Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Πάμπλο Νερούδα, Στα χθόνια δώματα


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Το 2007 κυκλοφόρησε ένας τόμος με ποιήματα του Πάμπλο Νερούδα  σε μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή. Στο προλογικό του σημείωμα ο μεταφραστής γράφει:

«Ποιήματα τριών διαδοχικών συλλογών και μια ολόκληρης εικοσαετίας περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο. Πρόκειται, μάλιστα, για ποιήματα δημοφιλέστατα στον ισπανόφωνο και στον αγγλόφωνο κόσμο (όπου πολλοί επιφανείς μελετητές και κριτικοί της λογοτεχνίας τα θεωρούν εφάμιλλα του Canto General), και σχεδόν άγνωστα (μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι τα σχετικά μεταφράσματα) στην Ελλάδα – κι ας έχει γνωρίσει ο Νερούδα στον τόπο μας δόξα μεγάλη (και όχι μόνο μέσω μεταφράσεων). Στις επόμενες σελίδες παρουσιάζονται οι τρεις περίφημες Residencias του.

Η πρώτη συλλογή (Residencia en la tierra) γράφτηκε μεταξύ 1925 και 1931 και εκδόθηκε το 1933, η δεύτερη (Residencia en la tierra II) μεταξύ 1931 και 1935 και εκδόθηκε το 1935, και η τρίτη (La Tercera residencia) τη δεκαετία 1935 – 1945 και είδε το φως της δημοσιότητας το 1947.

Τόσο ο τίτλος Residencia en la tierra όσο και καθαυτή η λέξη residencia παραπέμπουν στο κείμενο της Αποκάλυψης του Ιωάννου, όπου αρκετές φορές αναφέρονται οι κατοικούντες επί της γης (Γ’ 10, Η’ 13, ΙΑ’ 10, ΙΓ’ 8 κ.α.) Επειδή, όμως, η ισπανική μετάφραση της Βίβλου αντί της ενεστωτικής μετοχής κατοικούντες προκρίνει “ισοδυνάμως πως” το ουσιαστικό residencia, που σημαίνει “κατοικία, ενδιαίτημα, δώμα”, προτίμησα να επιλέξω την τρίτη σημασία και να δώσω στις τρεις συλλογές τον κοινό τίτλο Σ τ α  χ θ ό ν ι α  δ ώ μ α τ α, για να μπορεί να μεταφραστεί κατά το πνεύμα του πρωτοτύπου και ο τίτλος της τρίτης συλλογής (Το Τρίτο δώμα)` περιττεύει δε να εξηγήσω ότι στο βιβλικό επί της γης αντιστοιχεί το στα χθόνια.

Τα δύο πρώτα Δώματα γράφτηκαν κατά τα έτη οπού ο Νερούδα υπηρετούσε ως διπλωμάτης στην Κεϋλάνη, στη Βιρμανία και τη Σιγκαπούρη. Πρόκειται για ποιήματα σχεδόν μεταφυσικά, και αποπνέουν έναν ερμητισμό δηλούμενον τόσο με υπερρεαλιστικό τρόπο όσο και σπαράγματα λόγου από την καθημερινή κουβέντα

Μαγιάτικος μουσώνας

Ο άνεμος της εποχής ο πράσινος, ο πρασινάνεμος,

ζαλωμένος χώρο και ύδατα, επαΐων δε σ’ όλες τις ατυχίες,

το πένθιμο ξεδιπλώνει φουριόζος δέρμα της σημαίας του,

την αχνή της υπόσταση σα δεκαρούλα εκπτύσσει ελεημοσύνης:

πλατινένιος, το λοιπόν, και κρύος εφιλοξενήθη μια μέρα,

εύθραυστος σαν την κρυστάλλινη του γίγαντα σπάθη ανάμεσα

σε τόσες αρχές που προστατεύουν το δειλό στεναγμό του,

το δάκρυ του που πέφτει και την άχρηστη άμμο του,

από δύναμες κυκλωμένος που σταυρώνονται

και στραβώνονται, σαν άντρας γυμνός σε πόλεμο, αίροντας

το άσπρο του κλαδί, την αβέβαιη βεβαιότητά του,

την τρέμουσα αλάτινη στάλα του

και δη εν μέσω δριμείας τινός επιδρομής.



Τι ανάπαυση ν’ αναλάβεις; Ποια φτωχιάν ελπίδα ν’ αγαπήσεις;

Με τι άτονη φλόγα;…με τι φευγαλέα φωτιά;

Ενάντια σε ποιον να σηκώσεις το λιμασμένο πελέκι;

Τι υλικό να σου δημεύσουν; Από ποιο αστροπέλεκι να βγεις,

ν’ αποδράσεις άκρος; Το φως του έχει και δεν έχει μάκρος

και ρίγος, και σέρνεται σα θλιμμένος γαμήλιος συρμός,

με όνειρα ντυμένο θνητά, με χλωμάδα. Γιατί

ό,τι ακούμπησε η σκιά και η αταξία εθώπευσε βαραίνει:

βαραίνει, υγρό, αιωρούμενο, εκτός καταστάσεως ηρεμίας,

βαραίνει απροστάτευτο στα χάη ανάμεσα του διαστήματος,

νικημένο ξίφει και πατημένο θανάτω.


Αχ, η μοίρα μιας μέρας αναμενόμενης,

που τρέχανε να την υποδεχθούν κάρτες, μπάρκα, μπίζνες,

η μοίρα της είν’ να πεθαίνει καθιστική και νοτισμένη

δίχως δικό της ουρανό. Πού είναι τ’ αρωματισμένο της

αντίσκηνο και το βαθύ φύλλωμά της; Πού ο ταχύς

οιωνός της από ξυλοκάρβουνα και η ζωηρή της ανάσα;

Ακίνητη, ντυμένη με λάμψη μελλοθάνατη και με λέπια

αδιάφανα, θα δει τη βροχή που ‘ χει χωρίσει τα δυό της ημίση

και τον άνεμο που τρέφεται με νερά να τους ορμάει το Μάη.

Monzon de mayo ( από τη συλλογή ΔΩΜΑ Α΄ Residencia Ι. 1925 -1931)


Το φάντασμα του φορτηγού πλοίου

Σαν πρόσφυγας η απόσταση να ζητάει άσυλο

στων αφρών μέσα τις σήραγγες,

αλάτι σε κύματα τελετουργικά

και σε τάγματα αναγνωρισμένα,

και μια οσμή με θόρυβους γερούς

από γέρικο πλοίο φορτηγό,

σάπια σαρακοσάνιδα και τσακισμένα εργαλεία,

και κουρασμένες μηχανές που ουρλιάζουνε και κλαίνε

να σπρώχνουν την πλώρη ,

να κλωτσάν τα πλαϊνά του κήτους

μασώντας θρήνους, καταπίνοντας θρόμβους,

καταπίνοντας κόμβους, να βγάζουνε βόμβους

πικρών νερών πάνω από τα πικρά νερά,

να πηγαίνουν το γέρικο σκαρί, να το πηγαίνουν,

όλο να το πηγαίνουνε πάνω στα νερά τα γέρικα.


Εσώτερα ντεπό, τουνέλια ακριβώς ειπείν του λυκόφωτος,

που τα μουσαφιρλίζει η διαλείπουσα των λιμανιών ημέρα:

σακκιά απά’ σ’ άλλα σακκιά

στοιβαγμένα από’ ναν θεοσκότεινο θεό

σα ζώα κατάγκριζα, ολόστρόγγυλα και κυρίως αόμματα,

με συμπαθιτικούλια γκριζωπά αφτάκια,

και κοιλίτσες αξιότιμες

κάργα στο στάρι και στην καρυδόψυχα,

ευαίσθητες κοιλιές γυναικών γκαστρωμένων,

φτωχικά ντυμένες στα γκρι περιμένουν

και περιμένοντας ελπίζουν στη σκιά ενός βαρετού σινεμά

όπου παίζονται οι πόνοι και οι πόνοι των πόνων.


Τα εξώτερα τ’ ακούς που περνάν ξαφνικά,

να περνάνε τ’ ακούς σαν άλογο τρέχοντας θαμπό,

με  τις οπλές του να ξεσηκώνει στον αέρα τα ύδατα,

γρήγορο, να μπαίνει και να ξαναβγαίνει απ’ τα νερά .

Είναι φορές που τίποτ’ άλλο δεν υπάρχει

παρά μόνο ο χρόνος μέσα στις καμπίνες –

ο χρόνος στη μοιραία μοναχική τραπεζαρία,

ακίνητος και ορατός σαν την πελώρια δυστυχία.

Μπόχα τομαριών και ρούχα λουρίδες γινωμένα,

και κρεμμύδια, και λάδι, κι από πάνω

η οσμή κάποιανου εκεί

που κολυμπάει στις γωνίες του πλοίου,

η οσμή κάποιου ανώνυμου βεβαίως ανθρώπου

που κατεβαίνει τα σκαλιά σάμπως κύματα αέρος,

και στους διαδρόμους σκοντάφτει

πάνω στο – μολονότι απόν – σώμα του

και βλέπει με τα μάτια του

που του τα’ χει φυλαγμένα ο θάνατος.

Βλέπει με τ’ άχρωμα μάτια του


που όμως δεν βλέπουνε,

βλέπει αργά, και περνάει τρέμοντας,

χωρίς παρόν και δίχως ίσκιο`

οι ήχοι τον στριμώχνουν, τα πράγματα τον διαπερνούν,

η διαφάνειά του κάνει τις βρώμικες καρέκλες να λάμπουνε.

Ποιος είναι ΄κείνο το φάντασμα το δίχως σώμα φαντάσματος,

και με τ’ αλαφριά του βήματα σα νύχτιο ακανθολούλουδο

και με τη φωνή του που μόνο πράγματα επιτροπεύει;

Τα έπιπλα ταξιδεύουν γιομάτα από τη σιωπηλή του ουσία

σαν καραβάκια μικρά μέσα στο μέγα γέρικο καράβι

φορτωμένα την ουσία του την ασαφή, την εκλειπούσα.

Τα ερμάρια, τα πράσινα τραπεζομάντηλα,

το χρώμα των κουρτινών και του πατώματος,

όλα τους υποφέρουν το αργό κενό των χεριών τους,

η δε ανάσα του εκ βάθρων έχει τα πάντα δηώσει

γύρω – τριγύρω.


Όλο γλιστράει, όλο τσουλάει, και διάφανο κατεβαίνει,

αγέρας μαζί με αέρα παγερό το ζώνουν ολούθε το καράβι,

με τα μυστικά του χέρια στηρίζεται στα κιγκλιδώματα

και κοιτάει την πικροθάλασσα που δραπετεύει ξοπίσω του.

Μονάχα τα νερά απορρίπτουν την επιρροή του,

τα χρώματα και τ’ αρώματα του λησμονημένου φαντάσματος,

που φρέσκα και βαθιά ξεδιπλώνουν το χορό τους

σαν – πες – πύρινες ζωές, σαν αίμα ή σαν πνεύμα,

ζωές δηλονότι που νέες και στιβαρές πετάγονται,

που ενωμένες και επανενούμενες πετάνε.


Ανεξάντλητα τα νερά, χωρίς συνήθειες και χωρίς χρόνο,

πράσινα απ’ την ποσότητα, ικανά και διάκρυα σα δάκρυα,

ψαύουν το μαύρο στομάχι του φορτηγού και πλένουν

την ύλη του, τις σπασμένες του κρούστες,

τις σιδερένιες του ρυτίδες. Τα ζωντανά νερά

ροκανίζουν του πλοίου το κέλυφος,

κουνάνε τις μακρουλές σημαίες των πανάλαφρων αφρών

και τα δόντια τους πετάνε παντού υπερπόντια με σταγόνες.


Κοιτάει τη θάλασσα το φάντασμα με την αόμματην όψη του:

ο κύκλος της ημέρας, ο βήχας του πλοίου,

ένα πουλί πετούμενο στη στρογγυλή και μοναχικιάν

εξίσωση του χώρου, και ξανακατεβαίνει ύστερα

στη ζωή του καραβιού,

πέφτοντας απάνω στον πεθαμένο χρόνο και στα σύξυλα ξύλα,

γλιστρώντας στα μαύρα μαγειρεία και στις μαύρες καμπίνες,

αργά – αργά, μαζί με τον αέρα και μαζί με την ατμόσφαιρα

και μαζί βεβαίως με το παντέρημο σύμπαν.

El Fantasma de buque de carga(από τη συλλογή ΔΩΜΑ Α΄ Residencia Ι. 1925 -1931)


Βαρκαρόλα

Να μ’ άγγιζες μονάχα στην καρδιά, αχ μονάχα,

μονάχα, αχ, το στόμα σου

να μ’ ακούμπαες στην καρδιά μου,

το στόμα, το φίνο σου, τα δόντια, τα φίνα σου,

να μ’ ακούμπαε, αχ, μονάχα η γλώσσα σου

σάμπως αλικόκκινο βέλος

εκεί ακριβώς απάνω

οπού με τα σκονισμένα της χτυπάει,

χορεύει η καρδιά μου,

να σάρωνες τα πάντα μ’ ένα σου φύσημα

μες στην καρδιά μου,

στ’ ακρογιάλι από δίπλα, με κλάματα όλο,

τα πάντα να εσάρωνες,

και τότε , αχ, τότε θα σηκωνότανε, αχ, ήχος ζοφερός,

ηχώ τροχών από συρμούς ονείρων

σαν τα νερά τα αείρροα,

σαν το φθινόπωρο το γραμμένο στα φύλλα των δέντρων,

σαν το αίμα,

μ’ ένα θρόισμα από φλόγες, αχ, υγρές

που κατακαίν τα ουράνια

και ηχάνε σαν όνειρα ή σαν κλαδιά ή σα βροχούλες

ή και σαν βούκινα λιμανιού λυπημένου, αν εσάρωνες εσύ

τα πάντα μ’ ένα σου φύσημα μες στην καρδιά μου,

στ’ ακρογιάλι από δίπλα, εκεί,

σαν το φάντασμα με το σεντόνι του τ’ άσπρο

στην κορφούλα απάνω των ελαφρών αφρών

στη μέση – μέση του άναιμου ανέμου,

σαν το φάντασμα

που ξαμολύθηκε με θρήνους, με κλάματα,

στην άκρην – άκρη του γιαλού, της πικροθαλάσσης απάσης.


Σαν απουσία τανυσμένη,

σαν καμπάνα ξαφνικιά και απότομη –

έτσι κόβει στα δύο

και η μεγάλη θάλασσα της καρδιάς μας τον ήχο,

με τη βροχή, τ’ απόβραδο, στην παντέρμη ακτή:

η νύχτα πέφτει – ποιος αμφιβάλλει; –

πέφτει – πέφτει η νύχτα,

το αμαυρό γαλάζιο των σημαιών της που ναυαγούν αντάτζιο

πλημμυρίζει μετά με πλανήτες από αχνοθαμπωμένη πλατίνα.


Κι αντηχάει η καρδιά ωσάν αχιβάδα αγριερή,

ήχους θαλάσσης και σάλου

φωνάζει, φωνάζει, αντηχά: θάλασσααα! θρήνεεε!

φόβεεε που’ λυωσες!…τρόμεεε λυωμένε!

που εχάααθης σε κακοτυχιές, που εχύυυθης στα κύματα…

Στο χόχλο μέσα αυτόνε ξεδιπλώνει η μεγάλη θάλασσα

τις ξαπλωμένες της σκιές, τις πράσινες της παπαρούνες.


Αν είταν έτσι ξαφνικά να’ ρθεις

– με σάρκα να’ ρθεις λέω και με οστά –

σε πένθιμο ακρογιάλι φερέλυπο

και να’ χεις γύρω – γύρω σου ζωσμένη την πεθαμένη μέρα,

φάτσα – φάτσα με μια νέα νύχτα, μ’ ένα καινούργιο έρεβος,

γιομάτη κύματα, κυματερή και πολυκυματούσα,

και την καρδιά μου να εσάρωνες μ’ ένα σου φύσημα

την παγωμένη απ’ του φόβου τα χάδια, τ’ αγγίγματα…

αν εφύσαγες μες στη μονάχη της καρδιάς μου τη λίμνη,

αν εφύσαγες τις φλόγες της εσύ που πετούν σαν περιστέρες,

θ’ αντήχααν οι μαύρες συλλαβές των αιμάτων τους,

θα εφούσκωναν τ’ αείρρυτα ερυθρά νερά της

και θ’ αντιλάλα, θ’ αντιλάλαε λέω από ίσκιους και σκιές,

θ’ αντιλάλειε η καρδιά μου ωσάν τη χαρά του Χάρου,

θα εθρήναε

σαν υδρορρόη μπουκωμένη αγέρα ή κλάιματα

ή σα μποτίλια που ξεβράζει χειμάρρους – χειμάρρους

τον τρόμο αμή και τον περίτρομο

στο δρόμο αν μη και στον περίδρομο.


Έτσι θα είτανε τα πράγματα τότε –

οι αστραπές θα σκεπάζαν

των μαλλιώνε σου τ’ ωραίο πλήθος,

η βροχή θα όρμαε μες στα ορθάνοιχτα μάτια σου

να ετοιμάσει τους λυγμούς που μυστικά μέσα σου πνίγεις.

Τα μαύρα τότε φτερά

της υαλίνης θαλάσσης ολοένα θ’ ανοίγονταν,

θ’ απλώνονταν γύρω σου και θα σε σκέπαζαν

με μεγάλα νύχια γαμψά, με κρωγμούς, με τραβέρσα.


Θες – σε ρωτώ – θες να’ σαι’ συ το φάντασμα’ κείνο

που μόνο του, ολομόναχο σαρώνει τα ωραία περιγιάλια

φυσώντας, όλο φυσώντας το πένθιμο,

το άχρηστο μουσικό όργανό του;

Ας εφώναζες κοντά σου

τον μακρόσυρτο ήχο του, το μοχθηρό του τσαφάρισμα,

τη μελωδία του τη στρωμένη από κύματα δαρμένα…

αρκεί αυτό, αρκεί, αρκεί

κι όλο και κάποιος θα’ ρχόταν τότε

όλο – ναι – και κάποιος θα’ ρχότανε τότε

απ’ των νησιών τις ακρώρειες,

απ’ τον κόκκινο κάτω πάτο της θάλασσας,

κάποιος όλο μπορεί και να’ρχότανε,

κάποιος θα’ ρχότανε όλο – ναι! – εκεί τότε.

Θα’ ρχόταν φουριόζος,

να φυσήξει θα’ ρχότανε με μανία, με μένος,

να φυσήξει, ν’ αντηχήσει το παν

σα σειρήνα καραβιού τσακισμένου, σα λυγμός,

σα χλιμίντρισμα μεταξύ αφρών και κυμάτων,

σαν αγριεμένο νερό που δίνει δαγκωνιές στην ουρά του

κι αλυχτάει απ’ τον φριχτό, τον φριχτότατο πόνο.

Στα πόρτα όλα και στους ταρσανάδες


η αχιβάδα η ολόγιομη ίσκιους σαν το ουρλιαχτό αλητεύει,

τα θαλασσοπούλια την περιφρονούν,

πετάνε αλλού, πετάν γι’ αλλού,

οι ηχοστήλες της και οι πένθιμες κιγκλίδες της

αναλαμβάνονται στους αιγιαλούς,

στους αιγιαλούς αναλαμβάνονται και στους κλύδωνες

των παντέρημων μα ζωηρών του ωκεανού ζωστήρων

που όλο κλείδωνες με κλαδιά και ξεκλείδωνες.

Barcarola (από τη συλλογή ΔΩΜΑ Β΄ Residencia II  1931 – 1935)

Το Τρίτο δώμα γράφτηκε στα χρόνια που ο ποιητής βρέθηκε στην Ισπανία, στη Γαλλία, στο Μεξικό και στη πατρίδα του, τη Χιλή, όπου εξελέγη γερουσιαστής με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Εδώ, ως επί το πλείστον, έχουμε να κάνουμε με ποίηση πολιτική, κατά το ήθος του ύστερου γαλλικού υπερρεαλισμού, όπου η τέχνη τίθεται προγραμματικώς στην υπηρεσία της επανάστασης

Οι Μανίες και οι Πόνοι
Las furias y las penas

Το ποίημα αυτό το έγραψα το 1934. Πόσα πράγματα εγίναν από τότε και πέρασαν! Η Ισπανία, ο τόπος συγγραφής του, είναι πλέον ζώνη ερειπίων. Αχ, μακάρι να μπορούσαμε με μια σταγόνα ποίησης ή αγάπης να καταλαγιάσουμε του κόσμου τις παιδωμές, τον πόνο!.Αλλά κι αυτό θαν το κατάφερνε μόνο μια καρδιά αποφασισμένη που αγωνίζεται.

Ο κόσμος έχει αλλάξει` όπως και η ποίησή μου έχει αλλάξει άλλωστε. Μια σταγόνα αίμα, που’ πεσε πάνω σε τούτες τις γραμμές, πέπρωται να επιζήσει…πέπρωται να επιζήσει των γραμμών αυτών, καθότι ανεξίτηλη σαν την αγάπη.

                                                                                        Μάρτιος 1939



Μες στην καρδιά μου πόνους έχει και μανίες…

                             ΚΕΒΈΔΟ

Στου στήθους μας τα βάθη είμαστε πάντα μαζί,

στον καλαμιώνα ανταμώνουμε του στήθους μας

μ’ ένα καλοκαίρι φίσκα από κάθυγρες τίγρεις

και στήνουμε ενέδρα σ’ ένα μόλις μέτρο κρύας σάρκας,

ενέδρα σε μι’ ανθοδέσμη μόνο απρόσιτου δέρματος

– το στόμα μας μυρίζει ιδρώτα και ατλάζινες φλέβες

όπως στη νοτερή συναπαντιόμαστε ισκιάδα

που αδιακόπως περισυνά φιλήματα στάζει όλο στάζει.



Μ’ εσένα, σκληρή μου εχθρέ, μ’ έσένα

εχθρέ ονείρων και ονείρων που σπάσαν σαν τίποτα

εύθραυστα άνθη γυάλινα και σαν καμπάνες

που χαλάσαν σαν απειλή και σα φοβέρα, σάμπως

λάμψεις μαύρου κισσού εν μέσω αρωμάτων,

μ’ εσένα, σκληρή μου εχθρέ, εχθρέ

με τους μεγάλους γοφούς που αγγίξαν τα μαλλιά μου

με δροσιά δριμύτατη και με ωσάν χτένια γλώσσα νερένια,

παρ’ όλη των δοντιών τη διάβουη ψύχρα

και παρ’ όλο του ματιού το άσβεστο μίσος,

μα ίσως και παρ’ όλη τη μάχη των θεριών

που ξεψυχάγανε τη λήθη σταθερά βιγλίζοντας,

μ’ εσένανε είμαστε σε κάποιο μέρος θερινό οι δυο μαζί

και μαζί έχουμε στήσει ενέδρα, μαζί εβάλαμ’ ιξούς

με χείλη που υπέστησαν στο τέλος την εισβολή της δίψας.

Αν υπάρχει κάποιος που τρυπάει τον τοίχο

και με κύκλους φωσφόρου περνάει από μέσα του

να πληγώσει το κέντρο των μελένιων μελών,

να δαγκώσει ένα – ένα τα φύλλα του δάσους

που σα σκύλα ουρλιάζει,

εγώ είμαι, ιδού’ με, αυτός, και έχω αρωγούς ΄

τα πύρινα μάτια σου που όλο πετούν ματωμένα

και ποτίζουν και σταυρώνουν γόνατα με λαρύγγια

που τα’ χει με τάξη περιβάλει εξ αρχής το γενικό μετάξι( απόσπασμα)

( Από τη συλλογή  ΤΡΙΤΟ ΔΩΜΑ Tercera Residencia 1935 – 1945)





ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ
ESPAN EN EL CORAZON


Άσμα για τις μαννάδες των νεκρών εθνοφυλάκων

Δεν είναι νεκροί, δεν επέθαναν! Είναι

στη μέση της μπαρούτης,

επί ποδός, σαν αναμμένα φιτίλια.


Οι αμίαντοι ίσκιοι τους έχουν μαζωχτεί

στο χαλκοπράσινο λιβάδι

σαν παραπέτασμα θωρακισμένου ανέμου,

σαν οδόφραγμα στο χρώμα της οργής,

σαν το καθαυτό αόρατο στήθος του ουρανού.

Μαννάδες! Στέκονταν μέσα στα στάχυα,

ψηλοί σαν το βάθος της μεσημβρίας,

κυρίαρχοι των μεγάλων κάμπων!

Είναι σαν καμπαναριό με μαύρη φωνή

που ανάμεσα από σώματα ατσάλινα

προαγγέλλει τη νίκη.

Αδελφές σαν την πεσμένη

σκόνη, καρδιές

κομματιασμένες,

έχετε εμπιστοσύνη στους νεκρούς σας,

στους δικούς σας νεκρούς!

Δεν είναι μόνο ρίζες

κάτω από πέτρες βαμμένες στο αίμα,

δεν είναι μόνο τα φτωχά γκρεμισμένα οστά

που δουλεύουν και θα δουλεύουν τη γη,

αλλά και τα στόματά τους δαγκώνουν ακόμη μπαρούτι ξερό

και ορμάνε σαν ωκεανοί από σίδερο, αλλά και

οι υψωμένες τους γροθιές αρνούνται το θάνατο.

Γιατί μέσα από τα τόσα σώματα ανατέλλει

ζωή νέα αόρατη. Μαννάδες, σημαίες, παλληκάρια!

Ένα μόνο σώμα ζωντανό σαν τη ζωή:

μια όψη με μάτια κομμάτια βιγλίζει στο σκότος

μ’ ένα σπαθί γιομάτο χθόνιες ελπίδες!


Πετάχτε

τα πένθιμα ρούχα σας, ενώστε όλα

τα δάκρυα σας μέχρι να τα κάμετε μέταλλο:

γιατί εδώ χτυπάμε μέρα και νύχτα,

εδώ κλωτσάμε μέρα και νύχτα,

εδώ φτύνουμε μέρα και νύχτα

μέχρι να πέσουν οι πύλες του μίσους!

Δεν λησμονώ τη δυστυχία σας, γνωρίζω

τους γιους σας,

και είμαι για το θάνατό τους περήφανος,

όπως και για τη ζωή τους περήφανος είμαι,


Τα γέλια τους

αστροπελέκαγαν στα βουβά εργαστήρια,

τα βήματά τους στον Υπόγειο

αντήχαγαν πλάι μου κάθε μέρα, και μαζί

με τις πορτοκαλιές του Λεβάντε,

με τα δίχτυα του Νότου, μαζί

με τα μελάνια των τυπογραφείων,

πάνω στο τσιμέντο των αρχιτεκτονημάτων

είδα ν’ αρπάζουνε οι καρδιές τους φωτιά,

κι απ’ τη φωτιά να δυναμώνουν.


Όμως

πιο πολύ κι απ’ τις κατάρες για τις διψασμένες ύαινες,

για τον κτηνώδη αρουραίο, που ουρλιάζει

από την Αφρική τα βρωμερά του προνόμια,

πιο πολύ κι απ’ τον θυμό,

πιο πολύ κι από τη χλεύη,

πιο πολύ κι από το θρήνο,

μαννάδες, που σας διαπέρασε η αγωνία και ο θάνατος,

κοιτάξτε την καρδιά της ευγενικιάς ημέρας που γεννιέται,

και μάθετε πως οι νεκροί σας χαμογελούν από το χώμα

υψώνοντας όλοι τις γροθιές τους

πολύ πιο πάνω απ’ τα κεφάλια των σταχυών.

Canto a las madres de los milicianos muertos( από τη συλλογή  ΤΡΙΤΟ ΔΩΜΑ Tercera Residencia 1935 – 1945)

Και στις τρεις συλλογές κοινό στοιχείο είναι ο θάνατος: στις δύο πρώτες ως παράλογη αναίρεση της ζωής, στη δε τρίτη κυρίως ως ηρωική κατάληξη του βίου των μεγάλων κοινωνικών επαναστατών και των αμέτρητων μαχητών του φωτός ενάντια στο φασιστικό ζόφο και στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Γι’ αυτό και τα Χθόνια δώματα είναι όντως ενδιαίτημα του θανάτου: δώμ’ Άΐδαο, όπως το΄θελαν, άλλωστε όλοι οι μεγάλοι ποιητές από την εποχή του Ομήρου ( Οδύσσεια μ 21) και εντεύθεν…( Προλογικό σημείωμα του μεταφραστή)


Πάμπλο Νερούδα, Στα χθόνια δώματα. Μετάφραση Γιώργος Κεντρωτής, Ύψιλον 2007

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Η σκαλωσιά

Πώς γίνεται είκοσι χρονών ένα παιδί γεννημένο σε μιαν απόμακρη συνοικία, μέσα σε μιαν αυλή, μόνον η μάνα του μπορεί να το ξέρει. Εγώ και σεις τα φανταζόμαστε όλα, νομίζουμε ότι τα ξέρουμε όλα, ωστόσο απλώς φιλοσοφούμε μπροστά σ’ αυτόν που τα ζει όλα, μπροστά στη μάνα π.χ. που μεγαλώνει το παιδί της στην αυλή μιας μακρινής συνοικίας. Το μόνο πράσινο που είδε αυτό το παιδί, ήταν το χορταράκι που φύτρωνε το χειμώνα ανάμεσα στις πλάκες αυτής της αυλής, κάτω από τα σύρματα ή τα σκοινιά που κρέμονταν τα βρεγμένα ρούχα. Λίγος ήλιος, λίγος αέρας, λίγο γάλα και πολλά ελπιδοφόρα νανουρίσματα και τραγούδια σε πικρό ρυθμό από τα χείλη αυτής της μάνας, που εναγκαλίζεται όλο τον κόσμο, σφίγγοντας με καθαρό μητρικό πάθος το παιδί της στο στήθος της.

Αν μπορούσε ο Πέτρος ―έτσι λέγονταν το παιδί της― θα γίνονταν κάτι άλλο, γιατί στις τρεις τάξεις του δημοτικού που πήγε ήταν ένας καλός μαθητής. Το είπε στη μάνα του και ο δάσκαλος, αλλά εννιά χρονών χρειάστηκε να πουλάει κάτι μικροπράγματα, πότε πασατέμπο, πότε τσατσάρες, είκοσι δραχμών εμπόρευμα σ’ ένα χαρτονένιο κουτί και δεκατέσσερο χρονών να βοηθάει σ’ ένα γιαπί. Από γιαπί σε γιαπί, έφτασε είκοσι χρονών, είχε μάθει την τέχνη κι η μάνα του δεν ξενόπλενε κάθε μέρα μια που ήταν μισοπιασμένη από τ’ αρθριτικά και μια που ο θεός της τα ’φερε βολικά κι ο Πέτρος της έφερνε κάθε Σάββατο τα μεροκάματά του. Νοιάζονταν το μικρότερό της παιδί που κι αυτό κάτι έφερνε στο σπίτι πουλώντας λάστιχα και κοκαλάκια για το γιακά. Όταν ο Πέτρος δούλευε σε κοντινές οικοδομές, του ’στελνε το ψωμί του με το μικρό, γιατί σφίχτηκε η καρδιά της μια φορά που τον είδε ξανεμισμένον πάνω σε μια ψηλή σκαλωσιά.

Της φάνηκε πως η σκαλωσιά έτρεμε, πως τα σανίδια ήταν σάπια, πως ο γιος της κρεμόταν σχεδόν στον αέρα κι από τότε ποτέ δεν της έλειψε η πικρή αυτή συλλογή. Ο γιος της ένα βράδυ της είπε: «Όλος ο κόσμος μάνα έγινε με σκαλωσιές. Χιλιάδες άνθρωποι δούλεψαν και δουλεύουν στις σκαλωσιές. Μη φοβάσαι, προσέχω…». Εκείνη όμως δεν ησύχασε. Είχε δει πως τα σανίδια ήταν λειψά, της είχε φανεί μάλιστα πως η σκαλωσιά που είχε δει έγερνε. Η αγάπη μεγαλώνει τον κίνδυνο, η φαντασία δουλεύει. Κάθε μέρα που περνούσε, κάθε νέο βράδυ που επέστρεφε τον αγαπούσε περισσότερο. Έτρεχε, του ’βγαζε τα παπούτσια και του ’πλενε τα λασπωμένα πόδια. Αγαπούσε ακόμη και το πουκάμισό του που το καλοσιδέρωνε την ημέρα, για να βγει το βράδυ ο γιος της με τους φίλους του, να κάτσει στο καφενείο ή στην ταβέρνα ή να σεργιανίσει στην κεντρική οδό.

Πώς έγινε εκείνη την μέρα κι άλλαξε ο κόσμος, εκείνη δεν το κατάλαβε. Όταν άκουσε την είδηση έπεσε ξερή. Το παιδί είχε πέσει κι είχε μείνει στον τόπο. Ήταν λίγο πριν το μεσημέρι. Το φαγητό του ήταν δεμένο στην πετσέτα και το περίμενε. Τηλεφώνησαν, ήρθε γρήγορα το ασθενοφόρο. Μάταια πράγματα. Η ανάσα του είχε κοπεί. Ο εργάτης που έχωσε μες στο πουκάμισό του κι ακούμπησε το ασβεστωμένο του χέρι στην καρδιά του, το είπε: «Πέθανε». Το βραδάκι που θα σχόλαγαν οι εργάτες θα ξανασυναντούσαν τον σκοτωμένο τους σύντροφο στο σπίτι του, ξαπλωμένον, αμίλητον, όμορφον όπως πάντα, είκοσι χρονών για πάντα.

Ο ίδιος εργάτης που έβαλε το χέρι στην καρδιά του, πήρε με το σχόλασμα και την πετσέτα με το φαΐ του Πέτρου μαζί του. «Θα το πάω στο σπίτι, είπε, για το άλλο της παιδί». Η μάνα του είχε πλύνει για τελευταία φορά τα πόδια και του είχε φορέσει το καλό του πουκάμισο. Στον κόσμο τα ίδια δάκρυα έχουν διαφορετικό βάρος.

Σας έγραψα σήμερα μια πολύ κοινή ιστορία, που την έμαθα αρχίζοντας από το τέλος της. Ένα βράδυ μου ’δειξαν μια γυναίκα, που ανέβαινε σ’ ένα λόφο, κοιτούσε τις σκαλωσιές των οικοδομών που χτίζονταν κι έκανε το σταυρό της. Παρακαλούσε για τα παιδιά όλου του κόσμου, που δουλεύουν στις σκαλωσιές.



Νικηφόρος Βρεττάκος

Δρόμοι της Ειρήνης, αρ. 56, Σεπτέμβρης 1962

Αναδημοσίευση από το ΕΝΩΜΕΝΟ ΚΤΙΣΤΑΔΙΚΟ

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

"... Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σαν τον αντρειωμένο εκείνον, πέντε νύχτες πάλεψε με τον Χάρο στα δικά του μαρμαρένια αλώνια..."

...Έβγαινε ο Μάης, πήγε 22, μεσοβδόμαδα, ημέρα Τετάρτη, από νωρίς το απόγευμα έβρεχε πάλι. Από τη "Σπουδάζουσα" τους είχαν ειδοποιήσει την προηγούμενη πως το βράδυ θα μιλούσε ο βουλευτής Γρηγόρης Λαμπράκης. Η φωτογραφία του πάνω στον τύμβο των Μαραθωνομάχων, με τα χέρια ανοιχτά σαν φτερούγες αετού να απλώνουν πανώ με το σήμα της ειρήνης, είχε κάνει το γύρο του κόσμου και έβγαλε για λίγο τον Νικήτα από τον βαθύ λήθαργό του.
Και μετά ήρθαν μέρες που η μικρή ιστορία του, το άχαρο μονοπάτι της ζωής του θα έβγαινε στους ματωμένους δρόμους της Ιστορίας - η προδομένη αγάπη του, ακόμη και οι σπουδές του δεν θα είχαν πια σημασία γι' αυτόν. Ο Γρηγόρης Λαμπράκης, σαν τον αντρειωμένο εκείνον, πέντε νύχτες πάλεψε με τον Χάρο στα δικά του μαρμαρένια αλώνια. Ένα βουβό πλήθος, σαν τελετουργικός χορός, τον παράστεκε και τον φρουρούσε. Τη δεύτερη μέρα, απόβραδο, ήρθε ο Γιάννης Ρίτσος. Πέρασε τότε για λίγο η Σόνια` είχε την καλοσύνη μάλιστα, εξαντλώντας όλη την παλιά τρυφερότητα, να συμβουλέψει τον Νικήτα να προσέχει, ο τόπος, είπε, γύρω από το Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ ήταν γεμάτος από χαφιέδες και ασφαλίτες. Μαζί της έσερνε κι έναν άχαρο ψηλό με χοντρά γυαλιά που την κρατούσε σφιχτά από το χέρι μην τυχόν και τη χάσει. Την τρίτη μέρα ο Μίκης Θεοδωράκης μίλησε στα Προπύλαια για το τέρας του φασισμού που άπλωνε πάλι τα μαύρα πλοκάμια του. Στο αντικρινό πεζοδρόμιο μια θρασύδειλη ομάδα από ΕΚΟΦίτες, που ήταν και στην αντισυγκέντρωση τη νύχτα του φονικού, είχε μαζευτεί και τον χλεύαζε. " Τα μπουζούκια στα μπουζούκια" φώναζαν ρυθμικά. Στη φωτογραφία, όπου οι φοιτητές τον έχουν σηκώσει στους ώμους τους και κατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, ο Νικήτας είναι στην πρώτη γραμμάη με μερικούς άλλους από τη " Σπουδάζουσα" της ΕΔΑ. 
Μεσάνυχτα της Κυριακής, βαριά λαβωμένος, ο περήφανος αετός έσβησε. Η συγκέντρωση της ΦΕΑΠΘ είχε απαγορευτεί. Από νωρίς οι χωροφύλακες, φορώντας κράνη, είχαν απλωθεί στην πλατεία του Χημείου και μαι διμοιρία τους είχε κλείσει την Πανεπιστημίου στο Σιντριβάνι. Την ώρα που περνούσε ο νεκρός, οι φοιτητές έσπασαν το μπλόκο κι έφτασαν στην Καμάρα. Έτρεχαν στο δεξί πεζοδρόμιο κραυγάζοντας " Ο Λαμπράκης ζει", πίσω από τη νεκροφόρα που σε μιαν έρημη Εγνατία έτρεχε δαιμονισμένα για το Σταθμό. Στο Βαρδάρι τους περίμεναν άλλοι χωροφύλακες. 'Επεσαν μανιασμένοι επάνω τους, τους σκόρπισαν, τους στρίμωξαν στην Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, τους κυνήγησαν ως την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων. Ο Νικήτας, μαζί με μερικούς ακόμη, πέρασε μέσα από κάποιο σπίτι, που τους άνοιξαν, και βρέθηκε ψηλά, δίπλα στα βυζαντινά τείχη.
Γύρισε ξέπνοος και τσακισμένος και βρήκε τον Κώστα με τη Θεσσαλονίκη στα χέρια του. " Ωραία, δε φτάνει που φιγουράρεις εδώ στην πρώτη σελίδα, τρέχεις τώρα να σε τραβήξουν και νέες πόζες. Καλά, εσύ δεν ξέρεις πως απ' αυτούς που σας φωτογράφιζαν σήμερα στο Συντριβάνι και στο Βαρδάρι οι μισοί είναι από το " Σπουδαστικό" της Ασφάλειας; Σας έχουν σταμπάρει όλους, και να δεις που θα σας τυλίξουν τώρα σε μια κόλλα χαρτί για συμμετοχή σε παράνομη διαδήλωση και διατάραξη της κοινωνικής γαλήνης".
" Ας με τυλίξουν, δε με νοιάζει" έκοψε την κουβέντα ο Νικήτας...( απόσπασμα)


Γιάννης Ατζακάς, Λίγη φλόγα, πολλή στάχτη. Διηγήματα. Άγρα, 2015

 Συλλογή οκτώ διηγημάτων όπου " οι ήρωες γνωρίζουν στην αρχή λίγη αναγνώριση, μια πρόσκαιρη ανάδειξη, μιαν ελάχιστη, όσο το φως μιας αστραπής, έκλαμψη ευτυχίας` κι ύστερα, άλλοι από τις τροπές της Ιστορίας, άλλοι από τις μετεμφυλιακές διώξεις και τα κολαστήρια της χούντας, κάποιοι από ανεκπλήρωτους και προδομένους έρωτες, μερικοί από κακοτυχία, αρρώστιες και θάνατο, όλοι τους κατακρημνίζονται, καταβυθίζονται στο σκοτάδι...
Στις οκτώ αυτές ιστορίες μια μακριά "κόκκινη κλωστή" κόβεται και δένεται ξανά: βγαίνει από τις τέφρες της Μεγάλης Καταστροφής, περνά από το Μεσοπόλεμο, χάνεται στις σκοτεινές διαδρομές του Εμφυλίου και της Δικτατορίας και φτάνει ως την ύστερτ Μεταπολίτευση, όταν οι πρώτοι τριγμοί της επερχόμενης κατάρρευσης είχαν αρχίσει κιόλας να ακούγονται - από όσους, βέβαια, είχαν αυτιά για να τους ακούσουν" ( από το οπισθόφυλλο)

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό… (αφήγηση για την ανυπακοή, την εξορία και το νόστο)


Γράφει η ofisofi // atexnos

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)  υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε 28 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Καταγόμενος από την Αμαλιάδα, δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ. Το 1947 στρατεύτηκε αλλά στις αρχές του 1948 αυτομόλησε και πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα βρέθηκε και αυτός πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, μετά στο Βουκουρέστι το 1954 και στη συνέχεια, το 1956, στη Μόσχα όπου φοίτησε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο μέχρι το 1961. Το 1953 το Στρατοδικείο Ιωαννίνων τον καταδίκασε τρις εις θάνατον.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μελετώντας ακόμη και ελληνικά λεξικά. Η ευρυμάθειά του τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον ρώσικο πολιτισμό και τη ρώσικη λογοτεχνία.

Το έργο του είναι πολυποίκιλο, ευρύ ως προς τη θεματολογία και το χαρακτηρίζει η προσπάθεια ανανέωσης της γραφής και η υιοθέτηση ενός προσωπικού ύφους. Καταπιάνεται με θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν  μοναδικά για τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, όπως οι βιογραφικές μυθιστορίες.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου έγινε με τον β’ τόμο από τις «Νύχτες και Αυγές – Τα βουνά» πριν πέντε χρόνια. Αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσω να αναζητώ και άλλα έργα του συγγραφέα. Δυστυχώς η αναζήτηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς οι εκδόσεις των βιβλίων είχαν εξαντληθεί. Μπόρεσα όμως  να βρω τα περισσότερα κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση συνεχίζεται και σιγά σιγά ανακαλύπτω τον γοητευτικό και μοναδικό κόσμο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.


Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι αναπτύσσει συνεχώς ένα θέμα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα δίνοντάς του τη συνέχεια.

«Τα βιβλία μου ανεξάρτητα από πού παίρνουν την ύλη, ανεξάρτητα επίσης κι από τα είδη που καλλιέργησα, έχουν κάτι χερούλια και πιάνονται απαραίτητα από το παραμύθι της ζωής μου…»

Το έργο που θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογοτεχνικής του δουλειάς  και υπήρξε το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του Αλεξανδρόπουλου όπως τα Αρματωμένα χρόνια, Νύχτες και Αυγές στα οποία κατέθεσε την αγωνιστική του εμπειρία από τα  χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στα επόμενα, τα οποία χαρακτηρίζουν οι στοχαστικές αναζητήσεις, είναι το μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού.

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στη δεκαετία του 1960, μια εποχή πολύ σημαντική για τον κόσμο και ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κλίμα, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τις πολιτικές  αλλαγές, ευνόησε μια στροφή στη θρησκεία και μέσω αυτής στη μεσαιωνική σκέψη και στο μεσαιωνικό άνθρωπο επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο την παλιά Ρωσία στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Αυτή την κρίσιμη εποχή ο άνθρωπος και συγγραφέας  Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γνώρισε τη μορφή του Μάξιμου του Γραικού. Τον «συνάντησε» μια μέρα μπροστά στον τάφο του σε μια εκκλησία της μονής του Σεργίου σε επίσκεψή του στο Μουσείο εικόνων, σε μια «καλογραμμένη εικόνα του 17ου αι.». Η λόγια ελληνική μορφή του Μάξιμου κέντρισε το ενδιαφέρον του και του έδωσε το έναυσμα να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτόν.

«…Εκείνο τον ίδιο χρόνο επήγα μ’ έναν φίλο μου να δω το ιστορικό μοναστήρι των Ρώσων, τη μονή του Σέργιου στο Ζαγκόρσκ. Εκεί, σ’ έναν από τους ναούς μέσα, είδα ξαφνικά τον τάφο του Μάξιμου. Αυτός ο καλόγερος, πεθαμένος ακριβώς τετρακόσια χρόνια πριν, μου ήταν τελείως άγνωστος. Ήταν όμως λόγιος και ήταν κι αυτός Γραικός. Ήταν ξενιτεμένος, παιδεμένος και πεθαμένος εδώ στη Ρωσία. Είχε πεθάνει εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, τούτη την ίδια χρονιά, τέσσερους αιώνες πριν.

Αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μόνα τους κάπου μπήκαν και ρίζωσαν – εκεί στο ίδιο μέρος όπου είχε φυτευτεί κι εβλάσταινε γοργά το αίσθημα μιας άλλης ηλικίας. Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια μπροστά. Στο μυθιστόρημά μου από αφορμή τον βίο του Μάξιμου, τις μέρες που πεθαίνει σ’ αυτό το μοναστήρι, ο Γραικός λέει στον άλλο αδελφό:

– Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει μπροστά έως το τέλος του Αιώνα.»

Ο Μάξιμος ήταν  υπαρκτό και σημαντικό ιστορικό πρόσωπο. Ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης και είχε γεννηθεί στην Άρτα το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1470 και 1480. Οι σπουδές του ξεκίνησαν από την Κέρκυρα και συνεχίστηκαν στην Ιταλία. Ήταν  ένας Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης που δούλεψε στην αντιγραφή και μετάφραση αρχαίων κειμένων από χειρόγραφα και επιμελήθηκε ελληνικά βιβλία. Ασκήτεψε για ένα μικρό διάστημα  στο μοναστήρι  του Αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας και όταν έφυγε από εκεί δούλεψε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου. Επειδή όμως δεν έβρισκε το περιβάλλον ταιριαστό με το χαρακτήρα του έφυγε από την Ιταλία και πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία. Έζησε εκεί από το 1518  έως το 1556. Τα χρόνια αυτά που αποτελούν τη ρωσική περίοδο του Μάξιμου,  συνέπεσαν με τη βασιλεία του πρίγκιπα Βασιλείου και του Ιβάν του Τρομερού. Το έργο του υπήρξε πολύ σπουδαίο αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι «ο Μάξιμος  εγκαινίασε στη Ρωσία τον τύπο του Φρονηματία διανοούμενου, που το ιδανικό του μπλέκεται δραματικά  με τα σχέδια και τις ιδέες των ανθρώπων και της εποχής του».

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε να σχολιάσει τα γεγονότα της εποχής τους αφηγούμενος τη ζωή του Μάξιμου στη Ρωσία  στα μέσα του 16ου αι., καθώς  είδε τη μορφή του Μάξιμου να μπαίνει με δραστήριο τρόπο στα ηθικά και ιστορικά προβλήματα της δικής του εποχής και δράσης.

Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Η γνωριμία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου με την προσωπικότητα και το έργο του Μάξιμου του φανέρωσε μια ταύτιση στη σκέψη και στην ψυχή τους. Υπήρξε μια αλληλεπίδραση ανάμεσά τους τόση που οδήγησε τον Αλεξανδρόπουλο να γράψει «αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλον από τα σπλάχνα μου».

Δυο στίχοι δημοτικού τραγουδιού

« Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;

– Χτίζουν τα σιδερόκαστρα να μην τους πάρει ο Χάρος!»


σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα από τον Μάξιμο έγιναν η βάση  πάνω στην οποία γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, δηλαδή η συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι μια ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα  και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας.

Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56 , μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα.

Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»
Τα γεγονότα αυτά άγγιξαν τον Αλεξανδρόπουλο και είχαν άμεση σχέση με τη δική του μοίρα, της εξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς. Εξ αιτίας αυτού η συγγραφή του μυθιστορήματος για τον Μάξιμο ξεφεύγει από την απλή αφήγηση και τη βιογραφική απόδοση του και γίνεται στοχαστική αφήγηση μέσω της οποίας συνδέθηκε το παρελθόν με το παρόν που βιώνονταν με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Ο τρόπος που ζει και νοσταλγεί ο Μάξιμος αποκαλύπτει και τη δική του νοσταλγία και τον πόνο για την πατρίδα.

Από την άλλη στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονη αποτύπωση της δεκαετίας του 1960 με τα δικά της ενδιαφέροντα, τις ανακατατάξεις και την πίστη σε πιο ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Παρ’ όλα αυτά τα καινούρια, που πίστευαν ότι  έφερναν οι πολιτικές εξελίξεις, το μυθιστόρημα μπήκε στο συρτάρι και διαμορφώθηκε  οριστικά στα 1967 – 1969. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1976 μετά τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και το 1980 μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε από τις «Λογοτεχνικές Εκδόσεις» της Μόσχας.

Ο Μάξιμος είναι ο άγιος των ρώσων συγγραφέων. Μέσα από τη ζωή και το έργο του φωτίζεται ο τύπος εκείνος της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα που πλήρωσε με την ελευθερία του και τη ζωή του τον ανθρωπισμό, τα όνειρα , την τόλμη του. Η οπτική γωνία με την οποία ο Αλεξανδρόπουλος προσέγγισε το Μάξιμο τον βοήθησε να δει την ψυχική του ένταση που είχε διπλό χαρακτήρα, από τη μια οι δοκιμασίες σε σχέση με τους άλλους και από την άλλη οι δικές του εσωτερικές δοκιμασίες, οι οποίες αποτελούν το εγκυρότερο γνώρισμα της διαχρονικότητας του. Εκείνο που κέρδισε τελειωτικά τον Αλεξανδρόπουλο και αποτέλεσε  το πιο στέρεο στήριγμα στη δουλειά του τη σχετική με τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η σύνδεση με τα παθήματα και μαθήματα της δικής του γενιάς έτσι όπως εκφράστηκαν μέσα από τα οράματα και τις περιπέτειες του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία είδε να εκφράζονται με την εξομολόγηση του Μάξιμου.

«Άνω και κάτω, ως υπό ποικίλων ανέμων εν μέσω θαλάσσης σαλευομένη ναυς περιπλανάσθαι με»



Το πρόβλημα του συγγραφέα ήταν πώς να δέσει τους προαναφερθέντες στίχους του δημοτικού τραγουδιού με αυτή την εξομολόγηση.

Μέσα από τη δουλειά του για το Μάξιμο ανέδειξε διαχρονικά το βαρύ τίμημα των αγωνιζόμενων ανθρώπων με το οποίο πλήρωσαν την πίστη τους στις  ηθικές αξίες της ζωής και την αντίστασή τους στην εξουσία.

Ο Αλεξανδρόπουλος επιλέγει την αποσπασματική ροή της αφήγησης με σκηνές από τη ζωή του Μάξιμου αγγίζοντας ερωτήματα και προβληματισμούς από τη ζωή του ήρωά του. Όμως το κύριο μέλημά του δεν ήταν να απαντήσει σ’ αυτά αλλά «να προβάλει την πνευματική και ηθική στάση του ανθρώπου στα χίλια δυο μπλεξίματα της ζωής του και την αντίστασή του στην ισχυρή εξουσία». Δημιουργεί ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο προσπαθεί  να ενσαρκώσει την όρθια πνευματική συνείδηση την οποία θεωρεί φορέα της εσωτερικής αλήθειας.

Ο Μάξιμος του Αλεξανδρόπουλου έχει κοινά σημεία με τον ίδιο καθώς είναι και αυτός εξόριστος, έχει την ίδια καταγωγή, μιλά την ίδια γλώσσα. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις διάφορες μορφές εξουσίας και το μαρτύριό του συνεχίζεται μεταθανάτια. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχόλησε τον Αλεξανδρόπουλο, η μεταθανάτια σκλαβιά του Μάξιμου και διαχρονικά του ανθρώπου. Ο Μάξιμος έζησε μαρτυρικά αλλά δεν απελευθερώθηκε μετά το θάνατό του καθώς βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνους που τον κατάλαβαν και τον σεβάστηκαν και στους άλλους που τον εχθρεύτηκαν, τον πολέμησαν, τον καπηλεύτηκαν. Η ιστορία του αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη πείρα και δοκιμασία και ως ένα υπόδειγμα  γεμάτο δυνατότητες για επανάληψη. Είναι και αυτό ένα σημείο σύνδεσης και ταύτισης του συγγραφέα με τον Μάξιμο, διότι και αυτό το ίδιο  το μυθιστόρημα του  δεν έγινε κατανοητό από αρκετούς που το διάβασαν.

«…Αυτή την άλλη όψη από το παράδειγμα του Μάξιμου, τα μεταθανάτια μαρτύριά του, δοκίμασα να συμπυκνώσω σ’ ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να πήγαινε σ’ ένα βιβλίο, όπως το δικό μου, σαν ένας υπαινιγμός, αφού ετοίμασα για το κεφάλαιο αυτό μια θέση στη μέση περίπου του αναγνώσματος και το έβαλα κάτω από έναν τίτλο που έδινε το απαραίτητο σήμα: Τα υπέρ και τα κατά (η Κρίση της Ιστορίας), κρεμώντας κι από κάτω, για περισσότερη ασφάλεια, μια ταμπελίτσα με τον στίχο του Παλαμά: …μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη, από το ποίημά του «Η Σκέψη», ο πρώτος στο τετράστιχο:

Άγγελε, μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει για να σφίξη σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; Κι ο κόσμος θα’ χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα’ χη τελειωμό!

Μα φρούδες οι ελπίδες μου όλες… Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι εδώ στον τόπο μας διάβασαν αυτό το βιβλίο, ξέρω όμως ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν τι θέλει  κι αυτό το κεφάλαιο με το ανθολόγιο της βιβλιογραφίας στη μέση ενός μυθιστορήματος. Τα  βιβλία έχουν μια δική τους τύχη, αλλά δεν είναι μικρή η σημασία που κρατεί για τη μοίρα του βιβλίου η ιδιοσυγκρασία και η μοίρα των ηρώων του. Και εδώ και στη Ρωσία το βιβλίο μου έχει τώρα τριάντα περίπου χρόνια που περπατεί με το αργό γεροντικό βήμα του ήρωά μου. Όσο πιο αργά βαδίζεις, λένε κι οι παροιμίες, τόσο μακρύτερα πας. Παράδοξο, αλλά είθε να’ ναι έτσι…».

Ο πυρήνας του έργου είναι η εξορία του ανθρώπου από τον τόπο του, η πολιτική εξορία. Τονίζεται όμως η πολύμορφη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου με το περιβάλλον του, η οποία τον οδηγεί στην αυτοεξορία και μέσα στον ίδιο του τον τόπο. Επομένως ο Μάξιμος αντιπροσωπεύει τον ακέραιο πνευματικό άνθρωπο κάθε εποχής  που γίνεται τραγικό θύμα επειδή πίστεψε στη δικαιοσύνη και την αλήθεια, αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολέμησε την τυπολατρία και την κάθε μορφής αλητεία. Είναι ο αλύγιστος πνευματικός άνθρωπος που άντεξε στις δοκιμασίες και στον πόνο. Το όπλο που τον βοήθησε να βρει διέξοδο στον πόνο και στη σκέψη ήταν η πέννα του – το «έκτο δάκτυλο».

«Έτσι γινόταν πολλά χρόνια. Τον καίγαν, τον τσιγάριζαν, τον ψάχναν, του τα παίρναν όλα, όμως το έκτο δάκτυλο, δεν το πήραν. Το κράτησε.

“Εσύ είσαι – έσκυφτε και του ψιθύριζε – η μόνη καταφυγή μου,
η βάρκα μου, το ιστίο μου και το κουπί μου.
Εσύ ΄σαι η φτερούγα μου που πάει στους αιθέρες,
ο ήλιος ο γλυκός τις μαύρες τούτες μέρες.
Με σένα, κοφτερό υνί, σκίζω το χώμα,
το που μου δίνει το ψωμί και ζω ακόμα.
Χαίρε το που σε θραύουν και δε θραύεσαι,
Χαίρε το που σε καίνε και δεν καίγεσαι.
Χαίρε το που ξαναγεννάς τους συλληφθέντας αισχρώς,
Χαίρε η θεία άκρη σου που σκάει το πρώτο φως.
Αν, Θε μου, απομακρύνθηκα από τον αφαλό μου,
ο Ύμνος κι η Ωδή στο έκτο δάκτυλό μου.
Χαίρε το αήττητο, Χαίρε το ακάματο
Καλάμι μου, αθάνατο..».

Η τραγικότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ αγωνίζεται με τη ψυχή και το σώμα για τους συνανθρώπους του, πληρώνεται με προπηλακισμούς και πίκρα.

Τόσο ο Μάξιμος όσο και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος βιώνουν την εξορία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου συνθέτει μια στάση ζωής με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία με τη σειρά της επιδρά στη δημιουργία πνευματικής ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διανοητικής πορείας και λόγω του μακρόχρονου εκπατρισμού ο Αλεξανδρόπουλος ξεκόβεται από την εθνική επικαιρότητα και συνδέεται με την ανθρώπινη. Αυτό τον οδηγεί στην ευρύτερη επεξεργασία και ανάπτυξη ενός θέματος μέσα στο μυθιστόρημα δίνοντάς του συνέχεια. Τα βιώματα της εξορίας δημιουργούν νέες συνθέσεις στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη συνείδηση τόσο σε σχέση με την εξουσία όσο και με το θάνατο.

«…το σχέδιο των σχεδίων που είναι η επιστροφή στην πατρίδα.

Ένα σχέδιο με πολλά άλλα σχέδια μέσα του και με πολλή και ευνόητη λαχτάρα που τη ζω κι’ εγώ ως ξενιτεμένος λογοτέχνης – ο λογαριασμός βλέπετε είναι διπλός. Και είναι πολύ βαρύς λογαριασμός. Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης, εν πάση περιπτώσει, ο πεζογράφος – για να είμαι και μέσα στην περίπτωσή μου – όταν μάλιστα έλειψε από την πατρίδα του τα πιο κρίσιμα χρόνια, τότε που διαμορφώνεται ο άνθρωπος και κατασταλάζει – έχει να κάνει μια πραγματικά σκληρή καθημερινή εξαντλητική προσπάθεια για να μπορεί να καλύπτει τα κενά, τα μεγάλα κενά και την μεγάλη απόσταση από τον τόπο του. Είναι κυριολεκτικά διχοτομημένος, ο μισός εδώ και ο άλλος μισός εκεί κάτω. «Είμαι εις την Κέρκυραν, έλεγε ο Σολωμός, δεν είναι όμως εδώ η ζωή μου». Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να λέμε τώρα κι’ εμείς. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, τι σοβαρή επίδραση έχει πάνω στη δουλειά μας – χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί αφορά, μου φαίνεται, και τους άλλους συναδέλφους που είναι εκπατρισμένοι. Ζούμε βέβαια και δουλεύουμε μέσα σ’ ένα εκατό τοις εκατό μικροκλίμα, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μικροκλίμα…».

Με τον Μάξιμο ζωντανεύει τον άνθρωπο και την εποχή του δίνοντας όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Η νοσταλγία για την πατρίδα, η εξορία σε ξένη χώρα, ο καημός της ξενιτειάς  και το γράψιμο είναι τα κοινά σημεία των δύο πνευματικών ανθρώπων.

Γράφει  στην ελληνική γλώσσα  αναγνωρίζοντας όμως τη δημιουργική κατεύθυνση  που έδωσε στο έργο του η ουσιαστική επαφή του με το ρωσικό πολιτισμό. Η μορφή του Μάξιμου ήταν η αρχή, το κίνητρο για το ενδιαφέρον και την επικοινωνία του Αλεξανδρόπουλου με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Γκόρκι κ.α.

Δεν τον ενδιαφέρει να προβάλει τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο την ψυχολογία των προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν ή επηρεάζονται από γεγονότα που ξεπερνούν την εποχή τους. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε τολμηρό και μοναχικό  τόσο για την επιλογή του θέματος όσο  και για την ανασύνθεση του υλικού. Δύσκολο και πυκνό στα νοήματά του, γραμμένο με πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο.

«…το έργο δεν είναι τυπική βιογραφία. Αυτό που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το υλικό και τους τρόπους οργάνωσής του είναι η έλλειψη ομοιογένειας . Το υλικό είναι μίγμα αφενός ιστορικών πληροφοριών πρωτογενών και δευτερογενών… και αφετέρου αφηγηματικών “περασμένων” με φανταστικές σκηνές, διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και σκέψεις των προσώπων και του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα της πρόσμιξης είναι η συνύπαρξη διαφορετικών ειδών λόγου καθώς και διαφορετικών εκφάνσεων λόγου της ίδιας κατηγορίας, η συνύπαρξη ιστορικών και πλασματικών αποσπασμάτων, διαφορετικών υφών σε αποσπάσματα τριτοπρόσωπης αφήγησης και ακόμη η συνύπαρξη μεταφρασμένων και αμετάφραστων κειμένων εποχής…»

Ο Μάξιμος ήταν ένα ξεχωριστός λόγιος όχι απλά ένας γραφιάς που οι ηθικές και πνευματικές του αναζητήσεις τον οδηγούν στη Ρωσία για να ζήσει μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της. Αυτό ξεχωρίζει τον Μάξιμο από τους άλλους λογίους στην Ιταλία. Αυτό είναι το σημείο διαφοροποίησης της οπτικής γωνίας του Αλεξανδρόπουλου και από αυτό το σημείο αρχίζει την αφήγηση σκηνών της ζωής του Μάξιμου στο φόντο των ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον μέσα στις σελίδες του κουβαλάει τον πόνο και τον καημό της ξενιτιάς .

«Η ανείπωτη και στερνή δοκιμασία του ανθρώπου που κρατιέται με τη βία μακριά από τα πατρικά χώματα για να πεθάνει με το όραμα της Ιθάκης και με την ψευδαίσθηση της μυρουδιάς του κέδρου και της φασκομηλιάς, της θρούμπας και της ρίγανης της πατρίδας».



Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, 2η έκδοση











Για τη συγγραφή του κειμένου πολύτιμα βοηθήματα στάθηκαν:

1) Το σημείωμα του συγγραφέα στη ρωσική έκδοση του μυθιστορήματος (1980)

2) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

3) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Β. Οι άλλοι πόλεμοι – Ο αδελφός ο Βάσιας με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

4) Σόνια Ιλίνσκαγια, Μια συνάντηση στο χώρο της ελληνικής διασποράς. Κατάθεση μαρτυρίας. Ουτοπία, 25, Μάιος – Ιούνιος ΄97

5) Έρη Σταυροπούλου, Οι βιογραφικές μυθιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

6) Γερασιμία Μελισσαράτου, Τα πολλά και το ένα: Η σύνθεση του μυθιστορήματος του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

7) Βενετία Μπαλτά, Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Πρακτικά Δ’ Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9 -12 Σεπτεμβρίου 2010, τ.Β΄, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών 2011

8) Έρη Σταυροπούλου, Ο «Μάξιμος ο Γραικός» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: μια πρόταση ανανέωσης του ιστορικού μυθιστορήματος, Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 7, Νοέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998

9) Κ.Λεούση, Αναφορά στο νέο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού. Ριζοσπάστης 20/8/1976

10) Σταύρου Ζορμπαλά, Το μήνυμα του Μάξιμου του Γραικού, Ριζοσπάστης 17/9/1976

11) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης…» Μια έρευνα μεταξύ των συγγραφέων και των ποιητών, εφημερίδα Αυγή, 10/9/1954 από τα ΑΣΚΙ

12) Συνέντευξη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Αιμιλία Υψηλάντη, Ριζοσπάστης 24/1/1975