Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2020

Λόγια της Τρέλας

Ο Τρελός
"Ήταν ένα μεγάλο άσπρο πουλί πάνω από μια μεγάλη, μοναχική θάλασσα, ζυγιζόταν σε μια αιώνια φωτεινότητα, ψηλά μέσα στο γαλάζιο. Το κεφάλι του χτυπούσε στα άσπρα σύννεφα, ήταν ο γείτονας του ήλιου που γέμιζε πάνω από το κεφάλι του τον ουρανό, ένα μεγάλο χρυσαφένιο πιάτο που άρχιζε να βουίζει τρομαχτικά.
Οι φτερούγες του πιο άσπρες από μια θάλασσα χιονιού, με άξονες δυνατούς ωσάν κορμούς δέντρου, ανοιγόκλειναν στον ορίζοντα, βαθιά κάτω στην παλίρροια πορφυρά νησιά φάνταζαν να κολυμπούν, όμοια με μεγάλα ροδόχροα κοχύλια. Μία ειρήνη δίχως τέλος, μία αιώνια ηρεμία έτρεμε κάτω από αυτόν τον αιώνιο ουρανό.
Δεν ήξερε, αυτός πετούσε τόσο γρήγορα, ή κάτω από τον ίδιο τραβούσαν μακριά τη θάλασσα. Αυτό ήταν λοιπόν η θάλασσα.

...................................................................................................

Διάβολε, τι ωραία ήταν, να είσαι πουλί. Μα γιατί δεν είχε γίνει από καιρό ένα πουλί; Και έτσι περιέστρεφε τα χέρια του μέσα στον αέρα.

..................................................................................................

Πίσω από την πόρτα εμφανίστηκε ένας άνδρας, τοποθέτησε ένα όπλο στο μάγουλό του, και τράβηξε. Το βλήμα βρήκε τον παράφρονα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Τρίκλησε μια-δυό φορές, και μετά έπεσε με το βάρος του πάνω στο τελευταίο του θύμα, κάτω από τα ποτήρια που έτριζαν.
Και καθώς το αίμα ξεπεταγόταν από την πληγή, ήταν σαν να βυθιζόταν πια στο βάθος, ακόμη πιο βαθιά, τόσο ανεπαίσθητα όπως ένα χνουδάτο φτερό. Μια αιώνια μουσική ανέβαινε προς τα πάνω και η καρδιά του που πέθαινε άνοιγε και δεχόταν τρέμοντας την απέραντη αιωνιότητα"
                                                         Gottfried Benn, George Heym, Ο Τρελός

Λόγια της Τρέλας, Επιλογή- Μετάφραση - Σχόλια: Νίκος Τζαβάρας, Ίνδικτος, Αθήνα 2017.
Μια μικρή συλλογή ποιημάτων και πεζών των Friedrich Holderlin, Friedrich Nietzsche, George Buchner, Paul Celan, Robert Walser, Franz Kafka, Rainer Maria Rilke,Gottfried Benn, Ernst Herbeck και Απόστολου Κελεσίδη, Διονύσιου Σολωμού από το Νίκο Τζαβάρα,  ψυχίατρο, καθηγητή ψυχιατρικής, ψυχαναλυτή, μέλος και διδάσκοντα της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και π. πρόεδρο της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας.
" Η παρουσίαση αποσπασμάτων από ποιήματα και πεζά κυρίως Γερμανών συγγραφέων, κείμενα που περιλαμβάνουν στο σύνολό τους αναφορές σε οριακές ψυχικές καταστάσεις, εκπηγάζει από την αγάπη μου για την ποίηση, που συνόδευσε για δεκαετίες την επαγγελματική μου δραστηριοποίηση στην ψυχιατρική και ψυχανάλυση. Θα έλεγα ότι η έκδοση κινείται σε τρεις διαστάσεις. Η πρώτη έχει να κάνει με το προσωπικό μου ενδιαφέρον αναφορικά με τη σύνδεση που επιτυγχάνεται - διαμέσου της Τέχνης - ανάμεσα σε ακραία βιώματα μιας δοκιμαζόμενης υποκειμενικότητας και της αισθητικής τους ανάπλασης που τα αναδεικνύει και τα καθιστά εγγύτερα, περισσότερο απτά(...)
Η δεύτερη διάσταση, που πρόδηλα συνυφαίνεται με την πρώτη, είναι η σύγκριση ανάμεσα στην παραδειγματική συγκρότηση κλινικών διαγνωστικών προτύπων που καταλήγουν στο φάσμα τυπολογιών και στο ανάλογο εύρος των προσώπων που προσφέρει η καλλιτεχνική αφήγηση(...)
Μία άλλη διάσταση, η τρίτη που θα ήθελα να υπογραμμίσω είναι η εντέλει βαθειά αισθητική ικανοποίηση που μπορεί να προκύψει από την ανάγνωση της εξιστόρησης " ασυνήθιστων" οριακών ψυχικών συνθηκών: της τρέλας, των ψυχώσεων, της αμείλικτης κατάθλιψης(...)
Τα κλάσματα από τα πεζά και ποιήματα που επελέγησαν έχουν κατά την κρίση μου εκείνη την ποιότητα η οποία εδραιώνει σχεδόν αδιαφιλονίκητα τη θέση τους στη γερμανική λογοτεχνία(...)
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω ότι οι συγγραφείς αυτοί μπορεί να θεωρηθεί πως ανήκουν σε δύο σύνολα. Αφενός εκείνοι που διέθεταν την ισχυρή περιέργεια και διαισθητική ικανότητα να εισχωρήσουν στην ψυχική πραγματικότητα ανθρώπων με αποκλίνουσες , αλλόκοτες ή ψυχωτικά ασταθείς συμπεριφορές δίχως οι ίδιοι να έχουν οδηγηθεί σε κάποιας μορφής ψυχιατρική νοσηλεία· και αφετέρου εκείνοι, όπως ο Holderlin, που γνώρισαν ή οδηγήθηκαν οριστικά στη μονιμότητα της ψυχωτικής αλλοίωσης που εκφράζεται κατά την εκπόνηση των έργων τους(...) ( Από τον Πρόλογο του Νίκου Τζαβάρα )

Πέμπτη, 16 Ιανουαρίου 2020

Ναζίμ Χικμέτ, η ιστορία του Γκιαούρη Τζεμάλ...


- Η πόρτα χτυπάει, Νουρή.
- Καλά, πηγαίνω να δω.
Ο μαστρο - Νουρή πήγε να σηκωθεί από το κρεβάτι του αλλά η μάνα του τον σταμάτησε.
- Μη σηκώνεσαι, Νορή. Θα πάω εγώ να δω.
Αυτό το χτύπημα μοιάζει με το χτύπημα του φίλου σου του Γκιαούρη, γι' αυτό σου το είπα.
Πράγματι, ήταν ο Γκιαούρης Τζεμάλ, ο δάσκαλος.
Μπαίνοντας στο δωμάτιο πήγε προς το κρεβάτι του μαστρο - Νουρή. Έβαλε το χέρι του στο μέτωπό του.
- Δεν έχεις πυρετό.
Και αμέσως γύρισε στην μάνα του μαστρο - Νουρή.
- Γιατί, τον αφήνεις μάνα, να τεμπελιάζει στο κρεβάτι;
Έβγαλε μερικές γαλλικές εφημερίδες που είχε στις τσέπες του και τις άφησε πάνω στον καναπέ.
Πήγε και κάθισε δίπλα στο μαγκάλι.
- Να φτιάξω ένα καφέ στα γρήγορα για μένα, είπε.
Ο δάσκαλος Γκιαούρης Τζεμάλ, έχει ένα σγουρό κοκκινωπό μούσι. Τα ακατάστατα μαλλιά του πετάνε από τις άκρες του φεσιού. Φορά ένα ασιδέρωτο παντελόνι και ένα σακκάκι με γιακά λιγδωμένο.
- Πρόσεξε, μόλις ήρθα είπα "να ψήσω έναν καφέ". Γιατί πίνουμε καφέ; το σκέφτηκες ποτέ μαστρο - Νουρή;
Να πεις για την γεύση του, δεν είναι, για την μυρωδιά του; και αυτό δεν είναι, αντί να πιείς καφέ για την γεύση του, πιες λεμονάδα...για την μυρωδιά του; και αυτό δεν είναι. Η μυρωδιά του νερού αυτού που θυμίζει μπουγάδα, με στουπέτι νερατζιών δεν είναι τίποτα. Δήθεν ηρεμούν τα νεύρα. Λόγια! Για ποιες μέρες είναι το ρακί; δήθεν για χώνευση. Ανοησία...φάε μήλα μετά το φαγητό.
Γιατί πίνουμε αυτό το χαμένο; γιατί πρώτα πρώτα, αν δεν πιούμε εμείς καφέ πού θα πουλήσουν οι καφετζήδες τους καφέδες τους; Μετά, ξέρεις, αυτό που λέγεται συνήθεια;
Ξέρεις ότι η μεγαλύτερη δύναμη και η μεγαλύτερη κοροϊδία για τον άνθρωπο είναι αυτό που λέγεται συνήθεια; Πρώτα εμείς πλάθουμε για τον εαυτό μας ένα κόσμο, με το μύλο του καφέ, με το μπρίκι, με τον καφέ του, με το σπίτι του, με το ντιβάνι του, με το δίκιο και τη φιλοσοφία του. Μετά γινόμαστε αιχμάλωτοι του κόσμου αυτού που φτιάξαμε και τότε αρχίζει εκείνος να μας πλάθει.
Κάποια φασαρία, ένας καβγάς, μέχρι να φτιάξουμε έναν νέο κόσμο μέσα από τον παλιό...για να καταφέρουν το λιοντάρι να συνηθίσει σε κλουβί, το πιάνουν από μικρό και το βάζουν μέσα...
Εμάς, και στα σαράντα μας να μας βάλουν φυλακή, συνηθίζουμε την τρίτη μέρα, και αφού μείνουμε στην φυλακή δέκα χρόνια και μας αφήσουν, μέσα σε τρεις βδομάδες ξεχνάμε τον τόπο που μείναμε δέκα χρόνια.
Ενώ ο Γκιαούρης, δάσκαλος Τζεμάλ, εξακολουθεί την διάλεξή του για τον καφέ, ο μαστρο - Νουρή συλλογίζεται τη ζωή αυτού του περίεργου ανθρώπου, δύο πράγματα του Τζεμάλ είναι φημισμένα: το ότι είναι Γκιαούρης και το γένι του.
Η φήμη για το γκιαουρλίκι του είναι τεσσάρων χρόνων. Για την αιτία αυτή ο ίδιος λέει:
- Ήμουνα δάσκαλος της ιστορίας και της Γεωγραφίας στην Ανατολή.
Την χρονιά της ανακήρυξης του συντάγματος, στην πόλη υπήρχαν δυο σοκάκια, ένα ρέμα φημισμένο για τα ψάρια του, ένα ξενοδοχείο, η "Σταμπούλ", το χάνι των τεσσάρων καμηλιέρηδων, ένα καφενείο με καθρέπτη και σαρανταδύο τζαμιά μικρά και μεγάλα. Μάλιστα, σαρανταδύο, τα μέτρησα ένα - ένα. Το Γυμνάσιο ήταν στην κορφή ψηλά αν κοιτάξει κανείς την Πόλη από την πεδιάδα το πρώτο που θα δει είναι το τριώροφο, πέτρινο κτίριο μας.
Ένας πασάς, που πέρασε στην οθωμανική λογοτεχνία, μεταφράζοντας το έργο φράγκου συγγραφέα, έκτισε το σχολείο μας στην Πόλη αυτή, όπου είχε εξοριστεί διοριζόμενος ταυτόχρονα έπαρχος. Ήταν η πρώτη και τελευταία πράξη του...γιατί όταν τόλμησε να μετατρέψει την πορεία της σιδηροδρομικής γραμμής και από απόσταση πέντε περίπου χιλιομέτρων, να την οδηγήσει μέσα στην πόλη, ξεσηκώθηκαν οι προύχοντες της επαρχίας, εναντίον του φημισμένου αυτού πασά, λέγοντας ότι " η διάβαση του μαύρου φιδιού από τα χωράφια θα πειράξει την παραγωγή, θα σκάσουν τα γιδοπρόβατα από φόβο και ότι γυναίκες θα γίνουν στείρες", αντιστάθηκαν στην πραγματοποίηση του γκιαούρικου αυτού δρόμου και κάνοντας μια αναφορά προς το Σουλτάνο Αβδουλχαμίτ εμπόδισαν τον πασά, τον λάτρη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, να ασχολείται με υποθέσεις που δεν έχουν σχέση με τους Γάλλους κλασικούς, όπως η σιδηροδρομική γραμμή, πετυχαίνοντας να προαχθεί και να μετατεθεί σε μια από τις μακρινές επαρχίες.
Έψαξα από περιέργεια για τους πραγματικούς λόγους αυτής της υπόθεσης της σιδηροδρομικής γραμμής. Το θέμα ήταν ότι δύο γνωστές οικογένειες, από τους προύχοντες, είχαν τα καραβάνια που εκτελούσαν δρομολόγια ανάμεσα στις επαρχίες.
Για σκέψου για λίγο αυτά τα καραβάνια να περνούν από τις πύλες των πόλεων μεταφέροντας σύκα, σταφύλια, καπνό, υφαντά και τα τελευταία χρόνια γκαζοτενεκέδες και μπασμάδες και φέρε μπροστά στα μάτια σου τον πασά, τον λάτρη των Γάλλων κλασικών, να θέλει το σιδηρόδρομο φιμώνοντας τους πονεμένους ήχους νοσταλγίας, και ξενιτιάς των καραβανιών.Στην πόλη αυτή ήταν πολλοί αυτοί που μιλούσαν με σεβασμό για τον πασά. Με ευγνωμοσύνη ανέφεραν τον ιδρυτή του σχολείου μας κυρίως οι μεγάλοι υφασματέμποροι, εκείνοι που έστελναν στα λιμάνια σταφύλια, σύκα και καπνά, αυτοί που είχαν συναλλαγές με την Ευρώπη.
Στην πόλη αυτή εγώ ήρθα ένα χρόνο πριν από την ανακήρυξη του συντάγματος. Με την ανακήρυξη του συντάγματος, όσοι ανάφεραν  με ευγνωμοσύνη για τον ιδρυτή του σχολείου μας έγιναν ανεξαίρετα ενωτικοί.
Είχα πολλά όνειρα για το σχολείο. Η εφαρμογή τους απαιτούσε βοήθεια.
Πήγα και είπα τις απόψεις μου στον μεγάλο υφασματέμπορα Εμίν Εφέντη, ο οποίος ήταν το πιο φανατικό μέλος του "ενωτικού".
Μίλησε στο σύλλογο και μου είπε την απόφαση:
Ο Τζεμάλ μπέης να μην ανησυχεί, είμαστε μαζί του...
Δώσαμε τα χέρια και αρχίσαμε δουλειά. Επίλεξα εικοσιδυό νέους, δυνατούς και έξυπνους, ανάμεσα από τους τελειόφοιτους. Ο Εμίν Εφέντης έφερε από την Πόλη,μια μπάλα, παραγγελία δική μου, την πέταξα στα πόδια τους, και πήρα και εγώ μια σφυρίχτρα, έτσι αρχίσαμε το παιχνίδι. Ευτυχώς κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε, βλέποντας τα παιδιά να παίζουν μπάλα με κοντό παντελονάκι αν και ήταν κάτι ασυνήθιστο.
Εκείνος που άφρισε όμως, ήταν ο δάσκαλος των θρησκευτικών, το συζήτησε με ορισμένους οπισθοδρομικούς προύχοντες, πήγε και τους είπε:
- Αυτοί είναι σε διάσταση με τον δικό μας Εμίν Εφέντη. 
Αλλά στα παρασκήνια των ποδοσφαιρικών αγώνων μας ήταν ο Εμίν Εφέντης. Έφερε ακόμα και την μπάλα. Η υπόθεση μπερδεύτηκε.
Το ποδόσφαιρο μας βρήκε υποστηριχτές στο σύλλογο των ενωτικών - προοδευτικών, στο όνομα της δικαιοσύνης, ισότητας, ελευθερίας, σα να επρόκειτο για το κεφάλι κάποιου μάρτυρα της ελευθερίας.Οι καμηλιέρηδες, όταν είδαν ότι το κόμμα μας θα παίξει μπάλα και θα νικήσει έβαλαν τον δάσκαλο των θρησκευτικών να επιτεθεί εναντίον μου, στην αίθουσα αναμονής.
Αρχίζοντας από τον ιερό νόμο και καταλήγοντας στο γεγονός ότι κατέβασα τους μαθητές στο επίπεδο εκείνων που είναι ξυπόλητοι, δεν μου άφησε ούτε πίστη ούτε θεό.
Άκουγα τα λόγια του γελώντας και είχα σκοπό να τον ακούσω και  άλλο. Ξαφνικά γύρισα και είδα την πόρτα μισάνοιχτη. Ένα σωρό ματάκια παιδιών με κοίταζαν από τη χαραμάδα, οι μαθητές μου είχαν μαζευτεί μπροστά στην πόρτα και άκουγαν τον δάσκαλο θρησκευτικών να αναθεματίζει  τον δάσκαλο Τζεμάλ από την πόλη.
Το αίμα μου ανέβηκε στο κεφάλι. Γύρισα και του είπα απότομα και με δυνατή φωνή: "σταμάτα πάψε!" Ο δάσκαλος σώπασε. " Άκουσε", του είπα, οι μαθητές χρειάζονται την υγεία τους κι ευλυγισία για ν' αποκτήσουν και λίγη τόλμη, τότε αυτό το πράγμα που παίζουμε, όχι μπάλα πέτσινη, αλλά και το κεφάλι του χαλίφη Αλή να ήταν, εγώ πάλι θα σφύριζα και θα τους παρακινούσα να παίξουν. Ένα αυτό...δεύτερον, ισχυρίζεσαι ότι είμαι άθεος, άθρησκος, και άπιστος, μπορεί να είμαι αυτό που λες, μπορεί και όχι, όμως αυτό αφορά μόνον εμένα. Εγώ όμως στο μάθημα της Γεωγραφίας μπορώ να αποδείξω την ορθότητα όσων διδάσκω. Ενώ εσύ;
Μπορείς να αποδείξεις την ύπαρξη αυτού που διδάσκεις ότι υπάρχει;
Όπως άρχισα απότομα, έτσι και απότομα σταμάτησα.
Επικράτησε τέτοια σιωπή στην αίθουσα που για μια στιγμή τρόμαξα από τη φωνή μου.
Κοίταξα γύρω μου. Το πρόσωπο του ήταν πιο άσπρο ακόμα και από το σαρίκι του.
Ο διευθυντής είχε γίνει κατακόκκινος. Είχαμε ένα δάσκαλο των μαθηματικών, φαλακρό, χοντρό, και χαζό και αυτός ήταν έτοιμος να κλάψει.
Ξαφνικά ο δάσκαλος πετάχτηκε από τη θέση του. Και χωρίς να καταλάβω καλά - καλά τι συμβαίνει, με έφτυσε στο πρόσωπο φωνάζοντας μου " άπιστε, άπιστε, άπιστε" και έφυγε τρέχοντας περνώντας ανάμεσα από τους μαθητές που είχαν μαζευτεί μπροστά στην πόρτα και άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες.
Μπροστά στην είσοδο του σχολείου, πρόλαβα τον δάσκαλο, τον άρπαξα από το γιακά, όταν είδε το χέρι μου στο γιακά του άρχισε να φωνάζει.
Όταν κατάφεραν οι μαθητές να τον πάρουν από τα χέρια μου είχε γίνει πια σαν μαδημένος κόκορας.
Το ίδιο βράδυ και στα σαρανταδύο τζαμιά της πόλης, και οι οι σαρανταδύο χοτζάδες έβριζαν τον δάσκαλο της γεωγραφίας σαν " Γκιαούρη Τζεμάλ", οι προύχοντες των Καμηλιέρηδων έστειλαν τηλεγραφήματα στο Υπουργείο Παιδείας, στη διεύθυνση θρησκευμάτων, στην Πρωθυπουργία.
Η απόλυσή μου ήρθε μετά από σαρανταοχτώ ώρες.
Ενώ τα καραβάνια με τα κουδούνια τους μετέφεραν από πόλη σε πόλη την περιπέτεια του "Γκιαούρη Τζεμάλ...". Το παρατσούκλι " Γκιαούρης" δόθηκε στον Τζεμάλ από την περιπέτεια αυτή.
Όσο για το γένι του, λένε ότι το κουβαλάει στο πρόσωπό του εδώ και έξι χρόνια για να ξεγελάσει κάποιο ψυχικό πόνο.
Ο μαστρο - Νουρή θα μπορούσε να ρωτήσει τον ίδιο τον Τζεμάλ αν οι διαδόσεις αυτές ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Όμως, προτίμησε να μην μάθει την αιτία της ιστορίας για το γένι του.(απόσπασμα)

Ναζίμ Χικμέτ, Μια χειμωνιάτικη νύχτα, μετφρ. Γ. Εγγλέζος, Εκδόσεις Ν.Α. Δαμιανού, χ.χ.

Στις 15 Ιανουαρίου 1902 γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη ο προλεταριακός ποιητής και πεζογράφος της Τουρκίας Ναζίμ Χικμέτ.

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2020

Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ...

Μπλουζάκι χίπικο και παντελόνι τζιν
και στην καρδιά ζωγραφισμένος ο Γκεβάρα.
Στα πορνοστάσια με ουίσκι και με τζιν
παίζουν αλέγκρο την καρδιά μου σε κιθάρα.

Άι, Ρόζα Λούξεμπουργκ, τι σου ’χω φυλαγμένα, 
πάνω στο κάρρο σ’ είδα στα εννιακόσια εφτά.
Εγώ τότε κοιμόμουνα στο φως τού εικοσιένα
κι εξήντα χρόνια αργότερα σε βρήκα στα χαρτιά.

Φυλλάδες κίτρινες και πράσινη χολή, 
τα νιάτα σου, τα νιάτα μου κι οι εμπόροι.
Χρυσό πουλάκι δίχως το κλουβί
για σένα κάνουν τον Αγώνα οι τζογαδόροι.

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Θάνος Μικρούτσικος
Ερμηνεία: Μαρία Δημητριάδη
Δίσκος: Τροπάρια για φονιάδες

Σαν σήμερα το 1919 δολοφονήθηκε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η κόκκινη Ρόζα.

Τρίτη, 14 Ιανουαρίου 2020

Το ραδιοφωνικό αφιέρωμα του Δαυίδ Ναχμία στο Μενέλαο Λουντέμη



Ένα αφιέρωμα  για τα 40 ΧΡΟΝΙΑ χωρίς τον  ΜΕΝΕΛΑΟ ΛΟΥΝΤΕΜΗ στην εκπομπή 
«Τιμής Ένεκεν» στο Τρίτο Πρόγραμμα. Ακούστηκε το Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017.

 Αχ ευλοημένα δάκρυα…
Σκέφτομαι… Αν δεν υπήρχαν κι αυτά
πως θα συνεννοούνταν οι καλοί άνθρωποι αναμεταξύ τους;  ~Μενέλαος Λουντέμης

Το Τρίτο Πρόγραμμα αναζωπυρώνει μια πνευματική φλόγα που 40 χρόνια απουσίας στάθηκαν πολύ λίγα για να σβήσουν. Τον Μενέλαο Λουντέμη, που με το έργο του δίδαξε ανθρωπιά και ακεραιότητα. 
Προσπάθησε να πλησιάσει τις ανθρώπινες καρδιές και να τους πει ένα τραγούδι, που θα τους ιστορήσει πόσην αντοχή έχει ο άνθρωπος στην περιπέτεια και τη συμφορά, πόση δύναμη βρίσκει κάθε φορά που βλέπει να του φεύγει η ζωή και πόσοι κόσμοι μπορούν να συνυπάρχουν στην πιο κουρασμένη και αποκαμωμένη ψυχή. 
Ο Λουντέμης, πλούτισε τη λογοτεχνία μας με τις ειλικρινείς εκμυστηρεύσεις του και ανανέωσε τον πεζό λόγο με στοιχεία που ούτε η κοινωνική παρατήρηση μπορούσε να δώσει, ούτε η ποιητική διάθεση που καλλιεργείται στο σπουδαστήριο.
Στο αφιέρωμα μιλάει για πρώτη και μοναδική φορά η Μυρτώ, θυγατέρα του Μενέλαου Λουντέμη, αποκαλύπτοντας άγνωστες και συνταρακτικές λεπτομέρειες για τον συγγραφέα και ακόμα η Δανάη Στρατηγοπούλου που ήταν προσωπική του φίλη, ο ηθοποιός Κώστας Καζάκος, ο εκδότης των βιβλίων του Αριστείδης Κλάδος (Εκδόσεις Δωρικός)  και ο κ. Ζακίνος Φιλοσώφ, διοικητής του στρατοπέδου εξόριστων γυναικών στο νησί Τρίκερι, ο οποίος ήρθε για τη συνέντευξη απ’ το εξωτερικό. Ακούγεται επίσης η φωνή του Μενέλαου Λουντέμη απ’ το ιδιωτικό αρχείο της οικογένειας.
Για την εκπομπή απαγγέλουν οι ηθοποιοί:  Μελίνα Μποτέλλη, Αλμπέρτο Εσκενάζυ, Κώστας Καστανάς, Λήδα Πρωτοψάλτη και  Όλγα Πολίτου. 

Έρευνα – παραγωγή – παρουσίαση: Δαυίδ Ναχμίας

Ο Μενέλαος Λουντέμης γεννήθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1912

Πηγή: ΕΡΤ web radio

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2020

Τζένη Καρέζη, Χάθηκα μέσα στη ζωή μου...

Η Τζένη Καρέζη , η οποία γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1932, σε μια μοναδική ερμηνεία από το τελευταίο θεατρικό έργο που ανέβασε: «Διαμάντια και μπλουζ» (1991) στο τραγούδι: Χάθηκα μέσα στη ζωή μου. Η Καραΐνδρου έγραψε αυτό το  τραγούδι ειδικά και μόνο για τη φωνή της Τζένης Καρέζη.
Μουσική: Ελένη Καραΐνδρου
Στίχοι: Λούλα Αναγνωστάκη

Αύγουστος, φώτα στην παραλία
τα πλοία φεύγουν για τα νησιά
φεύγουν οι φίλοι, φεύγουν τα πλοία
με γέλασες και είναι αργά.

Αύγουστος, φώτα στην παραλία
πήγε χαμένη η εκδρομή
φύγαν οι φίλοι, φύγαν τα πλοία
δεν ήρθες κι άρχισε η βροχή.

Ήρθε ο Σεπτέμβρης, ήρθε ο χειμώνας
στην παραλία τη σκοτεινή
χάθηκα μέσα στη ζωή μου
χάθηκες μέσα στη βροχή.

Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2020

Άλαν Πάτον: Κλάψε, χώρα αγαπημένη


Alan Paton (γέννηση 11 Ιανουαρίου 1903 )

" ...Ο άνθρωπος με τη βροντερή φωνή μιλάει τώρα στην πλατεία. Τον παρακολουθούν πολλοί αστυνομικοί λευκοί και μαύροι. Φαίνεται πως η παρουσία της αστυνομίας και το πλήθος που τον ακούει δίνει στο ρήτορα δύναμη γιατί η φωνή του αντηχεί με θάρρος αν και η ένταση της μεταβάλλεται.
Αυτή η φωνή σε μαγεύει μόνο που την ακούς. Πολλοί θυμούνται την πρώτη μέρα που την άκουσαν, σα νάταν σήμερα. Θυμούνται τη συγκίνηση και την ανατριχίλα που αισθάνθηκαν, σα να περνούσε μέσα τους ηλεκτρικό ρεύμα. Γιατί αυτή η φωνή φαίνεται να κλείνει μέσα της όλη τη μαγεία και τη φοβέρα της Αφρικής. Μοιάζει σαν το μούγκρισμα του λιονταριού μέσα στη ζούγκλα και της βροντής που αντηχεί πάνω στα μαύρα βουνά.
Ο Ντουμπούλα και ο Τόμλινσον την ακούν με περιφρόνηση και ζήλεια. Γιατί αν αυτή η φωνή μπορή να συγκινήση χιλιάδες όμως δεν έχει πίσω της ένα νου για να την κατευθύνη τι να πη, ούτε το θάρρος που χρειάζεται για να το πη.
- Αυτός ο άνθρωπος είναι επικίνδυνος, λέει ένας από τους αστυνομικούς που τον ακούνε στο διπλανό του.
- Εγώ κυττάω τη δουλειά μου, λέει ο άλλος.
" Δε ζητούμε τίποτα που να μη γίνεται, φωνάζει τώρα ο Τζων Κουμάλο, ζητούμε μόνο να μας δώσουν το μερίδιο μας από εκείνο που βγαίνει απ' τα ίδια μας τα χέρια. Βρέθηκε τώρα καινούργιο χρυσάφι κι' η Νότιος Αφρική είναι πλούσια πάλι. Ζητούμε κι εμείς το μερίδιο μας. Αυτό το χρυσάφι θα μείνη στα κατάβαθα της γης αν εμείς δε σκάψουμε για το βγάλουμε. Δε λέω πως είναι δικό μας, μα πρέπει και εμείς να πάρουμε τη μερίδα μας. Το χρυσάφι ανήκει σ' όλο το λαό και στους λευκούς και στους μαύρους και στους έγχρωμους και στους Ινδούς. Αλλά ποιος θα πάρει τη μεγαλύτερη μερίδα;"
Εδώ η φωνή ωρύεται σα να βγαίνει μες από το λαιμό ενός ταύρου. Ένα κύμα ενθουσιασμού περνάει απ' το πλήθος. Οι αστυνομικοί στέκονται έτοιμοι να επέμβουν, εκτός εκείνων που τον έχουν ακούσει προηγουμένως. Αυτοί ξέρουν πως ο Κουμάλο φθάνει ως ένα σημείο και δεν πάει παραπέρα. Τι θα γινόταν αλήθεια αν αυτή η φωνή έλεγε στα φανερά ό,τι τώρα λέει με υπονοούμενα, αν φούσκωνε ολοένα και περισσότερο παρασύροντας μαζί της και το λαό γεννώντας μέσα του τη μανία να επαναστατήση, ν' αποκτήση αυτός τη δύναμη και να γίνη αφέντης; Τι θα γινόταν αν αυτή η φωνή ζωγράφιζε στη φαντασία των μαύρων την εικόνα μιας Αφρικής που ξυπνάει από τον ύπνο, μιας Αφρικής επαναστατημένης, μιας άγριας και μαύρης Αφρικής; Δε χρειάζεται να σκεφθή κανείς πολύ για να το πη. Μα ο άνθρωπος φοβάται κι' η άγρια φωνή του μαλακώνει κι' ο κόσμος που τον ακούει ξυπνάει από τη μέθη..."(απόσπασμα)


Άλλο ένα βιβλίο, ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, που ανακάλυψα θαμμένο στα ράφια ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, "Κλάψε, χώρα αγαπημένη" του Άλαν Πάτον. Το έγραψε το 1948 , αλλά η συγκεκριμένη έκδοση στα ελληνικά είναι του 1960 από τις εκδόσεις " Η Δαμασκός". Άκοπο. Το αγόρασα έναντι ευτελούς ποσού, μόλις 4 ευρώ. 

Ο μεταφραστής του  Γ.Α.Περρής έγραψε τότε στον Πρόλογο του βιβλίου:
" Το βιβλίο αυτό δεν είναι απλώς, ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Είναι το πιστεύω ενός αγωνιστού, ενός ανθρώπου που υπακούοντας στη φωνή της συνειδήσεώς του θέλησε ν' αγωνιστή για τις πεποιθήσεις του, ότι πέρα από τις διαφορές τους στην καταγωγή, τη μόρφωση, τη φυλή και το χρώμα οι άνθρωποι είναι όλοι παιδιά του Θεού. Ο Alan Paton γεννήθηκε το 1903 στο Πιτερμάριτζμπουργκ της Νοτίου Αφρικής και σπούδασε στο Πανεπιστημιακό Κολλέγιο του Νατάλ. Γνώρισε από κοντά όλα τα προβλήματα, τις συνθήκες ζωής, αλλά και τον πόνο των μαύρων γιατί επί δεκατρία χρόνια διετέλεσε διευθυντής  του μεγαλύτερου αναμορφωτηρίου της Αφρικής στο Γιοχάννεσμπουργκ που είναι ειδικό για την αναμόρφωση ιθαγενών νέων που παραστράτησαν. Το βιβλίο του " Κλάψε, χώρα αγαπημένη" τον κατέταξε μέσα στους παγκοσμίου φήμης συγγραφείς, τόσο που αποφάσισε να παραιτηθή από την υπηρεσία του και ν' ασχοληθή με τον αγώνα για την κοινωνική αποκατάσταση των μαύρων μελετώντας τα προβλήματά τους και γράφοντας.
Μέσα στο βιβλίο αυτό ο Alan Paton μας παρουσιάζει ανάγλυφη την εικόνα της ζωής των μαύρων, των προβλημάτων και της νοοτροπίας των. Η εικόνα αυτή φαίνεται να είναι παρμένη από την πραγματικότητα που τη ζωντανεύει τόσο επιτυχημένα ο Paton. Το βιβλίο κυριαρχείται πέρα ως πέρα από έναν τόνο ειλικρινείας και ανθρωπιάς και τονίζει την ανάγκη να κυριαρχήση η αγάπη μεταξύ των λευκών και των μαύρων, που είναι η μόνη λύση για το ακανθώδες φυλετικό πρόβλημα. Αυτή την αγάπη θέλει ο συγγραφεύς να δη να επικρατή, ενώ φοβάται μη τυχόν" όταν εμείς θ' αρχίσουμε να τους αγαπούμε αυτοί θα μας έχουν πια μισήσει" όπως λέει με το στόμα του μαύρου Μσιμάνγκου.
Χαρακτηριστικό είναι επίσης το γλωσσικό ιδίωμα  που μεταχειρίζεται ο συγγραφεύς και που, εκτός από ωρισμένες εξαιρέσεις, είναι μια απεικόνιση της γλώσσας των Ζουλού στην Αγγλική. Σκεφθήκαμε μήπως στη μετάφραση θα ήταν προτιμότερο να μην ακολουθήσουμε τη γραμμή αυτή. Όμως είναι τόσο ζωντανό το γλωσσικό αυτό ιδίωμα κι' αποδίδει τόσο χαρακτηριστικά τη νοοτροπία των μαύρων που προτιμήσαμε να δώσουμε στην Ελληνική μετάφραση παρόμοιο χρώμα.
Τελειώνοντας θα θέλαμε να εκφράσουμε τη χαρά μας γιατί μας δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιάσουμε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο τόσο ζωντανό, τόσο διδακτικό, τόσο αγωνιστικό, τόσο ανθρώπινο, όσο αυτό το αριστούργημα του Alan Paton."







Παρασκευή, 10 Ιανουαρίου 2020

Χειμωνιάτικος ἥλιος

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης Χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος

ΤΑΝ Η ΩΡΑ λί­γο προ­τοῦ κλεί­σουν τὰ μα­γα­ζιά. Με­ρι­κοὶ εἴ­χα­νε κι­ό­λας κα­τε­βά­σει τὰ κε­πέγ­κια. Βι­α­στι­κὰ ψώ­νι­ζαν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι πε­λά­τες κι οἱ ἔμ­πο­ροι βι­α­στι­κὰ ζυ­γί­σα­νε, μὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν ὁ­μι­λί­ες. Μιὰ γριὰ ποὺ που­λοῦ­σε στὴ γω­νί­α μα­τσά­κια ἄ­νι­θο, με­τὰ βί­ας ἀ­νά­σαι­νε. Ὁ πά­γος εἶ­χε λι­ώ­σει πά­νω στοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ψά­ρια καὶ τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ πλα­γι­α­σμέ­να μάρ­μα­ρα.

        Στὸ κα­φε­κο­πτή­ριο γύ­ρι­ζε ἡ μη­χα­νὴ ποὺ ἄ­λε­θε κα­φέ. Στὰ κρε­ο­πω­λεῖ­α χα­σά­πη­δες μὲ μα­τω­μέ­νες τὶς ἄ­σπρες τους πο­δι­ὲς ξε­κρε­μοῦ­σαν τὰ κρέ­α­τα. Πά­νω σὲ κού­τσου­ρο ἕ­νας κα­θά­ρι­ζε ἐν­τό­σθια καὶ τά ‘­ρι­χνε στὶς γά­τες. Μα­νά­βη­δες γε­μί­ζα­νε μὲ ψα­λι­δό­χορ­τα τὰ τε­λά­ρα. Ἀ­πὸ τὸ σι­νε­μὰ πού ‘­χε προ­βο­λὲς πρω­ι­νές, βγῆ­κε ὁ μη­χα­νι­κὸς νὰ ξε­μου­διά­σει. Τὰ κα­ρού­λια τῆς ται­νί­ας γυ­ρί­ζα­νε ἀ­πὸ μό­να τους. Πιὸ πο­λὺ ἀ­κου­γό­ταν ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς πα­ρὰ τὰ λό­για τῆς ται­νί­ας – τί λό­για δη­λα­δή, πι­στο­λι­ὲς καὶ τρε­ξί­μα­τα. Ἕ­νας πω­λη­τὴς εἶ­χε ἁ­πλώ­σει πά­νω σ’ ἕ­να λυ­ό­με­νο κρε­βά­τι κο­σμή­μα­τα.

        — Ἔ­λα τι­μὲς λα­ϊ­κές, ἔ­λε­γε. Κο­χύ­λια μι­κρά, κο­χύ­λια με­γά­λα καὶ πο­λύ­χρω­μα.

        Ἕ­νας γέ­ρος ἔ­σπρω­χνε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι. Μά­ζευ­ε ἐ­φη­με­ρί­δες, χαρ­τιά. Τρι­σή­μι­ση δραχ­μὲς τὸ κι­λὸ τὰ που­λά­ω, μ’ εἶ­πε. Ἅ­μα δὲν μοῦ τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν, τὰ καί­ω στὴ σόμ­πα μου. Βγά­ζου­νε κά­πνα, μὰ τρα­βᾶ­νε τὴν ὑ­γρα­σί­α.

        Ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἀν­θο­πω­λεῖ­α ἦ­ταν πολ­λοὶ μα­ζε­μέ­νοι. Μί­α γυ­ναί­κα φώ­να­ζε. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει ἕ­να στε­φά­νι γιὰ κη­δεί­α μὰ τὰ λου­λού­δια ποὺ ἔ­βα­λε ὁ ἀν­θο­πώ­λης ἦ­ταν παρ­μέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες κη­δεῖ­ες. Φώ­να­ζε πὼς ἦ­ταν μα­ρα­μέ­να, ἔ­δει­χνε κλω­τσών­τας μὲ τὸ πό­δι της τὶς μὼβ ται­νί­ες. Τί νὰ τὰ κά­νω τὰ χρυ­σα­φέ­νια γράμ­μα­τα, ἔ­λε­γε, μὲ τέ­τοι­α σκου­πί­δια; Ὁ κύ­κλος γύ­ρω της στέ­νευ­ε. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν χά­νε­ται, φώ­να­ζε. Ὅ­λα γί­νον­ται ξα­νὰ στε­φά­νια. Στε­φά­νια γιὰ τὰ σό­για σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Σὰ νά ‘­λε­γε κά­ποι­ο ἐ­πί­μο­νο παι­δι­κὸ τρα­γού­δι. Αὐ­τό ‘­ναι γιὰ τὰ μοῦ­τρα σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Ὁ ἥ­λιος φα­νέ­ρω­νε στὸ πρό­σω­πό της κη­λί­δες, μου­τζοῦ­ρες ἤ­τα­νε; ἀ­πὸ κλά­μα­τα; Πάν­τως πρό­σε­ξα πὼς πά­νω στὰ μαῦ­ρα της ροῦ­χα εἶ­χε στα­γό­νες καὶ δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ σκο­νι­σμέ­να χέ­ρια.

        Προ­χώ­ρη­σα γιὰ νὰ φύ­γω. Πά­νω σ’ ἕ­να κα­ρό­τσι ποὺ κυ­λοῦ­σε μὲ ρό­δες, γυ­ρί­ζα­νε κα­σέ­τες. Ἕ­να τρα­γού­δι ἔ­φτα­νε. Ἴ­σως ν’ ἀλ­λά­ξεις κά­πο­τε μὰ ἐ­μέ­να πιὰ μὲ χά­νεις.

        Πῆ­ρα τὸ ἀ­στι­κό. Ἀ­πὸ τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο ἀ­νέ­βη­καν δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες. Κά­τι λέ­γα­νε γιὰ τὸν σκο­πὸ στὴν πύ­λη ποὺ δὲν χαι­ρέ­τη­σε κι ἔ­φα­γε φυ­λα­κὴ ἢ ποὺ χαι­ρέ­τη­σε ἀλ­λὰ δὲν φώ­να­ξε δυ­να­τά, κά­τι τέ­τοι­ο. Κα­θή­σα­νε δί­πλα ἀ­πὸ τὸν εἰ­σπρά­χτο­ρα. Σὲ λί­γο πι­ά­σα­νε συ­ζή­τη­ση γιὰ τὰ ἀ­θλη­τι­κά. Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἔ­βγα­λε μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ χτυ­πών­τας την, ἐ­δῶ ρέ, φώ­να­ζε, ἐ­δῶ θὰ γί­νει ὁ τά­φος σας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λοῦ­σαν, ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας εἶ­χε σω­πά­σει μὰ ξαφ­νι­κὰ φώ­να­ξε, ἕ­να βῆ­μα, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας ὄρ­θιος στὸν δι­ά­δρο­μο γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σει κι οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λά­σα­νε πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴν φο­ρά. Σι­γὰ-σι­γά, ἀ­δειά­σαν κι οἱ θέ­σεις. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­τέ­βη­καν στὴν στά­ση Πα­λαι­ὰ Δι­κα­στή­ρια. Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔ­τε πα­λιὰ οὔ­τε και­νούρ­για κτί­ρια. Μιὰ πλα­τεί­α σκαμ­μέ­νη μό­νο, φραγ­μέ­νη μὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ πα­νιὰ ἀ­πὸ τσου­βά­λια. Σκά­βον­τας γιὰ θε­μέ­λια εἴ­χα­νε βρεῖ νε­ρὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν κλεί­σα­νε. Ὅ­πως μὲ τοὺς ἀρ­ρώ­στους π’ ἀ­νοί­γον­τας τὴν κοι­λιὰ τους βρί­σκουν με­τα­στά­σεις. Τοὺς κλεί­νουν καὶ τοὺς στέλ­νουν σπί­τι γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Κά­πο­τε θὰ χτι­στεῖ ἡ πλα­τεί­α κι αὐ­τοὶ θὰ ‘­χουν πε­θά­νει.

        Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἅ­πλω­σε μπρο­στά του μιὰ πε­τσέ­τα κι ἔ­τρω­γε ψω­μὶ μὲ στα­φί­δες. Πό­σες στά­σεις ἔ­χει μέ­χρι τὸ τέρ­μα; τὸν ρώ­τη­σα. Πά­τη­σε ἕ­να κουμ­πί, ἄ­νοι­ξε ἡ πί­σω πόρ­τα καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­νῶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­κό­μη ἔ­τρε­χε. Τὸν εἶ­δα νὰ τρε­κλί­ζει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τά­χυν­ση. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κα­νε ἕ­να κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ τρι­γω­νι­κὴ νη­σί­δα καὶ φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα.

        — Τέρ­μα κύ­ριος, μοῦ εἶ­πε κοι­τά­ζον­τάς με μέ­σα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη.

        Κα­τέ­βη­κα. Ἦ­ταν τὸ τέρ­μα;

        Ὁ ἥ­λιος σὲ τύ­φλω­νε. Τὸ κρύ­ο τρυ­ποῦ­σε τὰ κόκ­κα­λα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982).
Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­­βος, Ἀ­θή­να, 1982), Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984), Σκεῦος μετανοίας (ἐκδ. ἐν Πλῷ, Ἀ­θή­να, 2017) καὶ Ἀνεμοδεῖκτες στὴν Ἑπτάλοφο (ἐκδ. Καστανιώτης, Ἀ­θή­να, 2019).

Ιστορίες Μπονζάι