκα και δροσιά κ' ευωδία, ήχος μυστικός έβγαινεν απ' τα βουνά, απ' τους λόγγους, απ' τους κήπους τριγύρω. Ο γέρο - Παρθένης εστάθη κ' εκοίταξε κ' επόθει κάτι ν' αγροικήση, κάτι ν' απολαύση απ' όλην αυτήν την γλύκα. Αλλά δεν ησθάνετο πλέον βαθιά. Μόνο που εθάυμαζε να βλέπη.
Μόνον μίαν στιγμήν εστάθη` είτα έκαμε δύο βήματα κατά το ερείπιον, το κατάλυμα εκείνο, το οποίον ευρίσκετο αριστερά, βορειότερα από την ιδίαν καλύβην του.
 Το κατάλυμα είχε δύο τοίχους ορθίους ακόμη, ήτον υπαίθριον και ανώροφον, είχε τρίτον τοίχον μισόν, και ο τέταρτος έλειπεν εξ ολοκλήρου. Παρέκαμψε τον τοίχον τον μεσημβρινόν, τον ακέραιον, και διευθύνθη προς το μέρος του τοίχου του βορεινού, του εντελώς πεσμένου.
Όταν έφθασεν έξωθεν του τοίχου του ανατολικού, ο οποίος εσώζετο κατά το ήμισυ, έξαφνα του εφάνη ότι ήκουσε μικρόν ψίθυρον, κάτι ως πνοήν. Εστάθη κ' εκοίταξε.
Βλέπει δια μέσου και όπισθεν του τοίχου τούτου, ο οποίος εις το υψηλότερον μέρος ήτον υπέρ το ανάστημα, εις δε το μεσαίον μέρος έφθανεν έως το στόμα και τον πώγωνα του γερο - Παρθένη, βλέπει, από μέσα από τον τοίχον, και ίσταντο τρία πρόσωπα.
Ήσαν γυναίκες` τρεις γυναίκες, γυμναί, ολόγυμνοι. Όμοιαι με την προμήτορα Εύαν, καθ' ον χρόνον δεν είχον χρησιμοποιηθή ακόμη τα φύλλα της συκής, και δεν είχον ραφή οι δερμάτινοι χιτώνες. Εις την σκιάν του ερειπίου, υπό τον πέπλον τηε νυκτός, τον περιαργυρούμενον και διατμιζόμενον από το φέγγος της σελήνης.
Ίσταντο εκεί, κ' έκυπτεν η μία κάτω εις το έδαφος, σχεδόν γονυκλινής, η άλλη μισοσκυμμένη, η τρίτη ορθία ακόμη. Ευρίσκοντο ως εις μυστήριον εκεί.
Δεν ήσαν φαντάσματα. Ήσαν ολόσωμοι. Δεν ήσαν γυμναί σαρκός και οστέων, διαφανή
 " περιπνεύματα ", όπως ήσαν γυμναί ενδυμάτων. Τι ήθελαν;
Τι εμελέτων, τι επεκαλούντο άρα από την ωχράν Εκάτην, την μητέρα των, την πλέουσα υψηλά εις τον αιθέρα, αι τρεις αύται άπεπλοι, αναμφίεστοι ιέρειαι; Ποίας έλεγον επωδάς;
Ικέτευον την υπέρπλωον, την υπέρωον αργυράν Σελήνην, με τας μαύρας κηλίδας επάνω της, με τον Κάιν τον αδελφοκτόνον, πλακωμένον την κεφαλήν από πελώριον βράχον` την ικέτευον και την εξελιπάρουν, αυτήν, ήτις τόσον υψηλά βαίνει και τόσον χαμηλά βλέπει, να ευδοκήση, να κατέλθη χαμηλότερα, να συγκαταβή εις την αδυναμίαν των, ν' ακούση τας επωδάς των, να εκπληρώση τας ευχάς των.
Η μία απλώς επεθύμει να λύση την μαγείαν που της είχαν κάμει. Εις τον γάμον της, την ώραν της αλλαγής των δακτυλίων, της είχαν " ρίξει τα κορίτσια ". Εγέννα διαρκώς θήλεα. Πέντε της είχαν γεννηθή έως τώρα, κι οι γριές που γνωρίζουν απ' αυτά, έλεγαν ότι εννέα έμελλε να γεννήση το όλον.
Η άλλη ήθελε να βλάψη μίαν εχθράν της, μίαν που εμελέτα κακά δι' αυτήν, και την απειλούσε, με τα μάγια, να την εξολοθρεύση, αυτήν και τον άνδρα της, και τα παιδιά της. Απεφάσισε κι αυτή να διδαχθή τα μαγικάς τέχνας, αμυνόμενη δια ν' αποδώση τα ίσα. Η μαγεία δια της μαγείας λύεται.
Η τρίτη, ω! δεν ήθελε να είπη τι επεθύμει. Ίσως είχε μνηστήρα, ή ερσατήν, όστις δυνατόν να ήτο και μνηστήρ, πιθανόν να εγίνετο και σύζυγος, πλην φευ! δεν την ηγάπα πλέον` εκοίταζεν αλλού, του είχαν χαλάσει τα μυαλά άλλαι γυναίκες. Κι αυτή επροσπάθει να κατασκευάση φίλτρα υπό το φέγγος το μελιχρόν, τη βοηθεία της ευμενούς Εκάτης, δια να του γυρίση τα μυαλά προς το μέρος της. " Αι δε μη φιλεί, ταχέως φιλάσσει" . Ψάλλε, γλυκεία  Σαπφώ, παρηγόρει τας ομοφύλους σου.
Και έκυπτον όλαι, κ' εμελέτων, κ' εψιθύριζον, κ' έμελπον με πραείαν φωνήν τας επικλήσεις και τας επωδάς των, εις μυστηριώδη γλώσσαν την οποίαν ουδείς μουσικός δύναται να σημαδογραφήση.
Ίλεως, ίλεως γενού αυταίς, καλή Εκάτη! ίλεως, την νύκταν ταύτην, αλλ' εν τη ημέρα της Κρίσεως;


Οδυσσέας Ελύτης , Η μαγεία του Παπαδιαμάντη, ΄Υψιλον/Βιβλία, Αθήνα 1996

Σχολιάζει ο Ελύτης :

 [...] Στην ερημιά καθότανε ο γερο - Παρθένης και δεν του κολλούσε ο ύπνος τις νύχτες του Μαγιού. Έβγαινε και τριγύριζε μες στο φεγγαρόφωτο " κάτι ν' αγροικήση, κάτι ν' απολαύση[...]. Αλλά δεν ησθάνετο πλέον βαθιά. Μόνον που εθαύμαζε να βλέπη".
Να την` εδώ είναι η φράση που ξεφεύγει από τον έλεγχο του συγγραφέα, η σημαδιακή. Βρισκόμαστε μπροστά σε μιαν έμμονη ιδέα, μια φαντασίωση: τη φαντασίωση ενός ηδονοβλεψία. Το διαπιστώνουμε αμέσως στη συνέχεια. Ο γερο - Παρθένης προχωρεί κατά τα χαλάσματα που βρίσκονται λίγο παρέκει από το καλύβι του και κρυφοκοιτάζει πίσω από έναν μισογκρεμισμένο τοίχο - μα τι' ναι λοιπόν αυτό; Τρεις γυναίκες γυμνές , ολόγυμνες! Όχι φαντάσματα, όχι τίποτε " διαφανή περιπνεύματα"` πραγματικές γυναίκες, ολόσωμες, χωρίς καν ένα φύλλο συκής μπροστά τους. Η μία γονατιστή, η άλλη σκυμμένη , η τρίτη ολόρθη μέσα στο ασημένιο φως. Βέβαια, ο έλεγχος λειτουργεί ακαριαία. Οι γυναίκες είναι γυναίκες του χωριού` κάνουν κρυφά μάγια στο φεγγάρι για την επίτευξη κάποιας προσδοκίας τους` και ο συγγραφέας βάζει τον γερο - Παρθένη ν' αγανακτεί και να τις εξυβρίζει. Απίθανη άποψη, το ίδιο απίθανη όσο και η εκδοχή ότι, στη μικρή Σκιάθο του περασμένου αιώνα με τ' αυστηρότατα ήθη, μπορούσανε τα θηλυκά να το σκάνε απ' το σπίτι τους και να ξεγυμνώνονται μες στα χωράφια. Μα η λαχτάρα για ένα τέτοιο όραμα είναι μεγάλη! Πίσω από την αγανάκτηση του σκανδαλισμένου γέροντα η φωνή του υποκινητή του εξακολουθεί να εκδηλώνει όλη του τη συμπάθεια. " Έμελπον με πραείαν φωνήν τας επικλήσεις και τας επωδάς των, εις μυστηριώδη γλώσσαν την οποίαν ουδείς ποιητής δύναται να ερμηνεύση και ουδείς μουσικός δύναται να σημαδογραφήση. Ίλεως, ίλεως γενού αυταίς, καλή Εκάτη!"
Μόνον που εθαύμαζε να βλέπη: αυτό είναι όλο το μυστικό` εκεί πέφτει ο τόνος` στην αιτία που προκαλεί την παραμόρφωση της πραγματικότητας και όχι στην παραμόρφωση την ίδια, που αυτήν, για να μην υπερβάλλουμε, τη συναντάμε πιο πλούσια και πιο εύστοχη πολλές φορές στα περισσότερα πεζογραφήματα της ελληνικής και της ξένης γραμματείας[...] 
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 στη Σκιάθο
Ο πίνακας είναι του Luis Ricardo Falero (1851-1896).

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Η χελιδονοφωλιά

Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Μια συλλογή διηγημάτων έπεσε στα χέρια μου πριν λίγο καιρό, «Ο Μεγάλος Ποταμός» της Κλεαρέτης Δίπλα – Μαλάμου. Κάπου είχα διαβάσει το όνομα της συγγραφέως, αλλά δεν γνώριζα τίποτε γι’ αυτήν. Οι πληροφορίες ελάχιστες στο διαδίκτυο. Δυσεύρετα τα άρθρα που έχουν γραφτεί για την ίδια και το έργο της. Οι περισσότερες αναφορές στο όνομά της γίνονται σε σχέση με τον υποτιμητικό στίχο του Κ. Καρυωτάκη:


«Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου
και δίπλα σ” αυτό τ” όνομά μου»
(από τη Σταδιοδρομία)

KDM2Η Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου γεννήθηκε στην Πρέβεζα το 1897 ή 1898 και πέθανε το 1977 στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη Λευκάδα, στον τόπο του πατέρα της. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών αλλά αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία. Το 1922 δημοσίευσε την ποιητική συλλογή «Στο διάβα μου» και το 1955 την συλλογή «Οι δρόμοι της ζωής». Το 1929 εκδόθηκαν διηγήματά της με τον τίτλο «Για λίγη αγάπη», για τα οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών και ήταν η πρώτη Ελληνίδα που πήρε αυτό το βραβείο. Ακολούθησαν και άλλες συλλογές διηγημάτων και το 1938 τιμήθηκε από την Έκθεση Παιδικού Βιβλίου για το έργο της Ιστορίες για μεγάλα παιδιά. Εκτός από την ποίηση και την πεζογραφία ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση και δημοσίευσε άρθρα και ταξιδιωτικά κείμενα. Δραστηριοποιήθηκε στην Εθνική Αντίσταση ενταγμένη στο ΕΑΜ Λογοτεχνών, στο γυναικείο κίνημα και στο κίνημα ειρήνης.

«Ο Μεγάλος Ποταμός (πριν και μετά το 1940)» εκδόθηκε το 1952, κατ’ άλλους το 1955.

«Ο Μεγάλος Ποταμός, πότε γαλήνιος, σιωπηλός, αινιγματικός, πότε οργισμένος, ματωμένος, πορεύεται προς τη θάλασσα. Δέντρα ανθισμένα σκύβουν πάνω του, σύννεφα καθρεφτίζουν τις σκυθρωπές τους μορφές, ήλιοι ακοντίζουν σπάταλα τα διαμάντια τους, φεγγάρια ωχριάζουν τα μαραμένα τους όνειρα, άνθρωποι ξεδιψούν εκεί, μηχανές τρέφονται με τη δύναμή του, ερωτευμένοι ρεμβάζουν με τα τραγούδια του. Ο Μεγάλος Ποταμός πορεύεται προς τη θάλασσα. Να, ένα ανθοπέταλο στροβιλίζεται για λίγο και χάνεται, ένα μερμήγκι στη σχεδία ενός άχυρου ποντοπορεί, μια πεταλούδα ναρκισσεύεται κοιτώντας τη μικρογραφημένη άνθινη πολιτεία των φτερών της, και, να, πάλι ξερριζωμένοι κορμοί δέντρων λαχανιάζοντας στο ρεύμα του, τυμπανισμένα πτώματα μαχών, δοκοί καψαλισμένοι και σημαίες – βόγγοι και γέλια, θάνατος και ζωή. Κει μέσα ο ουρανός χαμογελάει στον εαυτό του. Όλα ραγίζονται εκεί μέσα, συντρίβονται, πιο κάτω ξαναφαίνονται – φεύγουν, αλλάζουν, χάνονται. Ο Μεγάλος Ποταμός, ήρεμος, βέβαιος, αδυσώπητος, πορεύεται προς την Αιώνια Θάλασσα, αλλάζοντας όλους τους θρήνους σ’ ένα τραγούδι – στο τραγούδι της κίνησης – στο ακατανίκητο, θριαμβευτικό Τραγούδι της Ζωής». [1]

KDM1Από αυτή τη συλλογή διάλεξα το διήγημα « Η χελιδονοφωλιά».
Ένα ζευγάρι νέων ανθρώπων οι πρωταγωνιστές του, που μάχονται για τη ζωή τους, για το δικαίωμά τους στον έρωτα και την ευτυχία, για ό,τι αγαπούν. Δυο άνθρωποι που επέλεξαν να πορεύονται μαζί στη ζωή, προσπαθώντας να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και τα εμπόδια με μόνα εφόδια την αγάπη τους και τη δουλειά τους. Απέναντί τους όμως ορθώνονται η σκληρότητα και η αναλγησία της οικογένειας της κοπέλας και ένα κράτος ψυχρό και άδικο εκφρασμένο στο πρόσωπο ενός χωροφύλακα και στις αδυσώπητες υπηρεσιακές αποφάσεις που έρχονται να συνθλίψουν τη ζωή και τα όνειρα των ηρώων…
Αξίζει να προσεχτούν η ψυχογραφική ικανότητα της συγγραφέως κυρίως στην απόδοση των συναισθημάτων και των αντιδράσεων της νεαρής κοπέλας και η διάθεση της ηρωίδας όχι απλά να εναντιωθεί στα οικογενειακά και κοινωνικά στερεότυπα για τη γυναίκα αλλά να αντισταθεί στην επιβολή τους, προβάλλοντας την εικόνα μιας γυναίκας μαχόμενης που αρνείται να αποδεχθεί τη μοίρα που της έχουν προετοιμάσει.
Απλό στο περιεχόμενό του και στην αφήγησή του, αλλά βαθιά ανθρώπινο εμπνευσμένο από την ίδια τη ζωή, προκαλεί έντονα συναισθήματα , αγγίζει την καρδιά και είναι γραμμένο σε ζωντανή και εκφραστική δημοτική γλώσσα.


Η χελιδονοφωλιά
Φασαρεμένη πάντα η μέρα με τις έγνοιες, τις δουλειές της, τους ανθρώπους. Κ’ η Βγενούλα έχανε τον εαυτό της. Εκείνον τον κρυφό εαυτό της που τόσο ήθελε να κουβεντιάζουνε μαζί. Έψαχνε, έψαχνε, μα όλο της ξέφευγε. Μονάχα όταν τα χέρια τα σκοτεινά της νύχτας φτιάχνανε γύρω της ένα στεφάνι, κι’ αυτή ζάρωνε στο στρώμα της σε μια κώχη του σπιτιού, μονάχα τότε τον ξανάβρισκε. Τότες, συγνεφάκια ανάλαφρα ταξίδευαν οι συλλογές της, κ’ η καρδιά της τόσο φουσκωμένη από αγάπη, αναγάλιαζε μυστικά, τριαντάφυλλο που αναδίνει ανοιχτό τους μόσκους του: Γιάννο μου!..Γιάννο μου…
Όμως με την αυγή του Θεού μια στενοχώρια την έπνιγε. Το ξαίρει. Πάλι θ’ αρχίσουν οι δικοί της, γονιοί κι αδέρφια, το τροπάρι της γκρίνιας: Τι όνειρο είδε απόψε; Άλλαξε γνώμη; Τι θα τον κάνει τον ξυπόλητο; Εκείνος ο άλλος που τη γύρευε είτανε γαμπρός. Καρτερεί την απάντηση.
Η κοπέλα είχε βαρεθεί πια να λέει τα δικά της και ν’ αντιμιλεί. Έπειτα κατάλαβε πως έτσι τους αγριεύει όλους περισσότερο. Γιαυτό τώρα ύστερα σαν άρχιζε η γκρίνια, αυτή βούλωνε το στόμα. Χαμήλωνε τα μάτια τα πλατιά, και σαραντακλείδωνε στο χωριάτικο μυαλό της τη θεμελιωμένη απόφαση: Το Γιάννο εγώ θα πάρω. Θα τον πάρω!
Οι δικοί της ευχαριστημένοι που τη βλέπανε δίχως μιλιά, λέγανε αναμεταξύ τους: Βάνει μυαλό· θα τ’ αποφασίσει για τον άλλον. Ας κάνει κι αλλοιώς.
Το σπιτάκι του πατέρα της είτανε κοντά στον πευκιά, κάμποσο όξω από τη μικρή πολιτεία κ’ η Βγενούλα είχε την ευκολία ν’ ανταμώνει το Γιάννο της. Ξαμολιούνταν τα πρωινά για τις δουλιές τους και κάπου θα τον λάχαινε να του πει αρπαχτά την καλημέρα της. Και τα βράδια, πίσω από τις χοντρές φραγκοσυκιές που μάντρωναν το χτήμα των γονιών της, εκείνος την περίμενε: Κυρά μου, εσύ! Βγενίτσα μ’ αχ! θα με ζουρλάνεις τον έρμο.
Τρώγονταν οι δυο τους στα φιλιά και γύριζε η κοπέλα στο σπίτι με μπαμπουλωμένα τα σαγόνια. Το κίτρινο μαντήλι έκρυβε τα σημάδια που στραπατσάριζαν το στόμα της το φραουλένιο. Κι αξεθύμαστος μόσκος πάντα η λαχτάρα τους: Αγκαλιασμένους να τους βρίσκει ο ήλιος, η μέρα να κερνάει το ξανθό της μέλι στη διπλή χαρά τους, κ’ η νύχτα να τους γνέφει με μισόκλειστα μάτια γελαστά: Ελάτε!
Μα πώς να παντρευτούνε; Πού είναι το σπιτάκι τους; Οι οικονομίες του Γιάννου δε φτάνανε ακόμα να νοικιάσουνε μια καμαρούλα. Μια καμαρούλα μοναχή. Τίποτες άλλο δε θέλουνε. Τα λούσα, τα προικιά και τα σεντούκια, είναι για κείνους που δεν έχουνε προικιό τους την αγάπη. Μονάχα μια κλειστή φωλιά τούς χρειάζεται για να μη ζηλεύει ο κόσμος.
Στο μεταξύ ο Γιάννος άρπαζε όποια δουλειά του παρουσιαζόταν. Εργάτης, περιβολάρης, χτίστης, μανάβης. Δουλειά μοναχά να βρίσκεται για να φουσκώνει από λίγο λίγο το κομπόδεμα. Και τα βράδια τα κουβέντιαζε κρυφά με τη Βγενούλα. Αποφάσισαν όμως, για νάχουν την ησυχία τους, όταν ανταμώνονται καμμιά φορά όξω, μπροστά στον άλλον κόσμο, στους δρόμους, στην εκκλησιά, να καμώνονται τον αδιάφορο. Κατάφεραν και κρύφτηκαν τόσο καλά που στο σπιτικό της Βγενιάς ξαφνιάστηκαν όταν είδανε πως το κορίτσι δε γύρισε στο σπίτι μια βραδιά.
Το ζευγάρι είχε στεφανωθεί τ’ απόγιομα σ’ ένα ρημοκλήσι του βουνού. Και σαν τράβηξαν πια ο παπάς και ο κουμπάρος, αυτοί κατέβηκαν τρεχάτοι την κατηφόρα γιατί βιάζονταν να φτάσουν στο φτωχικό μονοκάμαρο σπιτάκι που ο Γιάννος είχε νοικιάσει εκεί όξω στην πλαγιά.
Είτανε αρχές του χινόπωρου με νοτερές ανάσες κι ολόκληρος ο πευκώνας σουσούριζε ίδια θάλασσα. Κ’ έτσι κυλώντας απαλά τα πράσινα κύματά του, έβγανε το άσπρο σπιτόπουλο εκεί δα στο μονοπάτι σαν ένα κομμάτι αφρό. Ένα γύρο τους οι μπουμπουκιασμένες κυκλαμιές είδανε στ’ όνειρό τους τους νιόπαντρους να χάνονται μέσα στο σπιτάκι και την παράλλη μέρα την αυγή μ’ ανοιγμένα καλά τα νωπά ματάκια τους, τους ξαναείδανε να βγαίνουν από την κάμαρα αγκαλιασμένοι. Δυο μέρες και δυο νύχτες είχανε ρουφήξει την αγάπη δίχως ανασασμό σαν διψασμένοι που είτανε.
Εκεί δα στο κατώφλι φίλησε ο Γιάννος τη γυναίκα του, πήρε την τσάπα στον ώμο και τράβηξε για τη δουλειά.
Οι γονιοί της Βγενιάς δεν είχανε μάτια να την ιδούνε. Κι όπως γίνηκε ο γάμος δίχως το θέλημά τους, γλύτωσαν και τα προικιά. Ούτε την καλημέρα δεν ήθελαν της θυγατέρας τους, λέγανε. Μα ο Γιάννος, ο Γιάννος ο λεβέντης με το ψηλό κορμί και τα μάτια τα γλυκά, στέκονταν κολώνα στη γυναίκα του: Ας τους να λένε. Τι σε γνοιάζει; εγώ είμαι για σένα!
Τα πολλά τα λόγια αυτός δεν τάξαιρε. Αυτός ήξαιρε να πράττει. Το σκέδιό του το πρώτο το πέτυχε κ’ η κοπέλα γίνηκε δικιά του. Τώρα είχε άλλο σκέδιο στο κεφάλι του. Ο διάολος να σκάσει, αυτός θα χτίσει ένα δικό τους καμαράκι. Θα το χτίσει στον μικρό τόπο που του είχε αφήσει ο πατέρας του απάνω στο βουνό. Είτανε ένας χερσότοπος κακομαντρωμένος με ξερολιθιά. Μ’ αυτό το σκέδιό τους στο νου, η Βγενιά έβλεπε συχνά στον ύπνο της πως έβρισκε στο δρόμο ένα κομπόδεμα. Κοίταζε ολόγυρα μη την είδανε, και το τσέπωνε. Ονειρεύονταν και ξυπνητή πως ένας μπάρμπας της απ’ την Αμερική της έστελνε, λέει, λεφτά, πολλά λεφτά: Για τη Βγενιά, έλεε η γραφή του. Για να χτίσει ένα σπιτάκι.
Με την ελπίδα του σπιτιού κουβαλούσανε τώρα κ’ οι δυό τους σαν τα χελιδόνια ό,τι μπορούσανε για τη φωλιά τους. Μάζευαν την πέτρα σιγά – σιγά κι όταν τους τύχαιναν τίποτε οικονομικά υλικά από παλιές οικοδομές, ο Γιάννος τ’ αγόραζε με τη δουλειά του.
Ο χειμώνας κόντευε να βγει κι αυτός όταν είχε καιρό πήγαινε και δούλευε στο χτήμα τους. Ξεχορτιάριαζε, πάστρευε τον τόπο από τις πέτρες, μέτραγε και χάραζε το θεμέλιο του σπιτιού. Δούλευε κοντά του κ’ η Βγενιά και δούλευε αψά σα νάτανε να τελειώσει αμέσως και το σπίτι. Μα τώρα ύστερα ο άντρας τη σταμάταγε ανήσυχος: Άσε τώρα, παράτα τα εσύ. Από κάμποσες μέρες μια χαρά ξεχείλιζε στις καρδιές τους: Το παιδί! έρχεται το παιδί τους. Κ’ έπρεπε να βρεθεί έτοιμο το σπιτόπουλο να τους συμμαζέψει τον άλλο χειμώνα.
Το βράδυ, πλάι στη χαμηλή γωνιά που καίγανε τα κούτσουρα πολεμώντας το στερνό μαρτιάτικο κρύο, κάνανε τους λογαριασμούς τους για το χτίσιμο. Έχουμε τούτο, μας λείπει εκείνο. Ας τ’ αρχίσουμε κ’ έχει ο Θεός. Θα τα καταφέρουμε. Να μπούμε κάτω από δικό μας κεραμίδι. Αυτό είναι ούλο το παν. Δεν θα μας τρώει η έγνοια, το νοίκι, το ξεσπίτωμα.
Όξω λύσσαγε η μάνητα του αγέρα, η καμινάδα της γωνιάς τον σβούριζε μέσα της σαν τρομπόνα και μαζεμένοι οι δυο τους με το αγέννητο σαν γεννημένο κοντά τους, χαμογελούσαν στ’ όραμα του μελλούμενου σπιτιού.
Κ’ ήρθε η άνοιξη με τα όλα της. Μέσα στο χτηματάκι στέκονταν η πέτρα, ένας σωρός καφετής κι άσπρος και χρυσός κάτω απ’ τον ήλιο, υπάκουο σταλιασμένο κοπάδι που θα ξυπηρετούσε τ’ αφεντικό. Έτοιμο το κόκκινο, το κοσκινισμένο χώμα, στο λάκκο του ο ασβέστης ο γαλατερός.
Κ’ είπε ο άντρας μια μέρα: Έσωσε. Από αύριο, γυναίκα, θα βάλουμε θεμέλιο!… Με το λόγο τούτον, η ψυχή της γυναίκας χόρτασε από σιγουριά: Θα βάλουμε θεμέλιο!…

Δεν καλοκοιμήθηκε εκείνο το βράδυ η Βγενιά με τις συλλογές που τη φουντώναν! Α, ναι. Τώρα πια δε θάχει ανάγκη κανέναν. Ας της κρεμάνε τα μούτρα οι δικοί της. Τι λες εκεί; Ο Γιάννος της νάναι καλά. Γύριζε και κοίταζε στο πλευρό της τον κοιμισμένον άντρα, και πάνω στα στέρεα σουσούμια της ειδής του αναπαύονταν σα σε λιμάνι απάνεμο η ψυχή της. Και την άλλη μέρα που είτανε σκόλη, ξεκίνησαν με την ευχή του Θεού.
Τα γυρίσματα του μονοπατιού απάνω στην πλαγιά του βουνού χάνονταν φαγωμένα απ’ το βιαστικό τους περπάτημα. Σκουντημένα στο διάβα τους, ξέχυναν την ευωδιά τους η αλυγαριά και το μελισσόχορτο. Νάτο και το χτήμα τους! Το βρήκανε να τους καρτερεί σαν ένα πράμα ζωντανό. Γύρω του όλο το δάσος ανάσαινε πλατειά, γερό κ’ ευτυχισμένο.
Μέσα στ’ ανοιγμένο θεμέλιο έσφαξε ο νοικοκύρης τον κόκορα τον καμαρωτό με τα μαύρα φτερά. Και το ζευγάρι έκανε ατέλειωτους σταυρούς την ώρα που ο παπά Γιώργης άγιαζε το θεμέλιο. Ένας τσέλιγκας και δυό περαστικοί παραστάθηκαν και φχήθηκαν καλορίζικο το σπίτι.
Η Βγενιά δε μιλούσε, δεν έλεγε ούτε ένα φχαριστώ, τόσο ένας κόμπος τής έσφιγγε το λαιμό. Της φαινόταν πως θα την πάρουν τα κλάμματα απ’ τη χαρά. Οι ξένοι φύγανε κι ο Γιάννος βάλθηκε μ’ όρεξη στη δουλειά.
Το σπίτι μας, το σπιτάκι μας, ο Γιάννος μου! έλεγε από μέσα της η γυναίκα και τόσο περισσότερο κολλιούνταν στον καινούργιο κόσμο που μπήκε με το θέλει της. Και κάθε βράδυ, ύστερα απ’ την ξενοδουλειά του αντρός της και τις Κυριακάδες ταχτικά, έρχονταν οι δυό τους και δουλεύανε. Εκείνος έχτιζε, εκείνη κουβαλούσε το πηλοφόρι. Μην το παραφορτώνεις, την ορμήνευε.
Άντε άντε φύτρωνε ο τοίχος απ’ τη γης, σηκώνονταν και κοίταζε τα γύρω του με περιέργεια. Χώρισαν κάποια ώρα και τα κουφώματα, η πόρτα, το παραθύρι. Τώρα φάνηκε πια το σκέδιο της κάμαρας απλωτό κ’ ευχάριστο, βουτηγμένο στο δάσος. Τα κλαριά το φύλαγαν ένα γύρο, μεγάλες πράσινες ανοιχτές φτερούγες. Από πέρα, από μακρυά έρχονταν το ξάγναντο κ’ έφερνε ως το κατώφλι της πόρτας τις ανηφοριές του βουνού τις βελουδένιες.
Τώρα η Βγενούλα γύριζε μέσα στο ξέσκεπο σπίτι και λογάριαζε. Λογάριαζε πού θα στήσει το κρεβάτι τους, πού θα βάλει την κασέλα. Θ΄αγοράσει με την ώρα και καρέκλες. Θα κρεμάσει στον τοίχο κ’ έναν καθρέφτη. Από κείνους τους καθρέφτες με τη χρυσή κορνίζα που αστραποβολάνε εκεί που τους πουλάνε στα μαγαζιά στη χώρα. Μα είναι ακριβοί. Δε θα γίνει κανένα θάμα; Δε θα την αξιώσει ο Θεός;
Θε μου, γιατί όλοι να περιμένουμε από τη χάρη σου; ποιον να πρωτοπάρει από μας το μάτι σου και ποιον να πρωτοπροφτάσεις ; Γιατί ένας άλλος εδώ κάτω, ένας μικρός θεός, ένας πλούσιος, να μην πει: Βγενιά! να κορίτσι μου, πάρε τούτον τον καθρέφτη που περισσεύει από το σπίτι μου. Μα δε βαρυέσαι, ας μένουν κ’ οι καθρέφτες και τα λούσα τους. Η Βγενιά θα βάλει την κούνια του παιδιού της για στολίδι. Θα την σιγουρέψει από δώθε μεριά για να μην το του φυσάει το παραθύρι και πάρει κανένα κρύωμα. Θα κάνει κ’ ένα κοτέτσι από πίσω από το σπίτι για τις κοτούλες. Δεν πρέπει νάχουνε πιο ύστερα και το φρέσκο τ’ αυγό για το παιδί;
Όλα τούτα τα σκέδια τάλεγε στο Γιάννο το βράδυ, σα στρώνονταν να δειπνήσουν. Και τα σκέδια αυτά, θαρρείς κ’ είτανε μαγεμένα και με τα μάγια τους του ξεγελούσαν τις έγνοιες και την κούραση. Έτσι η άλλη μέρα έβρισκε το Γιάννο ορεξάτο κ’ έτοιμον για κόπους. Μα κ’ η γυναίκα του δεν κάθονταν. Ξενοδούλευε κ’ εκείνη όπου έβρισκε κι όσο της είτανε μπορετό για να προοδεύσει το χτίσιμο.
Πότε – πότε όμως αναγκάζονταν να σταματήσουν γιατί σώνονταν τα υλικά. Τότε κάνανε πιο μαύρες οικονομίες, δεν τρώγανε όσο έπρεπε, μετράγανε το έχει τους δραχμή τη δραχμή και κάποτε πάλι ξαναρχίζανε απομοναχιασμένοι μέσα στο δάσος, ίδιοι πρωτόπλαστοι.
Μα ήρθε μέρα που δυσκολότερα παρουσιάστηκαν τα πράματα. Τώρα έχουμε τις μεγάλες σκοτούρες, έλεγε ο Γιάννος, γιατί βλέπεις είναι τα παράθυρα , είναι η σκεπή. Αυτά δε φτιάνονται με πέτρα και με χώμα που τα μαζώνεις από τα βουνά του Θεού. Χρειάζεται ξυλεία, χρειάζονται μαστόροι, πα να πει όλο παράδες.
Την ώρα που τα ντουβάρια στέκονταν έτοιμα πια μ’ όλο το μπόι τους, η δουλειά ξανασταμάτησε. Πέρασε κάμποσος καιρός μέσα στο καλοκαίρι ως που οι νοικοκυραίοι να βρεθούνε με δύναμη να ξαναβάλουν μπροστά. Έπειτα, με το έμπα του Αλωνάρη, ο Γιάννος αποφάσισε να ρίξει τη σκεπή.
– Τι να σου πω, γυναίκα, δεν παίρνει άλλο αναβολή. Θα τα μαζώξω τα χρειαζούμενα όπως μπορώ και θα σκεπάσω. Μονάχα τότε θάμαι ξέγνοιαστος.

Η Βγενιά σ’ όλα συμφωνούσε.
– Ό,τι ξαίρεις εσύ θα κάνεις.
– Κ’ εσύ θα γεννήσεις, και χειμώνας έρχεται με τις βροχές. Αν μείνει ξέσκεπο το γιαπί δεν είναι για καλό του. Τι να κάνουμε; Δεν τα θέλω τα χρέγια, μα τ’ αποφάσισα. Λέω να πάρω λίγα δανεικά από τον κουμπάρο μας. Αλλοιώς δε γίνεται.

Είχαν αρχίσει κιόλας οι πρώτες χινοπωριάτικες συγνεφιές κ’ έπεσε το πρωτοβρόχι. Βιαστικός ο Γιάννος να σκεπάσει, παράτησε τις ξένες δουλειές και κίνησε για το δικό του γιαπί. Από κοντά η γυναίκα του με τα τσανάκια με το μεσημεριανό τους φαγητό δεμένα στη μπόλια. Ο Γιάννος είχε πάρει σήμερα κι άλλον έναν εργάτη. Μπήκαμε, θα χορέψουμε, εξήγησε στη γυναίκα του.
Ως τα τώρα η δουλειά γίνονταν ήσυχα ήσυχα εκεί απάνω, μέσα στο δάσος, γιατί οι πέτρες καθώς χτίζονταν δεν ακούγονταν. Όμως με το σκάρωμα της σκεπής, καθώς καρφώνονταν τα καδρόνια, το δάσος γιόμισε αντίλαλους: γκάπα! γκούπα!…
Τι να μαστορεύουν, είπε μοναχός του ο καινούργιος χωροφύλακας που είχε ξανοιχτεί στο σουλάτσο σήμερα χασομέρικα. Πήρε λοιπόν σιγά – σιγά το δρόμο κι ανηφόριζε κι ανηφόριζε με τα χέρια μπλεγμένα από πίσω του. Οι βρόντοι όλο του δείχνανε το δρόμο το σωστό. Κάπου πέρα, ανάμεσα από τα πράσινα κλαριά του πευκώνα ανακάλυψε το γιαπί.
Ζύγωσε, στάθηκε και καλημέρισε. Οι νοικοκυραίοι απάντησαν πρόσχαρα στην καλημέρα του. Περίμεναν μάλιστα ν’ ακούσουν και τη γνώμη του για το σπίτι που μαστόρευαν. Στάθηκε, στάθηκε ο χωροφύλακας δίχως άλλο λόγο να πει, κ’ ύστερα ρώτησε:
– Έχετε άδεια;
– Άδεια! ξαφνιάστηκε ο Γιάννος.
– Ναι, άδεια.
– Ο τόπος είναι δικός μου. Τον κλερονόμησα απ’ τον πατέρα μου. Τι άδεια; Τα χαρτιά του εν τάξει. Εδώ κάθε χρόνο στοιβάζω και τους τενεκέδες για το ρετσίνι σαν χτυπάω τα πεύκα. Κανένας δε μόκανε παρατήρηση.
– Καλά αυτό, μα άδεια οικοδομής λέμε.
– Δεν ήξαιρα πως εδώ όξω…
– Παράτα τα και πήγαινε να κανονιστείς.
– Να στήσουμε πρώτα τη σκεπή.
– Ούτε ένα καρφί! Απαγορεύεται.

Ο Γιάννος κιτρίνισε. Ποιος ξαίρει τι άργητες θα του παρουσιαστούνε τώρα. Αμ τα ξαίρει δα τα χαρτιά τους και τα γραφεία τους που να τους πάρει ο διάολος τον πατέρα! δεν τα ξαίρει; Ο κουμπάρος του που είχε μπλέξει με δαύτα, χτίκιασε ο άνθρωπος. Κ’ έρχεται και χειμώνας, κατάλαβες; Πρέπει το γρηγορότερο να σκεπαστεί το σπίτι. Τι θα γίνει;
Η Βγενιά συγχισμένη έκατσε σε μια πέτρα. Το πέτο της κ’ η φουσκωμένη κοιλιά της ανεβοκατέβαιναν, τα ρουθούνια της πεταρούδιζαν. Ε μωρέ, πώς αρχίνησε τούτη η μέρα και πώς φασκελώθηκε υστερώτερα.
Κατέβηκε ο Γιάννος από το γιαπί, κατέβηκε κι ο άλλος εργάτης. Μαζέψανε τα σύνεργά τους, μάζεψε κ’ η Βγενιά με βρόντους τα τσανάκια της, και πιάσανε τον κατήφορο. Μπροστά – μπροστά πήγαινε ο χωροφύλακας με τα χέρια μπλεγμένα πίσω του, με το σβέρκο το χοντρό ξεχειλισμένο στο περιλαίμιο, αδιάφορος, αλύγιστος, αντιπαθητικός. Η Βγενιά έβραζε, ο Γιάννος φυσομανούσε, μα ο άλλος ο εργάτης τους έδινε κουράγιο: Δεν είναι τίποτε, μια δυό μέρες άργητα όλο – όλο. Αυτό είναι.
Οι δυο μέρες γένηκαν τέσσερις, γέννηκαν μια βδομάδα, μήνας ολάκερος. Η υπόθεση του Γιάννου βαλμένη σε χαρτιά με υπογραφές, με βούλες και με χαρτοσήματα, σέρνονταν οκνά σαν σερπετό από χέρι σε χέρι υπαλληλικό, από γραφείο σε γραφείο. Είχε γίνει στοιχειό, σωστό στοιχειό που έτρωγε αόρατο τις μέρες και τις νύχτες του ζευγαριού, γιατί η ίδια η άργητα τους έβανε σ’ ανησυχία. Κάτι δυσκολίες, λέει, παρουσιάζονταν.
Ο Γιάννος έχανε τη δουλειά του κ’ έτρεχε. Τίποτα δεν ωφέλησαν τα τρεχάματα, τα παρακάλια, οι μετάνοιες του. «Απαγορεύεται η οικοδόμησις του γηπέδου διότι κατά το εγκεκριμένον σχέδιον πόλεως ο δημόσιος δρόμος πρόκειται να διέλθη δια μέσου αυτού.»
Και τώρα; Τι θα γίνει με το σπίτι μου; ρώτησε ο Γιάννος σα χαμένος.
– Θα το γκρεμίσεις.

Είτανε ένα βροχερό πρωινό όταν ο ίδιος ο χωροφύλακας και δυο εργάτες ήρθανε στο χτηματάκι του Γιάννου. Από κοντά πρόβαλε κ’ εκείνος με τη γυναίκα του. Κατακίτρινοι κ’ οι δυό τους, στάθηκαν παράμερα σα νάτανε τώρα πιο ξένοι μέσα σ’ αυτήν την ιστορία του σπιτιού τους που πέρναγε σ’ άλλα χέρια. Μέσα τους όμως ακόμα παρακαλάγανε το Θεό να κάνει κανένα θάμα.
Οι άλλοι, κάτι ρετσινάδες κ’ οι εργάτες, τριγύρισαν το γιαπί και το κοιτάζανε βουβοί και συγχισμένοι. Κ’ είτανε σα να μέλλονταν να γίνει επί τόπου καμμιά βάρβαρη πράξη, καμμιά απάνθρωπη καθαίρεση.
Σκάλωσαν οι εργάτες στο γιαπί κι αρχίσανε να γκρεμίζουνε. Γκάπα! γκούπα! ακούγονταν μέσα στον πευκώνα καθώς ξηλώνονταν η αρχινισμένη σκεπή.
Ο Γιάννος δε βάσταξε. Πήρε το δρόμο κ’ έφευγε για να μη βλέπουν τα μάτια του τη συμφορά τους. Ένας σωρός κουβάρι η γυναίκα του σε μια γωνιά, έκλαιγε μ’ αναφυλλητά, λαβωμένο ζώο στην κώχη του.
Όμως εκεί που δεν το περίμενε κανένας, πετάχτηκε ολόρθη η Βγενιά κ’ έμπηξε στριγγλιές φωνές που καταξέσκισαν την καρδιά του πευκώνα: Χαΐρι και προκοπή να μη δεις ποτέ σου, παλιόσκυλο! Κακούργε! Άτιμε! Άτιμε! Άρπαξε μια πέτρα χοντρή και την πέταξε κατ’ απάνω στο χωροφύλακα. Οι άντρες την κράτησαν και την τραβούσανε.
Το δάσος σπάραζε, βογγούσε κ’ έκλαιγε απάνω από τη συμμάζωξη, απάνω από τη χαλασμένη χελιδονοφωλιά, στον τόπο που διάλεξαν να σιγουρέψουν τις αγάπες τους τα χελιδόνια.

Κλεαρέτη Δίπλα – Μαλάμου , Ο Μεγάλος Ποταμός, διηγήματα( πριν και μετά το 1940), εκδόσεις Γκοβόστη ( αχρονολόγητο)
[1] Η εισαγωγή της συλλογής διηγημάτων Ο Μεγάλος Ποταμός

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

Χελιδόνια και κρίνα

Τμήμα της τοιχογραφίας της Άνοιξης από τον προϊστορικό οικισμό στο Ακρωτήριο της Θήρας (16ος αι.π.Χ.) Εξαίρετο δείγμα του Κυκλαδικού πολιτισμού. Στις κορυφές των  βράχων ανθίζουν κόκκινα κρίνα και ανάμεσά τους ερωτοτροπεί ένα ζευγάρι χελιδονιών , στον αέρα, δίνοντας κίνηση στο τοπίο. 
Συμβολική απόδοση του ερχομού της Άνοιξης και της αναγέννησης της φύσης.

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!
 

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2015

Ο Παλαμάς του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

[...] Έπειτα από τους παλιότερους ποιητές που μας μάθαιναν στο σχολείο, στον Παλαμά περνούσαμε όπως από το δημοτικό στο γυμνάσιο. Μ' εξαίρεση τον Σολωμό, τους παλιούς ποιητές τούς αντιλαμβανόμαστε σαν τραγουδιστές, τα ποιήματά τους ήταν τραγούδια και απαγγελίες. Ο Παλαμάς είχε ωραιότατα τραγούδια, αλλά σαν τραγουδιστής είχε και κακοφωνίες. Ακριβώς μέσα από αυτές άρχισα να τον καταλαβαίνω σαν ένα άλλο κεφάλαιο, τότε που τον διάβαζα εντατικά, στις παραμονές και κατά τη διάρκεια του πολέμου. Σιγά σιγά θα καταλάβαινα ότι ο Παλαμάς πήρε την ποίηση από το τραγούδι και την οδήγησε στο Λόγο και στη Σκέψη. Σε κάποια στιγμή πρέπει να έκανα αυτή τη διάκριση, που την υπόβαλλαν οι ίδιοι οι στίχοι του. Και επίσης τη διάκριση της Σκέψης από την Ιδέα, έννοιες που τις εύρισκες σε κάθε του στίχο και ήταν κάτι σαν εργαλεία για να τακτοποιούνται τότε κι οι δικές μου απορίες. Όλο το βάρος έπεφτε στη Σκέψη που αναζητά ( ενώ η Ιδέα είναι κάτι που βρέθηκε) και ακριβώς επειδή βρίσκεται σε εντατική προσπάθεια, μπορεί να μην είναι καθόλου ρυθμική, μουσική - ή έστω να μην ακολουθεί ρυθμούς καθιερωμένους , τόνους γνωστούς. Εκείνο που έμενε από τον Παλαμά, από τα ποιήματά του, ήταν η Σκέψη, μια καινούργια κίνηση του μυαλού, αδιανόητη με τους άλλους.
Όπως και τόσοι άλλοι θαυμαστές του, ήξερα κι εγώ αρκετά ποιήματά του. Δεν ήταν καθόλου μικρή η βοήθεια που κατά καιρούς μου έδωσε η απομνημόνευση , ώστε να μπορέσω στο μακροχρόνιο διάστημα της απουσίας από την Ελλάδα να διατηρήσω όσο μπόρεσα ζωντανό το γλωσσικό μου αίσθημα. Επίσης και η σκέψη του, όσα σχολεία και να περνούσες μετά, σχολεία του βιβλίου και της ζωής, σαν να σε ακολουθούσε κατά πόδας, βαθύτατη και οξύτατη. Πολλά είναι και τα θαυμαστικά στα ποιήματά του, αλλά πολύ περισσότερα τα ερωτηματικά, όχι τόσο ρητορικά όσο φαίνονται ( πολλά θαυμαστικά του δεν είναι κι αυτά παρά απορίες και αμφιβολίες). Και βέβαια ένας ποιητής σαν αυτόν κάπου θα έπρεπε να έχει κι ένα ποίημα αφιερωμένο ακριβώς στη Σκέψη - με τ' όνομά της.
Σ' αυτό το ποίημα ( " Σκέψη", από τους Στίχους σε γνωστό ήχο) όλα τα θέτει υπό ερωτηματικό, αρχίζοντας από την ίδια την Τέχνη:

Απόλα τα θεόμορφα των αγαλμάτων φέγγη
κι απόλους τους χρυσούς ρυθμούς που πλάθει ο ποιητής
ποιος ξέρει αν πιο ξεχωριστά και πιο μακριά δε φέγγη
μια καλή πράξη αγνώριστη, μπάλσαμο μιας πληγής.

Χρειάζεται να το πω ότι για μένα και - πιστεύω - για πολλούς στον τόπο μας κάτι τέτοιοι στίχοι του Παλαμά ήταν που προπαγάνδισαν πολύ πριν από τον οργανωμένο μαρξισμό τις ριζοσπαστικές ιδέες μιας βαθιάς αλλαγής στη ζωή μας και μας πήγαν, όταν εσήμανε κι αυτή η στιγμή, κατευθείαν στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης και στην πόρτα του Κομμουνιστικού κόμματος;
Ναι, αυτός ήταν ο δικός μας κορυφαίος Αγκιτάτορας. Τα ερωτήματά του, όσο κι αν φαίνονταν ρητορικά κι αόριστα διατυπωμένα , άγγιζαν εκείνα ακριβώς τα προβλήματα και τις απορίες που ήταν μες στα μυαλά μας και ήταν επίσης τα ίδια που έφερνε από παντού, όπως ο άνεμος τη γύρη, η κοινωνικά ανήσυχη φιλοσοφία και πιο μπροστά απ' όλα η επαναστατική θεωρία.
Ερωτήματα συναρπαστικά, όταν έχει κανείς μια τέτοια προδιάθεση - και ποιος δεν την έχει, όταν είναι νέος κι όταν τόσο δυναμικά τη φέρνει με τα όλα του ο ίδιος ο χρόνος.
Ακόμα πιο σπουδαίο στον Παλαμά για μας ήταν πως με την ιδιοσυγκρασία του στοχαστικού και παρορμητικού του λόγου παρέπεμπε ακριβώς σ' αυτά τα κέντρα, απ' όπου και ο ίδιος αρυόταν τους ερεθισμούς του:

Ω, μέγα τραβοπάλαιμα! Ποια δύναμη, ποιος ξέρει
μετράει τ' ακαταμέτρητα και πλάθει τα τρανά;
Η σκέψη του ξεχωριστού η αταίριαστη; ποιος ξέρει!
του πλήθους η θαμπή ψυχή που αλόγιστα ξεσπά;

Αυτά - με τέτοια αγγίγματα, με τόσο συναρπαστικά για μας τότε θαυμαστικά κι ερωτηματικά - κανένας ποιητής ως τότε, απ' όσους ήξερα εγώ, δεν μας τα είχε πει. Μα και σήμερα με τον Παλαμά όποιος δεν θέλει δεν πλήττει. Μπορείς να ταξιδεύεις μαζί του σ' όλες τις εποχές, το ύφος, έστω και σκαλωμένο σ' εκείνη την τόσο ακατάστατη γλωσσικά στιγμή, δεν αποτελεί εμπόδιο, ίσως μάλιστα είναι - κι όσο περνά ο καιρός θα γίνεται όλο και περισσότερο - ένα ιδιόμορφο ισχυρό κίνητρο, ιδιόμορφο μεράκι, για όσους θέλουν ν' αναζητούν την ουσία κάτω από ό,τι παρεμποδίζει την εύκολη επικοινωνία μαζί της, σε πολλά την αδικεί, αλλά και την ερεθίζει. Όταν ο άνθρωπος φτάνει να το νιώσει και να το κατανοήσει αυτό παίρνει άλλες γεύσεις από τις αναζητήσεις του και τα ευρήματά του, προχωρεί πιο πέρα από τις καινούργιες συμβατικότητες που τον τυλίγουν καθορισμένες από την εποχή του, απελευθερώνεται, γίνεται σε κάτι κι ο ίδιος διαχρονικότερος, δημιουργικότερος. Γίνεται κι αυτός σε κάτι ποιητής. Είναι ένα προχώρημα μέσα από έγκυρες δυναμικές επιστροφές.
Με αυτό το ποίημά του, παραμελημένο για χρόνια στις αποταμιεύσεις μου, είχα μια ξαφνική συνάντηση, όταν δούλευα το μυθιστόρημά μου για τον Μάξιμο τον Γραικό στη Μόσχα. Σε κάποια στιγμή, καθώς παρακολουθούσα την ιστορία αυτού του ανθρώπου, αναδύθηκαν οι τέσσερις τελευταίοι στίχοι και μ' έναν άλλο τρόπο φώτισαν όλο εκείνο το υλικό, δίνοντάς μου ένα πολύ συγκεκριμένο ερέθισμα για την κεντρική ιδέα της ιστορίας μου. Ένα μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος δουλεύτηκε μ' αυτή την ιδέα και η πρόθεσή μου ήταν να χρησιμοποιήσω το τετράστιχο του Παλαμά ύστερα από τον τίτλο σαν μια επιγραφή, αλλά το ίδιο το υλικό ξεπέρασε αυτά τα όρια και μόνο τον τελευταίο ενάμιση στίχο κράτησα για να τον χρησιμοποιήσω σ΄ένα κεφάλαιο, όπου ήταν η θέση του.
Όλο το τετράστιχο είναι το εξής:

Άγγελε, μ' ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει να σε πνίξει σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; κι ο κόσμος θα' χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα' χη τελειωμό.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

The Guardian. Έχω τρεις ρόλους στην τάξη: δάσκαλος, γονέας και κοινωνικός λειτουργός

Η εξομολόγηση που ακολουθεί είναι ενός Άγγλου εκπαιδευτικού που με τα επιχειρήματά του αναδεικνύει τις αδυναμίες ενός συστήματος αξιολόγησης του εκπαιδευτικού που δε λαμβάνει υπόψη του πόσο πολύ επηρεάζουν οι κοινωνικές συνθήκες τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, αλλά και πώς διαμορφώνουν νέους ρόλους στον εκπαιδευτικό, οι οποίοι παραγνωρίζονται από αυτό το σύστημα αξιολόγησης. Μπορούμε να πούμε ότι η εξομολόγηση θα μπορούσε να είναι και ενός Έλληνα εκπαιδευτικού, που τόσο πολύ έχει κατακριθεί ως  υπεύθυνος για τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα.
 Μετάφραση : Παντέρας Νίκος  

Ένα παιδί μπήκε στην τάξη μου γεμάτο δάκρυα. Η μητέρα του μόλις είχε χάσει πριν  τη γέννα το μωρό της. Τίποτα δεν μπορεί να προετοιμάσει ένα παιδί εννέα ετών για μια τέτοια   απώλεια. Ο πόνος του ήταν τόσο μεγάλος που έγινε αντιληπτός σε όλους τους μαθητές της τάξης. Έβαλα το χέρι μου γύρω του, για να κρύψω τα δάκρυά του και προσπάθησα να βρω κάποιες λέξεις που το παρηγορούσαν. Ένιωσα ότι θα έπρεπε να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και να συμπεριφερθώ  ως γονέας, γνωρίζοντας ότι δε μπορώ να βοηθήσω, αλλά κάτι όμως έπρεπε να κάνω.
Ένα άλλο κορίτσι της τάξης μου, πέρασε ένα καλοκαίρι πολύ τραυματικό για  πιο σοβαρούς λόγους. Είχε περάσει ένα μεγάλο μέρος των διακοπών του, αλλά και αρκετά χρόνια πριν, με σεξουαλική κακοποίηση από ένα μέλος της οικογένειάς του. Παλιά είχα μοιραστεί τις ανησυχίες μου με τους συναδέλφους, γιατί είχα την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά  με αυτό το κορίτσι.  Τρομοκρατήθηκα και θύμωσα όταν πλέον συνειδητοποίησα τι είχε περάσει αυτό το κοριτσάκι.
Οι δύο περιπτώσεις παραπάνω είναι ευτυχώς σπάνιες, και ίσως ήταν απλά μια δυστυχής σύμπτωση ότι έτυχαν σε εμένα.
Άλλες περιπτώσεις είναι πιο σύνηθες φαινόμενο όμως.
Η μαμά και ο μπαμπάς ενός άλλου παιδιού ήταν χωρισμένοι, όμως ζούσαν μαζί για οικονομικούς λόγους . Η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν τεταμένη , και το κορίτσι δεν μπορούσε να καταλάβει ποιο είναι το σωστό και ποιος έχει δίκιο. Πάλι και σε αυτή τη περίπτωση λειτούργησα ως γονέας και το αγκάλιασα.
Από την άλλη, τα αναλυτικά προγράμματα, βέβαια είναι σπουδαία, και μας υποδεικνύουν πώς πρέπει να διδάξουμε τα μαθήματα. Όμως για να αντιμετωπίσουμε απρόβλεπτες καταστάσεις , όπως η συναισθηματική βοήθεια που πολλές φορές πρέπει να δώσουμε, δε μας λένε τίποτα και δεν υπάρχει καμία απολύτως βοήθεια.
Έχω τρεις ρόλους στην τάξη μου : δάσκαλος , γονέας και κοινωνικός λειτουργός . Μερικές φορές , η πραγματική διδασκαλία  δεν είναι το σημαντικότερο από όλα τα υπόλοιπα, είναι το λιγότερο. Τα εκπαιδευτικά πρότυπα επιβάλλουν στους εκπαιδευτικούς ότι πρέπει τηρούν κατά γράμμα όλα αυτά που προβλέπουν. Πολλοί εκπαιδευτικοί ζουν με το φόβο ότι δεν έχουν πιάσει αυτά τα πρότυπα. Αλλά το μεγαλύτερο εμπόδιο στη μάθηση δεν είναι ό, τι συμβαίνει μέσα στην τάξη , αλλά τι συμβαίνει έξω από αυτό . Οι εκπαιδευτικοί σε όλη τη χώρα έχουν να αντιμετωπίσουν το συναισθηματικό φορτίο που φέρνουν τα παιδιά στο σχολείο.
Είμαστε ένα «καλό» σχολείο , αλλά όχι όμως  εξαιρετικό, γιατί κάποιοι μαθητές δεν έχουν σημειώσει  την αναμενόμενη πρόοδο .Η επιτροπή αξιολόγησης των εκπαιδευτικών Ofsted δεν ενδιαφέρεται για το κρύβεται πίσω από την έλλειψη προόδου ενός μαθητή. Η επιτροπή αξιολόγησης βλέπει μόνο ότι αυτά τα παιδιά φέρνουν το σχολείο πίσω,  χωρίς δηλαδή να εξετάζουν τους κοινωνικούς όρους, και με αυτό τον τρόπο στιγματίζεται και το όνομα του εκπαιδευτικού.
Το εγχειρίδιο διδασκαλίας είναι επιτέλους καιρός να απαγκιστρωθεί από την πολυπλοκότητα της σύγχρονης διδασκαλίας . Τα παιδιά περνούν έξι ώρες στην τάξη μου κάθε μέρα , 30 ώρες την εβδομάδα . Ξοδεύουν περισσότερα χρόνο μαζί μου κατά τη διάρκεια της εβδομάδας παρά με τους γονείς τους.  Ξέρω τα πάντα γι΄αυτά. Μερικές φορές , νομίζω ότι τα ξέρω καλύτερα από την ίδια τους την οικογένειά. Δεν κρύβεται τίποτα από το περιβάλλον της τάξης . Τα οικογενειακά προβλήματα, τα ζητήματα και τα μυστικά τα μοιράζονται  μαζί μου . Τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται από εκπαιδευτικούς με έναν ανθρώπινο τρόπο, με συναισθηματική υποστήριξη και όχι από εκπαιδευτικούς που φοβούνται μήπως  παραβούν τα stantarts, και έτσι δε μπορούν να προσφέρουν καμία συναισθηματική υποστήριξη.  Ναι , η επαγγελματική μου προτεραιότητα είναι ότι κάθε παιδί στην τάξη μου πρέπει να πετύχει τους στόχους του. Αλλά όμως αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο διδάσκω. Διδάσκω γιατί θέλω να κάνω τη διαφορά στη ζωή των παιδιών , όχι μόνο στον τομέα της εκπαίδευσης τους . Δεν έχω όλες τις απαντήσεις στα προβλήματά τους , αλλά είμαι πάντα με τους μαθητές μου και έτοιμος να τα παρατήσω όλα και να  τους ακούσω.
Πηγή: fresheducation.gr
Αρχική πηγή: theguardian.com
Αναδημοσίευση από το Δίκτυο κριτικής στην εκπαίδευση

Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Οι ανταρτοεπονίτισσες ή εφεδροελασίτισσες ή εφεδρίνες ή επονίτισσες ή οι γυναίκες


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Στις 23 Φλεβάρη του 1943 ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ. Υπήρξε η μεγαλύτερη οργάνωση της νεολαίας καθώς μετρούσε στις γραμμές της 600.000 μέλη. Η δράση της ΕΠΟΝ ήταν στενά δεμένη με εκείνη του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ. Πολύ μεγάλη υπήρξε η συμβολή της σε όλα τα επίπεδα και τα μέτωπα του αντιστασιακού αγώνα. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η δράση των νέων κοριτσιών και των γυναικών.
Πτυχές και στιγμιότυπα αυτής της δράσης σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας παρουσιάζονται στο βιβλίο της Τασούλας Βερβενιώτη Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, απ΄ όπου και το απόσπασμα που ακολουθεί:

«Οι γυναίκες στα χωριά και στις πόλεις που ανθίζει ο ανταρτοπόλεμος πρέπει να ρίξουν όλες τις δυνάμεις τους σ’ αυτό το μέτωπο. Ν’ αποτελέσουν οργανωμένα τμήματα μέσα στις τοπικές οργανώσεις του ΕΛΑΣ, του ΕΑΜ και του Θεσσαλικού Ιερού Λόχου. Να γίνουν ενεργά μέλη σε κάθε τομέα. Να οργανώσουν μαχητικά τμήματα από τις νέες γυναίκες που θέλουν και μπορούν ν’ αρπάξουν τ’ όπλο στο χέρι. Ο ρόλος τους είνε σημαντικός σε μια παλλαϊκή εξέγερση. Γιατί θα ξεσηκώσουν παραλήρημα ενθουσιασμού, αγγίζοντας τον Έλληνα στην πιο ευαίσθητη χορδή του, το φιλότιμο. «Το Σημερινό μας καθήκον», Γυναικεία Δράση, 1-5-43

Εκτός από τις αντάρτισσες – όλων των κατηγοριών – υπάρχουν και άλλες γυναίκες, που δουλεύουν σε μάχιμες υπηρεσίες του ΕΛΑΣ. Τα όρια των αρμοδιοτήτων τους δεν είναι σαφώς καθορισμένα και οι δραστηριότητές τους είναι πολύπλευρες και πολυποίκιλες. Αναφέρονται ως ανταρτοεπονίτισσες, εφεδροελασίτισσες, εφεδρίνες, επονίτισσες ή απλώς γυναίκες.
Ανταρτοεπονίτισσα μπορεί να χαρακτηριστεί μια κοπέλα που βγήκε στο Βουνό κυνηγημένη από τους κατακτητές, έμεινε κάποιο διάστημα στον ΕΛΑΣ και στη συνέχεια «τη διέθεσαν» στην ΕΠΟΝ για το «γυναικείο κίνημα». Μια «καπετάνισσα» μπορεί να μετέχει σε μαχητικές εκδηλώσεις ή σαμποτάζ – όποτε παραστεί ανάγκη – και τον υπόλοιπο καιρό να δουλεύει στην πολιτική οργάνωση. Στη «μάχη της σοδειάς» οι επονίτισσες θέριζαν έχοντας στην πλάτη τους το όπλο. Υπήρχαν γυναίκες που εκτός από τη συμμετοχή τους στις μάχες κρατούσαν το τηλέφωνο, τύπωναν στον πολύγραφο, μετέφεραν μηνύματα για τον ΕΛΑΣ μέσα στην βροχή σε επικίνδυνα μέρη, συνελάμβαναν υπόπτους… Στο Κλειδί «δύο επονίτισσες 17 χρονών είχαν πιάσει δύο ανθυπασπιστές και τέσσερις χωροφύλακες, με όπλα που ήταν από τους Ιταλούς, πιο ψηλά απ’ αυτές». Σε ένα χωριό των Τρικάλων «Οι γυναίκες του φρουραρχείου συνέλαβαν ένα φασίστα Ιταλό και δυο γυναίκες Ραλλικές».
Η φρούρηση του χωριού αποτελεί μια από τις πιο συνηθισμένες «γυναικείες» δουλειές. Στα χωριά Φάρος και Βράχος οι επονίτισσες του εφ. ΕΛΑΣ «έγιναν πια τα φόβητρα της αντίδρασης, βγαίνοντας περίπολα τη νύχτα με άγρυπνο μάτι παρακολουθούν κάθε ύποπτη κίνηση. Η ψυχραιμία, το θάρρος και η πίστη στον αγώνα ας γίνη παράδειγμα στις Επονίτισσες και στους Επονίτες της περιοχής μας». Στη Θεσσαλία «βγαίνουν σε προχωρημένα φυλάκια για να προστατεύσουν τα χωριά απ’ τις επιδρομές των Ούνων και των ΕΑΣΑΔ». Τις ευθύνες της φρούρησης ή της υπηρεσίας συνδέσμων τις αναλαμβάνουν μερικές φορές αντικαθιστώντας τους εφέδρους, όταν οι τελευταίοι έχουν επιστρατευτεί ή αναγκαστεί να «συμπτυχθούν».
Και στην Πελοπόννησο, η μάχιμη παρουσία των γυναικών είναι έντονη. Στη Σολύγεια της Κορινθίας δύο επονίτισσες, η Δημητρούλα Μπάρτζη και η Μπίλιω Τόγια, σ’ όλη τη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων παρακολουθούσαν τα γερμανικά τμήματα κι έδιναν αναφορά για τις κινήσεις τους στους αντάρτες. Η Δημητρούλα, μετέφερε στην πλάτη της απ’ το Σοφικό στ’ Αθήκια βαδίζοντας όλη τη νύχτα έναν τραυματισμένο αντάρτη. Η Ελένη Σουλάνδρου από τη Σκοτεινή Αργολίδος στη μάχη της Στυμφαλίας άρπαξε από τους Γερμανούς έναν ασύρματο και μετέφερε τραυματίες. Σε ένα χωριό της Λακωνίας μια επονίτισσα ήρθε στα χέρια με έναν «αντιδραστικό σύνδεσμο» και τον συνέλαβε ύστερα από φοβερή πάλη». Στη μάχη του Καίσαρη επονίτισσες κράτησαν με το οπλοπολυβόλο πολλές ώρες πάνω από 350 Γερμανούς. Το Σεπτέμβρη του 1944 δημοσιεύεται στη Φωνή της Αλληλεγγύης της Ηλείας ανακοίνωση του ΙΙΙ/12 Συντάγματος σύμφωνα με την οποία «Αι συναγωνίστριαι Μαρία Ταβλά και Σοφία Δασκαλοπούλου […] είναι άξιαι παντός επαίνου και τιμής» διότι με «απαράμιλλον αυτοθυσίαν και ηρωισμόν οδήγησαν τα ημέτερα τμήματα εις τας εχθρικάς θέσεις».
Στη Θεσσαλία πολλές επονίτισσες ανήκουν στη δύναμη του εφεδρικού ΕΛΑΣ ή εκτελούν υπηρεσίες γι’ αυτόν. Η ΕΠΟΝ Θεσσαλίας, στον απολογισμό της, την άνοιξη του 1944, επισημαίνει ότι «στη δουλειά του εφ. ΕΛΑΣ και της επιμελητείας δουλεύει το σύνολο των Επονίτικων δυνάμεων. Χαρακτηριστικό είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις εκτελούν χρέη συνδέσμων και κοπέλες». Για τη στρατιωτική τους προετοιμασία λειτουργούν και έμπεδα.
Εφεδροελασίτισσες δεν υπάρχουν μόνο στο Βουνό, αλλά και στις κατεχόμενες πόλεις. Στο Βόλο είχαν συσταθεί γυναικεία τάγματα εφ. ΕΛΑΣ. Αντάρτισσες υπάρχουν και στην Αθήνα. Μιλάνε γι’ αυτές ακόμα και οι μη εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις. Στο Βύρωνα, την Καλλιθέα και το Περιστέρι «έχουν θεαθεί μικρά κοριτσόπουλα, που χειρίζονται με μοναδική επιδεξιότητα και ψυχραιμία τα πολυβόλα και όλα τα αυτόματα όπλα». Τα ανδραγαθήματά τους δημοσιεύονται ακόμη και στη Συναγωνίστρια που εκδίδεται στη Δ. Μακεδονία. Λέγεται ότι η Διαμάντω Κουμπάκη είπε στον «τσολιά» που τη συνέλαβε στο μπλόκο της Κοκκινιάς (17 Αυγούστου 1944) ότι «σαν και σένα προδότες έφαγα 65».
Οι ευθύνες που επωμίζεται ο εφεδρικός ΕΛΑΣ δεν είναι σε όλες τις περιοχές ίδιες. Στη Ρούμελη η παρουσία του ήταν μάλλον υποτονική. Αντίθετα στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία θεωρείται ως η απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη του τακτικού ΕΛΑΣ «ούτε καν μπορούμε να εννοήσουμε τον ενεργό ΕΛΑΣ, χωρίς την παράλληλη δύναμη του εφ. ΕΛΑΣ». Στο Τσουρνάτ του Αλμυρού λειτούργησε και σχολή δεκανέων για εφεδροελασίτισσες. Εκεί εκπαιδεύονταν και αφού περνούσαν τις εξετάσεις τοποθετούνταν σε διάφορες θέσεις. Φορούσαν μπότες και φούστες (ζιπ κιλότ) χακί. Η συμπεριφορά τους έπρεπε να είναι άψογη. Περιόδευαν τα χωριά, έκαναν ομιλίες, εκδηλώσεις και εκπαίδευαν και άλλες κοπέλες στα όπλα. Μια απόφοιτος της Σχολής Αξιωματικών του ΕΛΑΣ είχε οριστεί υπεύθυνη τάγματος του Εφ. ΕΛΑΣ. Στη Μακεδονία, στη Συνδιάσκεψη της ΙΧης Εφεδρικής Μεραρχίας συμμετείχαν πολλές επονίτισσες και «διαπιστώθηκαν πως εκατοντάδες είνε γραμμένες στο εφ. ΕΛΑΣ, έτοιμες στην πρώτη κλίση να πολεμήσουν στο πλευρό των Σταυραετών μας».
Οι κοπέλες αυτές παίρνουν μέρος στις μάχες όσο και όπως τους επιτρέπουν οι συνθήκες και οι σύντροφοί τους. «Οι επονίτισσες του εφ. ΕΛΑΣ στην Ελασσόνα πήραν μέρος σ’ όλες τις μάχες που έγιναν»· και γενικότερα οι «εφεδροελασίτισσες της ΕΠΟΝ σ’ όλη τη Θεσσαλία ζητάνε όπλα για να πάνε στην πρώτη γραμμή». Οι κοπέλες του εφ. ΕΛΑΣ Σερβίων κουβαλούσαν στην ποδιά τους σφαίρες και ψωμί για τους αντάρτες που πολεμούσαν ενάντια στους Ιταλούς. Η επονίτισσα Ελευθερία πολέμησε και διακρίθηκε στη μάχη του Φλάμπουρου. Το ίδιο βράδυ στο Νυμφαίο, όταν οι εχθροί αποπειράθηκαν να τους αιφνιδιάσουν, σκότωσε με το πιστόλι της έναν Ιταλό, που μπήκε στο σπίτι όπου έμενε και «κατόρθωσε να διαφύγει από τα χιτλεροφασιστικά κτήνη». Η Χρυσούλα Βότση σκοτώθηκε στον Παρακάλαμο σε μάχη που έδωσε η Υποδειγματική Διμοιρία της ΕΠΟΝ του 15ου Συντάγματος ενάντια στους Γερμανούς. Η καπετάνισσα του συντάγματος του εφ. ΕΛΑΣ Πηλίου, Αστραπή, στη μάχη της Κερασιάς έκρυψε αποκομμένους από τις μονάδες τους αντάρτες, κατασκόπευε τις κινήσεις του εχθρού, έκρυψε και κουβάλησε ζαλίγκα τα πολεμοφόδια, έκανε το σύνδεσμο ανάμεσα στις αντάρτικες ομάδες, «γλύστραγε» μέσα από τους εχθρούς και πήγαινε νερό και ψωμί στους μαχητές κουβάλησε στην πλάτη νεκρούς και τραυματίες, ετοίμασε το συσσίτιο στους πολεμιστές και κράτησε και το όπλο «πλάι πλάι με τους ήρωες του 54ου».
Οι εφεδρίνες συμμετέχουν και σε σαμποτάζ. «Στις 8-9-44 τμήματα της Δ/σης Νοτίου Ολύμπου με επικεφαλής το συν. Βρατσάνο, ολόκληρο το τμήμα Εθ. Π Ραψάνης, 149 εφ/ελασίτες, 28 εφ/ελασίτισσες, 52 επονίτες και επονίτισσες, αετόπουλα και πλήθος πατριώτες με αξίνες, τσεκούρια κ.λ.π έκαναν σαμποτάζ στη γραμμή Αθήνας – Σαλονίκης σε μήκος 7χιλ. μεταξύ Παπαπούλι Πυργετού». Κατέστρεψαν την τηλεφωνική και σιδηροδρομική γραμμή, ενώ οι Γερμανοί τους χτυπούσαν από απέναντι. «Οι εφεδροελασίτισσες αναδείχτηκαν στην επιχείρηση αυτή σωστές ηρωίδες». Από τους δύο τραυματίες της επιχείρησης η μία ήταν εφεδροελασίτισσα.
Στην Πελοπόνησσο έξι κοπέλες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην απελευθέρωση των «κλουβιτών» στο σταθμό του Ψαθόπυργου στις 22-6-44. Η «κλούβα» με τους αγωνιστές προστάτευε πολεμικό υλικό των Γερμανών. Καπετάνισσα ήταν η Ηρώ από το χωριό Καμάρες, που έδωσε το σύνθημα χτυπώντας παλαμάκια. Πήραν μέρος και εθελοντές από το 2ο Τάγμα Αιγιαλείας του 12ου Συντάγματος. Οι Γερμανοί συνέλαβαν δύο κοπέλες και τις έκλεισαν στην κλούβα, αλλά οι αντάρτες κατόρθωσαν να τις απελευθερώσουν. Στα τέλη του Ιούλη έξω από την Ακράτα 130 γυναίκες του εφ. ΕΛΑΣ της Α. Αιγιαλείας μαζί με τμήμα του ΕΛΑΣ έκαναν σαμποτάζ στη σιδηροδρομική γραμμή και εμπόδισαν έκτακτη αμαξοστοιχία με τέσσερις δεξαμενές να φτάσει στον προορισμό της.
Οι εφεδρίνες έχουν και τη θέση τους στις απελευθερωτικές γιορτές. Στο Νεστόρι, στις 4 του Μάρτη που γιόρταζε την απελευθέρωσή του «στη δοξολογία ήρθαν συντεταγμένοι ο 3ος λόχος του 1/28 Συντάγματος, ο εφ. ΕΛΑΣ ανδρών, ο εφ. ΕΛΑΣ γυναικών, κι όλες οι άλλες οργανώσεις». Στην Καρδίτσα, στο γιορτασμό για τα τρίχρονα του ΕΑΜ:
«Λυγερές κοπέλες κρατάνε περήφανα το όπλο της εφεδροελασίτισσας. Σηκώνουν ψηλά το ντουφέκι και δίνουν τη διαβεβαίωση της αιώνιας πίστης στα ιδανικά του τίμιου αγώνα μας. Τα μάτια βουρκώνουν, οι ψυχές δονούνται. Μια γρηούλα σκουπίζει συνέχεια τα δάκρυά της καρφωμένη εκεί στα κράσπεδα της πλατείας… ‘Ας πεθάνω τώρα παιδάκι μου! Δεν ζούσαμε παρά για τούτη τη μέρα’ […] Μια εφεδροελασίτισσα του Βάλτου ανεμίζει ένα μάουζερ και βροντοφωνάζει: ‘Δεν τα κρατούμε για ομορφιά και για λούσο! Μ’ αυτά θα χτυπήσουμε…αντρίκια τους Γερμανούς και τους προδότες’. Και κανένας δεν διανοήθηκε να τη διαψεύσει».(σελ.322-326)

Τασούλα Βερβενιώτη, Η γυναίκα της Αντίστασης. Η είσοδος των γυναικών στην πολιτική, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2013