Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν (Α) – Δεύτερο μέρος: Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα

Γράφει η ofisofi // atexnos

Καθώς η διαδρομή στο χρόνο είναι τεθλασμένη πρόσωπα και πολλά γεγονότα έρχονται από μόνα τους και του χτυπούν την πόρτα. Το ένα φέρνει τ’ άλλο. Έτσι αρχίζουν να αποκτούν ξεχωριστή παρουσία σημαντικές και συνάμα τραγικές μορφές του κινήματος: Μπελογιάννης, Ζαχαριάδης, Κολιγιάννης, Μπαρτζώτας, Πλουμπίδης, Καραγιώργης…
«Η μνήμη σώζεται με τα πρόσωπα. Τα περιστατικά εύκολα μπερδεύονται μεταξύ τους, χάνουν και τις χρονολογίες τους κάπου χάνονται και τα ίδια».
Με το Νίκο Μπελογιάννη συναντιέται για πρώτη φορά στην Πάτρα σε συνθήκες σκληρής τρομοκρατίας. Ο Αλεξανδρόπουλος είναι διαμεσολαβητής για τον γάμο ενός κοριτσιού μ’ έναν αξιωματικό. Εκείνα τα χρόνια όλοι είχαν γνώμη σε όλα τα ζητήματα ακόμα και τα πολύ προσωπικά. Αργότερα θα τον ξαναδεί κάπου στην Αθήνα και θα τον ξανασυναντήσει την άνοιξη του 1949 στο Γράμμο ως εκπρόσωπο του Γενικού Αρχηγείου που συχνά τον χρέωναν να εκφωνεί ομιλίες σε εκδηλώσεις. Τον συνάντησε και μετά την ήττα στην Αλβανία  καθώς είχε επιστρέψει από μάχη προκειμένου να βοηθηθεί η υποχώρηση και η περισυλλογή όσων δυνάμεων είχαν απομείνει. Καταπονημένος, άκεφος και ίσως άρρωστος. Εκεί πέρασαν μαζί λίγες μέρες συζητώντας.
Ο Μπελογιάννης  ήταν ένας άνθρωπος ήρεμος με ιδιόρρυθμη φωνή. Η φήμη του άρχισε με τις δίκες στην Αθήνα αλλά ο θρύλος του είχε σχηματιστεί από τα χρόνια της νεότητάς του καθώς είχε εγκαταλείψει την ασφάλεια του σπιτιού του και του μέλλοντός του και ακολουθούσε με αυταπάρνηση άλλους δρόμους που με τη σειρά τους οδηγούσαν σε εξορίες και φυλακές.
Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος υποστηρίζει ότι ο Μπελογιάννης πέθανε όπως έζησε. Αν και φαινόταν ώριμος και γαλήνιος γρήγορα αποκάλυπτε και τη σκληράδα που τον διέκρινε. Η σκέψη του ήταν καθαρή και γνώριζε πολύ καλά όλα όσα συνέβαιναν. Ανάμεσα στα προσόντα του η ειλικρίνεια και η πολιτική εγκυρότητα. Μαχόμενος κομμουνιστής συνελήφθη ακριβώς γιατί  πολεμούσε πάντα στην πρώτη γραμμή.
Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο δεν αντιμετώπισε μόνο με αξιοθαύμαστη συμπεριφορά τη σκληρή πραγματικότητα που υψώθηκε μπροστά του, αλλά «ήταν μια στιγμή ωριμότητας του κινήματος που αντιπροσώπευε. Σαν να το έπαιρνε με το λουλουδάκι του και να το κινούσε σε μια απελευθέρωση από κάποιες σκλαβιές, απελευθέρωση κυρίως από μια παραδοσιακή αιχμαλωσία (ιδεολογική, ψυχολογική)».
Ο Μπελογιάννης στην πιο κρίσιμη και καθοριστική στιγμή της ζωής του ήταν νέος, τριάντα περίπου χρονών, υγιής, με ανοιχτό μυαλό, αισιόδοξος, γεμάτος αυτοπεποίθηση και δυνατό χαρακτήρα, δίχως ρήγματα, ρεαλιστής ανήκε στην κατηγορία εκείνων των ανθρώπων, αγωνιστών που ο Αλεξανδρόπουλος χαρακτηρίζει «ανθρώπινα διαμάντια με πνεύμα, ήθος και καρδιά στο ίδιο ύψος με την ιδέα που ασπάστηκαν παιδιά και δεν την λέρωσαν παρά με το αίμα τους». Κουβαλώντας όλα αυτά «Σαν ένας καλός δρομέας έφτασε στο δικό του τέρμα με ανεξάντλητη την αντοχή του και η τελευταία του χειρονομία ήταν αληθινή και πειστική, όπως κάθε αυθεντικό, πηγαίο πράγμα. Για όλα αυτά δεν θα τον πούμε τραγικό πρόσωπο, ας του πήραν το κεφάλι στα τριάντα τόσα του χρόνια…».
Ο Μπελογιάννης λοιπόν δεν ήταν τραγικό πρόσωπο. Τραγικά πρόσωπα ήταν  πολλά άλλα με προεξέχουσα μορφή τον άλλο Νίκο, τον Ζαχαριάδη.


of1

Η ένταξη του Νίκου Ζαχαριάδη στην εποχή βοηθάει να καταλάβουμε καλύτερα την προσωπικότητά του και τη συμπεριφορά του.
Στην Αντίσταση δημιουργήθηκε ένα κίνημα που παλλόταν από ενθουσιασμό και ψυχικό σθένος, που έδειξε ότι ήξερε να δίνει μάχες και σκληρούς αγώνες και είχε όραμα και όνειρο. Η ηγεσία του όμως δεν είχε τον ίδιο δυναμισμό και φάνηκε εξαιρετικά αναποφάσιστη στις κρίσιμες στιγμές. Συμμετείχε σε συνέδρια, συνδιασκέψεις και υπέγραφε συμφωνίες για τις οποίες λίγο μετά δυσανασχετούσε αλλά στη συνέχεια πήγαινε και δεσμευόταν ότι αυτό το δυναμικό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα δεν θα επιχειρούσε να καταλάβει την εξουσία. Έτσι οδηγήθηκαν στον Λίβανο, στην Καζέρτα, στη Βάρκιζα. Στη συνέχεια άρχιζαν οι ατελείωτες συζητήσεις μέσα σε ολομέλειες και συνδιασκέψεις για να βρουν τα λάθη και τις παραλείψεις.
Όμως «το κακό δεν ήταν μέσα στις αποφάσεις και στις συμφωνίες. Όλα κρίνονταν στο ενδιάμεσο, στην καθημερινή τριβή, όπου, κατά κανόνα, ανατρέπονταν όσα είχαν αποφασιστεί και συνομολογηθεί με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν γραμμές σταθερές».
Επιπλέον ο συγγραφέας συνδέει αυτές τις εξελίξεις που καθόρισαν και όσα συνέβησαν  στο μέλλον με την αναφομοίωτη μαρξιστική θεωρία. Υποστηρίζει ότι στην Ελλάδα ο μαρξισμός δεν λειτούργησε απελευθερωτικά διότι ελάχιστοι  τον είχαν προσεγγίσει ουσιαστικά. Οι περισσότεροι τον υιοθέτησαν «περισσότερο σαν μια θητεία, μια πίστη». Υπήρχε δηλαδή μια θεωρία, μια ιδεολογία την οποία δεν γνώριζαν ή αν γνώριζαν δεν την είχαν αφομοιώσει δημιουργικά  και την αναπαρήγαν μηχανικά.  Εκείνο που κυρίως προκάλεσε ο μαρξισμός «ήταν ο σεισμός στα αισθήματα». Ήταν τέτοιο το μέγεθος της επίδρασής του που οδήγησε σε μια αληθινή επανάσταση.
«Με τις δραστήριες παρεμβάσεις του μαρξισμού σχηματίσθηκε μια νέα συναισθηματική πραγματικότητα, ένας νέος ρομαντισμός. Άναψαν καινούριες φωτιές που ήταν απαραίτητες σε στιγμές εθνικής ύφεσης. Όλα τούτα όμως τα καινούρια πράγματα προχωρούσαν κάπως στα τυφλά, όπως σ’ όλους τους μεγάλους ενθουσιασμούς χωρίς την απαραίτητη πνευματική κάλυψη. Και στο γεγονός αυτό βρίσκονταν κιόλας οι προϋποθέσεις για τ’ άλλα που έρχονταν από το μέλλον.»
Την εποχή που επέστρεψε ο Ζαχαριάδης από το Νταχάου ήδη η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Είχε διαμορφωθεί μια αντιφατική κατάσταση. Το κίνημα ήταν νικημένο αλλά οι δυνάμεις του εξακολουθούσαν να είναι ζωντανές και ακμαίες. Προβαίνει μάλιστα σε μια αναλογία προσπαθώντας να αποτιμήσει το φαινόμενο Ζαχαριάδης. Γράφει συγκεκριμένα:
«Τον Ζαχαριάδη, αν θελήσει να τον σκεφθεί κανείς, αφού περάσουν άλλα πενήντα ή εκατό χρόνια, μπορεί και να τον πάρει σαν έναν άλλο στρατηγό Γκρουσύ που φτάνει στο πεδίο της μάχης μ’ ενός – δύο χρόνων καθυστέρηση κι αμέσως πιάνει πόλεμο χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει ότι πέρασαν τόσα χρόνια. Κωμικοτραγωδία αλλά σήμερα ακόμα την κωμωδία δεν την σκεφτόμαστε, μένει πολύ ζωντανή η τραγική μνήμη εκείνων των δύο χρόνων, η αφόρητη πίεση  που άσκησαν και ήταν τρομερά δύσκολο να τη βαστάξουν συνηθισμένοι πολιτικοί ηγέτες».
Ποιος ήταν λοιπόν ο Νίκος Ζαχαριάδης;
Ήταν ένας άνθρωπος με μεγάλο κύρος στον χώρο του ΚΚΕ και στην αντίληψη των συντρόφων του. Από τους πιο έγκυρους μαρξιστές, ο οποίος μπορούσε να συνδυάζει το εθνικό με το διεθνιστικό, να τραβά μπροστά και να ανοίγει δρόμους προβάλλοντας μια νέα ηθική στις ανθρώπινες σχέσεις και στην πολιτική.
Ο Ζαχαριάδης έδινε την εντύπωση ότι μπορούσε να μετριάσει και να ισορροπήσει μέσα του, αυτό που έλειπε από τους άλλους κομματικούς ηγέτες, την ιδεολογική επάρκεια και την ψυχική έξαρση, τον παρορμητισμό.
Η συμπεριφορά του όμως έδειξε ότι δεν τα κατάφερε και δεν μπόρεσε να απαλλαγεί από τα ελαττώματα του χαρακτήρα του. Πολλές φορές ήταν απρόβλεπτος, επέβαλε τη δική του άποψη, επιδίωκε να βγαίνει νικητής και με κάθε τρόπο αναδείκνυε τις κακές πλευρές του χαρακτήρα του εφαρμόζοντας μιαν απαράδεκτη βιαιότητα, πολλή καχυποψία και εχθροπάθεια.
Από την άλλη μεριά ήταν ο μόνος από τους συντρόφους του που είχε αποδεσμευθεί ψυχικά από δεσμεύσεις στα διεθνή κέντρα, τη Μόσχα και τον Στάλιν.
Ήταν τύπος δυναμικός, σκεπτόμενος και ανεξάρτητος, είχε όραμα και θέληση να το πραγματοποιήσει. Είχε ικανότητες και προσόντα αλλά αντί να τα αξιοποιήσει «με σύνεση και ψυχραιμία, με πολιτική πονηριά ακόμα, μέσα στις εξαιρετικά δύσκολες περιστάσεις του ’45 και του ’46, άρχισε ν’ αντιδρά με ανακολουθίες …».
Ήταν ένας ηγέτης που «θέλησε να κάνει ό,τι οι άλλοι δεν έκαναν τότε που μπορούσαν…». Σε όλα αυτά έγκειται η τραγικότητα του Νίκου Ζαχαριάδη.
Ένα από τα πρόσωπα που  σχολιάζει ο Αλεξανδρόπουλος, σχετίζει με τον Ζαχαριάδη και θεωρεί αντιπροσωπευτικό της ατμόσφαιρας που επικρατούσε στο ΚΚΕ τότε, μετά τον εμφύλιο και όσα διαδραματίστηκαν είναι ο Κώστας Κολιγιάννης. «Ενώ βρισκόταν στο ικρίωμα, ξαφνικά βρίσκεται στην κορυφή της πυραμίδας».
Τον χαρακτηρίζει κλειστό άνθρωπο, λιγομίλητο και βλοσυρό, χωρίς να είναι σίγουρος αν αυτός ήταν ο χαρακτήρας του ή αν έτσι ήθελε να φαίνεται. Φημιζόταν για την ηθική του και ο συγγραφέας διευκρινίζει ότι  αν και δεν τον ήξερε καλά, του έδινε την εντύπωση γενναίου ανθρώπου, αφοσιωμένου στις ιδέες του. Εκτιμά όμως ότι άνθρωποι σαν τον Κολιγιάννη συνήθως έκαναν για δεύτεροι γραμματείς, δεν είχε σπουδαίες πολιτικές ικανότητες ούτε έκανε για ηγέτης·  και επειδή η σκέψη αυτού του είδους των ανθρώπων είναι κλειστή, δημιουργεί  ασυμφωνίες, ρήγματα, συγκρούσεις και μόνιμη ασυνενοησία. Στη σκέψη του ολιγόλογου πολύ εύκολα ο πολυλογάς δεν θεωρείται καλός σύντροφος και αυτό τον μετατρέπει σε έναν άνθρωπο δύσπιστο και καχύποπτο. Όταν λοιπόν οι συνθήκες είναι δύσκολες και οι καιροί ανάποδοι τέτοια φαινόμενα δυσπιστίας και καχυποψίας γίνονται καθημερινά. Ο Ζαχαριάδης ήταν πολύ ανοιχτός σε αυτά, αλλά και οι συνεργάτες του, ένας από τους οποίους ήταν και ο  Κολιγιάννης.  Αναφέρει συγκεκριμένα ότι όταν του Κολιγιάννη του έλεγαν για κάποιον που γράφει καλά γύριζε και τον κοίταζε σαν να του είπαν πως δεν βάζει καλά την κομματική του στολή.
Θύμα αυτής της συμπεριφοράς έπεσε και ο ίδιος ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος από την εποχή του ΔΣΕ στο βουνό αλλά κυρίως στην Τασκένδη. Υποστηρίζει ότι όλα όσα συνέβησαν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αστεία αν δεν μεταμορφώνονταν σταδιακά σε πολύ σοβαρά γεγονότα.
Ο Αλεξανδρόπουλος κατηγορήθηκε για τη συγγραφή αντικομμουνιστικών κειμένων και εκφώνηση αντικομμουνιστικών ομιλιών. Ήταν μια κατηγορία  πολύ σοβαρή αλλά χωρίς αιτία, χωρίς λόγο, χωρίς στοιχεία, από αυτές που στήνονταν με μεγάλη ευκολία και δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα δυσπιστίας και απορίας και ένα αρνητικό κλίμα. Το ζήτημα δεν ήταν ο ίδιος αλλά εκείνοι που έστηναν τις κατηγορίες και ο λόγος που το έκαναν. Το φαινόμενο ήταν συχνό από τα χρόνια του Δημοκρατικού Στρατού στο βουνό, αλλά εντάθηκε ακόμα περισσότερο στην Τασκένδη.
«Ό,τι έμεινε και σκεφτόμουν από αυτή την ιστορία ήταν ο τρόπος  με τον οποίο στο μυαλό του ανθρώπου σχηματίστηκε μια τέτοια υπόθεση. Δεν βρήκα ποτέ άκρη. Γιατί ακριβώς μια τέτοια σύλληψη που είχε να κάνει με λόγους, με ομιλίες και κείμενα;…».
Δυστυχώς τα αλληλοφαγώματα ήταν μια οδυνηρή πραγματικότητα και εύκολα  γίνονταν πιστευτές διάφορες επινοήσεις που έβαζαν σε δοκιμασία συντρόφους του, κομματικά μέλη και στελέχη και όλοι και όλα αναποδογύριζαν με την αλλαγή των πολιτικών συνθηκών. Οι κατήγοροι βρίσκονταν κατηγορούμενοι και το αντίστροφο.
Αυτά όλα δεν είχαν λογική και γι’αυτό το κόστος ήταν πιο μεγάλο, κυρίως το ψυχικό. Όμως μέσα από όλα αυτά απέκτησε ένα μέτρο που τον βοήθησε να βλέπει καλύτερα τις αλλαγές που γίνονταν μέσα στον άνθρωπο όταν άλλαζαν τα πράγματα.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπάρχουν στις αναμνήσεις του με μορφές συσπασμένες από την προσπάθεια και την ένταση να σηκώσουν βάρη μεγαλύτερα από εκείνα που μπορούσαν. Ο δρόμος από την ιδέα ως την πραγματοποίησή της είναι μεγάλος. Μέσα σε αυτόν πορεύονται οι άνθρωποι ασταμάτητα ακόμα και αν κάποιοι δεν κατορθώνουν να φτάσουν στο τέρμα. Οι άνθρωποι, οι δυνάμεις τους εξαντλούνται, αλλά ο δρόμος όχι. Πάντα θα υπάρχουν άλλοι άνθρωποι να τους περπατούν και να συνεχίζουν .
«Τουλάχιστον κρίνοντας από την προσωπική μας πείρα, ξέρουμε τώρα όλοι πως το όνειρο, όλη η ιδέα και ο σκοπός τελικά έγειραν και στρώθηκαν χάμω σαν κομμένα δέντρα σ’ έναν δρόμο, αυτόν που περπατήσαμε, όπως τον περπατήσαμε, η μόνη μας βεβαιότητα. Και ίσως αυτό μόνο είναι που πράγματι γίνεται – να ανοίγονται μόνο και να περπατιούνται δρόμοι…». Μας προτείνει να το έχουμε στο νου μας όταν διαβάζουμε τις περιγραφές του, διότι μπορούν να φωτίσουν την ατμόσφαιρα και το δρόμο εκείνον «με τόσο σκληρή και αβάσταχτη μοίρα, κάτω από την οποία θα γογγύξουν και αληθινά δυνατοί χαρακτήρες».
Και εκείνο που τελικά είναι αξιομνημόνευτο σε όλη αυτή τη διαδρομή είναι ο τρόπος με τον οποίο περπάτησαν οι άνθρωποι. Και τα πόδια τα οδήγησε η δύναμη της ψυχής της οποίας η επίδραση στο αδύνατο σώμα υπήρξε ανυπολόγιστη. Μια δύναμη που υποτιμήθηκε και παραγνωρίστηκε αλλά πάνω στηρίχθηκαν τα πάντα.
Δεν είναι όμως μόνο αυτά τα πρόσωπα που έρχονται στη σκέψη του. Περνούν και άλλα τα οποία θυμάται με αγάπη, με τρυφερότητα, με συμπάθεια όπως είναι ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, η Έλλη Αλεξίου, ο Κώστας Μπόσης, ο Λέων Κούκουλας, οι τρεις Χρήστοι που έρχονται στο ύπνο του, οι οπλαρχηγοί του Δημοκρατικού Στρατού.
Από όλα αυτά τα πρόσωπα θα ξεχωρίσω τη μνεία στον αδελφό του Γιώργο που μαρτύρησε στη φυλακή, τον άφησαν, τον ξαναέπιασαν  και τελικά ούτε τον ξαναείδε ούτε έμαθε κάτι γι’ αυτόν εκτός από το ότι βγήκε στο βουνό.
Αντιπροσωπευτική περίπτωση μιας εποχής, παραμονές εμφυλίου,  της ψυχολογίας της αλλά και της νεότητάς που δεν έχασαν ποτέ, γιατί την πήραν μαζί τους, «για εκείνους προνόμιο, για μας αθεράπευτη τύψη».
alex3Αλλά το πιο αποκαρδιωτικό, η λήθη. «Θεέ μου, τι είναι δυνατόν να συμβεί και με τη μνήμη των ανθρώπων! Τι χαλασμοί, τι φοβερά μπερδέματα και τι αβάσταχτη νέκρα… Συχνά στα μάτια αυτών που ρωτούσα, παλιών μας φίλων, συνομήλικων, συγκατάδικων και συμπολεμιστών, είναι μια σύγχυση του νου και μια άσπρη λησμονιά και γενικά σαν να μην είμαστε παρά η διάψευση που έμεινε απ’ όλη εκείνη την ιστορία. Και κάποτε νιώθεις ακόμα πιο άσχημα: ότι και με την καλημέρα που είπες επρόσβαλες τους νεκρούς σου. Να βάλω λοιπόν εδώ μια τελεία και να κλείσω αυτή τη διήγηση. Να μείνω μόνος με το αδέλφι μου κοιτώντας το να φεύγει ψηλά καβάλα στην τελευταία του σφαίρα.»
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο Δημήτρη Χατζή, τη γνωριμία τους και κυρίως την αντιπαράθεση τους μετά την κριτική του Χατζή στο μυθιστόρημα του Αλεξανδρόπουλου Νύχτες και Αυγές. (συνεχίζεται)

(Το πρώτο μέρος ΕΔΩ)

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Το 1821 στην ελληνική ποίηση

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Το 1821 συνήθως το θυμόμαστε όταν πλησιάζει η εθνική επέτειος και το έχουμε συνδυασμένο με δημοτικά τραγούδια, παραδοσιακούς χορούς και ρητορικούς λόγους άδειους από ουσία γεμάτους στόμφο και πομπώδεις λέξεις. Ποιήματα βγαλμένα από τη ναφθαλίνη, διαιώνιση μύθων και κατασκευασμένων ιστοριών, αποσιώπηση γεγονότων και παραχάραξη πολλών άλλων.
Όλοι θυμόμαστε το πνεύμα και το κλίμα των σχολικών γιορτών ειδικά στα παλιότερα χρόνια.
Ευχάριστη ήταν η έκπληξη όταν είδα στα ράφια των βιβλιοπωλείων ένα βιβλίο με τον τίτλο Το 1821 στην ελληνική ποίηση. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναφέρεται ότι η ανθολογία αυτή είναι ένα «ποιητικό μυθιστόρημα» με πρωταγωνιστές θρυλικά πρόσωπα και τόπους σύμβολα της Επανάστασης του Εικοσιένα. Περιλαμβάνει 140 ποιήματα, που έγραψαν σε διάστημα εκατόν ενενήντα χρόνων 109 Έλληνες ποιητές, με προεξάρχοντες τους Διονύσιο Σολωμό και Ανδρέα Κάλβο. Μια συναρπαστική ποιητική διαδρομή μέχρι και τις αρχές του 21ου αιώνα.
Την ανθολόγηση έκανε ο Ηλίας Γκρης και είναι αφιερωμένη στους σκλάβους που ονειρεύτηκαν πως είναι απελεύθεροι.
Λόγος για την Επανάσταση και την Ποίηση εξηγητικός βρίσκεται στο επίμετρο. Ο Ηλίας Γκρης αφού προτάσσει  τη φράση του Ανωνύμου Έλληνος από την Ελληνική Νομαρχία «Ε! Πόσον γλυκύ πράγμα είναι να ομιλή τινάς την αλήθειαν!» εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν να κάνει μια ανθολογία για το 1821, τη μοναδική ως σήμερα.
Ως αιτία αναφέρει το γεγονός ότι περίπου έξι γενιές βαπτίστηκαν μέσα στην νόθευση του αυθεντικού νοήματος της επανάστασης του 1821 και εμποτίστηκαν με ψέματα και ψευδολογήματα που στόχευαν στη διαιώνιση φαιδρών ιδεολογημάτων, παραχαράσσοντας και προσβάλλοντας τα ιστορικά γεγονότα. Οι αληθινοί ήρωες παραμερίστηκαν και τη θέση τους πήραν λογής λογής τυχοδιώκτες, δολοπλόκοι, και καιροσκόποι.
«Γιατί η Επανάσταση του ΄21  που ΄μεινε η κορυφαία επανάσταση της εποχής μας, με διακόσιες χιλιάδες σκοτωμένους αγωνιστές και τριακόσιες πενήντα χιλιάδες άμαχους νεκρούς, απέδειξε κι έγραψε με αίμα ότι η τραγωδία είναι ένα ελληνικό συνεχές. Αλλά δεν άξιζε να’ χει την τύχη που είχε. Να κάνει τους προύχοντες και κοτζαμπάσηδες με τους τουρκοχειροκροτημένους  ψευδάρχοντες γερά κατέχοντες, θεμελιωτές ενός σαθρού οικοδομήματος που επιβιεί ως σήμερα. Και τους αγωνιστές, που μετάγγισαν αίμα και ψυχή στη λευτεριά, να τους καταντήσει υπόδικους, απόβλητους και χλεύη των άκαπνων αρχόντων.»
Ως αφορμή αναφέρει τη συντονισμένη απόπειρα «αποκαθαρμού» του  ’21 από τα εγγενή του στοιχεία (μάχες, φονικά, αλώσεις). Υποστηρίζει ότι η ιστορία είναι πλήρες βίωμα ζωής και θανάτου των ανθρώπων στον επάλληλο βίο τους. Γι’ αυτό δεν μπορεί να είναι ουδέτερη.
Και ο ποιητής τι σχέση έχει με την ιστορία; Ο ποιητής πάντα γράφει ιστορία, δηλαδή την μεταπλάθει σε ποίηση της ιστορίας.
Ανθολογούνται  αναγνωρισμένοι και καταξιωμένοι ποιητές, που εμπνεύστηκαν διαχρονικά από την Επανάσταση και τους πρωταγωνιστές της. Στο επίμετρο όμως γίνεται μια περιληπτική αναφορά και σε πολλούς άλλους ποιητές, κυρίως των πρώτων επαναστατικών και μετεπαναστατικών χρόνων, που δεν ανθολογούνται αν και γράφουν για το 1821.
Η επιλογή είναι ενδεικτική του περιεχομένου της ανθολογίας.


Τάσος Γαλάτης, Το χάνι της Γραβιάς

Όταν ο Ομέρ Βρυώνης
έβγαινε κατησχυμμένος στην οθόνη
κι έσκουζε τα μακρόσυρτα εκείνα βάι – βάι κι αμάν
με τη φωνή του Μίμαρου
– Τριακόσια μελεούνια μ’ έφαγε , τρακόσια μελεούνια»
κι εννοούσε ως γνωστόν τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στο χάνι της Γραβιάς
δεν ήταν ασφαλώς τόσο αναρίθμητες οι απώλειες
τόσα κορμιά ούτε ο ευαγγελιστής στην Αποκάλυψη
δεν θα’ φτανε να υπολογίσει.

Όμως η παιδική ψυχή μας
τρακόσια κι άλλα τόσα μελεούνια μπορούσε να χωρέσει
και να ξαναστήσει άπαρτο
χάρη στο μεράκι του φημισμένου καραγκιοζοπαίκτη μας
το αθάνατο εκείνο χάνι.

Και τώρα συλλογίζομαι
με ποιο τρόπο η ποίηση θα μπορούσε
όχι βέβαια να αναστήσει
απλώς να ζωντανέψει λίγο στη μνήμη τα βράδια εκείνα
όταν η ρωμιοσύνη φάνταζε ακόμη απέθαντη
κι έδινε το παρόν χαρμόσυνη παρά τη φτώχεια και την καταφρόνια
σαν τον Κοπρίτη και το Κολλητήρι
έξω από την ετοιμόρροπη παράγκα του Καραγκιόζη.



Θωμάς Γκόρπας, Τα ίδια και τα ίδια
[…]
Πάμε ρε παιδιά σινεμά να περάσ’ η ώρα
κ’ ελλείψει ελληνικού βλέπουμε τούρκικο
– δε βλάπτει…Μάθατε…μάθατε;
Το παλιό ηλιοβασίλεμα επιστρέφει
ανατολή ηλίου και όλοι κλαίνε από χαρά
τρώνε και πίνουνε χορεύουνε και δε μιλάνε…
Πάλι
το μαγαζάκι το παλιό ανοίγει για καινούργιο…
Κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα κλείνομαι μέσα
κι ακούω ρεμπέτικα χαζεύω ζωγραφιές
κοιτάω παλιά κιτάπια κ’ έξω απ’ το παράθυρο…
Αυτή είναι σκλαβιά! Αυτή είναι σκλαβιά μουρμουράω.
Περασμένα μεσάνυχτα με παίρνει ο ύπνος
ονειρεύομαι τον Αρχιστράτηγο Καραϊσκάκη
βήχει βρίζει λάμπει και τους δείχνει
τον πούτζο του.

Πάλι. Αμάν τι τραβάς κ’ εσύ
καημένη Ελευθερία!…
Ούτε εχθρός τους να’ σουνα…



Οδυσσέας Ελύτης, Μικρός ναυτίλος
[Προβολέας δ’]
Σκηνή πρώτη: Ο Οδυσσέας Ανδρούτσος δίνει τη διαταγή να συλλάβουν και να εκτελέσουν τους απεσταλμένους του Αρείου Πάγου, Νούτσο και Πανουργιά.
Σκηνή δεύτερη: Μια ειδική επιτροπή που επέχει θέση Στρατοδικείου καταδικάζει τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ως « επίβουλον και προδότην της πατρίδος».
Σκηνή Τρίτη: Με καταδίκη σε θάνατο  ρίχνεται στις φυλακές ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Σκηνή τέταρτη: Κυριακή πρωί, στο Ναύπλιο, έξω απ’ την εκκλησία, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας πέφτει κάτω από τις σφαίρες των Μαυρομιχαλαίων.
[…]


Βικτωρία Θεοδώρου, Μη τη ζωή!
Των μαρτύρων το παράπονο πνέει ο αγέρας
που τους θερίσανε τα νιάτα τους μες στον Απρίλη.
Του Διάκου, ακούγεται το δίστιχο στη χλόη,
της Βάσως τ’ άθαφτο κορμί φωνάζει
για λίγο χώμα, αχ τι ντροπή, να φανερώνουν τώρα
λερά κόκαλα την περηφάνια και την ομορφιά της.
Βοά το αίμα τους και παραγγέλλει:
Μη τη Ζωή! Και Μη τα Νιάτα!

Μη, για τίποτα στον κόσμο!
« Για ιδές καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…»
« Δέστε την ομορφιά μου αραχνιασμένα κόκαλα…»
« Κλαίνε τα δέντρα, κλαίν και τα κλαδιά
κλαίνε και τα λημέρια που λημέριαζα…»



Θανάσης Κωσταβάρας, Θάνατος και αποθέωσις του καπετάν Θύμιου Βλαχάβα και του ιερομόναχου Δημητρίου στα Γιάννινα
Σαν πήρε να βραδιάζει τη δεύτερη μέρα του μαρτυρίου
– με τον αγέρωχο καπετάνιο δεμένον στο στύλο
καταξεσχισμένον κι αιμόφυρτο –
σαν πήρε λοιπόν να βραδιάζει
κι ο αποσπερίτης είχε αρχίσει να χτυπάει ρυθμικά
ψηλά στο στερέωμα,
σήκωσε, έτσι όπως ήταν πρησμένος, το βαρύ του κεφάλι ο
αιχμάλωτος
κι είπε μέσα από τα σπασμένα του δόντια
τόσο δυνατά πάντως που να τον ακούσουν, όχι μόνο εκείνοι
που κρατούσαν τα σύνεργα
μα και οι άλλοι, ένα γύρω, που κοίταζαν.

( Ήξερε ποιο θα’ ταν το τέλος.
Ήξερε πως δεν θα ξαναδιάβαζε τα σημάδια των άστρων
και πώς δεν θα ξανάκουγε το τραγούδι των γρύλων
– που τόσο πολύ αγαπούσε –
και πως αύριο τα χαράματα θα’ ταν η τελευταία φορά
που θα’ βλεπε να ξεπροβάλει κατακόκκινος
πάνω απ’ το Μιτσικέλι ο ήλιος).

«Ορέ μουρτάτες, είπε, εμένα καλά με παιδεύετε.
Και καλά μου μπήγετε τα καλάμια στα νύχια.
Και κρεμάστε με ακόμα τ’ ανάποδα πάνω από τη φωτιά
και τσακίστε μου ένα – ένα τα κόκαλα.

Κι ύστερα γδάρτε μου το τομάρι, εμένα τον αντάρτη και
τον αρχικαπετάνιο
και χτίστε με.
Όχι γιατί μου αξίζει, μα γιατί έτσι είναι ο νόμος:
Ο νικημένος να πληρώνει τη λεβαντιά του με τον πιο άγριο
θάνατο.
Όμως αυτόν τον δυστυχισμένο καλόγερο
τι τον τυραννάει και δεν τον τελειώνει ο σκύλος;
Αυτός, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν δικός μας.
Αυτός δεν είχε σηκώσει ντουφέκι, μήτε και τραγουδούσε τα
τραγούδια τ’ αντάρτικα.
Αυτός το σταυρό μόνο κρατούσε
παρακινώντας τους σηκωμένους να προσκυνήσουν
να γονατίσουν ακόμα μπροστά στον αφέντη
άλλη Δικαιοσύνη ζητώντας κι άλλη Ελευθερία, μέσα απ’ την
πίστη του, τάζοντας.»

Έτσι τους μίλησε ο ανδρείος.
Όμως εκείνοι καμιά σημασία δεν του’ δωσαν.
Παρά συνέχισαν να βασανίζουν και να χτίζουν τον δύστυχο.

Ο κόσμος των άστρων πλήθαινε λίγο – λίγο
και τα τριζόνια είχαν αρχίσει το γαλήνιο τραγούδι τους
και η αρμονία του σύμπαντος κρατούσε όπως πάντα την
τάξη της.

Και κει, στην αυλή του Αλή, οι δυο άνθρωποι βασανίζονταν.
Με καρτερία πάντως αξιοθαύμαστη υπομένοντας τα μαρτύρια
και με αξιοπρέπεια αδιάπτωτη προχωρώντας – και οι δυο –
προς τον θάνατο.

Έτσι γίνονταν στα 1808 κι έτσι θα γινόταν και 140 χρόνια
αργότερα.

Κι έτσι γίνεται πάντα όταν πέφτουν δίσεχτα χρόνια.
Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Γιατί σ’ έναν κόσμο μαγαρισμένο
πού να βαδίσει ο άγιος
και πού ο απροσκύνητος να σταθεί;

Και πώς να σωθεί ο αμόλυντος;
Όμως με τη ζωή του πάντα ο γενναίος
ζεσταίνει τους σκλαβωμένους.
Και με το θάνατό του τους οδηγεί
απ’ την υποταγή
στην ανάσταση.



Γιάννης Σκαρίμπας, «Εκατονταπενηντάχρονος»
Μια εθνική μόνον επανάσταση,
χωρίς την κοινωνική καταξίωσή της,
είναι μια «φαινομενοφάνεια»
που τα «κατεστητά» την επιτρέπουν.
Τι θάχαναν; Και η ανεξαρτησία δική τους θάταν…

Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου
συνήθιζαν μόνο αναμετάξυ τους την τύφλωση.
Οι λόγιοι της Διασποράς,
αυτοί τύφλωναν ολόκληρο το έθνος.

Ο μη έχων – αυτός – αποστολήν
είναι ένας συνάνθρωπος χρήσιμος.
Ο νομίζων (εαυτόν) ότι έχει –
απ’ αυτόν να φυλάγεστε…

Μια ακόμα σοφία στις υπάρχουσες
είναι ένα ακόμα απομυζητήριο του αίματος.
Η λίμη τους
θα  μας μεταβάλει σε αντικείμενα – (res).

Περισσότερο από τη βία το ψέμα
είναι εκείνο που σηκώνει σαν Άτλας τα συμφέροντα.
Γιατί ενώ στη βία του άλλου
μπορείς ίσως ν’ αντιτάξεις τη βία τη δική σου,
στο ψέμα μνέσκεις καταευχαριστημένος
και μάπας « εκατονταπενηντάχρονος».*


*= συμπανηγυριστής των εκατονταπενηντάχρονων του ‘21

1821A 
ΤΟ 1821 ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ, Ανθολόγηση – Επίμετρο: Ηλίας Γκρης, Κέδρος 2011

Τέσσερα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα Φεραίου

Η πρώτη δισκογραφική εμφάνιση του Δημήτρη Λάγιου,
σε ηλικία 23 ετών, στον δίσκο
«Τέσσερα επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα Φεραίου» (1975)
Περισσότερα εδώ:http://www.musicpaper.gr/documents/it...
https://www.facebook.com/pages/Musicp...

1.Θούριος 0:00
2.Ύμνος Πατριωτικός 3:00
3.Επαναστατικό Τραγούδι 5:25
4.Ω Παιδιά μου Ορφανά μου 6:28

Ερμηνεία/ενορχήστρωση/διεύθυνση ορχήστρας: Δημήτρης Λάγιος

Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Θεόφιλος

Ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, παρότι γεννήθηκε αρκετές δεκαετίες μετά την επανάσταση του 1821, μια μέρα εγκατέλειψε το ευρωπαϊκό στυλ ντυσίματος και υιοθέτησε την παραδοσιακή φορεσιά, την φουστανέλα. Ταυτίστηκε με τον ελληνικό μύθο ενός κόσμου ηρώων, από το Μεγάλο Αλέξανδρο ως τους κλέφτες και αρματωλούς του 19ου αιώνα. Τρεφόταν από τις καθημερινές μορφές του λαϊκού πολιτισμού και από το φως της Ελλάδας. Φορούσε τα ρούχα των ανθρώπων που ζωγράφιζε. Ζούσε μέσα από τους μύθους και την ιστορία των συμβόλων αυτού του τόπου. Αυτός ο φωτισμένος άνθρωπος, οδηγήθηκε στην πιο απόκρυφη απουσία του Ελληνικού Μύθου, στην τέχνη του. Ζωγράφιζε με ένα μοναδικό προσωπικό τρόπο, πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής.( από την ιστοσελίδα του Λάκη Παπαστάθη)
Διακρίσεις:
28ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1987: ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ, Α΄ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ, ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΚΡΑΤΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΥΠΠΟ - (ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1987) Β΄ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ, Α΄ ΑΝΔΡΙΚΟΥ ΡΟΛΟΥ, ΕΝΔΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ, ΜΑΚΙΓΙΑΖ
Συμμετοχή στο ΔΙΕΘΝΕΣ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΒΕΡΟΛΙΝΟΥ
ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1988
Σκηνοθέτης: Λάκης Παπαστάθης
Σενάριο : Λάκης Παπαστάθης
Παίζουν: Δημήτρης Καταλειφός, Σταμάτης Φασουλής, Δημήτρης Καμπερίδης,
Υβόννη Μαλτέζου, Θεόδωρος Έξαρχος, Θέμης Μάνεσης, Ειρήνη Χατζηκωνσταντή 
Ο λαϊκός ζωγράφος Θεόφιλος πέθανε στις 24 Μαρτίου 1934

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Η σεμνή γιορτή της άνοιξης...

Η σεμνή γιορτή της άνοιξης
Η γέννησή μας
Η σιωπή, η σπουδαία από τα πράματα
Απαντοχή στην έλευσή μας

Εμείς, οι αδιαφορούντες
Οι ανύποπτοι,
Όταν ερχόμαστε
Θέλουμε θόρυβο
Για να συλλάβουμε
Την παρουσία μας


 Γ. Σαραντάρης , Σαν πνοή του αέρα. Επιμέλεια και Ανθολόγηση Μαρία Ιατρού, Ερμής , Αθήνα 1999

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015