Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020

Στον δάσκαλο

Ένας δάσκαλος της μουσικής, ο Οδυσσέας Σαγρέδος, μελοποίησε το ποίημα του Κωστή Παλαμά " Στον δάσκαλο". Ο Βασίλης Λέκκας ερμηνεύει και οι μαθητές του  στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Διονύσου συμμετέχουν με τη χορωδία τους.
 Ωραία δουλειά!
Σμίλεψε πάλι, δάσκαλε , ψυχές!
Κι ότι σ' απόμεινε ακόμη στη ζωή σου,
Μην τ' αρνηθείς! Θυσίασέ το ως τη στερνή πνοή σου!
Χτισ' το παλάτι, δάσκαλε σοφέ!

Κι αν λίγη δύναμη μεσ' το κορμί σου μένει,
Μην κουρασθείς. Είν' η ψυχή σου ατσαλωμένη.
Θέμελα βάλε τώρα πιο βαθειά,
Ο πόλεμος να μη μπορεί να τα γκρεμίσει.

Σκάψε βαθειά. Τι κι' αν πολλοί σ’ έχουνε λησμονήσει;
Θα θυμηθούνε κάποτε κι αυτοί
Τα βάρη που κρατάς σαν Άτλαντας στην πλάτη,
Υπομονή! Χτίζε, σοφέ, της κοινωνίας το παλάτι !

Στίχοι: Κωστής Παλαμάς
Σύνθεση- Ενορχήστρωση: Οδυσσέας Σαγρέδος
Ερμηνεία: Βασίλης Λέκκας
Συμμετέχει η χορωδία του 3ου Δ.Σ. Διονύσου
Μπάσο: Έφη Μπούνταλη
Ντραμς: Παύλος Λογαράς
Παραγωγή: Home Studio Music Productions

Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2020

Το γράμμα


Κοιτάζει την ημερομηνία στο ημερολόγιο που κρέμεται  στον τοίχο. Δεν της θυμίζει τίποτα. Το γραφείο, η λάμπα του γραφείου, τα σχήματα στο ταβάνι, δεν της θυμίζουν τίποτα. Είναι περαστική κι από δω. Από το παράθυρο μπαίνει το φως της θάλασσας, ο ήχος των αυτοκινήτων που τρέχουν στη λεωφόρο, λίγο κάγκελο από το μπαλκόνι και πολύς ουρανός. Ο ουρανός είναι γαλάζιος και η θάλασσα είναι γαλάζια, πριν λίγο πρέπει να πέρασε κάποιο βαπόρι, έχει μείνει χαραγμένη η πορεία του πάνω στο νερό, είναι πιο ανοιχτόχρωμο σχεδόν ξασπρισμένο γαλάζιο.
'Οτι βρίσκεται έξω από το δωμάτιο θα μπορούσε να της φέρει στη μνήμη άλλες παραστάσεις, ζωής περασμένης, όμως αποφεύγει τέτοιες αναδρομές, αισθάνεται πιο ασφαλής στο τελείως ξένο περιβάλλον του εσωτερικού.
Η μόνη της έγνοια είναι αυτό το γράμμα που πρέπει να γράψει. Είναι απαραίτητο, πρέπει να το γράψει.
Άλλαξε πάλι δωμάτιο, άλλαξε πολιτεία. Τίποτα δεν άλλαξε. Οι άνθρωποι έχουνε παντού τα ίδια νεκρά πρόσωπα. Όταν τους κοιτάξεις επίμονα το ανακαλύπτεις. Μούμιες.
Κάθεται στο καφενείο - αυτό το γράμμα πρέπει να το γράψει - βγάζει το στυλό και την κάρτα. Την ξανακοιτάζει και βεβαιώνεται πως απεικονίζει εκείνη την πρώτη πολιτεία απ' όπου πέρασε. Είπε θα στείλω μια κάρτα. Δεν την έστειλε. Σε κάθε καφενείο που κάθεται είναι για να γράψει αυτή την κάρτα, έπειτα ανακαλύπτει πως πάλι δεν απεικονίζει την πολιτεία που βρίσκεται, αλλά μιαν άλλη. Θυμάται με πόση προσοχή την διάλεξε, ήθελε νάναι αντιπροσωπευτική, να λέει αλήθεια. Μια, δυό, τρεις, δέκα. Τις απλώνει όλες μπροστά της. Μπερδεύει τις πολιτείες, δεν ξεχωρίζει καμιά. Κοιτάζοντάς τε ανακαλύπτει την ακινησία, την ομοιομορφία, τη νεκρική αναμονή που δεσπόζει παντού. Από τις καρτ ποστάλ βεβαιώθηκε για τα τοπία, τους ανθρώπους και τις πολιτείες. Όλα είναι ψεύτικα. Όλα κάτι πάνε να σου θυμίσουνε, δε στο θυμίζουν. Λες, εδώ κάποτε υπήρχε ζωή. Τα σώματα ξαπλωμένα στις αμμουδιές. Απολιθωμένα. Η θάλασσα. Σταματημένη στην κίνησή της. Το πανί στο καράβι αποχαιρετισμός. Το ίδιο και με τα βουνά. Ούτε καν σου υποβάλλουν την ταραχώδη  προέλευσή τους. Πέτρες ασάλευτες.
Στο τζουμπόξ αναβοσβήνει νευρικά το φωτάκι. Νευρικά σπρώχνει ο νέος το μπαλάκι, όταν η τρύπα καταπιεί και το τελευταίο, το φωτάκι ακινητεί. Κάποιος άλλος παίρνει τη θέση του, γίνονται ακριβώς τα ίδια πράγματα, οι φυσιογνωμίες δεν έχουν καμιά παραλλαγή. Τα μπαλάκια, τα φωτάκια, οι νέοι, κάνουν ένα σύνολο κουρδισμένης απαντοχής για κάτι. Τα μηχανάκια είναι μικροί εγκέφαλοι θαυμάσια ρυθμισμένοι για να περιμένεις δίχως να περιμένεις τίποτα. Αριθμοί αναβοσβήνουν, αριθμοί. Αριθμοί το Προ - Πο, το λαϊκό ή εθνικό λαχείο, αριθμοί το κρατικό δάνειο, οι τόκοι και τα επιτόκια, πάνω στα χαρτονομίσματα αριθμοί.
Πόσος χρόνος πέρασε από τότε; Πόσο χρόνο έχει ακόμα μπροστά της; Η έννοια Χρόνος έχει ακινητήσει κι αυτή. Δεν υπάρχει ούτε χώρος ούτε Χρόνος. Ώρα μηδέν. Μια μια σκίζει τις κάρτες, μπερδεύει τα κομματάκια, παιχνίδι παιδικό να τα ξανακολλήσεις, ο χρόνος καταβροχθίζεται με χρωματιστά πεθαμένα τοπία. Γίνανε μια μικρή στοίβα, με το μεγάλο δάχτυλο κάνει σφεντόνα και τα χτυπάει. Σκορπίσανε γύρω από το τραπέζι, μερικά που μείναν επάνω τα ρίχνει με το χέρι στο πεζοδρόμιο κι αυτά. Πέρασε αρκετή ώρα. Τα παρακολουθούσε να κολλάνε πάνω στις σόλες των περαστικών, να τα παρασέρνει ο αέρας παρακάτω ίσαμε που βαρέθηκε. Έβγαλε από την τσάντα της ένα παλιό σημειωματάριο έκοψε ένα φύλλο κι έγραψε πάνω πάνω αποφασιστικά:

Σεβαστή μου μητέρα, 
κλαίω...

Σκέφτεται τι άλλο μπορεί να της γράψει. Προσθέτει. Κλαίω. Υπογράφει. Τσακίζει το χαρτί, το βάζει σ' ένα φάκελλο, το κλείνει. Τον γυρίζει και γράφει προσεχτικά.

Κυρία Ελένη...
Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Τάφος 336.
Ελλάδα

Τρία και τρία έξι. Έξι, δηλαδή δυό φορές τρία. Όλος ο αριθμός είναι μια επανάληψη. Έβγαλε από την τσέπη της το κλειδί του ξενοδοχείου. Πάνω κρεμασμένη μια μικρή μεταλλική πλάκα. Νο 36. Ακόμα ένα τριάρι και θα φτάσουμε στον προορισμό μας. Αισθάνεται σιγουριά, είναι μια σιγουριά ένας αριθμός.
Πήγε στο κεντρικό ταχυδρομείο. " Εξπρές". Αυτό το κόκκινο χαρτάκι, δίπλα στο "αεροπορικώς" χρώμα μπλε. Κόκκινο, άσπρο, μπλε, σημαία τρίχρωμη κι επαναστάσεις. Ρίχνει στο κουτί το γράμμα και συλλογίζεται πόσο αλλάξανε οι σημασίες των λέξεων από τότε που ήτανε παιδί " κόκκινο, άσπρο, μπλε" ένα κουρελάκι που δε σημαίνει τίποτα πια, όπως και η λέξη επανάσταση. Τίποτα.
Πάει κι αυτό. Τόγραψε το γράμμα, το ταχυδρόμησε, δεν έχει πια καμιάν αποστολή. Στο δρόμο σκεφτόταν το τέλειο έγκλημα. Πώς δεν τόχε σκεφτεί κανένας από τους τόσους και τόσους συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων; Κι όμως καθημερινά  σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη διαπράττονταν κατά χιλιάδες αυτά τα τέλεια εγκλήματα. Κατάχρηση βαρβιτουρικών γράφανε οι εφημερίδες, ή ατύχημα, σπάνια η λέξη αυτοκτονία. Έγκλημα δεν τόλμησε να το πει κανείς, φυσικά πολύ λιγότερο δε το ονόμασαν δολοφονία.

Γένοβα, 7.12.1971


Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ, Σπαράγματα, Κέδρος, Αθήνα 1973
" ...Τα τετράδιά μου χαθήκανε μια μέρα που ξένοι άνθρωποι μαζέψανε τα πράγματά μου από το σπίτι που ζούσα και έγραφα. Απόμεινα σε ξένους τόπους με τα χέρια κενά. Κάπου κάπου ξαναβρίσκω μερικές σελίδες σκόρπιες εδώ κι εκεί. Μέσα απ' αυτές προσπαθώ ν' ανασυγκολλήσω το πρόσωπό μου. Δε θα τα καταφέρω. Μέσα σ' ένα καθρέφτη σπασμένο κάθε τόσο θ' ανακαλύπτω κάποια λεπτομέρεια.
Στην άκρη μιας σκισμένης σελίδας, που μοιάζει να είναι συνέχεια ενός από τα κείμενα που διαθέτω, βρίσκω αυτή τη φράση. Ίσως να μην είχε καμιά θέση έτσι ξεκάρφωτη εδώ, όμως τώρα πια όπου κι αν την βάλεις έχει θέση, γιατί, αυτός που την έγραψε πέρασε από παντού, γίνηκε το πιο σκληρό χαλίκι στη χούφτα μας. Τότε δεν το γνωρίζαμε. Σήμερα μας χαρακώνει την παλάμη και πονάει..." Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ , Τζένοβα, 5.1.1973 , Αντί Προλόγου ( απόσπασμα)
Η Τατιάνα Γκρίτση - Μιλλιέξ γεννήθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 1920

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2020

Φθινόπωρο


Αγήνορας Αστεριάδης, Ελιές Μαζωχτής (1961)

...Ο Στέφανος θυμάται τώρα πως έπειτα ήρθε το φθινόπωρο· ένα ήμερο φθινόπωρο με μέρες στη σειρά ασυννέφιαστες, χλιαρές και απάνεμες. Οι λόφοι άπλωναν βιολέτινοι με τ' ανθισμένα ρείκια στις πλαγιές, πέρα οι γιαλοί αλλού μενεξεδένιοι αλλού τριανταφυλλοί, οι βράχοι σε σχήματα που άλλαζαν παράξενα κάθε στιγμή κρεμιόνταν σαν ανάεροι στα νερά, οι αμμουδιές χρυσοφέγγιζαν κάτω σαν παρδαλά πανιά απλωμένα στο ακρογιάλι. Ένα φως απαλό και διάφανο, που έμοιαζε σα να ήταν καθρέφτισμα κατιτίς άυλου, έτρεμε στον αέρα και στη γη.
Και η Μαρίκα ήταν τόσο ευτυχισμένη να βυθά, να πλέει, να χάνεται σα σε όνειρο μέσα σ' αυτό. Και σώπαινε. Κ' έπειτα άρχιζε πάλι να μιλεί, να φλυαρεί. Κ' έπειτα πάλι ξανασώπαινε. Κ' έτρεχε μπρος, έμενε πίσω, ξαναγύριζε στο Στέφανο κ' έγερνε απάνω του, βάδιζε πλάι του, ψιθύριζε, άπλωνε τα χέρια ψηλά στο φως, πέρα στη θάλασσα, τα έριχνε πάλι κάτω, τα ανάπαυε στον ώμο του, τα δίπλωνε τριγύρω στο λαιμό του. Μισοέκλεινε τα μάτια στο πρόσωπό του εμπρός και ξανάνοιγε πάλι τα μάτια πλατιά κ' εκστατικά στο γαλανό, στα χρυσά νέφη, στα ρόδινα νερά.
" Μου αρέσει, μου αρέσει το φθινόπωρο", έλεγε· τον άφηνε να της χαδεύει τα μαλλιά και ήταν τόσο ευτυχισμένη.
" Μου αρέσει το φθινόπωρο", έλεγε κ' έδειχνε απάνω το γλαυκό κ' έδειχνε γύρω το χρυσό φως και κάτω τις ανεμώνες που έσκαζαν πλήθη πολλά στη γη και πλούμιζαν με τόνους ωχρορόδινους το σκούρο χώμα. Τόνοι νεκροί, κιτρινωποί, χαλκοί γλιστρούσαν εδώ και εκεί στους πράσινους ακόμα θάμνους και στα κλαδιά, όπου κοκκινίζαν ζωηρά τα κούμαρα.
Ο Στέφανος και η Μαρίκα χάνονταν στους θόλους, σταματούσαν κι άκουαν τους σπίνους που λαλούσαν το σιγαλό σκοπό τους στα κλαδιά, τους μικρούς σπουργίτες που ψιθύριζαν στα θάμνα, τους μακρινούς, κομμένους ήχους που φτάναν πάντα αόριστοι και μελαγχολικοί από την ερημιά και γεμίζουν τη σιγή με κάποια ανησυχία.
Σταματούσαν και τους άκουαν και σώπαιναν, και η Μαρίκα άφηνε το Στέφανο να τη φιλεί και του ξανάλεγε:
" Μου αρέσει το φθινόπωρο."
Κάποιοι αργοπορημένοι βάτοι πρόβαλαν  μια μέρα λευκοανθισμένοι, χλομοκόκκινοι εκεί εμπρός τους, και ο Στέφανος τους έδειξε της Μαρίνας.
" Είναι σαν άνοιξη", της είπε.
Και θυμάται τώρα πως η Μαρίκα τον κοίταξε με μακρύ βλέμμα κ' έπειτα:
" Είναι σα γέλασμα", ψιθύρισε αργά και τον κοιτούσε.
Η φωνή της είχε έναν τόνο σα βραχνό, ελαφρά βραχνό, ανεπαίσθητα βραχνό. Ο Στέφανος όμως το πρόσεξε.
" Και το αγαπώ", ξαναψιθύρισε η Μαρίκα με τον ίδιο τόνο στη φωνή και τον κοίταζε στα μάτια.
Ο Στέφανος την κοίταξε κι αυτός σαν παραξενεμένος κ' έμεινε μελαγχολικός. Μα σε λίγο ξαναβγήκανε στο λόφο· η θάλασσα άστραψε πάλι πέρα κ' ένας αέρας χλιαρός από τα πλάτη σκόρπισε το σύννεφο. Η Μαρίκα ξανάπλωσε τα χέρια σα φτερά, και η φωνή της ηχούσε ξάστερη.
Είχαν φτάσει κοντά στο Χάλασμα, ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι που τα παράθυρά του ανοιγότανε άδεια κοντά, μπροστά στη θάλασσα. Η Μαρίκα αγαπούσε να σταματά εκεί· τριγύρω κοκκινίζαν ξεροί, γυμνοί μονάχα βράχοι, και οι ροδοδάφνες που δοκιμάσαν να φυτέψουν μια φορά απέξω από το χάλασμα, απόμεναν λειψές και μόλις που κοκκίνιζαν· εμπρός στην πόρτα του όμως απλωνόταν πλατειά, μεγάλη η θάλασσα.
Η Μαρίκα σταμάτησε και τώρα εκεί· και τέντωσε το χέρι και την έδειξε.
Κοντά της η Θεώνη κοίταζε σα να έπληττε· και ολόγυρα στους λόφους και αντίκρυ στο ορθόβραχο βουνό και απάνω στο γλαυκό και κάτω στη ροδισμένη θάλασσα άπλωνε τη χλιαρή γαλήνη του το αργό και φωτεινό φθινόπωρο (...)


Κώστας Χατζόπουλος, Φθινόπωρο, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1987
" Τελευταίο πεζογράφημα του Κ. Χατζόπουλου είναι το μυθιστόρημα Φθινόπωρο, που κυκλοφόρησε το 1917. Για το έργο αυτό έχουν γραφτεί κι ειπωθεί πολλά. Κάτω από το Φθινόπωρο, με το "συμβολισμό" και την υψηλή τεχνοτροπία του, η αστική κριτική προσπάθησε να θάψει και ν' αρνηθεί το άλλο πεζογραφικό έργο του Κ. Χατζόπουλου.
Είναι αλήθεια ότι το έργο αυτό αποτελεί σημαντικό επίτευγμα της ελληνικής πεζογραφίας. Είναι όμως το ίδιο φανερή κι η ιδεολογική τοποθέτηση του συγγραφέα του. Πίσω από τη "μαγεία", τη "γοητεία", τη " μελαγχολία", την "ποίηση", και τη δήθεν " αδυναμία να κατανοηθεί με τη λογική", το Φθινόπωρο ενσαρκώνει τη γκρίζα πραγματικότητα, την άνανθη, την άσκοπη, τη θρυματισμένη ψυχική κατάσταση, την άδικη και παράλογη διάρθρωση της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. ( Από τον πρόλογο του Τάκη Αδάμου στο βιβλίο Ο Πύργος του Ακροποτάμου του Κ. Χατζόπουλου ( έκδοση " Σύγχρονη Εποχή") ) 

Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2020

Νανούρισμα με τη μαγική φωνή της Mercedes Sosa


  Mercedes Sosa , η μεγάλη  ερμηνεύτρια, η οποία κατάφερε να κάνει γνωστούς σε όλη τη Γη τους μοναδικούς ήχους της παραδοσιακής μουσικής της Αργεντινής, αλλά και όλης της Νοτίου Αμερικής. Μεγάλη η προσφορά της και στο πολιτικό τραγούδι, το οποίο υπηρέτησε με συνέπεια τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας Βιδέλα (1976-1983).
Έφυγε από τη ζωή στις 4 Οκτωβρίου του 2009

Εδώ ερμηνεύει το Νανούρισμα από το Ματωμένο Γάμο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και απόδοση Νίκου Γκάτσου

Κυριακή, 4 Οκτωβρίου 2020

Violeta Parra, Gracias a la Vida

 

Η Violeta Parra γεννήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1917 και  καταγόταν από μια μικρή πόλη της Νότιας Χιλής. Ήταν μια πολύ δυναμική και δημιουργική προσωπικότητα, δραστήριο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής και γενικά του προοδευτικού κινήματος. 
Ήταν  συνθέτης, στιχουργός, λαογράφος, εθνομουσικολόγος και εικαστικός καλλιτέχνης. Έθεσε τις βάσεις για το La Nueva Cancion Chilena.
Το nueva cancion (νέο τραγούδι) ήταν ένα μουσικό κίνημα με επιρροές από τη λαϊκή μουσική των χωρών της Λατινικής Αμερικής , της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Τα τραγούδια αυτού του μουσικού είδους εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στη Χιλή στη δεκαετία του 1960 και αργότερα στην Πορτογαλία και την Ισπανία.
 Η Violeta Para θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις αυτού του μουσικού είδους στη Χιλή. Πολιτικά κυρίως  τα τραγούδια συνδέθηκαν με πολιτικές και κοινωνικές κινητοποιήσεις σ΄αυτές τις χώρες.
 Τα αριστερά  κινήματα της Λατινικής Αμερικής αλλά και  τα κινήματα διαμαρτυρίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε άλλες χώρες εκφράστηκαν μέσα από τους στίχους αυτών των τραγουδιών. Γι' αυτό το λόγο τα δικτατορικά καθεστώτα του Φράνκο, του Πινοσέτ , του Βιντέλα αλλά και άλλων δικτατόρων , λογόκριναν αυτή τη μουσική και τα τραγούδια και" κυνήγησαν" τους καλλιτέχνες . Άλλοι από αυτούς βασανίστηκαν , άλλοι εξορίστηκαν και άλλοι "εξαφανίστηκαν".
Το πιο γνωστό  τραγούδι της  Violeta Para  είναι το Gracias a la Vida. To τραγούδι αυτό έγινε γνωστό στη Λατινική Αμερική από τη Mercedes Sosa. Το 1974 η Joan Baez το έκανε ακόμη πιο γνωστό τραγουδώντας το στις συναυλίες της στις ΗΠΑ. Από τότε το έχουν τραγουδήσει δεκάδες ερμηνευτές σε όλο τον κόσμο.