Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Κατά το ηλιοβασίλεμα Γέμισε η Λίμνη Χρώματα...


Την πιο μελαγχολική
Ώρα της ημέρας
Κατά το ηλιοβασίλεμα
Γέμισε η Λίμνη
Χρώματα
Ασημένια, βαθιά μπλε,
Κατακόκκινα, παλλόμενα πράσινα
Και Χρυσαφιά
Ξέβαψαν
Τα φουστάνια
Των πνιγμένων γυναικών

                                      Άννα Δερέκα

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Μουργκάνα: εκεί που είναι χαραγμένη ανεξίτηλα η ψυχή του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας


Κείμενο – φωτογραφίες: ofisofi // atexnos

«…Η Μουργκάνα είναι ένα πολύ θεαματικό βουνό. Από την άλλη μεριά, την ποταμιά του Καλαμά, δεν παρουσιάζει παρά ένα συνηθισμένο ορεινό θέαμα τελείως άμορφο, δεν έχει κάτι να το συσπειρώνει – στο περαστικό βλέμμα τουλάχιστον – σ’ ένα σύνολο με χαρακτήρα, να στεριώνει εντυπωσιακές βουνίσιες εικόνες. Από δω όμως , από τα καταπληκτικά μπελβεντέρε του Κασιαδιάρη, προσφέρεται αμέσως όλο το βουνό από κάτω ως απάνω, μοναδικό, ήμερο κι άγριο μαζί, χωρίς ξαφνικά τινάγματα, καθόλου γοτθικό το οικοδόμημα, όρθια όλη μαζί η Μουργκάνα, μια φοβερή αγιασοφιά χωρίς ένα μιναρέ, πελώριες συμπαγείς μάζες σε συμπλέγματα γυμνών συνεχόμενων τρούλων που ανέρχονται ομαλά ο ένας στον ώμο του άλλου και δεν ανακαλύπτεις αμέσως πού είναι ο μεγάλος σταυρός. Όλες είναι κορφές κι όλες ογκώδεις και θεόρατες. Το βουνό αυτό έχει σώμα και πρόσωπο, το βλέπεις και σου μένει.

Ανατολικά, εκεί που βλέπαμε εμείς, η βουνίσια ανάπτυξη με τις αλλεπάλληλες δρασκελιές σε κάποιο σημείο κόβεται και παίρνει απότομη κλίση, σχεδόν κάθετη, σχηματίζοντας σε αρκετή έκταση ένα στεφάνι, όπου ακουμπούν πιο πυκνοί και μεγάλοι οι κορυφαίοι τρούλοι. Τα παιδιά της ομάδας, ανύποπτοι πληροφοριοδότες, μου έλεγαν ότι εκεί κάτω χαμηλά στο βάθος, είναι η Κουσοβίτσα, τελευταίο αλβανικό χωριό προς τα σύνορα και η γραμμή των συνόρων περνά εκεί δίπλα.
Το κράτησα αυτό. Με τα κυάλια του επιλοχία έβλεπα να κολυμπά εκεί πέρα, όσο ακόμα ήταν φως, η άσπρη κουκκίδα του φυλακίου που το κρατούσαν οι αντάρτες…»(1)

Κυριακή πρωί, με έναν άστατο καιρό που θύμιζε φθινόπωρο μέσα στο καλοκαίρι, ξεκινήσαμε για τη Μουργκάνα από τον παλιό δρόμο Ιωαννίνων – Ηγουμενίτσας. Ακολουθώντας τη ροή του Καλαμά πήραμε το φιδογυριστό  και στενό δρόμο για τα χωριά της Μουργκάνας, με προορισμό τον Τσαμαντά.  Μια λεπτή γάζα ομίχλης κάλυπτε τις καταπράσινες όχθες του ποταμού και στις πλαγιές αναδύονταν μικρά χωριά και οικισμοί, έρημα τα περισσότερα.
Στο Κεφαλοχώρι (Γλούστα) της Θεσπρωτίας συναντήσαμε το μνημείο των αγωνιστών του αγροτικού κινήματος. Προσκύνημα στους αγρότες της περιοχής που αγωνίστηκαν διεκδικώντας ένα κομμάτι γης. Ο αγώνας των αγροτών ήταν μακροχρόνιος – κράτησε περισσότερο από 70 χρόνια – και αιματηρός. Στην ιστορία του αγροτικού κινήματος έμεινε γνωστός ως «το Κιλελέρ των 16 χωριών της Θεσπρωτίας». Από το 1858 έως το 1930 οι κολίγοι της περιοχής του Κεφαλοχωρίου και των υπόλοιπων χωριών έδωσαν σκληρούς  αγώνες, όταν οι αγάδες των Φιλιατών επιχείρησαν να μετατρέψουν αυτές τις περιοχές σε τσιφλίκια τους. Τα χωριά αυτά, κεφαλοχώρια, διοικητικά ανήκαν στον Σουλτάνο και σε αυτόν απέδιδαν το φόρο της δεκάτης. Η πρώτη μεγάλη και οργανωμένη αντίδραση των χωρικών ξέσπασε το 1866 στην υποδιοίκηση των Φιλιατών. Επειδή δεν υπήρξε ικανοποιητική απάντηση στα αιτήματά τους 1000 κάτοικοι των χωριών της Μουργκάνας συγκεντρώθηκαν στις 25 Απριλίου 1866 με γεωργικά εργαλεία και παρέμειναν για μέρες στη διοίκηση Ιωαννίνων. Η απάντηση των αγάδων ήταν σκληρή και προχώρησαν σε εκτελέσεις, απαγχονισμούς, φόνους, βιασμούς, εκτοπίσεις και εκφοβισμούς σε βάρος των αγροτών και των ηγετών του κινήματός τους. Ο αγώνας των αγροτών κατέληξε στα δικαστήρια και έληξε στις 14 Δεκεμβρίου 1930 με τη θετική απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων για τα 16 χωριά της Μουργκάνας.
Ανηφορίζοντας για τον Τσαμαντά ο δρόμος είναι δύσκολος, γεμάτος κλειστές στροφές. Το τοπίο κατάφυτο γεμάτο μυρωδιές  και χρώματα. Αρκετά έξω από το χωριό κατεβαίνουμε από τα λεωφορεία. Ένα ζωηρό πλήθος από νέους και ηλικιωμένους κρατώντας κόκκινες σημαίες και πανώ κατηφορίζει τον σκιερό από την πλούσια βλάστηση δρόμο και φτάνει στην πλατεία του χωριού Τσαμαντάς. Μεγάλα πλαίσια με αφίσες και ενημερωτικό υλικό για τη δράση του ΔΣΕ στην περιοχή  είναι στημένα. Ένα μικρό βιβλιοπωλείο, μια μεγάλη εξέδρα και αντάρτικα τραγούδια μας υποδέχονται. Κάτω από τα βαθύσκιωτα πλατάνια τραπέζια, καρέκλες.

Έχει μεσημεριάσει, ο ήλιος είναι δυνατός και η πορεία για το ύψωμα Σταρόβα αρχίζει. Μια μεγάλη και μακριά γραμμή, από ανθρώπους που ανεβαίνουν,  σχηματίζεται. Το μονοπάτι κακοτράχαλο και δύσβατο. Παντού μυτερά βράχια, πέτρες και πλακαριές σχεδόν όρθιες. Η ανάβαση δύσκολη κάτω από τον ήλιο.
«…Είχα σταματήσει μπροστά σε μια ολόγυμνη κάθετη πέτρα. Έπειτα θα μάθω ότι εκεί δεν ήταν το τέλος της χαράδρας.

Η χαράδρα εδώ στενεύει σαν τη μύτη της σφήνας, σκίζει στα δύο τα βράχια της κορυφής και μπήγεται μέσα πολύ βαθιά, αλλά με μια κλίση που από βήμα σε βήμα γίνεται πιο κοφτή, πιο ακατόρθωτη.

Έπρεπε κάπου εδώ να σταματήσω. Καταλάβαινα πως οι δυνάμεις μου δεν έφταναν να συνεχίσω. Εδώ πάνω τα πράγματα αγρίεψαν πολύ, υπολόγιζα άλλωστε και σιγά σιγά, όπως φώτιζε, βεβαιωνόμουν, ότι ανέβηκα αρκετά ψηλά, πιο πάνω κι από κει που φανταζόμουν. Εππλέον, εκείνες ακριβώς τις στιγμές άρχιζε εκεί πάνω, κάπου πίσω από την κορφή, η μάχη με τα τμήματα των ορεινών καταδρομών στο Τσεροβέτσι…

Δεν κατάλαβαινα τι ακριβώς γινόταν. Ήταν όμως αληθινή μάχη – εκεί περίπου όπου θα έβγαινα κι εγώ, αν μπορούσα να σκαρφάλωνα τα βράχια που ακόμα δεν τα ΄βλεπα. Τα υποψιαζόμουν να ξεμυτίζουν εδώ κι εκεί, μέσα από τις πάχνες, και να κρέμονται πάνω μου. Ήταν εκείνες οι ώρες που δεν καταλαβαίνεις αν το σκοτάδι πήζει ή αραιώνει κι αν αυτά που βλέπεις κάπως να γράφονται, να ξεχωρίζουν, τα βλέπεις πράγματι, είναι στερεά, αληθινά και τι ακριβώς. Εγώ μια βεβαιότητα μόνο ένιωθα σχηματισμένη πια μέσα μου – πως οι αντάρτες τ’ άφησαν αυτά τα μέρη κι ανέβηκαν πιο ψηλά, εκεί που τώρα γινόταν η μάχη, από την οποία θα κρινόταν  ποιο θα’ ταν το τέλος και της δικής μου επιχείρησης…» (2)
Το θέαμα από ψηλά εντυπωσιακό. Κατακόρυφες γραμμές, ψηλές βουνοκορφές και βαθιές χαράδρες. Η σκέψη ταξιδεύει στους μαχητές και τις μαχήτριες του ΔΣΕ. Αυτή τη διαδρομή και άλλες ακόμα πιο δύσκολες τις έκαναν νύχτα και μέρα κουβαλώντας φορτία, πολεμοφόδια, πυρομαχικά. Νηστικοί, ξυπόλυτοι, με κρύο και με ζέστη, με ήλιο και βροχή, αέρα και χιόνι. Αυτά τα υψώματα φλέγονταν από τους συνεχείς βομβαρδισμούς και το συνεχές σφυροκόπημα του κυβερνητικού στρατού. Οι μάχες ήταν άνισες αλλά οι μαχητές του ΔΣΕ κράτησαν  γερή άμυνα και κατόρθωσαν το ακατόρθωτο, να μη κατακτηθεί η Μουργκάνα από το στρατό. Αμερικάνοι και Άγγλοι ήθελαν με κάθε τρόπο  και μέσο να πέσει το κάστρο της Μουργκάνας. Οι αντάρτες το κράτησαν με νύχια και με δόντια γράφοντας μια ξεχωριστή σελίδα, μια εποποιΐα.

Η ματιά κυκλώνει με δέος το άγριο τοπίο και τα  άλλα υψώματα. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις πόση πίστη και πόσο πείσμα είχαν αυτοί οι άνθρωποι που ρίχτηκαν  σε μια μάχη αδιανόητη για τα ανθρώπινα δεδομένα. 1.500 μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας αντιμετώπισαν 25.000 καλά εξοπλισμένους στρατιώτες υποβοηθούμενους από μηχανικά μέσα και αεροπλάνα. Εδώ σε αυτό το βουνό, στο ύψωμα Ταβέρα έριξαν τις πρώτες βόμβες Ναπάλμ και πυρπόλησαν τα πάντα. Και αυτοί εκεί ανυποχώρητοι!
Με το ένα χέρι πολεμούσαν και με το άλλο προσπαθούσαν να οργανώσουν τη ζωή  και την επιβίωσή τους μαζί και των κατοίκων  στα γύρω χωριά.

Στα 30 χωριά της Μουργκάνας αναπτύχθηκε η Λαϊκή Εξουσία. Δημιουργήθηκαν και σφυρηλατήθηκαν ισχυροί δεσμοί ανάμεσα στο ΔΣΕ και στους κατοίκους των χωριών, χωρίς τη βοήθεια των οποίων δεν θα μπορούσε να δράσει ο ΔΣΕ.

Σε όλα τα χωριά μοιράστηκαν σπόροι που συνέβαλαν στην πλούσια παραγωγή αγροτικών προϊόντων, αλευρόμυλοι άλεθαν το καλαμπόκι. Η καθημερινότητα στα μετόπισθεν οργανώθηκε επιμελώς. Συγκροτήθηκαν πολλά συνεργεία με οργανωμένες υπηρεσίες που φρόντιζαν για τον επισιτισμό, την εκπαίδευση και την ιατρική περίθαλψη. Το νοσοκομείο του ΔΣΕ βρισκόταν καλά κρυμμένο μέσα σε πυκνόφυτη λαγκαδιά.
Ζωντανή εικόνα των μαχών και της δραστηριότητας του ΔΣΕ στην πρώτη γραμμή αλλά και στα μετόπισθεν μάς έδωσε ο 87χρονος σήμερα Βαγγέλης Πλιάκος με την αφήγησή του. Εκεί ψηλά στη Σταρόβα πήρε το μικρόφωνο και με φωνή σπασμένη από τη συγκίνηση εξιστόρησε  ζωηρά και συναρπαστικά τη μάχη μέχρι τη στιγμή του τραυματισμού του.

Είναι γεγονός ότι η Μουργκάνα δεν κατακτήθηκε ποτέ από τον κυβερνητικό στρατό. Όμως ο ΔΣΕ έκανε ελιγμό οπισθοχωρώντας συγκροτημένα προς τα Ζαγόρια μεταφέροντας μαζί του σε μουλάρια της Επιμελητείας χιλιάδες οκάδες τρόφιμα, απαραίτητα στην πορεία που ετοίμαζαν.

Το μεγαλείο αυτής της τιτάνιας προσπάθειας των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ χαράκτηκε ανεξίτηλα στους απότομους βράχους της Μουργκάνας.

Πολλοί αναρωτιούνται καλοπροαίρετα ή κακοπροαίρετα γιατί να θυμόμαστε αυτά που έγιναν χτες και γιατί να ξύνουμε  παλιές πληγές.
Πρώτα απ’ όλα είναι ανάγκη σήμερα περισσότερο από ποτέ να μάθουμε τα γεγονότα, τα αίτια, τις αφορμές και  τις συνέπειές τους στην νεώτερη ελληνική πραγματικότητα. Να ανιχνεύσουμε κάτω από την επιφάνειά τους. Τόσα χρόνια αποσιώπησης στο όνομα μιας υποτιθέμενης συμφιλίωσης δημιούργησαν ιστορικό ευνουχισμό και πολιτικό αφοπλισμό. Και το γεγονός ότι η πλευρά των ηττημένων δεν μιλούσε γιατί υπήρξε για πολλά χρόνια καταδιωκόμενη και εκτοπισμένη δεν σήμαινε ότι και η νικήτρια πλευρά σιωπούσε. Το αντίθετο. Επέβαλε με κάθε τρόπο την άποψή της από τη μια κατασυκοφαντώντας, χλευάζοντας και τιμωρώντας με κάθε τρόπο  μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών και αγωνιστριών  που πολέμησαν, μάτωσαν και πέθαναν απελευθερώνοντας την Ελλάδα από τους ξένους κατακτητές και στη συνέχεια  διεκδικώντας μια άλλη κοινωνία, σοσιαλιστική,  και από την άλλη καλλιεργώντας  συστηματικά τη λήθη και την αμνησία μέσω της αμάθειας και της παραχάραξης.

Είναι ανάγκη να μάθουμε  όλη την αλήθεια, να διδαχθούμε από τα λάθη, να αγγίξουμε ακόμη και τις δικές μας πληγές όσο και αν πονάνε, να διαπαιδαγωγηθούμε και να τραβήξουμε μπροστά τιμώντας ενεργά  όλους εκείνους που με τη δράση τους, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία τους εξακολουθούν να δείχνουν το δρόμο της συνεχούς αντίστασης και της διαρκούς πάλης.
Tα χνάρια τους είναι ποτισμένα με αίμα και υπάρχουν παντού στα μονοπάτια, στις δύσβατες πλαγιές και στις σπηλιές των βουνών μας, στα ξερονήσια, στους τοίχους των φυλακών και των εκτελέσεων.

Σήκω  λοιπόν. Ο άνεμος σφυρίζει το τραγούδι του
ανάμεσα στα σκοινιά των κρεμασμένων και στα κατάρτια,
ανάμεσα  στα χαρακώματα και στα χρόνια.

Σήκω λοιπόν απάνου να δαγκώσεις το σταρένιο φως
ν’ ακούσεις του δοντιού τη δύναμη
όλη τη γη ν’ ακούσεις μες στη γεύση σου
ως να φαρδύνεις την περπατησιά και την ανάσα
ως να φαρδύνεις τα πλευρά σα σιδερένια στέφανα βαρελιού
που μέσα του κοχλάζει κόκκινο το κρασί του κόσμου.

Ο ήλιος εκλαϊκεύει τη χαρά του έξω απ’ τις πόρτες.
Δεν είναι θάνατος. Δεν είναι. Είναι δικό μας το τραγούδι.
Είναι δικό μας τούτο το σπαθί
που ξεφλουδίζει σαν καρπό τον ήλιο από τα σύγνεφα.

                                                   Γιάννης Ρίτσος                                                         
(1,2) Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του  Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της Ζωής. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000.

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Μουργκάνα, του Δημήτρη Χατζή (4/4)


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Η νουβέλα «Μουργκάνα» του Δημήτρη Χατζή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1948 στην εφημερίδα «Φωνή του Μπούλκες», στη συνέχεια μεταφράστηκε στα γαλλικά από τη Μέλπω Αξιώτη και το 1979 ο συγγραφέας την συμπεριέλαβε στη «Θητεία». Συλλογή με αγωνιστικά κείμενα της περιόδου 1940 – 1950.

Η γραφή του Δημήτρη Χατζή  ρεαλιστική  τείνει περισσότερο προς την ιστορική αφήγηση και αναπαράσταση, κατορθώνοντας συγχρόνως να αποδώσει με  τις δυνατές και ζωντανές περιγραφές τις μάχες  αλλά και το ψυχικό μεγαλείο των αγωνιστών της Μουργκάνας.

Δημοσιεύουμε τη νουβέλα σε συνέχειες. Σήμερα το τέταρτο (και τελευταίο) μέρος.


Η επίθεση ξαναρχίζει στις 27 του Μάρτη. Με τα δέκα αεροπλάνα, με είκοσι κανόνια τώρα και με πεζικές δυνάμεις μεγαλύτερες. Οι ΛΟΚ είναι τώρα εφτά. Παίρνει μέρος η 8η ίλη ιππικού κι άλλη μια ίλη θωρακισμένα σταθμεύει στο Κεράσοβο. Οι Αμερικάνοι ζητούν έν’ αποτέλεσμα αυτή τη φορά. Οπωσδήποτε. Κι όπως τούς είπαν, βιαζόντανε κιόλας.
Ξαναρχίζουνε πάλι στ’ αριστερά και στα δεξιά οι ίδιες μάχες, πάνω-κάτω στα ίδια μέρη. Η αντάρτικη ταχτική μπαίνει πάλι  σ΄ενέργεια, τώρ’ ακόμα καλύτερα, με μεγαλύτερο πείσμα, με πείρα και με γνώση του τόπου. Τώρα και οι όλμοι κουβαλιούνται στις πλάτες μακριά, πίσω από τις γραμμές του εχθρού. Χτυπούνε και βρίσκονται πάλι με το χάραμα στις πρωτινές τους θέσεις. Τα «δελτία πληροφοριών» της Μεραρχίας μιλούνε συνέχεια για υπονομεύσεις, ναρκοπέδια και παγίδες που βρίσκουν τα τμήματά τους σε κάθε βήμα. Το μηχανικό μας έχει κεντήσει τον τόπο, υψώματα ολόκληρα τινάζονται στον αέρα.
Πέντε μέρες και πέντε νύχτες, από τη μία ως την άλλη άκρη στο μέτωπο  η μάχη κρατάει ασταμάτητα. Και τους αλωνίζουνε πάλι, με τα καρτέρια, τους αιφνιδιασμούς, τα τραγούδια και τους τηλεβόες, ο Τζαβέλλας στη Μεγάλη Ράχη, ο Λόχος των Νέων, οι ανταρτοομάδες του Λευτέρη από πίσω τους, τα οπλοπολυβόλα που ξεμυτίζουν σε κάθε βήμα μπροστά τους, οι όλμοι που δεν ξέρουν από πού τους χτυπάνε, οι αντιαρματικές γροθιές που σκάνε ξαφνικά μέσα στους καταυλισμούς τους. Δε θα πω πάλι γι’ αυτά.

Τη νύχτα της 2 του Απρίλη τα τάγματα 627 και 583 μαζί με μια διλοχία ΛΟΚ καταφέρνουνε τέλος να σπάσουνε την αντίστασή  μας σε δυό μικρά υψώματα που λέγονται Στάλος και Καστρί, μπροστά στη Μουργκάνα. Οι οβίδες των κανονιών κ’ οι μπόμπες των αεροπλάνων τα οργώσανε τις τρεις τελευταίες μέρες συνέχεια. Η εχθρική δύναμη γαντζώνεται τη νύχτα σ’ αυτά τα δυο υψώματα, προχωρεί ως ένα σημείο που το έδαφος της προσφέρεται, σταματάει εκεί και οργανώνει τις θέσεις της,
Οι δικοί μας τα χαράματα κάνουν αντεπίθεση να τούς βγάλουν από το ύψωμα του Στάλου που κρατούν την κορφή του μονάχα. Οι ομάδες που κατεβαίνουν προς τις εχθρικές θέσεις χτυπιούνται από τρεις πλευρές. Το πυροβολικό τούς ρίχνει συνέχεια, βροχή από σφαίρες σφυρίζουν ολόγυρά τους. Σε λίγο ακόμα, σαν ξημερώνει, τ’ αεροπλάνα δεν ανοίγουν τους κύκλους τους μακρύτερα από την κορφή του υψώματος. Χτυπούνε με τα μυδράλια, ρίχνουν ρουκέτες. Οι σκοπευτές κουράζονται κρατώντας όρθιοι τα οπλοπολυβόλα τους, τα χέρια τους βαραίνουν. Αναγκάζονται και τα παίρνουν οι διμοιρίτες. Ο τόπος είναι μέσα σε κουρνιαχτό από τις οβίδες που σκάζουν και από τα καπνογόνα βλήματα που αρχίζουν να ρίχνουνε για να δείχνουνε στ’ αεροπλάνα τις θέσεις των δικών μας.
Από το χάραμα ως το μεσημέρι οι μικρές μας ομάδες ρίχνονται πάνω στις εχθρικές θέσεις, σταματούν τον εχθρό, μα δεν μπορούν να τον βγάλουν, να τον διώξουνε παρακάτω. Και πάλι ξαναδοκιμάζουν και ξαναπηδούν απροφύλαχτοι, χωρίς αποτέλεσμα, ως την ώρα που δόθηκε η διαταγή να τραβήξουνε πίσω.
Να τραβήξουνε πίσω θα πει ν’ ανεβούνε τώρα τ’ ολόγυμνο ύψωμα ίσαμε την κορυφή του, απροφύλαχτοι απ’ ολούθες, από μπρος, απ’ τα πλάγια, από τα κανόνια που τους χτυπούν, από τα μυδράλια των αεροπλάνων που τους ακολουθούνε βήμα με βήμα. Η αντεπίθεσή τους τσακίστηκε.
Τσακιστήκανε τα κορμιά. Η ψυχή τους δε λύγισε. Δε βρίσκεται σ’ αυτή την άνιση και χαμένη αντεπίθεση του Στάλου μήτε κ’ ένας που να ‘κανε πίσω πριν πάρουνε τη διαταγή.
Είναι μάχες στον πόλεμο που δεν έχουν άλλη δόξα έξω από τη δόξα της κερδισμένης νίκης. Και είναι και μάχες χαμένες που μ’ αυτές κερδίζεται στο τέλος ο πόλεμος: οι νικημένοι του Στάλου σταθήκανε το παράδειγμα για όλους τους μαχητές μας και δώσανε το πνεύμα της θυσίας στους μαχητές και νικητές του Τσεροβέτσι στις κατοπινές μέρες.
Χάσαμε καμπόσους εκεί. Δυο-τρεις λαβωμένοι μας απομείνανε στα χέρια του εχθρού κ’ οι προστάτες του πολιτισμού τούς κατάσφαξαν. Μερικοί μαχητές μας, τρεις ή τέσσερις, πιάστηκαν στα χέρια. Μαζί τους και δυο κορίτσια. Αυτούς είχαν διαταγή να μην τους σκοτώσουν και να τους στείλουνε ζωντανούς στη Μεραρχία στα Γιάννινα, για μια επίδειξη που χρειαζότανε κει, ύστερα από τόσες μέρες άγονης επίθεσης.
Ήταν Κυριακή το βράδι όταν πήγανε τα δυο κορίτσια στα Γιάννινα. Ο σκοπός τους ήταν να τα πομπέψουν στους δρόμους. Στην πλατεία της πόλης, καθώς τα περνούσαν για τους στρατώνες, μαζευτήκανε κόσμος και κόσμος, κάπου δέκα χιλιάδες. Τα ‘χαν αφήσει και φορούσαν ακόμα τα δίκοχα τους και τα φυσεκλίκια τους με τις σφαίρες σταυρωτά πάνω στο στήθος τους, όπως χρειαζόταν για την επίδειξη. Και κείνα περπατούσανε και τα δυο με το κεφάλι ψηλά. Οι χαζοί κοιτάζανε κι ανοίγαν το στόμα. Καμπόσοι, βαλτοί, θέλανε να τα γιουχαΐσουν. Ο κόσμος σώπαινε κ’ έσφιγγε τα δόντια του βουβός και λυπημένος. Για μια στιγμή, καθώς φτάνανε πια μπροστά στο χτίριο της Μεραρχίας, γίνηκε πέρα για πέρα ησυχία κι ακουγόντανε μονάχα τα βήματα τους καθώς χτυπούσαν οι αρβύλες τους απάνω στις πλάκες, στο πεζοδρόμιο.

Το βράδυ σε μια στρατώνα, στο «Στρατόπεδον Βελισσαρίου», μπήκε κάποιος και μολογούσε πώς γίναν τα πράματα στην πλατεία της πόλης και χαχάνιζε κ’ αισχρολογούσε για τα κορίτσια. Είτανε ένας από την «’Ομάδα Τάγματος», απ’ αυτούς που έχουν τα πιστόλια στη μέση τους – ένας από την «Αστυνομία Μονάδας». Αυτός ο παλικαράς έπιανε καμιά φορά μέσα στο θάλαμο ένα στρατιώτη, έτσι για γούστο, τον άρπαζε από το ‘να πόδι κ’ έδειχνε στους άλλους πώς βιάζουνε μια γυναίκα. Και το ‘δειχνε με τέτοια γρηγοράδα και μαστοριά που δεν μπορεί παρά να το ‘χε δοκιμάσει και στ’ αλήθεια, όταν ήτανε πριν με τους μάυδες και πιο πριν με το Ζέρβα…
Ένας είπε μέσα στο θάλαμο. Δυνατά:
– Είναι ντροπή μας για στρατιώτες να γελούμε με αυτές τις κοπέλες που στέλνουμε μεραρχίες ολάκερες να τις πολεμήσουν.
Κάποιος πήγε σε λίγο κοντά του.
– Και συ  ρε φίλε δεν τις πολεμάς; Πέντε μήνες;
– Έμενα θα με στείλουνε στη Μακρόνησο άμα θα ‘ρθουνε τα χαρτιά μου. , .
– Και γιατί δεν πας μαζί τους καλύτερα;

Έσκυψε το κεφάλι και σώπασε. Κοίταζε την αρβύλα του και ντρεπότανε.

Απ’ αυτό το «Στρατόπεδον Βελισσαρίου» φορτώθηκαν εκείνες τις μέρες από τις αποθήκες του πυροβολικού δυόμιση χιλιάδες εγγλέζικα βλήματα για κανόνια. Κι όλα πέσανε πάνω στο Τσεροβέτσι στις τέσσερις και τις πέντε του μήνα.
Καθώς είχανε πάρει το ύψωμα του Στάλου και το άλλο το δίδυμο που στέκεται δίπλα του, ίδια γυμνό, το Καστρί, πιάσανε θέσεις πάνω σ’ αυτά, στήσανε πολυβόλα κι όλα τα γύρισαν, κανόνια κι αεροπλάνα τους, στο Τσεροβέτσι.
Είναι το Τσεροβέτσι ένα τρίτο ύψωμα, στη σειρά μ’ αυτά τα δύο, στη μέση της Μουργκάνας, κι ακουμπάει πάνω στον κύριο όγκο της. Σα δε μπόρεσαν να κάνουνε τίποτα κι από τις δυο μεριές του μετώπου βάλθηκαν να ρίξουν όλη τη δύναμη τους σ’ αυτό το σημείο, να το κάψουνε, να το αλέσουν με τα κανόνια και τ’ αεροπλάνα κ’ έτσι να μπορέσουνε να το πιάσουν κι από κει ν’ ανεβούν στη Μουργκάνα.
Οι δικοί μας έχουνε δυο ομάδες μπροστά-μπροστά στο πρώτο υψωματάκι, δυο παραπίσω σ’ ένα δεύτερο ύψωμα κι άλλες δυό δεξιά και αριστερά. Αυτή είναι όλη η δύναμη που θα δεχτεί και θα κρατήσει την επίθεση από τρία τάγματα. Μπροστά-μπροστά είναι ένα μόνιμο πολυβολείο. Λίγο παραπίσω ένα δεύτερο. Σ’ αυτά τα πολυβολεία δόθηκε η μάχη και μπροστά τους συντρίφτηκαν δυό μέρες οι επιθέσεις του εχθρού.

Η μέρα – τέσσερις του Απρίλη – ξημέρωσε κάπως ανταριασμένη. Μέσα στο πρώτο, το χαμηλότερο πολυβολείο, είναι ο Ηλίας Μιχαλόπουλος από το Κυπαρίσσι Γρεβενών, ομαδάρχης της μικρής δύναμης που θα δεχτεί την πρώτη επίθεση. Μέσα στο πολυβολείο είναι και άλλοι τρεις μαζί του. Δύο ακροβολιστές έχουν πιάσει με τα ντουφέκια τους τις ατομικές τους θέσεις λίγο μακρύτερα, πίσω από μικρά πέτρινα προχώματα. Σαν άρχισε, κατά τις οχτώ, η αντάρα και σκόρπιζε, είδαν από τα αριστερά τους τη δύναμη πού ‘χε κινήσει κι ανέβαινε. Ετοίμασαν τα’ οπλοπολυβόλο τους και περίμεναν. Οι δικοί μας  απ’ αριστερότερα  ρίχνανε. Αρχίσανε κι αυτοί με τ’ οπλοπολυβόλο και τα ντουφέκια τους και χτυπούσαν την πρώτη διμοιρία που όλο κι ανέβαινε στο ύψωμα.
Η ομίχλη έχει σκορπίσει, η μέρα είναι ολόλαμπρη. T’ αεροπλάνα γυρνούνε συνέχεια πάνω από το κεφάλι τους, οι οβίδες του πυροβολικού πέφτουν ολόγυρα, χιλιάδες σφαίρες βουίζουν σε κάθε στιγμή` η μάχη για το Τσεροβέτσι έχει αρχίσει.
Στα διακόσια φυσίγγια τ’ οπλοπολυβόλο τους σταματάει. Εμπλοκή. Αρχίζουνε τότες και οι έξη και χτυπούνε με τα ντουφέκια τους. Όλοι μαζί με το πρόσταγμα που δίνει ο Ηλίας να φαίνεται πως είναι ριπή με τα’ αυτόματο όσο να καταφέρουν να το ξαναφκιάξουν.
Μια οβίδα του πυροβολικού πέφτει μπροστά στο πολυβολείο και το μισογκρεμίζει. Δεν προφταίνουν να συνεφέρουν και πέφτει κι άλλη από πάνω. Το σκέπαστρο βάσταξε μα το πολυβολείο δεν είναι πια για προκοπή. Πρέπει να πάνε πίσω στο δεύτερο. Περιμένουνε μια στιγμή που τα πυρά κάπως αραίωσαν και μ’ ένα σάλτο, με δεύτερο, βρεθήκανε πίσω. Ένας μονάχα από τους ακροβολιστές, Σπύρος Ποθητός, στρατιώτης του 611 στην πρώτη επιχείρηση, έμεινε πίσω στην ατομική θέση του και μοναχός του δε σταμάτησε να ρίχνει. Λες κ’ ήθελε τώρα να ξαναγυρίσει στους φασίστες όλες τις σφαίρες που του ‘χανε δώσει για να σκοτώνει τ΄ αδέρφια του.
Μπήκανε στο πολυβολείο, οι ακροβολιστές πιάσανε τις καινούργιες θέσεις τους. Από κάτω τους θαρρούνε σκοτωμένους όλους ή φευγάτους κι αρχίζουν ξανά κι ανεβαίνουνε, σίγουροι πως δεν είναι κανένας απάνω, με τα όπλα στην πλάτη. Τ’ οπλοπολυβόλο διορθώθηκε, είναι έτοιμο. Μα δε ρίχνουν ακόμα. Τους περιμένουνε ν’ ανεβούνε ψηλότερα, να ‘ρθουνε κοντά.
– Πυρ!
Με την πρώτη ριπή τρομάζουν κι αναστατώνονται. Μονάχα αυτό δεν περίμεναν. Η διμοιρία π ‘ανέβαινε γυρνάει κατά πίσω, σκορπίζει. Πέφτουνε κάμποσοι, οι άλλοι ρίχνονται κάτω, πιάνουν τις πέτρες. Η αντίσταση δεν έσπασε ακόμα, πρέπει ν’ ανεβούνε βήμα με βήμα, πέτρα με πέτρα. Τ’ οπλοπολυβόλο ρίχνει συνέχεια. Όλα τα πολυβολεία, τα δικά μας απ’ αριστερά, τα δικά τους από το Στάλο και το Καστρί, παίρνουν φωτιά. Είναι μια κόλαση από κρότους του θανάτου.
Λίγο παραπίσω, ο Επίτροπος Σιδηρόπουλος σφίγγει τα δόντια του, στυλώνει τ΄ αυτιά του ν’ ακούσει, να ξεχωρίσει αν είναι ακόμα το πολυβολείο του που χτυπάει. Δεν είναι πολλές μέρες που ανάλαβε τη διοίκηση του 11ου λόχου πάνω στο πεδίο της μάχης, μόλις σκοτώθηκε από οβίδα ο λοχαγός του Καβαλλάρης. Εκείνος είχε οργανώσει την αντίσταση. Τώρα μόνος του ο Σιδηρόπουλος πρέπει να τη βγάλει πέρα.
Ο Ηλίας – δεν τον χωράει το πολυβολείο με το σκέπαστρο -βγαίνει απ’ έξω και μ’ ένα τόμσον στα χέρια στέκεται ορθός δίπλα στους ακροβολιστές. Από κάτω, μέσα από τη χαράδρα, ακούγονται οι φωνές που βρίζουνε τους στρατιώτες να ξεκινήσουν για πάνω. Άλλη μια διμοιρία φαίνεται ν’ ανεβαίνει από δεξιά. Είναι δώδεκα, μεσημέρι.
Από το πρωί ως εκείνη την ώρα κι ως αργά το βράδυ τίποτε σπουδαίο δε φαίνεται να γίνηκε στο Τσεροβέτσι που να μπορεί κανένας να το παραστήσει με λόγια. Η ομάδα του πολυβολείου στην αρχή, το πρωί, μπορούσε ακόμα να΄ρχεται κάπως σ’ επαφή με τους παραπίσω. Φωνάζανε κάθε φορά που αραιώνανε τα πυρά και οι άλλοι περίμεναν ν’ αραιώσουνε πάλι και τότε τους αποκρίνονταν. Ύστερα, σα δυνάμωσε η μάχη, τα έξη παιδιά του πολυβολείου βρέθηκαν ολομόναχα μέσα σε μια θάλασσα από κρότους κι από φωτιά κι από θάνατο.
Γύρω στο πολυβολείο πέσανε χίλια βλήματα πυροβολικού. Όχι στρογγυλός αριθμός χίλια βλήματα. Δέκα αεροπλάνα δε σταματήσανε να ρίχνουν με τα μυδράλιά τους – τα πέντε να ‘ναι τα απάνω, να ‘ρχονται πέντε καινούργια και τότες να φεύγουν τα πρώτα, και πάλι και πάλι. Τέσσερις φορές οι εχθρικές διμοιρίες ξεκίνησαν από κάτω πάντα πιστεύοντας πως είχε πια τελειώσει και πως κανένας δεν ήταν πια πάνω στο Τσεροβέτσι. Και πάντα το πολυβολείο με τ’ οπλοπολυβόλο, οι δυό θέσεις των ακροβολιστών κι ο Ηλίας ορθός με το τόμσον  τους περίμεναν και τους γυρίζανε κάτου. Κι άκουγε από παραπίσω ο Σιδηρόπουλος κάθε φορά και ξεχώριζε μέσα στους κρότους του θανάτου το δικό του το πολυβολείο. Σε μια στιγμή ακούστηκαν και σκάζαν χειροβομβίδες. Καμπόσοι πιο ψυχωμένοι είχαν προχωρέσει ψηλότερα και φτάσανε κοντά-κοντά στο πολυβολείο. Οι δικοί μας βγήκαν έξω, σηκώθηκαν κ΄ οι ακροβολιστές απ’ τις θέσεις τους, και με τις χειροβομβίδες τους σταμάτησαν για μιαν ακόμα φορά.

Είταν η τέταρτη επίθεση της ημέρας. Το πολυβολείο με τους έξη μαχητές του στέκεται στη θέση του φραγμός ανεπάντεχος κι ακατάλυτος στα δυό τάγματα που αγωνίζονται από το πρωί να το ξεπεράσουν. Μπροστά του σε κάθε πέτρα είναι κ’ ένα κουφάρι. Κι όμως πρέπει ακόμα να προσπαθήσουν, πρέπει να το σπάσουνε, να το περάσουν το πολυβολείο που στέκεται μπροστά σ’ ολόκληρη τη στρατιά τους, με τους έξη μαχητές του. . .
Καθώς αρχίζει πια να βραδιάζει και τ’ αεροπλάνα σε λίγο θα φύγουν,  τα δυό τάγματα κάνουν μια τελευταία συνδυασμένη εξόρμηση. Οι Αμερικάνοι δε νοιάζονται φυσικά για τις θυσίες. Έχουνε λυσσάξει.
Τσακίζεται κι αυτή. Τα πυρά αραιώνουνε λίγο. Ο Σιδηρόπουλος βρίσκει κατάλληλη τη στιγμή να στείλει ενίσχυση στο πολυβολείο και να κάνει αντεπίθεση. Οι καινούργιες ομάδες φτάνουν, ο Ηλίας στήνει δεξιά του το καινούργιο οπλοπολυβόλο κ’ ένα δεύτερο που του ήρθε σε λίγο δεν το δίνει σε κανένα. Το πήρε μοναχός του κι άρχισε να χτυπάει. Οι εχθρικές επιθέσεις ξόφλησαν για σήμερα. Η ώρα της αντεπίθεσης έφτασε.
Δεν έχει ολότελα βραδιάσει όταν ξεκινούν οι ομάδες που θα κάνουν την αντεπίθεση. Οι οβίδες πέφτουν ολόγυρά τους κι απάνω στο δρόμο πόχουνε να περάσουν όσο να φτάσουνε μπρος. Λίγο παραπέρα καθώς προχωρέσανε, μια οβίδα τινάζει τη Μαρία Μπίλη  της ομάδας Χρήστου Καρρά, δεκαεννιά χρονών από την Καστάνιανη του Πωγωνιού. Τέσσερις μήνες έχει στο Δημοκρατικό Στρατό η Μαρία Μπίλη. Τη μάθαμε γράμματα. Μέσα στο νου της μπορεί να μη ξεκαθάρισε τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου. Στην καρδιά της ωστόσο έχει θερμή την αγάπη για την ομάδα και τους συντρόφους της. Ο νοσοκόμος έτρεξε ανάμεσα από τα βλήματα και την άρπαξε. Την πήγανε πίσω. Είναι βαριά λαβωμένη και στα δυό της τα πόδια, μα μπορεί ακόμα με τη δύναμη που της απομένει να σκέφτεται και να ρωτάει για την ομάδα της – που πήγανε; Της λένε πώς πήγαν για την αντεπίθεση κ’ έφτασαν όλοι τους γεροί και καλά.

Η Μαρία κλαίει.
– Θα πεθάνω και θα πεθάνω. Βγάλτε με λίγο στο υψωματάκι να τους ιδώ… Ν’ ακούσω μονάχα το πολυβόλο μας, συναγωνιστή λοχαγέ.
Ούτε το χατήρι της έκαναν ούτε πέθανε η Μαρία Μπίλη.
Τ’ οπλοπολυβόλο ακούστηκε σε λίγο μαζί με τ’ άλλα και χτυπούσανε στα γερά. Η αντεπίθεση γίνηκε με ορμή. Προχώρησαν όρθιοι, κατεβήκανε ως τις θέσεις που σκάλωσε ο εχθρός, ρίξανε αντιαρματικές γροθιές και χειροβομβίδες, δυό ώρες, κατέβηκαν ως κάτω κι ασφαλίσανε το Τσεροβέτσι για τη νύχτα.
Η ώρα είναι εννιά. Τα πυρά αραιώνουν κι ‘πό δω κι από κει. Μόνο τα κανόνια χτυπούν κάπου-κάπου. Η ομάδα του πολυβολείου μπορεί πια ν’ αντικατασταθεί. Πήγε μοναχός του κι ο Σιδηρόπουλος. Ήθελε να τους ιδεί. Μαύροι από την καπνιά του μπαρουτιού, με τα μάτια τους κόκκινα και τ’ αυτιά τους βουλωμένα από τούς κρότους των οβίδων, οι τέσσερις του πολυβολείου κ’ οι δυό ακροβολιστές, μήτε ακούγανε μήτε καλά-καλά μπορούσαν να νιώσουνε τι γινότανε. Η γλώσσα τους είχε κολλήσει από τη δίψα. Τα χείλια τους μελανιάσαν και σκάσαν. Θέλανε νερό που δεν ήπιαν όλη τη μέρα και δεν μπορούσανε να το πούνε. Θαρρούσαν θα μείνουν ακόμα και θέλανε σφαίρες και δείχναν τα κιβωτίδια που άδειασαν και τις γυμνές ταινίες από τ’ αυτόματα.
Πίσω, στο Σταθμό Διοίκησης, ένας σύνδεσμος από το τάγμα δίνει στο Σιδηρόπουλο το σημείωμα του ταγματάρχη Αχιλλέα. Ένα σημείωμα όλο κι όλο δυό λόγια – πρέπει να κρατήσουν το Τσεροβέτσι. Έτσι του λένε κι από «πέρα». Πέρα είναι ο Καλιανέσης κι ο Παύλος κ’ έχουν τα μάτια τους στυλωμένα σ’ αυτόν. Γύρω είναι οι μαχητές της Μουργκάνας κ’ έχουν κι αυτοί τα μάτια τους στυλωμένα α αυτόν. Οι Αμερικάνοι δεν κάνουνε πόλεμο πια. Βαλθήκανε να γκρεμίσουν όλο το Τσεροβέτσι με καμένο σίδερο. Κι απάνω είναι αυτός, ο Σιδηρόπουλος, με τις ομάδες του, με το πολυβολείο, με τα μπρεν που παθαίνουν εμπλοκή, με τα ντουφέκια μονάχα και τις χειροβομβίδες. Γυρίζει στο σύνδεσμο.
– Τί κάθεσαι εδώ;
– Χαρτί, συναγωνιστή λοχαγέ, να μου δώσεις.
Έχει δίκιο το παιδί. Χρειάζεται να του δώσει χαρτί για τον Ταγματάρχη, σε τέτοιες ώρες δε γίνεται με τα λόγια. Και τι να πει στο χαρτί; Τα μακριά του σαν ξύλινα δάχτυλα αναταράζονται σαν ακρίδες. Ολόγυρά του είναι οι μαχητές του, ο 11ος λόχος – επίλεχτος τώρα. Στην άκρη κάθονται με τα μάτια τους κόκκινα, με τ’ αφανισμένα τους πρόσωπα οι μαχητές της ομάδας του πολυβολείου. Όλοι τον κοιτούνε στα μάτια. Απ’ ολούθε έχουν τα μάτια τους στυλωμένα σ’ αυτόν. Πήρε το χαρτί κ’ έγραψε μόνο:

– Θα κρατήσουμε – Σιδηρόπουλος.

Ομαδάρχης Γιάννης Κότας, σκοπευτής Δημ. Τσαντίδης, γεμιστής Σταύρος Μπόλης, οι τρεις αυτοί στο πολυβολείο. Γιάννης Οικονόμου, Χρήστος Ράφτης, Λευτέρης Παληοχωρίτης και Πέτρος Μ. ακροβολιστές. Αυτή είναι η ομάδα που πήγε στο πολυβολείο το βράδι ν’ αντικαταστήσει τον Ηλία και να κρατήσει την επίθεση την άλλη μέρα. Ξέρουν όλοι τους πως ο εχθρός είναι λίγο παρακάτω, γαντζωμένος στις πέτρες, πως θ’ αρχίσουν το πρωί να τους χτυπούνε τα δυό τάγματα, τα είκοσι κανόνια και τα δέκα αεροπλάνα.
Για καλό και για κακό ο Κότας πήρε τα’ οπλοπολυβόλο, το κατέβασε λίγο παρακάτω να ‘ναι πιο κοντά στον εχθρό κι όλη νύχτα ξαγρυπνήσανε κει. Τα κανόνια κάπου-κάπου τους χτύπαγαν. Τα χαράματα ξαναπήραν τ’ οπλοπολυβόλο, το ‘βαλαν μέσα στο πολυβολείο, πιάσαν και οι άλλοι τις θέσεις τους και στάθηκαν και περιμένανε.
Ξαναρχίσανε τα κανόνια να χτυπούν δυνατά, πρωί-πρωί φάνηκαν και τ αεροπλάνα και σε λίγο ξεκίνησαν από κάτω. Δεν πιστεύανε να ‘χε μείνει κανένας στο Τσεροβέτσι. Οι εφημερίδες τους στην Αθήνα και τα Γιάννινα το γράφανε κιόλας εκείνη τη μέρα με μεγάλα ψηφία πως το Σκηταριό και το Τσεροβέτσι είχανε πέσει. Ανεβαίνουν ορθοί. Τους αφήνουνε πάλι και φτάνουνε στα πενήντα μέτρα.
Με τις πρώτες ριπές του πολυβολείου πέφτουνε μερικοί κι όλοι κάνουνε πίσω. Ένας μόνο απομένει. Φοβάται να φύγει. Φοβάται να προχωρέσει. Χώνεται ανάμεσα στις πέτρες. Μια ώρα έμεινε κει. Έκαμε να σηκωθεί, μια σφαίρα δική μας τον χτύπησε, μια άλλη που ερχότανε απ’ τούς δικούς του τον έριξε κάτω για πάντα.
Πέντε αυτόματα, δυό βαριά πολυβόλα και οι δυό όλμοι μας από τη Μουργκάνα στηρίζουνε το πολυβολείο στο Τσεροβέτσι. Οι άλλοι από κάτω, γαντζωμένοι στο βράχο, βάζουν συνέχεια. Κάποιος απ’ αυτούς θα είναι – θα ‘τανε δηλαδή – σπουδαίος σκοπευτής. Καταφέρνει κι όλο περνάει τις σφαίρες του μέσα στη θυρίδα του πολυβολείου. Μία απ’ αυτές βρίσκει και λαβώνει το γεμιστή του οπλοπολυβόλου Σταύρο Μπόλη στο χέρι. Τον τραβούνε στην άκρη, τον δένουνε πρόχειρα και τον αφήνουν εκεί. Η λαβωματιά του δεν είναι βαριά. Σε μισή ώρα κι άλλη σφαίρα χτυπάει το σκοπευτή Δημ. Τσαντίδη. Αυτός είναι βαριά λαβωμένος στο κεφάλι. Ο Κότας τον δένει κι αυτόν και τον βάζει στην άκρη μαζί με τον άλλον. Αυτή την ώρα είναι αδύνατο να τους στείλει πίσω στο σταθμό επίδεσης.
Μόνος αυτός έχει μείνει γερός μέσα στο πολυβολείο. Οι τέσσερις ακροβολιστές είναι απ’ έξω. Κανένας τους ως την ώρα μέσα στη βροχή τις οβίδες δεν έχει σαλέψει από τη θέση του. Ο Κότας φωνάζει μέσα τον Οικονόμου και τον βάζει σκοπευτή. Ξαναρχίζουν οι δυό τους με το οπλοπολυβόλο. Μα δεν αργεί να πάθει εμπλοκή. Σταματούν και καταπιάνονται να το φκιάξουνε μοναχοί τους. Έξω μείνανε μόνο οι τρεις ακροβολιστές με τα ντουφέκια. Με το οπλοπολυβόλο δε γίνεται τίποτα. Είναι άχρηστο.
– Τί θα γίνει, Οικονόμου;
– Θα πάω πίσω να φέρω άλλο.
– Θα μπορέσεις;
– Θα πάω.
Και πήγε. Πήγε μέσα στη βροχή τις σφαίρες, μέσα στην κόλαση από τις οβίδες. Μόλις έφυγε αυτός ένα βλήμα πέφτει πάνω στο σκέπαστρο του πολυβολείου. Σείστηκε ολόκληρο, μέσα γιόμισε αντάρα και χώματα. Για λίγην ώρα ο Κότας κι ο λαβωμένος Μπόλης στέκονται και κοιτάζονται σα χαμένοι.
– Ζούμε ρε Μπόλη;
– Θαρρώ πως δεν πέθανα.
Ζούνε και οι δυό τους. Ο άλλος ο λαβωμένος, ο Τσαντίδης, δεν καταλαβαίνει και πολλά πράματα.
Από κάτω όλο ανεβαίνουνε. Αυτή τη φορά μπορούν στ’ αλήθεια να ‘ναι σίγουροι πως κανένας δεν έμεινε πια. Άκρα ησυχία απλώνεται για μια στιγμή. Τίποτα απάνω δε φαίνεται να υπάρχει. Πίσω, ο Σιδηρόπουλος στυλώνει τ’ αυτιά του, την ψυχή του, ν’ ακούσει το οπλοπολυβόλο, τα ντουφέκια τους. Δεν ακούγεται τίποτα – πέθαναν όλοι τους; Από κάτω όλο ανεβαίνουνε δίχως να ρίχνουν.
Κι άξαφνα νάτοι. Αυτοί είναι που χτυπούν. Ο Κότας έδωσε το σύνθημα. Τ’ οπλοπολυβόλο είναι χαλασμένο, οι δυό είναι λαβωμένοι, ένας πήγε πίσω – τώρα οι τέσσερις που απομένουνε πρέπει να κρατήσουν με τα ντουφέκια τους. Δίπλα στο πολυβολείο είναι ο Χρήστος Ράφτης. Παραπέρα ο Λευτέρης Παληοχωρίτης, λίγο πιο πέρα ο Πέτρος Μ. Τέσσερα αεροπλάνα είναι πάνω τους και τους χτυπούνε συνέχεια. Το Χρήστο Ράφτη δεν τον βοηθούνε τα μάτια του να βλέπει μπροστά. Ο Λευτέρης δίπλα του ρίχνει ασταμάτητα με το ντουφέκι του.
– Χρήστο, πέτα μου εμένα τις σφαίρες.
Από τη θέση του μία-μία ρίχνει τις σφαίρες ο Χρήστος Ράφτης να τις παίρνει ο Λευτέρης. Ύστερα, σαν να ‘ξερε πως δε θα του χρειάζονταν πια, ξέσχισε το πουκάμισό του,το ‘καμε σακούλα, έβαλε κάμποσες μέσα και του τις πέταξε. Μια ριπή αεροπλάνου τον κατάκοψε στη θέση που δεν είχε κουνήσει καθόλου. Εκεί τον έχουμε θάψει και την Πρωτομαγιά του βάλαμε ένα στεφάνι λουλούδια.
Μείνανε τρεις όλοι κι όλοι. Ο Κότας ο ομαδάρχης, ο Λευτέρης ο Παληοχωρίτης με τις σφαίρες του Χρήστου και στην άκρη-άκρη δεξιά ο Πέτρος Μ. από τη Θεσσαλονίκη, 34 χρονών. Από το πρωί δεν έχει σαλέψει κι αυτός απ’ τη θέση του. Τώρα σέρνεται σιγά-σιγά και μπαίνει στο πολυβολείο. Έχει το όπλο στα χέρια του, στην πλάτη του το γυλιό. Ο Κότας τον κοιτάει παραξενεμένος.
– Γιατί ήρθες ρε Πέτρο;
– Ο  Γιάννης ο Οικονόμου ξαναγύρισε.
Στ’ αλήθεια ο Γιάννης είχε ξαναγυρίσει. Πήγε πίσω, πήρε ένα οπλοπολυβόλο και μαζί του το Γιώργο Σαββίδη για σκοπευτή και την Ελένη Τρέλη για γεμιστή και τράβηξε αμέσως για κάτω. Οι οβίδες πάντα τον κυνηγούσανε. Μόλις ξεκίνησε και προχώρησε λίγο, αρχίσανε πάλι και πέφτανε πάνω του βροχή. Μαζεύτηκε μέσα στις πέτρες. Πίσω που τον βλέπαν οι δικοί μας τον είχαν όλοι για σκοτωμένο. Ύστερα τον είδαν που ξανασάλεψε και ξανάπεσε.
– Πέθανε, ζει, θα μείνει εκεί πέρα, θα πάει, θα γυρίσει πίσω;
Ο Οικονόμου θα πάει. Ένα σάλτο και βρέθηκε παραπέρα. Κι άλλο. Κι άλλο ένα, πέρασε τις πέτρες, κατηφορίζει, είναι κιόλας κοντά στο πολυβολείο. Ξαπλώνεται κάτω και μπορεί πια να ρίχνει κι αυτός με το ντουφέκι του, ώσπου να φτάσουν οι δυό καινούργιοι με τ’ οπλοπολυβόλο.
– Ναι, ο Γιάννης ο Οικονόμου ξαναγύρισε, λέει ο Πέτρος Μ.
– Και συ γιατί άφησες τη θέση σου κ’ ήρθες εδώ;
– Είπε πως ο νοσοκόμος δε μπορεί να ‘ρθει.

Ο Κότας κατάλαβε.
– Συναγωνιστή Πέτρο, γύρνα στη θέση σου.
Είταν ολοφάνερο, πως ο Πέτρος έλεγε ψέματα. O Οικονόμου δεν είχε καμιά δουλειά με το νοσοκόμο. Είχε πάει μονάχα για να φέρει τ’ οπλοπολυβόλο. Ο Πέτρος ζαλίστηκε, φοβήθηκε. Και καθότανε τώρα μπροστά στον ομαδάρχη του με σκυφτό το κεφάλι. Έξω μόνο τα ντουφέκια του Λευτέρη και του Οικονόμου χτυπούσαν τις διμοιρίες που ανέβαιναν.
– Σύντροφε Πέτρο, ξαναγύρνα  στη θέση σου.

Στάθηκε μια στιγμή. Έκανε να φύγει. Ξαναγύρισε μέσα. Ξέσπασε.
– Δε μπορώ πια. . .
Έλεγε την αλήθεια. Δε μπορούσε πια. Χτες το βράδυ που κατεβήκαν μπορούσε. Όλο το πρωί που καθόταν στη θέση του μπορούσε. Τώρα είχε χάσει το θάρρος του που τον κρατούσε στη θέση του από το πρωί, που τον κρατούσε στη ζωή. Ο φόβος τον είχε νικήσει, τον έσερνε στο θάνατο. Ξαναβγήκε από το πολυβολείο και τράβηξε ορθός κι απροφύλαχτος, με το ντουφέκι στα χέρια, με το γυλιό του στην πλάτη.
– Σκύψε, Πέτρο, θα σε σκοτώσουν.
Οι σφαίρες γυρνούσαν πάνω από το κεφάλι του, τα βλήματα σκάζαν ολόγυρά του. Τραβούσε για πίσω; Γυρνούσε στη θέση του πάλι; Πήγαινε στο θάνατο; Από το δεξιό ύψωμα που κατείχανε οι φασίστες τον είδανε και του ρίχνανε συνέχεια με τα βίκερς. Ανέβαινε ακόμα, πριν φτάσει στη θέση του, έπεσε. Αν είχε φτάσει ως εκεί μπορεί να ξανάβρισκε τον εαυτό του, να΄ σκύβε μέσα, να΄πιανε πάλι το ντουφέκι του. Και να ζούσε. Αν είχε φτάσει πίσω στο Σταθμό Διοίκησης θα ατιμάζονταν, θα περνούσε στρατοδικείο, θα τον ντουφεκίζαμε εμείς οι σύντροφοι του. Μα έτσι όπως έπεσε στο πεδίο της μάχης, λίγο πριν φτάσει στη θέση του, μένει δικός μας. Κ’ είναι θαμμένος εκεί δίπλα-δίπλα με το Χρήστο Ράφτη. Την Πρωτομαγιά βάλαμε στεφάνι με λουλούδια και στο δικό του τον τάφο.




Το πρωτοσέλιδο από την εφημερίδα του Αρχηγείου Ηπείρου του ΔΣΕ "Ελεύθερη Ήπειρος" για τη μάχη στο Τσεροβέτσι (από τα ΑΣΚΙ)

Η ώρα είναι δυό. Με τα τρία όπλα είχε τσακιστεί για μιαν ακόμα φορά η επίθεση. Από κάτω σταματούν ν’ ανεβαίνουν, τα πυρά αραιώνουνε πάλι για λίγο, ο Κότας διώχνει τώρα γλήγορα-γλήγορα τον έναν λαβωμένο, το Μπόλη. Ο Οικονόμου παίρνει τ’οπλοπολυβόλο, κατεβαίνει παρακάτω με τον καινούργιο σκοπευτή, το Σαββίδη, και μπαίνουνε τέλος στο πολυβολείο. Το κορίτσι το διώξανε πίσω. Θα κρατήσουνε μοναχοί τους. Μέσα στο πολυβολείο είναι τώρα τρεις, ο Κότας, ο Οικονόμου που γύρισε κι ο καινούργιος ο σκοπευτής, ο Σαββίδης. Ο άλλος λαβωμένος, ο Τσαντίδης, είναι πάντα στην άκρη αναίσθητος.
Έξω στις θέσεις των ακροβολιστών έχει απομείνει μοναχός του ο Λευτέρης ο Παληοχωρίτης. Αυτός τι είναι; Δεξιά του κι αριστερά του είναι δυό νεκροί, ο Χρήστος κι ο Πέτρος. Γύρω του πέφτουνε κανόνια, βουίζουνε πάνω του τ’ αεροπλάνα, οι σύντροφοι του σκοτώνονται, λαβώνονται, πήγε ο Οικονόμου, γύρισε ο Οικονόμου με τ’ οπλοπολυβόλο, από κάτω ξεκινούν, χτυπούν, ξανασταματούν, ξαναρχίζουν, αυτός είναι εκεί. Με το ντουφεκάκι του ο Λευτέρης Παληοχωρίτης από τις έξη το πρωί ως αυτή την ώρα στις δυό το μεσημέρι, δε σάλεψε, δε μίλησε, δεν ακούστηκε παρά μια φορά μόνο πού ζητούσε τις σφαίρες από το Χρήστο.
Γεια σου Λευτέρη Παληοχωρίτη ! Στο πρόσωπό σου χαιρετίζω όλους τους αφανείς και τους ανώνυμους που μένουνε στη θέση που τάχτηκαν και «φυλάγουν τις Θερμοπύλες». Αν ο Οικονόμου είναι μια φλογισμένη παλικαριά, εσύ είσαι ένας βράχος από τα βουνά της Πατρίδας μας. Κ’ η Πατρίδα σάς χρειάζεται και τους δυό: Και τον Κότα. Λαβώνονται δίπλα του, τ’ οπλοπολυβόλο σταματάει. Πέφτουν γύρω του, ο Πέτρος ζαλίζεται, οι εφτά μαχητές του καταντούνε δυό – κι αυτός διευθύνει τη μάχη του. Δεν είναι μια στιγμή μέσα σ’ αυτές τις οχτώ ώρες που δεν κρατάει τα σκοινιά της, ο Γιάννης Κότας, χωριατόπαιδο από την Τρικουκιά των Γρεβενών. Μπαίνει, βγαίνει στο πολυβολείο, ρίχνει, σταματάει, στέλνει πίσω, περιμένει – τίποτα δεν είναι στα κουτουρού, τίποτα δεν είναι λιγότερο, τίποτα δεν είναι περισσότερο από ότι χρειάζεται για τη μάχη του. Δε νιώθει την ανάγκη μήτε να δείξει την παλληκαριά του, μήτε να θυσιαστεί ,μήτε να συμπονέσει μήτε ν’ αγριέψει. Νιώθει μονάχα την ευθύνη της εντολής που του δώσανε. Και τη βγάζει πέρα κι ορίζει το πεδίο της μάχης σαν ένας αληθινός στρατηγός.
Σε λίγο ξαναρχίζουνε τα αεροπλάνα να γυρίζουν απάνω τους. Είναι ακόμα μια επίθεση. Ζουν ακόμα εκεί πάνω; – θα ρωτούν οι Αμερικάνοι. Κι ακόμα μια φορά παίρνουν την ίδια απόκριση. O Κότας, ο Οικονόμου και ο Σαββίδης με τα’ οπλοπολυβόλο βγαίνουν έξω απ’ τ’ οπλοπολυβολείο και αρχίζουν να ρίχνουν. Μια οβίδα πέφτει μπροστά τους. Ο Σαββίδης κάθεται κάτω.
– Ωχ, τραυματίστηκα και γω.
Και γελάει ο Σαββίδης. Του φαίνεται αστείο πώς τραυματίστηκε έτσι στα γρήγορα. Ο Κότας αρπάζει ένα στεν και χτυπάει. Ρίχνει και τ’ οπλοπολυβόλο, ρίχνει κι ο Παληοχωρίτης από τη θέση του. Και σταματούνε κι αυτή την επίθεση.
Είναι η τελευταία τους. Σε λίγο σταματούνε τα πάντα σαν να κόπηκαν με το μαχαίρι. Σταματούν τα κανόνια, χάνονται τ’ αεροπλάνα. Ο Σαββίδης χώνει το χέρι του μέσα στο παντελόνι του, το ξαναβγάζει ματωμένο, τους το δείχνει και γελάει.
– Αχού, τώρα τραυματίστηκα και γω.
Κανόνια, αεροπλάνα, ντουφέκια, πολυβόλα όλα σταματήσανε πια στο Τσεροβέτσι. Σηκώνεται τέλος κι ο Παληοχωρίτης από τη θέση του και στέκουν κ’ οι τέσσερις και γρικούνε για μια στιγμή τη βαθιά σιωπή π’ απλώνεται γύρω τους. Κοιτάζονται στα μάτια.
– Τέλειωσε;
Τέλειωσε στ’ αλήθεια. Το 581 και το 582 τσακιστήκανε δυό μέρες μπροστά στο πολυβολείο. Το 583 αναποδογυρίστηκε μ’ αντεπίθεση. Τα τηλέφωνα κουδουνίζουν, τμήματα ξεκινούν για τη γενική αντεπίθεση, γροθιές σηκώνονται και δίκοχα πετάγονται στον αέρα. Και πέρα για πέρα σ’ όλο το μέτωπο της Μουργκάνας, μαζί με το Σαββίδη, γελούνε.
Τέρμα. Το Τσεροβέτσι δεν έπεσε. Η Μουργκάνα δεν παίρνεται από τα χέρια του Δημοκρατικού Στρατού. Δεν είναι απόρθητο το βουνό. Ανίκητος είναι ο Λαός που το ζώνει και τα παιδιά του που το φυλάνε: Τα πολυβολεία που κρατούνε το Τσεροβέτσι χτυπούνε με τον παλμό της καρδίας τριακόσιων χιλιάδων Ηπειρωτών, εφτά εκατομμυρίων Ελλήνων.
Για να το καταλάβουν αυτό οι στρατηγοί σαν τον κύριο Αντωνόπουλο χρειάστηκε να χάσουν άλλους εφτακόσιους στρατιώτες – δηλαδή ένα σύνολο από χίλιους τετρακόσιους ογδόντα τέσσερις στις δύο επιχειρήσεις. Και ν’ αφήσουν στα χέρια μας δεκατέσσερις όλμους με εννιακόσια βλήματα, καμιά πενηνταριά μικρά και μεγάλα αυτόματα, εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες σφαίρες, χίλιες χειροβομβίδες, δέκα ασυρμάτους, αποθήκες ολόκληρες από ρούχα και παπούτσια για να ντυθούν οι μαχητές μας και να τους κυνηγούνε καλύτερα.
Ένα σύντομο ανακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου του φασιστικού στρατού βγήκε την άλλη μέρα για ν’ αναγγείλει πως «οι επιχειρήσεις εις Μουργκάναν διακόπτονται διά να επαναληφθούν όταν ο εθνικός στρατός κρίνει εΰθετον την στιγμήν». Δε μας απαρατάτε, μουρμούρισαν οι φουκαράδες οι εθνικόφρονες. Οι εφημερίδες γράφανε με μεγάλα ψηφία πως θα «χρειασθούν και άλλοι σκληροί αγώνες και άλλαι θυσίαι, αλλά η Μουργκάνα τελικώς θα καταληφθή». Χάσανε τις ειδήσεις που βάλανε δυό μέρες γληγορότερα! Μια μεγάλη συζήτηση άνοιγε ανάμεσα στο διωγμένο Βεντήρη και την καινούργια αγωνία του στρατού τους, αν ήταν το πεδινό ή το ορειβατικό πυροβολικό που θα τους έδινε τη νίκη στη Μουργκάνα. Μα ο Γενικός Διοικητής Ηπείρου κύριος Ρέπας έλεγε κείνες τις μέρες στο στενό περιβάλλον του:
– Δε θα μπορέσουμε να κρατήσουμε την Ήπειρο περισσότερο από δυό-τρείς μήνες ακόμα.

Τέλειωσα τη διήγηση μου. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα – σαν γραμματικός – με τα περιστατικά της μάχης. Πρέπει μονάχα να πω πως όλα βαλθήκανε με τη σειρά την κανονική τους. Δεν υπάρχουνε σ’ αυτή τη διήγηση ανακρίβειες ούτε υπερβολές. Οι διάλογοι είναι όλοι αυθεντικοί. Ξεχωριστά οι πληροφορίες σχετικά με τις κινήσεις, τις ενέργειες και τις προθέσεις ακόμα του εχθρού είναι απόλυτα βεβαιωμένες. Κι όλα μέσα στη διήγηση είναι υποταγμένα, όχι μόνο γενικά στον αλήθεια, μα στην πιο αυστηρή απαίτηση της ακρίβειας και για το πιο μικρό περιστατικό.

Μα τα πρόσωπα, το βλέπω τώρα ολοκάθαρα, δεν τα χρωμάτισα όπως ήθελα κι όσο θα ‘πρεπε. Μου ξέφευγαν κάθε στιγμή. Μέσα στο νου μου το ΄να συνταυτίζεται με τ’ άλλο, μπλέκουν όλα μαζί. Κ’ έρχονται μαζί και μορφές από τα περασμένα – φυλακές και στρατόπεδα κ’ εξορίες – αγαπημένες νεανικές μορφές στην Αθήνα το Δεκέμβρη, ελασίτες που κλαίγανε μέσα στα γένια τους, δίνοντας τα όπλα τους μετά τη Βάρκιζα, σύντροφοι μας που χαθήκανε – κι όλα μαζί γίνονται ένα. Κι όλα συνθέτουν και στήνουνε μπρος μου τη μία μορφή του Έλληνα μαχητή. Μερικά χαρακτηριστικά της θα μπορούσε κανένας να τα ξεχωρίσει και στα πρόσωπα που αναφέρονται σ’ αυτή τη διήγηση: Γληγοράδα μαζί με την παλληκαριά. Φιλοτιμία. Κι ατομικότητα.

Τώρα είναι ησυχία στη Μουργκάνα. Το μέτωπό μας είναι μακριά και μπροστά – πού είναι το μέτωπο; Στον Καλαμά, στο Πωγώνι, στην Παραμυθιά, στα Γιάννινα απ’ έξω; Εδώ κάπου-κάπου χτυπάει το κανόνι και οι δικοί μας οι όλμοι που του αποκρίνονται. Οι άλλοι κλειστήκανε με συρματοπλέγματα σε κάτι υψώματα που κράτησαν ολόγυρα στη Μουργκάνα κ’ οι δικοί μας πηγαίνουν τη νύχτα και τους χτυπούν. Δράσις περιπολιών λέγεται αυτό στη στρατιωτική γλώσσα. Στην πραγματικότητα  είναι να μην κοιμούνται τη νύχτα ποτές μέσα στα συρματοπλέγματα τους και κάπου-κάπου να λείπει κανένας από τις ομάδες μας που τους χτυπούν – και γυρίζουνε το πρωί. Τα κανόνια ξαναχτυπούν, οι όλμοι δεν αργούν ν’ αποκριθούν και ξαναγίνεται ησυχία.

Βρέχει. Ο ημιονηγός σιγοτραγουδάει. Τα πέταλα των μουλαριών τροχαλίζουν απάνω στο χαλικόδρομο. Στο φυλάκιο που σταματούμε, μια διμοιρία κατεβαίνει για νυχτερινή κρούση. Ο δρόμος δεν μας χωράει κι αναμερίζουμε να περάσουν. Κάποιος φωνάζει μέσα στη φασαρία και το σκοτάδι.
– Λάκη, ε, ωρέ Λάκη. Μ’ ακούς; Η Ρίγκω, ρε Λάκη. :
– Ε;
– Σκοτώθηκε χτες.
Τα πέταλα ξανατροχαλίζουν στο χαλικόδρομο που κρέμεται πάνω από τη ρεματιά. Ο ημιονηγός τραγουδάει:


Βρέχει ο ουρανός και βρέχεσαι,
χιονίζει θα κρυώσεις,
θα σου βραχούνε τ’ άρματα…

Είναι μια λεβεντιά και μια τρυφερότητα σ’ αυτό το τραγούδι. Η Ρίγκω σκοτώθηκε χτες. Δε θα ξανανεβεί στα βουνίσια μονοπάτια, δε θα ξαναπερπατήσει στα ντερβένια του κάμπου. Δε θα ιδεί τη λευτεριά και την ειρήνη. Για μια στιγμή ο τόπος γιομίζει πίκρα.
Μα οι σύντροφοι της Ρίγκως ξαναπηγαίνουνε τώρα για τη νυχτερινή τους επίθεση στα συρματοπλέγματα. Και τραγουδούν. Πάνωθέ μας, ψηλά στις κορφές και τ’ απότομα πλάγια της, η Μουργκάνα στυλώνει την άγρια της αυστηρότητα. Είναι η εγγύηση της νίκης. Απ’ εκεί κατεβαίνουν τα τμήματά μας. Κάτω, χαμηλά στο ποτάμι π’ αναδιπλώνονται τα ήμερα χωματοβούνια, η ανοιξιάτικη φύση μοσκοβολάει. Είναι η υπόσχεση της ειρήνης, εκεί τραβούνε τα τμήματα μας κι όλο μπαίνουν βαθύτερα στον ήμερο τόπο, στις κοιλάδες του Καλαμά, στην πεδιάδα του Αχέρονα. Το τραγούδι της διμοιρίας που κατεβαίνει γιομίζει τη ρεματιά, ο αντίλαλος του σκεπάζει τα πάντα, κυριαρχεί και μας κατακλύζει. Δίχως να το μιλήσουμε, σαν από σύνθημα, αρχίζουμε και μεις στη δική μας συνοδεία και τραγουδάμε μαζί τους, μαζί με όλο το στρατό μας που μάχεται, μαζί με όλο το λαό μας που πολεμάει


Στ’ άρματα, στ’ άρματα

εμπρός στον αγώνα,

για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά.



Δημήτρη Χατζή Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940 -1950), Κείμενα, Αθήνα 1979

Την Κυριακή 26 Ιουνίου ανηφορίζουμε στα δύσβατα μονοπάτια της Μουργκάνας στη Θεσπρωτία ακολουθώντας  τα βήματα των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ. Εκδήλωση μνήμης και τιμής για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που διοργανώνει το ΚΚΕ.

Το πρώτο μέρος εδώ.
Το δεύτερο μέρος εδώ.

Το τρίτο μέρος εδώ.

Μουργκάνα, του Δημήτρη Χατζή (3/4)


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Η νουβέλα «Μουργκάνα» του Δημήτρη Χατζή δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1948 στην εφημερίδα «Φωνή του Μπούλκες», στη συνέχεια μεταφράστηκε στα γαλλικά από τη Μέλπω Αξιώτη και το 1979 ο συγγραφέας την συμπεριέλαβε στη «Θητεία». Συλλογή με αγωνιστικά κείμενα της περιόδου 1940 – 1950.

Η γραφή του Δημήτρη Χατζή  ρεαλιστική  τείνει περισσότερο προς την ιστορική αφήγηση και αναπαράσταση, κατορθώνοντας συγχρόνως να αποδώσει με  τις δυνατές και ζωντανές περιγραφές τις μάχες  αλλά και το ψυχικό μεγαλείο των αγωνιστών της Μουργκάνας.

Δημοσιεύουμε τη νουβέλα σε συνέχειες. Σήμερα το τρίτο μέρος.


Τη νύχτα, ξημερώνοντας η δεύτερη του Μάρτη, μια Μοίρα ΛΟΚ ανέβηκε στο ύψωμα Σκηταριό. Αυτοί οι ΛΟΚ είναι ένα είδος σαν τους κομάντος. Αγγλοπρέπεια. Γεροί στο σώμα και φασίστες  ξεδιαλεγμένοι από την Ορεινή Ταξιαρχία και από τα Τάγματα Ασφαλείας, εκπαιδεύτηκαν για τον βουνίσιο πόλεμο. Γι’ αυτό τους λένε και Λόχους Ορεινών Καταδρομών.
Φοράνε κάτι ωραία ποδήματα στέρεα κι αποκάτω με λάστιχο, για να πατούνε καλύτερα στην πέτρα και να μην ακούονται κιόλας, άσπρες βραχείες από μηλωτή, έχουν πολλά ατομικά αυτόματα κι ο κάθε λόχος ασύρματο. Η δουλειά τους είναι να πιάνουνε κάποια κορφή, να βρίσκουνε ένα δύσκολο πέρασμα, να κρατούνε για λίγο μια θέση κ΄ύστερα να ‘ρχεται πίσω τους το ταχτικό στράτεμα να τη στεργιώνει.
Αυτοί π’ ανεβήκανε στο ύψωμα Σκηταριό θα ‘τανε καμιά τρακοσαριά. Τρύπωσαν από μια λαγκαδιά και περπατώντας όλη νύχτα από το μοναστήρι του Μακραλέξη, ξημερωθήκανε το πρωί πάνω στο ύψωμα. Ρίξανε πράσινες φωτοβολίδες για τα’ αεροπλάνα τους κ’ είδανε κ’ οι δικοί μας και νιώσαν την καταστροφή που τους γίνηκε.
Το ύψωμα αυτό του Σκηταριού είναι πάνω στη Μουργκάνα. Τα στρατέματα που ξεκινήσανε κιόλας από τα χαράματα να ενωθούν με τους ΛΟΚ θα περνούσανε στην πλάτη όλης της δικής μας διάταξης. Το μέτωπο, που δεν έσπασε τρία μερόνυχτα, αναποδογυρίζονταν τώρα.
Είταν τότες ένας αγώνας γρηγοράδας για τους δικούς μας να κόψουνε τους ανεβασμένους στο Σκηταριό και να μην αφήσουν τις δυνάμεις του ταχτικού στρατού να φτάσουν απάνω. Να σταματήσουνε πρώτα τη ζημιά σε κείνο το μέρος όσο να πιάσουνε καινούργιες θέσεις και ν’ ανοίξουνε μάχη.
Απ’ όλες τις μεριές του μετώπου τρέχανε κατά κει. Ακόμα και η «Ομάδα Ασφαλείας» του Αρχηγείου θα πάει στο ύψωμα που πατήθηκε. Είναι μια κρίσιμη ώρα και το νιώθουν όλοι τους.
Ο Λοχαγός Νέστορας ανεβαίνει πρώτος απάνω. Τρεις είναι όλοι κι όλοι μαζί του – οι δυό κοπέλες. Ένας όλμος, δυο οπλοπολυβόλα, κ’ ένα βαρύ πολυβόλο, κουβαλιούνται γρήγορα-γρήγορα κι ανεβάζονται στη Μουργκάνα. Ο ταγματάρχης Αχιλλέας με εφτά μαχητές της ανταρτικής ομάδας του Πιπέρη,  τρέχουνε και πιάνουν ένα ύψωμα δίπλα στο Σκηταριό που το λένε Τσεροβέτσι. Βρίσκουν στο δρόμο τους ένα διμοιρίτη από τα τμήματα που πηγαίνανε πίσω, τον παίρνουν μαζί τους κι αυτόν με τ’ οπλοπολυβόλο του και στήνουνε εκεί μιαν αντίσταση που δείχτηκε κατόπι σημαντική. Μικρές δυνάμεις πιάνουνε και κρατούνε τα μπροστινά υψώματα που λέγονται Στάλος και Καστρί. Άλλες δυνάμεις πολεμούνε χαμηλά στο ποτάμι να κόψουνε το δρόμο στα τάγματα που ανεβαίνουν να ενωθούν με τούς ΛΟΚ. Οι όλμοι αλλάζουνε θέσεις. Όλα τα υψώματα γύρω στο Σκηταριό, όλα τα μονοπάτια που πάνε σ’ αυτό, πιάνονται γρήγορα. Πάνω και κάτω, δεξιά και αριστερά, ο ταγματάρχης Αχιλλέας μπορεί και είναι παντού. Γοργοπόδαρος και ήμερος.
Από τις εφτά το πρωί οι δικοί μας αρχίζουνε και χτυπιούνται με τους ΛΟΚ. Τα αεροπλάνα τους βάζουν με τα μυδράλια, οι οβίδες πέφτουνε γύρω τους ασταμάτητα. Ο λοχαγός Νέστορας χτυπιέται στα πενήντα, στα είκοσι μέτρα με το πιστόλι, Νέστορας Θανάσης είναι τ’ όνομά του, από τα Κριθαράκια Γρεβενών, τριάντα τέσσερω χρονών παλικάρι. Ελασίτης, φυλακισμένος στα Γρεβενά, το ‘σκασε το Γενάρη του 1947 κ’ είταν από τότε στο Δημοκρατικό Στρατό. Η μικρή δύναμη που πρωτανέβηκε μαζί του αυξήθηκε σε λίγο και μ’ άλλους μαχητές. Οι ΛΟΚ μαζεύονται παραπίσω, πιάνουν τις πρόχειρες θέσεις που φκιάξανε, η μάχη έχει αρχίσει κι όλο δυναμώνει πάνω στο ολόγυμνο ύψωμα. Ένα ταχυβόλο του Νέστορα παθαίνει εμπλοκή. Ένα οπλοπολυβόλο στήνεται στη στιγμή. Ένας όλμος που κουβαλιέται από την άλλη μεριά στήνεται στα εκατό μέτρα από τον εχθρό. Όλα για όλα.
Οι ΛΟΚ κρατούνε ακόμα γερά και σταματούν τους δικούς μας. Ένα μικρό ύψωμα τους χωρίζει πενήντα, εκατό μέτρα. Η θέση τους είναι δύσκολη γιατί βοήθεια από κάτω δεν έρχεται. Τα οπλοπολυβόλα μας απ’ όλα τα γύρω υψώματα τους χτυπούνε, ο όλμος συνέχεια τους ρίχνει ανά πέντε. Μα και των δικών μας η θέση δεν είναι καλύτερη. Δεν μπορούν να τους βγάλουν από κει και πολεμούν απροφύλαχτοι στο γυμνό βουνό και χτυπιούνται από τα κανόνια και τα αεροπλάνα.
Ο Νέστορας δέχεται μια σφαίρα στο στήθος και πέφτει. Ακόμα ένας νεκρός και τέσσερις λαβωμένοι πέφτουνε γύρω του. Όλο το μικρό του τμήμα κλονίζεται για μια στιγμή με το θάνατο του αρχηγού του. Ο επίτροπος Παπαδόπουλος στέλνει ένα σύνδεσμο να τους πει πως είναι παρών – πενήντα βήματα παραπίσω. Νιώθει τώρα πως έφτασε η κρισιμότερη στιγμή της ζωής του. Τ’ αεροπλάνα δε σταματούνε να ρίχνουν. Σέρνεται ο ίδιος και τραβάει το Νέστορα παρακάτω. Μια βόλτα που κάνουνε τ αεροπλάνα για να ξαναχυμήξουν,  τους δίνει λίγο καιρό να πάρουν τους λαβωμένους. Όλοι τους κουβαλούνε, μέσα σε βροχή απ’ οβίδες, τους πάνε πιο πέρα. Ο Νέστορας είναι νεκρός. Ένα από τα κορίτσια που ‘ταν μαζί του απ’ το πρωί είναι δίχως ποδάρι. Θαρρεί θα πεθάνει και θέλει να την αφήσουν, να παν στη δουλειά τους. Την πήραν οι μεταγωγικοί και την πήγαν στο νοσοκομείο κουβαλώντας την στην πλάτη τους, ώρες μακριά. Και ζωντάνεψε και σ’ όλο το δρόμο τραγούδαγε για να τους αλαφρώνει.
Οι άλλοι ξαναγυρίζουν στη μάχη που αγριεύει και συνεχίζεται όλη τη μέρα. Οι ΛΟΚ κρατούνε τις θέσεις τους. Τ’ αεροπλάνα καρφώνουνε τους δικούς μας. Ως τ’ απόγιομα από τις πιο μακρινές θέσεις φτάνουνε τα τμήματα μας, ζώνουνε γύρω και γύρω το Σκηταριό κ’ η κατάσταση ως το βράδυ δεν αλλάζει σε τίποτα.
Το Αρχηγείο δίνει διαταγή για μια μεγάλη επίθεση τη νύχτα. Ο ταγματάρχης Αχιλλέας θα διευθύνει αυτή την επιχείρηση που αρχίζει στις δέκα το βράδι. Οι όλμοι για μιαν ακόμη φορά θ’ αλλάξουνε θέσεις. Τα βλήματα κουβαλιούνται στην πλάτη πάνω στις απότομες πλαγιές. Μια πρώτη μικρούλα προχώρηση βοηθάει την εξόρμηση. Έρχονται κοντά-κοντά με τους ΛΟΚ. Οι αξιωματικοί μας δε στέκουν μακρύτερα από τα εκατό μέτρα. Ο ομαδάρχης Μπόμπορας έρχεται στα χέρια, πέφτει πάνω σ’ ένα πολυβόλο και τους το παίρνει. Δυο ώρες η μάχη συνεχίζεται ασταμάτητα και με πείσμα μέσα στο σκοτάδι. Τα πυρομαχικά μας, όλα κουβαλημένα με τα χέρια, κατά τις δώδεκα τα μεσάνυχτα τελειώνουν. Ξαναρχίζουν οι φάλαγγες, οι ηρωικές μας φάλαγγες των φορτωμένων, ν’ ανεβαίνουνε τις απότομες πλαγιές για μιαν καινούργια τελειωτική επίθεση πριν ξημερώσει.



Μα δε θα χρειαστεί να γίνει. Οι ΛΟΚ έχουνε τσακιστεί. Τριάντα δύο κουφάρια τους κείτονται πάνω στις πέτρες. Πενήντα λαβωμένοι τους τραβηχτήκανε πίσω. Αποκομμένοι από κάτω, δεκατισμένοι από την αντεπίθεση, πεθαμένοι από τη διήμερη πορεία και τη μάχη αφήνουν το ύψωμα πριν απ’ το χάραμα. Η μεγάλη κρίση πέρασε. Το Σκηταριό πατήθηκε, μα δεν έπεσε. Όλο το μέτωπο ανασαίνει τη χαρά της πρώτης νίκης.

Μα οι δυνάμεις του εχθρού είναι μεγάλες, πολλές. Τη νύχτα της ίδιας μέρας, στις τρεις του μήνα, μια καινούργια επίθεσή του γίνεται λίγο αριστερότερα από το Σκηταριό. Από το πρωί τα κανόνια γυρίσανε και χτυπούν κατά το χωριό που λέγεται Λειά, τ’ αεροπλάνα γυρίζουν από πάνω, δυο τάγματα, το 581 και το 625 ξεκινούνε. Το 625 κρατήθηκε. Μα το 581 καταφέρνει να μπει στο μισό χωριό.
Μια μικρή ρεματιά χωρίζει τούς δυο μαχαλάδες του χωρίου. Στον ένα βρίσκεται το 581, τον άλλον τον κρατούν οι δικοί μας. Από κει θα περάσουν τη νύχτα και θα χτυπηθούν από σπίτι σε σπίτι. Είναι ένας πόλεμος άγριος, ύπουλος, άνισος για κείνον που κάνει την επίθεση.
Η χειροβομβίδα, το πιστόλι, η αντιαρματική γροθιά θα είναι τα όπλα, κάποτε το μαχαίρι, κάποτε τα χέρια.
Δυο ώρες μέσα στη νύχτα από σπίτι σε σπίτι, από το καμένο σκολειό του χωριού ως την εκκλησιά και τ’ άλλα χτίρια που οχύρωσαν οι τρεις και τέσσερις φορές ξεδιαλεγμένοι φασίστες του 581 οι δικοί μας προχωρούνε βήμα με βήμα και καθαρίζουν τον τόπο. Πριν φέξει τους σκόρπισαν, τους αναποδογύρισαν, τους έβγαλαν από το χωριό και τους διώξανε πίσω.
Τότες ο Βασιλάρας πήρε το τηλέφωνο κ’ είπε πως και κείνο το μέτωπο λευτερώθηκε κι ο Φωκάς θα ματσούλησε πάλι τα χείλια του.

Ωστόσο, στο Αρχηγείο δεν ησυχάζουν. Ο Καλιανέσης ξέρει καλά πως ο κίνδυνος μένει. Κάτι άλλο χρειάζεται. Κάτι σπουδαίο. Πολύ σημαντικό. Που θα αναποδογυρίσει όχι πια τμήματα και τάγματα του εχθρού που κάνουν επίθεση, μα τη βασική του διάταξη, θα διώξει μακριά τον κίνδυνο.
– Κάτι, που αν δεν αποδώσει όλα όσα το Κόμμα περιμένει από μας, θα δώσει το πιο πολύ που μπορούμε. Έτσι είπε ο Παύλος, ο Επίτροπος του Αρχηγείου στον Πετρίτη που διοικεί το κλιμάκιο, στο δεξιό της δικής μας διάταξης. Οι δυό τους γνωρίζονται πολύ καλά. Κι από τον ΕΛΑΣ και κατόπι μαζί, δεν έχουν ανάγκη από λόγια πολλά.
Ο Παύλος είτανε μαζί τους από τότες που πρωτογίνηκε το Αρχηγείο της Ηπείρου, το Φλεβάρη του 1947, αρχηγός τους στρατιωτικός και μαζί και πολιτικός τον πρώτο καιρό. Πέρασε κοντά τους από το καμίνι των μεγάλων δοκιμασιών στις άνισες μάχες, στις μεγάλες στερήσεις, στις απανωτές λιποταξίες και προδοσίες. Και μέσα απ’ αυτές τις δοκιμασίες, αλύγιστος, τους έβγαλε πέρα κ’ έριξε μέσα σε λίγους μήνες βαρύν τον ίσκιο του αντάρτικου της Ηπείρου απάνω στα σκέδια της εαρινής εκστρατείας του 1947.
Τον καιρό εκείνο ο Παύλος έδωσε κάποτες στον Πετρίτη τα μισά ντουφέκια του Αρχηγείου κι απόμεινε αυτός με εξήντα μαχητές, τούς μισούς δίχως όπλα. Κι ο Πετρίτης δεν τα ντρόπιασε τότε τα ντουφέκια που πήρε, γυρνώντας από το Γράμμο στο Πωγώνι κι ως τους Φιλιάτες και την Πρέβεζα κι ανοίγοντας το δρόμο του Δημοκρατικού Στρατού στην Ήπειρο. Τώρα του ζητούσε να κρατήσουνε τη Μουργκάνα που είταν το κέρδος και το έπαθλο όλων εκείνων των δοκιμασιών, των προσπαθειών και των θυσιών τους. Κι όπως τότες ο Πετρίτης, έτσι και τώρα, δε θα το ‘θελε ποτές του να δει τον Παύλο να σκύβει το κεφάλι του και να τον ακούσει να λέει, σα να μίλαγε μοναχός του.

– Αχ, μωρέ παιδί μου, γιατί. . .

Ο Καλιανέσης έχει σχεδιάσει το «κάτι». Ήμερα και προσεχτικά, με σιγουριά. Και με γνώση. Και πρώτ’ απ’ όλα μ’ εμπιστοσύνη στους μαχητές του. Σκυμμένοι πάνω στο χάρτη εξηγούνε κ’ οι δυό τους στον Πετρίτη πώς και πούθε θα γίνει η ενέργεια. Κι αυτός, κατεβαίνοντας την ίδια νύχτα στο κλιμάκιο φωνάζει τον ταγματάρχη Σκεύη και τους τέσσερις λοχαγούς που θα πάρουνε μέρος σ’ αυτή. Τους εξηγεί. Θα είναι ένας επιθετικός ελιγμός στ’ αριστερό του εχθρού. Την ίδια νύχτα τα τμήματα πρέπει να κινηθούνε και με αρχηγό το Σκεύη να δώσουν κ’ οι τέσσερις το αποφασιστικό χτύπημα. Ξαφνικά, γρήγορα, δυνατά. Στ’ όνομα του Ελληνικού Λαού και του Δημοκρατικού Στρατού πρέπει να πετύχετε – είναι τα τελευταία λόγια που έχει να τους πει ο Πετρίτης.
Και οι τέσσερις καλούνε τους λόχους σε γενικές συνελεύσεις. Τους εξηγούνε με λίγα λόγια τι θα πρέπει να κάνουνε εκείνη τη νύχτα κι όλοι τους, πριν ξεκινήσουν, μεταλαβαίνουν εκεί τ’ άχραντα μυστήρια του χρέους. Στ’ όνομα του Ελληνικού Λαού, στ’ όνομα του Κόμματος, θα πολεμήσουμε πρώτοι – δίνουν το λόγο τους οι κομουνιστές. Στ’ όνομα του Ελληνικού Λαού, τ’ όνομα του Δημοκρατικού Στρατού και του αρχηγού μας, στ’ όνομα των νεκρών μας θα συντρίψουμε απόψε τον εχθρό – ορκίζονται όλοι.

Λίγην ώρα πριν ξεκινήσουν ένας σύνδεσμος φέρνει ένα γράμμα στο Σκεύη. Είναι από τον Πετρίτη. Δεν του γράφει πια για το σκέδιο. Είναι κ’ οι δυό τους δάσκαλοι που γίνανε πολεμιστές κ’ είναι καιρός που πολεμούν μαζί κ’ είταν μαζί και στις δύσκολες ώρες. Του γράφει για το χρέος και για τον αγώνα, για το Κόμμα και για τα παιδιά που χαθήκανε – κ’ είναι κρίμα που δεν κράτησαν μήτε ο ένας μήτε ο άλλος αυτό το γράμμα.

Στις εννιά η ώρα ο μικρός στρατός, τέσσερις λόχοι, ξεκινάει. Ο ουρανός είναι πάντα ολοκάθαρος και το κρύο δυνατό. Σύμφωνα με το σκέδιο πρέπει να τσακίσουνε δυό τάγματα πάνω στο δρόμο τους, του Γαλάνη και το 611 πριν από το πρωί. Ένα τρίτο τάγμα, το 581, θα ‘ναι παραπέρα. Ακόμα παραπέρα, το 625.
Στις δέκα τη νύχτα τα πρώτα τμήματα βρίσκονται κιόλας κοντά στον εχθρό. Στο κέντρο είναι ο λόχος του Σδράβου. Καθώς περνούν ένα μικρό ποταμάκι, σ’ ένα φυλάκιο τους παίρνουν χαμπάρι και τούς χτυπούν. Κρύβονται και δε ρίχνουν. Το σκέδιο είναι να περάσουν τα πρώτα φυλάκια δίχως να χτυπηθούν. Προχωρούν ακόμα, μέσα στη νύχτα, φτάνουν έξω από το χωριό Πόβλα, τότε βρίσκονται πια κοντά στον εχθρό. Σέρνονται στη γης και φτάνουν στα τριάντα μέτρα.
– Απάνω τους, είναι η κραυγή του λοχαγού τους.
Πηδούν απάνω στα πολυβολεία, χτυπιούνται με τα πιστόλια, με τους υποκόπανους των όπλων, αρπάζονται στα χέρια. Γύρω και μέσα στο χωριό είναι ο Γαλάνης με το τάγμα του, μια διλοχία και ο λόχος διοίκησης του 611. Τα χάνουν, δεν ξέρουν τι να πιστέψουν, δεν μπορούν να καταλάβουν ακόμα τι γίνεται. Ο μάγειρας ενός λόχου θαρρεί πως γίνηκε επανάσταση. Καθώς πέφτουν οι δικοί μας απάνω του σηκώνει τα χέρια κι ορκίζεται πως είναι στρατιώτης και δεν το κούνησε καθόλου από τη θέση του…
Οι δικοί μας προχωρούνε, μπαίνουνε μέσα στο χωριό, ξεκαθαρίζουν τις αντιστάσεις, τινάζουν τα οχυρωμένα σπίτια. Ο ομαδάρχης Σωκράτης Γκίζας από το Παλιοχώρι βρίσκεται στη μέση του δρόμου αγκαλιασμένος μ’ έναν του Γαλάνη. Είναι κ οι δυό τους πεσμένοι κάτω.
– Βοήθεια συναγωνιστές, φωνάζει ο Γκίζας.
– Βοήθεια συναγωνιστές, φωνάζει κι ο Γαλάνης κ’ οι δικοί μας τρέχουνε και δεν μπορούν μέσα στο σκοτάδι να ξεχωρίσουν ποιος είναι ο αληθινός.
Ένας αξιωματικός του 611 μόλις τώρα ξύπνησε. Τρέχει, κατεβαίνει στο δρόμο να μάθει τι γίνεται.
– Αλτ, του φωνάζει ο Χρήστος Τσοπάνος από τ’ Άρματα της Κόνιτσας.
– Είμαι ο δόκιμος.
– Έλα κοντά.
Κάνει να του ρίξει, το ντουφέκι δεν πιάνει. Αρπάζονται στα χέρια κι αυτοί. Ο δόκιμος είναι γερός. Κι ο δικός μας το ίδιο, θηρίο. Σηκώνει το ντουφέκι σα ρόπαλο και τον χτυπάει στο κεφάλι. Κι άλλος Γαλάνης ή στρατιώτης έρχεται από πίσω. Ο Χρήστος κάνει να φύγει. Το λουρί του ντουφεκιού του πιάνεται στο λαιμό του δόκιμου που ‘ναι πεσμένος κάτω. Αφήνει τ’ όπλο του στο λαιμό του αλλουνού κι αρπάζει ενός σκοτωμένου που βρίσκεται δίπλα του. Κάνει να ρίξει στον άλλο Γαλάνη, δεν τον προφταίνει, αρπάζονται και μ’ αυτόν στα χέρια, παλεύουν, ώσπου φτάνουν οι δικοί μας και τον ελευθερώνουν τραυματισμένον.
Οι Γαλάνηδες ξέρουνε πια τι γίνηκε. Όσοι προφταίνουν βγαίνουν από το χωριό και φεύγουν. Καμπόσοι τρέχουν και κρύβονται μέσα στα σπίτια, βγάζουνε γρήγορα τα ρούχα τους τα στρατιωτικά, κάθονται στη φωτιά και παρασταίνουνε τους αθώους χωριάτες. Ένας μικρός μαχητής, Απόστολος Γελαδάρης από το Κεράσοβο της Κόνιτσας, μπαίνει σ΄ένα σπίτι. Τρεις κάθονται στη φωτιά.
– Τι είσαστε σεις;
– Χωριάτες από δω.
– Βγείτε έξω, να δούμε.
Κάνουν ν’ αρπάξουν τα όπλα τους, τ’ αυτόματο του Αποστόλη είναι κάτω απ’ τη μύτη τους και τρέμουν και οι τρεις τους.
Στρατιώτες από το 611 τρέχουνε και παραδίνονται. Καμπόσοι κρύβονται μέσα σε σπίτια και σε χαλάσματα κι όταν ακούν τούς δικούς μας και φτάνουν κοντά φωνάζουνε μέσα στο σκοτάδι:
– Εδώ Γκρέκο παρτιζάνο.
Τους ξετρυπώνουν και κανένας εκεί δεν μπορεί να κρατήσει τη γροθιά που πέφτει στα μούτρα.
– Τί είπες, ρε κερατά;
– Μη, συναγωνιστή, είμαι δημοκράτης.

Κι άλλη γροθιά.
– Όχι, όχι… Πρώτα τί είπες…
– Έτσι μας είπαν… Νομίζαμε Σλάβοι. ..
Ο Γαλάνης κατάφερε και το ‘σκασε από τους πρώτους. Από τότες κοπροσκυλιάζει στα Γιάννινα. Δεν του δίνουν παράδες να ξαναφκιάξει τό τάγμα του. Ο διοικητής του 611 Μανάρας είναι λαβωμένος. Όχι και πολύ βαριά κι ούτε για τη μάχη τον μέλλει ούτε για τους στρατιώτες του που σκορπίσαν ούτε για τα προαιώνια ιδανικά της φυλής. Φώναζε κ’ έβριζε και βλαστήμαγε να τα παρατήσουν όλα και να τον πάρουν. Ο γενναίος Κουλούρης, ο σοσιαλιστής, το σκάσε κι αυτός γρήγορα-γρήγορα. Ο γέρος αξιωματικός, ο Κωνσταντόπουλος, που είπαμε παραπάνω, τον είδαν οι στρατιώτες, άφησε σ’ ένα τραπέζι το πιστόλι του, πήρε ένα μπαστούνι και τράβηξε μοναχός του μέσα στη νύχτα.
Πριν φέξει, το τάγμα του Γαλάνη δεν υπάρχει πια. Κουφάρια βρίσκοντ’ ολούθε στους μικρούς δρόμους του χωριού. Ο ελιγμός πέτυχε, ο αιφνιδιασμός είταν αληθινά κεραυνός. Οι αιχμάλωτοι του 611 τραβιούνται παραπίσω. Ο λόχος του Σδράβου τέλειωσε την αποστολή του και βγαίνει από το χωριό να ανταμώσει τούς άλλους λόχους στο μέρος τ’ ορισμένο από το Σκεύη.

Και οι άλλοι έχουν το ίδιο πετύχει, με την ίδια γληγοράδα το σκοπό τους. Ο λόχος του Καμίτση, πεζοπορώντας μέσα σε λάκκους και νερά, πιάνει το ύψωμα του Τζελίλι, τσακίζοντας κ’ εκεί την αντίσταση του 611. Ο λόχος του Τζαβέλλα βρίσκει έναν έτοιμο όλμο στημένο με τα βλήματα δίπλα του. Ολμιστής ο ίδιος ο λοχαγός, αρχίζει μοναχός του και ρίχνει πάνω στα τμήματα που φεύγουν. Ο τέταρτος λόχος, του Νάστου, τραβάει μπροστά και πέρα.
Τα απομεινάρια του 611, που δεν πρόφτασαν να φύγουνε, βρίσκονται περικυκλωμένα. Όχι «κλοιός» των Αθηναίων στρατηγών. Περικυκλωμένα. Αφήνουν τις θέσεις τους και φεύγουνε δίχως να ξέρουν πού θα πάνε και τι θα βρούνε μπροστά τους. Οι στρατιώτες φωνάζανε μέσα στη νύχτα:
– Αδέρφια, μη μας χτυπάτε, είμαστε δημοκράτες.
Οι αξιωματικοί τους στεκόντανε πίσω με το πιστόλι, τους φωνάζανε να καλυφθούν, να κρυφτούν. Αυτοί περπατούσαν όρθιοι, βαριεστημένοι μέσα στο σκοτάδι, ταλαιπωρημένοι, δεν ξέρανε πού πήγαιναν, τραβούσαν σαν πρόβατα. Όσοι βρεθήκανε σκοτωμένοι ήταν όλοι χτυπημένοι με σφαίρα στο κεφάλι.
Καθώς ξημερώνει πια για καλά, λευκά μαντίλια ανεμίζουνε και στο μικρό ύψωμα της Ταβέρας. Είναι πάνω ο 4ος λόχος του 611, η τελευταία αντίσταση που απόμεινε. Ο διμοιρίτης του λόχου Καμίτση Γιάννης Καράμπελας,η Κατερίνα Δένη από τον Τσαμαντά και η Περσεφόνη Βαλαή από τον Κακόλακκο Πωγωνιού, ανεβαίνουν τρεχάλα στο ύψωμα να τους πιάσουν στα χέρια. Ο Καράμπελας, κατατσακισμένος από την πορεία και τη μάχη της νύχτας, λαχανιάζει και μένει παραπίσω. Τα δυό κορίτσια τρέχουνε, θέλουν να φτάσουνε πρώτα. Η Περσεφόνη είναι δεν είναι δεκαεννιά χρονών. Για μια στιγμή βλέποντας τους, ένα λόχο στρατιώτες, με τα όπλα τους όλους, δειλιάζει. Στυλώνει το αυτόματό της.
– Ψηλά τα χέρια.
Και τους βάζουνε στη γραμμή. Έρχεται σε λίγο κι ο Καράμπελας, ανεβαίνουνε κι άλλοι μαχητές, η συνοδεία τραβάει για κάτω. Καθώς κοντεύουνε πια να κατεβούνε το ύψωμα μια ιδέα γυρίζει στο νου της Περσεφόνης.
– Εσύ, σταμάτα. Έβγα από τη γραμμή.
Σταματάει και την κοιτάζει τρομαγμένος.
– Βγάλε το παντελόνι σου.
Ο στρατιώτης ανοίγει τα μάτια του διάπλατα. Κάτι θα ‘χε φτάσει στ’ αυτιά του απ’ αυτά που γράφουν οι εφημερίδες τους, για τις μαινάδες που έχουν μαζί τους οι αντάρτες.
– Στα γρήγορα, βγάλτο.
Το βγάζει ο φουκαράς κι ακόμα δεν ξέρει τι γίνεται. Η Περσεφόνη χάνεται για λίγο πίσω από ένα πουρνάρι. Ξαναγυρίζει κρατώντας στα χέρια της το σκισμένο παντελόνι της και φορώντας το καινούργιο του στρατιώτη. Του δίνει το δικό της και τον ξαναβάζει στη γραμμή. Ο άλλος που ερχότανε παραπίσω δεν είχε ανάγκη να τον φωνάξει η Περσεφόνη για να της δώσει το χιτώνιο του. Τ’ αλλουνού του πήρε τις αρβύλες και λαμποκοπάει μέσα στην καινούργια φορεσιά της.
Κρίμα πού δεν είχε έναν καθρέφτη η Περσεφόνη Βαλαή. Θα βλέπε και η πόρνη του Γαλάνη τα μούτρα της μέσα σ’ αυτόν. Στο δρόμο που κατεβαίνουν τα δυό κορίτσια ανταμώνουν την άλλη συνοδεία με τούς αιχμάλωτους άπω την Πόβλα. Ανάμεσα τους είναι και κείνη. Έχει μόνο μια κάλτσα στα πόδια, το στόμα της είναι στραβωμένο από την τρομάρα και το χασίς. Να μας συγχωρεί ο «Σύνδεσμος των Αιγυπτίων Κυριών» που διαμαρτυρήθηκε για το παιδομάζωμα, μα εμείς αυτή τη γυναίκα τη σκοτώσαμε. Της Περσεφόνης της δώσαμε αυτόματο και η Κατερίνα Δένη πήγε στη Σχολή Ομαδαρχών.

Στις εννιά το πρωί το τάγμα του Γαλάνη και το 611 δεν υπάρχουνε πια. Η εχθρική διάταξη δεν αναποδογυρίστηκε μονάχα στο αριστερό. Ξεθεμελιώθηκε ολόκληρη. Ο τόπος στην περιοχή που γίνηκε ο ελιγμός είναι γιομάτος λάφυρα και νεκρούς. Στρατιώτες σκορπισμένοι βαδίζουν βαριεστεμένοι, απροφύλαχτοι,, άλλοι κρύβονται μέσα στα πουρνάρια και τις ρεματιές για να παραδοθούν.
Δεν έχουμε σάλπιγγες για να χτυπούν – Προχωρείτε. Είναι ένας τρομερός αλαλαγμός από τη μια ως την άλλη άκρη στο μέτωπο, μια φωνή που βγαίνει απ’ όλα τα στήθια των μαχητών μας:
– Προχώρα.
Όλα τα τμήματα προχωρούνε για το 581 και το 625 που βρίσκονται στο κέντρο και παραδέρνουν. Ομάδες και διμοιρίες μας ξεκόβονται, χάνουν τη σύνδεση τους, πέφτουνε μέσα στα εχθρικά τμήματα, μια φορά χτυπήθηκαν και μεταξύ τους μέσα στην ορμή της επίθεσης:
– Προχώρα!…
Οι κάννες των οπλοπολυβόλων ανάβουν και κοκκινίζουν. T’ αεροπλάνα από πάνω γυρίζουνε και δεν ξέρουνε πια που να ρίξουν. Τα κανόνια σ’ όλο το μέτωπο σταματούν:
– Προχώρα!…
Είναι ένα Έθνος ολόκληρο, γενιές απανωτές, με την οργή και την πίκρα τους θεριεμένη μέσα στη στέρηση και την αδικία και πάντα καταπνιγμένη με τα ξένα όπλα, που ξεσπάει σ’ αυτή την τρομερή, την αδυσώπητη κραυγή:
– Προχώρα!…
Φάλαγγες σκορπίζουν εδώ, διμοιρίες παραδίνονται παρακάτω, αξιωματικοί μας κ’ επίτροποι βρίσκονται μπροστά από τα τμήματα τους, όλη την ημέρα κανένας δε μπορεί να σταματήσει κανέναν. Τα τμήματα φύγανε από τις βάσεις τους και πολεμούν μοναχά τους, όπου βρουν τον εχθρό, που μαζεύεται εκεί απ’ όπου ξεκίνησε.
Ως τη νύχτα κατόπι και την άλλη μέρα, οι νοσοκόμοι που γυρνούν με τους λαβωμένους μαζώνουν τους στρατιώτες που παραδίνονται. Ακόμα κ’ οι γυναίκες από τα χωριά Μπαμπούρι και Τσαμαντά, που βγήκανε και μαζώνουν τα λάφυρα, γυρίζουνε πίσω φέρνοντας αιχμαλώτους.

Έτσι τέλειωσε αυτή ή πρώτη επίθεση. Ένας απολογισμός χρειάζεται για να κλείσει η εικόνα: νεκροί 267, τραυματίες 250, αιχμάλωτοι 180, αυτόμολοι 5. Το σύνολο των απωλειών του εχθρού 702.
Από τούς αιχμαλώτους 81 στρατιώτες προσχώρησαν στο Δημοκρατικό Στρατό με τη θέληση τους και πολεμούνε και τώρα μαζί του. Οι άλλοι σταλθήκανε πίσω ελεύθεροι. Τρεις αξιωματικοί, Θ. Ευσταθίου, Κ. Αργυρόπουλος, Π. Βλαβιανός και ο ανθυπίατρος Στ. Σταυρόπουλος, δικάστηκαν από το στρατοδικείο του Αρχηγείου Ηπείρου. Και οι τέσσερις παραδέχτηκαν την κατηγορία. Ξεχωριστά ο Ευσταθίου και ο Αργυρόπουλος – παλιοί ελασίτες και κατόπι στην υπηρεσία του II Γραφείου και της Ασφάλειας – ομολόγησαν την προδοσία τους. Καταδικάστηκαν όλοι σε θάνατο. Το Γενικό Αρχηγείο πρότεινε τότε στην κυβέρνηση της Αθήνας να τους αλλάξουν με τρεις αιχμάλωτους αντάρτες της Θεσσαλονίκης. Η κυβέρνηση της Αθήνας δε δέχτηκε και η απόφαση εκτελέστηκε με ντουφεκισμό.
Τα λάφυρα που πήραμε χρησιμοποιήθηκαν όλα στη δεύτερη επιχείρηση. Αυτά που πήραμε από τη δεύτερη επιχείρηση χρησιμοποιούνται τώρα πολύ μακριά από τη Μουργκάνα, στους δημόσιους δρόμους, ενάντια τους, στην Παραμυθιά – κοντά στα Γιάννινα.


“Θητεία”. Η έκδοση
 του 2009 από το Ροδακιό
Καθώς τώρα θα πρέπει να περάσω στη δεύτερη επίθεση τους και σε λίγο ν’ αρχίσω να ιστορίζω για το Τσεροβέτσι, θα ‘θελα καλύτερα να ‘σπαζα τα κοντύλια και να ‘σκιζα τα χαρτιά. Να σταθώ στην κορφή του και να στυλώσω το κορμί μου.
Οι πέτρες είναι γύρω καμένες, αλεσμένες από το σίδερο, τις χιλιάδες οβίδες. Δίπλα στα φτενά, μόνο πέτρινα και με ξύλα πολυβολεία, είναι οι τάφοι των δικών μας. Παρακάτω, μέσα στη ρεματιά, μαυρίζουν άθαφτα ακόμα κουφάρια των στρατιωτών που φτάσαν ως τα πολυβολεία μας κ’ ύστερα κατρακύλησαν απ’ τούς βράχους. Πέρα και γύρω ανοίγονται οι κοιλάδες του Καλαμά, ειρηνικές, καταπράσινες.
Τι μπορείς να πεις για τον άνθρωπο που νικάει το καμένο σίδερο; Νιώθω μέσα μου βάσανα κι αγωνίες, αίματα και χαμοί και φοβέρες σ΄ αυτά τα χρόνια, να παίρνουνε τώρα δω πάνω όλο το νόημα και την αξία  που θα θέλαμε να΄χουν. Ό,τι σώσαμε κι ό, τι χάσαμε νιώθω να γίνονται ανεχτίμητο κέρδος. Νιώθω περηφάνια που γεννήθηκα Έλληνας. Είδα, χάρηκα, δυνάμωσα, χόρτασα. Τίποτα δεν απομένει για τη δουλειά του γραμματικού.
Κι ωστόσο πρέπει να πω.

(συνεχίζεται)
Δημήτρη Χατζή Θητεία (αγωνιστικά κείμενα 1940 -1950), Κείμενα, Αθήνα 1979

Την Κυριακή 26 Ιουνίου ανηφορίζουμε στα δύσβατα μονοπάτια της Μουργκάνας στη Θεσπρωτία ακολουθώντας  τα βήματα των μαχητών και μαχητριών του ΔΣΕ. Εκδήλωση μνήμης και τιμής για τα 70 χρόνια από την ίδρυση του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας που διοργανώνει το ΚΚΕ.

Το πρώτο μέρος εδώ.
Το δεύτερο μέρος εδώ.