Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως.

Γιώργος Σεφέρης

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

" Ήταν 30 Οκτωβρίου του 1988, η μέρα που ο Λειβαδίτης έκανε το άλμα στην αθανασία..."

Κι όταν πεθάνω και δε θάμαι ούτε λίγη σκόνη πια μέσα στους δρόμους σας
τα βιβλία μου, στέρεα και απλά
θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια
ανάμεσα στο ψωμί
και στα εργαλεία του λαού.

Πέρασαν κιόλας είκοσι πέντε χρόνια(σημ.ιστολογίου: το κείμενο γράφτηκε το 2013). Και τα βιβλία του, στέρεα και απλά, κατέχουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια μας. Πέρασε κιόλας ένα τέταρτο του αιώνα. Από τότε που βγήκε συντριμμένος από τη θλίψη ο χειρουργός του Γενικού Κρατικού Νοσοκομείου της Αθήνας για να πει ότι ο αγαπημένος μας Τάσος Λειβαδίτης πέρασε το τελευταίο κατώφλι, μετά εξήντα έξι χρόνια ζωής. Θυμάμαι, έπεσε παγερή σιγή, σκορπίσαμε στον προαύλειο χώρο, ακουμπήσαμε σε ένα πεύκο ο καθένας και αφήσαμε  τα δάκρυα της μεγάλης απώλειας να κυλήσουν. Ένας μεγάλος ποιητής έφευγε οριστικά και " οι λίγοι έγιναν λιγότεροι ". Έπεσε η αυλαία εξήντα έξι χρόνων μεστής, δημιουργικής, γεμάτης, πολυτάραχης ζωής.
Η ζωή του ήταν πλούσια σε αλλαγές, συχνά βίαιες. Μια ζωή ποικιλότροπα σκληρή, για έναν άκρως ευαίσθητο ιερουργό της Ποίησης. Απόηχος από Μικρασιατική Καταστροφή και πρόσφυγες, δικτατορία Μεταξά, ένταξη στη Αριστερά, Κατοχή, Εμφύλιο, μετεμφυλιοπολεμικό κλίμα, διώξεις, δικτατορία του 1967, διάσπαση του ΚΚΕ, Πολυτεχνείο, Μεταπολίτευση. Στοιχεία μιας ιστορικής διαδρομής της οποίας τα κυρίαρχα γεγονότα έζησε ο Λειβαδίτης εκ των έσω. Αυτή η ζωή ήταν η μαγιά των έργων του. Η πρώτη ύλη για τη μορφοποίηση των υπέροχων στίχων του.
Είναι αυτονόητη η επιρροή αυτών των σημαντικών στιγμών της πρόσφατης ιστορίας μας, στιγμών τις οποίες ο Λειβαδίτης  βίωσε σε βάθος και τις αποτύπωνε με κείνη την τόσο εκφραστική ματιά του. Τυχερός - άτυχος, που γνώρισε τα μύρια όσα με ένταση πρωτοφανή. Ένα υπέροχο ψηφιδωτό με ψηφίδες χαρά, λύπη, ελπίδα, απογοήτευση, αγώνα, ήττα, συλλογικότητα, απόλυτη μόνωση, διωγμούς, εξορίες, φυλακίσεις, βύθιση σε σκοτεινούς κόσμους θλίψης , απόγνωση, προπηλακισμούς, λοιδορίες, επιβραβεύσεις, έρωτες, αναγνώριση και πολλή αγάπη. Αυτής της ζωής καρποί ήταν οι στίχοι που μας χάρισε, οι στίχοι που τραγουδήθηκαν, αγαπήθηκαν, έγιναν επιτυχίες.
Ήταν 30 Οκτωβρίου του 1988, η μέρα που ο Λειβαδίτης έκανε το άλμα στην αθανασία. Φθινοπωρινή μέρα, έκανε κρύο, ψιλόβρεχε σποραδικά και στον τελευταίο αποχαιρετισμό στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας ήταν απρόσμενα πολλοί. Δεν θα ξεχάσω εκείνες τις στιγμές που βαδίζαμε προς τον τάφο αλληλοστηριζόμενοι, με τον Γιάννη Ρίτσο και τη γυναίκα του Λειβαδίτη, Μαρία. Αυτή, απόλυτα σιωπηλή, βυθισμένη σε βουβό κλάμα. Ο Ρίτσος , " ο μεγάλος αδελφός, ο σοφός ο Γιάννης ", συντριμμένος από τον πόνο, επαναλάμβανε συνεχώς την ίδια φράση μέσα από τους λυγμούς του:
" Τάσο, όμορφε άγγελε. Ως και νεκρός ένας άγγελος είσαι ".
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι είχε προβλέψει στους στίχους του πως θα πεθάνει φθινόπωρο:

Όμως εδώ τελείωσα. Ώρα να φύγω. Όπως θα φύγετε κάποτε κι εσείς.
Και τα φαντάσματα της ζωής μου
θα με αναζητούν τώρα τρέχοντας μες στη νύχτα
και τα φύλλα θα ριγούν και θα πέφτουν.
Έτσι συνήθως έρχεται το φθινόπωρο.

Γιαυτό σας λέω ας κοιτάξουμε τη ζωή μας
με λίγη περισσότερη συμπόνια
μιας και δεν ήτανε ποτέ πραγματική.

Ο Λειβαδίτης τίμησε με τη στιχουργική του τη μουσική παραγωγή του τόπου. Ποτέ δεν έκανε σύγκριση ποίησης και στιχουργικής. Εκτιμούσε το ίδιο τα έργα και των δύο αυτών δραστηριοτήτων του. Θεωρούσε σημαντική τη διάχυση των στίχων του στον πολύ κόσμο μέσα από τα τραγούδια που έγραψαν σημαντικοί συνθέτες. Και χαιρόταν όταν οι στίχοι του γίνονταν λαϊκά τραγούδια κι έφταναν στις γειτονιές τραγουδισμένα απ' τους απλούς ανθρώπους, όπως η " Δραπετσώνα ", το " Βρέχει στη φτωχογειτονιά " και άλλα.
Για τη " Δραπετσώνα " έχω μια μικρή ιστορία να μεταφέρω, όπως μου την αφηγήθηκε σε μια εκπομπή το 1983 ο Μίκης Θεοδωράκης.
Στην πρώτη οκταετία της πρωθυπουργίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, πριν τη δικτατορία, δημιουργήθηκε μεγάλη αναταραχή όταν αποφασίστηκε να γκρεμιστούν τα πλινθόχτιστα σπίτια στη Δραπετσώνα, υποβαθμισμένη τότε περιοχή της Αττικής, όπου κατοικούσαν κυρίως πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922. Αμέσως οργανώθηκε από την Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) συγκέντρωση διαμαρτυρίας με συναυλία του Μίκη, βουλευτή τότε, αν θυμάμαι καλά, της ΕΔΑ. Ο Θεοδωράκης κατά την επιστροφή του από τη Δραπετσώνα προς το σπίτι του είχε ήδη συνθέσει τη μουσική ενός τραγουδιού στο μυαλό του. Στάθηκε σε ένα περίπτερο και τηλεφώνησε στον Λειβαδίτη λέγοντάς του ότι πρέπει να γράψει αμέσως στίχους που θα έδεναν με τη μουσική που μόλις είχε "γράψει" , ώστε το νέο τραγούδι να παιχτεί στη συναυλία της επόμενης στη Δραπετσώνα. Στην απορία του Λειβαδίτη, πώς θα ακούσει τη μουσική για να γράψει, ο Θεοδωράκης του απάντησε με συλλαβές τα-τα, τα- τα, τα-τα ώστε να αντιληφθεί ο Λειβαδίτης τις συλλαβές της κάθε πρότασης.
Τη νύχτα έγραψε ο Λειβαδίτης τους στίχους του τραγουδιού " Δραπετσώνα " και την επομένη τραγουδήθηκε από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση στη συναυλία που έγινε στα προσφυγικά. Έτσι γεννήθηκε ένα από τα ομορφότερα λαϊκά τραγούδια. Ο Λειβαδίτης μού επιβεβαίωσε αυτή την όμορφη ιστορία, γελώντας σεμνά όπως πάντα. Ιστορία που δείχνει, μεταξύ άλλων, την απίστευτη ικανότητα, την άνεση που είχε ο μεγάλος μας ποιητής στο χειρισμό του λόγου και ιδιαίτερα στη στιχουργική. Ο ίδιος αγαπούσε επίσης πολύ και Τα Λυρικά που τραγούδησε ο ίδιος ο Μίκης. Έργο που περιλαμβάνει μελοποίηση υπέροχων ποιημάτων του.
Σε περιοδείες στην επαρχία, όπου έκανε συναυλίες ο Μίκης Θεοδωράκης πριν τη δικτατορία του 1967, όταν τα πολιτικά πάθη ήταν έντονα, ο Λειβαδίτης τον συνόδευε και απάγγελλε ποίηματά του. Συχνά δεξιοί παρακρατικοί ορμούσαν στα θέατρα και κατέστρεφαν τα πάντα, διέκοπταν την εκδήλωση και χτυπούσαν αδιάκριτα. Αρκετές φορές κινδύνεψε η ακεραιότητά του και η ίδια η ζωή των συντελεστών των εκδηλώσεων και του ίδιου του Λειβαδίτη από τις πέτρες και τους λοστούς των αγριεμένων παρακρατικών.
Σιωπούσε φλύαρα, έγραφε συνεχώς, δεν ανταγωνιζόταν, δεν συγκρουόταν. Υπηρετούσε την πραγματική Ποίηση, αυτήν της υψηλής αισθητικής και του στοχαστικού βάθους. Δεν καλλιεργούσε δημόσιες σχέσεις , δεν τον αφορούσε η όποια συναλλαγή με στόχο τη δημοσιότητα. Δύσκολα θα βρει ο μελετητής της Ποίησης του Λειβαδίτη άλλον ποιητή με αυτό το φιλοσοφικό εύρος, το οποίο διατυπωνόταν με απλές καθημερινές λέξεις. Υπηρέτησε με αδιατάρακτη συνέπεια μια ζωή αφιερωμένη στον άνθρωπο, στην αγάπη, στα όνειρα που οικοδομούν την ελπίδα για ένα καλύτερο κόσμο με οδηγό διαχρονικές αξίες. Έδινε απλόχερα σε όλους γνώση, πείρα, αγάπη. Ως και τους διώκτες και βασανιστές  του δεν μίσησε. Το 1950 , εξόριστος στη Μακρόνησο, απευθυνόμενος στον ανθρωποφύλακα σκοπό του στρατοπέδου έγραψε:

Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού
μη σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θάθελα να το λαβώσεις.

Ο Λειβαδίτης ήταν ταπεινός με όλη τη μεγαλοσύνη της έννοιας αυτής, από φιλοσοφικά επιλεγμένη θέση. Ένιωθε μια σε βάθος ελευθερία. Οι πικρίες του δεν είχαν να κάνουν με μικροψυχίες, αλλά με την επίγνωση του τραγικού της ανθρώπινης μοίρας. Είχε φύγει από καιρό από τον μικρόκοσμό μας. Είχε κατακτήσει την ελευθερία που δίνει η επίτευξη του στόχου " να μη θέλεις να αποδείξεις τίποτα στον εαυτό σου, ούτε σε κανέναν άλλο ". Και αυτή η άρνηση της επιβεβαίωσης της ύπαρξης αποτελεί την πιο βαθιά κατάφαση ταπεινοσύνης. Όπως και η συνεχής φροντίδα τού να αφουγκράζεται τον διπλανό:

...γιαυτό και μέσα σε κάθε ζωή
υπάρχει πάντα κάτι πιο βαθύ
απ' τον εαυτό της
- η ζωή των άλλων.

[...] Η Ποίηση του στο σύνολό της ήταν επί της ουσίας πολιτική. Η ίδια η ζωή του συνιστούσε πολιτική στάση. Στήριξε με συνέπεια την αγάπη στον άνθρωπο, την ελευθερία στην έκφραση , τον σεβασμό στις αξίες της ζωής, κάνοντας καθημερινή πρακτική την ποιητικότητα.

Γιατί δεν είναι άλλος δρόμος, άλλο χέρι, άλλο όνομα, άλλη σημαία, άλλη καρδιά, άλλο άστρο , άλλη δικαιοσύνη - απ' τη ζωή.

Ο Τάσος Λειβαδίτης ρουφούσε τη ζωή, τον έρωτα, τα πάθη, τη χαρά, τη λύπη, με ένταση, κάθε φορά σαν να ήταν η τελευταία. Αυτοσαρκαζόταν συχνά, και ως βαθύς γνώστης της τραγικότητας της ύπαρξης μας διέθετε πηγαίο, ανεξάντλητο χιούμορ. Ήταν, άλλωστε, βαθιά ερωτικός ποιητής:

Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν το χαμόγελό σου.

Οι εραστές δεν βλέπουν, μόνο αγγίζονται,
μα οι ρώγες των δακτύλων τους είναι τα ίδια πελώρια
τα πάντα έκπληκτα μάτια του Θεού.

Θυμάσαι τις νύχτες; Για να σε κάνω να γελάσεις περπατούσα πάνω
στο γυαλί της λάμπας.
" Πώς γίνεται " , ρώταγες. Μα είναι τόσο απλό.
Αφού μ' αγαπούσες.

Τόσοι άνθρωποι βρέθηκαν επανειλημμένα συγκεντρωμένοι για να ακούσουν δυο λόγια για τον μεγάλο μας ποιητή. Και πάντα στις συγκεντρώσεις αυτές σκεφτόμουν τη μοίρα του δημιουργού, που μόνος, καταμόναχος δουλεύει τις νύχτες. Ένας μοναχικός διάκονος της Ποίησης. έχω την εικόνα του στο γραφείο του σκυμμένος να γράφει με σταθερό χέρι και παλλόμενη ψυχή, να ιστορεί τα πάθη, τις αγάπες, τις ελπίδες μας. Πού να το φανταζόσουν,Τάσο, ότι το έργο σου, γέννημα απόλυτα μοναχικών στιγμών, θα κινητοποιούσε, θα άγγιζε τόσον κόσμο. Ότι βρισκόμαστε σήμερα τόσοι και έτσι, μιλώντας με περισσή αγάπη και σεβασμό για το γέννημα των στιγμών - αιώνων σου.

...κι αφού ποτέ δεν είχα ζήσει φανερά
θ' ακούτε το τραγούδι κι όταν λείπω.

           Γιώργος Δουατζής ( Τάσος Λειβαδίτης : εικοσιπέντε χρόνια μετά)

Από το βιβλίο Τάσος Λειβαδίτης, Τραγουδάω, όπως τραγουδάει το ποτάμι. Μελοποιημένοι  στίχοι, επιμέλεια Σπύρος Αραβανής, Θανάσης Συλιβός, Μετρονόμος 2013

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Ο ποιητής Μίμης Φωτόπουλος

Ο Μίμης Φωτόπουλος έφυγε από τη ζωή μια μέρα σαν τη σημερινή , το 1986.
Ιδιαίτερα δημοφιλής και αγαπητός κωμικός ηθοποιός. Πίσω όμως από αυτή την ιδιότητα κρυβόταν ένας άνθρωπος που αγαπούσε το διάβασμα, τη ζωγραφική( έφτιαχνε πίνακες χρησιμοποιώντας γραμματόσημα ) και την ποίηση. Το 1960 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή Ημιτόνια , μέσα στην οποία εντάχθηκε και η άλλη με τίτλο Μπουλούκια που κυκλοφόρησε την 28η Οκτωβρίου 1940.  Ψάχνοντας υλικό για ένα αφιέρωμα στον μεγάλο ηθοποιό, βρήκα αυτά τα ποιήματα , που με συγκίνησαν για το λυρισμό και την λεπτότητα των συναισθημάτων . Παραθέτω δυο ποιήματα από αυτή τη συλλογή που μπορείτε να διαβάσετε ή να κατεβάσετε  εδώ

Κάθε τόσο που ερχόταν η άνοιξη
μούδινε την υπόσχεση πως θάρθης.
Στο περιβόλι τ' ουρανού
τ' αστέρια ανθισμένα
για σένα μού μιλούσαν.
Κι ήρθες απλή, γλυκειά
σαν τριανταφυλλένι' αυγή.
Στην καρδιά μου κρεμάστηκαν
χαρούμενες αχτίδες
ανοιξιάτικου ήλιου,
και γέμισε λες
υάκινθους
και άλικα ρόδα.
Μ' αυτά στολίζω 
το σταρένιο καταρράχτη
των μαλλιών σου.
Ήρθες κι άπλωσες
σαν κλαδιά μυγδαλιάς 
τα δυο σου χέρια
και μ' έβγαλες
στους φλογισμένους από παπαρούνες 
κάμπους.
Στ' άδειο πεντάγραμμο της καρδιάς μου
τα μικρά σου δάχτυλα 
γράψανε
το πιο τρυφερό τραγούδι του κόσμου
Καθώς έπεσ' η μορφή σου
στις νεκρές λίμνες των ματιών μου
ζωντάνεψε 
χιλιάδες νούφαρα
Τα μάτια σου παράξενα
- σα νάκλεψαν τα όνειρα των άστρων -
με κύτταξαν
κι η καρδιά μου γέμισε γιασεμιά.
Με κύτταξαν
και με πήρανε τα σύννεφα της δύσης
- χρυσαφένιες γαλέρες -
και με ταξιδεύουν
στο γαλάζιο ατλαζένιο χάος.
Περπατήσαμε μαζί
και τα χλωμά φώτα των δρόμων
μας άγγιξαν παράξενα.
Καθώς ανηφορίζαμε,
τα δέντρα σκύψανε
να χαϊδέψουν τα μαλλιά σου.
Θα μπορούσα να περπατάω 
αιώνες πλάι σου
και στ' αποτυπώματα των ποδιών μας
θ' άνθιζαν υάκινθοι.
Θα μπορούσα να στόλιζα
μ' άστρα τα μαλλιά σου.
Τώρα 
με τη φλόγα που καίει εντός μου
στολίζω το στρώμα
που απλώνεις
τα κρίνα του κορμιού σου.
Πίνακας του Μίμη Φωτόπουλου φτιαγμένος με γραμματόσημα

ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ ΜΟΥ
όταν μια μέρα θα με χάσης
μη με ζητάς στα γκρίζα σύννεφα
καθώς θα πέφτει η βροχή
και θα σκορπάνε στους ανέμους
τα κίτρινα του φθινοπώρου φύλλα.
Μήτε στο φως του φεγγαριού
τις ανοιξιάτικες βραδυές.
Και του χειμώνα
τις σταχτιές νυχτιές
μη με ζητάς
μέσα στις φλόγες του τζακιού.
Στις κατοικίες των πεθαμένων
τα καλοκαίρια 
μη με γυρέψης άδικα.
Αν με θελήσης
θα με βρης
μεσ' στων παιδιών μου την πνοή
και μεσ' στις λίμνες των ματιών τους.



Μίμη Φωτόπουλου , ΠΟΙΗΜΑΤΑ. ΗΜΙΤΟΝΙΑ - ΜΠΟΥΛΟΥΚΙΑ, Αθήνα 1960

ΠΟΛΕΜΟΣ - ΚΑΤΟΧΗ - ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, με τον φακό των Σπύρου Μελετζή και Λάζαρου Ακκερμανίδη (Φωτογραφικό αφιέρωμα)


Ένα φωτογραφικό αφιέρωμα στον Πόλεμο του 1940
με το φακό του  Λάζαρου Ακκερμανίδη (οι 3 πρώτες
φωτογραφίες) καθώς και  στην Κατοχή και στην
Αντίσταση ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές,
με το φακό του Σπύρου Μελετζή.


Ελληνοϊταλικός Πόλεμος

Ιταλοί αιχμάλωτοι


Ιταλικά λάφυρα. Οι Έλληνες στρατιώτες πανηγυρίζουν


Κατοχή 


Κατοχή Πείνα

Πείνα Στο Δρόμο

Στα καροτσάκια οι πεθαμένοι

..  Στο νεκροταφείο

Από το νεκροτομείο ...

Αντίσταση


Κλαρίτης στον Όλυμπο

Ο καπετάνιος Μακεδόνας (πρώτος δεξιά) με τους συναγωνιστές

Κλαρίτες στη Ρούμελη


Αετός στη Ρούμελη

Κλαρίτης στα Άγραφα

Ο Μπάρμπας Τσεκούρας

Αντάρτες στο Ψάρι Πελοποννήσου

Τριφυλία. Ο διοικητής Παπαδόπουλος με το επιτελείο του

Αρκαδία. Η αντάρτισσα Αννέτα

Στο Ξάγναντο. Μάνα και γιος

Πρώτο σαμποτάζ στο Μοριά. Ανατίναξη γέφυρας στο Ίσαρι.
Οι Γερμανοί ποζάρουν

Η καταστροφή του Δίστομου

Εκτέλεση πατριωτών στη γκρεμισμένη γέφυρα του Γοργοπόταμου

Κατοχή. Γυναίκες στις κρεμάλες

Οι κρεμασμένοι της Φλώρινας

Το καμένο Καρπενήσι

Ευρυτανία. Στην κορυφογραμμή του βουνού Ζαχαράκι

Βίνιανη. πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας

Εξάωρη πορεία για να τραφούν οι αντάρτες

Αντάρτικη μπουγάδα

Στην έδρα της Π.Ε.Ε.Α. Μετά από μια συγκέντρωση στελεχών

Μιλάει ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης

Επιμελητεία του Αντάρτη (Ε.Τ.Α)


Τυπογραφείο στην Ελεύθερη Ελλάδα

Αναδημοσίευση από τον Οικοδόμο

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Εικόνες από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Φωτογραφίες του Δ.Χαρισιάδη

Φωτογραφίες από το Αλβανικό Μέτωπο του Δημήτρη Χαρισιάδη



    Ο Δημήτρης Χαρισιάδης (1911-1993), ο οποίος καταγόταν από την Καβάλα και σπούδασε Χημεία στην Ελβετία, θεωρείται ως ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της νεοελληνικής φωτογραφίας. Υπήρξε επίσημος φωτογράφος του ελληνικού στρατού κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και αποτύπωσε με το φωτογραφικό του φακό σκηνές από την πορεία και τη ζωή των Ελλήνων στρατιωτών στο Αλβανικό Μέτωπο.

Ο Δημήτρης Χαρισιάδης σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940. Οι φωτογραφίες του Χαρισιάδη από την πορεία του ελληνικού στρατού στο Αλβανικό Μέτωπο αποτέλεσαν αφετηρία της δικής του πορείας ως φωτογράφου.

Οι φωτογραφίες του Χαρισιάδη από τη Βόρειο Ήπειρο, πέρα από το ότι αναμφισβήτητα αποτελούν ντοκουμέντα ενός πολύ σημαντικού ιστορικού γεγονότος της νεότερης ελληνικής ιστορίας, διακρίνονται για την ανθρωπιστική ματιά και τον καλλιτεχνικό τους χαρακτήρα. Παρουσιάζουν εξιδανικευμένες, όμορφες, θα έλεγα, εικόνες από το πολεμικό μέτωπο, με χαρούμενα και γελαστά πρόσωπα στρατιωτών και γαλήνια χιονισμένα τοπία. Ασφαλώς, όμως, ο πόλεμος στην πραγματικότητα δεν ήταν και δεν είναι όμορφος.

         Με αφορμή, λοιπόν, την επέτειο για την 28η Οκτωβρίου, ιδού μία επιλογή από αυτές τις φωτογραφίες που φυλάσσονται στα Ιστορικά Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. 




  Μία από τις πιο γνωστές φωτογραφίες του Χαρισιάδη. Σκηνή καθημερινότητας με στρατιώτες του ελληνικού στρατού. Ανέμελα και χαμογελαστά πρόσωπα υπό τη νοσταλγική μουσική του ακορντεόν. Άραγε, ποια ήταν η τύχη αυτών των στρατιωτών στο πολεμικό μέτωπο;
Δ. Χαρισιάδης, Αλβανικό Μέτωπο. 1940.
Δ. Χαρισιάδης, Στρατιωτική επιθεώρηση. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.
 
Aγέρωχος και υπερήφανος στο άλογό του, ο Έλληνας στρατιώτης ατενίζει πέρα μακριά.
Δ. Χαρισιάδη, Έφιππος στρατιώτης. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.

Γαλήνια τοπία που δεν θυμίζουν πόλεμο. Ο πόλεμος, όμως, ήταν εκεί...
Δ. Χαρισιάδης, Άποψη της κοιλάδας του Μοράβα. Κορυτσά. Β. Ήπειρος. 1940.
Δ. Χαρισιάδης, Άποψη χιονισμένου χωριού. Β. Ήπειρος. 1940.
Δ. Χαρισιάδης, Άποψη χιονισμένου χωριού. Β. Ήπειρος. 1940.
                               Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.


   Οι παρακάτω εικόνες με τους Έλληνες στρατιώτες σε δύσβατα χιονισμένα ορεινά μονοπάτια έχουν αποτυπωθεί στη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων. Ο ελληνικός στρατός προέλασε νικηφόρα σε απόκρημνα μονοπάτια και δύσκολα περάσματα, μέσα στα παγωμένα χιόνια και το δυνατό κρύο. 
Δ. Χαρισιάδης, Έφιπποι στρατιώτες σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.
Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε δύσκολο πέρασμα. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.
Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε χιονισμένο τοπίο. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



Το γράμμα από αγαπημένο πρόσωπο. Η παρηγοριά του στρατιώτη...
Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτης που διαβάζει γράμμα. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



Σα να βρίσκονται σε εκδρομή...
Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες σε κατασκήνωση. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.

Δ. Χαρισιάδης, Στρατιώτες που τρώνε. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



Μακριά από την πατρίδα και τα αγαπημένα του πρόσωπα. Του είπαν ότι θα νικήσει και όχι ότι θα ηττηθεί.
Δ. Χαρισιάδης, Ιταλός αιχμάλωτος που τρώει. Αλβανικό Μέτωπο. 1940.



   Δύο υπέροχες φωτογραφίες που θα μπορούσε να είναι πίνακες ζωγραφικής με σκηνές από την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων της ορεινής υπαίθρου. Τίποτα δεν θυμίζει ότι η περιοχή των φωτογραφικών εικόνων ήταν πεδίο πολεμικής σύγκρουσης.



Η σκια της μαυροφορεμένης γυναίκας αντανακλάται στο καλντερίμι του δρόμου του χωριού. Διακρίνονται τα σπίτια του χωριού.
Δ. Χαρισιάδης, Γυναίκα που περπατάει σε χωριό της Β. Ηπείρου. 1940.





                          Το χιόνι  με τη λευκότητά του καλύπτει και εξωραΐζει τα πάντα.
Δ. Χαρισιάδης, Γυναίκα με παιδί και κατσίκες σε χιονισμένο τοπίο. Β. Ήπειρος. 1940.




Αναδημοσίευση από το φιλικό ιστολόγιο Άννα Αγγελοπούλου