Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως.

Γιώργος Σεφέρης

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη στολίδι της αυλής μου...

" Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη
στολίδι της αυλής μου
ανάπαυση της προσμονής
νεράκι της πληγής μου..."


Με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση
Σπάνια ηχογράφηση με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, στη "Ροδιά", η οποία έγινε γνωστή με τη φωνή της Μαίρης Λίντα. Από τον κύκλο τραγουδιών "ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ" (1960).

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Πάνος Κοκκινόπουλος
Στο μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης.  



Με την κλασική ερμηνεία της Μαίρης Λίντα

" Στον κήπο μεγαλώνει μια ροδιά
παίζουν γελάνε τα παιδιά στη γειτονιά..."

Με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα
 Στίχοι: Βασίλης Ρούτης
Μουσική: Δημήτρης Ξαπλαντέρης
 Δίσκος: "Γιώργος Νταλάρας - Ο Μέτοικος"  (1971)

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

"... καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει..."

 Άρια Κομιανού
Είδα μια νύχτα το Χριστό
μέσα σ' αιφνίδια λάμψη κι απροσδόκητη.
Αν ήταν στ' όνειρο μου που τον είδα
ή στης αγρύπνιας μου το βύθος,
δύσκολο μού είναι τώρα να ορκιστώ.
Τον είδα όμως μια νύχτα το Χριστό.
Σα να' χε αποκαθηλωθεί λίγο πρωτύτερα,
έσταζε ακόμα το αίμα απ' τις πληγές του.
Τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Αν ήταν η φωνή του που μου μίλησε
κι όχι του γείτονά μου ο πνιχτός θρήνος
που τρία μερόνυχτα τον πόνο του άλεθε
για το μοναχογιό του που εκτελέστηκε,
δύσκολο μου είναι πάλι να ορκιστώ.
Τον άκουσα όμως το Χριστό που μούπε:
" Κι αν έπαψες να με πιστεύεις καθώς άλλοτε,
ακόμα αστράφτω σαν κοχύλι μαγικό
στης παιδικής σου μνήμης το ακρογιάλι.
Μα εγώ δε σου ζητώ την ώρα ετούτη
να ξαναφέρεις την ξενιτεμένη σου ψυχή
στα πράσινα λειβάδια των οχτώ σου  χρόνων
όπου σαν άυλο Χερουβίμ πάντα σου μ' έβλεπες
κάτασπρα αρνάκια και σγουρά να βόσκω.

Έτσι όπως τώρα σου ζητώ να με κοιτάς,
άντρα θλιμμένο, με σφιγμένα δόντια,
με τρυπημένα χέρια απ' τα καρφιά του σταυρωμού,
με λογχισμένα τα πλευρά μου,
με πληγιασμένο μέτωπο απ' τ' αγκάθια.
Το ξέρω , ναι το ξέρω πως πονείς
και συ κι ο γείτονας σου που του σκότωσαν το γυιο του
( Πριν έρθω εδώ, στο σπίτι του σταμάτησα).
Ακούω τις μάνες που παρακαλούνε
να ξεψυχήσουν πριν από τα βρέφη τους.
Βλέπω τον κόσμο που ζητώντας λυτρωμό,
είτε θερίζεται απ' το σίδερο,
είτε σα λύχνος δίχως λάδι αργοπεθαίνει.
Μα όλοι όπως είμαι τώρα όταν με βλέπετε,
χνούδι θα νιώθετε το βάρος του σταυρού σας.
Γιατί του μύθου μου το νόημα είναι τούτο:
πως δίχως σκότος δεν υπάρχει φως
και πως καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο
ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει".

Έτσι θαρρώ μου μίλησε ο Χριστός.
Έτσι τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Κι όταν σαν ίσκιος πάλι χάθηκε άπιαστος,
άνθισε ξάφνου μέσα μου ένας κρίνος.
Βαριά της νύχτας γύρω μου έγινε σιωπή,
βαριά από προσδοκία,
κι έπαψε πια του γείτονα ο πνιχτός θρήνος.
Λέων Κουκούλας
Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην Ανθολογία Ελληνικής Αντιστασιακής Λογοτεχνίας 1941 - 1944, τ.2 Ποίηση , EDITEX Geneve 1970, επιμέλεια Έλλη Αλεξίου.

Ο Λέων Κουκούλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Πραγματοποίησε θεατρικές και φιλοσοφικές σπουδές, αλλά και σπουδές καλών τεχνών στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του Νουμά. Το 1915 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Της ζωής και του θανάτου και το 1923 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Ένας – ένας. Ακολούθησαν κι άλλες ποιητικές συλλογές του, γνωστός ωστόσο στο λογοτεχνικό χώρο έγινε κυρίως για το μεταφραστικό έργο του, κυρίως θεατρικό, από έργα των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Σίλλερ, Μολιέρου και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες και δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, και άλλες δραματικές σχολές. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε στην Αθήνα( 17 Οκτωβρίου 1967) ( ΕΚΕΒΙ )
 Ο Λέων Κουκούλας πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ 

" Τι τεράστια δύναμη, αλήθεια, η ποίηση! Όταν γράφονταν και δημοσιεύονταν τα ποιήματα του Λέοντα Κουκούλα, αυθόρμητα ο φανατικός ή και ο καλοπροαίρετος αναγνώστης της ποίησης θα τα συνέκρινε, ή απλώς θα τα συσχέτιζε, με άλλα ομόχρονά τους, λ.χ. του Κώστα Βάρναλη ή του Τάκη Παπατσώνη. (. . .) Σήμερα, όμως, εβδομήντα και εξήντα και πενήντα χρόνια μετά το γράψιμό τους, τα ποιήματα του Κουκούλα εξακολουθούν να ισχύουν και να συγκινούν; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Ανεπιφύλακτα ναι. Αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ τα διαβάζει κανείς, όποια γνώμη και αν σχηματίζει για την ιδεολογική ή την αισθητική τους ένταξη, μια έγνοια αισθάνεται να τον κυριεύει: να προσανατολιστεί, όσο γίνεται επιμελέστερα και πιο ακριβοδίκαια, στον κόσμο τους, να μην αδικήσει ούτε τον ποιητή που τα έγραψε, ούτε τα ίδια τα ποιήματα. Επειδή δε ο δημιουργός τους έχει υπάρξει στον καιρό του μια πληθωρική και συγγραφικά ακαταπόνητη φυσιογνωμία, τα ποιήματά του πρέπει και μπορούν να διαβαστούν κάτω από έναν πολυπρισματικό φωτισμό..." ( Θανάσης Νιάρχος)


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Καλή πατρίδα! ...

[...] Τη γνώρισε στο σανατόριο , στη Γιάλτα, που είχε πάει να περάσει την άδεια του. Τρώγανε στο ίδιο τραπέζι. Λιγομίλητος εκείνος, δεν είχανε αλλάξει παρά τις τυπικές κουβέντες. Μια μέρα συναντήθηκαν τυχαία στην πόλη και πήρανε μαζί τον δρόμο για το σανατόριο. Ξάφνου, ενώ περνούσαν από το λιμάνι, ο Κώστας σταμάτησε. Τα γράμματα ήτανε καθαρά και φρεσκοβαμμένα: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. Το πλοίο, που είχε αυτό το όνομα, είχε σηκώσει κιόλας άγκυρα. Ο Κώστας το κοίταζε, σαν να' τανε το βαπόρι, που θα ταξίδευε ο ίδιος και να το' χασε. Στο κατάστρωμα ήτανε μαζεμένος κόσμος.

- Γεια σας, γεια σας, φωνάζει ο Κώστας, μ' όλη του τη δύναμη. Καλή πατρίδα!.

Ίσως να μην τον άκουσαν , γιατί ο " Αγαμέμνων " είχε ξεμακρύνει αρκετά. Κάποιος μονάχα του κουνάει το χέρι και κάτι φωνάζει. Παράξενη τρεμουλιαστή λέξη έφτασε από τ' ανοιχτά: " Α...ου...ι...εεε!".

Πόσο απόμεινε κει καρφωμένος ο Κώστας, δεν ξέρει` μα, σαν κίνησε να φύγει, είδε πως η Ταμάρα ήταν ακόμη δίπλα του. Την είχε ξεχάσει. Στον δρόμο, δεν έβγαλαν μιλιά. Μόνο που, από κείνη τη μέρα, κάνανε καθημερινή συντροφιά. Η Ταμάρα κόντευε τα σαράντα κι ο Κώστας είχε πατήσει τα σαρανταπέντε. Του μίλησε για τον Μπόρια και κείνος για τη Μαρία και, μόνο σαν κόντευαν οι μέρες που θα' φευγαν, έμαθε ο Κώστας πως ο Μπόρια είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, κι εκείνη πως η Μαρία είχε παντρευτεί το Βατικιώτη τον φαρμακοποιό. Του φαίνεται παράξενο του Κώστα, να κάθεται πλάι σε μια γυναίκα, να της μιλάει για τη Μαρία - που δεν έλεγε να το πάρει απόφαση πως δεν είναι πια δικιά του γυναίκα κι ας πέρασαν δυο ολόκληρα χρόνια. Κι εκείνη, η ξένη, ν' ακούει και να βουρκώνει, για τη Μαρία που τον άφησε, για τα παιδιά του, που δε γνώρισε, για κείνον τον ίδιο, που περνάνε τα καράβια για τον τόπο του, χωρίς να τον παίρνουν. Κι η ίδια, χήρα από είκοσι δύο χρονών.

Όταν έχεις μια γυναίκα πλάι σου, να σου λέει " Θα πάμε αύριο εκεί ", να σε παρασέρνει σε εκδρομές, σε περιπάτους με παρέες ξέγνοιαστες, για να ξεχάσεις τα όσα σε βαραίνουν, τολμάς τότε να συλλογιστείς: μήπως θα μπορούσα να φτιάξω τη ζωή μου από την αρχή; Κι η Ταμάρα πάλι, θαρρείς αυτό αποζητούσε, να μπορεί να νοιάζεται για κάποιον, να του λέει " απόψε θα πάμε εδώ", " αύριο θα κάνουμε εκείνο ", για ν' αποδιώξει από την ψυχή του τη μοναξιά. Ίσως κι από τη δική της. Και " διαλέξτε αυτό το φαγητό, Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, τόσα χρόνια και δε μάθατε ακόμη την κουζίνα μας" ή " σας βρήκα στη βιβλιοθήκη ένα ενδιαφέρον βιβλίο να διαβάσετε. Λογοτεχνικό. Τι πειράζει που είστε μηχανικός;"

Να παντρευτούνε το αποφάσισαν την τελευταία σχεδόν μέρα. Μπορεί, για τη γρήγορη απόφαση να τους επηρέασε και η Κυρία με το σκυλάκι, που είχανε δει την παραμονή στον κινηματογράφο.

- Την έκανες, θα μείνεις και στη Μόσχα - αστειεύτηκαν οι φίλοι του, σα μάθανε πως η Ταμάρα είναι Μοσχοβίτισσα.

Το λέγανε, γιατί δεν ξέρανε πως του Κώστα δεν του αρέσουν οι μεγάλες πολιτείες και πως, αν ήταν στο χέρι του, δε θα κούναγε ποτέ από το Μαρούσι  και θα περνούσε όλη του τη ζωή εκεί, στο σπίτι του, με τα "δειλινά " του, κοντά στον σταθμό, όπου ξαπόσταινε ξεφυσώντας το " θηρίο " , για να τραβήξει μετά στην Κηφισιά. Αυτό ήταν το πιο μακρινό ταξίδι, που είχε κάνει ο Κώστας με σιδηρόδρομο: Μαρούσι - Κηφισιά. Ένιωθε πάντα ένα παράξενο συναίσθημα, σαν έμπαινε στο τρένο, λες κι έφευγε μακρινό ταξίδι και δεν ήταν να ξαναγυρίσει. " Τι ώρα περίπου θα' ρθεις; " τον ρώταγε η μητέρα του και πάντα τον περίμενε στο σταθμό. Όταν γύριζε το τρένο κι έμπαινε σφυρίζοντας στο Μαρούσι  κι έβλεπε ο Κώστας από το παράθυρο τη μάνα του να τον περιμένει, ένιωθε σιγουριά, πως να, έφτασε σπίτι. Τώρα, παρόλο που έχει ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα, σαν μπαίνει σε σταθμό του σφίγγεται η καρδιά. Ξέρει πως κανένα τρένο, όσες ώρες, όσες μέρες και να ταξιδέψει, δεν μπορεί να τον φέρει στο Μαρούσι.

Η απέραντη Μόσχα του φάνηκε σαν μια καινούρια ξενιτιά. Δεν είχε πια τους φίλους του, να μαζεύονται τα βραδάκια, να θυμούνται τα όσα πέρασαν μαζί, απ' όταν έφυγαν από τα σπίτια τους, ώσπου να φτάσουν σε τούτη τη μακρινή γωνιά της γης, την Κεντρική Ασία, που σαν τη ζωγράφιζαν στο σχολείο στη χαρτογραφία, ποιος το φανταζόταν πως θα περνούσαν ολόκληρη ζωή εκεί.

Κάθε πρωί, ο Κώστας παίρνει το μετρό, για να πάει στη δουλειά. Τριάντα πέντε λεπτά ταξιδεύει, για να φτάσει. Κοιτάζει τον κόσμο γύρω του, που σχεδόν καθένας και κάτι διαβάζει. Σε μια τόσο μεγάλη πόλη, σπάνια σου τυχαίνει να συναντήσεις τον ίδιο άνθρωπο κι ας παίρνεις κάθε μέρα, δυο χρόνια τώρα, το μετρό την ίδια ώρα. Στο Μαρούσι, κάθε φορά που κατέβαινε στην Αθήνα, όλο και κάποιον γνωστό θα συναντούσε κι ώσπου να φτάσουν στο τέρμα, θα μιλούσαν για το ένα, για το άλλο, για την " κατάσταση " - πρώτα Κατοχή, κυνηγητό μετά - που όπου να' ναι θα τέλειωνε.

Τριάντα πέντε λεπτά είναι πολύ μακρύ ταξίδι κι άμα δεν έχεις πάρει τη συνήθεια να διαβάζεις στη διαδρομή, τότε είναι που σκέφτεσαι. Έρχεται, στην αρχή ξεκάρφωτη, μια τυχαία φράση στο νου: " Τι άσχημη που είναι μπαμπά η θάλασσα, σαν την πιάνεις στη χούφτα σου! Γίνεται ένα ξασπρουλιάρικο νερό". Το' χε πει η Τασούλα, η κόρη του, σα γύρισε από την πρώτη της εκδρομή στη θάλασσα..." Τι καλά να σε διώξουνε, μπαμπά , από την τράπεζα, να φτωχύνουμε και να μένουμε σ' ένα παλιό λεωφορείο, σαν τους τσιγγάνους"...Η μια φράση φέρνει την άλλη, η μια σκέψη την άλλη κι από ξεκάρφωτες, γίνονται ολόκληρη αλυσίδα. Η Τασούλα τώρα της παντρειάς! Άραγε φωνάζουν τον Βατικιώτη πατέρα; Θα του τα πει όλα ο Μηνάς...Μα γιατί να παντρευτεί η Μαρία τον Βατικιώτη; Τι του βρήκε; Δε βαριέσαι, όποιος και να' τανε, το ίδιο θα' κανε...Πώς μπόρεσε να πλαγιάσει μαζί του;...Τη θυμάται τη Μαρία, την πρώτη νύχτα που πέρασαν μαζί. Δεκαοχτώ χρονών κοπελίτσα, που έβγαζε τα ρούχα της ένα ένα και τα κρεμούσε ταχτικά στην καρέκλα, σαν να' τανε να σηκωθεί την άλλη μέρα να πάει σχολειό...Πώς το φαντάστηκε η Μαρία, πως μπορούσε να γυρίσει; Δεν ήξερε πως ζητούνε " τη μάνατ'ς και τον πατέρατ'ς "; Στα γράμματά της, του μιλούσε γι' αυτούς που βολεύτήκανε. Για τον άντρα της Νίτσας, που ήταν εξορία, γύρισε και τώρα ως και δικό του μαγαζί άνοιξε, στην οδό Ερμού. Κι ο Τάκης που είχε συλληφθεί το '47 και δικάστηκε δις σε θάνατο, τώρα βγήκε, έχει δικιά του κούρσα κι ανεβοκατεβαίνει Αθήνα - Μαρούσι. Πώς όμως βολεύτηκαν η Μαρία δεν το' γραφε. Και γιατί δεν το' γραφε - αυτό ήτανε που τον ανησυχούσε.

" Έπρεπε να περιμένει ", θυμώνει ξαφνικά ο Κώστας.

Του ήρθε στο νου η Κατοχή εκείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό. Η Μαρία ξυπόλυτη, με το κομπινεζόν, έτοιμη να θηλάσει την Τασούλα, να τον απειλεί να πάρει τη μικρή και να φύγει από το σπίτι, αν δεν κατέβαινε ο Κώστας στη διαδήλωση. Ένιωσε ένα κύμα οργής να τον κυριεύει. Μπορούσε η Μαρία να κάνει τα παιδιά να τον αγαπήσουνε και να περιμένει. Να περιμένει και πέντε και δέκα χρόνια κι όλη τη ζωή...

Γύρω του, στο μετρό, οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις δουλειές τους και να διαβάζουν. Και μόνον εκείνος να μη διαβάζει τίποτα - τριάντα πέντε και τριάντα πέντε λεπτά κάθε μέρα, πάνε κι έλα -, παρά να τα βάζει με τη Μαρία, που πάνω στα έντεκα χρόνια δεν άντεξε. Έραβε, για να ζήσει τα παιδιά. Τις καθημερινές, περνούσε η μέρα. Τις Κυριακές όμως, όλες οι φιλενάδες της θα στολίζονταν και θα τραβούσαν με τους άντρες τους κατά τη Μαγκουφάνα. Η γειτονιά άδεια. Τα μαγαζιά κλειστά. Και αν αποφάσιζε να πάει καμιά βόλτα ως την πλατεία, θα ΄βρισκε μονάχα τον Βατικιώτη, στην πόρτα του φαρμακείου, Κυριακή παρά Κυριακή, όταν ήταν διημερεύων. Μπορεί να της πρότεινε να πάνε καμιά βόλτα, σα θα' κλεινε` κι η Μαρία, την πρώτη φορά, να' πε: " Μωρέ μούτρο, που μου προτείνει και βόλτα!" Ύστερα όμως να δέχτηκε και να' νιωσε πως είναι καλά να περπατάς μ' έναν άντρα στο πλάι, κι ας είναι ξερακιανός κι ας μην έχει δώσει , στην Κατοχή, μήτε μια ασπιρίνη.

Σήμερα, σε λίγες ώρες, θα τα μάθει όλα και δε θα μπορεί πια η φαντασία του, αχαλίνωτη, να πλάθει πώς έγινε τούτο και πώς εκείνο. Θα ησυχάσει κι η Ταμάρα, που τον βλέπει να βυθίζεται κάθε τόσο σε συλλογές. Ανησυχούσε κι αυτή σήμερα και τον ξεπροβόδισε. Τα βάζει με τον εαυτό του ο Κώστας, που τόσο είχε την έννοια της συνάντησης , ώστε δεν της είπε ούτε ένα "Καλό βράδυ". " Θα της τηλεφωνήσω από τη δουλειά", συλλογιέται. Δε θέλει να τη βλέπει στεναχωρημένη. Η Ταμάρα είναι ο καλύτερός του φίλος.

- Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, είπατε πως δε θα' ρχόσασταν σήμερα, απόρησαν, σαν τον είδανε στη δουλειά.

Παράξενο του φάνηκε το Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, ίσως γιατί, από χτες, είχε θυμηθεί το " Κωσταρίκο ".

- Ήθελα να ρίξω μια ματιά σε κάτι σχέδια και θα φύγω δικαιολογιέται.

Ο Κώστας είναι μηχανικός σε εργοστάσιο. Μια ολόκληρη παρέα τ' αποφάσισαν τότε να σπουδάσουνε μηχανικοί. Ακόμα κι ο Νικήτας, που ήτανε δικηγόρος στην Αθήνα, με γραφείο στην οδό Γενναδίου, πήγε από την αρχή πέντε χρόνια στο θρανίο, για μηχανικός κι αυτός.

Παίρνει μπροστά του ένα σχέδιο, μα δεν έχει νου να το μελετήσει. Η ώρα δέκα - τρεις ολάκερες ώρες ακόμα. Είναι μια καινούρια μηχανή. Κοιτάζει αφηρημένα το πολύπλοκο σχέδιο και, κάτω κάτω, καλλιγραφημένη την ημερομηνία: τέσσερις Μαρτίου. Θα τη θυμάται αυτή τη μέρα και ίσως αργότερα, άμα δει τη μηχανή έτοιμη μονταρισμένη, να του έρχεται στο νου η τέσσερις του Μάρτη και να θυμάται τα όσα θα' χε πει με τον Μηνά. ...Γερασίμου οσίου, Ιουλιανής - τέσσερις του Μάρτη. Η γιορτή της μητέρας του. Πού το θυμήθηκε; Ο Μηνάς σίγουρα θα ξέρει να του πει, για τα τελευταία χρόνια της, για τον θάνατό της. Σαν ήταν μικρός, κείνη τη μέρα δεν τον στέλνανε σχολείο, μόνο πηγαινόφερνε στον φούρνο τα ταψιά με τα γλυκά. Η μητέρα φορούσε ένα πράσινο φόρεμα , κεντημένο με χάντρες. άραγε να της έμεινε η πίκρα που, από πολλά χρόνια, δε γιόρταζε τη γιορτή της; Τη θυμάμαι να τους κοιτάζει απορεμένη , αυτόν και τη Μαρία που προσπαθούσαν να την πείσουν τότε, το ' 43, σα φάνηκε λίγο άσπρο αλεύρι κι ήθελε να κάνει λουκουμάδες, να καλέσει τις γειτόνισσες, πως είναι πολύ αστικό να γιορτάζει κανείς ονομαστική εορτή. Η μητέρα πέθανε, χωρίς να τον ξαναδεί και δε θα μάθει ποτέ πόσο στεναχωριέται ο Κώστας , που το θυμάται....


Απόσπασμα από το διήγημα Στο Μαρούσι( Μόσχα 1964). Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων της Άλκης Ζέη, Αρβυλάκια και γόβες, Μεταίχμιο 2011

Η Άλκη Ζέη γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα :

 " Τα διηγήματα αυτά τα έγραψα από το  '61 έως το ' 63 στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχα ζήσει ως πολιτικός πρόσφυγας, μαζί με χιλιάδες άλλλους Έλληνες και Ελληνίδες, που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Από τότε εγώ ξαναγύρισα στην Ελλάδα, ξανάφυγα στο εξωτερικό, στη Γαλλία, "αυτοεξόριστη" αυτή τη φορά, γύρισα πάλη στην Ελλάδα.
Θυμάμαι, το καλοκαίρι του  '54 , που έφτασα στην Τασκένδη, τις γυναίκες από διάφορα χωριά της Ελλάδας να ξυπνούν από τα χαράματα και να κάθονται με τα μωρά τους στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου, κάτω από το παράθυρό μου, και να διηγούνται τα όνειρα της περασμένης νύχτας. Όλα γύρω στο ίδιο θέμα: Ο γυρισμός. " Είδα πως γύριζα στο χωριό μου, μα δεν μπορούσα να μπω στο σπίτι, γιατί ο σκοτωμένος αδελφός μου κρατούσε ένα ολοζώντανο φίδι κομμένο στα δύο". " Είδα πως γύριζα κρυφά στο χωριό και περνούσα μέσα από μια λαγκαδιά, που σ' όλα τα κλαριά ήτανε μπηγμένα κεφάλια". " Είδα πως είχα γυρίσει στο χωριό μας και μπήκα στην εκκλησία - γινότανε γάμος - παντρευότανε ο άντρας μου, η νύφη δεν ήμουνα εγώ".
Δύο από τα διηγήματα αναφέρονται σ' αυτό το θέμα του γυρισμού. Στα άλλα ίσως έδωσε μορφή η αγωνία κάθε συγγραφέα που ζει μακριά από τον τόπο του να μην ξεκοπεί ολότελα..."

O πίνακας του Avi Belaish από εδώ


Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Ημέρα του Κολόμβου


Άντρες και γυναίκες της φυλής των Αράουακ, γυμνοί, ηλιοκαμένοι και γεμάτοι δέος, εμφανίστηκαν στις παραλίες του νησιού και κολύμπησαν για να δουν από κοντά εκείνο το παράξενο, μεγάλο πλοίο. Όταν ο Κολόμβος και οι ναύτες του βγήκαν στην ακτή , κρατώντας σπαθιά και μιλώντας παράξενα, οι Αράουακ έτρεξαν να τους υποδεχθούν, τους προσέφεραν τροφή, νερό και δώρα[...]
Αυτοί οι Ινδιάνοι Αράουακ, από τα νησιά Μπαχάμες, έμοιαζαν πολύ στους Ινδιάνους της ενδοχώρας, που διακρίνονταν, όπως σχολίασαν επανειλημμένα Ευρωπαίοι παρατηρητές, για τη φιλοξενία τους και την πίστη τους στην κοινοκτημοσύνη. Αυτά τα γνωρίσματα δεν ήταν κυρίαρχα στην Αναγεννησική Ευρώπη, η οποία καταδυναστευόταν από την Καθολική Εκκλησία, από τη διακυβέρνηση των βασιλέων και από τη φρενίτιδα του χρήματος που χαρακτήριζε τον Δυτικό Πολιτισμό και τον πρώτο εκπρόσωπό του στην Αμερική, τον Χριστόφορο Κολόμβο[...]
 Ο Κολόμβος ήταν ένας εμποροϋπάλληλος από την ιταλική Γένοβα, που κατά καιρούς εργαζόταν ως υφαντουργός. Επίσης ήταν δεινός ναυτικός. Ξεκίνησε με τρία ιστιοφόρα, από τα οποία το μεγαλύτερο ήταν η Σάντα Μαρία που είχε μήκος περίπου 100 πόδια και πλήρωμα τριάντα εννέα μέλη.
Ο Κολόμβος δεν θα είχε καταφέρει ποτέ να φτάσει στην Ασία, η οποία βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακρύτερα απ' όσο είχε υπολογίσει, έχοντας φανταστεί τον κόσμο μικρότερο απ' όσος ήταν πραγματικά. Εκείνη η απέραντη θαλάσσια έκταση θα τον είχε καταδικάσει σε αποτυχία. Στάθηκε όμως τυχερός. Στο 1/4 της απόστασης ως την Ασία συνάντησε μια άγνωστη γη που δεν υπήρχε στους χάρτες και η οποία βρισκόταν ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία - την Αμερική. Ήταν αρχές Οκτωβρίου του 1492 και είχαν περάσει τριάντα τρεις ημέρες από τότε που εκείνος και το πλήρωμα του είχαν αποπλεύσει από τα Κανάρια νησιά, στις αφρικανικές ακτές του Ατλαντικού. Τότε είδαν κλαδιά και κομμάτια ξύλου να επιπλέουν στο νερό. Είδαν επίσης σμήνη πουλιών. Αυτά ήταν σημάδια ότι κοντά υπήρχε στεριά. Στις 12 Οκτωβρίου, λίγο πριν ξημερώσει, ένας ναύτης, ο Ροντρίγκο, είδε τη λευκή άμμο να γυαλίζει στο φως του φεγγαριού και έβαλε τις φωνές. Επρόκειτο για ένα νησί στις Μπαχάμες, στην Καραϊβική. Στον πρώτο άντρα που θα έβλεπε τη στεριά είχαν υποσχεθεί ισόβια ετήσια σύνταξη 10000 μαραβέδια, αλλά ο Ροντρίγκο δεν την πήρε ποτέ. Ο Κολόμβος ισχυρίστηκε ότι είχε δει ένα φως το προηγούμενο βράδυ και πήρε εκείνος το έπαθλο.
Πλησιάζοντας τη στεριά , τους προϋπάντησαν οι Ινδιάνοι Αράουακ, οι οποίοι κολύμπησαν προς το μέρος τους για να τον υποδεχθούν. Οι Αραουάκ ζούσαν σε μικρά κοινόβια και είχαν αναπτύξει την καλλιέργεια του καλαμποκιού , της γλυκοπατάτας και του φυτού κασάβα. Γνώριζαν πώς να γνέθουν και να υφαίνουν, αλλά δεν είχαν άλογα ή άλλα ζώα για τις γεωργικές εργασίες. Δεν είχαν ανακαλύψει το σίδηρο, φορούσαν όμως στ' αυτιά τους μικροσκοπικά χρυσά στολίδια.
Αυτό το γεγονός έμελλε  να έχει τεράστιες συνέπειες : Ο Κολόμβος πήρε μερικούς Ινδιάνους στο πλοίο του ως κρατούμενους, ελπίζοντας να τον οδηγήσουν στην πηγή του χρυσού. Έπειτα αρμένισε για το μέρος που σήμερα λέγεται Κούβα και στη συνέχεια για την Ισπανιόλα ( το νησί που σήμερα αποτελείται από την Αϊτή  και τη Δομινικανή Δημοκρατία). Εκεί, κάποια ορατά ψήγματα χρυσού στα ποτάμια και ένα χρυσό προσωπείο που του πρόσφερε ένας ντόπιος τον έκαναν να φαντάζεται βουνά από χρυσό[...]
Η αναφορά του Κολόμβου στην αυλή της Μαδρίτης ήταν γεμάτη υπερβολές[...] 
Χάρη στην υπερβολική αναφορά και τις υποσχέσεις του Κολόμβου, η δεύτερη αποστολή πραγματοποιήθηκε με 17 πλοία και περισσότερους από 1200 άντρες. Ο στόχος ήταν ξεκάθαρος: σκλάβοι και χρυσάφι[...]
Έτσι ξεκίνησε πριν από πεντακόσια χρόνια η ιστορία της ευρωπαϊκής εισβολής στους οικισμούς των Ινδιάνων στην Αμερική[...] είναι ένα ξεκίνημα κατάκτησης, σκλαβιάς, θανάτου[...] Αν διαβάσουμε τα σχολικά βιβλία της Ιστορίας που διδάσκονται τα παιδιά στις Ηνωμένες Πολιτείες , η ιστορία αυτή αρχίζει σαν ηρωική περιπέτεια - δεν γίνεται λόγος για αιματοχυσία - και η Ημέρα του Κολόμβου είναι εθνική γιορτή*. Μόλις τα τελευταία χρόνια  έχουμε αρχίσει να παρατηρούμε κάποιες απόπειρες κάτι ν' αλλάξει[...]
Το να δώσει κάποιος έμφαση στον ηρωισμό του Κολόμβου και των διαδόχων του, ως θαλασσοπόρων και εξερευνητών, και να υποβιβάσει τη γενοκτονία που διέπραξαν δεν αποτελεί τεχνική αναγκαιότητα, αλλά ιδεολογική επιλογή. Και χρησιμεύει - ακούσια - ως δικαιολογία για ό,τι έγινε.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι όταν διηγούμαστε την ιστορία του Κολόμβου δεν πρέπει να τον κατηγορούμε, να τον κρίνουμε και να τον καταδικάζουμε ερήμην. Είναι πολύ αργά γι' αυτό. Θα ήταν απλώς μια άχρηστη ακαδημαϊκή άσκηση ηθικής.[...]
Η αντιμετώπιση των ηρώων (Κολόμβος) και των θυμάτων τους ( Αράουακ ) - η σιωπηλή αποδοχή των κατακτήσεων και των φόνων στο όνομα της προόδου - αποτελεί μια μόνο πλευρά μιας συγκεκριμένης ιστορικής προσέγγισης κατά την οποία το παρελθόν εξιστορείται από την οπτική γωνία των κυβερνήσεων, των κατακτητών, των διπλωματών και των ηγετών. Η ψευδαίσθηση που δημιουργείται είναι ότι πραγματικά υπάρχει αυτό που αποκαλούμε " Ηνωμένες Πολιτείες ", οι οποίες μπορεί περιστασιακά να βιώνουν συγκρούσεις και διενέξεις αλλά αποτελούν θεμελιωδώς μια κοινότητα ανθρώπων με κοινά συμφέροντα. Είναι σα να υπάρχει πραγματικά ένα " εθνικό συμφέρον " , το οποίο εκφράζεται από το σύνταγμα, από την επεκτατική πολιτική, από τους νόμους που ψηφίζονται από το Κογκρέσο, από τις αποφάσεις των δικαστηρίων, από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, από την κουλτούρα της παιδείας και των ΜΜΕ[...]
Η δική μου οπτική γωνία στην αφήγηση της ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών είναι διαφορετική: πιστεύω πως δεν πρέπει να δεχόμαστε ότι η μνήμη των κρατών ταυτίζεται με τη δική μας. Τα  έθνη δεν είναι και δεν υπήρξαν ποτέ κοινότητες. Όταν η ιστορία οποιασδήποτε χώρας παρουσιάζεται ως ιστορία μιας οικογένειας, τότε αποκρύπτονται λυσσαλέες συγκρούσεις συμφερόντων ανάμεσα σε κατακτητές και κατακτημένους, σε αφέντες και δούλους, σε καπιταλιστές και εργάτες, σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, σε άτομα διαφορετικής φυλής και φύλου. Και σ' ένα τέτοιο κόσμο συγκρούσεων , σ' ένα κόσμο θυμάτων και δημίων, είναι καθήκον των σκεπτόμενων ανθρώπων, όπως είπε ο Αλμπέρ Καμί, να μη συμμαχήσουμε με τους δήμιους.
Έτσι λοιπόν , σε αυτή την αναπόφευκτη επιλογή στρατοπέδου , που προκαλείται από την επιλεκτικότητα και την έμφαση που δίνει καθένας στα ιστορικά γεγονότα, προτιμώ να επιχειρήσω να διηγηθώ την ιστορία της ανακάλυψης της Αμερικής από την πλευρά των Ινδιάνων Αράουακ[...]
Η πρόθεση μου δεν είναι να θρηνήσω θύματα ούτε να καταγγείλω  τους δημίους. Τα δάκρυα και ο θυμός που αναλώνουμε για το παρελθόν εξαντλούν την ενέργεια μας στο παρόν. Και οι διαχωριστικές γραμμές δεν είναι πάντα ευδιάκριτες. Μακροπρόθεσμα ο δυνάστης είναι επίσης θύμα. Βραχυπρόθεσμα ( και μέχρις στιγμής η ανθρώπινη ιστορία αποτελείται από βραχέα διαστήματα) τα θύματα, απελπισμένα και επηρεασμένα από το σύστημα που τα καταπιέζει , στρέφονται εναντίον κάποιων άλλων θυμάτων.
 American Indian Movement marches in San Francisco October 1992, to commemorate 500 years of resistance. (Bill Hackwell)
Παρ' όλα αυτά [...] σ' αυτό το βιβλίο αντιμετωπίζω με σκεπτικισμό τις προσπάθειες των κυβερνήσεων, μέσα από την πολιτική και την κουλτούρα , να παγιδεύσουν τους απλούς ανθρώπους σ' ένα πελώριο ιστό " εθνικοφροσύνης " προφασιζόμενες κάποιο κοινό συμφέρον. Θα προσπαθήσω να μην παραβλέψω τις ωμότητες που διαπράττουν τα θύματα μεταξύ τους, καθώς στριμώχνονται στα φορτηγά βαγόνια του συστήματος. Δεν προτίθεμαι να μυθιστορηματοποιήσω αυτές τις ωμότητες. Όμως θυμάμαι ( σε ελεύθερη απόδοση) ένα απόφθεγμα που διάβασα κάποτε: " Η κραυγή των φτωχών δεν είναι πάντα δίκαιη,αλλά αν δεν την έχεις ακούσει ,  δεν θα μάθεις ποτέ τι σημαίνει Δικαιοσύνη".
Δεν θέλω να επινοήσω θριάμβους των λαϊκών κινημάτων. Όμως η άποψη ότι η συγγραφή της Ιστορίας πρέπει να αποσκοπεί απλώς στο να συνοψίζει τις αποτυχίες του παρελθόντος μετατρέπει τους ιστορικούς σε συνενόχους σ΄'εναν ατέρμονο κύκλο ηττοπάθειας. Προκειμένου η ιστορία να είναι δημιουργική,προκειμένου να προσδοκά το πιθανό μέλλον χωρίς να απαρνιέται το παρελθόν, θα πρέπει - πιστεύω - να δίνει έμφαση σε νέες προοπτικές αποκαλύπτοντας εκείνα τα κρυφά περιστατικά του παρελθόντος,όπου οι άνθρωποι, έστω στιγμιαία, έδειξαν ότι είναι ικανοί να αντιστέκονται , να ενώνουν τις δυνάμεις τους και, περιστασιακά, ακόμα και να νικούν. 



Αποσπάσματα από το πρώτο κεφάλαιο : Ο Κολόμβος, οι Ινδιάνοι και η πρόοδος του ανθρώπου που βρίσκεται στο εξαιρετικό βιβλίο του Howard Zinn, Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια κοινωνική ιστορία της Αμερικής από την εποχή του Κολόμβου ως τις αρχές του 21ου αιώνα. Μετφρ.Θεόδωρος Καλύβας, Αιώρα 2008

* Colombus Day: 12 Οκτωβρίου: Επίσημη εθνική αργία των ΗΠΑ.
Ενδιαφέρον και το σχετικό άρθρο The Legacy of Christopher Columbus

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Ρινίσματα

Βλάσης Κανιάρης 
 
Βωξίτες κι άλλα μεταλλεύματα. Αγενή.
Ρινίσματα που τα φυσούν μαγνήτες.
Σαν τα παιδιά σου,
άλλα στα ξένα κι άλλα στα Xenia.

Γιατί δεν έχει μέσα κι έξω πια,
πάνω και κάτω.
Ο τόπος φεύγει
δίπλα στ' ακίνητα τραίνα,
γαζωμένος από φωτογραφικές μηχανές.
Χειρολαβές μπήγονται στον εγκέφαλο,
μικρόφωνα, κεραίες τηλεοράσεως.

Χτίζουν το μέλλον κάτω απ' τη μύτη μας.
Πανύψηλο,
μας αφήνει απ' έξω

Μιχάλης Γκανάς, Ακάθιστος Δείπνος (1978)
 στο Ποιήματα 1978-2012 , Μελάνι 2013

Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2014

Edith Piaf, η φωνή - μύθος


Στις 10 Οκτωβρίου του 1963 έσβησε η μεγάλη τραγουδίστρια. Η θεϊκή  φωνή  της όμως δεν σίγησε ποτέ. Το "σπουργιτάκι " συνεχίζει να πετάει , να φωλιάζει στην καρδιά μας και να μας ταξιδεύει ονειρικά.