Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

«Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Από αυτούς που αν υπήρχαν περισσότεροι ο κόσμος σίγουρα θα ήταν καλύτερος»

Η ομιλία του Χρήστου Νταβαντζή, αντιστασιακού, συναγωνιστή και φίλου του Κώστα Πουρναρά (Μπόση), στην εκδήλωση τιμής και μνήμης που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας (δείτε αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ).
Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.
Σας καλωσορίζω και εγώ και σας ευχαριστώ που βρίσκεστε σε τούτη την εκδήλωση προς τιμή του Κώστα Πουρναρά (Μπόση). Συγχαίρω τους διοργανωτές για την πρωτοβουλία τους και τους ευχαριστώ που μου έδωσαν την ευκαιρία να μιλήσω γι’ αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο. Η συγκίνησή μου είναι μεγάλη. Ακούστηκαν από τους προηγούμενους ομιλητές πολλά για τον Κώστα Πουρναρά, τι άνθρωπος ήταν, για τα βιβλία του. Δεν θα σας κουράσω επαναλαμβάνοντάς τα και εγώ. Θα σας μεταφέρω με λίγα λόγια την προσωπική μου εμπειρία από τη γνωριμία μας.

Με τον Κώστα με συνδέουν πολλά. Είναι ο άνθρωπος που με επηρέασε όσο κανείς άλλος στην παιδική μου ηλικία και η γνωριμία μας καθόρισε τη ζωή μου. Όταν τον πρωτοσυνάντησα ήμουν μόλις δέκα χρονών, μαθητής του δημοτικού. Ήταν το 1936, μετά την κήρυξη της μεταξικής δικτατορίας. Είχα πάει στο τσαγκάρικο του αδελφού μου του Γιώργου για να μου φτιάξει ένα ζευγάρι παπούτσια. Όταν χτύπησα την πόρτα δεν μου άνοιξαν αμέσως. Ο αδελφός μου έκρυβε τον Κώστα Πουρναρά από τους χωροφύλακες που τον καταδίωκαν. Όταν βεβαιώθηκαν ότι ήμουν εγώ και δεν διέτρεχε κάποιος κίνδυνος μου άνοιξαν. Ο Κώστας μέχρι τότε ήταν δάσκαλος, εδώ στην Ανέζα, σ’ αυτή την αίθουσα που βρισκόμαστε εμείς τώρα. Μόλις με είδε ήρθε κοντά μου χαμογελαστός και μου έπιασε κουβέντα. Με ρώτησε πώς τα πάω με το σχολείο, τι μαθήματα μας κάνει ο δάσκαλος, αν μου αρέσει η Ιστορία και τι γνώμη έχω για τα θρησκευτικά. Του απάντησα ότι ο δάσκαλός μας λέει ιστορίες για την Κιβωτό του Νώε και διάφορα άλλα που δεν τα θυμόμουν καλά.

«Ξέρεις, κι εγώ δάσκαλος είμαι», μου λέει. «Άλλα πράγματα πρέπει να σάς μαθαίνουν, αλλά να μην το πεις αυτό στο δάσκαλό σου γιατί μπορεί να σε διώξει απ’ το σχολείο. Μέσα στην αίθουσα τι κάδρα έχετε κρεμασμένα;»

«Φωτογραφίες του βασιλιά και του Μεταξά», του είπα.

«Ξέρεις γιατί κυνηγάνε εμάς τους κομμουνιστές; Ο δάσκαλός σας σάς λέει τίποτα για μας;»

«Μας λέει ότι οι κομμουνιστές δεν πιστεύουν στην οικογένεια και τη θρησκεία. Μια φορά βάλαμε σ’ ένα μπουκάλι αγίασμα απ’ την εκκλησία και το κλείσαμε και σ’ ένα άλλο μπουκάλι βάλαμε νερό απ’ τη βρύση και το κλείσαμε κι αυτό. Μετά από καιρό ανοίξαμε τα δυο μπουκάλια. Το μπουκάλι με το αγίασμα δεν μύριζε και το νερό της βρύσης μύριζε και είχε πιάσει μέσα σα σκουπίδια.»

«Αυτά που σας λέει ο δάσκαλός σας δεν έχουν ισχύ. Τους κομμουνιστές τους κυνηγάνε οι πλούσιοι για να μην τους πάρουνε τα πλούτη και τα δώσουνε στους φτωχούς.»

«Ποιοι είναι οι πλούσιοι; τον ρώτησα με απορία. Σαν τον δάσκαλό μου; Είναι πλούσιος ο δάσκαλός μου;»

«Όχι, φτωχός είναι κι αυτός, σαν όλους εμάς, ένα μισθό παίρνει κι αυτός όπως κι εγώ.»

Μου ζήτησε να του κάνω και μια χάρη. Μου είπε ότι τον ψάχνει η χωροφυλακή, και κανονίσαμε ένα συνθηματικό για να τον ενημερώνω όταν θα υπάρχει κίνδυνος.

«Εκεί στο σπίτι σου, μου είπε, έχεις απ’ έξω από την αυλή ένα μεγάλο φιλίκι. Όταν θα βλέπεις ότι έρχεται ο χωροφύλακας στο χωριό, θα παίρνεις ένα χεράμι κόκκινο και θα το ρίχνεις επάνω, αλλά δεν θα πεις σε κανέναν γιατί το βάζεις. Εγώ θα το βλέπω από μακριά και δεν θα έρχομαι προς το χωριό. Όταν θα φεύγει ο χωροφύλακας τότε θα κατεβάζεις το χεράμι απ’ το δέντρο.»

Έτσι έκανα. Ο πατέρας μου είχε φαγωθεί να μάθει γιατί βάζω το χεράμι πάνω στο δέντρο! Δεν του το είπα όμως ποτέ. Αυτό διήρκεσε περίπου δεκαπέντε μέρες, μέχρι που μου είπε ο αδελφός μου ότι ο Κώστας θα έφευγε. Μετά από καιρό μάθαμε ότι τον συνέλαβαν στα Γιάννενα και τον καταδίκασαν. Τον έβαλαν φυλακή στην Κέρκυρα και αργότερα τον έστειλαν εξορία στον Άη Στράτη.

Θυμάμαι αυτόν τον διάλογο μέχρι σήμερα, και πόσο εντύπωση μου έκαναν τα λόγια του που μ’ έβαλαν να σκεφτώ πολλά απ’ αυτά που έβλεπα και άκουγα μέχρι τότε στο σχολείο. Γιατί να υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι; Γιατί να μην έχουν όλοι οι άνθρωποι δικαίωμα στο φαΐ, στη ζεστασιά, στο γιατρό, στη μόρφωση; Και γιατί όσοι έλεγαν στο χωριό ότι οι φτωχοί πρέπει ν’ αγωνιστούν για να πάψουν να είναι φτωχοί, δεν ήταν «καλοί» άνθρωποι; Παρ’ όλο που ήμουνα μικρός ακόμα και δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πολλά πράγματα, μου έκαναν εντύπωση και αυτά που μου είπε για την εκκλησία. Ότι είναι ψεύτικα αυτά τα πράγματα, όπως τα παραμύθια. Η μάνα μου, παρά τη φτώχεια και την πείνα μας, με νήστευε Παρασκευές και Τετάρτες και με έστελνε τακτικά για να μεταλάβω. Στην εκκλησία πηγαίναμε αναγκαστικά όταν μας καλούσε ο δάσκαλος τις Κυριακές, συντεταγμένα, όλοι οι μαθητές του σχολείου. Από τότε που συνάντησα τον Κώστα όμως ούτε ξανανήστεψα, ούτε ξαναπήγα στην εκκλησία.

Πέρασαν χρόνια μέχρι να τον ξαναδώ. Στο μεταξύ τον Κώστα τον έστειλαν εξορία στον Αη Στράτη. Αξίζει να σας μεταφέρω ένα περιστατικό απ’ τον Αη Στράτη που μου διηγήθηκε ο Γιάννης ο Λίπας, συνεξόριστος του Κώστα Πουρναρά την περίοδο της μάχης με την πείνα. Δείχνει την αποφασιστικότητα εκείνων των ανθρώπων που πολέμησαν με το θάνατο υπερασπιζόμενοι τις ιδέες τους:

«Μεταφέραμε ένα νεκρό από την πείνα συντροφό μας, εγώ και ο Κώστας Πουρναράς. Τον πηγαίναμε στο λόφο όπου ήταν το εκκλησάκι του Αη Μηνά και το νεκροταφείο. Καταβάλαμε υπερπροσπάθεια για να φτάσουμε μέχρι εκεί, νηστικοί κι εμείς, με δυνάμεις που όλο λιγόστευαν. Κάποια στιγμή λέω του Κώστα: εμείς μπορούμε ακόμα και κουβαλάμε τους νεκρούς συντρόφους μας, εμάς όμως ποιος θα μας κουβαλήσει; Με θάρρος και φωνή που δεν σήκωνε αμφισβήτηση, ο Κώστας μου απάντησε: Εμάς δεν θα χρειαστεί να μας κουβαλήσουν!». Ήθελε να πει θα αντέξουμε, δεν θα λυγίσουμε, θα νικήσουμε τον θάνατο. Και νίκησαν!

Στη συνέχεια ο Κώστας δραπέτευσε από τον Αη Στράτη και μπήκε στην Αντίσταση. Εγώ ήμουν ΕΠΟΝίτης στη Χώσεψη και ενταγμένος στον ΕΛΑΣ και κατέβαινα στην Άρτα για να παίρνω έντυπα και καθοδηγητική δουλειά για την οργάνωση. Εκεί μια φορά συνάντησα τον Κώστα στη φυλακή. Ήταν μετά τη Βάρκιζα και τον είχαν πιάσει.

Θέλω εδώ να πω και δυο λόγια για την οικογένειά του που συμμετείχε σύσσωμη στην αντίσταση. Ο αδελφός του Βελισσάρης Πουρναράς, όταν μέσα στο 1941 άρχισε να γίνεται συζήτηση στη Χώσεψη για οργάνωση του ΕΑΜ, ήταν νωματάρχης επικεφαλής Σταθμού Χωροφυλακής σ’ ένα χωριό έξω απ’ τα Γιάννενα. Τότε δέκα Ιταλοί στρατιώτες απ’ τα Γιάννενα πήγαν και του ζήτησαν να μαζέψει τρόφιμα απ’ το χωριό για να τα πάρουν. Αυτός τους αφόπλισε, τους απομόνωσε κι έφυγε μαζί με τους χωροφύλακες του Σταθμού του και εντάχτηκαν στον ΕΛΑΣ. Στη συνέχεια, μετά τη Βάρκιζα, προσχώρησε στον Δημοκρατικό Στρατό. Έπεσε στον εμφύλιο. Συμμετοχή στην αντίσταση είχαν και οι αδελφές του Κώστα, με εξορίες και φυλακίσεις.

Πήγα δυο φορές στη Ρουμανία και συνάντησα τον Κώστα Πουρναρά. Το 1976, μια μέρα είχαμε βγει για βόλτα σ’ ένα μεγάλο πάρκο. Εκεί που πηγαίναμε απομακρυνθήκαμε αρκετά και κάποια στιγμή καταλάβαμε ότι μας έλειπε ο Κώστας. Περιμέναμε λίγη ώρα μα δεν τον βλέπαμε να έρχεται. Λέω στην παρέα θα γυρίσω πίσω να δω τι έγινε. Περπάτησα κάμποσο προς τα πίσω και βλέπω μια ομάδα παιδάκια, καθιστά γύρω-γύρω και τον Κώστα μισοξαπλωμένο ανάμεσά τους, να παίζουν βόλους! Έμεινα έκπληκτος. Του λέω «Κώστα σε χάσαμε και ανησυχήσαμε». «Με παρέσυραν τα παιδιά Χρήστο. Γίνομαι κι εγώ παιδί όταν τα συναντώ» μου είπε και σηκώθηκε, τα χαιρέτησε ένα-ένα και φύγαμε. Ο Κώστας λάτρευε τα παιδιά. Σ’ εκείνο το ταξίδι μού εκμυστηρεύτηκε ότι το είχε καημό που δεν είχε δικά του παιδιά.

Και τις δυο φορές που πήγα στο Σιμπίου της Ρουμανίας έμεινα στο σπίτι του Κώστα Πουρναρά, όπου έζησα πολύ συγκινητικές στιγμές. Αυτός ο άνθρωπος είχε μεγάλη δίψα για την πατρίδα του. Τα βράδια που με φιλοξένησε εγκατέλειψε το κρεβάτι που κοιμόταν με τη σύζυγό του και έστρωσε στο σαλόνι ένα στρώμα για να κοιμηθούμε δίπλα-δίπλα. Το αποτέλεσμα ήταν να κοιμηθούμε ελάχιστα γιατί όλη τη νύχτα συζητούσαμε. Με ρώταγε για τη Χώσεψη, για όλους τους χωριανούς, για το πόσο άλλαξε η κατάσταση στα χρόνια της απουσίας του. Ήταν βέβαια σε μεγάλο βαθμό ενημερωμένος για την γενικότερη κατάσταση γιατί επιζητούσε και διάβαζε συνεχώς ελληνικά έντυπα και άκουγε ραδιόφωνο. Εγώ τον ρώταγα για τον Άη Στράτη και για το βουνό. Συζητούσαμε για την παγκόσμια κατάσταση, για την ΕΣΣΔ, το σοσιαλιστικό σύστημα και τις κατακτήσεις του, για τη ζωή στη Ρουμανία. Τον ρώτησα και για κάποια «κακώς κείμενα» που συνάντησα στα σύνορα, όταν έμπαινα στη Ρουμανία, αλλά και σε πόλεις που πέρασα. Μου είπε ότι «πριν πεθάνει ο Στάλιν, η κατάσταση βελτιωνόταν παρά τις αδυναμίες που υπήρχαν, όταν όμως πέθανε, το σοσιαλιστικό σύστημα άρχισε να κλείνει δεξιά και δεν ξέρω που θα φτάσει…». Το που έφτασε η κατάσταση το είδαμε κι εμείς από εδώ, ο Κώστας όμως και ο ρουμανικός λαός το έζησαν, από πρώτο χέρι, καλά στο πετσί τους. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού πήγε τους λαούς δεκαετίες πίσω, τους βύθισε ξανά στη φτώχεια, την ανεργία, την εγκληματικότητα. Ο Κώστας έζησε τα στερνά χρόνια της ζωής του με μεγάλες στερήσεις. Ήταν βέβαια μαθημένος στην ασκητική ζωή από τα νιάτα του και στα πέτρινα χρόνια της αντίστασης και πάντα απόλυτα συνειδητοποιημένος στη σχέση του με κάθε τι υλικό, όμως η πίκρα του και ο πόνος γι’ αυτά που πρόλαβε να δει και έζησε πριν κλείσει τα μάτια του δεν περιγράφεται. Ιδιαίτερα γι’ αυτά που είχαν να αντιμετωπίσουν οι επόμενες γενιές. Περισσότερο στη νεολαία αναφερόταν στις κουβέντες μας, για τους νέους νοιαζόταν και σ’ αυτούς ήλπιζε για το μέλλον. Χωρίς να χάνει την πίστη του ότι το δίκιο είναι αυτό που στο τέλος θα υπερισχύσει, επισήμαινε όμως ότι οι επόμενες γενιές θα έχουν να ανεβούν «Γολγοθάδες» στο μέλλον για να το καταχτήσουν. Και το βιώνουμε κι εμείς αυτό σήμερα…

Από την πρώτη επίσκεψή μου στο Σιμπίου έφερα στην Ελλάδα τα χειρόγραφα του βιβλίου του «Αναμνήσεις», που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1978. Στο Σιμπίου μια φορά που συζητούσαμε ο Κώστας μου είπε ότι το 1945 έγραψε το βιβλίο “ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941” που εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1947 από το εκδοτικό τμήμα της ΚΕ του ΚΚΕ και με ρώτησε αν το έχω διαβάσει. Εγώ δεν γνώριζα γι’ αυτό το βιβλίο, ούτε το είχα δει ποτέ. Όταν όμως γύρισα στην Αθήνα έψαξα και το βρήκα και μερίμνησα, με τη βοήθεια συχωριανών και φίλων, και το βιβλίο ξαναεκδόθηκε.

Το έργο του Κώστα Πουρναρά, παρά το μέγεθος και την αξία του, δεν έχει βρει ακόμα μέχρι σήμερα τη θέση που του αξίζει. Οι περισσότεροι δεν το γνωρίζουν. Υπάρχουν βιβλία του που δεν κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα, καθώς και ανέκδοτο υλικό που περιμένουν να αξιοποιηθούν. Έκανα προσπάθεια στο παρελθόν να εκδώσω κάποιο από αυτά, όμως δεν στάθηκε δυνατό. Ελπίζω στο μέλλον να βρεθεί τρόπος να εκδοθούν, είτε με ευθύνη του Κόμματος, είτε κάποιου άλλου φορέα από τον τόπο καταγωγής του Κώστα (χωριό, Δήμος κλπ.) και να φτάσουν σε όσο το δυνατόν περισσότερα χέρια, γιατί αξίζει πραγματικά να διαβαστούν. Το έργο του Κώστα Μπόση μέσα στο λαό γεννήθηκε, για το λαό γράφτηκε και στο λαό ανήκει.

Πριν πεθάνει, το 1994, ο Κώστας Πουρναράς είχε αφήσει εντολή να κάψουν τη σορό του και την επιθυμία να μεταφερθεί η τέφρα του στον τόπο που γεννήθηκε, στη Χώσεψη. Με τη γυναίκα του, την Ιλεάνα, που είχαμε τακτική επικοινωνία και μετά που πέθανε ο Κώστας, μέχρι που έφυγε και η ίδια από τη ζωή, φροντίσαμε και εκπληρώθηκε η επιθυμία του. Έγινε μια λιτή τελετή με ομιλίες συναγωνιστών του στην πλατεία της Χώσεψης, και παραβρέθηκε πολύς κόσμος για να τον αποχαιρετίσει. Ο Κώστας Πουρναράς ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στο χωριό και έχαιρε της βαθιάς εκτίμησης για το ήθος και την ευγένειά του. Οι χωριανοί, ακόμα και αντίπαλοί του ιδεολογικά, λέγανε «μακάρι να είχαμε πολλούς κομμουνιστές σαν τον Κώστα». Στη συνέχεια μεταφέραμε την τέφρα του στο νεκροταφείο του χωριού, τη βάλαμε στον τάφο των γονιών του και τοποθετήσαμε και μια μαρμάρινη πλάκα για να τον θυμίζει στις επόμενες γενιές.

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) έμεινε μέχρι το τέλος αταλάντευτα πιστός στις ιδέες και στα ιδανικά του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, για τα οποία πολέμησε και αφιέρωσε τη ζωή του. Έφυγε με την πίκρα ότι οι πολύχρονοι αγώνες του λαού μας για το μέλλον που δικαιούται και αξίζει δεν ευοδώθηκαν, αλλά και με την βαθιά πεποίθηση ότι αυτός ο αγώνας θα συνεχιστεί από τις επόμενες γενιές, μέχρι να δικαιωθεί.

Ήταν ένας σπουδαίος άνθρωπος. Από αυτούς που αν υπήρχαν περισσότεροι ο κόσμος σίγουρα θα ήταν καλύτερος.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε.
Αναδημοσίευση από ΑΤΕΧΝΩΣ


Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

ELLIS

 Ο πρωτοποριακός γάλλος καλλιτέχνης JR,ο σεναριογράφος Eric Roth και ο μεγάλος  ηθοποιός  Robert De Niro δημιούργησαν την ταινία μικρού μήκους "Ellis". Ο Robert De Niro υποδύεται έναν από τους εκατομμύρια μετανάστες που βρέθηκαν στο Ellis Island Immigrant Hospital. Σε αυτό το νοσοκομείο  από το 1902 πέρασαν τουλάχιστον 1,2 εκατομμύρια μετανάστες, πολλοί από τους οποίους  δεν κατάφεραν ποτέ να φτάσουν στον προορισμό τους, εξαιτίας διαφόρων  ασθενειών που τους οδήγησαν στο θάνατο.
Ο Robert De Niro  συγκλονιστικός στο  ρόλο του αφηγητή της  ιστορίας εκατομμυρίων ανθρώπων που άφησαν τον τόπο τους για μια καλύτερη ζωή. Διασχίζοντας το εγκαταλειμμένο και ερειπωμένο  Ellis Island Immigrant Hospital, συνοδεύεται  από τα φαντάσματα των ανθρώπων που βρέθηκαν στο νησί. Τα φαντάσματα απεικονίζονται από ασπρόμαυρες μορφές στους τοίχους (installations), χαρακτηριστικές του έργου του JR και εμπνευσμένες από πραγματικές φωτογραφίες μεταναστών της εποχής, ως φυσικό σκηνικό.  

Ellis (2015)
Είδος ταινίας: Short, Drama
Σκηνοθεσία: JR
Σενάριο: Eric Roth
Ηθοποιοί: Robert De Niro

Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Δημήτρη Μεγαλίδη, «Λεύκωμα του Αγώνα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1945»

Εμπρός (1941 -1944)
Επιμέλεια : ofisofi // atexnos

Ο Δημήτρης Μεγαλίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1908 και πέθανε το 1979. Σπούδασε ζωγραφική στο Παρίσι και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Συμμετείχε ενεργά στην Αντίσταση στρατευμένος στις γραμμές του ΕΑΜ. Με το μολύβι του απεικόνισε την μεγαλειώδη αντίσταση του ελληνικού λαού με σκηνές από τον αγώνα του και πρόσφερε στις μετέπειτα γενιές το μοναδικό «Λεύκωμα του Αγώνα ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1945».
Η  αντιστασιακή ταυτότητα του Δ. Μεγαλίδη
Η αντιστασιακή ταυτότητα του Δ. Μεγαλίδη
Στον πρόλογο του για την έκδοση του Λευκώματος το 1946  ανάμεσα στα άλλα μας αφηγείται την ιστορία αυτής της  προσπάθειάς του.
Άρης Βελουχιώτης
Άρης Βελουχιώτης
«…Μέσα στην τετράχρονη αυτή ιστορική δημιουργία, τούτο το λεύκωμα, με το οποίο προσπάθησα ν’ απεικονίσω κι’ εγώ τον αγώνα, έχει τη μικρή του ιστοριούλα. Τον Οχτώβρη του 1943 βρέθηκα στα βουνά της Λεύτερης Ελλάδας σταλμένος απ’ την Κ.Ε του ΕΑΜ σαν σκηνοθέτης του κινηματογραφικού συνεργίου του Γ.Σ. του ΕΛΑΣ με οπερατέρ το Γ.Ν. Αργότερα και ως τη διάλυση του ΕΛΑΣ οπερατέρ του κινημ. συνερ. ήταν ο Θ.Π..Με χίλιους κόπους και κινδύνους γυρίστηκαν 5000 μέτρα κινηματογραφικής ταινίας και πάρθηκαν χιλιάδες φωτογραφίες. Μάχες του ΕΛΑΣ και του ΕΛΑΝ με τους κατακτητές, με τα επακόλουθά τους σε νεκρούς και τραυματίες, σκηνές απ’ την Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη , το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, η ΠΕΕΑ και το Εθνικό Συμβούλιο, η ενεργητική συμμετοχή του λαού, όλου του υπέροχου αυτού λαού, στον Εθνικο – απελευθερωτικόν αγώνα, οι μεταφορές στην πλάση από γέρους, γρηές, νέους, νέες, αγόρια και κορίτσια κ.λ.π. κινηματογραφήθηκαν , άλλα από το φυσικό κι’ άλλα σκηνοθετήθηκαν με βάση την πραγματικότητα. Ένα μέρος των κινημ. ταινιών παραδόθηκαν από το συγγραφέα Νίκο Καρβούνη στον κ. Σκούρα της Εταιρίας Σκούρας – Φίλμ για να προβληθούν στο εξωτερικό, κι ΄έτσι να διαφωτίσουν τη διεθνή κοινή γνώμη πάνω στα κατορθώματα του λαού μας, που ως τότε τα θαύμαζε μόνο από σκόρπιες περιγραφές. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε περισσότερα  για την τύχη εκείνων των φιλμ. Το υπόλοιπο κινημ. και φωτογρ.υλικό, παραδόθηκε στην Κ.Ε του ΕΑΜ. Όπου ακόμα βρισκόμουνα εύκαιρος σχεδίαζα σκηνές, τοποθεσίες και πρόσωπα του αγώνα απ’ τους ηγέτες του ως τους απλούς αντάρτες και τους ανώνυμους λαϊκούς ήρωες.
Στέφανος Σαράφης
Στέφανος Σαράφης
Η μετέπειτα κατάσταση που δημιουργήθηκε έκανε αδύνατη την αξιοποίηση απ’ το ΕΑΜ του υλικού αυτού, και πρώτα απ’ όλα του κινηματογραφικού , με την προβολή του. Έμεναν τα σκίτσα. Μέσα δεν υπήρχαν για να εκδοθούν. Νόμισα ότι είχα καθήκον, τουλάχιστο αυτά να τα αξιοποιήσω με κάποιον τρόπο. Ό,τι έβγαζα βάφοντας στα θέατρα, το ξόδευα στα πανάκριβα και απαραίτητα υλικά. Ένα άλλο μέρος απ’ τα έξοδα μου δόθηκαν από ορισμένους φίλους. Ορισμένα υλικά τα πήρα με πίστωση. Έμαθα λιθογραφία. Ένα χρόνο κλεισμένος στο δωμάτιό μου, τις ώρες που μου μέναν λεύτερες απ’ τη δουλειά για το ψωμί και για μέρος απ’ τα έξοδα της εργασίας τούτης, δούλευα επάνω στους τσίγκους που τυπώθηκαν στο λεύκωμα τούτο. Δυστυχώς όλους όσους σχεδίασα δεν μπήκαν σ’ αυτόν τον τόμο, γιατί δεν χωρούσαν.Άλλοι έγιναν μεγάλοι και άλλοι μικροί όπως δηλαδή ήταν στο αρχικό σχέδιο. Το έργο αυτό θα το συνεχίσω και με τα υπόλοιπα σχέδια. Αν τώρα με την εργασία μου αυτή θα βοηθήσω κι’ εγώ σε κάτι, στην αξιοποίηση της Εθνικής Αντίστασης, θα το θεωρήσω σαν την πιο μεγάλη ηθική ικανοποίηση. Το κίνημα ας το κρίνει.»
Νίκος Παπασταματιάδης
Νίκος Παπασταματιάδης
Στο τέλος του Λευκώματος  πληροφορούμαστε ότι:
«Το πρώτο μέρος του παρόντος τόμου (πενήντα φύλλα) πρωτοεξεδόθη με  τον ίδιο τίτλο  σε τριακόσια αντίτυπα, το 1946, από τα οποία πρόφθασαν και κυκλοφόρησαν ελάχιστα, στην κρίσιμη εκείνη περίοδο.
Στη μάχη
Στη μάχη
Ξανατυπώνεται ήδη το 1964, με το συμπλήρωμα του (δεύτερο μέρος), από ανέκδοτη εργασία του καλλιτέχνη, για ν’ αποτελέση τον πρώτο τόμο της όλης ιστορικής εργασίας του, που προβλέπεται να ολοκληρωθή εκδοτικώς πολύ σύντομα.
Μέτσοβο
Μέτσοβο
Ο Καλλιτέχνης ευχαριστεί θερμά όσους συντελέσανε υλικά και ηθικά στην παρούσα έκδοση, που την άρχισε και την προχώρησε με τα γλίσχρα του μέσα, αλλά με πολλή πίστη και θυσίες…»
Επονίτες στον κοινό αγώνα
Επονίτες στον κοινό αγώνα
Το Συμπλήρωμα του τόμου Ι αρχίζει με το άρθρο του Γιώργου Κοτζιούλα, Τα σχέδια του Δημήτρη, γραμμένο στην Αθήνα το 1946.
Μετσοβίτισσα
Μετσοβίτισσα
«Ο τίτλος δεν είναι για κανένα διήγημα μ’ επίφαση πρωτοτυπίας. Πρόκειται, απλούστερα, για μια σελίδα απ’ τον αγώνα του βουνού. Σχέδια είναι ο γνωστός όρος της ζωγραφικής. Και Δημήτρης ήταν το ψευδώνυμο του καλλιτέχνη , που έτυχε να τον γνωρίσουμε εκεί απάνω κι’ εμείς. Αυτός ο λόγος κυριώτερα μας παρακινεί να του αφιερώσουμε και το σημερινό σημείωμά μας, μ’ όλο που υπάρχουν άλλοι πιο αρμόδιοι τεχνοκρίτες για τη δουλιά ενός ζωγράφου. Αλλά, όταν αυτοί σωπαίνουν αδιάφορα ή μένουν απληροφόρητοι κι’ οι ίδιοι , πέφτει στους άλλους το χρέος να μιλήσουν, έστω και χωρίς το κύρος του ειδικού.
Επικίνδυνη αποστολή
Επικίνδυνη αποστολή
Το χειμώνα, λοιπόν , του 1943, που ήταν ένας απ’ τους πιο σκληρούς για τον πληθυσμό και τ’ αντάρτικο της ορεινής Ηπείρου, μας έκανε την εμφάνισή του στα χιονισμένα Τζουμέρκα ένας λίγο περίεργος ελασίτης, ντυμένος βέβαια χακί, αλλά όχι ένοπλος, κοντακιανός στο ανάστημα, με λεπτό πρόσωπο και μια χλωμάδα συμπαθητική που έδειχνε άνθρωπο πολιτείας. Ο επισκέπτης αυτός , που είχε κρεμασμένο απ’ τον ώμο του αντίς άλλο όπλο ένα πέτσινο σακούλι δεν ήταν άλλος από τον επιλεγόμενο Δημήτρη. Λίγες πληροφορίες μάθαμε άκρες μέσες γι’ αυτόν . Αθηναίος την καταγωγή, ανεψιός του περίφημου Γεράσιμου Βώκου, είχε πάει κι’ ο ίδιος στο Παρίσι να σπουδάσει ζωγραφική. Από κει βρέθηκε ανακατωμένος με τους κοινωνικούς αγώνες κι΄έκανε ένα διάστημα εξορία ή φυλακή. Εκεί μάλιστα είχε πάθει και η υγεία του λίγο. Τώρα είχε ανεβεί κι’ αυτός στα βουνά, μαζί με τόσους άλλους λαϊκούς αγωνιστές, και υπηρετούσε στο Γενικό Στρατηγείο, στο καλλιτεχνικό τμήμα. ( Αυτοί οι αγριάνθρωποι είχαν, βλέπετε, καιρό ν’ ασχολούνται και με την καλλιτεχνία!). Από κει είχε έρθει τώρα αποστολή, αυτός μ’ έναν άλλον, εφοδιασμένοι με ανάλογο υλικό, για να κινηματογραφήσουν πρόσωπα, σκηνές, τοπία του αγώνα. Έκαμαν αρκετή εργασία στα μέρη μας καθώς και σε άλλες περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας και θα ήταν αληθινά εθνική απώλεια αν αυτές οι σπουδαίες ζωντανές μαρτυρίες δεν γινόταν τρόπος να διασωθούν μες στις τόσες περιπέτειες και αναταραχές του πολύμορφου πολέμου που εξακολουθεί να μας βασανίζει, ακόμα.
Χιόνια στην Πίνδο
Χιόνια στην Πίνδο
Κοντά στην κύρια ασχολία του αυτός ο ντελικάτος, μικρόσωμος άνθρωπος που είχε μέσα του τη φλόγα της τέχνης, το δαιμόνιο της δημιουργίας , δεν έπαυε να κρατάει σε πρόχειρα χαρτιά σκίτσα από καπεταναίους και αντάρτες, συνδέσμους, τηλεφωνητές, φορτωμένες γυναίκες, αντιπροσωπευτικές φυσιογνωμίες και χτυπητές φιγούρες  απ’ όλη εκείνη την ολοζώντανη, αεικίνητη πανσπερμία που συγκροτούσε και πλαισίωνε το λαϊκό μας στρατό. Εκεί, σ’ ένα απ’ τα καμένα χωριά, δεν είχαμε ούτε δωμάτια ούτε τραπέζια στη διάθεσή μας. Όλα γίνονταν στο πόδι και στο γόνα. Μ’ αυτή τη μέθοδο εργάστηκε αναγκαστικά κι’ ο Δημήτρης. Έπιανε όποιον τύχαινε μπροστά του, όποιον του χτυπούσε στο μάτι και τον υποχρέωνε σ’ ακινησία, που οι ασυνήθιστοι και πολυάσχολοι  εκείνοι άντρες δύσκολα την υπόμεναν. με λίγες μολυβιές, συγκεντρώνοντας όλη του την ενέργεια στο βλέμμα, τους αποτύπωνε κιόλα στο χαρτί. Ρίχναν κι’ εκείνοι μια ματιά, χαμογελούσαν για την ομοιότητα και λέγανε κάτι, έτσι από αμηχανία:
Βλάσι, χωριό στ' Άγραφα
Βλάσι, χωριό στ’ Άγραφα
– Ε, και τι θα τα κάμεις αυτά;
– Κάποτε θα χρειαστούν, χαμογελούσε ο καλλιτέχνης.
Ανθυπολοχαγίνα του ΕΛΑΣ
Ανθυπολοχαγίνα του ΕΛΑΣ
Κι’ είχε το σκοπό του, όπως αποδείχτηκε. Αφού τα γλίτωσε από καταστροφή την επαύριο της Βάρκιζας καθώς γυρνούσε στην Αθήνα και του τάπιασαν στο δρόμο, μας παρουσίασε πριν από ένα χρόνο περίπου τον πρώτο του τόμο. Λεύκωμα του Αγώνα τ’ ονομάζει. Και βάνει τώρα τ’όνομά του ακέριο: Δημήτρης Μεγαλίδης. Οι τυχεροί που διαθέτουν χρήματα σ’ αυτούς τους ανάποδους καιρούς, μπορούν ν’ αποχτήσουν ένα τέτιο κειμήλιο της αντάρτικης ζωής. Αλλά οι περισσότεροι απ’ όσους θάπρεπε να τόχουν δεν τους περισσεύει να τ’ αγοράσουν και ίσως ούτε το έχουν ιδεί. Εξάλλου τόσοι και τόσοι από τους φυσικούς αγοραστές του λείπουν στα μπουντρούμια, στα ξερονήσια, ακόμα και απάνω στα βουνά. Οι άλλοι, οι ελεύθεροι να πούμε, γυρίζουν στην Αθήνα παυμένοι, άνεργοι, παρίες, χωρίς να διαθέτουν ούτε τα μέσα ούτε τον καιρό για να ξεφυλλίζουν λευκώματα. Και τέτια έντυπα στοιχίζουν ακριβά με τις τόσο υψωμένες τιμές των τυπογραφικών.
Καραούλι
Καραούλι
Η συλλογή αυτή του Μεγαλίδη – ένα μέρος μονάχα του συνόλου – είναι κάτι το μοναδικό και στη σύλληψη και στην εκτέλεσή της. Δεν είναι μόνο οι δυσκολίες που είχε να ξεπεράσει για να συλλέξει επί τόπου το υλικό του, γνήσιο κι’ αχνιστό, μες απ’ τη λάβα των γεγονότων ακόμα. Παραλείπουμε και τις προφυλάξεις που έπρεπε να πάρει για να το διασώσει από τα χέρια βανδάλων. Και σταματούμε μονάχα στο σημείο που χρειάστηκε να το τυπώσει. Με τι κεφάλαια θα γινόταν αυτό; Αν τα πλήρωνε όλα στους τεχνικούς, απαιτούνταν ολόκληρη περιουσία. Τότε αυτός ο χλωμός, ο αδύνατος άνθρωπος βρήκε την υπομονή να επιτελέσει ένα άλλο κατόρθωμα . Σκύβοντας ολημέρα στη μοναχική κάμαρά του επίμονος, προσεχτικός, ακατάβλητος, ξεσήκωνε μια – μια τις ίδιες εκείνες γραμμές απάνω στο μέταλλο. Έμαθε ο ίδιος επίτηδες Λιθογραφία! Έτσι το μεγαλύτερο μέρος απ’ τα έξοδα είχε εξουδετερωθεί. Τα υπόλοιπα βρέθηκαν απ’ τις οικονομίες φιλόστοργης αδερφής, μιας εργαζόμενης κοπέλας. Το χαρτί δόθηκε με πίστωση. Κι’ έτσι βγήκε το βιβλίο, ανώτερο από κάθε προσδοκία. Όσο να γίνουν όμως αυτά, με το καθημερινό σκύψιμο και το τρέξιμο στα τυπογραφεία ο ευαίσθητος οργανισμός του καλλιτέχνη δέχτηκε νέον κλονισμό. Σφράγισε ένα έργο τέχνης με το αίμα της καρδιάς του.
lefkoma15
Τι περιέχει τώρα το λεύκωμα; Οι χαλκογραφίες του και οι λίγες ξυλογραφίες αγκαλιάζουν με το πρώτο όλα σχεδόν τα στοιχεία του αντάρτικου, στρατό και πολίτες, από την εκρηχτική προσωπικότητα του Άρη , άξονα και μαγνήτη μαζί, ως την ανώνυμη γυναίκα του Μετσόβου με το κεφάλι της Ήρας και το αρχαϊκό τσεμπέρι. Τα πρόσωπα μιλούν, οι τραχιές όψες με τις γενειάδες και τα φυσεκλίκια μάς φέρνουν σε μιαν άλλη εποχή, σ’ έναν  κόσμο που μας φαίνεται πια μακρινός, ενώ τον ζούσαμε ως τα πρόπερσι μ’ όλα τα δυνατά μας. Αυτοί οι αξιωματικοί, οι καπεταναίοι με τα; ψευδώνυμα , οι αυστηροί  Μαυροσκούφηδες είναι ο καθένας τους από μια ζωντανή ιστορία. Εκείνον τον καιρό γινόταν στην ύπαιθρο μια κοσμογονία και όλα έπαιρναν νέο νόημα, νέο σχήμα. Παράγοντες αυτής της αλλαγής ήταν τόσο τα κεφάλια – στρατηγοί, δεσποτάδες, οπλαρχηγοί, όσο κι’ ο ξεσηκωμένος λαός που ζητούσε διπλή λευτεριά. Στον τόμο τούτο υπάρχουν περισσότερο  οι πρώτοι, απεικονισμένοι με ρεαλισμό, με πιστότητα, μα δεν ξεχνιούνται κι’ οι άλλοι, μονάδες από το πλήθος, που φυλάγονται για τα ερχόμενα τεύχη.
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Γενικά το λεύκωμα του Μεγαλίδη αποτελεί ένα ζωντανό μνημείο, μια ασύγκριτη πινακοθήκη για όσους θέλουν να θυμηθούν ή να γνωρίσουν μια εποχή που αποτελεί το κορύφωμα της ένδοξης πορείας του έθνους μας. Δεν πιστεύω να με παρασύρει στην κρίση μου το προηγούμενο της φιλίας, αλλά ελπίζω πως ανάλογη με την ιστορική, την επικαιρική, θα είναι και η καθαυτό καλλιτεχνική αξία του έργου. Κι’ ούτ’ έχει πολλή σημασία αν σήμερα με το βρυκολάκιασμα νεκρών θεσμών και αντιπροσώπων τους, οι άνθρωποι της αντίστασης βρίσκονται σε διωγμό και τα έργα τους τσαλαπατιούνται. Ζυγώνει ο καιρός που με τη νίκη του λαού κάθε άξιο θα πάρει τη θέση του και οι τεχνίτες οι αφοσιωμένοι στην υπόθεση της προόδου θα ενισχυθούν ώστε να εκπληρώσουν στο ακέραιο την αποστολή τους. Όσο για σήμερα το παράδειγμα του Δημήτρη ας πάρει μπροστά στα μάτια μας τη σημασία που έχει – σαν πράξη αυτοθυσίας ενός αγνού ιδεολόγου. Αυτό θα είναι και για τον ίδιον η μεγαλύτερη ικανοποίηση και αμοιβή, αφού δε μπορεί να γίνει τίποτε άλλο από μέρους μας απέναντί του.»
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Γεύμα στα Φουρνά Ευρυτανίας (λεπτομέρεια)
Αντάρτες και Αντάρτισσες
Αντάρτες και Αντάρτισσες
Εξόρμησις
Εξόρμησις
Για τους αντάρτες
Για τους αντάρτες

lefkoma24Δημήτρη Μεγαλίδη, Λεύκωμα του Αγώνα, ΕΑΜ – ΕΛΑΣ 1941 – 1946. Σχέδια – Λιθογραφίες – Ξυλογραφίες, τόμος Ι, Αθήνα 1946  και Συμπλήρωμα τόμου Ι Αθήνα 1964. Δίγλωσση έκδοση σε ελληνικά και γαλλικά.

"Ρίζα ρίζα ο αγώνας ριζώνεται, δένει, με ιδρώτα, με θυσίες και αίμα θεριεύει,..".

Θα `ρθει μέρα να καρπίζουν για όλους οι κάμποι
και ο ήλιος ν΄ ανατέλλει, για όλους να λάμπει, 
τότε κι εμείς θα τραγουδάμε, 
πάει χαλάλι ο αγώνας, θα τραγουδάμε.

Άιντε βιαστείτε να ετοιμαστούμε
πριν έβγει ο ήλιος ν΄ ανταμωθούμε
τη νέα, να ιδούμε, μέρα
με ήλιο πέρα ως πέρα.

Ρίζα ρίζα ο αγώνας ριζώνεται, δένει, 
με ιδρώτα, με θυσίες και αίμα θεριεύει, 
γι΄ αυτό κι εμείς θα τραγουδάμε, 
πάει χαλάλι η ζωή μας θα τραγουδάμε.

Άιντε βιαστείτε να ετοιμαστούμε
πριν έβγει ο ήλιος ν΄ ανταμωθούμε
τη νέα, να ιδούμε, μέρα
με ήλιο πέρα ως πέρα.

Στίχοι: Θωμάς Μπακαλάκος
Μουσική: Θωμάς Μπακαλάκος

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

Λογοτεχνία στρατευμένη στο πλευρό των φτωχών και καταπιεσμένων, στην υπηρεσία του σοσιαλιστικού οράματος

Η ομιλία της Σοφίας Χατζηκυριάκου – Βώττη, εκπαιδευτικού, στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας (δείτε αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ).
Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.

Καλησπέρα σας,

Μια μικρή προσέγγιση στο λογοτεχνικό έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) θα επιχειρήσω να κάνω απόψε. Είναι αλήθεια ότι πριν λίγα χρόνια ο συγγραφέας και η προσωπικότητα του μού ήταν άγνωστοι.  Πολλές φορές όμως ευτυχείς συγκυρίες μάς οδηγούν στην γνωριμία με συγγραφείς και βιβλία άγνωστα πριν. Στην επαφή μαζί τους ανακαλύπτουμε κρυμμένους θησαυρούς που όταν έρχονται στην επιφάνεια διαπιστώνουμε την ανεκτίμητη αξία τους.

Ένας τέτοιος συγγραφέας είναι ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) και κρυμμένοι θησαυροί τα βιβλία του. Κάθε βιβλίο του και μια πολύτιμη ψηφίδα που μας βοήθησε να σχηματίσουμε την εικόνα του λογοτέχνη Κώστα Μπόση.

Σπουδαίος λογοτέχνης, αλλά άγνωστος εξ αιτίας της πολιτικής προσφυγιάς. Αν και ανήκει στη νέα γενιά των λογοτεχνών που ξεπήδησαν μέσα από τους αγώνες του λαού μας στην Κατοχή και στην Αντίσταση, το κυρίως λογοτεχνικό του έργο εντάσσεται στην πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων.

Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε από τους λογοτέχνες εκείνους που βρέθηκαν στις λαϊκές δημοκρατίες μετά την ήττα του ΔΣΕ. Οι λογοτέχνες αυτοί εμπνέονταν από την Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο, τις φυλακίσεις και τις εξορίες των κομμουνιστών στην Ελλάδα. Μερικοί αναφέρονται και στην προπολεμική περίοδο θέλοντας να παρουσιάσουν τις συνθήκες που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Υπάρχει και μια μικρή ομάδα έργων που αναφέρεται στη ζωή των πολιτικών προσφύγων στις χώρες που ζούσαν. Κοινή προσπάθειά τους η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Τα έργα τους δεν έγιναν γνωστά στην Ελλάδα, εκτός από ορισμένα, λόγω της θεματολογίας τους και των ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών στην επικοινωνία τους με την πατρίδα. Επιπλέον αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η λογοτεχνική παραγωγή των πολιτικών προσφύγων και οι εκδόσεις τους υποχωρούν σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί το έργο των λογοτεχνών στην Ελλάδα. Πολλά από τα έργα των πολιτικών προσφύγων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε ελληνικό έδαφος και ελάχιστα εκδόθηκαν μετά από χρόνια. Έτσι παρέμειναν άγνωστα. Πολλοί ήταν οι λογοτέχνες – πολιτικοί πρόσφυγες. Οι πιο γνωστοί από αυτούς, εκτός του Κώστα Μπόση, είναι: ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Αλέξης Πάρνης, η Έλλη Αλεξίου, ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, η Μέλπω Αξιώτη, η Άλκη Ζέη, ο Δημήτρης Χατζής, ο Δήμος Ρεντής, ο Τάκης Αδάμος κ.ά.

Ο Κώστας Μπόσης ΕΛΑΣίτης στο πρώτο αντάρτικο και μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στο δεύτερο ακολούθησε τους δρόμους της πολιτικής προσφυγιάς μετά την ήττα. Ο δρόμος τον βγάζει πρώτα στην Τασκένδη και στη συνέχεια στη Ρουμανία. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές και επηρεάζουν καταλυτικά τη ζωή του και το λογοτεχνικό του έργο.

Τον Οκτώβριο του 1951 δημιουργήθηκε το Τμήμα Λογοτεχνικών Εκδόσεων το οποίο ήταν υπεύθυνο για τα λογοτεχνικά έργα που θα τυπώνονταν. Αυτό το Τμήμα το Δεκέμβριο του 1953 μετεξελίχθηκε σε Λογοτεχνικό Κύκλο και η έδρα του μεταφέρθηκε στο Ντεζ της Ρουμανίας το 1955. Ο Κώστας Μπόσης αυτή την εποχή είναι μέλος της Επιτροπής Διαφώτισης της ΚΕ του ΚΚΕ. Η ΕΔ ήταν το βασικό βοηθητικό όργανο της ΚΕ για τα ιδεολογικά ζητήματα και έπαιξε σημαντικό ρόλο τόσο στην ιδεολογική ενίσχυση των μελών και των στελεχών του Κόμματος στην πολιτική προσφυγιά όσο και στην ενδυνάμωση τους σε σχέση με την εχθρική προπαγάνδα.

Επιπλέον ορίστηκε υπεύθυνος του ΛΚ. Τη θέση αυτή κατείχε και το χρονικό διάστημα 1957 -1959. Η δουλειά του ΛΚ ήταν να παρακολουθεί και να παρεμβαίνει στα λογοτεχνικά δρώμενα της Ελλάδας αλλά και να παροτρύνει τους πρόσφυγες λογοτέχνες να δημιουργήσουν πρωτότυπα έργα. Στα βασικά καθήκοντα του ΛΚ ήταν να εκφράζει τη γνώμη του για τα έργα που στέλνονταν προς έκδοση στην ΕΔ, να κάνει βιβλιοπαρουσιάσεις και εκπομπές στο ΡΣ της Ελεύθερης Ελλάδας.

Τα μέλη του ΛΚ έκριναν τα λογοτεχνικά έργα συναδέλφων τους αλλά κρίνονταν και τα δικά τους και δεν ήταν λίγες οι φορές που απορρίπτονταν ή επανεξετάζονταν. Μέσα σε αυτό το κλίμα της αλληλοκριτικής έγραφαν οι λογοτέχνες και ο ίδιος ο Μπόσης.

Επιπλέον οι συγγραφείς ακολουθούσαν τις αρχές μιας νέας λογοτεχνίας που είχε ως πρότυπο τη σοβιετική λογοτεχνία. Σκοπός της ήταν να καλλιεργήσει την ενεργητική συμμετοχή των συγγραφέων στη ζωή, τη μαχητική και αγωνιστική δράση τους για την υπεράσπιση των συμφερόντων του λαού και των σοσιαλιστικών ιδανικών με κύριο στόχο τη δημιουργία του νέου ανθρώπου. Στα πλαίσια αυτά η λογοτεχνία προσπαθούσε να αποδώσει με καλλιτεχνικά μέσα την πραγματικότητα και να προβάλει θετικούς ήρωες.

Αυτό θα πρέπει να το έχουμε υπόψη όταν διαβάζουμε ή μελετάμε το έργο του Κώστα Μπόση και των άλλων λογοτεχνών πολιτικών προσφύγων.

Ο Κώστας Μπόσης με το λογοτεχνικό του έργο υπηρετεί τη λεγόμενη πατριωτική, αγωνιστική λογοτεχνία. Αντλεί τα θέματά του από τους αγώνες του λαού μας, την αντίσταση και τις θυσίες του για μια καλύτερη ζωή.

Οι ήρωές του είναι βγαλμένοι από τους απλούς ανθρώπους του τόπου του, του μικρού χωριού ή της μικρής πόλης. Άνθρωποι καθημερινοί με τις αδυναμίες, τα πάθη και τα λάθη τους. Ανάμεσά τους όμως αναδεικνύονται εκείνοι που κάνουν την υπέρβαση και προχωρούν μπροστά αντιπροσωπεύοντας το πιο προοδευτικό, συνειδητοποιημένο, ζωντανό και μαχητικό κομμάτι της κοινωνίας. Άνθρωποι ζωντανοί που ερωτεύονται, αγαπούν, πονούν, χαίρονται και επειδή αγαπούν τη ζωή αγωνίζονται για το κοινωνικό καλό χωρίς να υπολογίζουν τις θυσίες, τα βάσανα και τις στερήσεις. Πρωταγωνιστική θέση κατέχουν στα μυθιστορήματά του και διάφορα ζευγάρια με τους έρωτες, τις αγάπες και τις προδοσίες τους αλλά κυρίως τα ζευγάρια εκείνα που κατορθώνουν να διαμορφώσουν ποιοτικές σχέσεις ανάμεσά τους και να αντέξουν στις δυσκολίες και τις αντιξοότητες της ζωής και του αγώνα.

Καλός γνώστης των καημών, των πόθων και των ονείρων των ανθρώπων του λαού αποτυπώνει με δυνατό ρεαλισμό τη ζωή τους με τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις τους αισιοδοξώντας πάντα για τον ερχομό καλύτερων ημερών και μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Ο ρεαλισμός αυτός αποτυπώνεται λογοτεχνικά με τις πολύ δυνατές, πλούσιες και λεπτομερείς περιγραφές τόπων και τοπίων, με οπτικές και ακουστικές εικόνες παρμένες από την ιδιαίτερη πατρίδα του, με τις εκπληκτικής ομορφιάς και δύναμης αντιθέσεις της φύσης και της ζωής των ανθρώπων, με τους διαλόγους και τους μονολόγους που ζωντανεύουν το κείμενο και προκαλούν συγκίνηση και δυνατά συναισθήματα καθώς μας επιτρέπουν να παρακολουθούμε τις εξωτερικές αντιδράσεις των ηρώων αλλά και τις πιο μύχιες σκέψεις τους, με τον λυρισμό, το πλούσιο λεξιλόγιο και τη χρήση της ντοπιολαλιάς.

Ανασυσταίνει πρόσωπα, γεγονότα, τόπους και παρουσιάζει την εξέλιξη των ηρώων του μέσα στο χρόνο και υπό την επίδραση των ιστορικών γεγονότων και των κοινωνικών αγώνων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε όλα τα έργα του θέτει ζητήματα της ποιότητας της ιδεολογικής δουλειάς που στόχο έχει πάντα τη διαμόρφωση της συνείδησης και τη διάπλαση του νέου ανθρώπου.
Οικονομικές αντιθέσεις, κοινωνικές συγκρούσεις, πολιτικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις κυριαρχούν στο σύνολο του έργου του. Δεν παρουσιάζει ωραιοποιημένες καταστάσεις αλλά δίνει ανάγλυφα τους ανθρώπινους χαρακτήρες με τις αδυναμίες τους και τις κάθε είδους πιέσεις που δέχονται και τις ιδεολογικές συγχύσεις. Δεν μένει όμως εκεί, σε αδιέξοδες καταστάσεις. Οι βασικοί του ήρωες ξεχωρίζουν, είναι ιδεολόγοι, ευαίσθητοι, γιατί είναι μάχιμοι κομμουνιστές.

Η λογοτεχνία του δεν είναι ουδέτερη αλλά στρατευμένη στο πλευρό των φτωχών και καταπιεσμένων, στην υπηρεσία του σοσιαλιστικού οράματος, της διαπαιδαγώγησης ενός ανθρώπου απαλλαγμένου από τα ελαττώματα, τις αρχές και τα στερεότυπα της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Το μόνο έργο που έγραψε στην Ελλάδα ο Κώστας Μπόσης είναι το Χρονικό Άη – Στράτης, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941. Εξόριστος και ο ίδιος σε νεαρή ηλικία βίωσε το τρομακτικό μαρτύριο της πείνας. Από την εξορία λοιπόν ο Κώστας Μπόσης ανέδειξε με τη λογοτεχνική του πένα τα γεγονότα, κατέθεσε ένα έργο σπαρακτικό, μια συγκλονιστική μαρτυρία για τη ζωή των εξορίστων και το μαρτύριο στο οποίο υπεβλήθησαν με μοναδικό στόχο την εξόντωση τους με την εφαρμογή ενός οργανωμένου σχεδίου από τους δεσμοφύλακες τους που προκάλεσε την πείνα και οδήγησε στο θάνατο 33 εκτοπισμένους.

Το βιβλίο τυπώθηκε το Μάρτη του 1947 για λογαριασμό του Εκδοτικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ. Ανατυπώθηκε το 1948. Οι Ιστορικές Εκδόσεις το ανατύπωσαν επίσης το 1977. Για πολλά χρόνια ήταν χαμένο. Επανεκδόθηκε το 1995. Ο κ. Χρήστος Νταβαντζής, που απόψε βρίσκεται εδώ ανάμεσά μας, είχε την ιδέα και ήταν ο πρωτεργάτης της επανέκδοσης αυτής.

Η παρουσία του Κώστα Μπόση στη λογοτεχνική δημιουργία των πολιτικών προσφύγων αρχίζει το 1952 με τη συμμετοχή του στον τόμο Πεζογράφοι της Αντίστασης.

Το 1953 τυπώνεται το Εμείς θα νικήσουμε, βγαλμένο από την εποποιΐα του Γράμμου. Μαχητής ο ίδιος του ΔΣΕ στο Γράμμο είχε προσωπική εμπειρία των σκληρών μαχών και της αυτοθυσίας των μαχητών μπροστά σε υπέρτερες δυνάμεις. Νουβέλα που προβάλλει τον ηρωικό αγώνα του ΔΣΕ, προβληματίζει και επισημαίνει τα προβλήματα και τις αντίξοες συνθήκες μέσα στις οποίες πολέμησαν χωρίς να λείπουν οι προσωπικές και οι ιδεολογικές συγκρούσεις και αφήνει ένα μήνυμα αισιοδοξίας για τη συνέχεια των αγώνων ακόμα και αν οι μάχες χάθηκαν και οι άνθρωποι σκοτώθηκαν.

Το 1956 εκδόθηκε ο α΄τόμος του μυθιστορήματος Δύσκολες μέρες. Ο Μπόσης με μεγάλη ρεαλιστικότητα, ζωντάνια και αφηγηματική δεινότητα γράφει για τις μέρες που ακολούθησαν από την υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας μέχρι και την πρώτη εποχή της οργάνωσης του δεύτερου αντάρτικου. Η εποχή της τρομοκρατίας στην ύπαιθρο και στα ορεινά χωριά με τη δράση των ληστοσυμμοριτών να σπέρνει το φόβο και τη βία στους ανθρώπους που πολέμησαν με το ΕΑΜ και υποστήριζαν το ΚΚΕ. Γεγονότα που τα βίωσε και ο ίδιος ο Μπόσης στην περιοχή της Άρτας μετά την απελευθέρωση.

Το 1962 είναι η χρονιά που εκδίδεται το μυθιστόρημα …και το τραίνο τραβούσε για τα ξεχερσώματα. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια πολιτεία στη Σοβιετική Ένωση, την περίοδο 1949 – 1953, σ’ ένα συνοικισμό ελλήνων πολιτικών προσφύγων.

Οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι μαχητές του ΔΣΕ που βρέθηκαν σε αυτό τον τόπο πολιτικοί πρόσφυγες. Μέσα από τη δράση τους και την προσπάθεια προσαρμογής τους στο νέο περιβάλλον ο Μπόσης δείχνει με καθαρό και τολμηρό τρόπο τις αντιφάσεις, τις συγκρούσεις, τις απογοητεύσεις από αδυναμίες και λάθη είτε του Κόμματος είτε των Σοβιετικών και την προσπάθεια της διαμόρφωσης των ανθρώπων με τη διαπαιδαγώγησή τους στις αρχές και της αξίες της σοσιαλιστικής ιδέας και κοινωνίας.

Την επόμενη χρονιά το 1963 έγραψε και άλλο μυθιστόρημα με τίτλο Ο Κραβαρίτης. Το έργο απορρίφθηκε από το ΛΚ και εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1983. Ο Μεσοπόλεμος, η δικτατορία του Μεταξά, η Κατοχή και η Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ είναι οι χρονικές και ιστορικές στιγμές από τις οποίες αναδύονται και συγκρούονται οι άνθρωποι του μόχθου και οι άνθρωποι της εξουσίας. Από αυτούς τους δύο κόσμους ξεπροβάλλουν εκείνοι οι άνθρωποι που ορθώνουν το ανάστημά τους, συνειδητοποιούνται, αντιστέκονται, αγωνίζονται, έχουν όραμα και διεκδικούν μια νέα κοινωνία, ονειρεύονται μια καλύτερη ζωή.

Πολλά χρόνια μετά και ενώ η Ελλάδα στενάζει από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, το 1971, έγραψε ένα ακόμα μεγάλο μυθιστόρημα, Ο Θωμάς ο Καρατζάς, το οποίο εκδόθηκε στην Αθήνα το 1978. Πρόκειται για μια τοιχογραφία της νεότερης ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας από το 19ο αιώνα έως και τα μεταπολεμικά χρόνια. Παράλληλα με την πορεία των ηρώων του παρακολουθούμε και την διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του συγγραφέα. Με τη φωνή των προσώπων του μυθιστορήματος αναπτύσσει τις απόψεις του σε κρίσιμα ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος και των γεγονότων που ακολούθησαν την Εθνική Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο.

Το τελευταίο βιβλίο που έχουμε στα χέρια μας είναι οι Αναμνήσεις. Εκδόθηκε στην Ελλάδα το 1978 και είναι ιδιωτική έκδοση. Πρόκειται για μια συλλογή διηγημάτων, αφιερωμένη από τον ίδιο στο χωριουδάκι του τη Χώσεψη. Στα διηγήματα αυτά πρωταγωνιστούν άνθρωποι καθημερινοί, συναγωνιστές και σύντροφοί του. Ο συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες τους που ταυτίζονται με τους δρόμους της ζωής τους. Συγχρόνως παρουσιάζει την ιστορία ενός τόπου, εξηγεί την προέλευση ενός ονόματος, περιγράφει ένα γεγονός. Δεν αρκείται όμως μόνο σ’ αυτό αλλά επεκτείνεται σε πολιτικές αναλύσεις, ψάχνει τα αίτια, προσδιορίζει τις συνέπειες, τοποθετεί τα πάντα στις πολιτικές τους διαστάσεις συνδέοντάς τα με τους αγώνες του λαού σε διάφορες ιστορικές στιγμές και η ματιά του ακολουθεί τους ιδεολογικούς δρόμους της κομμουνιστικής κοσμοθεωρίας.

Οι αναμνήσεις συνίστανται στο γεγονός ότι όλες αυτές οι ιστορίες διαδραματίζονται και εξελίσσονται μέσα σε χώρους και τόπους που συνδέονται με την ιδιαίτερη πατρίδα του Μπόση και τους αγώνες του. Η κάθε αυτοτελής ιστορία εικονογραφεί τη φτώχεια, τη στέρηση, τη βιοπάλη, τις κοινωνικές συγκρούσεις, τις πολιτικές απόψεις, τις ιδεολογικές διαμάχες των πρωταγωνιστών. Μέσα από τη δράση των ηρώων ακούγεται η προσωπική φωνή του Μπόση καθαρή, χαμηλή, ήσυχη και σεμνή. Αυτή η αφήγηση και η έμμεση συμμετοχή δικαιολογεί τον τίτλο «Αναμνήσεις».

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι το λογοτεχνικό έργο του Κώστα Μπόση στο μεγαλύτερο μέρος του δεν είναι ακόμα γνωστό. Ο Κραβαρίτης και ….και το τραίνο τραβούσε για τα ξεχερσώματα είναι τα μόνα βιβλία που μπορεί να βρει κανείς στα ράφια κάποιων βιβλιοπωλείων. Αυτά τα δύο διατίθενται και στο χώρο της εκδήλωσης.Τα υπόλοιπα είναι δυσεύρετα ακόμη και στα παλαιοβιβλιοπωλεία. Κάποια δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στην Ελλάδα και είναι σπάνια.

Αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα και έχει σχέση με την εκδοτική γραμμή των διαφόρων οίκων. Επειδή όμως τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε μια εκδοτική προσπάθεια στα πλαίσια της ανάδειξης έργων της αγωνιστικής λογοτεχνίας και της γνωριμίας τους με αυτά περισσοτέρων ανθρώπων και ιδιαίτερα των νέων καλό θα ήταν να δοθεί προσοχή στο λογοτεχνικό έργο του Κώστα Μπόση και να υπάρξει ενδιαφέρον για την επανέκδοσή του.

Δεν μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε ότι είναι και άγνωστο. Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει προσπάθειες να γίνει ευρύτερα γνωστό το έργο και η προσωπικότητα του και σε αυτό έχει συμβάλει θετικά το διαδίκτυο.

Απόψε η παρουσία του γεμίζει αυτή την αίθουσα μέσα στην οποία στάθηκε νέος δάσκαλος κάποτε με αγάπη για τα παιδιά και όρεξη να τους διδάξει την αλήθεια . Μπορούμε να τον φανταστούμε να ανεβαίνει πάλι στην έδρα και να ακούσουμε τη φωνή του με νεανική ζωντάνια αλλά και σεμνότητα να μας λέει τούτα τα λόγια τα δικά του:

«… Κείνο το όνειρο της νιότης μένει ακόμα όνειρο…Για τα μεγάλα όνειρα δε φτάνει η ζωή και οι αγώνες μιας γενιάς…Μόνο με την ψήφο στις εκλογές και μια συνδρομή στο σωματείο τα όνειρα δεν πρόκειται να γίνουν πραγματικότητα…»

«Ο αγώνας συνεχίζεται. Πιο απότομη γίνεται η ανηφόρα…»
Αναδημοσίευση από ΑΤΕΧΝΩΣ

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

«Κατηγορηθείς επί κομμουνισμώ…εξηκολούθει να διατηρή τας ανατρεπτικάς του ιδέας δι’ ας εξετοπίσθη…»

Η ομιλία του Νίκου Πουρναρά, εκ μέρους του ηλεκτρονικού περιοδικού ΑΤΕΧΝΩΣ, στην εκδήλωση τιμής και μνήμης για τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση), που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 23 Γενάρη 2016 στην Ανέζα Άρτας (δείτε αναλυτικό φωτο-ρεπορτάζ ΕΔΩ).
Την εκδήλωση διοργάνωσαν ο Σύλλογος Δασκάλων και Νηπιαγωγών Νομού Άρτας, ο Σύλλογος Γυναικών Αμβρακικού και το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ.

Καλησπέρα και καλώς ορίσατε, σας ευχαριστώ που βρίσκεστε εδώ.

Θα ξεκινήσω ευχαριστώντας αυτούς που χωρίς τη συμμετοχή τους δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί τούτη η εκδήλωση. Τον Σύλλογο Δασκάλων και Νηπιαγωγών Ν. Άρτας και ιδιαίτερα τον πρόεδρο Γιώργο Μαργώνη και τον Σωτήρη Γούσια που από την πρώτη στιγμή αγκάλιασαν την πρότασή μας. Τις γυναίκες της Ανέζας, τον Σύλλογο Γυναικών Αμβρακικού και την πρόεδρό του Αλέκα Χουλιάρα για την ανταπόκριση και την ζεστή –ηπειρώτικη- φιλοξενία στον θαυμάσιο αυτό χώρο. Εκτός των άλλων, μας προσφέρουν και τα εδέσματα που θα απολαύσουμε στο τέλος της εκδήλωσης. Τον ενενηντάχρονο έφηβο Χρήστο Νταβαντζή που με χαρά δέχτηκε να μας μιλήσει για τον συναγωνιστή και φίλο του και, παρά τα προβλήματα υγείας, ταξίδεψε από την Αθήνα ειδικά για την εκδήλωσή μας. Την φίλη Σοφία Χατζηκυριάκου – Βώττη που ήρθε από τα Γιάννενα για να μας μιλήσει για το λογοτεχνικό έργο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση). Τα μέλη του Συλλόγου Δασκάλων και Νηπιαγωγών Ν. Άρτας που θα διαβάσουν αποσπάσματα από βιβλία του. Τους φοιτητές από το Τμήμα Λαϊκής και Παραδοσιακής Μουσικής του ΤΕΙ Ηπείρου που θα «ντύσουν» μουσικά την εκδήλωση. Τις εκδόσεις και το βιβλιοπωλείο «Σύγχρονη Εποχή» που πρόσφεραν σε προσιτές τιμές για την εκδήλωσή μας τα βιβλία του Κώστα Μπόση (μπορείτε να τα προμηθευτείτε από το τραπεζάκι δίπλα στην είσοδο). Για την πολύτιμη συμβολή τους ευχαριστούμε τους φίλους Λάμπρο Θεμελή, Κώστα Τραχανά, Χριστίνα Κλωνιζάκη, Μπάμπη Ζαφειράτο και όλους όσοι έβαλαν έστω ένα λιθαράκι για να πραγματοποιηθεί αυτή η εκδήλωση. Αξίζουν όλοι το χειροκρότημά μας.

Το ηλεκτρονικό περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ την προηγούμενη βδομάδα συμπλήρωσε έναν χρόνο κυκλοφορίας. Το μότο μας είναι, όχι τυχαία, «Τέχνη είναι οι αγώνες του λαού»· δίνουμε μεγάλη βαρύτητα στο να προβάλλουμε θέματα που αφορούν τον λαϊκό μας πολιτισμό. Αυτό εκφράζεται μέσα από την αρθρογραφία των συνεργατών μας, συνεντεύξεις με ανθρώπους των Γραμμάτων και της Τέχνης, παρουσίαση και κάλυψη πολιτιστικών γεγονότων και εκδηλώσεων κλπ. Η σημερινή εκδήλωση δεν είναι η πρώτη που (συνδι)οργανώνουμε. Μέσα από εκδηλώσεις σαν την αποψινή φιλοδοξούμε να φέρουμε σε επαφή όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο με δημιουργούς που με τη ζωή και το έργο τους υπηρέτησαν τα συμφέροντα του λαού και σημάδεψαν τον πολιτισμό του. Η πρότασή μας να τιμήσουμε τον Κώστα Πουρναρά (Μπόση) και μαζί να τον τιμήσει ο τόπος του 80 χρόνια μετά το πέρασμά του, ως δάσκαλος, από αυτόν εδώ τον χώρο που μας φιλοξενεί, αντικατοπτρίζει το χρέος μας, όπως εμείς το αισθανόμαστε, να προβάλουμε το πλούσιο κοινωνικό και λογοτεχνικό έργο ενός ανθρώπου, που με την διαδρομή του άφησε ανεξίτηλα ίχνη στους αγώνες και την τέχνη του λαού. Αυτά τα ίχνη πιστεύουμε ότι αξίζει να τα διαφυλάξουμε και να τα παραδώσουμε στις νεώτερες γενιές. Και αυτόν τον σκοπό θα συνεχίσουμε, ως περιοδικό ΑΤΕΧΝΩΣ, με τις όποιες δυνάμεις μας, να υπηρετούμε.

Με τις λέξεις που λέμε και γράφουμε δεν καταφέρνουμε πάντα να πούμε όλα όσα θέλουμε. Η ομιλία αυτή θα προσπαθήσει να σας μεταφέρει μερικές όψεις της ζωής, της αγωνιστικής διαδρομής, της προσωπικότητας του Κώστα Πουρναρά (Μπόση). Τα στοιχεία είναι αποτέλεσμα έρευνας που ξεκίνησε πριν από σχεδόν πέντε χρόνια και συνεχίζεται.

Ο Κώστας Πουρναράς γεννήθηκε το 1908 στη Χώσεψη (σημερινή ονομασία Κυψέλη) Άρτας. Γονείς του, ο Δημήτριος Κωνσταντίνου Πουρναράς, άνθρωπος με προοδευτικές αντιλήψεις και ενδιαφέρον για τα κοινά και η Γιαννούλα Τσιρώνη, που είχαν συνολικά εφτά παιδιά. Η οικογένειά του, αν και δεν ήταν πλούσια, βρισκόταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από τις περισσότερες οικογένειες του χωριού. Ενός ορεινού χωριού χτισμένου σε γη σκληρή και άγονη, με τους κατοίκους του να ζουν στη φτώχεια και να υποφέρουν από τις ελλείψεις ακόμα και βασικών αγαθών. Αυτό βέβαια δεν ίσχυε για όλους. Την ανέχεια, την πείνα, την ξυπολυσιά, τη βαριά χειρωνακτική εργασία χωρίς ουσιαστική ανταμοιβή και την αμορφωσιά αντίκριζαν, μαζί με τα πρώτα χρώματα της ζωής, οι περισσότεροι κάτοικοι των ορεινών χωριών των Τζουμέρκων -και της Χώσεψης- και μ’ αυτές τις συνθήκες πορεύονταν μέχρι να κλείσουν τα μάτια τους. Πολλοί αναγκάζονταν να ξενιτευτούν για να βρουν καλύτερη μοίρα, για το μεροκάματο –κατά κανόνα- ή για να σπουδάσουν, και όσοι έμεναν πίσω μακάριζαν αυτούς που κατάφερναν να φύγουν. Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε στο δημοτικό σχολείο της Ράμιας, ενός χωριού δίπλα στη Χώσεψη, ενώ το 1926 αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Άρτας με τον βαθμό 9 «πάνυ καλώς». Η ενασχόλησή του με τα γράμματα δεν τον απομάκρυνε από τις δουλειές της οικογένειας, στα χωράφια και τα ζώα. Τον ελεύθερο χρόνο του τον διέθετε για να βοηθάει κυρίως στα πρόβατα, μια δουλειά δύσκολη που όμως την αγαπούσε πολύ.

Πνεύμα ανήσυχο και ασυμβίβαστο, ο Κώστας Πουρναράς διακρίνει από νωρίς την κοινωνική ανισότητα, την φτώχεια και την δυστυχία που βίωνε η πλειονότητα των συχωριανών του, καταλαβαίνει ότι ο κόσμος δεν είναι όπως τον παρουσιάζουν τα σχολικά βιβλία, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές του και αρνείται να αποδεχτεί την κυρίαρχη αντίληψη πως «έτσι ήταν ο κόσμος πάντοτε, έτσι είναι και σήμερα, έτσι θα είναι και αύριο, έτσι τον έφτιαξε ο θεός…», όπως θα γράψει αργότερα στο βιβλίο του «Ο Κραβαρίτης». Οι προοδευτικές αντιλήψεις του πατέρα του, η οικονομική δυνατότητα της οικογένειας, η φιλομάθειά του αλλά και η αγάπη του για τα παιδιά (όπως θα δούμε και στη συνέχεια) ήταν αυτά που τον ώθησαν να δώσει εξετάσεις στο Διδασκαλείο Ιωαννίνων για να γίνει δάσκαλος. Είναι η περίοδος που οι ανησυχίες του αποκρυσταλλώνονται σε συνείδηση. Συνειδητοποιεί τις αιτίες που συνθέτουν την κοινωνική ανισότητα, την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, και διαλέγει «με τους φτωχούς της γης να μοιραστεί την τύχη του», όπως γράφει στους στίχους του ο μεγάλος Κουβανός επαναστάτης Χοσέ Μαρτί. Έρχεται σε επαφή με τις νέες ακόμα τότε σοσιαλιστικές ιδέες και γίνεται κομμουνιστής. Το 1930, σε ηλικία 22 χρόνων, εντάσσεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ).

Μετά την αποφοίτησή του από το «Διδασκαλείο Ιωαννίνων» διορίζεται δάσκαλος στη Θράκη και στην Ανέζα Άρτας. Εδώ, ανάμεσα σε αυτούς τους πέτρινους τοίχους, θα χτίσει με τους μαθητές του σχέσεις βαθιές και ουσιαστικές, αδιατάρακτες στο πέρασμα πολλών δεκαετιών, στη μνήμη των μαθητών του που βρίσκονται εν ζωή. «Ο δάσκαλος δεν είναι μόνο γράμματα, είναι περισσότερο απ’ όλα ο ίδιος παράδειγμα αγωνιστικό και αποφασιστικό, με τη δράση του, με το βίο και την πολιτεία του για τους μαθητές του». Αυτή τη νέα αντίληψη που διαμόρφωσαν οι ιδέες που έφερε στο προσκήνιο η Οχτωβριανή Επανάσταση και άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά με τη διδασκαλία και την πένα σπουδαίων παιδαγωγών όπως ο Γληνός, ο Παπαμαύρος, η Ιμβριώτη, ο Σωτηρίου κ.ά., ακολούθησε ο Κώστας Πουρναράς. «Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή», παρακινούσε τους μαθητές του ο Γληνός. Και η Ρόζα Ιμβριώτη έγραφε: «Η αποστολή του Δασκάλου είναι να φτιάξει ανθρώπους, μα για να φτιάξουμε ανθρώπους, πρέπει πρώτα εμείς να γίνουμε άνθρωποι. Δεν μπορούμε να μείνουμε έξω από τους αγώνες του λαού, να μην κάνουμε δήθεν πολιτική. Γιατί τότε κάνουμε πολιτική αντίθετη από τα συμφέροντα του λαού.» Ο Κώστας Πουρναράς αντιτάχτηκε στην «κανονικότητα» της εποχής του που ήθελε τον δάσκαλο κρίκο της αλυσίδας που κρατούσε δεμένο το λαό στο σκοτάδι, γιατί έτσι βόλευε τα συμφέροντα αυτών που λυμαίνονταν τον ιδρώτα του και όριζαν τις τύχες του. Με τη διδασκαλία του άνοιγε μονοπάτια στη γνώση και με τη στάση ζωής του, μετέδιδε στους μαθητές του ότι η γνώση δεν είναι κάτι στατικό, μια «αποσκευή» που συνοδεύει τον άνθρωπο μέχρι την επαγγελματική του αποκατάσταση, αλλά μια διαρκής διαδικασία, ένα πολύτιμο όπλο για να καταχτήσει την αλήθεια, να γίνει καλύτερος άνθρωπος και να βαδίσει προς την πρόοδο. Ο Κώστας Πουρναράς αγωνίστηκε να φτιάξει ανθρώπους συνειδητούς και ελεύθερους. Αυτό δεν του το συγχώρεσε το φασιστικό καθεστώς της μεταξικής δικτατορίας και τον κυνήγησε ανελέητα.

Στις 21 Δεκέμβρη του 1938, το «Εποπτικόν Συμβούλιον Σχολικής Εκπαιδεύσεως Νομού Άρτης» συζητά την οριστική παύση του Κώστα Πουρναρά από τα καθήκοντα του δασκάλου και εκδικητικά του στερεί κάθε δικαίωμα σύνταξης στο μέλλον. Σε επίσημο έγγραφο που μας παραχώρησαν ευγενικά, πριν λίγες μέρες, τα Γενικά Αρχεία του Κράτους στο Νομό Άρτας (ευχαριστούμε τον προϊστάμενό τους κ. Αριστείδη Κόκκα), διαβάζουμε ότι ο επιθεωρητής «των δημοτικών σχολείων της εκπαιδευτικής περιφερείας Άρτης» εισηγείται όπως ο «προταθείς προς απόλυσιν δημοδιδάσκαλος Κων/νος Δ. Πουρναράς κατηγορηθείς επί κομμουνισμώ δέον να στερηθή της συντάξεώς του» και καλεί το εποπτικό συμβούλιο «ίνα (…) αποφασίση δια την εν όλω στέρησιν του δικαιώματος συντάξεως τούτου, διότι, καίτοι υπεβλήθη εις αυτόν η ποινή της εξαμήνου διαθεσιμότητος εξακολούθη να διατηρή τας ανατρεπτικάς του ιδέας δι’ ας εξετοπίσθη υπό της Επιτροπής Δημοσίας Ασφαλείας Άρτης». Το εποπτικό συμβούλιο κάνει δεκτή την εισήγηση του επιθεωρητή. Και θα ’ναι ακόμα πιο βαρύ το τίμημα, όπως θα δούμε, στη συνέχεια.

Οι μαθητές του τον ξεχώριζαν από άλλους δασκάλους και τον αγαπούσαν· όχι τυχαία. Για τη σχέση του Κώστα Πουρναρά με τα παιδιά υπάρχουν καταγεγραμμένες αναφορές. Σε μια από αυτές η Έλλη Αλεξίου θα γράψει, αναφερόμενη στα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς: «Τα λεφτά του (…) τα ξόδευε για τα παιδιά. Στα παιδιά ήταν υπερβολικά τρυφερός και απλοχέρης. Άλλο πράμα! (…) Έπαιζε μαζί τους κυνηγητό, γύρω από τα τραπέζια της Εστίας. Και πάντα τα κατάφερνε, ώστε τα παιδιά να τον πιάνουν και να τον… «τιμωρούν». Παίζανε μποξ, ένας αυτός, πολλά αυτά με τις γροθίτσες τους, και πάλι τον νικούσαν και τον «τιμωρούσαν». Τα σήκωνε λοιπόν τρία-τρία, τέσσερα-τέσσερα, από ένα στον κάθε ώμο και στην κάθε αγκαλιά, τα μεγαλύτερα ακολουθούσαν κοπάδι, και τα πήγαινε για παγωτά ή για πάστες, για να ξεπλερωθεί η τιμωρία…». Ο σπουδαίος φωτογράφος -και συμπατριώτης μας- Κώστας Μπαλάφας, που κάποτε πέρασε από την Ανέζα φωτογραφίζοντας και άκουσε τους κατοίκους του χωριού να του μιλούν για τον Κώστα Πουρναρά, αφηγείται: «Ήταν ο δάσκαλος που δεν περιορίστηκε στα στενά δημοσιοϋπαλληλικά καθήκοντα αλλά έσκυψε με συμπόνια στον πάσχοντα άνθρωπο. Βοήθησε τον αδύνατο, πάλεψε για το δίκιο του αδικημένου και συμπαραστάθηκε στον ταπεινό και καταφρονεμένο. Σε κάποια στιγμή ένας απ’ την παρέα έτρεξε στο σπίτι του κι έφερε να μας δείξει ένα μαθητικό τετράδιο – εκείνου του καιρού – που είχε σχεδιασμένο απ’ το δάσκαλο ένα πρόχειρο ξύλινο κρεβατάκι, που μπορούσαν να κατασκευάσουν μόνα τους τα παιδιά, για να μην κοιμούνται κατάχαμα στο χώμα όπως συνήθιζαν τότε στα χωριά του κάμπου. Ίσως αυτό στάθηκε και το μεγάλο του αμάρτημα, γιατί ήθελε με τους κοινωνικούς του αγώνες ν’ ανεβάσει τον κόσμο της υπαίθρου λίγο ψηλότερα απ’ το χώμα για να μην κυλιέται στις λάσπες της εγκατάλειψης και την αστοργία από κάθε κοινωνική μέριμνα.» Με θαυμασμό και αγάπη μιλούν, μέχρι τις μέρες μας, για τον Κώστα Πουρναρά οι μαθητές του. Ο 90χρονος Παναγιώτης Γκανάρας, κάτοικος Καλογερικού Άρτας, που υπήρξε μαθητής του πριν από ογδόντα χρόνια, θυμάται: «Ήταν καλός άνθρωπος, ο καλύτερος! Άλλο… αν ήταν αριστερός… αλλά ήταν πολύ καλός. …Μας πρόσεχε, δεν χτύπαγε τα παιδιά…δεν υπήρχε μαλακότερος άνθρωπος…λεβεντιά…περήφανος…Δεν ξαναπερνάει από δω τέτοιος άνθρωπος, να λέμε την αλήθεια. Δάσκαλοι πέρασαν πολλοί…Ο Κώστας Πουρναράς ήταν ο καλύτερος που πέρασε στην περιφέρειά μας…». Με συγκίνηση θυμάται τον δάσκαλό του και ο 86χρονος Χρήστος Τσόγγος, από εδώ, την Ανέζα: «Μας αγαπούσε πολύ. Κι εμείς, τα παιδιά, τον αγαπούσαμε. Μας μιλούσε όμορφα και μας καταλάβαινε, έπαιζε μαζί μας στα διαλείμματα. Την αγκαλιά του πατέρα, που, λόγω των συνθηκών της ζωής στερήθηκα από τον πατέρα μου, μου την έδωσε ο δάσκαλός μου, ο Κώστας Πουρναράς». Ο Κώστας Πουρναράς δεν αγαπήθηκε μόνο από τους μαθητές του. Οι κάτοικοι της Ανέζας και των γύρω περιοχών είχαν πάντα έναν καλό λόγο να πουν για τον δάσκαλο που στεκόταν συμπαραστάτης στα προβλήματά τους και στα οξυμένα προβλήματα της περιοχής. Ο Κώστας Μπαλάφας θυμάται: «Ακόμα και σήμερα (γράφει πριν από είκοσι χρόνια) τον θυμούνται με συγκίνηση στα χωριά που δούλεψε. Θυμούνται τον δάσκαλο με το πλατύ χαμόγελο και τη μεγάλη καρδιά που περίμενε να πληρωθεί για να μοιράσει το μισθό του σε φτωχούς και ανήμπορους, ενώ αυτός ζούσε ασκητικά και με τα λίγα τρόφιμα που του ’στελνε η κυρά-Δημήτραινα – η μάνα του – απ’ το χωριό. Κάποτε περνούσα απ’ την Ανέζα της Άρτας που χρημάτισε δάσκαλος και πάνω στην κουβέντα με ρώτησαν για την καταγωγή μου. Όταν τους είπα πως γεννήθηκα στη Χώσεψη, άρχισαν να μου εξιστορούν θύμισες για έναν αξέχαστο δάσκαλο απ΄ τη Χώσεψη που είχαν κάποτε στο χωριό τους. Μερικοί, σκολιαρούδια εκείνον τον καιρό, ηλικιωμένοι άνθρωποι σήμερα, έλεγαν και συμπλήρωναν ο ένας τον άλλο για τα χαρίσματα του δασκάλου ανθρωπιστή και την αγάπη που έτρεφαν γι’ αυτόν. Μου διηγήθηκαν παραστατικά πως κάποτε που γύρισε απ’ την εξορία (σε μια ανάπαυλα απ’ τις διώξεις) για να ξαναδιδάξει στο χωριό τους, οι χωριανοί βγήκαν στο δρόμο να τον υποδεχτούν. Μπροστά πήγαιναν τα παιδιά με τη σημαία του σχολείου και πίσω ακολουθούσε ο κόσμος με ξεφωνητά χαράς για το καλωσόρισμα, ενώ εκείνος δε μπορούσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή του. Αυτό στάθηκε αφορμή να ερεθίσει το Νομάρχη που καραδοκούσε την ευκαιρία για να τον ξαναστείλει εξορία. (…)Πάλεψε να εξυψώσει ένα λαό εγκαταλειμμένο που οι κρατικοί λειτουργοί τον θυμούνταν μόνο όταν χρειαζόταν να γίνουν θυσίες. Τότε του διατυμπάνιζαν σ’ όλους τους τόνους να ναι περήφανος που ξέρει πώς να πεθάνει, μόνο που δεν του άφησαν ποτέ ευκαιρία να μάθει και πώς να ζει, γιατί κάτι τέτοιο θα ’ταν επικίνδυνο για το «κοινωνικό καθεστώς» που ήταν μέριμνα των κρατούντων». Ο Κώστας Πουρναράς δεν ξέχασε ποτέ όσο ζούσε την αγάπη των κατοίκων της Ανέζας. Μέσα από την αλληλογραφία του βλέπουμε συχνά να ρωτάει να μάθει νέα απ’ το χωριό. Ακόμα και λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή, γράφει σε συγγενικό του πρόσωπο στη Χώσεψη, από το Σιμπίου της Ρουμανίας, όπου ζούσε: «Από το Γενάρη έπαψε να έρχεται ο Ριζοσπάστης, ο ραδιοσταθμός της Αθήνας δεν ακούγεται καλά και δε μαθαίνω τι γίνεται. Είμαι σαν τη γάτα στο τσουβάλι και θα σε παρακαλέσω να μου στείλεις τα αποτελέσματα των εκλογών στο χωριό, την Ανέζα, την Άρτα.»

Την δεκαετία του ΄30 ο Κώστας Πουρναράς συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πρωτοπόρους αγωνιστές, τους «σκαπανείς των καινούργιων ιδεών», αυτούς που, όπως γράφει ο ιστορικός Αλέκος Κουτσούκαλης, «κατέβαλαν πολλές και επίπονες προσπάθειες να διαδώσουν στο λαό τις καινούργιες ιδέες, την ιδεολογία και τις αρχές του ΚΚΕ». Στον Ριζοσπάστη διαβάζουμε ότι «ήταν γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Άρτας πριν το 1936». Με την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά, τον Αύγουστο του 1936, ξεκινάει η οδύσσεια για χιλιάδες κομμουνιστές και άλλους αγωνιστές που διώκονται από το φασιστικό καθεστώς. Η φοβερή και τρομερή Ειδική Ασφάλεια του Μανιαδάκη εξαπολύει ανελέητο ανθρωποκυνηγητό. Οι φυλακές γεμίζουν, το ίδιο και οι τόποι εξορίας. Ο Κώστας Πουρναράς μετά την απόλυσή του βγαίνει στην παρανομία. Διωκόμενος κρύβεται σε διάφορες περιοχές της Ηπείρου, ώσπου συλλαμβάνεται και κρατείται στα Γιάννενα. Μετά από τη σχετική «περιποίηση» τον στέλνουν να δικαστεί ως «επικίνδυνος για την δημόσια τάξη». Στη δίκη-παρωδία που ακολουθεί, στέκεται περήφανος απέναντι στους στρατοδίκες. Όταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου τον ρωτάει «πώς εσύ, ένας δάσκαλος, ασχολείσαι με τα πολιτικά και, αντί να βρίσκεσαι στη θέση σου και να μαθαίνεις τα παιδιά γράμματα, θέλεις να ανατρέψεις το σύστημα;» ο Κώστας Πουρναράς του απαντάει: «κύριε πρόεδρε είμαι δάσκαλος, είμαι όμως και κομμουνιστής και θέλω το δίκιο για όλο τον κόσμο τον φτωχό. Δεν έκανα τίποτα από αυτά που με κατηγορείτε και με δικάζετε. Μετά από λίγο καιρό είμαι βέβαιος ότι θα βρεθείτε εσείς στην θέση του κατηγορούμενου, που έχετε εμένα σήμερα.» Τον καταδικάζουν και τον κλείνουν στις φυλακές της Κέρκυρας. Από εκεί εκτοπίζεται στον Αη Στράτη, όπου μαζί με άλλους πολιτικούς κρατούμενους θα τον βρει η Γερμανική Κατοχή. Οι εξόριστοι απαιτούν να απελευθερωθούν και να πάνε στο μέτωπο να πολεμήσουν. Η… ελληνική κυβέρνηση όμως έχει άλλα σχέδια γι’ αυτούς· τους παραδίδει στους ναζί καταχτητές. Αυτοί δεν έχουν λόγους να μην εμπιστευτούν τους ντόπιους συνεργάτες τους. Ευχαριστημένοι, επιτρέπουν στη φρουρά να παραμείνει στο πόστο της και αποχωρούν από το νησί. Οι Έλληνες χωροφύλακες χρησιμοποιούν όλα τα μέσα για να αποσπάσουν από τους εξόριστους την πολυπόθητη για το καθεστώς «δήλωση μετανοίας». Τον χειμώνα του 1941, όταν όλες οι προσπάθειές τους έχουν αποτύχει, οι χωροφύλακες απομονώνουν τους εξόριστους στον «κεντρικό θάλαμο», ένα παλιό ερημωμένο κτίριο, αφού πρώτα τους άρπαξαν ό,τι τρόφιμα και χρήματα είχαν, και τους απαγορεύουν με την απειλή της εκτέλεσης να κυκλοφορήσουν σε ακτίνα μεγαλύτερη λίγων μέτρων έξω από αυτόν. Οι εξόριστοι έρχονται αντιμέτωποι με το μαρτύριο της πείνας, την έλλειψη στοιχειωδών συνθηκών υγιεινής, με τις αρρώστιες, με τον θάνατο. Μετά από πολύμηνη μάχη με τον θάνατο οι πολιτικοί κρατούμενοι θα βγουν νικητές. Όμως 33 κομμουνιστές θα χάσουν τη ζωή τους από την ασιτία, επειδή αρνήθηκαν να προδώσουν την ιδεολογία τους. Στον Αη Στράτη διαπράχτηκε ένα από τα φριχτότερα εγκλήματα του φασισμού. Ο σκοπός του εγκλεισμού των πολιτικών κρατουμένων στον «κεντρικό θάλαμο» δεν ήταν απλά η απόσπαση της «δήλωσης μετανοίας». Μέσα από την με απάνθρωπα μέσα δοκιμασία της ανθρώπινης υπόστασης, επιχειρήθηκε ο εξευτελισμός των ιδανικών τους και η ταπείνωσή τους, έτσι που η –προσδοκώμενη- νίκη του φασισμού να πάρει τη μορφή θριάμβου. Οι Έλληνες συνεργάτες των καταχτητών ξεπέρασαν σε επινοητικότητα και σαδισμό τ’ αφεντικά τους. Ακόμα και ο Γερμανός διοικητής Λήμνου Φάσμερ, όταν επισκέφτηκε τον «κεντρικό θάλαμο» δυσανασχέτησε από τις εικόνες φρίκης που αντίκρισε. «Ξέραμε τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» του Σολωμού. Ξέραμε το «Σπίτι των νεκρών» του Ντοστογιέφσκυ. Ξέραμε την «Κόλαση» του Ντάντε. Μα η κόλαση της πείνας των πολιτικών εξορίστων του Άη Στράτη, σαν ιστορία ξεπερνάει σε φρίκη και τρόμο την κόλαση των ποιητών και των μυθιστοριογράφων. Η πραγματική Κόλαση, την Κόλαση της Φαντασίας» θα γράψει ο Κώστας Βάρναλης παρουσιάζοντας το βιβλίο του Κώστα Πουρναρά (Μπόση) «ΑΗ ΣΤΡΑΤΗΣ, η μάχη της πείνας των πολιτικών εξορίστων στα 1941». Είναι το πρώτο του βιβλίο και θα εκδοθεί από την ΚΕ του ΚΚΕ το 1947, χρονιά που ο συγγραφέας εμφανίζεται και στα Γράμματα με το ψευδώνυμο «Κώστας Μπόσης». Στις 17 Ιούνη του 1943, θα δραπετεύσουν απ’ τον Αη Στράτη όσοι εξόριστοι επέζησαν από την μάχη με την πείνα και θα περάσουν με καΐκι του ΕΛΑΝ στις ακτές της Χαλκιδικής, όπου θα προσχωρήσουν στον ΕΛΑΣ. Στον Κώστα Πουρναρά ανατίθεται η πολιτική διαφώτιση των ανταρτών. Παράλληλα αρθρογραφεί στον αντιστασιακό τύπο. Με το τουφέκι και το μολύβι δρα για ένα διάστημα στη Μακεδονία και στη συνέχεια επιστρέφει στην Άρτα.

Στις 7 Γενάρη του 1945, ο λαός της Άρτας και των χωριών της, γιορτάζει την απελευθέρωση μ’ ένα μεγάλο παλλαϊκό συλλαλητήριο δέκα χιλιάδων λαού στην πλατεία Κιλκίς. «Η Ήπειρος που τυραννούσαν τόσον καιρό οι δυνάστες, αποτίναξε πια το ζυγό της. Οργανώνεται, κινητοποιείται, βρίσκεται σ’ αναβρασμό. (…) Αγαναχτεί με την επέμβαση των ξένων. (…) Ο λαός επαναστάτησε. Καμιά δύναμη δε θα τον σταματήσει. Ως τώρα είχε μόνον το δίκιο, τώρα έγινε δυνατός…», θα γράψει -ως «Φιλόλαος»- ο Γιώργος Κοτζιούλας, στην εφημερίδα Δράση της Άρτας. Στο συλλαλητήριο μιλούν ο δήμαρχος Γκεσούλης, ο στρατηγός Αυγερόπουλος, εκπρόσωποι του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, και άλλων οργανώσεων και του κλήρου. Από το ρεπορτάζ της ίδιας εφημερίδας διαβάζουμε: «Ο συναγ. Κώστας Πουρναράς μιλάει στο λαό. (Πανζουρλισμός στην ανθρωποθάλασσα – Ακούγονται συνθήματα), (…) χαιρέτησε το Συλλαλητήριο, τους εαμίτες, ελασίτες, τα φλογερά Νιάτα, τα αετόπουλα, ανάλυσε τη σημερινή κατάσταση από την οποία βγαίνει ο αμείλιχτος αγώνας ενάντια στους πατριδοκάπηλους που θέλησαν να ξεπουλήσουν την πατρίδα μας στα ξένα συμφέροντα, ανέφερε ότι ο λαός μας αγωνίστηκε μέχρι σήμερα και νίκησε και νικάει καθημερινά. Ο Σκόμπυ με τους αραπάδες, είπε, έδειξαν χειρότερη διαγωγή από τους φασίστες του Χίτλερ. Σφάζουν το λαό, κανονιοβολούν και καταστρέφουν την Αθήνα, μα ο ηρωικός Πειραιάς και η Αθήνα μας δεν νικιένται. (…) Από μέρους της Περιφερειακής Επιτροπής Άρτας του ΚΚΕ [ο Κώστας Πουρναράς] έδωσε εντολή στους κομμουνιστές να μπούνε μπροστά στο ξεσήκωμα του λαού για τον αγώνα, για την ανεξαρτησία, και νάναι όπως πάντα πρώτοι στις θυσίες και τελευταίοι στα ωφελήματα.»

Και μετά την απελευθέρωση, ο Κώστας Πουρναράς πιάστηκε, βασανίστηκε και φυλακίστηκε για τη δράση του. Στις αρχές του 1945 αναλαμβάνει γραμματέας της Νομαρχιακής Επιτροπής Άρτας του ΕΑΜ. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και την παράδοση του οπλισμού του ΕΛΑΣ, το κλίμα γίνεται αφόρητο για τους αγωνιστές της ΕΑΜικής αντίστασης και τους αριστερούς, σε όλη την Ελλάδα. Ο Λεωνίδας Νάκος, Γραμματέας του Εργατικού Κέντρου Άρτας το 1945, θυμάται: «Οι μαγκουροφόροι, απειλούσαν τους ιδιοκτήτες των σπιτιών των δημοκρατικών πολιτών που μας δέχονταν για ύπνο. Ο δάσκαλος Κώστας Πουρναράς που ήταν Γραμματέας του ΕΑΜ Άρτας και ο υποφαινόμενος, είχαμε γίνει… ‘το κόκκινο πανί!’ Πολλές φορές κοιμηθήκαμε σε κάτι σπηλιές […] κανένας δε μας νοίκιαζε δωμάτιο. Όλοι φοβόντουσαν… Κάθε νύχτα αλλάζαμε σπίτι, για ν’ αποφύγουμε τους μαγκουροφόρους. (…) Ήταν τόση η ασυδοσία τους, που μια φορά μάς επιτέθηκαν μέσα στην ίδια τη Νομαρχία και μάς χτύπησαν άγρια, τον Κώστα Πουρναρά και μένα. Είχαμε πάει να διαμαρτυρηθούμε για την… τρομοκρατία!».

Ο Κώστας Πουρναράς συλλαμβάνεται και εξορίζεται (δεν γνωρίζουμε ακόμα που). Δραπετεύει, ξαναβγαίνει στο βουνό και εντάσσεται στον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Αναδείχνεται Αντισυνταγματάρχης Πολιτικός Επίτροπος Ταξιαρχίας και παράλληλα είναι πολεμικός ανταποκριτής και αρθρογραφεί σε εφημερίδες και έντυπα του ΔΣΕ. Από τη θέση του Πολιτικού Επιτρόπου βρίσκεται δίπλα στον στρατιωτικό διοικητή, υπεύθυνος για την πολιτική δουλειά, τη διαφώτιση των τμημάτων του. Μεριμνά σε συνθήκες άγριου πολέμου για την ηθικοπολιτική προπαρασκευή και καλλιέργεια των μαχητών και μαχητριών, πρωτοστατεί στην γρήγορη και πιστή εκτέλεση των διαταγών, τρέχει από χαράκωμα σε χαράκωμα για να τους ανακοινώσει τις ειδήσεις, για να τους εμψυχώσει με έναν καλό λόγο, δίνει το παράδειγμα στη μάχη και τη ζωή στο βουνό, φροντίζει μέρα και νύχτα, με στοργή και με αγάπη για το φαγητό τους, το ρουχισμό και την υπόδησή τους, για τα πιο απλά καθημερινά τους προβλήματα μέχρι τα πιο μεγάλα, για την άμεση και ασφαλή μεταφορά των τραυματιών. Παίρνει μέρος στις μάχες του Γράμμου και του Βίτσι και τον Οκτώβρη του 1948 τραυματίζεται σοβαρά στο κεφάλι με αποτέλεσμα να χάσει την όραση από το ένα του μάτι. Λόγω του σοβαρού τραυματισμού του, από το πρόχειρο νοσοκομείο του ΔΣΕ στις Καρυές Πρεσπών θα σταλθεί στην ΛΔ Ουγγαρίας. Μετά την ανάρρωσή του θα επιστρέψει στο Γράμμο, ως την υποχώρηση του ΔΣΕ.

Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου, μαζί με χιλιάδες μαχητές του ΔΣΕ, καταφεύγει στη Σοβιετική Ένωση. Ο συμπολεμιστής και φίλος του Βασίλης Βενετσανόπουλος αφηγείται: «Βρεθήκαμε μαζί στην προσφυγιά στην Τασκένδη. Εκεί ο Κώστας με τους πρόσφυγες, που ήταν κάπου 25.000, συνέχισε τη δουλειά στα καθοδηγητικά όργανα. Να προστατεύσουμε και να μορφώσουμε τον κόσμο, να τον βάλουμε στις δουλειές, στα σχολεία και στη μόρφωση· ο Κώστας έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο. Χιλιάδες αγωνιστές βγήκαν από τα ανώτερα ιδρύματα και τα πανεπιστήμια, επιστήμονες μηχανικοί-γιατροί και πρόκοψαν.» Μαθαίνει την ρωσική γλώσσα και με εντολή του Κόμματος μεταβαίνει στη Μόσχα όπου κάνει ανώτερες σπουδές. Συνεχίζει ο Βενετσανόπουλος: «Απ’ εκεί βρεθήκαμε μαζί στη Ρουμανία. Εκεί παλέψαμε μαζί σ’ έναν τομέα ιδεολογικό του ΚΚΕ. Μεταφράζαμε τα έργα του Λένιν. Ήταν ένας από τους καλύτερους μεταφραστές των έργων του Λένιν. Είναι αυτά που εκδόθηκαν.» Στη Ρουμανία ο Κώστας Πουρναράς δουλεύει για το ΚΚΕ στον Ραδιοφωνικό Σταθμό, στο εκδοτικό τμήμα και στον Λογοτεχνικό Κύκλο, την επιτροπή λογοτεχνών που γνωμοδοτούσε για την έκδοση βιβλίων. Συμμετέχει στην ομάδα του Κόμματος που ασχολείται με την μετάφραση κλασικών έργων του Μαρξισμού-Λενινισμού, ενώ παράλληλα ο ίδιος μεταφράζει και άλλα βιβλία, αρθρογραφεί σε έντυπα και συγγράφει τα βιβλία του. Στο μεταξύ παντρεύεται με την Ιλεάνα Μπιρσάν (Ρουμανικής υπηκοότητας και μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρουμανίας). Και οι δυο αγαπούν πολύ τα παιδιά αν και δεν απόκτησαν δικά τους. Κάποτε ένας συγχωριανός του Κώστα Πουρναρά, νεαρής ηλικίας, του στέλνει ένα γράμμα και του γράφει: «Ένας πατέρας θα ήταν πολύ πιο ευτυχισμένος αν είχε και πολλά παιδιά και χορτάτα». Ο Κώστας Πουρναράς του απαντά: «Συμφωνάω. Και θα ήθελα να προστέσω: ένας πατέρας πρέπει να είναι ευτυχισμένος, πριν απ’ όλα, όταν τα παιδιά του βαδίζουν στο σωστό δρόμο, έστω κι αν είναι νηστικά». (Το γράμμα μπορείτε να το δείτε στην έκθεση φωτογραφίας).

Ο Κώστας Πουρναράς δεν θα επαναπατριστεί. Θα ζήσει λιτά, με την συντρόφισσά του στο Σιμπίου, μέχρι τις 2 Απρίλη του 1994 που τους χώρισε ο θάνατος. Πρόλαβε τη νίκη της αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ και τις άλλες χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού και βίωσε και ο ίδιος τις συνέπειες στη Ρουμανία. Γράφει σε γράμμα του πέντε μήνες πριν πεθάνει: «Περιόρισα και το ραδιόφωνο για λόγους οικονομίας. Ένα κιλοβάτ ηλεκτρικό ρεύμα στοιχίζει τριάντα (30) λέι, εκατό φορές (100) ακριβότερο από παλιά. Οι ιμπεριαλιστές και οι προδότες έριξαν τεράστιες μάζες λαών στην ανεργία, τη φτώχεια, την εξαθλίωση, τις κλεψιές και καταχρήσεις, το έγκλημα, τα ναρκωτικά, τις εθνικές συγκρούσεις, την απογοήτευση και τόσα άλλα.» Έφυγε με την πίκρα των αγωνιστών που δεν είδαν τα οράματά τους να γίνονται πραγματικότητα. Γράφει σε γράμμα του: «Η πίκρα είναι άλλη. Πρέπει να το πούμε καθαρά: Για την ώρα μας γονάτισε ο ιμπεριαλισμός. Και σε βασανίζει η σκέψη μέρα-νύχτα: Τι θα γίνει; Που πάμε; Θα καταστραφεί η ανθρωπότητα; Ο κίνδυνος είναι τεράστιος κι αν δεν τον δούμε, οι τελευταίοι κάτοικοι της γης ίσως θα πουν: Ο άνθρωπος ήταν το πιο ανόητο και κακό πλάσμα που δημιούργησε η ζωή.» Ζει έντονα μέχρι το τέλος της ζωής του την αγωνία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Βαθιά ιδεολόγος, κρατάει μέσα του αναμμένη τη φλόγα της πίστης στα ιδανικά του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και την οριστική απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης. Μια φλόγα που θα σβήσει μόνο όταν σταματήσει να χτυπά η καρδιά του. Σε όλη τη ζωή του δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να υπερασπίζεται με πάθος την υπόθεση της Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Σε ένα από τα τελευταία γράμματά του, δυο μήνες πριν φύγει απ’ τη ζωή, γράφει: «Για να φτιάξεις Λαϊκή Κυβέρνηση, πρέπει να πάρεις την εξουσία και τα βασικά μέσα παραγωγής, να βάλεις Δικτατορία του Προλεταριάτου, να δημιουργήσεις κρατικό μηχανισμό για να υπερασπίσεις τη Λαϊκή εξουσία… Κι αφτό λέγεται Επανάσταση, Επανάσταση Σοσιαλιστική. […] Ο Υπαρχτός Σοσιαλισμός σε δυο-τρεις δεκαετίες και διαβολικά δύσκολες συνθήκες, σε καθυστερημένη χώρα έδωσε στην ανθρωπότητα όσα δεν έδωσαν κι ούτε μπορούσαν να δώσουν άλλες επαναστάσεις σε εκατοντάδες χρόνια. Τσάκισε το φασισμό –κι όχι μόνο αφτόν- σε λίγα χρόνια έκλεισε τις πληγές του πολέμου και σε παραγωγή ξεπέρασε τη Δυτική Εβρώπη. Ο σοσιαλισμός είναι το μέλλον, η ύπαρξη, η ζωή της ανθρωπότητας». Ο Κώστας Πουρναράς, εκτός από το έργο του, δεν άφησε προσωπικά αποτυπώματα πίσω του. Ήταν άνθρωπος σεμνός, ταπεινός, σπάνια μιλούσε ή έγραφε για τον εαυτό του. Όταν κάποιος αναφερόταν στους αγώνες του συνήθιζε ν’ απαντάει: «δεν αξίζει τον κόπο να γίνεται ντόρος». Έζησε όλα τα χρόνια της υπερορίας με τον καημό της Ελλάδας και του αγαπημένου του χωριού, της Χώσεψης, να φωλιάζει στην ψυχή του. Αγαπούσε τον τόπο και τους ανθρώπους. Τον αγαπούσαν κι αυτοί, ακόμα και πολλοί πολιτικοί αντίπαλοί του που αναγνώριζαν στο πρόσωπό του τον ακέραιο χαρακτήρα ενός έντιμου αγωνιστή. Όταν, κάποτε, χρειαζόταν ένας μικρός αριθμός υπογραφών από συντοπίτες του για να μπορέσει ένας πολιτικός εξόριστος να πάρει την άδεια του ελληνικού κράτους και να επιστρέψει στην πατρίδα, για τον Κώστα Πουρναρά υπέγραψαν σχεδόν όλοι οι συγχωριανοί του. Από ολόκληρη τη Χώσεψη αυτοί που αρνήθηκαν να υπογράψουν ήταν ελάχιστοι. Ανάμεσά τους και ο πρόεδρος του χωριού. Μετά από χρόνια, όταν ο παλιός διώκτης του πέθανε, αφού ταλαιπωρήθηκε από αρρώστια, ο Κώστας Πουρναράς θα γράψει σε γράμμα του: «Παλιά, χωρίς καμιά αιτία, έριξε κι αυτός πέτρες, αλλά άνθρωπος ήταν, υπέφερε και δεν μπορείς να μη στεναχωρηθείς. Τι κάνουν τα παιδιά του;…». Στα γράμματά του ρωτούσε για όλους τους συγχωριανούς του: «Τούτη τη βδομάδα θα πάρω κι άλλα γράμματα, απ’ το χωριό, απ’ την Αθήνα. […] Το κάθε γράμμα απ’ αυτού θα ήθελα να είναι ολόκληρο βιβλίο με πολλές σελίδες για τη ζωή του κόσμου, όμως αυτό δεν μπορεί να γίνει. Καταλαβαίνω, έχετε σκοτούρες, φασαρίες, τις δουλειές σας και κάθε μέρα δημιουργούνται καινούργια προβλήματα.» Μέχρι να φύγει από τη ζωή δεν μπόρεσε να ξανασυναντηθεί παρά με ελάχιστους συγχωριανούς του. Όσους μπόρεσαν και ταξίδεψαν μέχρι τη Ρουμανία για να τον δουν.

«Για το δρόμο που πήρα δεν το μετάνιωσα καθόλου. (…) οι άνθρωποι από καταβολής κόσμου, άλλος περισσότερο κι άλλος λιγότερο πάλεψαν να ζήσουν αφτοί, τα παιδιά τους και τ’ αγγόνια τους και πιο πολύ οι ερχόμενες γενιές καλύτερα» θα γράψει λίγο πριν το τέλος. Οι αμέτρητες διώξεις, τα βασανιστήρια, οι φυλακίσεις και οι εξορίες, το σακατεμένο από τον τραυματισμό κεφάλι, δεν κατάφεραν να τον ξεστρατίσουν από το δρόμο που σχεδόν από παιδί επέλεξε να βαδίσει. Κι ήταν παιδί μιας οικογένειας που συμμετείχε σύσσωμη στην Αντίσταση και τους λαϊκούς αγώνες.

Η τελευταία επιθυμία του ήταν η στάχτη από το ανθρώπινο κουφάρι του να ταφεί στον τάφο των γονιών του, στο νεκροταφείο του Αη Θανάση. Στις 4 Σεπτέμβρη του 1994 η Ιλεάνα μετέφερε την τέφρα του στο χωριό και μετά από μια τελετή σεμνή και ουσιαστική σαν τη ζωή του, όπου τον αποχαιρέτησαν παλιοί συμπολεμιστές και σύντροφοι, συγχωριανοί, φίλοι και συγγενείς του αναπαύεται στο χώμα της αγαπημένης του Χώσεψης. Μετά την τελετή η Ιλεάνα διηγήθηκε το εξής περιστατικό. Νιώθοντας ότι φτάνει η ώρα για το τελευταίο ταξίδι του, ο Κώστας Πουρναράς της ζήτησε να του υποσχεθεί ότι μόλις πεθάνει θα μεριμνήσει να καεί η σορός του και να μεταφερθεί η τέφρα του στη Χώσεψη. Η Ιλεάνα προσπάθησε να τον αποτρέψει από τις «κακές» σκέψεις. Αυτός όμως επανήλθε και της το ζήτησε και άλλες φορές, μα κάθε φορά έπαιρνε την ίδια απάντηση. Ώσπου μια μέρα της είπε: «Δεν θέλω να στεναχωριέσαι. Αν δεν καταφέρεις να μεταφέρεις την τέφρα μου στο χωριό μου, τότε, μια μέρα που θα βρέχει, να την αδειάσεις σ’ ένα ρυάκι και είμαι βέβαιος πως θα βρει το δρόμο και κάποτε θα φτάσει». Η Ιλεάνα συγκινημένη του απάντησε ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να εκπληρωθεί η επιθυμία του. Και εκπληρώθηκε.

Βρισκόμαστε απόψε εδώ για να θυμηθούμε (κάποιοι να τον γνωρίσουν) και να τιμήσουμε τον δάσκαλο, τον συγγραφέα, τον αγωνιστή που αφιέρωσε τη ζωή και την τέχνη του στον αγώνα για να γίνει ο κόσμος καλύτερος. Για να τιμήσουμε τον ίδιο και μαζί του τις γενιές των αγωνιστών που πήγαν κόντρα στην «κανονικότητα» και τον «ρεαλισμό» της εποχής τους που επίτασσε την υποταγή και υποδούλωση στους καταχτητές και δυνάστες του λαού μας. Μα και για να στείλουμε ένα μήνυμα σε αυτούς που σήμερα επιβάλλουν ως «ρεαλισμό» και «κανονικότητα», πότε με «μνημόνια» και πότε με «ανάπτυξη», αυτοί που παράγουν και δημιουργούν τα πάντα να παλεύουν για να επιβιώσουν και οι λίγοι που τους κλέβουν τον ιδρώτα να ζουν προκλητικά στη χλιδή. Σ’ αυτούς που θέλουν τον άνθρωπο ν’ αναγκάζεται να γίνει μετανάστης μέσα ή μακριά από την πατρίδα του, για να επιβιώσει. Σ’ αυτούς που τον θέλουν υποταγμένο, φοβισμένο, αδύναμο ν’ αντιδράσει, ν’ αντιταχτεί στην εκμετάλλευση, να διεκδικήσει και να κερδίσει αυτά που αξίζει και δικαιούται. Σ’ αυτούς που χτίζουν τα συμφέροντά τους πάνω στο αίμα, στους πολέμους, στις κατακόμβες των νεκρών, τις στρατιές των απελπισμένων προσφύγων, τα σιδερόφραχτα σύνορα στην Ευρώπη και αλλού, τα γεμάτα πτώματα αθώων νερά της Μεσογείου. Σ’ αυτούς που μας θέλουν να κοιτάζουμε «την πάρτη μας» και να κλεινόμαστε στα σπίτια μας, να μην απλώνουμε ένα χέρι αλληλεγγύης στον διπλανό μας και να βολευόμαστε με «λιγότερο ουρανό»: Ε, λοιπόν, δεν θα σας κάνουμε τη χάρη!

Σήμερα, αναρωτιούνται κάποιοι, καλοπροαίρετα, αν «άξιζαν» οι αγώνες του Κώστα Πουρναρά, αν «έπιασαν τόπο» οι θυσίες όλων των αγωνιστών. Για έναν κομμουνιστή, όπως ήταν ο Πουρναράς, η απάντηση είναι –αναμφίβολα- ΝΑΙ. Στον αγώνα των κομμουνιστών η δικαίωση των θυσιών δεν κρίνεται από το άμεσο αποτέλεσμα και τη συγκεκριμένη έκβασή του σε κάθε φάση. Στον αγώνα αυτό αφιέρωσε ζωή και έργο ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) και ξόφλησε στο ακέραιο το χρέος του. Το δικό μας χρέος απέναντί του μένει αξόφλητο.

Με τα λόγια του ποιητή Νίκου Καρβούνη θα κλείσει τούτη η ομιλία: «Περιμαζεύουμε από τους νεκρούς μας ό,τι καλύτερο και αξιότερο είχαν. Ό,τι καθένας μας τιμά στους άλλους και ποθεί για τον εαυτό του. Και το αποταμιεύουμε στο κοινό θησαυροφυλάκιο όλων των ανθρώπων, γιατί σ’ όλους ανήκει και στον καθένα και όλους μαζί μάς κάνει πνευματικά και ηθικά πλουσιότερους, δυνατότερους, αξιότερους για τον αγώνα της ζωής και της προόδου».


Σας ευχαριστώ.

Αναδημοσίευση από Ατέχνως