Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Στη ζωή όμως οφείλουμε να διαλέγουμε πλευρά...


Γιώργος Μιχαλακόπουλος - Αφήγηση  Δέκατη (Αρετή)

Όσο κι αν αγρυπνάς εσύ αγρυπνά κι η κόλαση. Κι η άτιμη έχει πιο πολλά μάτια και τη δύναμη της καλοπέρασης.
Η Ιστορία παραχαράσσεται. Γεμίζει ψευτιές και παραμύθια. Τώρα προσπαθούν να βάλουν στο ίδιο καλάθι τους αγωνιστές με τους εγκληματίες. Μιλούν για δύο άκρα. Κάνουν το άσπρο μαύρο για να γίνουν όλοι γκρι, ουδέτεροι, αμέτοχοι, καλοπερασάκηδες.
Στη ζωή όμως οφείλουμε να διαλέγουμε πλευρά. Αλλιώς είμαστε για γέλια. Θέμα για κωμωδία.
Μπορεί να μεταλάβουμε φαρμάκια και κεραυνούς. Όμως αυτά θα γίνουν φάρμακα και λίπασμα για τους επόμενους.
Κι αν υπήρξαν στιγμές που ένιωσα προδομένος, ματαιωμένος είμαι πια σε θέση να πω τούτη την κουβέντα: Δεν προδίδεται ένας άνθρωπος που αγωνίζεται σήμερα για το αύριο που δεν καταλαβαίνει το κοπάδι.
Κάποιοι ζουν για το χθες. Για να χτίσουν ένα αξιοζήλευτο παρελθόν. Αυτό που αποκαλούν φήμη. 
Εμείς ζήσαμε για το παρόν και το μέλλον. Ανοίξαμε τα σύνορά μας μέχρι την άκρη της γης κι ας μην υπήρχαν στρατιώτες να τα φυλάξουν. Γιατί ονειρευτήκαμε ένα κόσμο χωρίς διαχωριστικές γραμμές. Μόνο με τραγούδια.
Γιατί ο άνθρωπος ο άξιος σαν το δέντρο δένεται με τις ρίζες του στη γη. Οι αρχές του είναι οι ρίζες. Τα φύλλα του είναι οι γνώμες. Αυτές μπορεί να αλλάζουν. Οι αρχές του όμως τον κρατάνε ακέραιο. Και μπροστά στην πυρκαγιά και την καταστροφή στέκεται εκεί, όρθιος.
Η μάνα μου τα λεγε με τον δικό της τρόπο. «Μοδίστρα είμαι και θα στα πω με λόγια της δουλειάς μου. Υπάρχει το καλό γαζί που ενώνει το ένα πανί με το άλλο. Υπάρχει και το ξώραφο που είναι για τα απ’ έξω. Αλλά το ξώραφο δεν είναι ούτε πίστη σε μια ιδέα, ούτε αγάπη, ούτε έρωτας».
Κι αν η Αρετή έφυγε νωρίς κι αν φεύγω κι εγώ με τη σειρά μου σιγά σιγά, φύτρωσαν από την αγάπη μας δυο καινούργια κλαδιά. 
Η Χαρά είναι το ένα. 
Και το άλλο, τούτο το τραγούδι…


Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

Ρόζα Ιμβριώτη , Ο Νοέμβρης του 1973


Το φθινόπωρο του 1974 τυπώθηκε και κυκλοφόρησε η μελέτη της Ρόζας Ιμβριώτη " Η αυξημένη ωριμότητα των νέων. ΑΡΙΣΤΟΣ ΟΙΩΝΟΣ ( Ο Νοέμβρης του 1973).
Αν και έχουν περάσει τόσα πολλά χρόνια οι διαπιστώσεις και οι θέσεις που διατυπώνει η μεγάλη παιδαγωγός είναι εξαιρετικά επίκαιρες, καθώς όχι μόνο αναδεικνύει το θέμα ΠΑΙΔΕΙΑ, αλλά το συνδέει με την οικονομική, κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Ελάχιστα έχουν αλλάξει από τότε και δυστυχώς η Παιδεία παραμένει ο μεγάλος ασθενής. Αν παραβλέψει κανείς τις χρονολογίες θα νομίσει ότι η Ρόζα Ιμβριώτη περιγράφει την εποχή μας.
Η μελέτη αυτή στηρίζεται στον ψ υ χ ι κ ό  κ ό σ μ ο  τ η ς  ν έ α ς  γ ε ν ι ά ς γιατί
 " Αυτός αμύνεται, εκπέμπει κραδασμούς με προεκτάσεις ελπιδοφόρες. Ζητάει λύσεις, διεκδικεί. αμφισβητεί, αποβλέπει στο μέλλον που το σχεδιάζει με τη φαντασία και τη δραστηριότητά του γενναιότερο, δικαιότερο, πιο υψηλό."
Ψωμί - Παιδεία - Ελευθερία ήταν το σύνθημα στην εξέγερση του Πολυτεχνείου και 
" Αποδώ το αίτημα της νέας γενιάς να γίνει το Σχολείο όργανο του λαού, δηλ. να υπηρετεί τα συμφέροντά του. Γι' αυτό αξιώνει όλα τα παιδιά του λαού να πάρουν όσο το δυνατό υψηλότερη μόρφωση. Η παιδεία δηλαδή της γενιάς που αναπτύσσεται δε θα είναι " αυτοσκοπός", ούτε θα είναι " αυτόνομη", δε μπορεί να είναι έξω από τη ζωή ούτε έξω από την πολιτική...Το κύριο έργο λοιπόν της παιδείας με την έννοια της ένωσης σχολείου - ζωής θα είναι: να διδάξουμε τη νεολαία και να την κάνουμε ικανή να συλλαβαίνει τον κόσμο όπως είναι, πίσω από τα φαινόμενα να αναγνωρίζει την ουσία, τις νομοτέλειες στις λειτουργίες, να κατανοεί τις απεδώ ενεργούσες αντιθέσεις και να δρα σύμφωνα με το νόημα της κοινωνικής προόδου"
Η μελέτη κινείται μέσα σε αυτό το πλαίσιο και προβάλλει το βασικό αίτημα της νεολαίας για την προκοπή της " τον εκδημοκρατισμό και τον  εκσυγχρονισμό του θεσμού της παιδείας... Πρώτος λοιπόν και κύριος στόχος κάθε προσπάθειας για αναθεώρηση του θεσμού " Παιδεία" πρέπει να είναι η πραγματοποίηση του δικαιώματος όλων για μόρφωση και αγωγή μέσα στην πρέπουσα κοινωνική δραστηριότητα. Πρέπει δηλαδή να εξασφαλιστεί για όλα τα παιδιά μια επιστημονική και τεχνική, δημοκρατική ανθρωπιστική παιδεία μέσα σε μια εξανθρωπισμένη κοινωνία. Η στέρηση του δικαιώματος της μόρφωσης σε κάθε άτομο είναι είναι αδικία. Σ' έναν κόσμο σαν το δικό μας, που στηρίζεται ολοένα περισσότερο στην τεχνολογία, είναι απαραίτητο να μαθαίνουν όλοι γράμματα και η εκπαίδευση είναι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στους ανώτατους πνευματικούς και επαγγελματικούς ρόλους και αποτελεί δικαίωμα όλων των ανθρώπων...
Οι ¨εισηγήσεις", τα "σχέδια νόμων" που δημοσιεύονται και που έχουν αξιώσεις μεγάλων μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση, όπως και οι λόγοι των υπεύθυνων υπουργών, δείχνουν τέλεια άγνοια ...όλες αυτές οι προτάσεις και εισηγήσεις μοιάζουν σαν όλη η φροντίδα να είναι: πώς να ετοιμάσουμε μιαν ολιγάριθμη "elite"από επιστήμονες που θα γίνουν οι μέλλοντες "υπάλληλοι" και που θα προσαρμόζονται αναγκαστικά στις απαιτήσεις του μεγάλου κεφαλαίου.
Αυτή την αλήθεια την είχε διαπιστώσει η " Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση" από τις αρχές κιόλας του αιώνα...Αλλά και σήμερα η ίδια νοοτροπία κυριαρχεί στη νομοθεσία. Καθαρά ολιγαρχική και συντηρητική εξακολουθεί να δημιουργεί στεγανά, ορθώνει σινικά τείχη που εμποδίζουν τα παιδιά του λαού να πάρουν ανώτερη μόρφωση...Και άλλο παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας είναι το αντίκρυσμα που γίνεται για τους πόρους της ανώτατης παιδείας: ζητάει το κράτος τη "βοήθεια παντοίων οργανισμών και ιδρυμάτων της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, ελληνικών και διεθνών". Ζητάει ακόμα τα ανώτατα ιδρύματα να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους "επ' αμοιβή εις τας παραγωγικάς επιχειρήσεις" ( εννοεί τις ιδιωτικές). Κι ούτε συλλογιούνται, ότι οι υπηρεσίες αυτές βοηθούν στην "κοινωνική διάκριση" και στον " ιδεολογικό καταναγκασμό".
Η " εισήγηση " προτείνει να ιδρυθούν και "ιδιωτικά" πανεπιστήμια, δηλαδή να πουλούν στον καθένα την ανώτατη παιδεία, ενώ παντού τώρα γίνεται η προσπάθεια να αποφεύγεται η δέσμευση, ακριβώς για να διατηρηθεί  η πανεπιστημιακή αυτονομία...
Κι αυτή η κρίση του εκπαιδευτικού θεσμού εγγράφεται στη γενική κρίση της κοινωνίας μας...
Σε όλους τους αγώνες της η "Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση" βασικό σκοπό είχε να πολεμήσει την "κοινωνική διάκριση" μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα, σαν κατάφωρη αδικία και βλαβερή για την εθνική προκοπή.
Και σήμερα αυτός είναι ο αγώνας της. Εξακολουθεί επίμονα να ζητάει " λαϊκή παιδεία" χτήμα του λαού κι όχι μιας elite. Ακόμα επιμένει, ότι πρέπει μέσα στο σχολείο να μπουν όλα τα ρεύματα ιδεών χωρίς κανένα αποκλεισμό. Να δοθεί ελευθερία γνώμης. Μια παιδεία καθαρά επιστημονική από τις πρώτες κιόλας τάξεις του σχολείου, ένα γερό και αντικειμενικό αντίκρυσμα της σημερινής πραγματικότητας. Γενικά πνεύμα επιστημονικό και πνεύμα δημοκρατικό να είναι οι γερές βάσεις μιας λαϊκής παιδείας. Να πάψει η ΠΑΙΔΕΙΑ όπως και η ΕΠΙΣΤΗΜΗ να είναι στήριγμα του μεγάλου κεφαλαίου και να γίνουν ισχυρές λαϊκές δυνάμεις. Να αρχίσει ο "εκδημοκρατισμός" με το σύνθημα :
" ίσες ευκαιρίες για μόρφωση σε όλα τα παιδιά του λαού, ώστε να γίνει δυνατή η επιλογή των αρίστων με την προαγωγή όλων"
¨Η επιλογή των αρίστων με την προαγωγή όλων".
Αυτή είναι η νέα λογική που φυσικά απαιτεί και μια νέα πολιτική για να μπορέσει να δώσει και νέα μορφή στον εκπαιδευτικό θεσμό. Να μην υπάρχουν πια στεγανά, καμιά διάκριση σε πλούσιους και φτωχούς. Ολόκληρο το σύστημα να στηριχτεί στην ένωση της διδαχτικής εργασίας με την εξωσχολική δραστηριότητα. Αυτό το πλατύ αντίκρυσμα  επιβάλλεται για να μπορέσουμε να πλάσουμε την ολόπλευρη εξελιγμένη προσωπικότητα...Γερές, σταθερές γνώσεις έτοιμες για εφαρμογή είναι η προϋπόθεση για την ανάπτυξη της προσωπικότητας. Η αποκοπή από το κοινωνικό σύνολο είναι στένεμα, είναι πραγματικά πνευματικό περιχαράκωμα και στρέβλωση ηθική. Γιατί μια προσωπικότητα δεν πλάθεται φυσικά με τον εθισμό στην "τυφλή υπακοή"...
Για να πλάσουμε τους δημοκρατικούς πολίτες, την προσωπικότητά τους, χρειάζεται να τους οπλίσουμε ευθύς εξ αρχής με πλατειά γενική μόρφωση , δημιουργική δραστηριότητα μέσα στην κοινωνία, να τους δώσουμε πολιτική - ηθική αγωγή και πολιτιστική διαπαιδαγώγηση. Κι όλα αυτά τα αγαθά θα έχουν το δικαίωμα να τα γευθούν όλα τα παιδιά του λαού...
Σήμερα όμως ο εργαζόμενος λαός με μπροστάρη τα νειάτα απαιτεί το φωτισμό. Επιθυμεί σοβαρή και εποικοδομητική μόρφωση. Δε θέλει να μείνει ο ανειδίκευτος εργάτης, ο καθυστερημένος αγρότης. Και έπειτα έχει πρόσθετα συνειδητοποιήσει, ότι " ελεύθερος" δε σημαίνει μόνο να μπορείς να πεις εκείνο που σκέφτεσαι σε κείνους που σε διοικούν, αλλά το πιο σπουδαίο είναι να είσαι ικανός και να μπορείς να διοικείς εσύ ο ίδιος, να μπορείς να παίρνεις μέρος στις αποφάσεις που καθορίζουν την τύχη σου. Και καταλαβαίνουν πως τούτο μόνο μέσα σε μια γνήσια δημοκρατία είναι δυνατό. Και διεκδικεί ο λαός και μάλιστα οι νέοι περισσότερη καθολική και μαζί κοινωνική μόρφωση. Αυτό δεν το επιδιώκουν οι Εισηγήσεις και τα Νομοσχέδια...
Τα παιδιά μας αντικρύζουν έναν κόσμο κατακερματισμένο, όπου ο πόλεμος, η πείνα, η καταπίεση βασιλεύουν. Ποιες είναι οι επιπτώσεις στον ψυχικό τους κόσμο; Τούτο δε φαίνεται να το σκέπτονται οι υπεύθυνοι. Θα αφήσουμε λοιπόν τη νεολαία να βυθίζεται στην αμφιβολία, στην αμφισβήτηση, στην αγωνία; Αυτό κάνουν οι "Εισηγήσεις"...
Ευτυχώς  οι  σπουδαστές  έχουν συνειδητοποιήσει τώρα πια πως μόνο μια γνήσια δημοκρατία,που το κύριο χαραχτηριστικό της θα είναι μια κοινωνία που θα έχει αρμονικά αναπτυγμένες τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές συνθήκες, θα δώσει γερή ΠΑΙΔΕΙΑ.
 Συνειδητοποιούν οι σπουδαστές και γενικά οι νέοι κι οι νέες, ότι εμπρός στα μάτια τους πεθαίνει ένας κόσμος και γεννιέται ένας άλλος, φεύγει η παλαιά εποχή κι έρχεται μια νέα, καταλαβαίνουν πως σ' αυτή τη διαλεχτική πορεία το άλμα πρέπει να γίνει σήμερα απ' αυτούς για να λυτρωθούν από το παλιό και να βοηθήσουν στη γέννα του νέου. Αυτή είναι η αυξημένη ωριμότητα της νεολαίας και τούτο το γεγονός δε μπορεί να αγνοείται από το σχολείο γενικά και μάλιστα από την Ανώτατη Παιδεία...
Αυτή η διαλεχτική πορεία είναι βέβαια δύσκολη και απαιτεί συλλογικούς αγώνες...
Τούτος ο σκοπός έχει σαν απαραίτητη προϋπόθεση, ότι η βασική πνευματική καλλιέργεια δε θα φυλάγεται μόνο για μια ξεχωριστή ομάδα ευνοημένη από την τύχη, για τους "διαλεχτούς". Μια αναπτυγμένη δημοκρατική κοινωνία ζητάει όλα τα μέλη της να έχουν υψηλό επίπεδο πνευματικής και τεχνικής καλλιέργειας. Ζητάει κι ο αγρότης κι ο εργάτης να είναι καλλιεργημένοι " σήμερα μάλιστα που έχει διαπιστωθεί, ότι η ανθρώπινη εργασία, μέσα στα πιο διαφορετικά πεδία δραστηριότητας, είναι όλο και περισσότερο δράση νοητική. Χθες ακόμα το χέρι ήταν όργανο της κύριας εκτέλεσης. Σήμερα τείνει να γίνει, όλο και περισσότερο, το όργανο μεταφοράς της απόφασης του πνεύματος προς την εκτελέστρια μηχανή." Κι ο αγρότης κι ο εργάτης πρέπει να είναι ικανοί να εφαρμόσουν τις νέες εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνικής...
Βέβαια δεν πρέπει να κατεβαίνει το επίπεδο της παιδείας, απεναντίας να ανεβαίνει, αλλά για όλους κι όχι για τους λίγους. Τούτο ακριβώς δε γίνεται. Όπως είναι σήμερα η εκπαίδευση, δεν κάνουμε την επιλογή των αρίστων με την προαγωγή  όλων, όπως ζητάει η δημοκρατία, παρά προωθούμε μόνο τους " γένει και πλούτω" διακρινόμενους, ενώ το 85% των παιδιών του λαού αγνοούνται. Μόνο οι ευνοημένοι από την τύχη έχουν τις ευκαιρίες να μορφωθούν και να γίνουν ηγέτες...
Ο Νοέμβρης του 1973 στην Ελλάδα είναι δείγμα κι αυτός της υψηλής ωριμότητας της δικής μας νεολαίας. Δείγμα της συνείδησης του σπουδαστικού κόσμου, ότι πρέπει να γίνει ριζική αλλαγή στο θεσμό της παιδείας. Οι φοιτηταί δεν ζητούν μικρομεταρρυθμίσεις. Έχουν πλέρια συνείδηση, ότι είναι αναγκαίο ένα σύστημα εκπαιδευτικό, δομημένο από τη βάση ως την κορυφή με κίνητρο τα συμφέροντα του λαού και την εξύψωση του πνευματικού του επιπέδου. Γι' αυτό το αίτημά τους χρειάζονται ριζικές μετατροπές, γι' αυτό ζητούν κοινό πρόγραμμα, ζητούν τη βοήθεια και τη συσπείρωση όλων εκείνων που ενδιαφέρονται για την παιδεία, να γίνει η ανάγκη της αλλαγής και στους άλλους τομείς κοινή συνείδηση, ώστε να είναι δυνατή και στον τομέα της εκπαίδευσης...
Έχουν συγκεντρωθεί μέσα κι έξω από το Πολυτεχνείο πάνω από 30.000 κι άλλες χιλιάδες παραπέρα. Ο λαός τόλμησε και μίλησε. Κι από την άποψη αυτή ο Νοέμβρης του 1973 ήταν το μεγάλο άνοιγμα. Πραγματικά " οπωσδήποτε", τίποτε δε θα είναι στο μέλλον, όπως ήταν πριν.
Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973 είναι ένας ιστορικός σταθμός. Φώτισαν, έκαναν συνειδητό το όλο πρόβλημα της παιδείας. Δημιούργησαν πραγματικά το "άνοιγμα". Τα αιτήματα του σπουδαστικού κόσμου δείχνουν αυξημένη ωριμότητα και βαθύτατη συνείδηση της ευθύνης του για το μέλλον της χώρας, που είναι και το δικό του μέλλον. Διακρίνει το κίνημα των σπουδαστών άκρα σωφροσύνη και υψηλή ευθύνη για την άρτια κατάρτιση. Και σαν μέσο για να φτάσουν στο σκοπό είναι το πνεύμα της γνήσιας δημοκρατίας και ελευθερίας που πρέπει ν' αναπτύξουμε σε κάθε συνειδητό πολίτη...
Οι νέοι κι οι νέες πορεύονται το δρόμο προς το σκοπό. Αγωνίζονται να πραγματοποιήσουν το ιστορικό άλμα μέσα στη διαλεχτική πορεία, να ανοίξουν το δρόμο για το νέο, για τη γνήσια δημοκρατική κοινωνία. Και τούτο πρέπει να σταθεί η πυξίδα στη δραστηριότητα γενικά της εκπαίδευσης και μάλιστα της ανώτατης. Όπως είναι φυσικό δεν πρόκειται για μια απλή διόρθωση στο θεσμό της σημερινής παιδείας. Οι προτάσεις που θα μπουν στο" κοινό πρόγραμμα" θα αποτελέσουν τη βάση που πάνω της θα δομηθεί η όλη εθνική εκπαιδευτική λειτουργία ριζικά διαφορετική από αυτή που ξέρουμε...
Οι κύριες γραμμές που θα θεμελιώσουν μια νέα εκπαιδευτική πολιτική και που θα ισχύουν για κάθε νέο σύστημα εκπαιδευτικό είναι:

  • Να σταματήσει η κοινωνική διάκριση μέσα στο ΣΧΟΛΕΙΟ
  • Να γίνει σε όλο το χώρο της εκπαίδευσης δημοκρατική διοίκηση
  • Να καλλιεργηθεί το πνεύμα της επιστημονικής και τεχνικής έρευνας από νωρίς μέσα στο σχολείο
  • Να γίνει νέα θεώρηση του λειτουργήματος του Δασκάλου
  • Να βρει το Πανεπιστήμιο τον αληθινό προορισμό του, δηλ. την "καθολικότητά του" στην επιστημονική γνώση
  • Να διαρθρωθεί εκ νέου ο θεσμός της παιδείας, δηλ. να γίνει η παιδεία λαϊκή και όχι λαϊκευτική
  • Να γίνει ριζική αναθεώρηση των προγραμμάτων και των μεθόδων
  • Να είναι  η μόρφωση συνεχής 
  • Να θεωρηθεί αναγκαία η υψηλή πνευματική μόρφωση του λαού σε συνδυασμό με την υψηλή πολιτική, πολιτιστική , ηθική και θυμική καλλιέργεια
  • Να υπάρξει ολόπλευρη ανάπτυξη της δημοκρατικής προσωπικότητας με την πολιτιστική, αισθητική καλλιέργεια μέσα στο σχολείο και την επιδίωξη της αναψυχής...
Αυτή είναι ακριβώς η αυξημένη ωριμότητα της Νεολαίας.
 Α υ τ ό  έ δ ε ι ξ ε  ο Ν ο έ μ β ρ η ς   τ ο υ 1 9 7 3.

Το δικό μας καθήκον, η δική μας προσφορά, θα είναι: ν' ανάβουμε τη φωτιά της ελπίδας, της υπόσχεσης, και να την τρέφουμε με το φυτίλι της μάθησης ( αποσπάσματα)



Ρόζα Ιμβριώτη, Η αυξημένη ωριμότητα των νέων. ΑΡΙΣΤΟΣ ΟΙΩΝΟΣ ( Ο Νοέμβρης του 1973), Διογένης, Αθήνα 1974


Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2019

Μνήμη Δημήτρη Ψαθά

Στις 13 Νοεμβρίου 1979 πέθανε ο πολύ γνωστός σε όλους μας  Δημήτρης Ψαθάς. Δημοσιογράφος, χρονογράφος και  θεατρικός συγγραφέας. 
Ο Δημήτρης Ψαθάς γεννήθηκε στις 21 Οκτωβρίου 1907 στην Τραπεζούντα του Πόντου. Το 1966 έγραψε το χρονικό " Γη του Πόντου " , το οποίο χωρίζεται σε δύο μέρη , τις Παιδικές Αναμνήσεις και την Τραγωδία. Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει μια σειρά από εύθυμα σημειώματα σχετικά με τα παιδικά του χρόνια στην Τραπεζούντα , δημοσιευμένα στον "Ταχυδρόμο". Το δεύτερο μέρος είναι ένα χρονικό της ιστορίας του Πόντου από το 1914 έως το 1922 , τα οποία αντιστοιχούν στην τελευταία φάση της τραγωδίας και του ξεριζωμού των Ποντίων από τα πατρογονικά τους εδάφη. 
Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το πρώτο μέρος, τις παιδικές αναμνήσεις. Ο Δημήτρης Ψαθάς , δέκα χρονών τότε, περιγράφει με την παιδική του ματιά τα ιστορικά γεγονότα  και την αντίδραση στο άκουσμα της Οκτωβριανής Επανάστασης το 1917.
Η Τραπεζούντα από τον Απρίλιο του 1916 βρισκόταν σε ρωσικά χέρια μετά την πετυχημένη πολιορκία της πόλης από τα ρωσικά στρατεύματα και την εκδίωξη των Τούρκων.
 Η Ορδού που αναφέρεται στο απόσπασμα είναι τα Κοτύωρα ,όπου στις 19 Αυγούστου του 1917 ο ρωσικός στόλος άρχισε να βομβαρδίζει τις τουρκικές συνοικίες της πόλης .Ο ελληνικός πληθυσμός φοβούμενος αντίποινα όρμησε στη θάλασσα ζητώντας από τους Ρώσους να ανεβούν στα πλοία για να γλυτώσουν.3000 Έλληνες μεταφέρθηκαν στην Τραπεζούντα, πρόσφυγες.


*******

...Κάτι πολύ περίεργες κουβέντες άρχισαν ν' ακούγωνται τώρα τελευταία για την Ρωσία:
- Έπεσε ο τσάρος!
Αν ήταν δυνατόν! Πέφτει ποτέ ο τσάρος; Κι' όμως, επίμονες ήσαν οι φήμες:
- Έπεσε, το γράφουν κι' οι εφημερίδες.
- Και ποιος τον διαδέχθηκε;
- Κάποιος Λένιν ήρθε, λένε.
Λένιν! Άλλο πάλι τούτο! Πούθε ξεφύτρωσε τούτος ο χριστιανός και πούθε ξεπετάχτηκε τόσο αναπάντεχα, ώστε ν' ανέβη μέχρις εκεί ψηλά στον θρόνο του τσάρου χωρίς να τον πάρουμε χαμπάρι; Γίνονται τέτοια πράγματα; Κι' όμως οι μεγάλοι επιμέναν, ότι γίνονται! Κάποια επανάσταση, λέει, ξέσπασε στη Ρωσία και βγάλαν στη μέση εκεί πέρα, λέει, ένα καινούργιο φρούτο που το λέγαν μπολσεβικισμό κι' αυτός ο κ. Λένιν ήταν, λέει, ο αρχηγός των μπολσεβίκων κι' έρριξε, λέει, τον τσάρο για να τα μοιράση όλα στους μουζίκους και να μην υπάρχει πια πλούσιος και φτωχός σ' όλη τη Ρωσία παρά να γίνουν όλοι το ίδιο!
- Κουταμάρες!
- Παραμύθια!
- Δεν γίνονται αυτά τα πράματα! Παντοδύναμος είναι ο τσάρος και πατερούλης όλων των Ρώσων. Τολμά κανένας, εκεί πέρα, να τον πειράξη;
Αυτές ήσαν οι απόψεις μας για όσα ακούγαμε να λένε οι μεγάλοι, αλλά και πάλι δεν μπορούσαμε να μη παραδεχτούμε ότι " κάτι γινόταν" στη Ρωσία κι' ότι ο τσάρος ίσως δεν θα την περνούσε και πολύ καλά, αφού πριν από λίγους μήνες είδαμε κι' όλας ν' αλλάζουν ξαφνικά τα ρούβλια που είχαν επάνω το κεφάλι του και να κυκλοφορούνε άλλα- δίχως τσάρο- που τα λέγανε "Κερένσκυ".
- Επομένως;
- Λέτε να είναι αλήθεια όλ' αυτά;
- Αλήθεια - ψέματα, πάντως κάτι γίνεται στη Ρωσία.
Ω, δεν χωρούσε αμφιβολία, ότι κάτι γινόταν στη Ρωσία, αφού κι' εδώ ακόμα σε μας, αρχίσαμε να βλέπουμε μερικά περίεργα συμπτώματα στους Ρώσους στρατιώτες, που δεν είχαν πια την αυστηρή και περιποιημένη εμφάνιση που ξέραμε κι' ούτε δείχναν σεβασμό μπροστά στους ανωτέρους τους. Πέρναγε, έξαφνα, ο αξιωματικός τους κι' οι στρατιώτες συνέχιζαν τις ζωηρές τους συζητήσεις  χωρίς να του δίνουν σημασία.
Μπουλούκια - μπουλούκια μαζευόντουσαν οι στρατιώτες, αλλά τώρα δεν ήσαν πια κεφάτοι όπως άλλοτε, ούτε τραγουδούσαν, ούτε χόρευαν, παρά δείχναν ταραγμένοι και ανήσυχοι και όλο συζητούσαν, πότε χαμηλά και πότε ζωηρά και καυγατζίδικα. Ήταν μια γενική νευρικότητα ανάμεσά τους και μια πολύ μεγάλη ακαταστασία, που άλλαζε εντελώς την εικόνα του πειθαρχημένου στρατού που είχαμε γνωρίσει και βλέπαμε από πολύ κοντά επί τόσους και τόσους μήνες.
Κάπου - κάπου αρχίσαμε ν' ακούμε και μια καινούργια λέξη τους:
- Ταβάρις!
Τόσο καιρό είχαμε μάθει όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν για να φωνάζωνται μεταξύ τους, αλλά τη λέξη"ταβάρις" δεν την είχαμε ακούσει, γι' αυτό και μας έκανε εντύπωση ο καινούργιος τούτος τρόπος της προσφώνησης, πολύ περισσότερο όταν, ρωτώντας, μάθαμε ότι "ταβάρις" σημαίνει "σύντροφος".
Η αλλαγή φαινόταν ακόμα εντονώτερη στο εσωτερικό του μεγάλου σπιτιού των Ρώσων στρατιωτών, όπου δεν φύλαγε ο σκοπός όπως και πρώτα κι' όπου μπαινοβγαίναμε ελεύθερα τώρα πια, οποιαδήποτε ώρα, ακόμα και αργά το βράδυ, χωρίς κανένας να μας δίνη σημασία.
Άλλοτε οι στρατιώτες ήσαν όλο απασχολημένοι, πότε με την πάστρα των θαλάμων, πότε με το γρασάρισμα και το γυάλισμα των όπλων τους, αλλά τώρα κανένας δεν φρόντιζε για τέτοιες νοικοκυροσύνες. Άστρωτα μέναν τα κρεβάτια τους και τα ντουφέκια τους απείραχτα κρεμόντουσαν στους τοίχους. Κανένας δεν μας μίλαγε  γιατί όσοι  δεν ήσαν αποροφημένοι απ' τις ατέλειωτες εκείνες συζητήσεις τους, φτιάχναν δέματα, τυλίγαν, δέναν πράματα σαν άνθρωποι που ετοιμάζονταν για ταξίδι.
Και κάτι πιο απίστευτο: Οι εικόνες της τσαρικής οικογένειας που βλέπαμε άλλοτε στους τοίχους, τώρα ήταν μουτζουρωμένες ή σκισμένες.
- Τρελλάθηκαν οι Ρώσοι, λέγαμε. Νάτο που ρίξανε τον τσάρο τους κι' ίσως μάλιστα, ετοιμάζονταν να τα παρατήσουν όλα και να φύγουν.
- Λέτε; 
- Όλο πακέτα φτιάχνουν, δεν τους βλέπετε;
Λίγο πιο πριν, όμως, από τούτη την περίεργη κατάσταση ο ρούσικος στόλος συνέχιζε ακόμα τους βομβαρδισμούς στα παράλια του Πόντου και μια μέρα μας έφερε χιλιάδες Έλληνες πρόσφυγες απ' την Ορδού, όπου φαίνεται είχε γίνει μεγάλο κακό. Είχε βγει μάλιστα κι' ένα τραγούδι για τα παθήματα των Ορδουλήδων:

Ήταν Αυγούστου ένδεκα
Παρασκευή ημέρα
που η Ορδού εκαίετο
με τόπια στον αέρα.

Αξέχαστη μου μένει η αλληλεγγύη που έδειξε ο πληθυσμός της πόλης μας προς τους πρόσφυγες εκείνους - δεν έμεινε σπίτι ελληνικό που να μη φιλοξενήση μερικούς ή κι' ολόκληρες οικογένειες. Πήραμε κι' εμείς στο σπίτι μας μια οικογένεια κι' ακούαμε απορημένοι να μας λένε για τα βάσανα που είχαν τραβήξει και για το πώς τους πήρε ο στόλος, αλλά δεν θυμάμαι τίποτ' άλλο απ' όλη εκείνη την ιστορία, εκτός απ' τους παραπάνω στίχους που σωθήκαν ατόφιοι στο μυαλό μου.
Οι στίχοι και τα τραγούδια σώζονται καλύτερα στη μνήμη, όπως και μερικοί άλλοι που τραγουδούσαμε τα παιδιά του σχολείου σε άλλη περίπτωση, όταν οργανωμένοι σε χορωδία με όργανα, βγαίναμε την Πρωτοχρονιά, γυρνούσαμε στα σπίτια και ψέλναμε για να μαζέψουμε χρήματα για τους πρόσφυγες, που κατεβαίναν τσούρμα απ' τα χωριά και πλημμυρίζανε την Τραπεζούντα:

Αρχιμηνιά κι' Αρχιχρονιά
πολύχρονοι να ζήτε
μα και τ' αδέλφια τα φτωχά
να μη τα λησμονήτε.
Π' αφήσανε τα σπίτια τους
την πατρική τους χώρα
κι' άλλο στον δρόμο πέθαναν
κι' άλλοι πεθαίνουν τώρα.

Τα ρούβλια προσφερόντουσαν με αφθονία, και μαζί με τ' άλλα που δίναν οι πλούσιοι στην "Φιλόπτωχο Αδελφότητα", λειτουργούσαν τα συσσίτια όπου βρίσκαν ζεστό φαγητό όλοι οι κατατρεγμένοι που ζητούσαν άσυλο στην πόλη μας.

Ο ρούσικος στρατός μάς έφευγε βιαστικά. Άδειασε το σπίτι όπου μέναν οι Ρώσοι στρατιώτες, πάει ο φίλος μας ο Βάνιας, πάει ο Γκρηγκόρη, πάει ο Φέντιας με το ακκορντεόν - ο γελαστός - πάει ο Νικολάι ο ανοιχτοχέρης, που άλλοτε μας πρόσφερνε κβας, άλλοτε γαλέτες κι' άλλοτε μας προσκαλούσε να φάμε πορτς από την καραβάνα του κι' ήταν μεγάλη του απόλαυση να μας ακούη να τραγουδάμε στραβά τα ρούσικα τραγούδια, με μπουρδουκλωμένα λόγια ακαταλαβίστικα, έτσι όπως τάπαιρνε " 'αφτί μας":

Αχ Γιάπλουσκα τα κουτά χότσισα
μαΐ μάμουσκα τα ζαμουσχίτσισα

Τις τελευταίες μέρες, καθώς ετοίμαζε τα πράματά του, μη έχοντας τι άλλο δώρο να μας κάνη για να τον θυμόμαστε, μας ρωτούσε αν θέλαμε να μας χαρίση δυό χειροβομβίδες που του περισσεύανε και που θα του ήσαν βάρος στο ταξίδι.
Τις χειροβομβίδες δεν τις πήραμε, αλλά μαζέψαμε άλλα πολύ ωραία δώρα απ' τους άλλους, καψούλια από χειροβομβίδες, σφαίρες με τις θήκες τους - πέντε η κάθε μια - ξιφολόγχες και πολλές μικρές θερμάστρες, ατομικές των στρατιωτών, που είχαν το σχήμα κλεφτοφάναρου - χωρίς τον φακό - και μέσα ένα ειδικό κάρβουνο, σαν στήλη ηλεκτρικού, το άναβες, έκλεινες το καπάκι, έβαζες τη σομπίτσα στην τσέπη σου και σε ζέσταινε ωραία - ωραία. Μαζέψαμε επίσης και πολλές δυναμίτες - μεγάλη ποικιλία - άλλες μοιάζαν με μακρυά λουκούμια, έκοβες από την άκρη μια σταλίτσα, την χτυπούσες με την πέτρα κι' έσκαζε, άλλες ήταν σαν μακρύ ξερό σπαγέτο που μόλις το άναβες από τη μια του άκρη και το έσφιγγες στο χώμα, έκανε φσσσς κι' έφευγε στον αέρα σαν τρελλό, κι' άλλες πάλι ήσαν μικρές, σκληρές λουριδίτσες κόκκινες, που παίρναν εύκολα φωτιά και βγάζαν πολύ ωραίο φως. Πολλά παιδιά την εποχή εκείνη γεμίσαν με τέτοια όμορφα δώρα, που παρουσίαζαν μάλιστα εκπλήξεις, γιατί μερικά, θέλοντας να προκαλέσουν λίγο πιο δυνατό κρότο με το λουκουμάκι, βάζαν μια σταλίτσα παραπάνω και πάνε τα δάχτυλά τους!
Φύγαν οι στρατιώτες από το ένα σπίτι, φύγαν κι' αξιωματικοί που μέναν στο πλαϊνό κι' εκείνες οι όμορφες "σιστρίτσες" του Ερυθρού Σταυρού, η Τάνια η ξανθιά και η Κατούσκα η μελαχροινή, με τα μεγάλα μαύρα μάτια, που όταν φορούσε τη χιονάτη καλύπτρα στο κεφάλι, μας φαινόταν σαν οπτασία υπερκόσμια. Μια φορά μου είχε χαϊδέψει το μάγουλο με το κάτασπρο χεράκι της κι' έχασα τον ύπνο μου για μια εβδομάδα.
Όσο λιγόστευαν οι Ρώσοι μέσα στην πόλη - φεύγανε κάθε μέρα - τόσο ανήσυχη γινόταν η ατμόσφαιρα κι' άρχιζε να γεμίζη με αγωνία. Τι θα γινόταν τώρα; Θα ξαναρχόντουσαν οι Τούρκοι! Πολύς κόσμος ξεσηκώθηκε κι' ετοιμαζότανε να φύγη για το Βατούμ ή για το Κέρτς - ο Καύκασος ήταν κοντά κι' απέναντί μας η Κριμαία - αλλά οι πιο νέοι και θαρραλέοι μιλούσαν για αντίσταση και άμυνα. Στο σπίτι που άδειασαν οι Ρώσοι στρατιώτες ήρθαν για λίγες μέρες κάτι φασαριόζικοι " Καρσλήδες" - Έλληνες στρατιώτες απ' το Καρς, που υπηρετούσαν στον ρούσικο στρατό - κι' αυτοί ήταν πολύ μαχητικοί και δεν θέλαν με κανένα τρόπο να φύγουν απ' την Τραπεζούντα και ν' αφήσουν ανυπεράσπιστο τον πληθυσμό στα χέρια των Τουρκαλάδων. Γυρνούσαν στην πόλη αρματωμένοι με σταυρωτά φυσεκλίκια και τα όπλα τους στον ώμο, μιλούσαν πολύ βαριά ποντιακά και απειλούσαν ότι θα εξοντώσουν στο λεπτό τον κάθε Τούρκο που θα τολμούσε να ζυγώση με διαθέσεις εχθρικές:
- Μη φοάστεν! Μη φοάστεν! Εμείς αδά θα μένομε, με τ' εσάς!
Να μη φοβόμαστε μας λέγαν, αλλά μια κουβέντα ήταν αυτό. Παράλληλα, ωστόσο, ήσαν ξεσηκωμένοι κι' άλλοι νέοι Πόντιοι, που ωργάνωσαν, μάλιστα, στα γρήγορα αντάρτικο σώμα που θάπιανε το Ποζ Τεπέ για να μην επιτρέψη στους Τούρκους - τουλάχιστον στους τσέτες - να μπουν στην πόλη. Οι Ρώσοι είχαν αφήσει εκεί επάνω απείραχτα τα μεγάλα τους κανόνια γιατί δεν είχαν ίσως όρεξη να τα κουβαλούν μαζί τους, τώρα που ο πόλεμος τελείωσε γι' αυτούς.



Δημήτρη Ψαθά, Γη του Πόντου, Έκδοση Μαρή, χ.χ.

Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

Η πιο μεγάλη συφορά σ' αυτό τον κόσμο είναι νάσαι δούλος με συνείδηση!

Όταν ξημέρωσε η εικοστή πρώτη μέρα έγινε κάτι που δεν μπορούσε να το χωρέσει ο νους του ανθρώπου, ακόμα και του πιο προικισμένου με θετική στρατιωτική φαντασία.
Όλοι οι απλοί άνθρωποι, αυτούς που λέμε χωματάνθρωπους ή Λαό, έγιναν ξαφνικά δέντρα! Πώς έγινε αυτό; Κανείς δεν ξέρει. Αυτό είν' έξω απ' τους φυσικούς νόμους και μοιάζει σαν νάγινε σε άλλο πλανήτη ή σαν επανάσταση του είδους. Πάντως έγινε. Οι κρατικοί επιστήμονες είπαν ότι αυτό οφείλεται στην πολλήν ευτυχία ή ακινησία του μυαλού! Φυσικά αυτό το συνταραχτικό φαινόμενο δεν έγινε μονομιάς, άρχισε με μεμονωμένα κρούσματα όπως η χολέρα.
Το πρώτο κρούσμα έγινε σε μια πέτρινη σκάλα. Κατέβαινε ένας ανθρωπάκος που τον έλεγαν Μηνά. Αυτός ο Μηνάς δεν είχε ποτέ φάκελο στην Ασφάλεια για φιλόδεντρος. Ήταν ένας ήσυχος, καλός, νομοταγής και σχεδόν ακίνητος άνθρωπος. Όπως κατέβαινε, λοιπόν, το τελευταίο σκαλοπάτι, ξαφνικά στάθηκε, κοίταξε τον ήλιο και είπε μια φράση σκοτεινή
- Δεν μπορώ άλλο πια, βαρέθηκα!
Έσμιξε στριφογυριστά τα πόδια του στη γη,πέταξε ρίζες κατά κάτω, σήκωσε αργά αργά τα χέρια του ψηλά, άνοιξε τις παλάμες του και ξαφνικά ξεπετάχτηκαν κάτι κλαδιά θεόρατα κατά πάνω όλο πρασινάδα και δύναμη και σκέπασαν τον ήλιο. Κείνη την ώρα πέρναε ο αέρας και σκόνταψε αφηρημένος απάνω του, ξαφνιάστηκε και έσκουξε:
- Έι, πού βρέθηκες εσύ;
- Δεν μπορώ άλλο αδελφέ, βαρέθηκα πια, είπε ο Μηνάς το δέντρο και τίναξε τα κλαδιά του όλο δροσιά στην ξερή γη.
Με ταχύτητα αστραπής διαδόθηκε το νέο σ' όλο τον κόσμο. Όλοι έμειναν κατάπληκτοι. Τι συμβαίνει τέλος πάντων; Τα δέντρα ξεραίνονται και οι άνθρωποι γίνονται δέντρα; Μαζεύτηκε κόσμος και κόσμος και κοίταζε το Μηνά το δέντρο, σιωπηλά με κατανόηση. Ο Μηνάς τρεμούλιαζε τα φύλλα του σα χιλιάδες δάχτυλα και τους χαιρετούσε από ψηλά.
- Γεια σας αδέρφια...Πιο καλά έτσι!
Το βράδυ μια μεγάλη ουρά πολλών χιλιομέτρων σχηματίστηκε μπροστά απ' το Μηνά το δέντρο, σα νάτανε ένα ζωντανό μαυσωλείο. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο Μηνάς τούς μιλούσε με τη γλώσσα των δέντρων και πράμα παράξενο άρχισαν τώρα να την καταλαβαίνουν όλοι. Έλεγε:
- Αδέρφια, βαρέθηκα πια αυτή την ακινησία του μυαλού μου. Με βγάλανε έξω απ' όλα. Τι μπορούσα να γίνω χωρίς γνώμη; Ή κανένα κατσαβίδι ή κανένα σφυρί, το πολύ πολύ καμιά μηχανή εσωτερικής καύσεως, να δουλεύω στον ίδιο κύκλο! Προτίμησα να γίνω δέντρο κ' είμαι πολύ ευχαριστημένος γιατί αισθάνομαι μια παράξενη λευτεριά. Πρώτα - πρώτα δεν τρέχω σαν τρελλός σ' όλο τον πλανήτη να βρω ένα κομμάτι ψωμί, να ιδρώνω και ν' αγκομαχάω σαν παλιόσκυλο!
Έχω αμολήσει τις ρίζες μου βαθιά και βυζαίνω το χώμα. Ούτε ωράρια εργασίας, ούτε καταναγκασμός, ούτε κουδούνια, ούτε να δέχομαι τη σοφία των αφεντικών μου σαν αλάθευτη!
Τώρα δουλεύω αθόρυβα και τραγουδάω με τον αέρα μέρα - νύχτα. Σκέφτομαι ό,τι θέλω και συμμετέχω στην παραγωγή της ζωής. Συνεργάζομαι με τον ήλιο, με το σκοτάδι, με τ' αστέρια, με το χώμα, με τον αγέρα και μ' όλο πούμαι ακίνητος νοιώθω πως μιλάω μ' όλο το σύμπαν. Γίνετε και σεις δέντρα!
Έτσι μιλούσε ο Μηνάς το δέντρο, όλη τη νύχτα μα πού να ξέρει τι τον περίμενε την αυγή. Την αυγή απαγορεύτηκε η κυκλοφορία γύρω απ' το δέντρο κ' ένα καμιόνι με φαντάρους σταμάτησε κάτω απ' τον ίσκιο του.
Βάλανε συρματόπλεγμα και πασσάλους και το κλείσανε μέσα. Καρφώσανε και στον κορμό του μια ταμπέλα που έγραφε"Ένοχος'.
Ο Μηνάς μ' όλα τούτα τ' ανθρώπινα καμώματα άρχισε να γελάει και κοροϊδεύει από ψηλά.
- Έι φουκαράδες φαντάροι, σκλαβάκια!...
Γύρισε και του απάντησε ο λοχίας ξαναμένος.
- Σκάσε, προδότη!
- Κακομοίρη μου, του ξανάπε ο Μηνάς, σε λυπάμαι. Η πιο μεγάλη συφορά σ' αυτό τον κόσμο είναι νάσαι δούλος με συνείδηση!
Αγρίεψε ο λοχίας πιο πολύ κι άρχισε να βρίζει χυδαία.
- Παλιοπούστη, επαναστάτη, θα σου δείξω εγώ. Έβγαλε το ζωστήρα κι άρχισε να δέρνει με λύσσα τον κορμό του δέντρου.
Χύμηξαν και οι άλλοι φαντάροι και το βάραγαν με μανία μέχρι που ίδρωσαν και πρίστηκαν τα χέρια τους.
Τότε ξάπλωσαν βρίζοντας κουρασμένοι καταγής στον ίσκιο του Μηνά κι αυτός τους λυπήθηκε και τους έρριξε λίγη δροσιά στο πρόσωπο!
- Φουκαράδες!
Κατά τις δέκα η ώρα ήρθε ο διευθυντής της Αστυνομίας μ' ένα χαμόγελο.
- Ελπίζω να βάλεις μυαλό Μηνά, του είπε, και να ξαναγίνεις άνθρωπος. Πρέπει να παραδεχτείς ότι έσφαλες! Χάλασες την αρμονία του ανθρώπινου είδους. Βιολογικά ανήκεις στον άνθρωπο. Πρέπει νάσαι υπάκουος στους νόμους, στην πατρίδα, στους ανωτέρους σου και στο Θεό. Λοιπόν σου προτείνω να καταργήσεις αυτά τα κλαριά και τα φύλλα και να ξαναγίνεις άνθρωπος, κατάληξε ο διευθυντής.
- Ποτέ! απάντησε ήρεμα ο Μηνάς.
- Κοίταξε να δεις, του είπε μ' ένα χαμόγελο ο διευθυντής...Υπάρχουν κι άλλοι τρόποι να σε πείσουμε! Καταλαβαίνεις βέβαια ότι δε θ' αφήσουμε κι άλλους να μιμηθούν το παράδειγμά σου. Φαντάζεσαι τι θα γινότανε αν όλοι οι άνθρωποι γινόντουσαν δέντρα;
- Εννοείς το λαό; είπε ο Μηνάς.
- Βεβαίως!
- Να σου πω. Τότε όλα τα εργοστάσια θα κλείνανε και θα μένανε οι κυρίαρχοι με τις άχρηστες ηλεκτρονικές τους μηχανές, έρημοι. Θάλειπε βέβαια απ' την αγορά το πολύ κρέας, η ποικιλία η ανθρώπινη θα λιγόστευε και οι κύριοι θάπλητταν χωρίς ύμνους. Η συσσώρευση θα σταμάταε και πώς θα γέμιζε αυτό το χάος του στομαχιού των διαφόρων τραστ;
- Η αιώνια προπαγάνδα των αναρχικών, είπε ο διευθυντής ήρεμα. Η άρχουσα τάξη και ο καταπιεζόμενος λαός! Χα, χα...
- Χα, χα, είπε κι ο Μηνάς το δέντρο και τίναξε χαμογελώντας μερικά φύλλα πάνω στο γυαλιστερό καπέλο του διευθυντή της Αστυνομίας. Ο διευθυντής έβγαλε το καπέλο του και το τίναξε ενοχλημένος.
- Βλέπω είσαι αμετανόητος. Ανήκεις στα λεγόμενα σκληρά δέντρα, αλλά εμείς έχουμε έναν τρόπο πολύ γλυκό για να μαλακώνουμε τα σκληρά αντικείμενα!
- Κ' εμείς έναν τρόπο πολύ σκληρό για να υπερασπίζουμε αυτό που λέμε γλυκειά ζωή, απάντησε ο Μηνάς.
- Θα το δούμε, είπε ο Διευθυντής τραγουδώντας κ' έφυγε.
Σε μια ώρα ήρθανε δυό τεράστιες μπουλντόζες και ξερίζωσαν το Μηνά το δέντρο. Τον βάλανε όρθιο σ' ένα μεγάλο καμιόνι και τον πήγανε στην Ασφάλεια. Τον φύτεψαν πρόχειρα σ' ένα ψηλό κελί κι άρχισαν την ανάκριση. Θαρρώ σε κείνο το ξερίζωμα ο Μηνάς το δέντρο πόνεσε πολύ αλλά κανείς δεν άκουσε ούτε τον παραμικρό στεναγμό!
Μόνο τ' αστέρια από ψηλά κατάλαβαν πόσο δυνατός ήταν ο πόνος και ψιθύρισαν:
- Κάποιος πονάει κει κάτω!

Αυτά και πολλά άλλα συμβαίνουν στο βιβλίο του Νότη Περγιάλη , Όταν σηκώθηκαν τα δέντρα",  μια μικρή , αλληγορική γραφή που σας γράψαμε, μαζί με ένα παιδί, μ' ένα κοχύλι και με τα δέντρα στην παραλία, μια μέρα που κοιτάζαμε τα βότσαλα και τον ήλιο που στραφτάλιζε δυνατά πάνω στη θάλασσα."
Μια ιστορία που άρχισε έτσι.
Την πρώτη μέρα μαράθηκε ο Νταλής το πεύκο.
Τη δεύτερη, η μυγδαλιά του τσαγκάρη.
Την τρίτη, η δάφνη της Μαρίας.
Τις άλλες μέρες ξαπλώθηκε η αρρώστια πέρα απ' τη γειτονιά στο πάρκο, με σίγουρα ανάλαφρα βήματα.
Τότε νάβλεπες τα πουλιά που τσίριζαν τρομαγμένα.
Ξαφνικά όλα τα δέντρα του πάρκου άρχισαν να γέρνουν τα φύλλα τους και να μοιρολογάνε.
- Όι, όι...πεθαίνω!...
Και γύριζαν τα μάτια τους στο άδειο σύμπαν.
Αυτές τις μικρές φωνές τις άκουγαν μόνο τ' αστέρια από ψηλά με τα κοραλλένια αυτιά τους κι ο αέρας που ερχότανε δροσερός από τις κορφές των βουνών...
...Τότε πραγματικά άρχισε ο πανικός. Ένας πανικός θανάτου.
Μέσα σ' αυτό τον πανικό οι κυβερνώντες πήραν μια σειρά από μέτρα. Πρώτα πρώτα στα πάρκα ξεριζώσανε τα μαραμένα δέντρα και φύτεψαν πλαστικά, να τα βλέπει ο λαός και να χαίρεται. Οργάνωσαν γιορτές μέρα και νύχτα με ταμπούρλα, χορούς και χαρές. Δημόσια θεάματα σέξυ, προβολές ταινιών ευτυχίας και φεστιβάλ θεάτρου λησμοσύνης. Σ' αυτές τις γιορτές η παρουσία ήταν υποχρεωτική. Στις πόλεις δεν έμεινε χορτάρι για χορτάρι που να θυμίζει την παλιά κατάσταση. Όλα ξεριζώθηκαν κι αντικαταστάθηκαν με πλαστικά, αιώνια ανθισμένα, αγριολούλουδα....
...Έτσι , εκεί που νόμιζαν οι κυβερνώντες ότι πραγματικά είχαν δώσει στο λαό την αποχαυνωτική ηδονή της ανυπαρξίας, ξαφνικά την άλλη μέρα...Όλοι οι απλοί άνθρωποι, αυτούς που λέμε χωματάνθρωπους ή Λαό, έγιναν ξαφνικά δέντρα! ...και ο αγώνας για την επικράτηση της ζωής άρχιζε...
" Ζω για να ζεις
ζεις για να ζω"

Ν. Περγιάλης , Όταν σηκώθηκαν τα δέντρα, Αθήνα 1971. Το εξώφυλλο έγινε από τον συγγραφέα

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Φτάνει να μου κρατάς το χέρι και τότες τα δύσκολα έργα θάναι εύκολα...

...Φτάνει να μου κρατάς το χέρι
και τότες τα δύσκολα έργα θάναι εύκολα,
όπως λες σ' αγαπώ κι όπως ξυρίζεσαι,
όπως βγάζεις το βράδι το πουκάμισο σου
 και κάθεσαι να ξεϊδρώσεις στο παράθυρο
και βλέπεις τη νύχτα να σεργιανάει στο περιβόλι
και βλέπεις τ' αστέρια να παίζουν χαρτοπόλεμο
πίσω απ' τους καπνοδόχους της γειτονιάς
και χαμογελάς σ' ένα ζιζάνιο κουνουπάκι
που βάλθηκε να σφυρίζει στ' αυτί σου.
Αχ όλα τότες θάναι εύκολα σύντροφοι - 
φτάνει να σφίγγουμε τα χέρια μας
και να κάνουμε ταχτικά την αυτοκριτική μας μέσα στην αγάπη,
όχι για να ξενοιάσουμε και να επαναλάβουμε τα ίδια σφάλματα
μα για να καλυτερέψουμε τη δουλειά μας, σύντροφοι,
με τη συντροφική αγάπη,
γιατί το να καλυτερέψουμε τη δουλειά μας σημαίνει
να καλυτερέψουμε τον κόσμο, σύντροφοι.

Να κάνουμε λοιπόν την αυτοκριτική μας, σύντροφοι,
σα να ξομολογιόμαστε στη μάνα μας,
κι οι σύντροφοι που ακούνε νάναι σαν τη μάνα μας
που νιώθει κι αγαπάει και μαλώνει από αγάπη.
Έτσι θαρρώ, μονάχα θα καλυτερέψουμε, σύντροφοι,
και τότες τ' ακατόρθωτα θαν τα καταφέρουμε τόσο φυσικά
και τόσο σίγουρα
όπως ανθίζουν τα δέντρα την άνοιξη
κι όπως καπνίζουμε το τσιγάρο μας τα βράδια της άνοιξης
καθισμένοι στο φτωχικό κατώφλι μας και κοιτάζοντας τ' άστρα 
και κοιτάζοντας ίσα το μέλλον...

Γιάννης Ρίτσος Οι Γειτονιές του κόσμου, Μακρόνησος, Άη Στράτης 1949 -1951. 



Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Ο συγγραφέας Λέοναρντ Κοέν

...Πάντα ήθελα να αγαπηθώ από το Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Μητέρα Εκκλησία. Ήθελα να ζήσω μέσα σε μια φολκ μπαλάντα όπως ο Τζο Χιλ. Ήθελα να χύσω τα δάκρυά μου για τους αθώους που θα σακάτευε η βόμβα μου. Ήθελα να ευχαριστήσω τον αγρότη πατέρα που μας ανέθρεψε κυριολεκτικά "στο δρόμο".Ήθελα να κυκλοφορήσω με το άδειο μανίκι μου διπλωμένο και καρφιτσωμένο στο στήθος και να βλέπω τους ανθρώπους να χαμογελούν ενώ τους χαιρετάω με το λάθος χέρι. Ήθελα να πολεμήσω τους πλούσιους, έστω κι αν μερικοί απ' αυτούς ήξεραν τον Δάντη: λίγο πριν το χαμό του, ένας απ' αυτούς θα μάθαινε πως ήξερα κι εγώ τον Δάντη. Ήθελα το πρόσωπό μου να μεταφερθεί στο Πεκίνο, με ένα ποίημα γραμμένο στον ώμο μου. Ήθελα να χαμογελάω ειρωνικά μπροστά στο δόγμα και, παρ' όλα αυτά, να καταστρέψω το εγώ μου κοπανώντας το πάνω στους σκληρούς του τοίχους. Ήθελα η Πέμπτη Λεωφόρος να ξαναθυμηθεί τα ινδιάνικα μονοπάτια της. Ήθελα να φύγω από μια πόλη ανθρακωρύχων, με τους κακούς τρόπους και τις πεποιθήσεις μου κληρονομιά από έναν άθεο θείο, έναν μεθύστακα που ήταν το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ήθελα να διασχίσω την Αμερική μέσα σε ένα ερμητικά σφραγισμένο τρένο, να είμαι ο μόνος λευκός που οι Νέγροι θα δεχτούν στις διαπραγματεύσεις για τη συνθήκη. Ήθελα να παρευρεθώ σε κοκτέιλ  πάρτι ζωσμένος με ένα πολυβόλο. Ήθελα να πω σε μια παλιά μου φιλενάδα που αποστρέφεται τις μεθόδους μου ότι οι επαναστάσεις δε γίνονται σε μπουφέδες, ότι δεν μπορείς να διαλέξεις το ένα ή το άλλο, και να δω την ασημένια τουαλέτα της να υγραίνεται χαμηλά στον καβάλο. Ήθελα να πολεμήσω ενάντια στην παντοκρατορία της Μυστικής Αστυνομίας, αλλά μέσα από τους κόλπους του Κόμματος. Ήθελα μια γηραιά κυρία που είχε χάσει τους γιους της στον πόλεμο να με μνημονεύσει στην προσευχή της σε μια εκκλησία φτιαγμένη από λάσπη, εκπληρώνοντας την επιθυμία των γιων της. Ήθελα να σταυρωθώ σε ένα σταυρό από βρωμόλογα. Ήθελα να ανεχτώ παγανιστικά υπολείμματα σε αγροτικές τελετές, διαφωνώντας με την Κουρία. Ήθελα να διαχειριστώ μυστικά αγοραπωλησίες ακινήτων, ενεργώντας σαν πράκτορας αειθαλών, ανώνυμων δισεκατομμυριούχων. Ήθελα να γράψω καλά λόγια για τους Εβραίους. Ήθελα να τουφεκιστώ μαζί με άλλους βάσκους αγωνιστές επειδή μετέφερα το Σώμα του Χριστού στο πεδίο της Μάχης κατά του Φράνκο. Ήθελα να κάνω κήρυγμα περί γάμου από τον απόρθητο άμβωνα της παρθενίας, παρατηρώντας τις μαύρες τρίχες στα πόδια των νυφών. Ήθελα να γράψω μια μπροσούρα ενάντια στον έλεγχο των γεννήσεων σε πολύ απλά αγγλικά, ένα φυλλάδιο για να πωλείται στο φουαγέ, εικονογραφημένο με δίχρωμες ζωγραφιές διαττόντων αστέρων και αιωνιότητας. Ήθελα να απαγορεύσω το χορό για κάποιο διάστημα. Ήθελα να γίνω ένα πρεζάκι - ιερέας που ηχογραφεί ένα δίσκο για την εταιρία Folkways. Ήθελα να μεταφερθώ σε άλλες φυλακές για πολιτικούς λόγους. Έχω μόλις ανακαλύψει ότι ο Καρδινάλιος ------- έχει δωροδοκηθεί με ένα μεγάλο χρηματικό ποσό από ένα γυναικείο περιοδικό, έχω δεχτεί σεξουαλική επίθεση από τον εξομολογητή μου, έχω δει τους χωρικούς να προδίδονται για έναν ευνόητο λόγο, αλλά απόψε οι καμπάνες ηχούν, είναι άλλο ένα βραδύ στον κόσμο του Θεού, και υπάρχουν πολλοί που πρέπει να τραφούν, πολλά γόνατα που λαχταρούν να λυγίσουν, κι έτσι ανεβαίνω τα φθαρμένα σκαλοπα΄τια φορώντας την κουρελιασμένη δικαστική μου τήβεννο.

Λέοναρντ Κοέν, Υπέροχοι απόκληροι, μετφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς, Κέδρος, Αθήνα 2012, 3η χιλιάδα
" Ένα από τα πρωτοποριακά λογοτεχνικά έργα της δεκαετίας του '60. Μία από τις πιο προκλητικές και τολμηρές δημιουργίες του Λέοναρντ Κοέν. Ένα από τα κλασικά αριστουργήματα της καναδικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα.
Στο επίκεντρο της πλοκής του έργου βρίσκεται η Κάτερι Τεκακουίθα, μια αυτόχθων Καναδή (Μοϊκανή) αγία της Καθολικής Εκκλησίας, που έζησε κι έδρασε τον 17ο αιώνα, και η παράξενη γοητεία που ασκεί στους συναισθηματικά τραυματισμένους ήρωες που συνθέτουν το αξέχαστο ερωτικό τρίγωνο της ιστορίας: τον ανώνυμο αφηγητή, ειδήμονα περί την φυλή Α-----ς που κινδυνεύει με εξαφάνιση, τη γυναίκα του Εντίθ, που αποτελεί ένα από τα τελευταία εναπομείντα μέλη της εν λόγω εθνότητας, καθώς και τον παθιασμένο, αυταρχικό φίλο τους, τον Φ.
Πρόστυχο, μεγαλειώδες, παράφορο και πνευματώδες, το βιβλίο του Λέοναρντ Κοέν εξερευνά τον τρόπο που ο καθένας από τους ήρωες δρομολογεί ή αναστέλλει την άνευ όρων παράδοση στα ένστικτά του, ακολουθώντας ένα λαβυρινθώδες ταξίδι, στη διάρκεια του οποίου υποδύεται με την ίδια άνεση το ρόλο του αγίου και το ρόλο του ηδονοθήρα. Άλλοτε επώδυνα διασκεδαστικό, άλλοτε ανελέητα βασανιστικό και άλλοτε βίαια συγκινητικό, το Υπέροχοι απόκληροι είναι μια κλασική ερωτική τραγωδία, ο πυρακτωμένος λόγος της οποίας προσδίδει λάμψη στην εύφλεκτη ένωση της θρησκευτικής πίστης με τη σεξουαλικότητα που σιγοκαίει στον πυρήνα της.' ( από το οπισθόφυλλο)