Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 1 Μαΐου 2016

Έλα να πάμε στην ανάσταση των λουλουδιών...

Δεν είναι ο ήλιος ένα κόκκινο νεράντζι - όπως τότε.
Είναι το πρόσωπο του ίδιου του Θεού που γελάει χαρούμενα, 
κι απ' το γέλιο του ωριμάζουν στους κήπους τα νεράντζια, 
τα πουλιά και τα νερά.
Ο Χριστός δε φοράει χιτώνα υφασμένο με μαλλί προβάτων.
Γυμνός, ανάλαφρος και λεύτερος, φοράει το φως και σας μιλάει.
Όμως μυρίζει ακόμα ιδρώτα και κοπριά.
Μα εσείς κλαίτε και δε βλέπετε.
Ρηνούλα, βάλε το δάχτυλό σου στη φλούδα των δέντρων.
Εκεί θ' ακούσεις το σφυγμό μου.
Κοίταξε ψηλά τον ουρανό.
Εκεί θ' ακούσεις το τραγούδι μου.
Δεν έφυγα.
Τα λουλούδια που πέθαναν μυρώσαν τον αέρα.
Τα λουλούδια δεν πέθαναν.
Μέσα στην ευωδιά τους και στο σπόρο τους υπάρχουν.
Έλα να πάμε στην ανάσταση των λουλουδιών, την ώρα
που οι άσπρες καμπάνες των κρίνων σημαίνουν, την ώρα
που οι μικροί σταυροί των μίσχων μπουμπουκιάζουν σα χαμόγελα.
Θα φοράμε τη γαλάζια σκολιανή μας ποδιά και θα χαιρετάμε 
στο δρόμο τους ανθρώπους, τα πουλιά και τα δέντρα, μ' ένα
καινούργιο χαμόγελο στα χτεσινά μας χείλη.

Γιάννης Ρίτσος, Δοκιμασία - Ποιήματα (1930 -1942) τ.Α, Κέδρος Αθήνα 1978, 11η έκδοση

 ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ - ΚΑΛΟ  ΜΗΝΑ 








Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Παρασκευή, 29 Απριλίου 2016

Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας

Κωνσταντίνος Παρθένης " Θρήνος" (Αποκαθήλωση)( 1917)

Στέλνε, ω Κύριε
στα πεδία των μαχών
έναν Ιωσήφ για τους πεσόντας.
Αυτά τα σώματα όχι λιγότερο ιερά από το δικό Σου
παλέψαν για σκοπούς
όχι λιγότερο ιερούς.
Όπως εκείνος ο Ιωσήφ
κρυφός κι ευλαβικός σου μαθητής
μαζί με τον Νικόδημο φροντίσαν την ταφή Σου
στέλνε, ω Κύριε
στα πεδία των μαχών
έναν Ιωσήφ.
Αλλ' ας προσέχει:
το χώμα να' ναι πλούσιο
και το μάρμαρο 
να στερεωθεί γερά.

Για την ανάστασή τους
αυτοί οι πεσόντες θέλουν
να φροντίσει η λήθη.

Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, Κέδρος, Αθήνα 2009, 3η έκδοση

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2016

Η τιμωρία του ανόμου

Francisco Goya, Ο εσταυρωμένος Χριστός (1780). Μουσείο Prado, Μαδρίτη

" Και μετά ανόμων ελογίσθη"
Απάνου στο λόφο του Γολγοθά κρέμεται το σώμα του Ιησού ακίνητο και κίτρινο σαν κεχριμπάρι. Στην κορφή του σταβρού του υπάρχει μια ταμπέλα κοροϊδεφτική:
" Β α σ ι λ ι άς   τ ω ν  Ι ο υ δ α ί ω ν"
Η αγωνία του θανάτου έχει μείνει απάνω στ' αγκυλωμένα σκέλια του και στο ρουφημένο πρόσωπό του. Τα μάτια και το στόμα του είναι ανοιχτά` θαρρείς, σε κοιτάζει κατάματα και θα ξεφωνίσει.
Αν και δε βασίλεψε ακόμα ο ήλιος, κάνει πολύ σκοτάδι.
Κάτου στρατός και λαός - άντρες, γυναίκες, παιδιά, - τρώνε, πίνουνε, βλαστημούνε, χορέβουνε ή κάθονται σταβροπόδι γύρω από φωτιές και ζεσταίνονται. Φαίνονται σα να μην έχουνε χορτάσει πολύ το μίσος τους κι ακόμα τους λείπεται πολύ κακό να κάνουν. Οι αρχηγοί τους ερεθίζουν αδιάκοπα.
Χάμου στο χορτάρι κυλιούνται ξεροκόματα, φλούδες, κουκούτσια και τσόφλια, καθώς και σπασμένα ποτήρια. Κάπου - κάπου αστράφτει και βροντά.
Πέρα στο λιβάδι μια γελάδα, ξαπλωμένη δίπλα απάνω στην κοιλιά της, αναχαράζει βυθισμένη στην αθωότητά της τόσο βαθιά, όσο η Φύση κι όσο η Λήθη.
Ενώ ο λαός, μεθυσμένος και βλάστημος, χορέβει γύρο από το Σταβρό, η Ψυχή και το Σώμα του Κρεμασμένου αρχίζουνε να μιλούνε χωρίς ούτε ναν τους ακούει κανείς ούτε ν' ακούγονται κι αναμεταξύ τους.


Η ΨΥΧΗ

Πόσον ωραία σε στόλισεν η φαντασιά, Οικουμένη,
μα τίποτα δε μένει!
Είτανε πλάσμα ποιητικό, που τώρα χει ξανθίσει
στον ξύπνο του θανάτου μου, - κι όνειρο σε μεθύσι.

Τώρα το μάτι λαγαρό κι αμπόδισμα κανένα.
Μπροστά μου τα μελλούμενα, πίσω τα περασμένα.
Καθώς κοιτάζω από ψηλά, - τρομάρα που με σφάζει! -
το να με τ' άλλο μοιάζει.

Κάνω να βγάλω μια φωνή: " Σταθήτε, αρματωμένοι,
στη Γης τη ματωμένη!
Του θανάτου αδερφοποιτοί, ποιος δαίμονας σας σφίγγει
για σκοτωμό;" - μα και πνοή μου λείπει και λαρύγγι.

Κρυμένοι στο ταμπούρι σας κι ολόρθοι στο γιουρούσι
κανένας δε ρωτά " γιατί;" κι αν ρωτά, ποιος ν' ακούσει!
Παλέβω να μη σας κοιτώ, μα φως είμαι γεμάτη
κι ολάκερ' είμαι Μάτι.

Ω! πώς ουρλιάζετε στριγγά, τυφλοσυρμένα χάμου,
τσακάλια, στ' όνομά μου!
Πού να κρυφτώ να μη γκρικώ! Μα εγώ, Ακοή του Κόσμου,
τους βόγγους των αμέτρητω σφαιρώ χιλιάζω εντός μου.

......................................................................................................

Λάλημα των κορυδαλών απ' τα γαλάζια βύθη
και μες τα θάμνα τρέμολο των αηδονιών στα στήθη...
Πόσες χιλιάδες άνοιξες μπροστά μου κι άλλες τόσες
αγνές, ουράνιες γλώσσες!

Αλί μου, αδέρφια των πουλιών, απέραντος ο Χρόνος
κι απέραντος ο Πόνος!
κ' εμένα η καλοσύνη μου φαντάστη, - πλάνα ιδέα! -
να σουνα, Πόνε κι Άνοιξη, στερνός και τελεφταία.

Όπου ριζώσει ο λόγος μου δε θα βγει εκεί χορτάρι.
Των σκλάβων θα γενεί θελιά, των δυνατών σκουτάρι.
Με ψέφτικη παρηγοριά τα νιάτα θα μαράνω,
σωτήρας των τυράννω.

Σκλάβο κι αφέντην έσμιξα στον αψηλόν αθέρα
αδέρφια ενού Πατέρα,
μάιδε Πατέρας πουθενά μάιδε και κάλλιοι τόποι.
Διπλά και τρίδιπλα ορφανοί και γελασμένοι, ανθρώποι!

Την Κρίση θα πρεπεν εδώ στον κόσμο τον απάνω
και σας τους ίδιους, σκλάβοι οκνοί, κριτάδες να χε βάνω!
Όσο τα λόγια μου η Ζωή κ' η Πράξη δεν τ' αλλάξει,
του Πόνου θα σαστε άξοι.

Ω! να μπορούσα ξαφνικά τον κόσμο να γυρνούσα,
που τον καταφρονούσα!
Μπροστάρης σας, Κοπάδι, εγώ, απ' του Πόνου το θαλάμι
να σας τραβήξω στη χαρά, μαχαίρι στην παλάμη...

Τη Γης κι αν τράνταξε σεισμός κι αστροπελέκι σκάει
στα θυμωμένα χάη, -
δεν είμαι Πνέμ' αθάνατο μες του σεισμού το χάσμα:
κ' η μόνη σας παρηγοριά της φαντασιάς σας πλάσμα!


ΤΟ ΚΟΡΜΙ Κ' Η ΨΥΧΗ

ΤΟ ΚΟΡΜΙ
Ως επλάστηκα, γυρίζω
στην Πηγή μου, ογρός πηλός.
Πάντα σ' ένα θάμπος γκρίζο
δεν κατάλαβα ποτές μου,
γιατί ζούσα τις ζωές μου.

Πλήθος ήχοι κουδουνούσαν 
στα βαθιά μου τα μελίγγια,
πλήθος πόνοι τρυπανούσαν
κάθε μέλος αχαμνό μου
και ζαλάδες έξω νόμου.

Κάποτ' είμουνα γερό,
κάθε φλέβα μου κι αηδόνι
κι όλον είχα τον καιρό
να χαρώ και για να σύρω
το χορό μπροστά και γύρο.

Στης αμυγδαλιάς τα χιόνια,
στις λιακάδες του Φλεβάρη,
στου Μαρτιού τα χελιδόνια
και στ' Αυγούστου το φεγγάρι
είχες μου, καρδιά, σπαρτάρει.

Να μη σ' άκουγα, ψυχή,
και να μη σ' αγρίκαα, πνέμα!
Μες τον ήλιο, στη βροχή
να σε χαιρόμουν, ω ψέμα,
ζήση ακύμαντη, ρηχή.

Με τ' αστέρι της αβγής
για τ' αμπέλι να κινούσα,
νους και κόκκαλα στη γης
να τανε δεμένα κάτου
ως την ώρα του θανάτου.

Δίχως όνειρα βαθή
ύπνο να χα πάσα νύχτα
κ' η ψυχή στον ξύπν' ορθή
ως την άλλη νύχτ' ακόμα
να κοιμάται μες το σώμα.

( Στην Ψυχή)

Με παράπονο κοιτούσα
ήσκιο σου να με τραβάς
και στο χώμα δεν πατούσα,
μάγι' ανίκητα γεμάτο
κι όλων μάνα των κριμάτω.

Όσο ακόμα ναι ζεστό,
ξαναγύρε στο κορμί σου
και ποτήρι σού βαστώ 
να ξεχάσουμε δεμένα
αβριανά και περασμένα.

Η ΨΥΧΗ ( μιλώντας μοναχή της)

Της καρδιάς σου την πληγή
για να ξεπορτίσω βρήκα.
Απ' την κόκκινη πηγή
άσπρη σαν το χιόνι βγήκα
κι απ' τον άκρο πόνο γλύκα

ΤΟ ΚΟΡΜΙ ( που δεν άκουσε)

Λίγο λίγο θα σκορπίσω 
στην παγκόσμια καλοσύνη.
΄Ετσι θα ξανάρθω πίσω
με τ' ακίνητα στοιχεία
στην απόλυτ' ησυχία.

ΚΟΡΜΙ ΚΑΙ ΨΥΧΗ ( μαζί, σε λίγο)

Θά πρεπε τα δυο ενωμένα
μ' ένα θέλημα και μ' ένα
έργο για μια πρώτη νίκη
μοναχοί να παίρναμε ό,τι
χρόνια, σ' όλους μας ανήκει.

Κώστας Βάρναλης, Σκλάβοι Πολιορκημένοι στο Ποιητικά, Κέδρος, Αθήνα 1956

Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Ο Χριστός στο Βάρναλη

Pieta of Lubiaz (1360 - 1370), άγνωστου καλλιτέχνη, Εθνικό Μουσείο Βαρσοβίας

Επιμέλεια: ofisofi //atexnos

Ο Ανδρέας Λεντάκης στον Πρόλογο του βιβλίου του «Ρωμανός ο Μελωδός – Κώστας Βάρναλης και στρατευμένη τέχνη» αναφέρει ότι, όταν ήταν  φοιτητής στο τρίτο έτος της Φιλοσοφικής, διαβάζοντας τον Ρωμανό έπεσε πάνω στον ΚΑ’ ύμνο του[1] , συγκλονίστηκε κι αμέσως συσχέτισε τον ύμνο με το ποίημα του Βάρναλη «Η Μάνα του Χριστού». Εξόριστος στο Παρθένι της Λέρου το 1968 έδωσε μια διάλεξη σε συγκρατούμενούς του δείχνοντας ότι ο Ρωμανός υπήρξε η πηγή έμπνευσης του Βάρναλη και επισημαίνοντας τα όρια και τους όρους της «στράτευσης» με άξονα αυτούς τους δύο διαφορετικούς ποιητές.

Στο βιβλίο εκθέτει πρώτα τα ποιήματα των δύο δημιουργών και μετά τις διαφορές ανάμεσά τους. Στη συνέχεια επανέρχεται στο ζήτημα της στρατευμένης και αστράτευτης τέχνης.

Το απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στην πρώτη διαφορά ανάμεσα στα δύο ποιήματα και παρουσιάζει την άποψη του Βάρναλη για το Χριστό..


James Tissot, Ιούδας ο Ισκαριώτης (1886 – 1894), Brooklyn Museum

Στο Βάρναλη ο Χριστός δεν είναι Θεός. Είναι άνθρωπος. Ένας κοινωνικός επαναστάτης που συγκρούστηκε με την καταπιεστική εξουσία του ξένου κατακτητή και την ντόπια ολιγαρχία. Αυτό το στοιχείο στο ποίημα [2]του Βάρναλη δε φαίνεται άμεσα. Το υπονοούν έμμεσα οι στίχοι που αναφέρονται στη θριαμβευτική  του είσοδο στα Γεροσόλυμα όπου τα ενθουσιασμένα πλήθη τον υποδέχτηκαν σαν Καίσαρα, καθώς και οι στίχοι που μιλούν για τη σύλληψή του. Όμως αυτό λέγεται πολύ καθαρά σε άλλα έργα του και συγκεκριμένα στο « Μονόλογο του Μώμου» και σε δυο ποιήματά του, στη «Μαγδαληνή» και στην «Αγωνία του Ιούδα».

Στο «Μονόλογο του» ο Προμηθέας ρωτάει το Μώμο:

«Θα τον ιδούν οι Εβραίοι ν’ ανασταίνεται;».

Κι εκείνος του απαντάει:

«Κανένας. Μονάχα μετά την ανάστασή του θα παρουσιαστεί στους μαθητάδες του. Σαν όραμα».

Κι ο Προμηθέας:

«Δηλαδή σε κεινούς, που τόνε πιστέψανε και πριν πεθάνει! Μα τότες είτανε ολότελα περιττό να πεθάνει. Να παρουσιαστεί στους σταβρωτήδες του! Σε κεινούς, που δεν τόνε πιστέβουνε. Μέρα μεσημέρι στην Αγορά! Κι ολόσωμος! Εδώ τόνε θέλω. Εξόν αν φοβάται».

Κι ο Μώμος του απαντά:

«Τι Έλληνας! Άμα τόνε βλέπανε, τότες ίσα – ίσα δε θα τονε πίστεβε κανένας. Θα μαθεφτεί όμως από στόμα σε στόμα, πως αναστήθηκε. Και τότες όλοι θα πιστέψουνε. Δεν ξέρεις, καημένε, τη λαϊκή ψυχή. Οι λαοί πιστέβουνε πιότερο τ’ αφτιά τους παρά τα μάτια τους. Πιότερο το Μύθο παρά τα γεγονότα. Πιότερο τη φαντασιά τους παρά την κρίση τους. Μήπως εσένα, το Δία, την Αφροδίτη – κιόλους τους άλλους – σας έχουν ιδωμένα οι Έλληνες και σας πιστέβουνε; Εμείς θα σας δείξουμε στους λαούς. Έτσι μονάχα θα πάψουν να σας πιστέβουνε».

Και σ’ άλλο σημείο πάλι ο Μώμος λέει στον Προμηθέα και τον Ιησού:

«Όσο για τον άνθρωπο, τον έπλασε..η μαϊμού! Κ’ εσάς οι ανθρώποι. Σας πλάσαν οι αφέντες της Γης « κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους». Δουλειά σας είναι να διατηρείτε την Ανισότητα και να προστατέβετε την Αδικία. Και μετά θάνατον; – Αέρας φρέσκος! Όξω από το συφέρο των Κροίσων ( με κορώνα και δίχως κορώνα) κι όξω από τη φαντασία των φοβισμένων και των ανίδεων, δεν υπάρχετε πουθενά…»

Στην τελευταία στροφή του ποιήματος του «Η Μαγδαληνή» ο Βάρναλης γράφει:

Κανείς( και πλήθη και σοφοί και μαθητάδες και γονιοί)
δεν ξάνοιγε το σπαραγμό στα θάματά σου πίσω
κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου από την άδικη θανή,
Εγώ μονάχα το νιωσα, που είμουνα λάσπη και κοινή…
πόσο Χριστέ σουν άνθρωπος! Κ’εγώ θα σ’ αναστήσω!

Και τώρα θα παραθέσω ολόκληρο το αριστουργηματικό του ποίημα « Η αγωνία του Ιούδα», όπου παρουσιάζει το μαθητή που θεωρήθηκε προδότης, σαν τον επαναστάτη που επεχείρησε την εξέγερση την οποία δεν αποτόλμησε ο Χριστός, μιας και ο τελευταίος πρόσβλεπε στην επουράνια και όχι στη γήινη Ιερουσαλήμ( πρβλ. Παύλος: Προς Εβραίους 12.22 «αλλά προσεληλήθατε Σιών όρει και πόλει Θεού ζώντος, Ιερουσαλήμ επουρανίω»). Το ποίημα αρχίζει με έναν μικρό πρόλογο σε πεζό(ποιητικότατο πεζό):

Μια από κείνες τις ανοιξιάτικες βραδιές, που η κουφόβραση κι η πνιγούρα μαζί με τις μακρινές αστραπές μηνάνε καταιγίδα.
Ο Ιούδας ξέκοψε, κατά τη συνήθειά του, από τους άλλους συντρόφους, που κρυμμένοι μέσα σ’ έν’ αμπέλι, μοιράζονται ό,τι αυτός κατάφερε να τους έβρει για φαγί.
Και προσεύχονται.
Ο ορισμένος από τις Γραφές παράνομος μαθητής ανέβηκε πάνου σ’ έναν λόφο από άμμο. Μορφή αχαμνή, νέος ακόμα, φαίνεται να χει πολύ υποφέρει.
Για πρώτη φορά ο πόνος κ’ η απελπισία καθαρίζουν έτσι καλά τη σκέψη του και της δίνουνε μια τραγική στροφή.
Τα χείλη του καθώς τα σφίγγει παίρνουν, θαρρείς, το σχήμα του φιλιού.

Αμμόσκονη πολλά ψιλή, δίχως αγέρα μήδ’ αχό,
πνίγει τον κόκκινο ουρανό, που δίχως ήλιο ανάβει.
Λιγάκι ψήλος αερινό, μια στάλ’ ανάσα – αγκομαχώ!
Άμποτε να με βούλιαξε ξυλάρμενο καράβι,
ω βράδι καλοκαιρινόν, η μπόρ’ αφτή, που αστράβει.

Βλέπω την πόλη από μακριά, την Άγια Πόλη, π’ αγαπώ.
Απάνω της μια χαρακιά γραμμένη με το μέλι.
Απ’ την κλεισμένη μου καρδιά περνάς, σοκάκι χαρωπό,
γλυστράς, γυναίκα, πράσινο μέσα στο κύμα χέλι, –
την ερημιά βαρέθηκα κ’ η πόλη δε μας θέλει!

Ξυπόλητοι, μ’ ένα ραβδί κ’ ένα ταγάρι σταβρωτά,
τη μέρα να κρυβόμαστε, τη νύχτα να δρομάμε,
– ξυπνούν αλάργα τα σκυλιά και μας γαβγίζουν σερπετά`
πόσες ημέρες νηστικοί, θυμάμαι δε θυμάμαι! –
αχ! δε βαστώ, καρδούλα μου, κι ό,τι λογιάζεις κάμε.

Άρχισε να κλονίζεται και δεν το κρύβει πια ο Θωμάς.
Ο Πέτρος κακομίλητος τα φρύδια του ζαρώνει.
Και ξαφνικά ξεκόβοντας ο νιος  Ιωάννης από μας
παραλαλεί κι αλλόκοτα φαντάσματα ξαμώνει.
Όλους μας καταντήσατε φαντάσματ’ άγρια, Πόνοι!

Καρδιά, πουλί τρεμάμενο, χωρίς φωλιά πάνω στη Γη,
κυνηγημένη πας ομπρός και πίσω δε γυρίζεις.
Τι να’ ναι τάχα: θέληση, φόβος, συνήθεια, προσταγή;…
Μα κάπου θα ναι ανάπαψη, κάπου γαλήνια ορθρίζεις
σε θάλασσα και σε πλαγιές, Άνοιξη, που μυρίζεις.

Μα Κείνος τίποτα δε λέει. Διάφανο σώμα κι αδειανό
πάνου απ’ το χώμα σηκωτό βαδίζει  στον αέρα.
Στα νοτισμένα μάτια του κοιτάς τον άπατο ουρανό.
Λόγος γλυκής, που, κι αν μιλά κι αν δε μιλά, κοφτέρα
βυθίζεται μες τις καρδιές σε νύχτα και σε μέρα.

Στην Άγια Πόλη ως μπήκαμε, – βάγια πολλά και φοινικιές! –
και ξένοι αρχόντοι και δικοί κρυμένοι τρέμαν όλοι,
γιατ’ άνεμος ξεσήκωνε τα πλήθη ( ελπίδες ξαφνικές!)
Του πα σιγά: « Τώρα καιρός για τη Μεγάλη Σκόλη!»
– « Ουράνιο το βασίλειο μου κι ουράνια, μάθε, η Πόλη».

Μ’ αρνιέσαι τάφο, Θάνατε, πώς θα με φέρεις στη Χαρά;
Βαθιά στο χώμα, οργιές πολλές, μονάχα κρύα σκουλήκια.
Τούτ’ η καρδιά, και που μισεί και δικιοσύνη λαχταρά,
ζητάει δικά της δω στης Γης δυο πιθαμές χαλίκια,
απ’ τ’ αγαθά, που δώσε ο Θεός, ζητάει μερίδα δίκια!

Ποιος το φτωχό μου το κορμί και την ψυχή μου τη φτωχιά
απ’ τον κρυφό το Φαρισαίο κι απ’ τον τραχή Λατίνο,
από τον ξένο γέρακα θα σώσει κι απ’ την ντόπια οχιά;
Αυτούς σ’ ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν’ αφήνω
κ’ εγώ ανεμόσκαλα σωμού στο γαλανό να στήνω;

Δεν είναι μοναχά η δικιά μου μοίρα, που με τυραννά,
μάβροι συντρόφοι της δουλειάς και της απελπισίας.
Ήλιος ζεστός και γόνιμος τα χρόνια μας τα σκοτεινά
για κείνους, που την αρετή μας θέλουν της θυσίας.
Ήρτε γι’ αφτούς, – για μας ακόμ’ αργεί ο ωραίος Μεσσίας.

Σε λογισμό και σε καρδιάν ανάμεσα όχτρητα πολλή.
Καθάρια το πρεπούμενο στο νου μου λαγαρίζει,
μα σίντα πάω να κουνηθώ λίγο, το σώμα παραλεί,
πιότερο σφίγγει τ’ άλυτο σκοινί Του, που μ’ ορίζει`
ψυχή και σώμ’ αντίμαχα σε δυο μου τα χωρίζει.

(Θυμάται τη μάνα του)

Τα κλάηματά σου, μάνα μου, φτάνουν εδώ στην ερημιά.
Μες τα λιγνά χεράκια σου νυχτόημερα δεμένη,
ώρες κοιτώντας χαμηλά τελειώνεις με λιγοθυμιά.
Μες τ’ άδειο σου θυμητικό άλλο από με δε μένει.
Του ζωντανού θανάτου εμείς χρόνια καταραμένοι!

Για σας, μανάδες κι αδερφοί και τώρα κ’ ύστερα, σιγά
θα κάνω απόψε, που νογώ, της ανταρσίας το κρίμα.
Και ξέρω τι καταλαλιά τη μνήμη μου θα κυνηγά!
Αν δεν πετύχει τούτο δα το πρώτο μέγα βήμα,
Θα πουν οι εμπόροι των Θεών: « Τον πρόδωσε για χρήμα!»

Βέβαια το ποίημα αυτό διαφέρει από τη «Μάνα του Χριστού», γιατί ο επαναστάτης εδώ είναι ο Ιούδας, ενώ εκεί είναι ο Χριστός. Όμως και στα δυο ποιήματα ο Χριστός είναι άνθρωπος, το δε επαναστατικό του πρόγραμμα καθώς και ο διπλός του στόχος που είναι η απελευθέρωση απ’ τους Ρωμαίους ( τον τραχή Λατίνο) και την ντόπια ολιγαρχία ( τον Φαρισαίο που τον αποκαλεί ντόπια οχιά) το δίνει μέσα απ’ τον Ιούδα που έκανε την εξέγερση, η οποία όμως απέτυχε αν και εκμεταλλεύτηκε το Πάσχα, γιατί τότε οι Ιουδαίοι πήγαιναν όλοι για τη γιορτή στην αγία πόλη και ήταν συνεπώς μια μεγάλη ευκαιρία. Και πραγματικά το Πάσχα προσφερόταν για εξεγέρσεις, όπως μας πληροφορεί ο Ιώσηπος, μιλώντας για μιαν εξέγερση που έγινε στην Ιερουσαλήμ όταν διοικητής της Ιουδαίας ήταν ο Βεντίδιος Κουμανός, το 49 μ.Χ.

Είχε φτάσει το Πάσχα και όπως ήταν το συνήθειο από παντού συνέρεε στην πόλη το πλήθος των Ιουδαίων. Ο Κουμανός, που φοβήθηκε μήπως αυτή η κοσμοσυρροή αποτελέσει ευκαιρία για εξέγερση, διέταξε ένα τμήμα της φρουράς να φυλάξει με τα όπλα τις στοές του ναού για να αποτραπεί οποιαδήποτε απόπειρα. Κι όπως σημειώνει ο Ιώσηπος, το μέτρο αυτό αποτελούσε τη συνηθισμένη πρακτική των προηγούμενων διοικητών της Ιουδαίας κατά τις γιορτές. Ο ίδιος συγγραφέας μιλώντας σ’ άλλο σημείο για τον πόλεμο του 70 μ.Χ. γράφει ότι σ’ ένα διάλειμμα μικρό του πολέμου που συνέπεσε με το Πάσχα, ο Ελεάζαρ και οι άνδρες του άνοιξαν εν μέρει τις πύλες για να δεχτούν τους πολίτες που ήθελαν να μπουν στην πόλη για να προσκυνήσουν. Τότε ο Ιωάννης, χρησιμοποιώντας ως προκάλυμμα τη γιορτή, πέρασε τους ασημότερους απ’ τους οπαδούς του, οι περισσότεροι απ’ τους οποίους δεν είχαν εξαγνιστεί, έχοντας κάτω απ’ τα ρούχα τους κρυμμένα όπλα και κατέλαβαν το ναό. Ο Βάρναλης γνώριζε καλά το Σουητώνιο αλλά και τον Ιώσηπο, όπως φαίνεται από την ιστορία του ιουδαϊκού πολέμου που τόσο συναρπαστικά δημοσίευσε στη βιογραφία του Τίτου στους «Διχτάτορες». Έχοντας λοιπόν υπόψη του αυτά τα στοιχεία εμφανίζει το Χριστό σαν επαναστάτη που απέτυχε το κίνημά του κι αντιμετώπισε το μαρτυρικό θάνατο του σταυρού.

Η διαφορά από το  Ρωμανό είναι κεφαλαιώδης. Γιατί αυτό ακριβώς το στοιχείο, η ανθρώπινη ιδιότητα του Χριστού, δίνει καινούργιο περιεχόμενο στο ποίημα και μιαν άλλη διάσταση. Δίνει περιεχόμενο κοινωνικό, επαναστατικό, ανθρωπιστικό. Η θυσία τώρα αποκτάει το νόημά της κι αποτελεί τη δραματική κορύφωση της προσπάθειας του κοινωνικού μεταρρυθμιστή, του επαναστάτη, που θέλει να αλλάξει τον κόσμο καταργώντας την αδικία κι ελευθερώνοντας το φτωχό και καταπιεζόμενο λαό. Η θυσία δικαιώνει το επαναστατικό κήρυγμά του, το πρόγραμμα δράσης και το σκοπό του, γιατί μεγαλύνει την προσπάθειά του, μιας και υπάρχει πλήρης αντιστοιχία ανάμεσα στα λόγια και στη δράση του. Η εκούσια επιλογή του θανάτου τη στιγμή που μπορεί να δραπετεύσει στη δύσκολη στιγμή και να σωθεί και η απόφασή του να αποδεχτεί τα βασανιστήρια και τον πόνο, προεκτείνει την ανθρώπινη διάστασή του και τη μεγαλώνει. Της δίνει μια νέα ποιότητα, ακριβώς επειδή δεν είναι θεϊκή. Γιατί ξέρει πως ο θάνατος σημαίνει το οριστικό τέλος, που δεν έχει ούτε συνέχεια σε άλλον κόσμο, ούτε και γυρισμό ξανά σ’ αυτή τη ζωή…


Ανδρέα Λεντάκη, Ρωμανός ο Μελωδός  Κώστας Βάρναλης και στρατευμένη τέχνη, Δωρικός, Αθήνα 1991

 [1] Ο ΚΑ΄ ύμνος του Ρωμανού αποτελείται από 240 στίχους και είναι γραμμένος με τη μορφή διαλόγου και έχει γραφτεί για τη Μ.Παρασκευή. Η Μάνα του Χριστού θρηνεί για το γιο της.

[2] Αναφέρεται στο ποίημα του Κώστα Βάρναλη «Η Μάνα του Χριστού»

Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Ο Λάζαρος μετά το θαύμα


Φρόντισες μέσα κι έξω από τη Βηθανία
όλοι να μάθουν την ανάστασή μου.
Τώρα, θύμα ενός θαύματος, για χρόνια περιφέρομαι
ένας ρακένδυτος που τον κοιτούν όλοι φιλύποπτα
αν πρέπει να τον πάρουν για τρελό ή να τον πιστέψουν.
Μα κι ο ίδιος πια δεν ξέρω τι, ποιος είμαι
χωρίς καν συγγενείς και φίλους που όλοι φοβηθήκαν
ή ζήλεψαν για τους δικούς τους - ποιος να ξέρει;
Ενώ Εσύ, ιδανικός Εσύ μες στην ανάστασή Σου
οριστική, γεμάτη δόξα κι ύμνους όπου γης
ποτέ δε σκέφτηκες τι απέγινε
ο υπό αίρεση και προθεσμία αναστημένος Σου.

Ω ναι, δεν έπρεπε στο " Δεύρο έξω" να υπακούσω
μα την ειρηνική μου οδό αποσύνθεσης ν' ακολουθήσω
ταπεινά, σαν τους κοινούς θνητούς.
Τώρα σε τι Δευτέρα Παρουσία να πιστέψω
σε τι ανάσταση νεκρών
ανάμεσα σ' εξαίρεση ζωής
και στον κανόνα του θανάτου;
Και τέλος 
πού να βρω δύναμη προτού πεθάνω να πεισθώ
ότι στ' αλήθεια και για πάντα
θα πεθάνω;

Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, Κέδρος , Αθήνα  2009, 3η έκδοση

Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

Γιάννης Ρίτσος – Μέλπω Αξιώτη: Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά


Γράφει η ofisofi //atexnos

Η Μέλπω Αξιώτη αυτοεξορίστηκε στη Γαλλία το Μάρτιο του 1947, μέσα στη δίνη του εμφυλίου για  να αποφύγει τη σύλληψη καθώς ήταν μέλος του ΚΚΕ με ενεργή συμμετοχή στην Αντίσταση και δραστηριοποίηση στον παράνομο τύπο. Στη Γαλλία έζησε μέχρι το Σεπτέμβρη του 1950. Απελάθηκε, μετά από διάβημα της ελληνικής κυβέρνησης, στην Ανατολική Γερμανία και στη συνέχεια ακολούθησε  τους δρόμους της πολιτικής προσφυγιάς στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Επαναπατρίστηκε το 1964.

Φεύγοντας για το Παρίσι συνάντησε στο δρόμο τον Γιάννη Ρίτσο και του είπε ότι θα λείψει για 2-3 μήνες, διάστημα που ο ποιητής και φίλος της το θεώρησε πολύ μεγάλο. Από τότε πέρασαν 13 χρόνια χωρίς καμία επικοινωνία ανάμεσά τους.

Στις 6 Απριλίου 1960 η Μέλπω Αξιώτη  σπάει τη μακρόχρονη σιωπή της και στέλνει ένα γράμμα από το Αν. Βερολίνο, όπου ζει, στο Γιάννη Ρίτσο μαζί με το χειρόγραφο του ποιήματός της «Κοντραμπάντο». Η απάντηση ήρθε σε λίγες μέρες από τον ποιητή μαζί με την έκφραση της μεγάλης του χαράς. Έτσι αρχίζει η αλληλογραφία ανάμεσα στον Γιάννη Ρίτσο και τη Μέλπω Αξιώτη


«Αγαπητέ μου Ρίτσο,

Αν και είμαι πολύ πικραμένη που σε τόσα ταξίδια σου έξω απ’ τα σύνορα δε σκέφτηκες – ή τουλάχιστον δεν το πραγματοποίησες – να μου πέψεις δυο λόγια όχι για σένα αλλά για μένα – για να καταλάβω πως υπάρχω μέσα στο νου καποιανού που τον έλεγα φίλο – αν και λοιπόν – όμως εγώ σου στέλνω τούτον το φάκελο για να σου γυρέψω να τονε βοηθήσεις – Ο γέρο Βολταίρος κυνηγημένος κι εξόριστος έγραφε σ’ ένα γνωστό του: «Κύριε, αν ξέρετε ότι υπάρχει κάποιος σε κάποιο μέρος που θα μπορούσε να εκδόσει το έργο μου, σας ικετεύω να μου τον γνωρίσετε» – Εγώ δε θέλω να μου τον γνωρίσεις – δε θα με ωφελούσε σε τίποτα – μα θα ήθελα απλούστατα να φρόντιζες αν βέβαια είναι δυνατόν να τυπωθεί τούτο το «ποίημα» σε μια πλακέτα με τ’ όνομά μου…»

«Αγαπημένη μου Μέλπω

Τι χαρά σήμερα, ύστερ’ από τόσα χρόνια να πάρω γράμμα σου και μάλιστα συνοδευμένο απ’ το ποίημά σου. Μου γράφεις όμως πως είσαι πικραμένη μαζί μου, γιατί δε σούγραψα. Μα, Μέλπω μου, δεν είχα την αντρέσσα σου, και δεν ήξερα πού βρίσκεσαι…Το ξέρεις πως δυο καλοί φίλοι δεν ξεχνιούνται ποτέ – κι αν τύχει μάλιστα νάναι και καλλιτέχνες που αγαπούν ο ένας το έργο του άλλου. Άπειρες φορές σε θυμόμουνα κι αναρωτιόμουν πώς θα ζεις έξω από την Ελλάδα…»

Οι επιστολές τους συγκεντρώθηκαν για πρώτη φορά στο βιβλίο  που επιμελήθηκε η Μαίρη Μικέ, Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του  ΑΠΘ,  και φέρει τον τίτλο «Γιάννης Ρίτσος – Μέλπω Αξιώτη Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960-1966)» εμπνευσμένο από τα παρακάτω λόγια του ποιητή:

«Πότε πια θάρθεις, να τα πούμε όπως άλλοτε, ώρες κι ώρες – όχι πια τούτο το άχαρο, παγερό χαρτί, που μας στράγγιξε όλη μας τη ζωή και κάποτε μας βλέπει και το βλέπουμε  εχθρικά – αυτό το χαρτί το καταραμένο κι ευλογημένο, ο καημός μας κι η μεγάλη παρηγόρια μας, η μοναξιά μας κι η συντροφιά μας. Εδώ φτάνουμε τ’ άστρα κι εσύ δε θα φτάσεις στην πατρίδα; Σε περιμένω και σε φιλώ. Μη με ξεχνάς.»

Στην  Εισαγωγή του βιβλίου η Μαίρη Μικέ αναφέρει :

«Τα επιστολικά τεκμήρια ανάμεσα στον Γιάννη Ρίτσο και στη Μέλπω Αξιώτη, που εδώ κατατίθενται συγκεντρωμένα για πρώτη φορά, καλύπτουν τα χρόνια 1960 -1966. Από τη μεριά του Ρίτσου η συγκομιδή είναι πλούσια: εξηνταπέντε συνολικά επιστολές, καρτ – ποστάλ και τηλεγραφήματα αποστέλλονται προς τη φίλη του που βρίσκεται σε αναγκαστική υπερορία, θυμίζω, από τις 22 Μαρτίου 1947. Από τη μεριά της Αξιώτη, αντίθετα, σώζονται μόλις δεκαοκτώ δείγματα επιστολικού λόγου. Αυτές ακριβώς οι ασυμμετρίες, οι μονοφωνικές καταθέσεις, οι μακρόχρονες εκκωφαντικές σιωπές υπαγορεύουν ως ένα μεγάλο βαθμό τον υπότιτλο του τόμου

«σπαράγματα αλληλογραφίας» δείχνοντας προς τη μεριά κυρίως της (χαμένης) επιστολικής φωνής της Μέλπως»

Η επιμελήτρια της έκδοσης επέλεξε να τοποθετήσει αντικριστά τις επιστολές πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό φανερώνονται οι «εποχές συνομιλίας όσο και οι εποχές απο – γύμνωσης και μονομερούς διαχείρισης της αλληλογραφίας» και «Επειδή, λοιπόν η Αξιώτη μοιάζει ωσεί παρούσα να στοιχειώνει στις σελίδες του παρηγορητικού, δυναμικού και ολοψύχως δοσμένου στην υπόθεσή της Ρίτσου, πρόκρινα τη διαχείριση των γραμμάτων με τον τρόπο που παραπάνω αναφέρθηκε. Ακριβώς επειδή τα δεκαοκτώ αυτά γράμματα διεκδικούν ένα μερίδιο δίκαιης και ισότιμης κατανομής ακόμη και με τον τρόπο της σιωπής και της έλλειψης ή, αλλιώς, με τον τραγικό μετεωρισμό ανάμεσα στην «ομιλητική σιωπή» και στη «σιωπηρή ομιλία» και πάντως διεκδικούν ολόκληρο το μερίδιο που τους αναλογεί στη μοιρασιά της αγάπης…»

Τα γράμματα αυτά προκαλούν  συγκίνηση γιατί ξεδιπλώνουν τη βαθειά φιλία και αναδεικνύουν την αγάπη που ένωνε αυτούς τους δύο ανθρώπους.

Συγχρόνως όμως κατορθώνουν να μεταφέρουν το κλίμα, την ατμόσφαιρα, την κινητικότητα  και το άρωμα μιας ολόκληρης εποχής, κυρίως της λογοτεχνικής.

Η Αξιώτη χρόνια  εκπατρισμένη είχε ξεμάθει να μιλάει και να γράφει σε φίλους, γι’ αυτό και τα γράμματά της έχουν ένα χαρακτήρα πρακτικό, διεκπεραίωσης ζητημάτων που αφορούν κυρίως το τύπωμα και την έκδοση του ποιήματος που έστειλε στο Ρίτσο. Και αυτός περιμένει το «πρώτο της γράμμα».

«Περιμένω το «πρώτο σου γράμμα», όπως λες, για να μπορέσω να σου γράψω. Αλλιώς – το ξέρεις – τα λόγια λοξεύουν, όταν ο άλλος αλλού κοιτάει, άλλα βλέπει, άλλα ακούει. Κι ύστερα μια μικρή σιωπή. Δε φτάνει μόνο η αγάπη, ούτε ακόμα κι η αμοιβαία κατανόηση, – χρειάζεται κι η ομιλία κι η ομολογία, κι όταν κι οι δυο μπορούν ν’ ακούν τη σιωπή. Ακόμα και τότε. Γι’ αυτό περιμένω».

Η αληθινή επικοινωνία, η έκφραση των συναισθημάτων  δεν είναι μια εύκολη υπόθεση για την Αξιώτη, χρόνια μακριά από αγαπημένα της πρόσωπα.

«Τριγυρισμένη απ’ τον ήλιο που τον περίμενα, πιάνω τέλος να σου γράψω – Μην το θαρρείς λίγο πράμα, έστω κι αν δεν είναι εύκολο να το καταλάβεις – Είχα να γράψω σε φίλους δέκα χρόνια – γιατί δεν μπορούσα – δεν είχα τίποτα να πω αν δεν έλεγα πολλά – η απόσταση που μας χώρισε ήταν μεγάλη – είχε πολλών ειδών μάκρη – και ακατανόητα  για όποιον δεν τα περπάτησε- Κανείς ποτέ δεν κατάλαβε τον άνθρωπο που βαδίζει με δυο δεκανίκια κι ας θαρρεί πως μοιράζεται τον πόνο του – αυτό είναι τίποτα μπροστά στο κάθε βήμα που πρέπει να κάνουνε τα ξένα πόδια σφηνωμένα στο δικό σου κορμί – Έτσι μπορεί να μάθεις να βαδίζεις, μα ξεμαθαίνεις να μιλείς με το διπλανό σου – κατάλαβε λοιπόν γιατί δε σούγραψα παρά για πραχτικά ζητήματα».

Ο Γιάννης Ρίτσος ανοιχτόκαρδος, συναισθηματικός και εκδηλωτικός από το πρώτο του γράμμα την προσφωνεί  «Αγαπημένη μου Μέλπω» ενώ εκείνη φαίνεται πιο συγκρατημένη με το «Αγαπητέ Ρίτσο ή αγαπητέ φίλε» γεγονός που τον δυσαρεστεί  και τον κάνει να διαμαρτυρηθεί γράφοντας
«Αγαπημένη μου Μέλπω

Βλέπεις, εξακολουθώ να σε λέω «αγαπημένη μου» και να λέω και τ’ όνομά σου. Δε με σταματάει η δική σου συγκρατημένη έκφραση: «αγαπητέ φίλε», γιατί ξέρω την κούραση, την πίκρα (κι ακόμη τη βουβή τρυφερότητα μιας φοβισμένης και γι’ αυτό ακατάδεχτης ή αδιάφορης μοναξιάς, που τόχει πάρει απόφαση νάναι μόνη), που κρύβουν οι σύντομες, απλές, τυπικές λέξεις.Ένα μονάχα  δεν καταλαβαίνω σε σένα: που δεν καταλαβαίνεις και τη δική μου δυσκολία να σου γράψω. Βλέπεις μόνο από τη μεριά σου… Αντιστέκομαι σ’ αυτή τη δυσκολία. Ξέρω πως εσύ τάζησες τούτα τα χρόνια πιο βαριά και πιο σκληρά από μας, γιατί τάζησες στα ξένα, έξω απ΄τα χώματά μας».

Η ίδια διαφωνεί και εξηγεί με έναν τρόπο κοφτό

«Αρχίζω με μια διαφωνία – «Αγαπητέ φίλε», δεν τόχω για «συγκρατημένη έκφραση» – για μένα εκφράζουν δυο  πράγματα πολύτιμα, επειδή δεν μου βρίσκουνται συχνά και γι’ αυτό μ’ αρέσει να τις χρησιμοποιώ αυτές τις λέξεις, όταν μπορώ εγώ, και εκεί που μπορώ. Και έχω πληρώσει πολύ ακριβά μέχρι που να μου τύχει να τις ξαναπώ – Εκατάλαβες;

Το ζήτημα αυτό δεν είναι απλό, όπως και πολλά άλλα άλλωστε – Φίλα πρόσωπα υπάρχουν, αγαπητά πρόσωπα υπάρχουν – Αγαπητέ φίλε για να πεις, αυτό υπάρχει δύσκολα – Εκατάλαβες;»

Ο Ρίτσος της εκφράζει συνεχώς την αγάπη του και την εκτίμησή του.

«Αγαπητή Μέλπω, η πίκρα μου και τα παράπονά μου (κι αν ακόμα τα βρεις υπερβολικά κι άδικα) θα σε κάνουν να καταλάβεις, περισσότερο από την τρυφερότητά μου, την αγάπη μου και την εκτίμησή μου για σένα και για το έργο σου. Μόνο όταν αγαπάμε είμαστε απαιτητικοί κι αξιώνουμε την αμοιβαιότητα. Κι η αγάπη μας κάνει τρομερά εύθικτους. Ας σεβαστούμε λοιπόν κι οι δυο αυτή την ευθιξία μας – μαρτυρία της φιλίας.»

Η αλληλογραφία αποκαλύπτει έναν Ρίτσο  συντροφικό, αδελφικό, αληθινό φίλο. Μέσα από τα γραφόμενά του  δείχνει με κάθε τρόπο πόσο πολύ τη νοιάζεται και την φροντίζει. Αναλαμβάνει τα πάντα για το τύπωμα και την έκδοση του «Κοντραμπάντο» και δεν παραλείπει να της δείχνει τρυφερότητα, στοργή και αγάπη. Συνεχώς την ενθαρρύνει και την προτρέπει να συνεχίσει το γράψιμο. Έτσι εκτός από το «Κοντραμπάντο» παρακολουθούμε την προτροπή της συγγραφής του ποιήματος  «Θαλασσινά» και της «Καινής Διαθήκης»  που αργότερα έγινε το πεζογράφημα «Το Σπίτι μου»,  την αποστολή και έκδοση της μετάφρασης διηγημάτων του Τσέχωφ, την αρθογραφία της στην Επιθεώρηση Τέχνης.

Ενδεικτική του ενθουσιασμού του για το έργο της  είναι εκτός των άλλων η άποψή του για τις «Δύσκολες νύχτες»:

«Αγέραστο βιβλίο. Δεν πέρασε ούτε μέρα από πάνω του. Δεν ρυτιδώθηκε ούτε μια φράση του. Ποίηση – αληθινή ποίηση – με άπειρες προεκτάσεις κάθε σελίδα του, αράδα του, λέξη του. Τούτη η μαγεία, που δένει τις εποχές και τις ανθρώπινες ηλικίες, τα γεγονότα και τις μνήμες, τα πράγματα και τα όνειρα, καταργώντας τον πόνο και τον χρόνο, κι αφήνοντας μόνο τον ελεύθερο αέρα μιας αόριστης, διάχυτης, μακρινής φιλίας, που σε υποχρεώνει να εισπνέεις βαθιά και εκστατικά, όλο και πιο βαθιά και πιο εκστατικά, κι είναι ένα χαμόγελο κρεμασμένο, μετέωρο γύρω σου και στο πρόσωπό σου – ένα χαμόγελο (της ποίησης, πάντα), ένα χαμόγελο δικαίωσης της ζωής μας, παρ’ όλες τις πικρίες και παρ’ όλο το θάνατο – και ίσως εξαιτίας του μάλιστα, όταν περάσουν στην ποίηση. έτσι ξαναδιάβασα και ξανάζησα τις «Δύσκολες νύχτες σου» σου».

Οι δυο φίλοι συνομιλούν, επικοινωνούν όχι μόνο από την Αθήνα και το Αν. Βερολίνο αλλά και από όπου αλλού βρίσκονται για δουλειές ή ξεκούραση.

Παρακολουθούμε τις εκδοτικές περιπέτειες των βιβλίων της Αξιώτη στην Αθήνα  και τις κοπιώδεις προσπάθειες της έκδοσης των  έργων του Ρίτσου. Εκδοτικοί οίκοι όπως ο Δίφρος και ο Κέδρος στα πρώτα του βήματα. Τα περιοδικά Καινούρια Εποχή και Επιθεώρηση Τέχνης πρωταγωνιστούν παράλληλα με τις προσπάθειες  δημοσίευσης  άρθρων, ποιημάτων, μελετών.

Ο ποιητής μπαινοβγαίνει στα τυπογραφεία, δίνει οδηγίες, ελέγχει, διορθώνει, επιμελείται όχι μόνο τα χειρόγραφα της Μέλπως αλλά και τα δικά του. Συνεργάζεται με τους εκδότες. Είναι η εποχή που εκδίδει τον Α΄ τόμο των ποιημάτων του, την Ανθολογία Ρουμανικής Ποίησης, που μεταφράζει Τσέχους και Σλοβάκους ποιητές. Δουλεύει πολλές ώρες αλλά δεν ξεχνάει τη φίλη του. Φροντίζει να σταλούν σε λογοτέχνες και πνευματικούς ανθρώπους τα αντίτυπα του ποιήματός της  υλοποιώντας τις επιθυμίες της. Ονόματα γνωστών και πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών και λογοτεχνών με τα έργα τους και τις απόψεις τους εμφανίζονται ανάμεσα στις γραμμές των επιστολών. Της εμπιστεύεται σχέδια ποιημάτων του ή και τελειωμένα ποιήματα. Προσπαθεί να της εξηγεί τα πάντα και να μην αφήνει περιθώρια παρεξηγήσεων σαν εκείνα που μπορεί να δημιουργήσει η απόσταση και ο γραπτός λόγος.

Το ταχυδρομείο γίνεται το μέσο που μεταφέρει όχι μόνο ειδήσεις και νέα  αλλά χειρόγραφα, διορθώσεις, κριτικές , αποκόμματα εφημερίδων, βιβλία, περιοδικά και συγχρόνως κρατά ζωντανή την επαφή, αναπληρώνει την απουσία. Μέσα στη ροή του λόγου τους εκφράζονται  απόψεις για την τέχνη, τους κριτικούς και την κριτική, την ποίηση, τις μεταφράσεις, τη φιλία, τα γηρατειά και τη νεότητα, τη μοναξιά, την ξενιτειά, την προσφυγιά και τα προβλήματα που αυτή δημιουργούσε στην Αξιώτη και ως προς την αναγνώριση του έργου της.

Ο Ρίτσος γράφει για τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν, την ενημερώνει για την οικογένειά του για χαρές και λύπες

«Βάσανα, βάσανα, αρρώστειες στο σπίτι, αγρύπνιες, χτυποκάρδια. Ευτυχώς τώρα είμαστε καλύτερα. Παρ’ όλα αυτά πάντα σε θυμόμουνα»

και ό,τι έχει σχέση με τη δουλειά του, τα ταξίδια του, τα βιβλία του.

Ο πόνος και ο σπαραγμός της μακρόχρονης και αναγκαστικής ξενιτειάς διακρίνεται καθαρά είτε στα γράμματα της Αξιώτη είτε του Ρίτσου

« …γιατί η γνώση των γηρατειών […] είναι η πιο ασφαλής νεότητα του κόσμου – το ακόνισμα της ευαισθησίας του. Τούτη την αίσθηση – το ξέρω – την έχεις βαθειά κι υψηλή κάτω απ’ όλα τα πυκνά στρώματα της φθοράς, της μοναξιάς, της ξενητειάς, της νοσταλγίας…»

Η επιθυμία της αντάμωσης, της συνάντησης τους είναι ένα θέμα που επανέρχεται πολλές φορές κυρίως στα γράμματα του Ρίτσου.

«Ποτέ δεν έζησα τέτοια αγωνία-κι αυτή την τρομερή αίσθηση της «αχρηστίας» Μια ολάκερη (και μοναδική) ζωή, καταχωνιασμένη στα χαρτιά, διαλυμένη (ή συνθεμένη;) σε λέξεις, λέξεις, λέξεις, στίχους, ρυθμούς – η καρδιά μας, το φως μας, το αίμα μας, η σάρκα μας, η λαχτάρα μας, το μεδούλι μας, τα κόκκαλά μας, ο έρωτάς μας, το όνειρό μας – η ζωή μας – όλα. Νάταν, τουλάχιστο, να δώσουν λίγη χαρά στους άλλους, λίγη γνώση, κάποια κατανόηση ανάμεσά μας – μια συνάντηση χτες, σήμερα, αύριο σ’ όποιο χρόνο – μια συνεννόηση (όχι αναγνώριση) – α, Μέλπω μου, τι’ ναι τούτο το πάθος της έκφρασης (και γιατί;), τι φρικτή τούτη η ανάγκη κι η μάχη της με τη σιωπή (με την καλή σιωπή, την άπειρη, την αβάσταχτη κι αυτή) – πόσα θάχαμε να πούμε για όλ’ αυτά και για τόσα άλλα. Πώς να στ’ αραδιάσω σε τούτο το στενό, το μισητό χαρτί; Νάσουν εδώ – και για σένα μα και για μένα. Δε μπορώ έτσι.»

«Μην αργήσεις να μου γράψεις. Έμαθα στην κουβέντα σου, κι όταν αργείς μου λείπει»

«Γιάννη μου[…] μακάρι η αγάπη να πιανότανε με τα διαστήματα της αλληλογραφίας – μα και οι δυο εμείς, ξέρομε πως πιάνεται απ’ αλλού – κάποτε φανερώνεται και με τη σιωπή, γιατί δεν μπορεί να μιλήσει…»

Και όταν αυτή η πολυπόθητη συνάντηση πραγματοποιείται στο Αν. Βερολίνο, τη μαθαίνουμε πάλι από το Ρίτσο, που την ανακαλεί συνεχώς προβάλλοντας το δωματιάκι της και τη μορφή της.

«Μέλπω μου, δε μου φεύγεις απ’ το μυαλό – η καμαρούλα σου, το μπρίκι σου και τα χαρτιά σου – έχω τώρα μια γνωστή γωνιά να σε ξέρω – μπορώ να σε βρω, να σου μιλήσω..»

«Μέλπω μου, καλή μου, αγαπημένη μου – πόση συγκίνηση στα γράμματά σου – πιότερο δεμένος μαζί σου νιώθω – πιότερο από πάντα… Όλα θα τα φροντίσω. Μη νοιάζεσαι… φτάνει να συνεχίζεις το θαυμάσιο έργο σου και να με θυμάσαι. Δεν έφυγα ποτέ απ’ το καμαράκι σου – ίσα – ίσα μόνο για να πάω στο άλλο πάτωμα – κοίτα το φωτισμένο παράθυρο απ’ όπου σου στέλνω τα φιλιά μου κι όλη μου την αγάπη».

Στο γράμμα του από την Αθήνα με ημερομηνία 15. VII. 64 μαθαίνουμε για την αίτηση επαναπατρισμού της Μέλπως Αξιώτη. Στο τέλος της ίδιας χρονιάς η αίτησή της δικαιώθηκε.

Τον Ιούλιο του 1965 η Αξιώτη είναι στην Ελλάδα και ο Ρίτσος  σχολιάζει σε επιστολή του από το Καρλόβασι τα  πολιτικά γεγονότα.

«Μα, να, πού σ’ αφήνουν ποτέ να ησυχάσεις; – με φτάνει ο αντίχτυπος απ’ τα πολιτικά συμβάντα – οργή και μπούχτισμα – σου στρίβουν τ’ άντερα. Τι να σου κάνει πια κι η θάλασσα κι η ποίηση κι η καλή μου η γυναίκα κι η χαριτωμένη κόρη μου; – σου στέλνουν κι οι δυο την αγάπη τους και τα φιλιά τους.»

Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα του βιβλίου, νιώθεις  κάτι να σε αγγίζει από την τρυφερότητα, τη συντροφικότητα και την φιλία αυτών των δύο πολύ σημαντικών ανθρώπων.

Είναι όμως και ο πλούτος των  αποκτημένων γνώσεων που φρόντισε γι’ αυτό η επιμελήτρια της έκδοσης Μαίρη Μικέ με τις πολύ ενδιαφέρουσες σημειώσεις της στο τέλος κάθε επιστολής και όπου χρειαζόταν, καθώς και με το φωτογραφικό ένθετο.

Πίσω από τους λογοτέχνες οι άνθρωποι και ακόμα πιο πίσω το έργο τους για να τους κρατά ζωντανούς όταν τα σώματά τους δεν θα είναι ή όπως έγραψε ο Γιάννης Ρίτσος στη Μέλπω Αξιώτη:

«Μας μένει μονάχα η δουλειά μας. Ο χρόνος θα μιλήσει όταν εμείς δε θάχουμε πια μερτικό στο χρόνο. Κι αυτή είναι η μεγάλη αδικία: ο μόνος δίκαιος κριτής του έργου μας, ο χρόνος, ν’ αφανίζει εμάς τους ίδιους».


Γιάννης Ρίτσος – Μέλπω Αξιώτη, Καταραμένα κι ευλογημένα χαρτιά. Σπαράγματα αλληλογραφίας (1960 – 1966).

Επιμέλεια – Εισαγωγή – Σημειώσεις: Μαίρη Μικέ, εκδόσεις Άγρα 2015