Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

" H λογοτεχνία είναι βασική πηγή ηθικής παιδείας "

Στον Γιώργο Δουατζή
 Σόνια Ιλίνσκαγια. Μεταφράστρια, συγγραφέας, καθηγήτρια πανεπιστημίου, πολυβραβευμένη για το σύνολο του έργου της, το οποίο αποπνέει Ελλάδα. Ολόκληρη η ζωή της αφιερωμένη στα νεοελληνικά Γράμματα. Πράγμα, το οποίο ίσως δεν είναι άμοιρο του γάμου της με τον συγγραφέα και μεταφραστή Μήτσο Αλεξανδρόπουλο. Μιλάει με γαλήνια απλότητα, μεστά και κυρίως λιτά σε νοήματα και λέξεις. Το πρόσωπο, οι εκφράσεις, οι κινήσεις της εκπέμπουν σπάνια γλυκύτητα και σιγουριά*.

Πρώτες παιδικές αναμνήσεις;
Τα τελευταία δύο τρία χρόνια του πολέμου, μεγάλες στερήσεις. Ο τελευταίος χρόνος του πολέμου, φωτοβολίδες στο νυχτερινό ουρανό της Μόσχας που πανηγύριζε τις νίκες του Κόκκινου στρατού. Οι πρώτες γεύσεις της κλασικής, ρωσικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας, ανεκτίμητο δώρο της μητέρας μου. Η στοργή του πατέρα, σε στιλ ισότιμης φιλίας.
Πώς κολλήσατε το «μικρόβιο» της λογοτεχνίας;
Όταν τα παιδικά σου χρόνια είναι δύσκολα και μεγαλώνεις μέσα στα βιβλία, αυτά σου συμπαραστέκονται, σου ανοίγουν τον νου και την καρδιά, σου αποκαλύπτουν άλλους κόσμους και ορίζοντες. Πιστεύω επίσης, ότι σε βοηθούν να διαμορφώσεις έναν δικό σου κώδικα τιμής, στην αρχή αφελή, στη συνέχεια σοβαρότερο.
Πώς δεν γράψατε δικά σας πράγματα;
Λόγω της βαθιάς μου σχέσης με τη λογοτεχνία, προέκυψε ότι αυτό που μπορώ να κάνω δεν ανταποκρίνεται στις δικές μου προσδοκίες και απαιτήσεις. Οι στίχοι που έγραφα έρχονταν και έφευγαν. Δεν είχα καμιά φιλοδοξία, καμία προσδοκία, απλώς κατέγραφα ευχάριστες ή θλιβερές στιγμές Ήταν μια χρήσιμη εμπειρία για τη μετέπειτα δουλειά μου, ιδιαίτερα τη μεταφραστική.
Πώς ανακαλύψατε την ελληνική λογοτεχνία;
Όταν δευτεροετής φοιτήτρια κλασσικής φιλολογίας αποφάσισα εκτός προγράμματος να μάθω και τα νέα ελληνικά. Αργότερα, χάρη στον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο ανάμεσα στα πρώτα κείμενα που διάβασα ήταν τα δημοτικά τραγούδια και ο Καβάφης. Τον Καβάφη τον πρωτοσυνάντησα σε ένα διήγημα του Μήτσου.
Η αρχαία ελληνική γραμματεία;
Υπήρχε βέβαια η αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά ήταν η εποχή που τα νέα ελληνικά πρωτοξεκινούσαν στη Σοβιετική Ένωση. Δεν υπήρχαν ούτε εγχειρίδια, ούτε βιβλία, καμία υποδομή. Αντίστοιχα η ρωσική φιλολογία στο ελληνικό πανεπιστήμιο μπαίνει τώρα και όχι πριν τέσσερις δεκαετίες, όπως θα ήταν φυσικό. Η Ελλάδα μέχρι πρόσφατα ήταν η μόνη χώρα της Ευρώπης στην οποία δεν υπήρχαν ρωσικές σλαβικές σπουδές στο πανεπιστήμιο. Όταν οι γενιές του μεσοπολέμου στην Ελλάδα γαλουχήθηκαν με τη ρωσική λογοτεχνία. Επίσης χαρακτηριστικό είναι ότι οι νεοελληνικές σπουδές μπήκαν στο ρωσικό πανεπιστήμιο, και στην Πετρούπολη και στη Μόσχα, πριν μπει εδώ η ρωσική φιλολογία, παρ' όλες τις οικονομικές και άλλες δυσκολίες.
Συντελέσατε καθοριστικά στη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στη Ρωσία...
Νομίζω ότι βοήθησα αρκετά. Σε μένα όλα ξεκινάνε από μια ανάγκη ψυχικής ικανοποίησης. Μεράκι, χαρά ικανοποίησης. Αυτά κυριαρχούν πρώτα. Άρχισα να ασχολούμαι με τη νεοελληνική λογοτεχνία αρχικά διότι με τραβούσε ως ενδιαφέρον και μετά ανακάλυψα ότι είναι έργο ζωής. Από κει και πέρα προγραμμάτισα τη δουλειά μου έτσι ώστε να προσφέρω.
Προσφορά ως καθήκον; Ως δικαιολογία ύπαρξης;
Δεν συνηθίζω να βάζω σε αυτό κάποιο φιλοσοφικό περιτύλιγμα. Πρώτα από όλα είναι η επιθυμία της ψυχής. Έπειτα, σε δεδομένες συνθήκες, αρχίζεις να παίζεις κάποιο ρόλο και αναλαμβάνεις τις ευθύνες του. Οι οποίες είναι να διαδώσεις την ελληνική λογοτεχνία, να κάνεις γνωστά στο ρωσικό κοινό τα επιτεύγματα της, τα μεγάλα αναστήματα που περιλαμβάνει. Και αυτό έκανα.
Πότε άρχισε να απλώνεται η νεοελληνική λογοτεχνία στη Σοβιετική Ένωση;
Τα πρώτα βήματα έγιναν στα μέσα της δεκαετίας του '50, περισσότερο στη δεκαετία του '60, πράγμα που συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Βέβαια τα πράγματα προχωρούν συνήθως αργά στο πανεπιστήμιο. Πριν δέκα χρόνια μπήκαν τα νέα ελληνικά ολοκληρωτικά στο ρωσικό πανεπιστήμιο.
Γιατί να μάθει ένας ξένος νεοελληνικά;
Η ελληνική γλώσσα έχει τεράστια ιστορία. Υπάρχουν γλωσσολόγοι που ασχολούνται επί αιώνες με την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού. Δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί η τελευταία φάση του ελληνικού πολιτισμού, που έχει καταπληκτικά επιτεύγματα με πολλά προβλήματα, αλλά με φοβερές εκλάμψεις
Όπως;
Ο Καβάφης. Τον οποίο πρωτογνώρισα στο ρωσικό κοινό με πολλές εκδόσεις και τολμώ να πω ότι τον καθιέρωσα στη Ρωσία.
Όλα λοιπόν γίνονται σε προσωπικό επίπεδο.
Συμφωνώ. Μόνο το προσωπικό ενδιαφέρον παράγει έργο. Αν δεν βρεθεί την κατάλληλη στιγμή ένας άνθρωπος που θα μπορέσει να προσφέρει...
 Αυτή η ελληνική κατάρα να αγνοούνται εν ζωή οι δημιουργοί και τους ανακαλύπτουν
μετά θάνατον...
Και στη Ρωσία το φαινόμενο δεν είναι άγνωστο. Αλλά το αναγνωστικό κοινό εκεί είναι πιο ευαίσθητο, πιο σωστά διαπαιδαγωγημένο από πολλές δεκαετίες. Υπάρχει μια τεράστια παράδοση αγάπης στο βιβλίο, η οποία επέζησε και αναπτύχθηκε, Όσο πιο δύσκολοι ήταν οι καιροί, τόσο πιο ευαίσθητο ήταν το αναγνωστικό κοινό, τόσο πιο ανάρπαστο ήταν το καλό βιβλίο. Κυριαρχούσε η επίσημη λογοτεχνία. Αυτά που λέμε έργα σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Το μεγάλο παράπονο για την Ελλάδα είναι ότι τα μεγάλα έργα αυτής της λογοτεχνίας, τα μεγάλα αναστήματα που προέκυψαν, οι ανδρείες στάσεις ζωής, δεν έγιναν εδώ γνωστά. Είναι ανύποπτος ο Έλληνας αναγνώστης για όλα αυτά. Ινδάλματα πνευματικής ζωής δεν έγιναν γνωστά στους Έλληνες.
Τι φταίει γι΄ αυτή μας την άγνοια;
Πώς να κρίνω εγώ; Δεν μπορώ να ξέρω γιατί. Δεν μπορώ να προβώ σε γενικές και κατασταλαγμένες κρίσεις. Δεν βλέπω το ρόλο μου εκεί. Εδώ έλειψε η κριτική όπως γινόταν στη Ρωσία. Η φωτισμένη με ταλέντο με ιδιοφυΐα κριτική λογοτεχνίας που να μπορεί να συνδέει τα σκόρπια φαινόμενα σε μια διαδικασία σε ένα μυθιστόρημα της πνευματικής ζωής, όπως έλεγε ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος. Υπήρξαν καταπληκτικοί κριτικοί όπως ο Άγρας, ο Παλαμάς. Σήμερα υπάρχουν πολύ καλοί κριτικοί, αλλά ηγετικές φυσιογνωμίες δεν βλέπω. Να γράψει κάποιος πού πάει, πώς διαμορφώνεται η λογοτεχνία, τι γράφει ποιος. Βλέπετε στην Ελλάδα δεν ήταν αναπτυγμένη η παράδοση συγκριτικής θέασης της λογοτεχνίας.
Ούτε πολλούς αναγνώστες βρίσκει κανείς στην Ελλάδα.
Εγώ πάντως ξαφνιάζομαι πολλές φορές από πολύ διαβασμένους ανθρώπους που συναντώ. Αλλά δεν είναι στην επιφάνεια, δεν τους ξέρει κανείς. Γνωρίζουν, παρακολουθούν τη λογοτεχνία, είναι αυστηροί κριτές, αλλά στην αφάνεια.
Για την παραλογοτεχνία που έπνιξε τον τόπο τι λέτε;
Είναι παγκόσμιο, όχι μόνο ελληνικό αυτό το φαινόμενο. Εδώ αντιλήφθηκε ο κόσμος ότι το βιβλίο είναι εμπορικό προϊόν και αυτό προσδιορίζει συχνά τις συνειδήσεις των ανθρώπων που γράφουν, τους προκαλεί να γράψουν κάτι εμπορικό. Ακόμα και ικανότατους συγγραφείς δεν τους αφήνει αδιάφορους η εμπορική επιτυχία. Κάποτε ζήτησαν από τον Καβάφη να συμμετάσχει σε μία έρευνα για τη λογοτεχνία κι αυτός έγραψε ένα σημείωμα «Ανεξαρτησία». Και δεν το έδωσε στη δημοσιότητα, διότι φοβήθηκε μήπως προσβάλλει τον Ξενόπουλο, ο οποίος ανταποκρινόταν σε αυτά που ζητούσε το κοινό, παρότι ήταν ικανότατος λογοτέχνης. Ο Καβάφης είχε πει αυτά που λέμε τώρα. Ότι η πολιτεία δεν υποστηρίζει, δεν ενισχύει, αλλά χρειάζεται η ανεξαρτησία. Κι αυτό, διότι όταν ένας συγγραφέας ξέρει ότι το βιβλίο του θα πουλήσει, άθελά του θα προσαρμόζεται στα αιτούμενα του κοινού. Υπάρχουν αναστήματα στη λογοτεχνία που αντέχουν, αντιστέκονται, αλλά δεν ανήκουν στα κυκλώματα, στις παρέες και ζουν τελείως απομονωμένοι.
Πώς ήρθατε στην Ελλάδα;
Μόλις έπεσε η δικτατορία το 1974, ήταν αυτονόητη η εγκατάστασή μας στην Ελλάδα.
Όταν φτάσατε στην Ελλάδα, οι πρώτες εικόνες;
Ήμουν απόλυτα προετοιμασμένη. Δεν ερχόμουν σε μια άγνωστη χώρα. Με βοήθησε πολύ το πανεπιστήμιο να γνωρίσω από κοντά πράγματα, που αλλιώς δεν θα τα έβλεπα. Τώρα που δεν είμαι στο πανεπιστήμιο, ζω με τα βιβλία μου, τα γραπτά μου, αλλά διατηρώ μια ζωντανή επικοινωνία ιδιαίτερα με τους νέους και κερδίζω πολύτιμες εμπειρίες. Όπου και να βρεθώ στην Ελλάδα για μια διάλεξη, θα βρεθούν παλαιοί φοιτητές μου που θα έρθουν να με δουν. Αυτή είναι η χαρά της συνέχειας πνευματικών σχέσεων, η χαρά ότι η δουλειά μου έπιασε τόπο.
Ξέρετε γιατί αγαπήσατε την ελληνική γλώσσα;
Έχει ένα έντονο στίγμα της εθνικής ιδιοσυγκρασίας. Κάτι όμορφες λέξεις όπως «λεβεντιά», «φιλότιμο», «ανωτερότητα» που δύσκολα βρίσκουν το αντίστοιχό τους σε ξένες γλώσσες.
Τι θυμάστε εντονότερα από την εργασία σας στην Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ;
Εκτός από τις ατομικές μελέτες που εκπονούσαμε, οφείλαμε να συμμετέχουμε και σε συλλογικές έρευνες που σου εμφάνιζαν πολυδιάστατες πλευρές του αντικειμένου, σου μαθαίνανε συγκριτολογικές προσεγγίσεις. Δυσανασχετούσα κάποτε, γιατί με αποσπούσαν εν μέρει από το κεντρικό θέμα που δούλευα, αλλά τελικά έβγαινα κερδισμένη.
Τι σημαίνουν τα βραβεία για σας;
Η βράβευση είναι μια ευχάριστη στιγμή, πόσο μάλλον όταν έρχεται απροσδόκητα, δεν τη λογάριαζες και, εννοείται, δεν την κυνήγησες. Νιώθεις ότι αυτό που κάνεις πιάνει τόπο. Και μετά δεν τα σκέφτεσαι. Έχεις να σκεφτείς άλλα.
Ασχοληθήκατε με τον Καβάφη διότι...
Με κέρδισε με το πρώτο ποίημά του που μετέφρασα, τη «Σατραπεία». Είναι πάντα κοντά μας, σε όποια προβλήματα του ανθρώπινου βίου, που είναι άλλωστε διαχρονικά.
Γιατί θέλατε να διαδώσετε την ελληνική λογοτεχνία;
Γιατί το αξίζει. Αναλογιστείτε, τι μεγάλα ποιητικά ονόματα έβγαλε τον εικοστό αιώνα. Σε μερικά από αυτά αφιέρωσα τη ζωή μου. Ευτύχησα στο ότι ποτέ δεν ασχολήθηκα με κάτι που δεν το αγαπούσα.


Η συνύπαρξη με τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο τι σας έδωσε;
Πέρα από τον πολύτιμο εμπλουτισμό της γλώσσας, τη διείσδυση, από μέσα, στην πρόσφατη ιστορία του τόπου, στον ψυχισμό των ανθρώπων του. Διδάχθηκα πολλά ανεπαισθήτως.
Είναι εύκολη η συμβίωση μιας καθηγήτριας λογοτεχνίας με έναν λογοτέχνη;
Από την αρχή οροθετηθήκαν συγγενείς, αλλά διακριτοί ρόλοι. Κυρίως χάρη στον Μήτσο, που ήταν και μεγαλύτερος και ασυγκρίτως πιο έμπειρος από μένα. Το αντικείμενό μου ήταν η ποίηση. Ποτέ δεν ασχολήθηκα επαγγελματικά με το έργο του. Το θεωρούσαμε δεοντολογικά επιβεβλημένο να τηρηθούν αυτές οι αποστάσεις. Υπήρξα βέβαια όχι μόνο η πρώτη αναγνώστρια, αλλά και η πρώτη ακροάτρια όσων έγραφε. Και εκείνος, ο πρώτος αναγνώστης και στην αρχή διορθωτής των δικών μου κειμένων. Οφείλω να αναφέρω ότι τις όποιες δικές μου επιτυχίες τις χαιρόταν πολύ περισσότερο από τις δικές του. Στο δικό του έργο, μόλις τελείωνε κάτι, τον απορροφούσε αμέσως το επόμενο θέμα.
Διδάσκω σημαίνει...
Όχι μόνο να αναπαράγω, αλλά και να παράγω τη γνώση.
Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρατε από τη ζωή στο πανεπιστήμιο;
Να επιμένω να είμαι ο εαυτός μου. Κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος βλέπει, κρίνει, αξιολογεί και προκύπτει ένας στόχος. Να μην υποκύψει. Να είναι συνεπής στο μοντέλο αξιών ζωής που δημιούργησε. Ξέρετε, οι παγίδες της καθημερινής ζωής είναι πολλές φορές αθέατες. Και το θέμα είναι να μπορείς να τις διακρίνεις και να μην πέσεις μέσα.
Το μεγαλύτερο μάθημα ζωής;
Το ίδιο.
Δικαιολογία ύπαρξης;
Το ότι διάλεξα το σωστό δρόμο και κάτι έχω προσφέρει και στις δύο πατρίδες μου. Το ότι αγάπησα και αγαπήθηκα και έχω μια κόρη, την οποία αγαπώ και εκτιμώ.
Τι νέο φέρατε στη διδασκαλία;
Νέο δεν θα το έλεγα. Πάντως πέρα από τη γνώση, είχα στο νου μου τη μετάγγιση, χωρίς κήρυγμα, μέσα από τα κείμενα, των θησαυρών, με τους οποίους η λογοτεχνία σε κάποιο βαθμό μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο. Και αναζητούσα την τοποθέτηση του φαινομένου που εξέταζα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.
Διαφοροποιείται η σκέψη σας από τους άντρες καθηγητές;
Δεν αντιλαμβάνομαι αυτή τη διάκριση. Δεν βλέπω γυναικεία πρόσληψη στον εαυτό μου, παρά μόνο ανθρώπινη.
Το πιο αγαπημένο από τα έργα σας;
Τα πρώτα. Το «Μοίρα μιας γενιάς» όπου ασχολούμαι με την πρώτη μεταπολεμική γενιά, με τους ανθρώπους που έκαναν επιλογές ζωής και στάθηκαν συνεπείς με αυτές στη ζωή και το έργο τους. Επίσης το «Κ. Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα». Στάθηκαν γερά εξορμητήρια για μένα.
Πώς δεν κάνατε διατριβή για τον Καβάφη;
Αγαπούσα τον Καβάφη και ήθελα να είναι το αντικείμενο της διατριβής μου, αλλά εκείνα τα χρόνια ήταν δύσκολα, δικτατορία κλπ,. και δεν υπήρχε πρόσβαση στη βιβλιογραφία, δεν ήταν δυνατόν να γίνει ένα σωστό επιστημονικό έργο.
Το πιο αγαπημένο σας λογοτεχνικό κείμενο;
Είναι πολλά. Δεν τα βαθμολογώ.
Η εντονότερη ανάμνηση από τον υπαρκτό σοσιαλισμό;
Θα περιμένατε κάτι από τις σκοτεινές αναμνήσεις. Υπάρχουν κι αυτές. Κυριαρχεί όμως κάτι άλλο. Ανάμνηση της ανιδιοτέλειας στις καθημερινές ανθρώπινες σχέσεις. Και πράγματα που υπήρχαν σε θεσμικό επίπεδο. Για παράδειγμα τα παιδιά τελειώνοντας το σχολείο γνώριζαν την κλασσική λογοτεχνία.
Αν είχατε μπροστά σας τον Στάλιν θα του λέγατε...
Ένα μεγάλο όραμα δεν πραγματοποιήθηκε. Ποιο μερίδιο ευθύνης αναλαμβάνετε;
Αν βλέπατε τον Γκορμπατσόφ θα του λέγατε...
Τι κρίμα που σε μια τόσο κρίσιμη για τη χώρα στιγμή στο τιμόνι βρέθηκε ένας τόσο ανεπαρκής άνθρωπος.
Η λογοτεχνία παράγει ηθική;
Πιστεύω ότι η λογοτεχνία είναι βασική πηγή ηθικής παιδείας. Και μπορεί να γεννηθεί και να ζήσει και σε συνθήκες φρικτής ανελευθερίας όπως στη Ρωσία του 19ου αιώνα, όπου άνθισε η λογοτεχνία.
Το πιο πικρό και το πιο γλυκό ποτήρι στην ακαδημαϊκή σας ζωή;
Το γλυκό, η ζεστή επικοινωνία με το ακροατήριο, Το πικρό, το δηλητήριο που φαίνεται να υπάρχει σε κάθε σινάφι.
Είμαι γυναίκα σημαίνει...
Ό,τι σημαίνει άνθρωπος. Δεν μου είναι οικεία η φεμινιστική νοοτροπία.
Τι εκτιμάτε στους ανθρώπους;
Μυαλό, εντιμότητα, ανθρωπιά.
Τι δεν θα ξεχάσετε ποτέ; Τι θέλετε να ξεχάσετε;
Περνάνε τα χρόνια. Αρκετά πράγματα ξεχνιούνται. Λυπάμαι. Δεν θέλω να ξεχάσω τίποτα.
Η πρώτη επιβεβαίωση;
Όταν μετέφρασα τη «Σατραπεία» του Καβάφη, ο Μήτσος, ο άντρας μου, μου είπε ότι οπωσδήποτε πρέπει να συνεχίσω.
Κρύβετε δικούς σας στίχους στο συρτάρι σας;
Το έχω ξεπεράσει από τα παιδικά μου χρόνια.
Όταν σας αμφισβητούν;
Ελέγχω τον εαυτό μου.
Νιώσατε ποτέ μίσος;
Αποστροφή ναι. Μίσος όχι.
Μεγαλύτερη ανασφάλεια;
Να μην πέσω, καθώς είμαι αφηρημένη, στα κακοποιημένα πεζοδρόμια της Αθήνας.
Ενοχές;
Ενοχή, βαριά λέξη, δεν νιώθω να μου πηγαίνει. Όχι πως δεν λυπάμαι για κάποιες παραλείψεις που μου διέφυγαν.
Μεγαλύτερη λύπη - χαρά;
Λύπες και χαρές, τις ζεις. Δεν τις μετράς.
Πότε θυμώνετε;
Δε θυμώνω εύκολα.
Δημιουργώ σημαίνει...
Να μελετώ και να γράφω, όταν νιώθω πως έχω κάτι να προσθέσω.
Νιώθετε ταγμένη σε κάποιο σκοπό;
Δεν ήθελα ποτέ να νιώθω ταγμένη κάπου. Απλά ανταποκρίνομαι στην επιθυμία ζωής.
Η σχέση σας με το χρόνο;
Ομαλή.
Η ωραιότερη στιγμή του εικοσιτετράωρου;
Κάποιες νυχτερινές ώρες, όταν η δουλειά πάει καλά.
Ο έρωτας;
Τον έχω ζήσει και δε τον συζητώ.
Διεκδικείτε;
Τον χρόνο.
Εξάρτηση;
Αν υπάρχει, δεν την έχω συνειδητοποιήσει.
Πώς εισπράττετε την αναγνώριση;
Είμαι ευγνώμων για το ότι και στη χώρα που έγινε δεύτερη πατρίδα μου, η δουλειά μου έχει κάποια αναγνώριση. Αυτό μου αρκεί.
Το μεγαλύτερο όνειρο;
Δεν κάνω μεγάλα όνειρα. Κάνω σχέδια.
Μεγαλύτερος φόβος;
Δεν πάσχω από φοβίες. Ο φυσικός ανθρώπινος φόβος του θανάτου, ακόμα περισσότερο φυσικός στην ηλικία μου, φαίνεται να απωθείται από την συναίσθηση ότι πρέπει να προλάβω να ολοκληρώσω όσα έχω σχεδιάσει.
Τι σας προσβάλλει;
Δεν είναι λίγα τα πράγματα που αντιπαθώ, δεν τα αφήνω όμως να με προσβάλλουν.
Τι κόσμος έρχεται;
Θα ήθελα να το μαντέψω. Το σκέφτομαι, όχι δίχως φόβο, ωστόσο με ελπίδα.
Τι ετοιμάζετε αυτόν τον καιρό;
Προς το παρόν με απασχολούν αρκετές τρέχουσες υποχρεώσεις που αναβάλλουν για λίγο δύο σοβαρότερα σχέδια: Ένα βιβλίο για τον Ρίτσο που θα συνόψιζε και θα συμπλήρωνε όσα έχω γράψει, και ένα προσωπικό βιβλίο, κάτι σαν απομνημονεύματα, αλλά όχι προσωποκεντρικό. Ένα είδος καταθέσεων γι' αυτά που ζήσαμε. Νιώθω ότι οφείλω να το κάνω. 
* Τη συνέντευξη αυτή είχα πάρει το 2009 για μεγάλης κυκλοφορίας Κυριακάτικη εφημερίδα με την οποία συνεργαζόμουν, αλλά τελικά δεν δημοσιεύτηκε. Έκρινα ότι έπρεπε να δει το φως της δημοσιότητας, για να πάρει τη σειρά της στα αρχεία με τον λόγο σημαντικών ανθρώπων των Γραμμάτων μας. Το υλικό που παρατίθεται είναι αυτούσια η απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας μας, χωρίς καμία παρέμβαση. Στο τέλος της συνέντευξης παρατίθεται μικρό βιογραφικό. 
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ είναι ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος.  

Μικρό βιογραφικό
Η Σόνια Ιλίνσκαγια Αλεξανδροπούλου γεννήθηκε το 1938 στη Μόσχα. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ της Μόσχας με παράλληλη ειδίκευση στη νεοελληνική και ρωσική φιλολογία.
Ασχολήθηκε με τη διάδοση - μελέτη και μετάφραση - της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Έχει εκλεγεί τακτικό μέλος της Ένωσης Συγγραφέων της ΕΣΣΔ ως κριτικός και μεταφράστρια της Νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας.
Το 1971 υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή της με θέμα «Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής ποίησης στην Ελλάδα. Η μοίρα μιας γενιάς». Μέχρι το 1983 διετέλεσε ερευνήτρια του Ινστιτούτου Σλαβικών και Βαλκανικών Μελετών της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ.
Το 1983, για οικογενειακούς λόγους (το 1959 παντρεύτηκε με τον Έλληνα πεζογράφο Μήτσο Αλεξανδρόπουλο), εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα. Είναι καθηγήτρια Νέας Ελληνικής Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Το 2002 από τη Ρωσική Ακαδημία Επιστημών τής απονεμήθηκε ο επιστημονικός τίτλος Doctorat d' Etat για το σύνολο των καβαφικών μελετών της. Το 2003 εξελέγη επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. 
Διακρίσεις: Παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Τιμής από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας (2007), βραβείο «Διδώ Σωτηρίου» της Εταιρείας Συγγραφέων (2007), Διάσημα Τιμής για τη συμβολή στην υπόθεση φιλίας των λαών της Ρωσικής Ομοσπονδίας (2008).  
sonia-kavafis sonia-rosiki sonia-moira

Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία:
1. «Η μοίρα μιας γενιάς. Συμβολή στη μελέτη της μεταπολεμικής πολιτικής ποίησης στην Ελλάδα», α) εκδ. «Ναούκα» της Ακαδημίας Επιστημών, Μόσχα 1974, β) εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1976, τέταρτη έκδοση 1999.
2. «Κ.Π. Καβάφης. Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα» α) εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1983, Πέμπτη έκδοση 1999, β) εκδ. «Ναούκα» της Ακαδημίας Επιστημών, Μόσχα 1984.
3. «Γιάννης Ρίτσος. Η ζωή και το έργο του», εκδ. «Σοβιέτσκι πισάτελ», Μόσχα 1986.
4. «Μιχαήλ Λυκιαρδόπουλος. Ένας Έλληνας στο χώρο του ρωσικού συμβολισμού», εκδ. «Κέδρος», Αθήνα 1989.
5. «Επισημάνσεις. Από την πορεία της ελληνικής ποίησης του 20ού αιώνα», εκδ. «Πολύτυπο», Αθήνα 1992.
6. «Ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του "αργυρού αιώνα"», εκδ. «Δελφίνι», Αθήνα 1995, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη - εκδ. «Νάρκισσος» 2004.
7. «Ρωσική Καβαφειάδα» (επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων, μονογραφία Κωνσταντίνος Καβάφης, κύκλος δοκιμίων ο Κ.Π. Καβάφης και η ρωσική ποίηση του «αργυρού αιώνα»), εκδ. O.G.I., Μόσχα 2000.
8. «Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 στον καθρέφτη της ρωσικής ποίησης» (επιλογή, εισαγωγή, επιμέλεια), εκδ. «Εστία», Αθήνα 2001.
9. Κ.Π. Καβάφης, «Άπαντα τα ποιήματα», (εισαγωγή, επιμέλεια), εκδ. «Νάρκισσος», Αθήνα 2003.
10. Κ.Π. Καβάφης «Τα Πεζά» (επιλογή, εισαγωγή, μέρος μεταφράσεων), εκδ. «Ιθάκη», Μόσχα 2003. 
Αναδημοσίευση από bookpress.gr

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ο ξένος των Χριστουγέννων

 Σ. Βικάτος, Το χριστουγεννιάτικο δένδρο (αχρονολόγητο;)Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδος
Με τα παιδιάτικα μάτια μου, έβλεπα πίσω από το τζάμι, τη σημαία του Παλαμηδιού, του κάστρου τ’ Αναπλιού ψηλά και το σκοπό τυλιγμένο στο μανδύα του, να πηγαινοέρχεται στην τάπια με το τουφέκι στον ώμο. Στο φόντο του ουρανού η σιλουέτα του γραφόταν τεράστια, επιβλητική. Κάμποσες οργιές πιο κάτω σάλευαν χαμόκλαδα, φραγκοσυκιές πρασίνιζαν κρεμασμένες στο βάραθρο, πάνω από τη βενετσιάνικη σκάλα- 999 σκαλοπάτια.
Εκείνη η μέρα, η γκρίζα η βουβή, ήταν τα Χριστούγεννα.
 Τα καρτερούσαμε με τόσον πόθο μικροί και μεγάλοι. Εμείς για να λευτερωθούμε από τα θρανία του σκολειού κι εκείνοι από τη μονοτονία της δουλειάς, να γιορτάσουμε στη λιακάδα, στο ξέφωτο, που κάποιες φορές γιομίζει θάματα τον κάμπο μας, με μυρουδιές από άγρια ζαμπάκια και με τις πορτοκαλιές φορτωμένες μικρούς ήλιους. Μα να, που ο χειμώνας μας έκλεισε μέσα και περιόρισε σε σπιτιάτικο το γιορτάσι. 

Ήταν ευτυχισμένα τα χρόνια εκείνα τα ειρηνικά. Τα σπίτια μας " πλήρη πάσης αγαθότητος" ευώδιαζαν από τα φρεσκοψημένα χριστόψωμα, αντηχούσαν από κάλαντα και μουσικά όργανα. Θυμούμαι πως το μεσημέρι καθίσαμε στο τραπέζι πιο πολλοί από δώδεκα νομάτοι... Μα, για να καθίσουμε, έπρεπε να περιμένουμε τον παππού που θα' ρχόταν από τ' Άργος. Κι ο παππούς άργησε κομμάτι, κι ήρθε χτυπημένες  οι δώδεκα γιατί το τρένο είχε καθυστέρηση.
Ήρθε ο παππούς και μ' όλα του τα γεράματα, ανέβηκε σαν πουλί την ξυλένια σκάλα, κι η βράκα του η μεταξωτή έτριζε, φρου φρου, ανεβαίνοντας. Στο άνοιγμα της πόρτας, η λεβέντικη κορμοστασιά του μας φανερώθηκε σαν άγγελος Παρουσίας, πατριαρχική. Στραβά το κόκκινο φέσι με τη γαλάζια φούντα ανάριχτη στον ώμο, φρεσκοξυρισμένος, πασίχαρος.
- Γεια χαρά σας!
- Καλώς τον παππού!
- Χρόνια πολλά! Καλά και τιμημένα!
- Αμήν παππού!
Καθίσαμε στο τραπέζι. Στην κορφή ο παππούς. Βγάζοντας το φέσι του, το΄ριξε στο "μεντέρι", έπειτα σήκωσε τις παλάμες και χάιδεψε τ' άσπρα του μαλλιά, που φούντωναν γύρω στο κεφάλι σαν αγιοστέφανο. Πήρανε γύρω θέσεις ο μπαρμπάδες, οι θειάδες, τα πρωτοξαδέρφια, ολάκερο το σόι. Η ξαδελφούλα μας η Αγγελικούλα η ωραιοκάμωτη, βοηθούσε τη μητέρα στο συγύρισμα του τραπεζιού. Σα δώρο βασιλικό, πάνω σε ασπίδα γυαλιστερή, πρόβαλε ο ψητός διάνος, παραγεμισμένος με κάστανα και κουκουνάρια και μπαχαρικά. Ένα μεγάλο χριστόψωμο κόπηκε φέτες. Η μυρουδιά των ψητών κεντούσε τα ρουθούνια. Στο παλιό τζάκι, τρίζανε τα ξύλα... Ο παππούς σήκωσε το χέρι και σταυροκοπήθηκε και τόνε μιμηθήκαμε όλοι. 
Οι άνθρωποι στις επαρχίες τρώνε. Δηλαδή το κάνουν δουλειά το φαγοπότι, κι ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι γίνεται σωστή τελετουργία. Για τούτο δεν πρέπει να φανεί παράξενο, πως το βασίλεμα του ήλιου βρήκε τους περισσότερούς μας στο τραπέζι ακόμη, φορτωμένο, με πορτοκαλόφλουδες και τσόφλια καρυδιών και ποτήρια, που όσο ν΄ αδειάσουν, γιόμιζαν κοκκινέλι της Περαχώρας και γλυκόπιοτο αγιωργίτικο...
Ωστόσο ο καιρός χειροτέρευε. Τα τζάμια της τραπεζαρίας, νοτισμένα, δείχνανε πως όξω το κρύο έσφιγγε. Σε μια στιγμή, η ψυχοκόρη μας η Βαγιώ, μπαίνοντας με τη μπουκάλα γεμάτη είπε:
- Χιονίζει όξω... Απόψε θα το στρώσει!
- Η φωτιά μας κοντεύει να σβήσε!  είπε η μητέρα. Βαγιώ, πήγαινε στο κατώι να φέρεις  ξύλα.
Το κατώι ήταν κοντά στη σκάλα, υπόγειο, τούρκικου σπιτιού, όπου σωριάζαμε τις σοδειές της χρονιάς, γιομάτο πιθάρια, σκάφες, ξύλα και κάρβουνα.

Η Βαγιώ άναψε το λυχνάρι και κατέβηκε. Μα σε λίγο ξαναήρθε, χωρίς ξύλα, αλαφιασμένη και χλωμή. Το σβησμένο λυχνάρι έτρεμε στα χέρια της.
- Μπα! Τι έχεις Βαγιώ; Τι τρέχει;
- Κυρά! Κάποιος είναι...κάποιος... τσέβδιζε η χωριατοπούλα.
- Μίλα καλά! Τι λες;
- Κάποιος είναι, λέω, κυρά... κάτου  από τη σκάλα...κουβαριασμένος...Και φοβάμαι, η έρημη...
- Δημήτρη! Άντε να ιδείς!  πρόσταξε ο παππούς έναν από τους θείους μου.
 Ο Δημήτρης σηκώθηκε και γρήγορα ακούστηκαν οι μπότες του να τρίζουν, κατεβαίνοντας τη σκάλα.
- Κανέναν καλικάντζαρο θα΄δε η Βαγιώ! γέλασε ο δεύτερος θείος μου ο Θανάσης, χαράζοντας κάστανα και χώνοντας τα στη θράκα.
 Μα σε λίγο ακούστηκαν πάλι περπατησιές στη σκάλα κι ομιλίες. Η πόρτα άνοιξε και φανερώθηκε πάλι ο Δημήτρης , μα όχι μόνος. Ένας άλλος άνθρωπος  άγνωστος ήταν μαζί του, που θα΄λεγε κανείς πως ο θείος μου τον έφερνε με το στανιό. 
- Έμπα μέσα! του ΄λέγε. Μην ντρέπεσαι! Χρονιάρα μέρα σήμερα... Έμπα να ζεσταθείς!
Μα κείνος φαινότανε πως κομπιάζει, ώσπου ο θείος μου τον έσπρωξε αλαφρά από τον ώμο και ο ξένος βρέθηκε στην τραπεζαρία.
- Τι ΄ναι τούτος; ρώτησε ο παππούς.
- Δεν τόνε βλέπετε; Ζητιάνος, ο φουκαράς! Καθότανε μαζεμένος κάτου από τη σκάλα και τρεμούλιαζε σαν ζαγάρι! Και κάνει ένα ξεροβόρι όξω! Μπρρ...
Κοιτάξαμε τον ξένο. Η κακομοιριά έβγαινε απ’ όλο του το κορμί. Θα' τανε πενηντάρης, λιγνός, κίτρινος, τα γένια του ψαρά κι αχτένιστα, μοιάζαν με αφάνα. Ούτε κασκέτο φορούσε, ούτε παπούτσια. Ήτανε σκεπασμένος με κάτι κουρέλια που αφήνανε γυμνά εδώ και κεί τα μέλη του. Μόλις βρέθηκε μέσα, γύρισε τα μάτια του γύρω φοβισμένα σαν αγρίμι και ύστερα κοίταξε και την πόρτα που την έκλεινε η κορμοστασιά του θείου μου, του Δημήτρη. Έκανε μια κίνηση, σαν να 'θελε να ξεφύγει, μα ο παππούς μου του χαμογέλασε καλόβολα και του είπε με τη γλυκιά φωνή του:
- Γιατί; Κάτσε κεί δα, στο τζάκι, να ζεσταθείς καψερέ...
Εκείνος ακόμα δίσταζε. Ο Δημήτρης προχώρησε και, ακουμπώντας το χέρι του  στον ώμο, τον ησύχασε.
- Κάτσε , που σου λέμε. Κάτι θα βρεθεί δα και για σένα. Εδώ είμαστε όλοι χριστουγεννιάτικοι. Θα το κάψουμε σήμερα...
Ήτανε στο κέφι ο θείος μου. Γιόμισε ένα ποτήρι κρασί ως τα χείλια,το' δωσε στον ξένο και του είπε:
- Πιε το ,αδερφέ μου,  να πάνε κάτου τα φαρμάκια! Γιοματάρι ξέρεις... Έλα, ρούφα το!
Ο άγνωστος πήρε το ποτήρι και, καθώς το χέρι του έτρεμε , χύθηκε λίγο κρασί στο χαλί! Κοίταξε χάμου.
- Να με συμπαθάτε.. μουρμούρισε βραχνά.
 - Δεν πειράζει δα...Χρόνια πολλά- γούρι είναι, του απάντησαν.
Με μια ρουφηξιά άδειασε το ποτήρι του.
- Μπράβο σου! φώναξε ο Δημήτρης. Και τώρα ,αδερφέ ,κάθισε εκεί να την τυλώσεις...
Η φωτιά, θρεμμένη με νέα κούτσουρα λαμπάδιαζε πρόσχαρα. Ο άνθρωπος, καθισμένος σταυροπόδι μπροστά στο τζάκι, κρατούσε ανάμεσα στα γόνατα του το πιάτο με το κρέας, που του είχε φέρει η Βαγιώ και μασούλιζε λαίμαργα,  κοιτάζοντας, πότε πότε, κλεφτά τους άλλους γύρω .
Σε κάποια στιγμή η μητέρα μου τόνε ερώτησε
- Από πού είσαι, μπάρμπα;
Ο άνθρωπος δεν μίλησε αμέσως. Σταμάτησε το μάσημα και σήκωσε το πρόσωπο, κοιτάζοντάς τηνε.
- Ντόπιος;  ξαναρώτησε η μητέρα μου.
Με φωνή βαθιά, σα φερμένη από μάκρος, από καμιά σπήλια, μουρμούρισε:
- Όχι....ξωμερίτης είμαι...
- Και δεν έχεις φαμελιά; Δεν έχεις σπίτι;
- Ε, Ανθή, φτάνει, πρόσταξε ο παππούς. Ας δίνουμε του φτωχού, κι ας μη ρωτάμε.
Είχαν επισημότητα τα λόγια εκείνα του παππού, που, καθισμένος στην πολυθρόνα του, φάνταζε μεγαλόπρεπος σαν ο Δίας ο Ξένιος.
«Ας μη ρωτάμε».
Βράδιαζε πια. Η Βαγιώ άναψε την κρεμαστή λάμπα και έφερε τους καφέδες. Ο ξένος πάστρευε το πιάτο του.
 Άξαφνα, μέσα στη βραδινή σιγαλιά, ακούστηκε μια τουφεκιά, κι αμέσως δεύτερη και τρίτη και τέταρτη, η μία πάνω στην άλλη. Μαζί ακούστηκαν φωνές φερμένες από πέρα, άλλες από το κάστρο, το Παλαμήδι,  φωνές ταραγμένες.
 Οι άντρες μας πετάχτηκαν όρθιοι, οι γυναίκες τρομαγμένες.
- Κάτι γίνεται στο Παλαμήδι!  είπε ο παππούς ο πολύξερος.
Άντρες και γυναίκες βγήκανε στο μπαλκόνι, χωρίς πια να λογαριάζουνε το κρύο. Στη δυτική τάπια του Παλαμηδιού, που είναι κατά την πόλη στραμμένη, φώτα σαλεύανε βιαστικά. Πέσανε ακόμη τρεις τουφεκιές. Και ύστερ' από δυο στιγμές, ένα ξαφνικό σάλπισμα ξέσκισε τον παγωμένο αέρα τρεμόσυρτο, σερτό μες στο σκοτάδι.

 Οι καμάρες του Ιτς Καλέ, αντιλάλησαν τη λαχτάρα του χαλκού.
 Ένας ξάδερφος μου, ο Κοσμάς, που είχε κάνει και λοχίας στα ιππικά, εξήγησε: 
- Α, το ξέρω ' γω το σάλπισμα τούτο. Κατάδικος το ‘σκάσε από εκεί πάνω!
Μπήκαμε όλοι στην τραπεζαρία. Δε μιλούσε κανένας. Η σιωπή βάραινε απάνω στα πράγματα, και οι ματιές των αντρών σ' ένα κορμί, διπλωμένο μπροστά στο τζάκι... Μια δυνατή πνοή ανέμου άνοιξε την μπαλκονόπορτα και έσβησε τη λάμπα.
-Α!... Έκαναν ξαφνιασμένες οι γυναίκες.
 Το αντιλάρισμα της φωτιάς έπεφτε κοκκινωπό πάνω στον χριστουγεννιάτικο ξένο μας, τον άγνωστο, και φώτιζε τη στεγνή του όψη, τα γκρίζα γένια του... Τώρα και των γυναικών οι ματιές βάραιναν απάνω του.
 Σαν να κατάλαβε την αγωνία μας, ο άνθρωπος σηκώθηκε απότομα και, χωρίς να μας καληνυχτίσει, χωρίς να βγάλει άχνα , προχώρησε γρήγορα στην πόρτα, κολλητά στον τοίχο και χάθηκε σαν φάντασμα.
 Δεν ακούστηκε ούτε η περπατησιά του στη σκάλα...
                                                                                                   Στέφανος Δάφνης
Χριστουγεννιάτικα και Πρωτοχρονιάτικα διηγήματα, Ανθολογία, Εκδόσεις "Βιβλία για όλους", Αθήνα 1984

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης

 Νίκος Εγγονόπουλος, Οδυσσέας και Πηνελόπη
...Πώς τα ξέχασα! Κρίμα! Μα μήπως είχα τα συλλοϊκά μου; Όταν σήμερα το πρωί τα είδα ξαφνικά μπροστά μου, πολύ στεναχωρέθηκα!...
Χτες, μόλις έφυγε, γύρισα βαρυόθυμη στο παλάτι κ' έδωσα διαταγή να κλείσουνε τα παντζούρια της κάμαράς μου: πόρτες και παράθυρα. Να πάρουν από το μπαλκόνι κι από τα πρεβάζια τις γλάστρες με τα γεράνια και τους βασιλικούς. Να σκεπάσουνε τους καθρέφτες με τούλι. Να διώξουνε και το Φήμιο - δε μας χρειάζονται πια τραγούδια. Να μάσουνε και τα σκυλιά και να τα στείλουν όξω στον Έβμαιο, στο βράχο του Κόρακα με τις αγριαπιδιές, κοντά στην Αρεθούσα. Όλα βουβά και σκοτεινά κι ανάνθιστα γύρω μου και μέσα μου. Να μη βλέπω, να μην ακούω τον κόσμο. Να στοχάζομαι μονάχα τον καλό μου. Και τον εαφτό μου.
Έπεσα μπρούμυτα στο κρεβάτι κ' έσφιξα τις φούχτες μου στα μάτια, που γεμίσανε σπίθες και χρώματα. Πώς θά θελα να κλάψω! Μα κρατιέμαι, μην κοκκινίσουνε τα μάτια μου και χαλάσει το δέρμα μου - τόσο βελούδινο που τ' αγγίζω με το χέρι μου και μου φαίνεται το χέρι ξένο.
Μα σήμερα την αυγή μόλις χώθηκαν από τις χαραμάδες των παντζουριών οι πρώτες αχτίδες του Φοίβου, σα χρυσές βελόνες στο κρέας, πήγανε και καρφώθηκαν ίσα πάνου σ' αυτά. Και γύρισα και τα είδα. Τα κέρατα!...
Αλαφήσια, παντοδύναμα, κάθε κλαρί και πήχη. Έλεγα να του τα πάω ρεγάλο και θυμητικό στο καράβι ναν τα φοράει στη μάχη και στο χορό - στη μάχη: να τρομάζει τους οχτρούς` και στο χορό: να με ζηλέβουν οι άλλες! Κανένας δε θά χε μεγαλύτερα. Και τώρα θα φοράει ο Μενέλαος, θα φοράει κι ο Αγαμέμνονας, θα φοράνε κι όλ' οι γενναίοι βασιλιάδες, που σέβονται τον εαφτό τους. Και κείνος μονάχα δε θα φοράει ! Θα λένε, πως εγώ φταίω. Πάω να σκάσω. Ας τον ελεήσουν οι μεγάλοι θεοί κι ας του δανείσουν ο Δίας τα δικά του ( τα κριαρήσια) κι ο Διόνυσος τα δικά του (τα ταυρήσια).
Θα τ' αφήσω κει που βρίσκονται. Πάνου απ' το εικονοστάσι, όπου φυλάνε  τα στεφάνια τους μέσα σε παφιλένιες θήκες οι γυναίκες του λαού. Κι όντας θα κάνω την προσεφκή μου στους θεούς, τη μισή θα τήνε μοιράζονται τα κέρατα.
Θα τα μαλαματώσω, για να του τα χαρίσω, σα γυρίσει!

Είναι τρίτη μέρα, που μένω κλεισμένη στο σκοτάδι και στη σιωπή. Χωρίς θροφή, χωρίς πιοτό. Νιώθω μια γλυκιά ξαλάφρωση κι όρεξη να τανύεμαι. Βουίζουνε λιγάκι τ' αφτιά μου κι αραιώνουν οι χτύποι της καρδιάς μου, μα πληθαίνει μέσα μου η μουσική των νόμων της Πλάσης!
Ακούω την πιστή μου την Εβρύκλεια να χτυπάει την πόρτα και να κλαίει. Δεν ανοίγω. Ακούω και το γέρο Λαέρτη να τήνε ρωτάει τι έχω, μα δεν ακούει τι του απαντάνε. Είναι κουφός.
Μονάχη. Κ' επί τέλους ΕΓΩ. Είμουνα βασίλισσα, μα δεν είμουν πάρεξ η σκιά του. Αρραβωνιασμένη, νιόνυφη, μάνα ( μάνα στους τρεις μήνες ), ζούσα μέσα στη φούχτα του σαν ένα χόρτο, που φύτρωσε κάτου από μια πέτρα και μεγαλώνει δίχως ήλιο και δίχως αέρα μένοντας άσπρο παντοτινά.
Τώρα συνηθίσανε τα μάτια μου στο σκοτάδι και βλέπω τα πάντα καθαρά στην αληθινή τους ουσία, χωρίς το εμπόδιο του φωτός. Είμαι λέφτερη!
Με πήρε παιδάκι από τη μάνα μου. Όντας με ξεμονάχιασε στον κήπο και με ρώτησε με βραχνιασμένη φωνή: " Θέλεις; " σκέπασα το κεφάλι μου με το πέπλο και πνίγηκα στο κλάμα. Στον τόπο που πέσανε τα δάκρυα μου, φύτρωσε την άλλη μέρα τ' άγαλμα της Αιδώς.

Είμουν άμαθη του κόσμου, μα πολύ ωραία. Κι όσο και νάταν άγουρο το κορμί μου, παραείταν ώριμ' η φαντασία μου. Και πλαστουργούσε κόσμους εξαίσιους, καλύτερους από της Φύσης. Όντας, χειμώνα καλοκαίρι, λουζόμουνα στον Εβρώτα, πίσου από τα ψηλά τα καλάμια, μου φωνάζανε σαστισμένες οι φιλενάδες μου: " Εσύ δεν είσαι γυναίκα! Είσαι αγόρι"!
Είταν έτσι εφηβικό το σώμα μου, που, σαν εσήκωνα τα χέρια , μού χανότανε το στήθος. Σαν και τώρα. Όλη  λαστιχένια και σβέλτη σαν τη γουστέρα και σαν τη νυφίτσα. Κι όντας ξαπλωνόμουνα στην αμμουδιά για να λιαστώ και δίπλα μου η ξαδέρφη μου το Λενιό, πώς με ζήλεβε! Αφτή. Κεινής το σώμα κάτασπρο κι αφράτο, πλούσια δεμένο, στρογγυλό κι αράθυμο και βαρύ - σώμ' ανατολίτισσας σουλτάνας. ( Τώρα με τα χρόνια, με τις γέννες και με τους έρωτες θα βάρυνε περισσότερο). Το δικό μου λιγνό και σκούρο. Κεινής τα μαλλιά κατάξανθα σαν το ψιλό το μετάξι. Τα δικά μου κατάμαβρα πηχτά σάμπως  σκαλισμένα στον αμπανό` μου σφίγγανε το κεφάλι μέσα στ' αστραφτερό τους σκοτάδι, καθώς τα κάρβουνα τη θράκα. Κείνη φαινότανε μεγαλύτερη παρ' όσο είτανε` κ' εγώ μικρότερη. Ύλη το Λενιό. Πνέμα το Πηνελοπάκι.

Τότες δεν την έπαιρνα στα σοβαρά. Δεν το φανταζόμουνα, πως μια μέρα τούτ' η χήνα ( "η κόρη του Κύκνου ") θα γέμιζε την Ελλάδα κι ούλον τον κόσμο με τ' όνομά της και με τις μπομπές της. Και πως θα τρέχανε στην άκρα της γης τόσοι βασιλιάδες και παληκάρια να σκοτωθούνε για δάφτη. Την είπανε την ομορφότερη γυναίκα που στάθηκε στους αιώνες. Την κάνανε σύμβολο κ' ιδέα. Τιμή της Ελλάδας! Τυχερή γυναίκα!...Αν μ' έκλεβε και μένα κάποιος, θ' άναβε και για λόγου μου πόλεμος σκληρότερος ανάμεσα στους δύο κόσμους: Ανατολή και Δύση. Και θα γινόμουνα κ' εγώ μεγαλύτερο σύμβολο κ΄ιδέα και τιμή. Μα δεν τήνε θέλω τέτια τιμή. Θα γίνω κ' εγώ κορυφή, πολύ ψηλότερη. Αποθέωση της γυναικείας φρονιμάδας και πίστης.

Κάνω μια σκέψη: Αν ο Πάρης άξαφνα περνούσε πρώτ' από το Θιάκι πριχού σκαλώσει στη Σπάρτη, θα κλεβ' εμένα κι όχι την Ελένη. Κι αν ο γιος του Πρίαμου δε δυσκολέφτηκε να διαλέξει την ομορφότερη από τις τρεις θεές της Ομορφιάς και να της δώσει το χρυσόμηλο, πολύ λιγότερο θα δυσκολεβότανε να διαλέξει κι από μας τις δυο την ομορφότερην - Εμένα!
Έτσι το λέω. Δεν τήνε θέλω τέτια νίκη. Εγώ μπορώ να κάνω το κακό, μα δεν το κάνω. Κείνη δε μπορεί και το κάνει. Αδύνατη θέληση κι αδύναμο μυαλό. Γι' αυτό κι αδίσταχτη. Κι ας χαλάσει ο κόσμος. Και χάλασε!
Μου πήρε τον άντρα μου στο λαιμό της !

Σήμερα δε βάσταξα. Και πάλι πρωί πρωί κλάματα πίσου από την πόρτα μου. Η Εβρύκλεια κι ο Τηλέμαχος. " Γιατί δεν ανοίγεις; Γιατί δεν τρως; Θα πεθάνεις! Εμάς καλά, μη μας συλλογιέσαι. Μα το λαό Σου; Πώς θα τον αφήσεις ορφανό;...", έσκουζ' η παραμάνα.
Άνοιξα. Κι όλο το φως του κόσμου έπεσε απάνου μου σα βράχος. Τα μάτια μου δεν βλέπανε τίποτα. Άκουα μονάχα την Εβρύκλεια να κλαίει από χαρά. Ο Τηλέμαχος τρόμαξε και του κόπηκε η λαλιά.
Έτριψα τα μάτια μου και τίναξα τα μαλλιά μου να φύγουν οι μαβροσκότειν' ήσκιοι που τα γεμίζανε. Κι ανάσανα βαθιά το φως, το χρώμα και την απεραντοσύνη.
Πήρα το δίσκο με το γάλα, το φρέσκο βούτυρο και τις φράουλες. Φτάνει τόσο πένθος και χηρεία. έχω καθήκοντα στην πατρίδα! Να κυβερνήσω γερά. Κι άμα γυρίσει Εκείνος, να το ξανάβρει το βασίλειο πιο νοικοκυρεμένο και καλύτερο...

Τούτ' η σκοτούρα μ'έκανε να κλειστώ τρεις μέρες. Και τούτ' η συλλογή μ' έτρωγε και με πονοκεφαλούσε. Ένας φόβος. Όχι λύπη!...Περισσότερο θυμός. Έλεγα να μην το πω. Από περηφάνεια. Μα δε βαστάω. Εμένα δε με κοίταξε, δε μου μίλησε, δε με φίλησε την ημέρα πού φεβγε. Μονάχα λίγο πριν ανέβει για πάντα στο καράβι, γύρισε και μου είπε σιγά: " Τη Μυρτώ να προσέχεις! " Μήτε τη γυναίκα του συλλογίστηκε μήτε το παιδί του μήτε τον πατέρα του μήτε το βασίλειο. Παρά μια σκλάβα...(απόσπασμα)

Κώστας Βάρναλης, Το Ημερολόγιο της Πηνελόπης (1193 π.Χ - ;) στο Πεζός Λόγος, Κέδρος 1986.
Ο συγγραφέας προλογίζοντας το Ημερολόγιο γράφει: 
" Το συνειθίζουν μερικοί παλιοί και νεότεροι, μεγάλοι και μικροί κοντυλοφόροι , ν' αποδίδουνε την πατρότητα των έργων τους σ' άλλους πιο φημισμένους ή και μονάχα φανταστικούς συναδέρφους.
Έτσι κ΄εγώ παρουσιάζω σήμερα τα ιστορικά της Πηνελόπης σα γραμμένα από την ίδια τη βασίλισσα της Ιθάκης και της Αρετής - γραμμένα με το χέρι της!
Αλλά τέτια ψιλοζητήματα δεν τα λογαριάζουν οι αγνοί προγονολάτρες και νεοπατριώτες. Αφτοί θα σκίσουνε τα ιμάτια τους φωνάζοντας , πως είμαι πλαστογράφος του θυμητικού της Ιδανικής Γυναίκας και διασύρω προδοτικά ένα "μεγάλο εθνικόν κεφάλαιον" - μια Σκιά!
Αφού λοιπόν οι τέτιοι καλοθελητάδες παίρνουνε για πραγματικότητα το Μύθο, γιατί να μην κάνω κ' εγώ το Μύθο πραγματικότητα; Κι αφού σαν ιστοριογράφοι μεταβάλλουνε την ιστορία  σε μυθολογία, γιατί κ' εγώ, σα φαντασιογράφος, να  μη μεταβάλω τη μυθολογία σε ιστορία;
Έχουνε λοιπόν όλο τους το δίκιο να θυμώσουνε. Μα δε θα μολογήσουνε την αληθινήν αιτία του θυμού τους. Ξέρουνε πως οι πράξες , οι στοχασμοί κι ο βίος της Πηνελόπης είναι φαντασίες. Όμως οι πράξες, οι στοχασμοί κι ο βίος της είναι μέσες άκρες ο βίος, οι στοχασμοί και οι πράξες όλων των Αφεντάδων ( που ζουν εις βάρος των λαών τους) όποιο και νάχουν όνομα κι όποιους καιρούς να μαγαρίζουν. Μπορείς , κύριε, μέσα σε πέντε χρόνια να προδώσεις τέσσερις φορές το λαό σε τέσσερις καταχτητές με το αζημίωτο ! Μα να προδώσεις μια φορά το Μύθο! [...]
Το " Ημερολόγιο " της Πηνελόπης είναι μάλλον εξομολόγηση της Πηνελόπης. Λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη. Τούτο δείχνει πως δεν είχε σκοπό να το δημοσιέψει: πνεβματική της προσφορά στον ηρωικό πολιτισμό του καιρού της. Αν τώρα το παρουσιάζω στο πολύ κοινό, στον τωρινό λαό μας το πολύ παθό και μαθό, ας με συγχωρέσ' η ιερή σκιά της πολυχρονεμένης μας Κυράς και Δέσποινας!"

  40 χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από το θάνατο του Κώστα Βάρναλη.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Η θερμοκρασία μιας χαρτοπετσέτας

Το πιο αξιοζήλευτο πράγμα στη ζωή μού φαίνεται πια ότι είναι τα δάκρυα της συμπόνιας. Η Νάντια επιπλέον όπου παρουσιαζόταν σκόρπιζε αφειδώλευτα και το γέλιο της. Περιέθαλπε μια κατάκοιτη ηλικιωμένη γυναίκα στην πολυκατοικία που έμενα και αραιά και πού καθάριζε και το διαμέρισμά μου. Μόλις έμπαινα το μεσημέρι μύριζα φρέσκιες , ωραίες μυρουδιές και μου φαινόταν ότι έμπαινα σε καινούργιο σπίτι. Στη δουλειά της ήταν άνεμος και δεν έστριβε τα μάτια που λένε. Την χαρακτήριζε δε - όπως και γενικότερα - η ορμή. Βέβαια εξ αυτού είχαμε και καμιά απώλεια σε κάτι σπασμένο.
Όταν έμπαινα την έβρισκα να τελειώνει το σιδέρωμα. Σιδέρωνε και τραγουδούσε ρώσικα τραγούδια. Πριν πάει στη γιαγιά της , όπως αποκαλούσε την γριούλα, καθόμασταν λίγο να κουβεντιάσουμε και μου διάβαζε απ' το μπλοκάκι της τα τελευταία λόγια που αντέγραψε απ' τα ημερολόγια τοίχου.
" Όταν λέγεις την αλήθεια, έχεις τον Θεό βοήθεια", " Απ' την πατρίδα πιο γλυκό δεν βλέπω άλλο στον κόσμο. Θεογνής".
Αγαπημένο της θέμα συζητήσεως ήταν η γριούλα.
" Τι κάνει η γιαγιά Νάντια;"
Ζωήρευε, έλαμπαν τα μάτια της.
" Αχ η καημένη η γιαγιά μου δεν έχει πια το μυαλό της" μου έλεγε. " Δεν γνωρίζει ούτε την κόρη της". Η κόρη της ήταν μια ολιγόλογη , σοβαρή γυναίκα. Απάλλασσε την Νάντια τα Σαββατοκύριακα αν και δεν το ήθελε όπως μου είπε κάποτε. Όχι για να αποφύγει το μικρό αυτό μερίδιο αλλά γιατί η μητέρα της αποζητούσε τη Νάντια. Διέκρινα κάποια αχνή πικρία σ' αυτά τα λόγια της.
Η Νάντια λοιπόν μου έλεγε τι φαγητό τής έκανε, με ποιο τέχνασμα την τάισε, πώς την μπανιάρισε σαν να ήταν μωρό.
" Σαν μικρό παιδάκι είναι πια η γιαγιά μου" έλεγε.
Μου πριέγραφε καμιά αφελή κουτοπονηριά της και ξεκαρδιζόταν στα γέλια. Πιο πολύ απ' τα δάκρυά της μου έκαναν εντύπωση τα ολόκαρδα γέλια της για την γριούλα που διασκέδαζε μαζί της.
Ποιος ξέρει υπέθετα ποια αγαπημένη της γιαγιάάφησε πίσω στο ποτάμι του Ντον απ' όπου είχε έρθει. Ή ίσως να ήταν το αντιγύρισμα σε αγάπη μιας εξαιρετικά ευγνώμονος φύσης. 'Αλλες φορές σκεφτόμουν ότι επικεντρωνόταν σε μια δυστυχία μεγαλύτερη απ' τη δική της για να ανακουφιστεί. Είχε αφήσει στην Ρωσία δύο παιδιά που είχε να τα δει εφτά χρόνια.
Συνηθισμένος να βλέπω ότι στη χώρα μας οι ηλικιωμένοι ήταν σε μια δυσμενή σκιά, κρυμμένοι, περίπου ανύπαρκτοι, μου έκανε σφοδρή εντύπωση αυτή η φανερή αγάπη της και προσπαθούσα να την εξηγήσω.
Αυτή η μοναχούλα σε μια αγριεμένη θάλασσα ξενιτιάς να συμμερίζεται βαθύτατα μια ξένη γι' αυτήν ηλικιωμένη.
Άλλες φορές σκεφτόμουν πως αυτή η γριούλα δεν αντιπροσώπευε καμιά απολύτως απειλή για την Νάντια. Δεν είχε πια εθνικότητα, ούτε ιδέες ούτε φιλοδοξίες. Δεν ήταν μάχιμη και κυρίως δεν είχε το βλέμμα των μαχίμων που, είμαι σίγουρος, πάμπολλες φορές θα είχε αντιμετωπίσει η Νάντια.
Μια φορά μού διηγήθηκε γελώντας μια πικρή εμπειρία της. Περίμενε στην σειρά σ' ένα σούπερ μάρκετ και μια γυναίκα τής λέει απρόσμενα καταπρόσωπο.
" Εσύ είσαι ρωσίδα έτσι;"
" Ναι".
" Αμέσως το κατάλαβα" της είπε θριαμβευτικά.
" Σας διαβάζω σαν ανοιχτό βιβλίο. Να η κυρία πίσω σου είναι ελληνίδα. Έτσι δεν είναι κυρία μου;"
Πάντως η Νάντια προς τιμήν της μου έδωσε να καταλάβω ότι αυτοί που άκουσαν αυτά τα λόγια δυσφόρησαν. Και να πεις ότι ήταν καμιά απ' τις ρωσίδες που στερεοτυπικώς έχουμε στο μυαλό μας` μια κοινή , κοινότατη γυναίκα ήταν. Έβλεπα κιόλας την φροντίδα της να προσελκύει τα λιγότερα δυνατόν βλέμματα με το ντύσιμό της, τις ελάχιστες έξω απ' το σπίτι κινήσεις της, το βάδισμά της κολλητά σχεδόν  στους τοίχους.
Ένιωθα να την αδικώ όμως που έψαχνα τις αιτίες της αγάπης της. Γιατί δεν ήταν τα λόγια που έλεγε για την γιαγιά της. Ήταν ο ήχος της φωνής της που έβγαινε απ' τα φυλλοκάρδια της. Φύτρωσε απλώς η αγάπη της σαν το κλαράκι που φυτρώνει στη μέση ενός συμπαγούς τοίχου.
Η γριούλα χειροτέρεψε , χρειάστηκε να μπει στο νοσοκομείο και έτσι χάσαμε την Νάντια. Ήταν πια μέρα νύχτα πλάι στην γιαγιά της.
Πέθανε και πήγα στην κηδεία της. Τα παιδιά της μπροστά σε βαρύ πένθος χαμένα στις σκέψεις τους. Πιο πίσω οι συγγενείς και οι λιγοστοί γνωστοί. Και πίσω μια ντυμένη στα μαύρα μοναχική σκυμμένη φιγούρα - η Νάντια - να κλαίει κρυφά για να μην ενοχλήσει.
Αρκετές φορές έκτοτε την είδα να πηγαίνει στο νεκροταφείο με λουλούδια.
Μετά από καιρό συνάντησα στην είσοδο της πολυκατοικίας την κόρη της.
" Έχω την αίσθηση " της λέω " πως η Νάντια αγαπούσε πολύ την μητέρα σας."
" Περίμενε λίγο " μου λέει.
Ανέβηκε στο διαμέρισμά της και μου έφερε έναν φάκελο. Είχε μέσα μια χαρτοπετσέτα προσεχτικά διπλωμένη όπου η Νάντια είχε γράψει τα εξής.
" Σήμερα η γιαγιά ήτανε καλύτερα, δηλαδή χαμηλό πυρετό, αυτό είναι βασικό, ανοιχτή μάτια της και καταλαβαίνει πιο πολύ, μου φαίνεται πρόσωπό της μαρέση, ζονδονό
Δόξε του Θεού".
" Πήγα μια μέρα να την απαλλάξω" μου λέει " στο νοσοκομείο και βλέπω στο καλαθάκι με τα σκουπίδια αυτήν την χαρτοπετσέτα. Σαν να οδήγησε το χέρι μου μια μυστική δύναμη την πήρα. Ναι την αγαπούσε πολύ. Είμαι ευγνώμων που η μάνα μου πέρασε τις τελευταίες μέρες της ζωής της μ' αυτήν την γυναίκα".
Χάθηκε έκτοτε η Νάντια. Την πήρα κάνα δυο φορές στο κινητό της, δεν ίσχυε πια. Παραδόξως ούτε η κόρη της εκλιπούσης κράτησε επαφή.
Τα περσινά Χριστούγεννα είχα πάει στην θάλασσα στον Άλιμο κάτι που κάνω συχνά. Κάπως μου φαίνεται ότι βλέπω τη θάλασσα της πατρίδας μου. Απ' την αμμουδιά - σαν να μεσολαβεί μια μυστήρια μόνωση - η λεωφόρος και οι πολυκατοικίες είναι αχνές και σαν  να είναι κάπου στο βάθος.
Φαίνεται ότι αυτό το ουδέτερο , ειρηνικό μέρος είναι ο ιμάντας που τις συνδέει με την πατρίδα τους - κάπου πέρα απ' τα κύματα - και για πολλές ρωσίδες.
Αυτήν την μέρα κάθονταν στην άμμο, στη βάση του πυργίσκου των ναυαγοσωστών μια μεγάλη παρέα και τσιμπολογούσαν, έπιναν, τραγουδούσαν.
Δίπλα, παραδίπλα, ήταν διάφοροι μοναχικοί ή το πολύ πολύ κάνα ζευγάρι. Ήταν και κάτι χειμερινοί κολυμβητές κι αυτοί μ' έναν τρόπο ξενιτεμένοι, καραβοτσακισμένοι. Οι λίγοι ντόπιοι που ήμασταν είχαμε στραμμένο το αυτί μας στα τραγούδια τους. Τέτοια αξιοζήλευτη συντροφικότητα σκέφτηκα μόνον η ξενιτιά χαρίζει. Πώς ποθούσα να ήμουν μέλος της παρέας τους.
Περπάτησα αδιάφορα προς αυτές έκανα πως χάζευα άλλα πράγματα και έκατσα στην αμμουδιά ακριβώς στο όριο της διακριτικότητος.
Εκείνη την ημέρα, έλεγαν πολύ νοσταλγικά τραγούδια. Είχαν σκύψει τα κεφάλια κόντευε η μικρή ομήγυρις να γίνει ένα σώμα. Ποιος ξέρει ποιες κυνηγημένες απ' το χρόνο χριστουγεννιάτικες νύχτες πάσχιζαν να προφτάσουν.
Καίτοι είχε ήλιο ξαφνικά μου φάνηκε ότι ήμουν σε πυκνόμαυρο, χιονισμένο δάσος και η θάλασσα εμπρός μας ήταν απέραντα , θερισμένα χωράφια.



Σωτήρης Δημητρίου, Τα ζύγια του προσώπου. Διηγήματα. Πατάκης, Αθήνα 2009


Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Ο Σταθμός

Ο «Σταθμός» ήταν ο πρώτος μεγάλος δίσκος του Λοΐζου και, ταυτόχρονα, ο δίσκος με τον οποίον εγκαινιάστηκε το σήμα MINOS. Όπως μάλιστα πληροφορούμαστε από το σημείωμα που υπάρχει στο δίσκο: «για τη στερεοφωνική εγγραφή του χρειάσθηκαν 214 ολόκληρες ώρες δουλειάς».
Ο «Σταθμός» κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1968 κι, όπως αναφέρεται στο σημείωμα του δίσκου: «τούτο το τεράστιο σε αξία μουσικό έργο αποδίδεται από τον καθιερωμένο πια Γιάννη Καλατζή, τη μοναδική Λίτσα Διαμάντη, τον κλασικό στο είδος του Δημήτρη Ευσταθίου και το καινούριο ταλέντο: το Γιώργο Νταλάρα». Αυτή είναι κι η πρώτη ολοκληρωμένη συνεργασία του Μάνου Λοΐζου με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Αν κι η γνωριμία τους ξεκινά απ’ το 1965 κι η συνεργασία τους ένα χρόνο μετά (1966), αρχικά με κάποια μεμονωμένα τραγούδια, παίρνει μια πρώτη συγκεκριμένη μορφή στο «Σταθμό». Παρότι το υλικό του αποτελείται από σκόρπια τραγούδια και σε καμιά περίπτωση δεν είναι ένας θεματικός κύκλος τραγουδιών, με τη δουλειά αυτή, διαμορφώνεται η ισορροπία δύο δημιουργών και δύο, βασικά, ερμηνευτών, που θα συνεχιστεί και στο μέλλον με δυο ακόμα δίσκους.
Η συνέχεια του ιστορικού του δίσκου στο  e-orfeas. gr
Το 1966, ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος γνώρισε στον διευθυντή της δισκογραφικής εταιρίας Μίνος, Μάκη Μάτσα, έναν νεαρό συνθέτη, που έκανε τότε, τις πρώτες του προσπάθειες να καταξιωθεί στη δισκογραφία. Τον Μάνο Λοΐζο. Η συνάντηση των δύο αντρών δεν οδήγησε σε συνεργασία, αφού οι στίχοι του Λοΐζου δεν εντυπωσίασαν τον Μάτσα. Δύο χρόνια μετά, ο νεαρός συνθέτης αποφάσισε να αλλάξει τους στίχους των τραγουδιών και να τα παρουσιάσει ξανά στην εταιρία, αλλά αυτή τη φορά, επέλεξε να συνεργαστεί με τον ίδιο τον Παπαδόπουλο, που έγραψε τους στίχους. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας του Μάνου Λοΐζου με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο ενθουσίασε τη Μίνος. Η συμφωνία κλείστηκε αμέσως και οι δημιουργοί ετοιμάστηκαν για την ηχογράφηση. Για την ερμηνεία των τραγουδιών επιλέχτηκε ο νεαρός τραγουδιστής Γιάννης Καλατζής....

Διαβάστε όλο το άρθρο: www.mixanitouxronou.gr/o-protos-diskos-tou-manou-lo%ce%90zou-o-stathmos-itan-stathmos-stin-kariera-tou/

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

"Κοιτάξατε γύρω σας; Τι πέφτει πρώτο στο μάτι; Η αδικία. Κατόπι; Η ανισότητα. Πώς μπήκαν αυτά τα δυο πράματα στη ζωή μας;..."

 Τάσσος, Εργάτες. 1932.
...Ένα μεσημέρι ήταν έτοιμος να κλείσει. Είχε πάρει κιόλας την κλειδαριά στο χέρι και προχωρούσε κατά την πόρτα. Τότε κάτι ωχρό φάνηκε στην πόρτα. Ένας μαυροντυμένος άνθρωπος με ισκερά μάτια δρασκέλισε προφυλακτικά το κατώφλι.

- Καλημέρα σας...είπε. Η φωνή του ήταν θαμπή - όπως όλη του η ύπαρξη, απ' το κοστούμι ως το δέρμα του προσώπου του. Κλείνατε; ρώτησε

Τον διαβεβαίωσε ότι αυτό δε σήμαινε κι ότι ήταν διατεθειμένος ν' αργοπορήσει λίγο για να τον εξυπηρετήσει.

- Θέλετε κάποιο βιβλίο; τον ρώτησε.

Γέλασε. Ήθελε.

- Ευχαρίστως. Ποιο;

- Τι να κάνουμε;

- Ποιοι; ρώτησε ο Μέλιος έκπληκτος κι ετοιμαζόταν να πάρει στάση αμυντική. Φοβήθηκε πως βρισκόταν μπρος σ' έναν τρελό. Αν και δύσκολα μπορούσε κανείς να φανταστεί τρελό με τόσο σοβαρό ύφος.

Ο άνθρωπος γέλασε λυπημένα και συμπαθητικά.

- Είναι ο τίτλος του βιβλίου...είπε. Το Τι να κάνουμε; του Λένιν

- Λυπούμαι. Δεν άκουσα ποτέ να γίνεται λόγος για ένα τέτοιο βιβλίο. Ούτε και για το συγγραφέα.

- Είναι λιγάκι λυπηρό. Αλλά όχι και απελπιστικό. Η άγνοια γύρω από ορισμένα πράματα δεν είναι σοβαρό παράπτωμα. Τα μόνα ανίατα τραύματα είναι η χοντροκεφαλιά και προπάντων η πεισματική αμάθεια.

Μιλούσε χωρίς να κηρύττει.

- Τα μίζερα, τα τετριμμένα και καθημερινά, μας στένεψαν, μας πνίγουν. Χάσαμε τον ουρανό, ανακαλύψαμε το ταβάνι. Γράφετε;

- Να. Κάτι τετριμμένα και καθημερινά.

- Δεν έχετε δίκιο. Το γράψιμο, αυτό καθ' εαυτό, δεν είναι κάτι το τετριμμένο. Είναι ήδη ένα σπάσιμο, ένα ανέβασμα, με λίγα λόγια, μια ρήξη με την καθημερινότητα.

Ωραία, πολύ ωραία μιλούσε ο πένθιμος άνθρωπος.
Ο Μέλιος καθόταν και τον άκουε με το κλειδί στο χέρι.

- Θα κλείσετε; ρώτησε ο άνθρωπος.

- Δε με κυνηγάει κανείς.

- Το ωράριο.

- Είναι στο χέρι μου να το αγνοήσω. Ζητήστε μου κάποιο άλλο βιβλίο.

- Λογοτεχνία; Μπούχτισα. Δεν έχει πια για μένα ποικιλία. Ή για τον έρωτα θα μιλάει ή για το θάνατο. Εγώ τον έρωτα τον έχασα, τον θάνατο τον εξασφάλισα. Για να ξέρετε, όλα τα μυθιστορήματα που γράφηκαν από τότε που ανακαλύφθηκε το μυθιστόρημα , όλα είναι ένα μυθιστόρημα που γράφεται και ξαναγράφεται. Η μόνη ποικιλία του είναι ότι γράφεται από διαφορετικούς συγγραφείς. Οι πόλοι όμως είναι πάντα οι ίδιοι. Έρωτας - θάνατος. Και στο μεταξύ αφήνουν τη ζωή να τους φεύγει. Οι εξαιρέσεις είναι πάρα πολύ λίγες. Ο Βαλζάκ, ο Δοστογιέφσκι, ο Τολστόι.

- Με συγχωρείτε...Τι δουλειά κάνετε;

- Επιπλοποιός. Η Ασφάλεια με λέει " ταραχοποιό ".

- Ποια...Ασφάλεια;

- Όχι κατά των Ατυχημάτων. Η Ασφάλεια είναι μια μηχανή που εξασφαλίζει ίσα ίσα στον άνθρωπο το ατύχημά του. Που το σιγουρεύει από ανθρωπιστικές επιδράσεις. Μ' άλλα λόγια. Μ' άλλα λόγια, η Ασφάλεια είναι εκείνη που δίνει τη δύναμη στο κράτος να κάνει ό,τι θέλει - εκτός απ' το καλό.

Μα...τι άνθρωπος ήταν αυτός; Ο Μέλιος καθόταν και τον παρακολουθούσε Κι έπεφτε  από απορία σ' απορία. " Επιπλοποιός;" ρώτησε μόνος του. Αλλά το είπε, ως φαίνεται, δυνατά γιατί ο άλλος του απάντησε:

- Ναι. Δηλαδή " φερετροποιός " στην πραγματικότητα. Φερετροποιός μιας κοινωνίας που από καιρό χρειάζεται θάψιμο. Σας τα λέω κάπως με εικόνες για να τα καταλάβετε. Εσάς σας αρέσει η κοινωνία έτσι όπως είναι κουρντισμένη;

- Καθόλου. Αλλά τι να την κάνουμε; Δεν πέφτει.

- Μόνη της; Δε θα πέσει ποτέ. Χρειάζεται γκρέμισμα.

- Από ποιους;

- Από κείνους που γκρεμίζουν και που χτίζουν.

- Τους εργάτες;

- Ναι, αυτούς.

Το' πε με πίστη. Αλλά το βλέμμα του ήταν πάντα λυπημένο. Τι γινόταν στα κατάβαθα της συνείδησής του;

- Διαβάσατε ποτέ επαναστατική φιλολογία; έκοψε τη σιωπή.

- (Τι ήταν αυτό;) Όχι.

- Έχετε δίκιο. Δεν αφήνουν. Την καίνε. Αυτό δεν είναι τόσο τρομερό.

- Δεν είναι;

- Άλλοτε καίγανε ανθρώπους. Αυτούς που λέγανε τις αλήθειες. Τώρα καίνε τις ίδιες τις αλήθειες.

- Μα...καίγονται οι αλήθειες;

- Πώς όχι...Αλλά ξαναφυτρώνουν ζωντανότερες. Οι επαναστατικοί συγγραφείς, κύριε...αυτοί είναι οι μόνοι απόστολοι που εκπληρώσανε το χρέος τους απέναντι στην ιστορία. Είναι αληθινοί σποριάδες. Τι είπε ο Φεραίος πεθαίνοντας; " Εγώ αρκετόν σπόρον έσπειρα. Το έθνος μου θα θερίσει τους καρπούς του". Κείνος έπεσε, οι ιδέες του όμως έδωσαν καρπό. Το έθνος απελευθερώθηκε. Μα...απελευθερώθηκε;

- Τι λέτε εσείς;

- Φίλε μου. Πίσω από κάθε Λευτεριά που γεννιέται έρχεται και η αλυσίδα που θα τη δέσει. Το έθνος ελευθερώθηκε, αλλά το έθνος δεν είναι ελεύθερο. Μα θα μου πεις, δεν ήταν οι Τούρκοι που βασάνιζαν κι αλυσόδεναν το λαό; Χρειάστηκε να φύγουν οι Τούρκοι για ν' ανακαλύψουμε μια μεγάλη αλήθεια. Ότι οι Τούρκοι μάς έδεναν σαν Έλληνες. Σαν ανθρώπους μας δένουν άλλοι.

- Ποιοι;

- Διαβάστε το Κεφάλαιο του Μαρξ να το μάθετε. Το διαβάσατε;

- Όχι.

- Κρίμα. Αν το διαβάζατε, δε θα με ρωτούσατε. Δύσκολα είναι να κάνεις το δάσκαλο, όταν ο δάσκαλός σου υπήρξε τόσο μεγάλος. Κοιτάξατε γύρω σας; Τι πέφτει πρώτο στο μάτι; Η αδικία. Κατόπι; Η ανισότητα. Πώς μπήκαν αυτά τα δυο πράματα στη ζωή μας; Φύτρωσαν μόνα τους όπως οι αγκινάρες; Εδώ γίνεται μια κούρσα άγρια. Όποιος νικήσει δε στεφανώνεται. Τρώει τον νικημένο. Η Λαιμαργία, με λάμδα κεφαλαίο, είναι η θρησκεία των νικητών. Κι αν δεν τη δεχτούμε με χαρά, υπάρχει η Ασφάλεια για να μας πείσει. Είστε συνδικαλισμένος;

Νέα σύγχυση. Νέο πελάγωμα. Τι ήταν πάλι αυτό; " Συνδικαλισμένος;" Μήπως ήθελε να πει " σκανδαλισμένος, συνεπαρμένος" απ' όλα όσα άκουσε, απ' τ' αληθινά και τα πρωτάκουστα; Μα, φυσικά, και βέβαια. Είναι και παραείναι μάλιστα.

- Παράξενο, είπε ο άνθρωπος. Δεν σας έκαναν ποτέ λόγο εκεί για τη στρουχτούρα του εκμεταλλευτικού συστήματος της σημερινής κοινωνίας; Τίποτα για υπεραξία;

Εδώ πια έφτασε σε τέλειο μπέρδεμα. Τότε ο Μέλιος αποφάσισε να σταματήσει το " κρυφτούλι ".

- Σας παρακαλώ , του λέει, να με συγχωρήσετε. Δεν κατάλαβα τίποτα απ' όλα όσα μου λέτε.

- Αυτό είναι...είπε ο άνθρωπος μελαγχολώντας βαριά. Ο δρόμος ενός ανθρώπου είναι ναρκοθετημένος από ειδών ειδών αυταπάτες και "ταμπού". Η παλιά κοινωνία δεν παραδίνει φρουρά.

- Και τι θα την κάνουμε;

- Θα τη λιώσουμε στα πόδια, ώσπου να παραδοθεί. Αλλιώς θα την ανατρέψουμε. Μη με ρωτήσετε όμως " με τι", γιατί θα με φέρετε πάλι σε δύσκολη θέση. Είναι μερικοί δικοί μας που λένε " με τη γροθιά μας ". Άλλοι πάλι " με τον αριθμό μας ". Αυτές οι συνταγές στην εποχή των επαναληπτικών όπλων  είναι αστείες. Κύριε...Ζούμε σ' ένα καθεστώς που, φυσικά, παλιώνει, σβήνει και πεθαίνει, αλλά μ' ένα ρυθμό απελπιστικά αργό. Οι επερχόμενες γενεές μόνο δυο δρόμους έχουν να διαλέξουν. Ή να το αφήσουν να πεθάνει φυσιολογικά - οπότε ( στο διάστημα αυτό ) θα πεθαίνουν συνέχεια οι ίδιες  - ή να το σκοτώσουν. Αλλά...το είπαμε και πριν. Τουφέκια δεν έχουμε. Κι οι γροθιές δε σκοτώνουν. Τότε;...Τι θα κάνουμε; Θα τ' αφήσουμε να ζήσει; Αυτό μπορούμε να το κάνουμε. Αλλά η ανθρωπότητα θα συνεχίσει να γεύεται παραπέρα τις στερήσεις , την αδικία και την εκμετάλλευση. Ένας άνθρωπος όμως μ' αφυπνισμένη συνείδηση μπορεί να το ανεχτεί αυτό; Ε, όχι! Και γι' αυτό γίνεται κοινωνικός επαναστάτης. Ποιο είναι το έργο του; Ν' αφυπνίσει τις συνειδήσεις και των άλλων, ώσπου να γίνουν  στρατιά. Και τότε ν' αρχίσουν τη δολιοφθορά. Δηλαδή...να ρίχνουν άμμο στη μηχανή της κοινωνίας, να μπλέκουν βέργες στις ρόδες της, ώσπου να πάθει εμπλοκή. Και ,τότε, να την καταλάβουν με έφοδο. Θα με ρωτήσετε: μα θα πάψει αυτόματα η κοινωνία να είναι οπλισμένη; Κάθε άλλο. Αλλά κείνοι που είναι εντεταλμένοι για να διατάξουν " πυρ " θα' χουν πάθει πανικό, κι ώσπου να συνέλθουν το καθεστώς τους θα' χει πέσει.

Ο Μέλιος τον άκουσε θαμπωμένος. Ίσαμε τότε νόμιζε ότι κανένας δεν είχε τη διάθεση να τα βάλει με την κοινωνία. Ότι οι θυμωμένοι, βέβαια, ήταν πολλοί. Αλλά ότι ήταν θυμωμένοι ο καθένας χώρια. Κι ότι ο καθένας τρωγόταν μόνος του, με τα ρούχα του. Και τώρα...
Ήρθε αυτός, αυτός ο χλομός απόστολος με τα ανυπότακτα κηρύγματα και τι του λέει; Ότι η αδικία δεν είναι πέτρινος νόμος. Ότι δεν είναι ιερή υποχρέωση μας να σεβαστούμε τα πράματα όπως τα βρήκαμε. Και ότι - κι αυτό ήταν το θαυμαστό - ήταν στο χέρι των ιδίων των αδικημένων να καταργήσουν την αδικία ....( απόσπασμα)



Μενέλαος Λουντέμης , Κάτω απ' τα κάστρα της ελπίδας, Ελληνικά Γράμματα, 2000



-