Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως.

Γιώργος Σεφέρης

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου...

Ἡ βρύση τοῦ πουλιοῦ

Κάνε με ἀηδόνι Θεέ μου, πᾶρε μου ὅλες
τὶς λέξεις κι ἄφησέ μου τὴ φωτιά,
τὴ λαχτάρα, τὸ πάθος, τὴν ἀγάπη,
νὰ τραγουδῶ ἔτσι ἁπλά, ὅπως τραγουδοῦσαν
οἱ γρῦλοι μία φορὰ κι ἀντιλαλοῦσε
ἡ Πλούμιτσα τὴ νύχτα. Ὅπως ἡ βρύση
τοῦ Πουλιοῦ μὲς στὴ φτέρη. Νὰ γιομίζω
μὲ τὸ μουμούρισμά μου τὴ μεγάλη
κυψέλη τ᾿ οὐρανοῦ. Νὰ θησαυρίζω
τὰ νερὰ τῶν βροχῶν καὶ τὶς ἀνταύγειες
ἀπ᾿ τὸ θαῦμα τοῦ κόσμου. Νὰ μ᾿ ἁπλώνουν
τὶς φοῦχτες τους οἱ ἄνθρωποι κι ἕνας ἕνας
νὰ προσπερνοῦν. Κι ἀδιάκοπα νὰ ρέω
τὴ ζωή, τὴν ἐλπίδα, τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου,
τοῦ ἡλιογέρματος τὸ γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στὰ ὄρη, τὴ χαρά,
τὰ χρώματα νὰ ρέω τοῦ οὐράνιου τόξου
καὶ τὴ βροχούλα τῆς ἀστροφεγγιᾶς.
Ὢ τί καλὰ πού ῾ναι σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!

                             Νικηφόρος Βρεττάκος 

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Τη βραδιά που κάηκε η Σμύρνη...


 Τα ρεμπέτικά μας μες στη στράτα
Τη βραδιά που κάηκε η Σμύρνη
έφυγες καράβι τσακισμένο
κι έχει τώρα η φωνή σου μείνει
ματωμένη πάνω στο Αιγαίο

Χρόνια μού πληγώνανε τα νιάτα
τα ρεμπέτικά μας μες στη στράτα
σέρναν την φωνή της εργατιάς
κι αναστέναζε όλος ο ντουνιάς

Σαν παραπονιάρικο ταξίμι
είναι το τραγούδι σου στ' αγιάζι
κι όπως το σκυλί στο καλντερίμι
η φωνή σου κλαίει κι αναστενάζει

 Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Μουσική: Ηλίας Ανδριόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Σωτηρία Μπέλλου

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Ένας ασυνήθιστος δάσκαλος

Οι μεγάλοι συγγραφείς γίνονται με το έργο τους οι φωτισμένοι παιδαγωγοί και δάσκαλοι των λαών. Αλλά ο Λέων Τολστόι δεν αρκέστηκε σ' αυτό. Οδηγημένος από τη μεγάλη του αγάπη για τα παιδιά, δημιούργησε το πιο τολμηρό για την εποχή του, το πιο ελεύθερο και χαρούμενο σχολείο που μπορούν να ονειρευτούν και σήμερα ακόμη τα παιδιά του κόσμου.
Το σχολείο του Τολστόι για τα φτωχά αγροτόπαιδα της Γιάσναγια Πολιάνα, του αγροκτήματός του, ήταν βέβαια ένα αυνήθιστο σχολείο, αλλά κι ο δάσκαλος, ο Τολστόι, ο πιο ασυνήθιστος δάσκαλος που έτυχε να έχουν ποτέ τα παιδιά.
Στο σχολείο αυτό δε χτυπούσε ποτέ κανένα κουδούνι για το μάθημα ή για το διάλειμμα, μα τα παιδιά πήγαιναν από το χάραμα και δε θέλανε να φύγουνε ούτε αργά το βράδυ. Δεν υπήρχαν θρανία, και τα παιδιά κάθονταν όπως θέλανε, δυο δυο, τρία τρία, πέντε πέντε, σε πάγκους μπροστά σε μακριά τραπέζια. Την ίδια ώρα που μια ομάδα από παιδιά διάβαζε, άλλα παιδιά ζωγράφιζαν κι άλλα έλυναν ασκήσεις. Το κάθε παιδί έκανε ό,τι προτιμούσε. Κάπου κάπου τα παιδιά φώναζαν: 

" Λέων Νικολάγιεβιτς, έλα να μας ακούσεις, σωστά διαβάζουμε το ποίημα;"  Ή 
" Σωστά λύσαμε την άσκηση;"

Αν κάποιος διατάρασσε με ανόητες αταξίες τούτη τη χαρούμενη απασχόληση των παιδιών, τα ίδια τα παιδιά τον έδιωχναν στο σπίτι του. Όμως αυτό ήταν πολύ σπάνιο. Ο Λέων Νικολάγιεβιτς ποτέ δεν είχε τιμωρήσει κανένα παιδί. Έβρισκε πάντα να πει στο καθένα μια καλή κουβέντα, να το ενθαρρύνει για να τραβήξει μπροστά.
Όταν τα παιδιά κουράζονταν, πήγαιναν με το δάσκαλό τους στο δάσος, στο ποτάμι, παίζανε με τα χιόνια, κάνανε τσουλήθρα με τα έλκηθρα, παραβγαίνανε στις παγοδρομίες. Η μεγαλύτερη χαρά των παιδιών ήταν να κυλιούνται στο χιόνι με το δάσκαλό τους, αυτόν τον φημισμένο συγγραφέα με τον τίτλο του κόμη, κι ύστερα να προσπαθούν όλα μαζί να σκεπάσουν το πελώριο γερό κορμί του με χιόνι, φτιάχνοντας ολόκληρο χιονόβουνο...
Η φιλία με τα παιδιά και η θερμή τους αγάπη γέμιζε χαρά τη ζωή του Τολστόι. Αλλά και για τα παιδιά αυτή η φιλία ήταν μια μεγάλη ευτυχία. Να τι έγραψε αργότερα ένας από τους μαθητές του, ο Βασίλ Μοροζόφ: " Η αγάπη μου για τον Λέοντα Τολστόι ήταν το πιο δυνατό αίσθημα που δοκίμασα. Αν μου στερούσαν αυτή την αγάπη, δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να ζήσω".
Ο Λέων Τολστόι θεωρούσε πολύ σπουδαίο να μπολιάσει τα παιδιά με την αγάπη και το σεβασμό για τη δουλειά. Έδενε πάντα τις γνώσεις με την πρακτική, με τη χρήσιμη, απλή, φυσική δουλειά. Μόλις έμπαινε η άνοιξη, δούλευαν όλοι μαζί στα χωράφια, μάθαινε τα παιδιά των αγροτών πώς να καλλιεργούν σωστά τη γη, πώς να περιποιούνται τα ζώα και τα φυτά, πώς να χρησιμοποιούν τα γεωργικά μηχανήματα εκείνης της εποχής.
Ο Τολστόι υπέφερε αφάνταστα όταν έβλεπε να βασανίζουν τα παιδιά. Καθώς εργαζόταν στο σπίτι του, γράφοντας τα αριστουργήματά του, άκουγε όλη μέρα, ως αργά τη νύχτα, κάτι σφυρίγματα που έρχονταν από το γειτονικό εργοστάσιο καλτσοποιΐας. Τέλος δε βάσταξε και πήγε εκεί να δει τι συμβαίνει. Να τι έγραψε μετά στο ημερολόγιό του:

" Πήγα στο εργοστάσιο καλτσοποιΐας. Τα σφυρίγματα σημαίνουν πως στις 5 το πρωί τα μικρά αγόρια πιάνουν δουλειά στους αργαλειούς. Στις 8 πίνουν μια κούπα τσάι και συνεχίζουν τη δουλειά ως τις 12. Γίνεται διάλειμμα και ύστερα εξακολουθούν να στέκουν μπροστά στους αργαλειούς ως τις 4 το απόγευμα. Στις 4.30 συνεχίζουν ξανά τη δουλειά ως τις 8 το βράδυ. Κι αυτό κάθε μέρα. Να τι σημαίνουν τα σφυρίγματα που εμείς ακούμε στο κρεβάτι μας..."

Ο Λέων Νικολάγιεβιτς Τολστόι πήγε και σ' ένα εργοστάσιο υαλουργίας, και το βράδυ έγραψε στο ημερολόγιό του:

" Κοριτσάκια δέκα χρονών αρχίζουν δουλειά στις 12 τα μεσάνυχτα και δουλεύουν συνέχεια ως τις 12 το μεσημέρι. Μετά, από τις 4 το απόγευμα πηγαίνουν στο σχολείο, όπου με παραγγέλματα μαθαίνουν να διαβάζουν..."
Πώς μπορούσε λοιπόν να βοηθήσει αυτά τα παιδιά, αυτός, ο συγγραφέας και φίλος των ανθρώπων; Πώς να τους δώσει λίγο φως και λίγη χαρά; Με το βιβλίο! Με τη μάθηση! Κι έτσι αυτός, ο ξακουστός συγγραφέας , που ξεκινούσαν άνθρωποι από τη μακρινή Ινδία να πάνε να τον δουν, που έφτασαν να τον θεωρούν ιδρυτή νέας θρησκείας - της θρησκείας της αγάπης ανάμεσα στους ανθρώπους και της άρνησης του κακού και της βίας -, πλάι στα μεγάλα μυθιστορήματά του γράφει ιστοριούλες, μικρά διηγήματα, μύθους και παραμύθια , ακόμα και ωραίες περιγραφές και εξηγήσεις των φυσικών φαινομένων, για τα παιδιά. Γράφει πράγματα που πιστεύει πως χρειάζονται τα παιδιά για να γίνουν τίμιοι και δίκαιοι άνθρωποι, πράγματα που  τους αρέσουν. Από τότε που τα παιδιά του σχολειού της Γιάσναγια Πολιάνα, πρώτα στον κόσμο , διάβαζαν αυτές τις ιστορίες, πέρασαν σχεδόν 140 χρόνια. Κι από τότε που γεννήθηκε ο Τολστόι ( 28-8-1828) συμπληρώνονται φέτος 168 χρόνια( σημ.ιστολογίου: το κείμενο γράφτηκε το 1996). Και να που εκατομμύρια παιδιά της γης εξακολουθούν να διαβάζουν με συγκίνηση τις γεμάτες ανθρωπιά και αγάπη ιστορίες του Τολστόι.


Το κείμενο είναι απόσπασμα από τον πρόλογο του Πέτρου Ανταίου στην πολύ όμορφη έκδοση της Ωκεανίδας, Λέων Τολστόι, Διηγήματα, Μύθοι και Παραμύθια. Τη μετάφραση από τα ρώσικα έκανε ο Πέτρος Ανταίος και την εικονογράφηση ο Β. Γκαλντιάεφ. Εκδόθηκε στη σειρά Κλασικά τον Ιούνιο του 1996.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Ο κύκλος των χαμένων ποιητών

...Ακαδημία Γουέλντον, για αγόρια, έτος 1959. Οι μαθητές γνωρίζονται με τον καινούριο καθηγητή τους, τον κύριο Keating και κάτι αρχίζει να συμβαίνει από την πρώτη κιόλας στιγμή. Ο κύριος  Keating  δεν δείχνει καθόλου να ενστερνίζεται τις μεσοαστικές αντιλήψεις των γονιών τους. Το σχολείο όμως θέλει να "μοιάζει" με τις αντιλήψεις αυτές. Οι έφηβοι μαθητές πρέπει να διαπαιδαγωγούνται με τέτοιο πνεύμα ώστε χωρίς αντιστάσεις να γίνουν υποδειγματικοί πολίτες ακολουθώντας το αδιαπραγμάτευτο τετράπτυχο " Παράδοση, Τιμή, Πειθαρχία, Διάκριση ".
Ο Κύριος Keating είναι όμως ένας ενσυνείδητος εμπρηστής συνειδήσεων. Και γνωρίζει λίαν καλώς ότι εκείνο που, σε τελευταία ανάλυση, μετράει για έναν δάσκαλο είναι το " πόσες πυρκαγιές θα καταφέρει να ανάψει στα τριαντατόσα χρόνια που θα είναι εκπαιδευτικός". Αγνοώντας λοιπόν ολοκληρωτικά το μεγάλο τετράπτυχο θα αρχίσει από την πρώτη κιόλας γνωριμία μαζί τους να τους προτρέπει να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση , να τους παρακινεί να κάνουν αυτό που πιστεύουν, να τους ωθεί προς το να δημιουργούν αλλά και να αμφισβητούν την ισχύουσα εκάστοτε τάξη πραγμάτων.

Η ποίηση είναι το αντίθετο της μοναξιάς ( Νάσος Βαγενάς)

Το βασικό του εργαλείο είναι η ποίηση. Και όχι μόνο η ποίηση που καταγράφεται με λέξεις στα έργα των δημιουργών αλλά εκείνη που ενυπάρχει διάχυτη μέσα στον ιστό της καθημερινότητας, η άλλη εκείνη ποίηση που σαν καταφέρουμε να την ακούσουμε νιώθουμε να φλέγεται η λανθάνουσα επιθυμία μας για υπέρβαση και η ανάγκη μας να διασχίσουμε τα σύνορα της συμβατικότητας, φτερουγίζοντας προς άλλες περιοχές. Δεν είναι όμως μόνο η ποίηση το μοναδικό αντικλείδι του Captain για το λουκέτο των εφηβικών συνειδήσεων. Είναι και η ανορθόδοξη διδακτική του αλλά και "κάτι " ακόμα που καθημερινά εκπέμπει, μια " ανθρωπομυρωδιά" την οποία αναβλύζουν τα κύτταρά του και μια αρμονία ανάμεσα στα λόγια του και την αντικομφορμιστική συμπεριφορά του.
Και οι πυρκαγιές βέβαια αρχίζουν να ανάβουν...

Το απόσπασμα είναι από το κείμενο του Ανδρέα Κασσέτα που δανείστηκα από εδώ




Τρίτη, 9 Σεπτεμβρίου 2014

Λέων Τολστόι, " να γνωρίζεις τον κόσμο από τα μέσα και να τον διαμορφώνεις κατά τη γνώση σου και την αγάπη σου, αυτό που ονομάζουμε χάρισμα ποιητικό, ταυτόσημο με την αγάπη".


για μια γενική ιδέα...

Το 1852 κάνει την πρώτη του δημοσίευση, είναι 24 χρονών. Ακούει ό,τι θα λαχταρούσε ν' ακούσει στο πρώτο του βήμα ένας νέος συγγραφέας. Οι γνωρίζοντες καλά τα πράγματα κατάλαβαν πως άνοιγε στη ρωσική πεζογραφία μια τελείως καινούργια ιστορία κι έβαλε πλώρη για μακριά. Ένας δόκιμος ήδη μυθιστοριογράφος, ο Αλεξέι Πίσεμσκι, τα μάζεψε όλα σε δύο φράσεις : " Αυτός ο υπολοχαγάκος θα μας καταχωνιάσει όλους. Κάτω τα κοντύλια μας."
Το πρώτο του ανάγνωσμα, την Παιδική ηλικία, την παρουσίασε ο Νικολάι Νεκράσωφ από το περιοδικό του, Ο Σύγχρονος.
Έτσι θα γίνεται και με τ' άλλα του έργα. Όλα ή σχεδόν όλα είχαν κάτι πάνω τους από εκείνα τα απρόοπτα που παραπέμπουν τις εντυπώσεις πέρα από τα συνηθισμένα, ξαφνιάζουν όπως έρχονται, μ' έναν τρόπο σαν να είναι τελείως απρόβλεπτα και συγχρόνως τόσο φυσικά.
Παρόμοιες εντυπώσεις θα προκαλεί μετά στη Μόσχα και στην Πετρούπολη το παρουσιαστικό του, ο χαρακτήρας του και οι απρόσμενες , πολλές φορές και αλλόκοτες για τους άλλους, γνώμες και ιδέες του. Εκτός από σαφείς μαρτυρίες που έχουμε από την εποχή εκείνη, τα διακρίνουμε αυτά στους τρόπους που χρησιμοποίησαν όσοι κατά καιρούς έγραψαν για τον συγγραφέα και τον άνθρωπο Τολστόι, αντλώντας συχνά από τα στοιχεία της φύσης μέτρα και έννοιες που τους διευκόλυναν να εκφράσουν τη βαθύτερη αίσθηση που προκαλούσε αυτός ο απίθανος ΛΕΟΝΤΑΣ, όπως τον έγραφε με τα κεφαλαία ένας από τους επιφανείς αισθητικούς και κριτικούς της ρωσικής τέχνης, ο Βλαδίμηρος Στάσωφ, γιος του διάσημου αρχιτέκτονα Βασίλη Στάσωφ, από τις σπουδαίες φυσιογνωμίες που έχτισαν την Πετρούπολη. Κατά κανόνα, όσοι έγραψαν για τον Τολστόι προσέφυγαν σε παρόμοιους τόνους και χρώματα μιας αναπόφευκτης υπερβολής και αμηχανίας. Τέτοιος ήταν ο άνθρωπος, η φύση του. Τέτοιες είναι οι ανθρώπινες μορφές στα έργα του, οι ολοζώντανοι άνθρωποι που έφτιαξε, αλλά και ο λόγος του, ανάγλυφος, παραστατικός και ακριβής, χωρίς περιττά πράγματα, αυτό το σπουδαίο χάρισμα που κάνει τους ενενήντα μνημειακούς τόμους των Απάντων του υποδέιγματα σαφήνειας και οικονομίας στην έκφραση. Και υπάρχουν ρώσοι συγγραφείς που έχουν γράψει πως αυτός είναι ο λακωνικότερος συγγραφέας.


Λόγος ομηρικών διαστάσεων. Λέξεις στερεά σώματα, σαν όλα τα χρειώδη της ζωής. Από τους μεγάλους πεζογράφους που γνωρίζουμε, ο ρώσος συγγραφέας είναι πιο κοντά στον αρχαίο ραψωδό. Και φυσιογνωμικά κατά κάποιον τρόπο...Ο Όμηρος είναι ο μόνος από τα μεγάλα αναστήματα της λογοτεχνίας που ο Τολστόι δεν του εναντιώθηκε με τη φυτεμένη μέσα του κόντρα απέναντι σ' όλα τα διάσημα ονόματα, τις κατακυρωμένες αυθεντίες - κάτι είπε στις αρχές και για τον  Όμηρο, αλλά μετά τα πήρε πίσω. Ο Παλαμάς, που ο στίχος του έθρεψε, όπως έθρεψε, το παλιότερο λογοτεχνικό μας πανελλήνιο, είχε συλλάβει το ιδιαίτερο γνώρισμα του Τολστόι` Χαίρε ο Τολστόης,ραψωδέ των επικών αγώνων, έτσι άρχιζε ένα από τα τετράστιχά του - ο αδρός τόνος που δε λείπει και από εκείνα τα κείμενα του Τολστόι που τα κρίνουν ως ορθολογικά.
Σ' αυτά να σταθούμε λίγο. Η ακριβολογημένη αντίληψη περί Τολστόι δεν επιδέχεται μονολεκτικούς χαρακτηρισμούς. Σ' όλα του αυτός ο άνθρωπος, αυτός ο συγγραφέας, ήταν πολλά μαζί. Πολλά και αλληλοσυγκρουόμενα. Και αυτή η θρησκεία του περιέχει πολλά παράφωνα και ανατρεπτικά, αρχίζοντας από το ότι δεν ήταν θρησκεία, δεν ήταν απλά και μόνο ηθική διδασκαλία, μίλαγε όμως για θρησκεία και για θεό και είχε λόγους...
Ήταν μεταξύ των άλλων και ορθολογικός. Για την ακρίβεια έ γ ι ν ε , του χρειάστηκε αυτό σαν μία απαραίτητη έξοδος από την πλημμύρα των αισθήσεων που τις ένιωθε να τον κρατάνε κλεισμένον στο ισχυρό, πληθωρικό εγώ του, από το οποίο αισθάνθηκε την ανάγκη να αποδεσμευτεί, να πάει πιο πέρα, ώστε ζώντας τη ζωή του να μπορέσει και να εννοήσει τι είναι ο ίδιος μέσα στον κόσμο που τον τυλίγει και τον ορίζει. Πώς βγαίνεις από τους υλικούς περιορισμούς και την άγνοια, μ' άλλα λόγια πώς ξυπνάει μέσα σου ο άνθρωπος. Και πόσο, σε τι βαθμό το πρόβλημά σου είναι και των άλλων ανθρώπων.
Θυσίαζε στη λογική για να ανθρωπεύει τις αισθήσεις του. Αλλά με αυτές έχει ως  άνθρωπος ένα μπλέξιμο εφ' όρου ζωής, δεν τις απαρνιέται ούτε όταν γράφει ένα κείμενο για τα ευαγγέλια.
Με τον Χριστό, με τα ευαγγέλια, μοιράζεται και αυτά τα ορμέφυτά του.
Η χαρά του και το δράμα του.
Τα αισθανόμαστε αυτά με τα πρώτα διαβάσματα δικών του βιβλίων, οι εικόνες, οι περιγραφές, οι μορφές και οι ιστορίες που πλάθει μάς προδιαθέτουν. Και θα έρθουν στην πορεία και κάποιες δικές του σκέψεις και εκμυστηρεύσιες να μας τα διευκρινίσουν καλύτερα.
Όσο γνωρίζω η πιο διαφωτιστική από αυτές τις δικές του εξηγήσεις είναι μια εγγραφή που κάνει στο Ημερολόγιο του στις 5 Οκτωβρίου του 1893:

Δύο είναι οι τρόποι με τους οποίους γνωρίζουμε τον εξωτερικό κόσμο, πρώτος ο πιο αρχέγονος και απαράβατος, οι πέντε αισθήσεις μας. Με τις οποίες όμως δε θα καταστάλαζε μέσα μας ο κόσμος όπως τον ξέρουμε τώρα, θα συνεχίζαμε να μένουμε σε μια κατάσταση χάους που θα μάς έδινε απλώς κάποιες γεύσεις. Ο άλλος μας τρόπος είναι από κει και μετά: αφού γνωρίσουμε τον εαυτό μας με την αγάπη που τρέφουμε γι' αυτόν, να μπορέσουμε - πάντα μέσα από την αγάπη μας - να γνωρίσουμε και τους άλλους έξω από μας, να περάσουμε νοερά μέσα σ' έναν άλλο άνθρωπο, ένα ζώο, ένα φυτό, στην ίδια την πέτρα. Κατ' αυτό τον τρόπο γνωρίζεις τον κόσμο από τα μέσα και μπορείς να τον διαμορφώνεις κατά τη γνώση σου και την αγάπη σου, αυτό είναι που ονομάζουμε χάρισμα ποιητικό, ταυτόσημο με την αγάπη. Ξανασμίγεις έτσι τα μοιρασμένα εδώ κι εκεί πλάσματα του κόσμου, βγαίνεις από τον εαυτό σου, μπαίνεις μέσα σ' εκείνα. Σ' όλα μπορείς να έχεις το ελεύθερο, όλους να τους σμίξεις με τον θεό, που θα πει: Όλα μ' όλους.
Κύριες γραμμές και για το δικό μας σενάριο.
Αν η εξιστόρηση της ζωής του Τολστόι και η ενημέρωση για το έργο του αρθούν στο ύψος τους, τότε μπορεί να περιμένει ο αναγνώστης όχι μια και δυο αφορμές για να σκεφτεί αυτή την κίνηση της πνευματικής διαμόρφωσης του ζωικού οργανισμού, να τη σκεφτεί και να δει κάποιες στιγμές, εντελώς δικές του, μέσα όμως από ένα τόσο σπάνιο παράδειγμα, εξαιρετικά εντυπωσιακό χάρη στην προσωπικότητα του Τολστόι, όπου η δύναμη της ανθρώπινης θέλησης και του ανθρώπινου πνεύματος έχουν ενσαρκωθεί σ' ένα από τα πιο αξιομνημόνευτα φαινόμενα.
Το μεγάλο στην τέχνη είναι μεγάλο με τον τρόπο του, άλλοι το εκτιμούμε έτσι κι άλλοι αλλιώς. Αν αρκεστούμε σε μια επιλογή μεγάλων, κατά γενική αναγνώριση , συγγραφέων διαλέγοντας από τον Όμηρο ως τις μέρες μας και προσπαθήσουμε να βρούμε τι τους συνδέει, τι το κοινό έχουν παρά τις διαφορές τους, εκείνο που θα συγκεντρώσει τους περισσότερους , αν όχι κι όλους, στη δική του στήλη, μάλλον θα είναι η συνάντηση του ατομικού με το συλλογικό δαιμόνιο, η επικοινωνία ή και συνύπαρξη χωρίς το ένα να ταυτίζεται με το άλλο, έρχονται όμως σ' επαφή επικοινωνούν, αλληλοκαταγράφονται. Συμβαίνει αυτό όταν το προσωπικό μήνυμα της τέχνης μπορεί να γίνεται αποδεκτό όχι υποχρεωτικά από το σύνολο, αλλά από έναν έναν που μετέχουν σ' αυτό, από τον άνθρωπο εν γένει. Η διάβαση από το ατομικό στο ανθρώπινο. Μέσα από αυτή τη σχέση ζυγίζεται ο καλλιτέχνης και "ανεβαίνει ", όπως λέμε, ανθρωπίζεται και ο μεγάλος, ο πληθυντικός αριθμός.
Ο δικός του μεγάλος σκοπός. Πάντα τον είχε μέσα του, από τότε ακόμα που δεν τον ήξερε, αλλά διαρκώς τον πλησίαζε. Η  " έξοδος " του Τολστόι στον πολύ κόσμο ακολουθεί αυτή τη γραμμή, είναι ο συγγραφέας που  με το δικό του οδοιπορικό στην τέχνη έχει δώσει σε συναρπαστικές εικόνες αυτή την προσπάθεια και τον αγώνα, περνώντας πάνω από γνωστικές, φιλοσοφικές και άλλες μονομέρειες και διατηρώντας ανοιχτή τη σκέψη του για όσα η ανθρωπότητα ήδη έμαθε και όσα ακόμα δεν έμαθε και δε μάθει ίσως ποτέ της. Το υπερβατικό και το άλογο μένει στοιχείο δραστικό στον "ορθολογισμό " του Τολστόι.
Ήταν φτιαγμένος να περπατήσει έτσι. Είναι γνωστές οι αντιφάσεις του, οι ανακολουθίες του, τα ναι και όχι, η τόσο ακατανόητη κάποτε για τους άλλους συμπεριφορά του, ο αναγνώστης έχει μια ιδέα γι' αυτά. Στη θέση του Τολστόι, ένας άλλος εκείνη την εποχή όχι στη Ρωσία μόνο, παρά και στην Ευρώπη, έχοντας στο ενεργητικό του ένα έργο σαν την Τριλογία, διηγήματα σαν εκείνα της Σεβαστούπολης και τους Δυο ουσάρους του, έστω αυτά μόνο, μα και το άλλο του ακόμα μυθιστόρημα, την Οικογενειακή ευτυχία, θα ένιωθε όχι ικανοποιημένος, αλλά και πάνοπλος, έτοιμος ν' αρχίσει να μεσουρανεί. Θα ήταν ήδη συγγραφέας πρώτης γραμμής. Σαν ψυχολογικό οικογενειακό ρομάντζο  η Οικογενειακή ευτυχία, ένα  έργο που δεν το λογαριάζουμε και τόσο, είναι λογοτεχνικά άψογο, αριστούργημα , ο Ρομαίν Ρολλάν τού πλέκει στο βιβλίο του για τον Τολστόι ύμνους, θαυμάζει τον ψυχολόγο Τολστόι, βρίσκει αξεπέραστο σε εγκράτεια τόνων το πορτρέτο της αφηγήτριας κι όλο το έγο τέλειο, " εφάμιλλο σε τελειότητα ενός Ρακίνα", το πιο "καθαρό " απ' όσα έγραψε ο Τολστόι , έτσι το εκτιμά και δεν έχει άδικο.
Ο Ρολλάν τα έγραψε αυτά πενήντα χρόνια μετά την εμφάνιση του μυθιστορήματος , γνώριζε τις αντιδράσεις του Τολστόι μόλις το έργο δημοσιεύτηκε , πόσο δεν του άρεσε , για την ακρίβεια πόσο το έργο αυτό έφερε ως επάνω, έως το πλέον ου, την άλλη γραμμή της ποιητικής του από την οποία ένιωθε πως καιρός ήταν να απαλλαγεί. Άλλοι πειρασμοί τριβόλιζαν τα αισθήματα και τις σκέψεις του, ανοίγανε άλλοι ορίζοντες. Αυτό που ήθελε τότε ο Τολστόι ήταν να δει τι είναι - αν είναι - μέσα του και τον τυραννάει "ζητώντας να βγει έξω, οπλίζοντας τον με τόλμη, περηφάνια και δύναμη", εκφράσεις δικές του.
 Δεν θα' ναι καθόλου εύκολο να βρούμε άλλο συγγραφέα που να είχε τόσο τεταμένες σχέσεις με το έργο του. Ο Τολστόι πολύ συχνά, πάντα μπορούμε να πούμε, δυσφορεί με αυτά που γράφει. Από τη στιγμή που θα βάλει την τελεία , αρχίζει να συνοφρυώνεται. Δεν είναι η κακή του διάθεση από κάποιες επιμέρους ατέλειες που βλέπει, όταν το διήγημα, το μυθιστόρημα είναι πια τελειωμένο, πολύ περισσότερο τυπωμένο. Είναι όλο μαζί το έργο, το ότι έγραψε ένα τέτοιο έργο, έστω και ένα από λογοτεχνικής πλευράς αριστούργημα. Δημοσιεύτηκε, διαβάστηκε, του απέφερε ένα εισόδημα, πολλαπλασίασε τη φήμη του, τη δόξα του. Τι μ' αυτό; Όπως φαίνεται από τα σχόλια που ο ίδιος κάνει, αισθάνεται τώρα που το έχει όλο μπροστά του, σαν να πήρε ένα δρόμο, τον περπάτησε όλο και έφτασε τώρα σ' ένα μέρος άλλο απ' αυτό που ήθελε - για την ακρίβεια  όχι που ήθελε, αλλά που έπρεπε, που το είχε μέσα του. Αυτό για το οποίο θ' άξιζε να κάνει τόσο δρόμο, να γράψει ένα διήγημα, ένα ολόκληρο μυθιστόρημα. 
Θα δούμε στα γράμματά του συχνές δυσφορίες και αιτιάσεις, πολύ περισσότερες στις ημερολογιακές του σημειώσεις, ακόμα και γι' αυτή την Άννα Καρένινα, τον Πόλεμο και Ειρήνη...Κάποια άλλα έργα του δε θα τα δώσει καν για δημοσίευση, όπως τον θαυμάσιο Χατζή Μουράτ, το τελειότερο ίσως από τα καλλιτεχνικά δημιουργήματά του...Μ ετη λογοτεχνία του, ο Τολστόι ομαλές σχέσεις δεν είχε. Κάθε άλλο. Πολλές φορές την παράτησε, διέρρηξε το δεσμό, άλλες τόσες θα επανάλθει.
Θα επανέλθιε, αλλά όχι από τον ίδιο δρόμο. Θα πάει από αλλού. Με άλλες ιδέες, σκέψεις και κατευθύνσεις, με άλλες μορφές. Για ένα πιο μεγάλο ζητούμενο, το οποίο για την ώρα ας το κρατήσουμε εδώ στον μικρό αυτόν πρόλογο, όπως τον έδωσε στην ημερολογιακή εγγραφή του 1893, που είδαμε πιο πάνω, με τις τελευταίες φράσεις, εκεί που μιλάει για την ανάγκη που έχει μέσα του ο άνθρωπος να πλαταίνει τους πνευματικούς του ορίζοντες, " να γνωρίζεις τον κόσμο από τα μέσα και να τον διαμορφώνεις κατά τη γνώση σου και την αγάπη σου, αυτό που ονομάζουμε χάρισμα ποιητικό, ταυτόσημο με την αγάπη".






Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Ο Τολστόι, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2007

186 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τη γέννηση του μεγάλου συγγραφέα.