Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Τραγούδι για τη χαρά


( Στην αρχή στρωτά. Πιο κάτω λαχανιασμένα και κάπως θαμπωμένα)

Εύκολα η θλίψη μπαίνει στο τραγούδι
έτσι όπως μπαίνει στην καρδιά`
εύκολα η θλίψη τραγουδιέται
με τα μακριά, λυτά μαλλιά.
Έτσι το λιόγερμα στο τζάμι να σπιθίσει,
έτσι ένα φύλλο το κλωνάρι του ν' αφήσει,
πέφτει ένα πρόσωπο βουβό μες στο νερό,
πρόσωπο ωχρό
μέσα στων ίσκιων το χορό.

Κάτω απ' τα δέντρα, μια καρέκλα αν μείνει μόνη,
η θλίψη αμέσως τη σιμώνει,
κάθεται εκεί και συλλογιέται σιωπηλή
ένα μαντήλι που έπεσε στο δρόμο
ένα χωράφι με τ' αγκάθια
όπου σαλεύει ένα χαρτί.
Αχ, αχ, ωραία που ηχεί ένα αχ!
Μα πώς θα πούμε τη χαρά 
με τα φαρδιά, γερά φτερά;

Πέντε κορίτσια ανέβηκαν στη μάντρα
σηκώσαν τα φουστάνια τους ψηλά,
πέντε κορίτσια,
σηκώσανε στα χέρια τους τη θάλασσα,
κόψαν όλα τα μύγδαλα
και μας πετροβολήσανε,
καρφώσαν τ' άστρα στα μαλλιά τους και γελάσανε,
πήδηξαν μες στον καπνοδόχο κ' έφυγαν
κ' έμειναν στον αέρα τα φουστάνια τους.

Η μάνα τους, τις γύρευες το σούρουπο,
τις γύρευε τη νύχτα, ως τα μεσάνυχτα.
Απ' το κακό της τράβηξε τα σκουλαρίκια της,
μάτωσε κ' έσκισε τ' αυτιά της κ' έσκουξε.
Και κείνες τρώγαν στο τραπέζι λάμποντας,
τρώγαν ψωμί και μαύρη ελιά και κόκκινα τριαντάφυλλα,
πίναν χρυσό νερό και μας κορόιδευαν
κι ανάβαν γαλανά τα χέρια τους με τα πηρούνια τους
ακούγοντας έξω στη νύχτα τ' άλογα που κάλπαζαν.

Αχ, αχ, χαρά - χρυσά νερά,
αχ κ' η χαρά φωνάζει το αχ,-
χρυσά νερά τα χέρια τους,
άσπρα νερά τα μέτωπά τους-
τη μάνα τους την πήρε το ποτάμι,
μας πήρε ο γαλαξίας στο ρέμα του-
άσπρα νερά, χρυσά νερά, γλαυκά νερά
και τα φουστάνια τους σταθήκανε σαν άσπρα σύννεφα
πάνω απ' της νύχτας τα νερά.

Γυμνά τα πόδια τους γυμνά,
γυμνά τα στήθια τους γυμνά,
γυμνή η κοιλιά-
χαρά, χαρά, χρυσά νερά,
σκιερά νερά, κ' ένα γαλάζιο τρίγωνο
καταμεσίς στην ερημιά.
Κάναμε το σταυρό μας και σταθήκαμε -
αχ, δύσκολα, βαθιά, μαύρα νερά,
- φόβος και πόνος η χαρά.
                                   Γιάννης Ρίτσος  

Το τραγούδι αυτό είναι το τρίτο του ευρύτερου ποιήματος Πλανόδιοι Μουσικοί, που αποτελείται από δέκα τραγούδια και εντάσσεται στη συλλογή με τον τίτλο Γενική δοκιμή(1956 - 1959). Ο ποιητής μάς παρουσιάζει στο εισαγωγικό σημείωμα τους μουσικούς:
" Ένα μικρό μπουλούκι οργανοπαίκτες και τραγουδιστάδες έφτασαν ένα βράδι στη μικρή πολιτεία μας, άγνωστο από πού, σκονισμένοι, κατακουρελιασμένοι, παράξενοι. Κάτι σαν περιπλανώμενοι ατσίγγανοι. Δεν είχαν μαζί τους μήτε γυναίκες, μήτε παιδιά, μήτε άλογα, μύλους και τέντες. Μονάχα τα όργανά τους. Είμασταν κουρασμένοι από τη δουλειά της μέρας. Δεν είχαμε κέφι να τους ακούσουμε. Τουε φιλέψαμε πρόχειρα στο προαύλιο του κλειστού, εκείνη την ώρα, εργοστασίου κ' ύστερα τους παρακαλέσαμε κάτι να μας πουν, - δε θέλαμε να νομίσουν πως τους πήραμε για διακοναραίους και πως τους δώσαμε ελεημοσύνη. Εκείνοι τότε μάς είπαν τούτα τα τραγούδια που τους τίτλους τούς απάγγελνε πρώτα, με κάποια επισημότητα σχεδόν, ο πιο μικρός - ένας μελαχροινός ξυπόλυτος με άγρια μαλλιά και πολύ μεγάλα, κατάμαυρα μάτια"


Οι Πλανόδιοι Μουσικοί συντέθηκαν από τον ποιητή στα Πλατανάκια της Σάμου τον Αύγουστο του 1959 και γράφει στον επίλογο :

" Μάζεψαν τα όργανά τους κ' έφυγαν πάλι μες στη νύχτα. Θάταν περασμένα μεσάνυχτα. Εμείς, μπήκαμε στα σπίτια μας και κοιμηθήκαμε - έναν ύπνο ανήσυχο , όλο παράξενα όνειρα, σα να ζούσαμε τάχα τα τραγούδια τους. Την άλλη μέρα δε θυμόμαστε πια αν, όντως, είχαν έρθει ατσίγγανοι ή τους είδαμε μόνο στον ύπνο μας. Δεν είχαμε καιρό να ξεδιαλύνουμε, γιατί στο μεταξύ, είχε κηρυχτεί πανεργατική απεργία. Κάποιος, μονάχα, της παρέας είπε: " Τι νάγιναν κείνα τα συντρόφια;" Και μεις καταλάβαμε πως εννοούσε ακριβώς αυτούς. Ώστε λοιπόν δεν είταν όνειρο."

Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα (1930 - 1960) , Γ' τόμος, Κέδρος , Αθήνα 1977, 8η έκδοση



Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Έλλη Αλεξίου …μια βασιλική δρυς

Eπιμέλεια ofisofi //atexnos


Η Έλλη Αλεξίου  γεννήθηκε στις 22 Μαΐου του 1894 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Η ζωή της συνδέθηκε με την εκπαίδευση , την παιδεία, τη λογοτεχνία  και τους αγώνες . Διώχθηκε για τις ιδέες της και την σταθερή προσήλωσή της στις σοσιαλιστικές ιδέες μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ.
Δεν  ήταν  εκπαιδευτικός, ήταν ΔΑΣΚΑΛΑ. 
Η Έλλη Αλεξίου  έγραψε ένα χρονικό της εκπαίδευσης  με τον τιμητικό για τους εκπαιδευτικούς  τίτλο « Βασιλική Δρυς».

« …Αναμετρώντας τώρα την αλυσίδα των προσπαθειών , αγκαλιάζοντας με το μάτι το τεράστιο πεδίο της μάχης τους το στρωμένο με τα κορμιά τους, το ποτισμένο με το αίμα τους, το γεμάτο πληγές και βογγητά…λέω πως η « Βασιλική Δρυς», η « σιδερόκορμη» και « ουρανόφταστη» και « στην καρδιά της γης ριζοδεμένη», που τη λέει και ο Δροσίνης, δε θα προσβληθεί που δώσαμε τ’ όνομά της στους εκπαιδευτικούς…Αν αυτή γνώριζε τις θύελλες και τις καταιγίδες των δασκάλων , αν είχε δεχτεί στο κεφάλι της τ’ αστροπελέκια που δέχτηκαν και δέχουνται αυτοί, δε θα τα’ βγαζε πέρα τόσο παλιακρίσια, όπως εκείνοι»
 
Το βιβλίο αυτό άρχισε να το γράφει στο Βουκουρέστι  το 1961 με στόχο να διασώσει « πολύτιμα περιστατικά, σχετικά με την ελληνική εκπαίδευση και τη δράση των εκπαιδευτικών» . Κυρίως ήθελε να γράψει την ιστορία και την δράση των εκπαιδευτικών στο προοδευτικό κίνημα.
Το Μάη του 1948 ιδρύεται από την ΚΕ του ΚΚΕ  η Επιτροπή Βοήθειας στο παιδί (ΕΒΟΠ)  με πρόεδρο τον Πέτρο Κόκκαλη . Μέσα στη δίνη του εμφυλίου πολέμου η  Επιτροπή αυτή ανέλαβε την ευθύνη για τη μεταφορά , εγκατάσταση και οργάνωση της ζωής των παιδιών στις Λαϊκές Δημοκρατίες . Ανάμεσα στα μέλη της επιτροπής σημαντική θέση κατείχε η Έλλη Αλεξίου, η οποία με στερημένη την ελληνική ιθαγένεια αυτοεξορίζεται στη Ρουμανία και συμμετείχε  ενεργά στην εκπαίδευση των παιδιών και στην επιμόρφωση των δασκάλων τους.
Το ιστορικό αυτών των προσπαθειών το διασώζει η Έλλη Αλεξίου στη Βασιλική Δρυ.

 « …Τον καιρό του εμφυλίου πολέμου 1946 – 1949, κι αργότερα, που τα κυνηγητά των ανθρώπων της Αντίστασης γενικεύτηκαν και γίνηκαν τακτική της δοσίλογης δεξιάς, τότε, μαζί με τον άλλο κόσμο, πέρασαν τα σύνορα μεγάλος αριθμός εκπαιδευτικών. Τότε ακόμη στην αρχή κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί πόσο η παρουσία τους θα αποδειχνότανε απαραίτητη και πολύτιμη. Κοντά με τους μεγάλους , πέρασαν τα σύνορα χιλιάδες και χιλιάδες παιδιά. Τα χωριά των συνόρων είχαν καεί. Ρημαχτεί. Όλη η βόρεια Ελλάδα άδειασε, ερημώθηκε. Έφευγε ο κόσμος πατείς με πατώ σε. Έφευγαν και τα παιδιά` έφευγαν και οι γέροι. Αυτό το ομαδικό φευγιό, οι διάφορες κυβερνήσεις το ονόμασαν « παιδομάζωμα»… Κι εγώ έλεγα, γιατί το ονόμασαν «παιδομάζωμα»  και δεν το ονόμασαν «γεροντομάζωμα»; Οι γέροι ήταν το μεγάλο δράμα. Τι να τους κάμεις…Αυτοί περνούσαν τα σύνορα, για να γλιτώσουν βέβαια το θανατικό, όπως και όλοι οι άλλοι, μα φτάνοντας στις γειτονικές χώρες δεν μπορούσαν σε τίποτε να βοηθήσουν. Δίνανε μόνο βάρος. Να τους ντύσεις, να τους ταΐσεις, να τους περιθάλψεις….Μα για τους γέρους λόγο δεν κάνουν. Αναφέρουν μόνο τα παιδιά, για να δώσουν στο φευγιό των παιδιών αντεθνικό περιεχόμενο. Πως τα παίρνανε τάχαμου οι αντάρτες , για να τα «κάμουν Σλαύους»…άλλη έγνοια δεν είχαν…Οι αντάρτες  δεν είχαν μια φέτα ψωμί κι ένα ρούχο να ρίξουν επάνω τους, και τα παιδιά θα παίρνανε…κι αυτοί πήγαιναν τότε στην αρχή στο άγνωστο κι ούτε μπορούσαν να προβλέψουν τα επακόλουθα.
Τα παιδιά που είχαν σχολική ηλικία ξεπερνούσαν τις 30000. Μα ήσαν και παιδιά μεγάλα, δεκαπέντε και δεκαέξι και δεκαοχτώ χρονών, τελείως αγράμματα, που έπρεπε να αποκτήσουν τις απαραίτητες βάσεις, τα απαραίτητα προσόντα, που δίχως αυτά δεν τα δέχονταν ούτε για ανειδίκευτους εργάτες στα εργοστάσια. Ο νόμος στις Λαϊκές Δημοκρατίες απαιτεί για όλο τον πληθυσμό το χαρτί τουλάχιστο του Δημοτικού. Έπρεπε λοιπόν απαραιτήτως να μορφωθούν τα παιδιά κι έπρεπε απαραιτήτως να βρεθούνε δασκάλοι. Κι ήσαν , τόσο οι δασκάλοι όσο και τα παιδιά, αλλόκοτοι. Από τους πολύχρονους σκληρούς αγώνες είχαν σχεδόν αλλάξει όψη και υπόσταση. Εξαντλημένοι από τις κακουχίες, τραυματίες με σοβαρά κι απανωτά τραύματα, άντρες και γυναίκες, ή γέροι, στην ηλικία της σύνταξης…μα άφησαν κατά μέρος και τα τραύματα και τα γερατιά και στάθηκαν  δίπλα στα παιδιά. Που κι αυτά δεν ήσαν τα παιδιά που ξέραμε. Μεινεμένα αγράμματα, από τον καιρό του κατακτητή, είχαν γίνει βοσκάκια στους λόγγους. Άλλα είχαν χάσει τους γονιούς τους στον πόλεμο , άλλων παιδιών οι γονείς είχαν απομείνει στην πατρίδα, οι γονείς που ήσαν μαχητές, δεν μπορούσες να ξέρεις πού βρίσκονταν…με το τέλος του ένοπλου αγώνα, άλλοι τράβηξαν δώθε κι άλλοι κείθε. Τα παιδιά στην ολόπρωτη αρχή δεν είχαν μόνο ανάγκη εκπαίδευσης , μα γενικότερης περίθαλψης. Έτσι τα σκολειά της πρώτης περιόδου ήσαν καθαυτό πολυμελείς οικογένειες. Και οι εκπατρισμένοι εκπαιδευτικοί, αν και πάμπολλοι, πέφτανε λίγοι. Δεν επαρκούσαν ούτε για τον τόσο αριθμό των παιδιών, ούτε για τις τόσες ανάγκες. Η δουλιά μέσα σ’ αυτές τις πολυμελείς οικογένειες ήταν βαρειά και πολύπλευρη.
 Από βιβλία δεν υπήρχε απολύτως τίποτε. Ούτε και τα στοιχειώδη υλικά. Η εκπαίδευση των παιδιών οργανώθηκε από το μηδέν και επί άλλων εντελώς βάσεων. Ο εκπαιδευτικός μηχανισμός λειτούργησε πάνω σε καινούργιες αρχές. Μα αν ήταν να ανατυπώσουμε τα αναγνωστικά λόγου χάρη της Ελλάδας, το πράμα θα ήτανε εύκολο και απλό. Μα αυτό δεν μπορούσε να γίνει με κανέναν τρόπο. Δεν μπορούσαν να μεταφερθούν εδώ ούτε οι παπαδίστικοι τύποι, η θρησκευτική εκμετάλλευση  και οι ποικίλες δεισιδαιμονίες…ούτε η εσκεμμένη αποσιώπηση των λαϊκών αγώνων κατά των ανθρωποφάγων χιτλερικών, ούτε η προβολή του «αμερικάνικου ενδιαφέροντος» (…)
Και πού ήσαν οι ελληνικοί γεωργικοί χάρτες, πού οι γεωγραφίες, πού οι γραμματικές, τα εξωσχολικά βιβλία, το νηπιακό υλικό, τα παιδικά περιοδικά, οι παιδικές εκπομπές για τα ράδια, λείπανε τα υλικά της χειροτεχνίας για τόσο μεγάλο αριθμό παιδιών: καρτόνια, χρώματα, εταμίν, ψαλίδια, κόλλες, χάντρες…Και οι ίδιες οι χώρες που μας φιλοξενούσαν δεν είχαν ακόμη αποκτήσει επάρκεια για τις δικές τους ανάγκες. Του πολέμου οι πληγές δεν είχαν επουλωθεί(…)
Έπρεπε λοιπόν να συντάξουμε βιβλία από την αρχή. Αλλά μήπως και η εξεύρεση προοδευτικών κειμένων των καλών συγγραφέων μας ήταν εύκολο έργο; Οι προοδευτικοί μας συγγραφείς, και οι επιστήμονες και οι ιστορικοί αντιμετώπιζαν ανέκαθεν την μήνι του κράτους. Στη χώρα μας επιπλέουν και στον πνευματικό τομέα οι συντηρητικοί, οι αντιδραστικοί, οι κάθε φορά φίλοι των κρατούντων…αυτοί προβάλλονται, υποστηρίζονται, βραβεύονται, εκδίδονται…Τους προοδευτικούς συγγραφείς δεν θα τους βρεις ούτε στα κρατικά αναγνωστικά ούτε στα κρατικά «Νεοελληνικά Αναγνώσματα»…μα ούτε και στις εγκυκλοπαίδειες, τις ανθολογίες, ακόμη και στις Ιστορίες της λογοτεχνίας , ή δεν υπάρχουν καθόλου ή αναγράφονται με σύντομα σημειώματα(..)
Τι να πρωτοκάμεις κι από πού ν’ αρχίσεις…Όμως όλα γίνανε και γίνανε καλά, γιατί όλους μάς θέρμαινε η αγάπη. Σήμερα, 13 Ιούνη του 1962, εύκολο είναι να αραδιάσεις μπροστά σου τις εκδόσεις και να τις καταγράψεις(…)
Γιατί πολύς θόρυβος γίνηκε και κακοήθης συκοφαντικός σάλος σηκώθηκε γύρω από τον εκπατρισμό μας. Και κυρίως γύρω από τα εκπατρισμένα παιδιά. Αποβλέπαμε , λέει, στον εκσλαυϊσμό τους…Η αλήθεια είναι πως μοχθήσαμε υπεράνθρωπα για να τα κρατήσουμε πιστά στις παραδόσεις μας, στην ιστορία μας, στη γλώσσα. Και το καταφέραμε. Δυστυχώς το επίσημο κράτος δε φέρθηκε σαν κι εμάς. Αδιαφόρησε. Δεν επέτρεψε , κι μέχρι σήμερο, τον επαναπατρισμό τους, με αποτέλεσμα  να βρίσκουνται χιλιάδες ελληνικός πληθυσμός  για πάντα χαμένος για την πατρίδα (…)
Όπως φανερώνει ο όγκος των βιβλίων, για τη σύνταξη  τους, την επιμέλεια, τη θεώρηση εργάστηκαν εντατικά ένας αριθμός εκπαιδευτικών, που, ανάλαβαν το βαρύ αυτό έργο με ευσυνειδησία και αγάπη. Όλους τους θέρμαινε η συναίσθηση του χρέους, που είχαν απέναντι σ’ ένα μεγάλο αριθμό κατατρεγμένων και εκπατρισμένων ελληνόπουλων, να τα εφοδιάσουν με το απαραίτητο διδακτικό υλικό. Και εργάστηκαν για τα βιβλία αυτά και ανταποκρίθηκαν στο ακέραιο, μέσα στα πλαίσια της καθημερινής δουλιάς τους, χωρίς φυσικά ιδιαίτερη αμοιβή και εντελώς ανώνυμα(…)
Μορφώθηκαν οι χιλιάδες τα παιδιά κείνης της πρώτης εσοδείας. Οι φοβερές δυσκολίες του πρώτου καιρού ξεπεράστηκαν : Να’ ναι ένας μεγάλος αριθμός παιδιών με λογιών λογιών αρρώστιες…Η χειρότερη τα τραχώματα…Πολλά προφυματικά. Πολλά με ρευματισμούς και καρδιοπάθειες…Οι προσπάθειες στρέφονταν  προς πολλές κατευθύνσεις. Να μην ξέρουν την γλώσσα της χώρας και να πρέπει να φοιτήσουν σε ανώτερες σχολές…Να υπάρχουν νεολαίοι 14 και 16 και 18 χρονώ!  Να μην μπορούν να δουλέψουν μήτε στα εργοστάσια, γιατί δεν ήξεραν γράμματα…Ιδιαίτερα ολωσδιόλου μέτρα πάρθηκαν γι’ αυτούς τους μεγάλους. Για να μπορέσουν να πηδήξουν τις τάξεις…Σήμερο και το έργο της εκπαίδευσης τραβάει απρόσκοπτα το δρόμο του. Δυσκολίες δεν αντιμετωπίζει. Φτάνει να’ χουν όρεξη τα παιδιά, και στο χέρι τους είναι να γίνουν ό,τι θέλουν. Και γίνονται. Ούτε ξέρω πόσους έχομε βγάλει καθηγητές σε ινστιτούτα. Διευθυντές βιβλιοθηκών. Χημικούς, γεωπόνους, γιατρούς, μηχανικούς, ερευνητές σε επιστημονικά κέντρα(…)
Ανέβαινε η στάθμη των παιδιών, ανέβαινε και των δασκάλων. Έπαψαν να’ ναι τα δασκαλάκια των επαρχιών, να σου λένε τον Θεοτοκά Θεοτοκόπουλο, και τι είναι η Μυρτιώτισσα, κι αν ζει… Ξεσκόλισαν τα τελευταία παιδαγωγικά συστήματα. Τη λειτουργία των μαθητικών οργανώσεων. Τη γλώσσα της χώρας και πολλοί, κοντά σ’ αυτή τη γλώσσα, μάθανε και τα ρούσικα. Πήγανε στην όπερα και στο θέατρο. Στο μπαλέτο και στη συμφωνική…Τα παιδιά τους σήμερο καλλιεργούν στις ειδικές σχολές τα ταλέντα τους…Σου συζητούν και σου κρίνουν την ποιότητα των έργων του Σολόχωφ και του Κότσετοφ…Σου λένε με τον πιο φυσικό τρόπο…ναι, ανήκω στο λογοτεχνικό κύκλο…ή στον κύκλο της σύνταξης των αναγνωστικών…Όπως ζητά το πεινασμένο στομάχι το φαΐ, ζητά και το πεινασμένο μυαλό. Ταΐζεις το κορμί, θρέφεται και αποδίδει. Ταΐζεις και το μυαλό; Αποδίδει και κείνο(…)
Πέρασαν οι παραπάνω τα σύνορα, γιατί το μπόρεσαν. Τους βόλευε το γειτόνεμά τους με τις σοσιαλιστικές χώρες. Οι χιλιάδες που κλείστηκαν στην Πλαστηρική, στην Παπαγική, στην Καραμανλική παγάνα τράβηξαν, κι ακόμη τραβούν, τα πάθη του ήλιου και του λιναριού…Πείνασαν, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν, και το χειρότερο εξευτελίστηκαν…»

alexiou2 
Τα αποσπάσματα περιέχονται στο δεύτερο τόμο του βιβλίου της Έλλης Αλεξίου Βασιλική Δρυς, Το χρονικό της Εκπαίδευσης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1983

Πέμπτη, 21 Μαΐου 2015

Της Αναλήψεως...



Η μάνα μου , την ημέρα της Αναλήψεως , μας έδινε την άδεια να κάνουμε το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα. Τότε ζεσταίνονταν τα νερά, έλεγε. Πρωί – πρωί πήγαινε στη θάλασσα αμίλητη. Έπαιρνε νερό από τα σαράντα κύματα και έπιανε τη μαλλιαρή, μια πέτρα με  φύκια. Γύριζε στο σπίτι πάλι αμίλητη. Έβαζε το θαλασσινό νερό και τη μαλλιαρή στα εικονίσματα μέχρι την επόμενη χρονιά. Το καλοκαίρι άρχιζε!

Η θάλασσα ήταν πολύ κοντά. Παρέες – παρέες παιδιών, κατεβαίναμε με τα πόδια. Γέλια και χαρούμενες φωνές. Δεξιά και αριστερά του δρόμου  χωράφια. Αλλού ελιές, αλλού αμπέλια κατάφορτα σαββατιανό και αλλού φυστικιές με κρεμασμένα τα κλαδιά από το βάρος του μικρού τους καρπού. Πού και πού ξεχώριζες περιβόλια και μποστάνια γεμάτα ζαρζαβατικά. Μπροστά μας το παγοποιείο. Κάθε πρωί ο παγοπώλης πέταγε μια κολώνα πάγο σε κάθε αυλή, για το ψυγείο. Η μάνα μου αρωμάτιζε το νερό με δυο σταγόνες ούζο.

 Τα τζιτζίκια σκασμένα από τη ζέστη τραγουδούσαν εκκωφαντικά. Στις όχθες οι λυγαριές  λικνίζοντας τα κλαδιά τους μαρτυρούσαν το μυστικό της αγάπης

όποιος λυγαριά δεν πιάσει

την αγάπη του θα χάσει

και όποιος δεν τη μυριστεί

θα την αποχωριστεί!!!!!!

Λίγο πιο κάτω άσπρα βουνά με αλάτι. Εργάτες μέσα στον ήλιο και αλισάχνη στα αυλάκια, στις γούρνες , παντού.

Η θάλασσα , μεγάλη λαδένια πλάκα,  προβάλλει μπροστά μας. Ασημένια άμμος και καταγάλανο καθαρό νερό. Στραφταλισμοί στο πρωινό φως  και απαλοί κυματισμοί ρυτιδώνουν  ελαφρά την επιφάνειά της διαθλώμενοι σε χρυσαφιές λωρίδες στο βυθό.

Πετάμε τα καπέλα , τα μπλουζάκια και τις σαγιονάρες. Χοροπηδάμε πάνω στην καυτή άμμο που τσουρουφλίζει τα τρυφερά πέλματα μας και ορμάμε στο δροσερό νερό. Ο ένας πετάει νερό στον άλλο, παιγνίδια, βουτιές και απλωτές. Ποιος θα φτάσει μακρύτερα; 

Μάθαμε να κολυμπάμε τσαλαβουτώντας στο νερό . Ο ένας  μάθαινε τον άλλο να επιπλέει και να κολυμπάει.

- Κούνα τα χέρια σου, τα πόδια σου , άφησε το σώμα σου ελεύθερο! Πω πω πόσο γρήγορα μαθαίνεις! Κολύμπα μέχρι τα «μαύρα» και μετά μέχρι το φάρο. Εκεί κάτω τον βλέπεις;

Στο βάθος του ορίζοντα το πλοίο της γραμμής  νομίζεις ότι θα αγγίξει τα βουνά του νησιού που αχνοφαίνεται.

Στην αμμουδιά οι γιαγιάδες με κομπινεζόν, πάντα, μπαίνουν ολόκληρες μέσα στην άμμο . Αμμοθεραπεία.

Σε μια τσαντούλα μυρωδάτες κοντούλες και ροδάκινα  έτοιμα για κατανάλωση από την πιτσιρικαρία. Γλυκειά γεύση ανακατεμένη με αλμυρό νερό.

Με τα χρόνια μεγάλωσε η παρέα , μεγαλώσαμε και εμείς. Νέα πρόσωπα έρχονται να αλλάξουν την εικόνα, να φέρουν το διαφορετικό. Παραθεριστές από την πόλη. Νοικιάζουν δωμάτια σε αυλές και μένουν όλο το καλοκαίρι. Συνήθως γυναίκες και παιδιά . Οι άνδρες τους έρχονταν τα Σαββατοκύριακα.

 Καινούριοι φίλοι, καινούριες παρέες , οι πρώτοι έρωτες. Συναντήσεις στη θάλασσα και κρυφές συνεννοήσεις. Τα ήθη αυστηρά. Τι θα πουν στο χωριό αν σε δουν να μιλάς με τους καινούριους;

Η θάλασσα όμως ήταν ο σύνδεσμος και το μέσο. Όλοι μαζί  μέσα της κολυμπούσαμε και μέσα στο παιγνίδι και στις φωνές, ξεχώριζαν  οι ερωτευμένοι . Ένα άγγιγμα, μια κουβέντα , ένα βλέμμα αρκούσε για το επόμενο βήμα, το ραντεβού.

Ξαπλωμένοι με τις ώρες στον ήλιο άναβαν οι συζητήσεις, οι αναλύσεις και οι καβγάδες. Τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης συμπορεύτηκαν με την εφηβεία μας και την έντονη πολιτικοποίηση. Οι πρώτες αμφισβητήσεις όσων μέχρι τότε ξέραμε. Οι πολιτικές νεολαίες, το πάθος, τα όνειρα, το όραμα να είμαστε και εμείς ανάμεσα σε εκείνους που θα φτιάξουν τον κόσμο καλύτερο. Οι νέοι από την πόλη έφερναν καινούριες ιδέες και πρωτόγνωρα μουσικά ακούσματα και διαβάσματα. Οι αρχές του διαλεκτικού υλισμού  και του μαρξισμού ταρακουνούσαν  τα τελματώδη νερά των νεανικών μας συνειδήσεων. Οι επαναστατικές ιδέες ξεσήκωναν  θύελλες στο νου. Τι έχει ακούσει αυτή η θάλασσα.!

Σιγά σιγά οι ώρες της  θάλασσας  μειώθηκαν και αυξήθηκαν εκείνες της αμμουδιάς. Οι παρέες μεγάλωναν. Άλλοι μιλούσαν, άλλοι άκουγαν και άλλοι διαφωνούσαν έντονα. Όμως έτσι , εκεί δίπλα στο  κύμα, άρχισε η μεταμόρφωση, η διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης...



...Μετά από πολλά χρόνια ακολουθώ την ίδια διαδρομή. Κατεβαίνω στη θάλασσα περπατώντας. Τίποτε δεν είναι ίδιο. Όλα άλλαξαν. Δεν υπάρχουν κήποι, δέντρα, αμπέλια και ελιές. Οικοδομές διώροφες , τριώροφες  κυκλώνουν ασφυκτικά το τοπίο. Αυθαίρετα κτίσματα και τσιμέντο. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα και δρόμοι επικίνδυνοι. Παντού σκουπίδια, μπουκάλια πλαστικά, γυάλινα, χαρτιά, σακούλες. Βρωμάει ο τόπος.

Το παγοποιείο ερείπιο , έτοιμο να καταρρεύσει. Στη θέση των αλυκών μια τεράστια έκταση χάσκει χρόνια τώρα σαν ένας μεγάλος ηφαιστειακός κρατήρας . Σύμβολο τυχοδιωκτικών πολιτικών  και κακοδιαχείρισης της δημόσιας περιουσίας.

Η παραλιακή γεμάτη πολυκατοικίες και μερικά ξενοδοχεία.

Η θάλασσα αντέχει ακόμα την επέλαση των ανθρώπων της πόλης που κουβαλούν μαζί τους  τη μιζέρια τους. Έρχονται  με λεωφορεία και Ι.Χ και αφού περάσουν αραχτοί τη μέρα σε μια ξαπλώστρα  με φραπέ, φρέντο και τσιγάρο ακούγοντας κάτι  εκκωφαντικό που μοιάζει με μουσική φεύγουν αφήνοντας πίσω τους  συντρίμμια, σακούλες, πλαστικά ποτήρια, αλουμινόχαρτα, πάνες και αποτσίγαρα .

Η θάλασσα των παιδικών μου χρόνων έγινε βορά στα στόματα αχόρταγων μικροαστών και νεόπλουτων. Τώρα πια δεν υπάρχουν παραθεριστές. Υπάρχουν δραπέτες από τις φυλακές των μεγάλων αστικών κέντρων  που  στερημένοι χρόνια την ελευθερία τους μέσα σε στενόχωρα διαμερίσματα και ανυπόφορες τσιμεντουπόλεις ξεσπούν με μανία στο υδάτινο κορμί της προσπαθώντας  να ξεπλύνουν  τα βρώμικα σημάδια ενός τρόπου ζωής που μαρτυράει την χρόνια  φθορά   και την  αλλοτρίωσή τους.

* Της Αναλήψεως σήμερα και η ανάρτηση  αφιερωμένη στη μνήμη της μάνας μου.

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos
 

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος , συγγραφέας πολυαγαπημένος, έφυγε από τη ζωή στις 19 Μαΐου του 2008. Το έργο του πολύ μεγάλο και πλούσιο σε περιεχόμενο και αφηγηματικές τεχνικές. Η προσφορά του ανεκτίμητη. Άνθρωπος σεμνός , χαμηλών τόνων, μαχητής μέχρι το τέλος.

Επτά χρόνια μετά το θάνατό του δύσκολα μπορεί να βρει κάποιος τα βιβλία του. Οι εκδόσεις είναι εξαντλημένες και με επίμονη αναζήτηση  μπορεί να βρεθεί κάποιο βιβλίο στα παλαιοβιβλιοπωλεία ή ξεχασμένο στο ράφι κάποιου μικρού βιβλιοπωλείου. Το γεγονός αυτό προκαλεί ερωτηματικά και προβληματισμούς σχετικά με την πολιτική των εκδοτικών οίκων και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την επανέκδοση του έργου ενός τόσο σημαντικού πνευματικού ανθρώπου.

unnamed3
Η Σόνια Ιλίνσκαγια, σύντροφός του στη ζωή, το Νοέμβρη του 2009 είχε την επιμέλεια σχετικού αφιερώματος στο περιοδικό Διαβάζω με τίτλο « Μήτσος Αλεξανδρόπουλος . Τα αρματωμένα χρόνια και τα χρόνια της περίσκεψης». Ανάμεσα στα πολύ ενδιαφέροντα άρθρα ξεχωρίζω εκείνο της ίδιας, το οποίο με αφορμή τα δύο τελευταία, πριν το θάνατό του, βιβλία καταγράφει στιγμές από τη δουλειά του Αλεξανδρόπουλου λίγο καιρό πριν πεθάνει. Ο καθένας μπορεί να καταλάβει την ψυχική αντοχή αυτού του ανθρώπου, την εργατικότητα και το πείσμα να ολοκληρώσει το έργο του αν και ένιωθε ότι οι σωματικές του δυνάμεις εξαντλούνταν και το τέλος πλησίαζε.

unnamed2
Γράφει η Σόνια Ιλίνσκαγια:

Το  βιβλίο Όσιπ Μαντελστάμ. Στην Πετρούπολη θα σμίξουμε πάλι…ήταν το τελευταίο που έφυγε για έκδοση από τα χέρια του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Καταπιάστηκε μ’ αυτό μόλις τελείωσε η εξαντλητική συγγραφή του Τολστόι (2007). Η «τελευταία γραφή» της εισαγωγής έχει τη χρονολογία Μάιος – Ιούνιος 2007. Αρχικά σχεδιάστηκε ένα σύντομο σημείωμα με κάποιες εξηγήσεις για τη δουλειά του πάνω στους στίχους του Μαντελστάμ, αλλά, όπως γράφει, του βγήκε ένα «πλακόστρωτο» των 69 σελίδων, ένα δοκίμιο για τον ίδιο τον ποιητή, τη «διασπορά του στα χρόνια που έζησε».

«Τον ποιητή Όσιπ Μαντελστάμ πολλοί από τους σύγχρονους του τον είχαν για ανάποδο άνθρωπο, τον συνόδευε αυτή η φήμη. Με τον τρόπο του την συνδαύλιζε  κι ο ίδιος. Πολύ λίγοι από τους γνωστούς του ξέρανε τα καλά και τα πρόσχαρα τα δικά του. Το ίδιο συμβαίνει και με τους στίχους του` η επικοινωνία είναι δύσκολη. Πρέπει να τον προσέξεις, να σκεφτείς τις λέξεις του` λακωνικότητα σ’ αυτόν τον ποιητή, τελείως σπαρτιάτικη. Από την πρώτη επαφή τον αισθάνεσαι να σου εναντιώνεται, σου βγάζει μπροστά εμπόδια. Με αυτά και σε τραβάει. Σαν να έχασες κάτι δικό σου και ψάχνεις να το βρεις».

Απ’ αυτήν κυρίως την οπτική γωνία εξετάζεται στο δοκίμιο του Αλεξανδρόπουλου η « διασπορά» του Μαντελστάμ «στα χρόνια που έζησε»: από τις κορυφαίες επιτυχίες του στα μυθικά πλέον χρόνια του Αργυρού Αιώνα της ρωσικής ποίησης μέχρι την τραγική κατάληξη στο στρατόπεδο του Βλαντιβοστόκ. Η έμφαση δίνεται στην ποίηση , αλλά και η εικόνα της εποχής με τις δραματικές αντιφάσεις της διαγράφεται ανάγλυφα. Όπως και της προσωπικότητας του Μαντελστάμ: « Ήταν από τους ανθρώπους που ενώ απόξω μπορούν να φαίνονται χίλια κομμάτια, μέσα διατηρούν προσανατολισμό ζωής και προσωπικό χαρακτήρα που δεν αλλάζουν με τίποτα. Μεγάλη αρετή, όταν διαθέτεις και ισχυρή και ηθική βάση. Αν κανείς διαβάσει προσεκτικά κι επικοινωνήσει με τα ποιήματά του, θα διαγνώσει, παρ’ όλα τα θρυλούμενα γύρω από τη ζωή του και τα φερσίματά του, έναν από τους πιο ακέραιους χαρακτήρες σε μια εποχή των πιο μεγάλων χαλασμών μέσα στον άνθρωπο και γύρω του».

Η τελική συγκρότηση του τόμου συνέπεσε με τους φοβερούς καύσωνες και τις φρικτές πυρκαγιές στην αγαπημένη του Μήτσου Ηλεία. Δεν αισθανόταν καλά, αλλά από αρρώστιες και πόνο είχε μεγάλες εμπειρίες, έδειχνε πως δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία. Το Σεπτέμβρη παραδώσαμε τον Μαντελστάμ στα «Ελληνικά Γράμματα», πήγαμε σ’ ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο να πάρουμε μια ανάσα, δεν είχε όμως όρεξη και δυνάμεις ούτε για τους περιπάτους που λάτρευε. Γυρίσαμε στην Αθήνα: εξετάσεις, εισαγωγή στο νοσοκομείο, δύο απανωτές εγχειρήσεις. Όταν βγήκε στις αρχές του Δεκέμβρη, η κατάστασή του δεν άφηνε ελπίδες. Είχε στη διάθεση του λίγους μήνες.  Το Φεβρουάριο διόρθωσε τα δοκίμια, το Μάρτιο πρόλαβε να κρατήσει στα χέρια του το βιβλίο. Την τελευταία μέρα του Μαρτίου το μετάλλιο Πούσκιν που του απονεμήθηκε το παρέλαβα εγώ και παρέδωσα στον Πρεσβευτή της Ρωσίας το φρεσκοτυπωμένο Μαντελστάμ. Ξαναμπήκε στο νοσοκομείο στις 9 Απριλίου, έφυγε στις 19 Μαΐου 2008. Ο τελευταίος του χρόνος ήταν δοσμένος σχεδόν αποκλειστικά στον Μαντελστάμ.

Γράφει στην εισαγωγή πως « τα περισσότερα ποιήματα που περιέχονται στην έκδοση» είχε μεταφράσει « κατά περιόδους, σε αρκετά μεγάλη χρονική διάρκεια». Η πρώτη μετάφραση έγινε στα τέλη της δεκαετίας του 1950, όταν ήταν ακόμα φοιτητής του Λογοτεχνικού Ινστιτούτου της Μόσχας και μέναμε στη φοιτητική λέσχη. Μας έφεραν μερικά φύλλα του Σαμιζδάτ με ποιήματα του απαγορευμένου τότε Μαντελστάμ. Τον συγκλόνισε εκείνο με την αφιέρωση στην Αχμάτοβα (1931)!

Φύλαγε παντοτινά το λόγο μου
για την καπνίλα του και την
κακή του τύχη,
για το ρετσίνι της συντροφικής
υπομονής, την ταπεινοφροσύνη
στην πίσσα του κατέργου…


 Σχολιάζοντας αυτή τη μετάφραση στην υποσημείωση της εισαγωγής, ο Αλεξανδρόπουλος έγραφε: «… είναι το πρώτο ποίημά του που μετέφρασα προς τα τέλη της δεκαετίας του 1950` άρχιζε για μένα, χρόνια αποκομμένον από τη ζωντανή ροή της ελληνικής, μια πολυεπίπεδη προσπάθεια να κρατήσω ζωντανό τον εργατικό δεσμό μου με τη γλώσσα` οι στίχοι του Μαντελστάμ, όπως και του Μαγιακόφσκι, ήταν – με τις δυσκολίες τους – από τις ισχυρότερες προκλήσεις».
Μερικά ποιήματα μεταφράστηκαν εκείνο το τελευταίο καλοκαίρι. Τελικά συμπορεύτηκε με τον Μαντελστάμ για μισό περίπου αιώνα.
 
Από το Γενάρη η υγεία του επιδεινώθηκε ραγδαία και, όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις, προσπάθησε επίμονα να τακτοποιήσει όσα ήθελε να παραδώσει για έκδοση. Πρωτίστως τον απασχολούσε η έκδοση των διηγημάτων του Τσέχοφ που μετέφραζε από καιρό. Του Τσέχοφ τού είχε μία τελείως ιδιαίτερη αδυναμία. Είχε γράψει εκτενώς για την ξεχωριστή θέση του στα ρωσικά γράμματα στο μεταίχμιο της παλιάς και της νέας εποχής, για τη γραφή του, τόσο ανεπιτήδευτη και τόσο μοντέρνα που επηρέασε αποφασιστικά την πεζογραφία του 20ου αιώνα, για τους οικουμενικά αναγνωρίσιμους ήρωές του. Μα πιο πολύ είχε μιλήσει για τον άνθρωπο Τσέχοφ, τη μορφή του:

« Έχουμε στη γλώσσα μας μια έκφραση: ‘ το πρόσωπο του ανθρώπου είναι σπαθί’, με την έννοια ότι το πρόσωπο κάθε ανθρώπου καθρεφτίζει την αλήθεια γι’ αυτόν τον άνθρωπο, την αξία του. Και το πρόσωπο του Τσέχοφ, ένα και μοναδικό στον κόσμο, είναι από τους πιο καθαρούς καθρέφτες ψυχής, από όσους τουλάχιστον έχουν υποπέσει στη δική μου πείρα ζωής.»

Αυτή τη σκέψη που είχε καταθέσει το 1989, την αναπτύσσει πιο αναλυτικά και διεισδυτικά, αλλά το ίδιο συγκινημένα, προλογίζοντας την έκδοση των διηγημάτων του Τσέχοφ που μόλις κυκλοφόρησε: « Σε όλα του ο Τσέχοφ είναι όπως τον βλέπουμε στις φωτογραφίες πίσω από τα γυαλάκια του, σύμπτωση ανεπανάληπτη ανθρώπινης κατανόησης, έτοιμης να σε πλησιάσει, αφού όμως σταθεί λίγο πιο εκεί να σε δει καλύτερα, έκφραση αναμφισβήτητα φιλική, όσο και συγκρατημένη, εξεταστική, μα δίχως άλλο καλοπροαίρετη, συμπονετική – πολλά μπορεί να δείχνει αυτό το βλέμμα, πολλά να βλέπει, δεσπόζει όμως η δοκιμασμένη γνώση πως όλα, καλά και μη, είναι αναμενόμενα, όλα δικά μας.»

unnamed4
Το 1989 είχε σχολιάσει και τον τίτλο της βιογραφικής μυθιστορίας του Περισσότερη ελευθερία. Ο Τσέχοφ (1981), τονίζοντας πως στο συνδυασμό «περισσότερη ελευθερία» και οι δύο λέξεις είναι «εξίσου απαραίτητες». Μεταξύ άλλων έγραφε: «…είναι και η ελευθερία μια σχέση σε διαρκή ανάπτυξη, ανθρώπινη δίψα και ανάγκη , ένα αίτημα, χωρίς το οποίο και αυτή η ζωή δεν έχει νόημα, το χάνει μες στην υποταγή και στις χίλιων λογιών σκλαβιές». Ας θυμηθούμε και τον τίτλο του βιβλίου του για τον Πούσκιν: Άλλη, καλύτερη, ζητώ ελευθερία (2004).

Τον πρόλογο για τα διηγήματα του Τσέχοφ τον έγραψε το Γενάρη και ακολούθως  επιθεώρησε τις μεταφράσεις του. Υπήρχαν στον υπολογιστή του, τις εκτυπώσαμε, είχε δώσει ήδη την τελική τους διάταξη, έκανε όσες τελευταίες διορθώσεις πρόλαβε. Ωστόσο, πριν παραδοθούν μετά στον εκδοτικό, ήθελαν μία ιδιαίτερη φροντίδα, την οποία ανέλαβε η κόρη μας, Όλγα Αλεξανδροπούλου. Όσα προβλήματα προέκυπταν , τα συζητούσαμε και τα λύναμε. Εκφράζουμε τις θερμές ευχαριστίες μας στην Ελένη Κεχαγιόγλου, που ανέλαβε την εκδοτική επιμέλεια των κειμένων αυτών και την ολοκλήρωσε με ευαισθησία στην τσεχοφική γραφή, όπως την απέδωσε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος.

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 501 / Νοέμβριος 2009.

unnamed5

Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Μια πρόσφατη ιστορία

Έγιναν τόσες γνωματεύσεις των γιατρών, έστειλε και η ομάδα πολλές διαμαρτυρίες και ήρθε επιτέλους η άδεια από την Αθήνα. Τότε μάζεψε κι εκείνος ό,τι είχε να πάρει και με το πρώτο καράβι έφυγε. Βγήκε το πρωΐ - πρωΐ στον Πειραιά και σε δυό - τρεις ώρες άφινε πίσω και τον Ισθμό. Το τραίνο πήγαινε κάτω από τα βουνά, άκρη - άκρη της θάλασσας. Εκείνο το τοπίο το αγαπούσε πολύ. Αλλά τώρα ούτε γύρισε να το δει, έχουν χορτάσει τα μάτια του - τόσα χρόνια - κι από το βουνό κι από τη θάλασσα. Άφησε που οι σκέψεις είναι πιασμένες με τα δικά τους θέματα.
Από την αλληλογραφία με τη μητέρα ξέρει πως ο γέρος έχει πεθάνει. Και σκέφτεται τώρα πώς θα βρει την οικογένεια δίχως τον πατέρα` τα αδέρφια που έχουν μεγαλώσει, η μητέρα που χήρεψε, η Ήρα που παντρεύτηκε. Για το γάμο αυτό της μικρής αδερφής, που πήρε με έρωτα ένα φτωχαδάκι της γειτονιάς, του είχαν γράψει με πολλή δυσαρέσκεια εδώ και χρόνια. Αυτός έγραψε τότε και συγχάρηκε τη μικρούλα Ήρα. Κατόπιν συμβιβαστήκαν και οι γονείς, του στείλαν φωτογραφίες του γάμου και κάπου ένα - δύο χρόνια ύστερα, άλλη φωτογραφία με τον μπέμπη: το ανθρωπάκι ξαπλωμένο πάνω στο κρεβάτι, ξεδιάντροπο, όπως όλα τα νεογέννητα. Τώρα πρέπει να είναι τέσσερω - πέντε χρονών. Ο αδελφός ο Τάκης πήρε τη θέση του πατέρα και στο μαγαζί και στην οικογένεια, ο άλλος διορίστηκε κάπου δάσκαλος και τους ξέχασε. Η μητέρα γερνά.
Τα μάθαινε όλα διαβάζοντας τα γράμματα της μητέρας. Όσο γινόταν, σα μέλος και αυτός της οικογένειας, προσπαθούσε να μετέχει από μακρυά στις χαρές και στις λύπες. Με το θάνατο του πατέρα έγραψε ένα γράμμα μεγάλο και συμβουλευτικό, απαντούσε με προθυμία στα γράμματα της Ήρας και του καλού της, έγραψε και του Τάκη αρκετές φορές. Και έκανε  χωριστή προσπάθεια να είναι με τη μητέρα τρυφερός και αισιόδοξος. Να της κρύβει τα βάσανά του και να την παρηγορεί στο τέλος κάθε γράμματος με μια γρήγορη συνάντηση. Η συνάντηση αυτή έπρεπε σίγουρα να είναι οριστική και ευτυχισμένη. Δηλαδή, όπως συνήθως, τα έγραφε και δεν τα πίστευε. Διάβαζε, έγραφε, μα έξω από το θάνατο του πατέρα και τους καϋμούς της μητέρας του όλα τα άλλα έρχονταν και τον βρίσκαν χωρίς πολλή συγκίνηση - γεγονότα βέβαια με ενδιαφέρον, αλλά όσο νάναι μακρυνά και ξένα λιγάκι.
Ποτέ δεν μπόρεσε λογουχάρη, να το κάνει δικό του το αίσθημα ότι η Ήρα μεγάλωσε, ερωτεύτηκε και έγινε γυναίκα και μητέρα. Η Ήρα εννοούσε να μένει αυτή που ήταν πριν είκοσι πέντε χρόνια: η μικρή αδελφούλα, ένα στρουμπουλό μωρουδάκι όπως, καλή ώρα, ο μπέμπης της. Είναι αλήθεια ότι από τον καιρό της πρώτης σύλληψής του ως τώρα είχε μεσολαβήσει ένα μικρό διάστημα που βρέθηκε πάλι ελέυθερος. Τότε ζούσε ακόμη ο πατέρας , η μητέρα ήταν πιο νέα και γερή, η Ήρα δεσποινιδούλα, και τα δυο αδέρφια έφηβοι. Αυτό ήταν αρκετά χρόνια πριν, τον τελευταίο χρόνο του πολέμου, όταν δραπέτευσε από το νησί. Αλλά στο σπίτι έμεινε και τότε μετρημένο καιρό. Η δουλιά στις οργανώσεις τον κράτησε μακρυά. Κατόπιν τον συλλάβαν πάλι. Έτσι τα παιδιά έμειναν παιδιά όπως τα πρώτα - πρώτα χρόνια. Και η ΄Ηρα μωρό που όλοι το παιδεύαν με την αγάπη τους...
...Το τραίνο βγήκε κατά το απόγιομα στον κάμπο της Ηλείας, το φαρδύ και εύφορο κάμπο. Αυτός ήταν ο ίδιος όπως είκοσι πέντε χρόνια πίσω. Ήρεμος, ειρηνικός, και ως τώρα τον τυλίγαν τα χρυσά χρώματα που έστελνε γέρνοντας στη θάλασσα, πίσω από το βουνό της Κεφαλωνιάς, ο ήλιος. Η γνώριμη θέα του κάμπου κάλεσε άλλες μνήμες και γύρισε να ιδεί το παλιό βενετσιάνικο κάστρο και, κατά το μέρος της ανατολής, τα βουνά που με την ίδια σειρά σήκωναν ψηλά τις κορφές τους. Εκεί ανάμεσα στα βουνά αυτά και δυτικά ως τη θάλασσα, είναι όλος ο κόσμος όπου πέρασε μια φορά τα δεκαοχτώ πρώτα, τα ήσυχα χρόνια της ζωής του. Τα χρόνια με τις θερμές ως τα σήμερα αναμνήσεις, από το σπίτι και από τα σχολεία...Από τους καλούς φίλους...Από έναν τυραννικόν έρωτα...Από τα τόσα τέλος όνειρα της εφηβείας.
Στο σταθμό δεν τον περίμενε κανείς. Και κανείς δεν τον γνώρισε, ούτε κι εκείνος είδε εκεί κανένα γνωστό. Ήταν λιγοστοί άνθρωποι, που πήγαιναν δώθε - κείθε πιασμένοι με τις δουλιές τους και κανείς δεν έδειξε πως ενδιαφέρεται γι' αυτόν. Το κτίριο του σταθμού ήταν όπως το ήξερε: στενόμακρο, με το καφενεδάκι στη μιαν άκρη και το γέρικο μαδημένον φοίνικα στην αυλή του. Μπροστά στην αποθήκη των αποσκευών ήταν έτοιμα για φόρτωμα κάμποσα άδεια βαρέλια του πετρελαίου. Οι σιδηροδρομικοί έτρεχαν  από τα βαγόνια στα γραφεία, χειρονομούσαν και φώναζαν, και μια παρέα γυμνασιόπαιδα κυνηγιόταν απάνω στις γραμμές κι έκρυβαν τα τσιγάρα τους στις χούφτες.
Όλα ήταν τόσο γνώριμα.
Άφησε τη βαλίτζα καταγής και κοιτούσε - κοιτούσε με μιαν ελπίδα ότι θα παρουσιαζόταν όπου νάναι κανένας γνωστός που τον περίμενε.
Αλλά κανείς δεν παρουσιάστηκε, αφού κανένα δεν είχε ειδοποιήσει ότι ερχόταν.
Τέλος τον ζύγωσε δειλά κάποιος μικρός και ρώτησε αν θέλει να του πάει τη βαλίτζα στο ξενοδοχείο. Του είπε όχι και πήρε το δρόμο για το σπίτι.

Το σπίτι ήταν εκεί. Ρούπι δεν είχε κάνει από τον τόπο του. Έστεκε πίσω από το μπακάλικο του Λουκόπουλου, μακρυναρίκι, βαμμένο με το απαίσιο εκείνο γαλάζιο - πράσινο χρώμα, με τη λευκή κορδέλα κάτω από τα κεραμίδια. Το λιακοτό μπροστά, το σκέπαζε πάλι η αιώνια περγουλιά. Όλα ήταν όπως τότε και όμως σα να μην ήταν τα ίδια. Κάτι είχε λείψει, κάτι νέο είχε παρουσιαστεί και όλα σίγουρα είχαν μικρύνει. Η σκάλα μαζεύτηκε, το ταβάνι κατέβηκε αρκετά χαμηλά και η πόρτα με τα παράθυρα το ίδιο.
Η μητέρα - αυτή πια μίκρυνε που μίκρυνε! - τον έφερε στη μικρή " καμαρούλα " και τον εγκατέστησε εκεί. Είχε κάνει όλες τις ετοιμασίες, γιατί δεν ήξερε βέβαια πως θα ερχόταν ο Αντρέας σήμερα, αλλά όλους τους τελευταίους μήνες με την επιδείνωση  της αρρώστειας είχαν όλοι κινητοποιηθεί και περισσότερο, καθώς είναι φυσικό, απ' όλους η μητέρα να τον φέρουν. Τον καρτερούσε λοιπόν από μέρα σε μέρα να φανεί.
Παιδί μου βασανισμένο! έλεγε και ξανάλεγε η καψερούλα η γρηά και πήγαινε και ερχόταν μέσα στο σπίτι ταραγμένη, σκυφτή - σκυφτή, κλαμένη και χαρούμενη - όλα μαζύ. Παιδί μου ταλαιπωρημένο - και σχεδόν τίποτ' άλλο, όσο που έστειλε και φώναξαν την Ήρα, τον άντρα της, τον Τάκη, τους άλλους συγγενείς.
Το άλλο πρωί καλέσαν το γιατρό.

Ο γιατρός λεγόταν Μπέης. Συνομήλικος, παλιός συμμαθητής ως το τέλος του γυμνασίου και επιστήθιος τα χρόνια εκείνα φίλος. Είχε πάρει κι ο γιατρός με τον τρόπο του μέρος στις κινητοποιήσεις για την απόλυση " λόγω ανηκέστου βλάβης ", γράφοντας γράμματα σε κάτι αθηναίους δικούς του. Ενεργούσε από φιλικούς μόνο λόγους. Τις ιδέες του Αντρέα δεν τις συμπαθούσε - κάθε άλλο. Τον ίδιον όμως τον Αντρέα, καθώς τον γνώριζε από παλιά, τον θεωρούσε ι δ ε ο λ ό γ ο  και άξιο καλύτερης τύχης, πολύ καλύτερης τύχης. Μα δεν είναι τώρα να γίνει λόγος τι πίστευε ο γνωστός αυτός γιατρός, ο κύριος Μπέης, που τελείωσε το γυμνάσιο μαζύ με τον Αντρέα, αλλά είχε την πρόνοια και τράβηξε ίσα το δρόμο της αρετής, έγινε γιατρός, παντρεύτηκε και καλά και δικαίωσε το όνομά του. Όπως και νάχει το πράγμα είναι προς τιμή του γιατρού ότι πήρε ευσυνείδητα τον άρρωστο φίλο απάνω του και βάλθηκε να τον κάνει καλά. (απόσπασμα)


Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Μια πρόσφατη ιστορία, Διηγήματα, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις,  1962

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος έφυγε από τη ζωή στις 19 Μαΐου του 2008. 


Παρασκευή, 15 Μαΐου 2015

Δύσκολες Μέρες

Γράφει η ofisofi // atexnos

[Λένε πως τον παλιό καιρό ο πάτερ – Κοσμάς έκανε μια περιοδεία. Ήθελε να δει με τα ίδια του τα μάτια μήπως ο πιστός ξώκειλε απ’ το δρόμο του Θεού. Να ακούσει με τ’ αφτιά του αν η προσευχή του χριστιανού βγαίνει απ’ την καρδιά ή απ’ τα χείλη. Μαζί του, όπως πάντα, πήγαινε κι ο διάβολος. Και σ’ όλο το δρόμο τον πάλαιβε, όλο κι αλυχτούσε:
- Πάτερ – Κοσμά! πάτερ – Κοσμά! δος μου ένα κομμάτι γης για νάναι δικό μου.
Ο άγιος σούφρωνε τα φρύδια από παραξενιά, χάιδευε τα γένια του, τα τραβούσε λίγο από γινάτι κι απαντούσε:
- Όλη δική σου είναι!
- Δική μου και δική σου…Όλα δικά μας είναι. Αλλά…εγώ θέλω ένα κομμάτι καταδικό μου, να μην έχεις εσύ να κάνεις.
Πέρασαν βουνά και κάμπους, θάλασσες, ποτάμια και κάποτε ξεμπάρκαραν και σε τούτα τα μέρη. Ανέβηκαν σε μια ραχούλα. Ο άγιος άφησε τη ματιά του ήρεμη και χαϊδευτική να περπατήσει όλη την ορεινή περιοχή, απ’ το ένα ποτάμι ως το άλλο, κι απ’ το μικρό βουνό ως το μεγάλο. Οι ανθρώποι, μ’ όλο που είχαν μάθει τον ερχομό του αγίου, δε σήκωσαν κεφάλι απ’ το χώμα. Κι έσκυψε ο άγιος χαμηλά να του φέρει η γης του πιστού την προσευχή. Κι άκουσε κάτι σα βογγητό, κάτι σα θρήνο, κάτι σαν κατάρα πούβγαινε απ’ του πιστού τα στήθια καθώς παράδερνε στη μέγγενη του κόπου και του πόνου. Έσκυψε πιο χαμηλά, πιο καλά ν’ ακούσει. Κι άκουσε τα σπλάχνα της γης να βογγούν καθώς την έσφιγγε ο δουλευτής στα δυο του χέρια. Κι έκανε η ματιά του ένα γύρο από σπίτι σε σπίτι, από καλύβι σε καλύβι. Και δεν είδε τη λεχώνα που στράγγιξε, ξεράθηκε ο κόρφος της και δεν είχε γάλα να δόσει στο μωρό` δεν είδε το παιδάκι που χόρευε στο τζάκι απ’ τον πυρετό. Δεν είδε τη 17χρονη κοπέλα που χώθηκε στο λόγγο για να κρύψει τα κουρέλια της απ’ το διαβάτη` δεν είδε τη χτικιασμένη που έσκαβε, έφτυνε αίμα, βύζαινε και το παιδί` δεν είδε πως οι ζωντανοί δεν ξεχώριζαν απ’ τους πεθαμένους. Μα είδε πως δεν έκαιγαν καντήλια, και πως τα καντήλια δεν είχαν λάδι. Κι αναστέναξε ο άγιος. Κι ούτε ο διάβολος κατάλαβε  αν ήταν από λύπη ή από θυμό. Έκανε μια βόλτα η ματιά του ακόμα, χάιδεψε τον τόπο απαλά, μπορεί και τους ανθρώπους, σήκωσε το χέρι αργά, επιβλητικά και δείχνοντας όλο αυτό το καυκί, είπε:
- Πάρτο! δικό σου είναι.
Κι έτσι ο τόπος έγινε διαβολότοπος]

Σ’ αυτό το σκληρό τόπο, το διαβολότοπο,  η φτώχεια και η πείνα είναι η προέκτασή του.  Οι άνθρωποι δεν γελούν, δεν χαίρονται γιατί η αγωνία για την επιβίωση τούς «κόβει και συντρίβει τα φτερά και την ορμή». Όλη τους η ζωή μέσα στη δυστυχία, στον καημό και στον πόνο.

Και σα δεν έφτανε τόση φτώχεια, ήρθαν ακόμη πιο δύσκολες μέρες με τον πόλεμο και τους κατακτητές να φέρνουν μαζί τους  και τη σκλαβιά. «Πείνα και σκλαβιά. Και φούντωνε η πείνα και κάλπαζε ο χάροντας πάνω σε βαρβάτο άλογο και ταχύτερα  απ’ την πείνα και το χάρο έτρεχε ο τρόμος και η αγωνία».

Οι άνθρωποι αγρίεψαν και τα ένστικτα φανερώθηκαν όσο και αν προσπαθούσαν να τα υποτάξουν. Κλέφτες, ληστές, μαυραγορίτες και προδότες  σέρνονταν εδώ και εκεί και μεγάλωνε η πείνα και ο φόβος.

«Κι εκεί που η νύχτα έγινε θεοσκότεινη, γιατί ο ουρανός έμεινε χωρίς αστέρια και φεγγάρι, και κει που νόμιζες πως έσβησε μες στη στάχτη η σπίθα, τ’ αγέρι έφερε μια λέξη με τρία γράμματα: ΕΑΜ. Στην αρχή το κουτσομπόλεψαν στις ρούγες οι γριούλες, βάζοντας η μια στην άλλη να πάρει όρκο πως δε θα το πει παρέκει, έπειτα το είπαν στις εκκλησιές κρυφά – κρυφά, κατόπι στους μύλους και στα καφενεία, ώσπου το βροντολάλησαν τα χωνιά και τα τραγούδια απ’ όλες τις κορφές. Ζωντάνεψε η ελπίδα, πούλεγες πως έσβησε. Και σαν ακούστηκε η πρώτη τουφεκιά και δευτέρωσε και τρίτωσε…ε! τότε έγινε πυρκαγιά και πυρπόλησε τις ψυχές του κόσμου.»

Οι καρδιές φτερούγιζαν χαρούμενα στην ελπίδα της νέας μέρας, του ερχομού του καινούριου κόσμου «της δουλιάς και της αγάπης».

Όμως ο ήλιος δεν πρόλαβε να ανατείλει «Κι άξαφνα άστραψε, συννέφιασε, μαύρισε η ανατολή, έγινε ο ουρανός μολύβι και χάθηκεν ο ήλιος προτού  να βγει. Μαρμάρωσε ο κόσμος` πάγωσε το χαμόγελο στ’ αχείλη των παιδιών` κρουστάλλιασαν τα δάκρυα καθώς κυλούσαν στα μαραγκιασμένα μάγουλα των γέρων` έμειναν ασάλευτα τα μπράτσα των νέων. Και δεν το χωρούσε ο νους ούτε η καρδιά. Και δεν μπορούσαν τ’ αχείλη να προφέρουν μια μονάχα φράση: « Ν ά ν α ι  α λ ή θ ε ι α;!».

«Δύσκολες Μέρες» τιτλοφορείται το μυθιστόρημα του Κώστα Μπόση που εκδόθηκε το 1956 στη Ρουμανία από τις Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις. Ακυκλοφόρητο στην Ελλάδα και σπάνιο βιβλίο. Τύχη αγαθή οδήγησε ένα αντίτυπό του από εκείνα τα πρώτα του 1956 στα χέρια μου.

Πρόκειται για τον α’ τόμο .

Ο Κώστας Μπόσης, δάσκαλος από το χωριό Χώσεψη (Κυψέλη) της Άρτας, μέλος του ΚΚΕ από νεαρή ηλικία, εξόριστος στον Αη – Στράτη, Ελασίτης, μαχητής του ΔΣΕ και στη συνέχεια πολιτικός πρόσφυγας, αποδίδει με μεγάλη ρεαλιστικότητα, ζωντάνια και αφηγηματική δεινότητα τις μέρες που ακολούθησαν την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας μέχρι και την πρώτη εποχή της οργάνωσης του δεύτερου αντάρτικου.

Αφηγείται την εποχή της τρομοκρατίας  κυρίως στην ύπαιθρο και  στα ορεινά χωριά αλλά  και τη δράση των ληστοσυμμοριών εναντίον των εαμιτών, των μελών του ΚΚΕ και όσων τους υποστήριζαν ή τους  βοηθούσαν.

Ζωντανεύει το κλίμα μιας τραγικής εποχής όπου το ΕΑΜ και το ΚΚΕ είναι τυπικά νόμιμα, αλλά διώκονται με κάθε τρόπο όσοι συμμετείχαν και ανέπτυξαν δράση μέσα από τις γραμμές τους. Η ατμόσφαιρα είναι ζοφερή. Το ξύλο, οι επιδρομές σε σπίτια, γραφεία και χωριά καθώς και οι δολοφονικές απόπειρες εντάσσονται στην καθημερινότητα των αριστερών και των κομμουνιστών. Οι συλλήψεις, οι φυλακίσεις και τα βασανιστήρια από τους ληστοσυμμορίτες και τους εθνοφύλακες εντείνονται σε συνδυασμό με τις προβοκάτσιες και τις στημένες δίκες που έχουν στόχο να αποδεκατίσουν το κίνημα και να εξουδετερώσουν κάθε μορφή αντίδρασης προκειμένου οι διάφοροι παράγοντες να δείξουν  ότι υπάρχει κράτος και η περίοδος της αναρχίας τελείωσε. Παράλληλα παρουσιάζει την ταυτότητα αυτού του κράτους, πίσω από το οποίο δραστηριοποιούνται πρώτα οι Βρετανοί και μετά οι Αμερικάνοι. Σε πρώτο πλάνο οι συνεργάτες τους, διάφοροι παράγοντες, που έχουν ήδη αρχίζει το μεγάλο φαγοπότι με την εισαγώμενη βοήθεια και ερωτοτροπούν με την εξουσία. Αυτοί λοιπόν θέλοντας να δείξουν πόσο σέβονταν τα αφεντικά τους εξαπολύουν ανηλεές ανθρωποκυνηγητό στα χωριά για να συλλάβουν αγωνιστές, κλέβουν, βιάζουν, βασανίζουν, σκοτώνουν όποιον θεωρούν συνεργάτη των εαμιτών και των κομμουνιστών ή υποπτεύονται ότι τους βοηθούν.

Μέσα από τους ζωντανούς διαλόγους αλλά και τις πολύ παραστατικά αποδοσμένες σκέψεις των αγωνιστών που διώκονται και την ψυχολογική τους κατάσταση ο Κώστας Μπόσης μάς μεταφέρει την αγωνία, την ένταση, το παράπονο και την πίκρα τους για όσα συνέβησαν από το Δεκέμβρη του 1944 μέχρι τις μέρες που περιγράφει.

Στο βουνό κρύβονται κυνηγημένοι αντάρτες και σύντροφοι. Από τα στόματά τους ακούγονται επικριτικά σχόλια τόσο για την παράδοση των όπλων όσο και για τη στάση του Κόμματος. Στην πόλη και στα χωριά άλλοι προσπαθούν να συντονίσουν κάποια αντίδραση, να έρθουν σε επαφή με τον κομματικό μηχανισμό, να προσπαθήσουν να αλλάξει η κατάσταση.

Το Κόμμα δεν θέλει έναν εμφύλιο, η θέση του είναι να υπάρξει συμφιλίωση, να πείσουν τους εδεσίτες και να δείξουν ποιοι είναι εκείνοι που σπρώχνουν την πατρίδα στον εμφύλιο με το κυνηγητό, τις διώξεις και τις θηριωδίες που διαπράττουν.

Μέσα στις φυλακές ο αγώνας είναι ακόμη πιο δύσκολος. Οι αντιλήψεις των κομματικών είναι διαφορετικές μεταξύ τους  σχετικά με την οργάνωση του αγώνα και την καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης. Από την άλλη οι κρατούμενοι έχουν να αντιμετωπίσουν την τακτική της διάσπασης που ακολουθεί η διοίκηση των φυλακών.

Σε αυτές τις συνθήκες δεν είχαν όλοι τις ίδιες αντιστάσεις. Κάποιοι μάλιστα δεν είχαν καθόλου. Πολύ εύκολα μεταπήδησαν στην πλευρά του αντιπάλου και αυτή τη στάση τους την  εξαργύρωσαν με χρήματα, δουλειά και θέσεις.

Ο Μπόσης δεν παρουσιάζει ωραιοποιημένες καταστάσεις, αλλά δίνει ανάγλυφα τους ανθρώπινους χαρακτήρες με τις αδυναμίες τους, τις κάθε είδους πιέσεις που δέχονταν και  τις ιδεολογικές τους συγχύσεις.

Μέσα σε όλους αυτούς τους  αδύναμους ανθρώπινους τύπους  ξεχωρίζουν όμως  οι ιδεολόγοι, οι ευαίσθητοι, οι μαχόμενοι κομμουνιστές. Αυτοί ζουν, δρουν, αγωνίζονται, ονειρεύονται, προσπαθούν να σταθούν όρθιοι, αντιστέκονται και θυσιάζονται. Η συντροφικότητα τούς δυναμώνει. Τέτοιοι είναι ο Θανάσης, η Λενιώ, η Μαρθούλα, ο μπαρμπα – Στέφος και ο Πέτρος Κορφιάτης, ο βασικός ήρωας του μυθιστορήματος.
Εδώ απολογείται στο δικαστήριο με την κατηγορία της απόπειρας δολοφονίας ενός αξιωματούχου τους καθεστώτος:

[…σηκώθηκε να απολογηθεί ο Πέτρος. Στην αίθουσα απλώθηκε απόλυτη ησυχία. Ο κόσμος στριμώχτηκε και ζύγωσε περισσότερο προς την έδρα του δικαστηρίου. Οι πιο πίσω σηκώνονταν στις μύτες των ποδιών τους κι άλλοι έγερναν τα κεφάλια τους δεξιά – αριστερά για να ακούν και να βλέπουν καλύτερα.
- Την «απόπειρα», κύριοι δικαστές, την έκανε μια απ’ τις δυο πολιτικές παρατάξεις και συγκεκριμένα εκείνη η παράταξη που είχε συμφέροντα απ’ αυτή. Τι συμφέρον όμως θα είχαμε εμείς;!.. Είχαμε στρατό και τον διαλύσαμε, είχαμε όπλα και τα παραδόσαμε…
Ο πρόεδρος έβγαλε τα γυαλιά, έσκυψε λίγο μπροστά από την έδρα και κοιτάζοντας τον Πέτρο αυστηρά είπε:
- Άκου να σου πω κατηγορούμενε…Άσε την προπαγάνδα, τους στρατούς και τα όπλα και μίλα για τον εαυτό σου…
- Δεν έχω καμιά διάθεση, κ. πρόεδρε, να κάνω προπαγάνδα. Θέλω να αποδείξω μόνο πως εμείς δεν κάναμε την « απόπειρα». Μέσα σε μισό χρόνο, ύστερ’ από τη Βάρκιζα, δεκάδες είναι οι δολοφονούμενοι εαμίτες, εκατοντάδες οι σακατεμένοι και οι ανάπηροι απ΄τα βασανιστήρια. Δε θα υπάρχει ούτε ένας οπαδός της αριστεράς που να μη δάρθηκε μια φορά. Κανένας δεν ξέρει πόσες είναι οι βιασμένες γυναίκες…Το δράμα της υπαίθρου είναι ασύλληπτο. Δεν μπορεί να το χωρέσει το μυαλό τ’ ανθρώπου. Οικογένειες ξεκληρίστηκαν… Αρπάχτηκαν περιουσίες. Βιάζουν και σφάζουν κοριτσάκια. Κόσμος τρελάθηκε απ’ τα βασανιστήρια, γυρίζει στα λόγγα και ουρλιάζει… Χάθηκε η ησυχία… Στα μάτια των ανθρώπων διαβάζεις τον τρόμο…
- Σταμάτα, κατηγορούμενε, σταμάτα, φώναξε αγριεμένος ο πρόεδρος. Εδώ δεν είναι βουλή, είναι δικαστήριο. Άμα πας στη βουλή μπορείς να βγάλεις όσους λόγους θέλεις. Μίλα για την υπόθεση που εκδικάζουμε.
- Αυτό προσπαθώ να κάνω κι εγώ κύριε πρόεδρε. Στο ίδιο χρονικό διάστημα ούτε μύτη, που λέει ο λόγος, της δεξιάς δε μάτωσε. Γιατί κάναμε και κάνουμε υπομονή και υποφέραμε τόσα. Κάνουμε υπομονή γιατί αγαπούμε την πατρίδα μας και δε θέλουμε να πάμε στον εμφύλιο πόλεμο. Γιατί αν θα φτάσουμε εκεί δε θα μείνει σπίτι που να μη μαυροφορεθεί και τα δάκρυα του λαού θα είναι το ίδιο πικρά σ’ όποια παράταξη κι αν ανήκει. Κι αφού αυτή είναι η πολιτική του κόμματός μας και στο αιματηρό αυτό όργιο δεν απαντήσαμε ούτε με τα ξύλα, τότε τι έννοια θα είχε να πάμε και να ρίξουμε τρεις πιστολιές σ’ έναν άνθρωπο, και μάλιστα να τις ρίξουμε στον αέρα; Αυτό ούτε παιδάκια – για να παίξουν – δε θα το έκαναν κι όχι ένα τέτιο κόμμα σαν το δικό μας. Η πολιτική του κόμματός μας είναι η καλύτερη απόδειξη πως εμείς δεν κάναμε την «απόπειρα» …]

Δύσκολες μέρες στην πόλη, στο χωριό, στη φυλακή, στο σπίτι. Χαφιέδες παντού, παρακολουθήσεις, συλλήψεις, στρατοδικεία και άγριες δολοφονίες αθώων ανθρώπων.

«- Θάρθει κάνας καιρός που οι άνθρωποι διαβάζοντας τα βιβλία ή ακούγοντας τους μεγαλύτερους να λένε ιστορίες θ’ απορούν και δεν θα πιστεύουν πως υπήρχε κάποια εποχή που σκότωναν αθώους ανθρώπους…»

Ακόμη και μέσα στις οικογένειες οι συγκρούσεις ήταν σκληρές. Ο ένας αδελφός στον ΕΛΑΣ και ο άλλος στους ληστοσυμμορίτες. Ανάμεσά τους ο πόνος και η αγωνία των γονιών.

Η τρομοκρατία οδηγεί στην δημιουργία και ανάπτυξη των πρώτων αντάρτικων ομάδων. Οι ελλείψεις σε πυρομαχικά και τρόφιμα είναι τεράστιες. Δεν υπάρχει όμως άλλος δρόμος. Αρχίζει νέα αντίσταση αλλά μέσα σε διαφορετικό κλίμα. Η περιγραφή των μαχών λεπτομερής και οδυνηρή αλλά με πείσμα και υπεράνθρωπη προσπάθεια. Η ζωή και ο θάνατος σε σφιχταγκάλιασμα.

[Τη νύχτα που έκαναν την πορεία Αλωνάκι – Μελίσσι ψιλόβρεχε. Το πρωί ξαστέρωσε και το βραδάκι ο ουρανός σκεπάστηκε με μαύρα – μολυβένια σύννεφα. Στο βάθος – βορειοδυτικά – φαινόταν μια λωρίδα σύννεφα, λεπτή στρωτή και γαλαζόμαυρη κολημένη στον ουρανό. Φυσούσε ένα αεράκι κρύο – φαρμάκι κι έλεγες πως από ώρα σε ώρα θα χιονίσει κι ας ήταν Απρίλης μήνας. Γύρα απ΄το χωριό ο εχθρός συγκέντρωσε δυνάμεις. Μόλις έπεσε το σκοτάδι λοξοδρόμησαν απ’ το μονοπάτι, γιατί δεν ήξεραν αν το σέλωμα το είχαν πιασμένο ή όχι, κι έφυγαν. Όσο ανέβαιναν τόσο το σκοτάδι πύκνωνε και δυνάμωνε το κρύο. Από νωρίς άρχισε να ψιλοβρέχει. Κι όσο προχωρούσε η νύχτα τόσο το νερό γινόταν χιόνι. Αρβύλες κανένας σχεδόν δεν είχε. Οι περισσότεροι φορούσαν τσαρούχια από γιδιές και προβιές κι άλλοι μόνο προπόδια. Τα ρούχα τους ήταν λυωμένα, ένας είχε μια παλιοφανέλα και δεν είχε πουκάμισο κι άλλος είχε πουκάμισο και δεν είχε φανέλα. Αντί για χιτώνια και κυλότες φορούσαν παντελόνια και σακάκια ντρίλινα. Κατά τα μεσάνυχτα ξέσπασε χιονοθύελλα. Ο αγέρας σφύριζε δαιμονισμένα στις κορφές, χτυπούσε με μανία τα τσουγκάρια κι άφηνε μια βαζούρα μες στις βαθιές χαράδρες. Το χιόνι κολούσε πάνω τους και γινόταν νερό, που πότιζε τα ρούχα ως το πετσί και περνούσε το κορμί ως το κόκαλο. Τα χέρια και τα πόδια πάγωσαν κι άρχισαν να ξενεύουν, να μην τα νιώθουν και τα δόντια να χτυπούν. Ανέβαιναν μπουσουλώντας και δεν έβλεπαν ούτε τη μύτη τους. Απ’ τον αυχένα κι έπειτα έγινε κατακλυσμός. Δυνάμωσε ο αγέρας και κινδύνευαν από στιγμή σε στιγμή να τους πάρει σαν πούπουλα. Ως την αυγή δεν προχώρησαν πάνω από 200 μέτρα. Το πρωί η χιονοθύελα δυνάμωσε κι απλώθηκε κάτω μακριά ως τον κάμπο και τα σκέπασε όλα με χιόνι, ως τη θάλασσα.
Τα μεσάνυχτα έφτασαν ξανά στο χωριό Αλωνάκι. Ήταν πεθαμένοι από την κούραση, το κρύο και την πείνα, και μόνο μια ελπίδα πως θα φτάνανε στο χωριό, θα έμπαιναν κάτω από στέγη, θα ξάπλωναν σε στεγνό και θα ξημέρωναν τους έδινε κουράγιο. Κι έτσι έσφιγγαν τα δόντια, στήλωναν στα πόδια και προχωρούσαν. Σ’ ένα διασελάκι, λίγο πιο δω απ’ τα πρώτα σπίτια, τους καρτερούσε η ομάδα, που είχε πάει για ανίχνευση. Και το τμήμα, αντί να μπει στο χωριό, έστριψε δεξιά κι άρχισε να κατεβαίνει την πλαγιά. Κρύωσαν οι καρδιές τους και κόπηκαν ολότελα τα γόνατα. Ένας ψίθυρος πιο κρύος κι απ’ το χιόνι πέταξε από στόμα σε στόμα: «στο χωριό έχει στρατό».
Χαμήλωσαν στη χαράδρα απέναντι απ’ το χωριό Μαυρόγκουρα και χώθηκαν σ’ ένα δασωμένο μέρος. Έψαξαν κι άλλοι βρήκαν σπηλιές, άλλοι μαζεύτηκαν στων ελατιών τις ρίζες και στριμώχτηκαν πλάτη με πλάτη, ο ένας δίπλα στον άλλον, για να ζεσταθούν και να ξημερώσουν, γιατί φωτιά δεν μπορούσαν ν’ ανάψουν.
Ολόγυρα χιόνι, κρύα νύχτα κι εχθρός, πείνα και κούραση. Δεν ήξεραν τι γίνεται δέκα μέτρα πιο πέρα. Εδώ να μείνουν δεν μπορούσανε και πού έχει πέρασμα δεν ήξεραν…]

Μικρές καθημερινές πράξεις αντίστασης στην τρομοκρατία από τους ανθρώπους της περιοχής τις περισσότερες φορές με τίμημα την ίδια τους τη ζωή είναι διάσπαρτες σε όλη την ιστορία.

Δυναμικές περιγραφές μαχών και ανθρώπινων καταστάσεων και συμπεριφορών δείχνουν από τη μια μεριά την αγριότητα και τη μετατροπή των ανθρώπων σε ύαινες που μπροστά τους βλέπουν μόνο θηράματα έτοιμα να τα κατασπαράξουν και να μετατρέψουν τη λεία τους σε εμπόρευμα. Έτσι συμπεριφέρονταν οι ληστοσυμμορίτες που περιφέρονταν με τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών και πληρώνονταν με το κομμάτι. 

Από την άλλη προβάλλεται η αλληλεγγύη, η ανθρωπιά, η συντροφικότητα των ανταρτών.

Χωρίς βέβαια να λείπουν και τα περιστατικά των ανθρώπων που αρνούνται όχι μόνο να προσφέρουν τη βοήθειά τους από το φόβο μην τιμωρηθούν αυτοί και οι οικογένειές τους, αλλά είναι πρόθυμοι να καταγγείλουν τους κυνηγημένους στην αστυνομία.

[Όταν η Λενιώ τα διηγήθηκε αυτά στον Πέτρο και τούκανε παράπονο πως ο κόσμος χάλασε κείνος αποκρίθηκε:
- Οι τέτιες καταστάσεις, Λενιώ έχουν και τέτια πράματα. Πρέπει να πούμε πως περνούμε μια δύσκολη καμπή, ίσως τη δυσκολότερη. Αντί να κυνηγούμε τον εχθρό μάς κυνηγάει κι αυτό καταλαβαίνεις τι επίδραση έχει. Περίμενε ο κόσμος όπως το διψασμένο χώμα τη βροχή, όπως οι πρώτοι Χριστιανοί τη Λαμπρή… Πάθαμε ζημιές. Μεγάλες, μικρές… ποιος ξέρει! Τόσες μέρες τώρα ούτε μια ντουφεκιά δεν ακούστηκε. Βουβαμάρα ολόγυρα. Ο κόσμος πικράθηκε. Μερικοί φοβήθηκαν, άλλοι απογοητεύτηκαν κι άλλοι μούδιασαν και κουμπώθηκαν. Τέτια πράματα πάντα συμβαίνουν μόνο που πρέπει νάναι προσωρινά, γιατί αν γίνουν μόνιμη κατάσταση… Εμείς είμαστε κρυμμένοι μες στο λόγγο, κλεισμένοι σε μια σπηλιά και δεν ξέρουμε τι γίνετια παρέκει κι ούτε μπορούμε να μαντέψουμε πόσον καιρό θα είμαστε αποκομμένοι. Υπάρχει κίνδυνος η μοναξιά κι η απομόνωση να μας βάλουν κάτω και πρέπει ν’ αντιπαλαίψουμε. Πού θα βρούμε την ψυχική δύναμη, τη σωματική αντοχή; Από πού θα τα πάρουμε; Ποιος θα μας τη δόσει; Η Ρηνούλα, ο μπάρμπας της, ο νεολαίος που σου έδοσε τις κότες, ο μπάρμπα – Γρηγόρης… ο λαός. Τέσσερες βρίσκονται στο πλευρό μας κι ένας μόνο μάς γύρισε την πλάτη. Ο κόσμος δε χάλασε. Πάνω από δυο χρόνια τώρα καταπίνει τα δάκρυα, δένει τις πληγές του, μαζεύει μέσα του οργή και μίσος, ελπίζει και παλαίβει  όπως μπορεί κι αύριο, πρέπει να ελπίζυμε, θάναι καλύτερα. Μ’ αν το αύριο θάναι χειρότερο – γιατί μπορεί να γίνει κι αυτό – το μεθαύριο θάναι οπωσδήποτε καλύτερο.]


Ο έρωτας δε λείπει από τη ζωή των πρωταγωνιστών. Άλλοτε ως μέσο παρελκυστικό, συμφεροντολογικό σαν του Βάγγου και της Μάχης  και άλλοτε ως όνειρο και επιθυμία, ρομαντικός και ανεκπλήρωτος, λουλούδι που δεν προλαβαίνει να ανθίσει, όπως εκείνος της Λενιώς για τον συναγωνιστή της Περικλή και του Πέτρου για τη Μαρθούλα.

Τα πρόσωπα και τα γεγονότα τοποθετούνται μέσα σε περιβάλλον αστικό αλλά και ορεινό. Λεπτομερείς περιγραφές, χαρακτηριστικό της γραφής του Κώστα Μπόση, χρωματίζουν τα τοπία, αισθητοποιούν τον ήχο του ανέμου, τη βουή του νερού, το κελάηδημα των πουλιών, το κρώξιμο των αρπακτικών, τα αρώματα των φυτών, το ταξίδεμα των σύννεφων, τη δύναμη της βροχής, την απαλότητα του χιονιού. Ραχούλες, διάσελα, χαμηλά και ψηλά βουνά, κάμποι, ποτάμια, σπηλιές, δέντρα και θάμνοι αποκτούν μορφή.

Το περίγραμμα της πόλης που περιγράφει στην αρχή του μυθιστορήματος θυμίζει την Άρτα με το γεφύρι, το ποτάμι, τον κάμπο και στο βάθος τη θάλασσα. Λεμονιές, ελιές, ανθισμένοι κήποι. Οι δρόμοι που οδηγούν στα ορεινά, τα χωριά, οι αγροτικές δουλειές, τα σπίτια, οι άνθρωποι μοιάζουν βγαλμένα από την τοπιογραφία της ιδιαίτερης πατρίδας του Κώστα Μπόση.

Οι μορφές, οι κινήσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπων ζωντανεύουν με δραματικό τρόπο.

Ανατριχιαστικές  οι λεπτομέρειες των ξυλοδαρμών, των θηριωδιών και των δολοφονιών σε συνδυασμό με την απόδοση των πιο ακραίων και κτηνώδικων  συμπεριφορών σε σημείο πρόκλησης πόνου και αισθήματος οδύνης.

Όλα αυτά συμβαίνουν πάντα μέσα σε μια φύση εκπληκτικής ομορφιάς, οργιαστικής δύναμης και ζωής  σε αντίθεση με τις πράξεις και τις ζωές των ανθρώπων. Αυτές οι αντιθέσεις είναι επίσης από τους πιο εκφραστικούς τρόπους της γραφής του Μπόση.

Η γλώσσα πλούσια και εκφραστική, εμπλουτισμένη με λέξεις από την ντοπιολαλιά του συγγραφέα  και προσαρμοσμένοι διάλογοι στα πρόσωπα και στους τόπους. Αν και θίγονται πολιτικά και κομματικά ζητήματα στους διαλόγους  και σε διάφορους σχολιασμούς ο λόγος δεν είναι ξύλινος ούτε και ψυχρός. Είναι ανθρώπινος, ευαίσθητος, τρυφερός, συμβολικός ή σκληρός και τραχύς ανάλογα με τους ανθρώπινους τύπους  που τον χρησιμοποιούν.

Το τέλος του α’ τόμου αφήνει να εννοηθεί ότι υπάρχει συνέχεια.

Πόσο άραγε κόστισε η λευτεριά; Με τι μέτρο μπορούν να μετρηθούν οι θυσίες;  Τι να αισθάνονταν αυτοί οι άνθρωποι και πώς έβλεπαν το μέλλον τους μέσα σε αυτή τη μαύρη εποχή; Ο Κώστας Μπόσης δίνει την απάντηση με τις σκέψεις του Πέτρου Κορφιάτη:

[Κατά τη βρυσούλα τη μοναχική – μεσάνυχτα θα είναι – ανεβαίνει κάποιος. Κουτσαίνει, κοντανασαίνει, κοντοστέκεται και ξανασαίνει. Κάθεται στο πεζούλι. Το νεράκι πέφτει απ’ την ξυλένια κάνουλα μουρμουριστά και τρέχει στην πλαγιά ανάμεσα σε χαλίκια και χορτάρια. Ατάραχος στέκει ο γέρο – πλάτανος, μόνο τα φύλλα του σαν κάτι να μουρμουρίζουν με του βουνού τ’ αγέρι. Τα έλατα πιο κει, στέκουν ορθά στητά και πότε – πότε γέρνουν τις κορφές αλαφρά και σιγοκουβεντιάζουν. Μοσχοβολάει ο αγέρας από ρετσίνι, ρίγανη, θυμάρι και φρεσκοκομμένο χόρτο. Κάποιος ασβός έπεσε σε παγίδα και σκούζει. Αντηχάει  ολόγυρα των τριζονιών η μουσική. Τα χωριουδάκια στις πλαγιές, στις ρεματιές, σκόρπια εδώ κι εκεί, κοιμούνται τυλιγμένα στη νυχτερινή σιγαλιά.
Τσακισμένο είναι το κορμί. Πικραμένη, μα περήφανη η ψυχή. Κι απ’ του μυαλού τη στράτα χείμαρος διαβαίνει η ζωή. Αξέχαστες μορφές που χάθηκαν, αγαπημένα πρόσωπα που παλαίβουν, αγάπες και μίση, χαρά και πόνος, λαχτάρες, πόθοι και καημοί. «Μας πήραν το ψωμί, μουρμουρίζει, τον ήλιο, τον αγέρα… τον ύπνο, τη χαρά και τη γαλήνη… Κούρσεψαν τα χωριά μας… Έσφαξαν τα παιδιά μας… Βίασαν τις γυναίκες, τις αδερφές μας… Σκότωσαν… Πόσα δάκρυα, πόσο αίμα, πόσες θυσίες… Κόλαση φριχτή έκαναν τη ζωή μας… Μα του λαού την ψυχή δεν κατάφεραν να την πατήσουν… Σε βουνοκορφές και βαθίσκιωτα δάση, σε χωριά και πολιτείες, σε μπουντρούμια και σε ξερονήσια στέκη αγέρωχη… Δύσκολες μέρες… μα θάρθουν και χαρούμενες».]

Κ. Μπόση, Δύσκολες Μέρες, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1956