Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

Ἅ γ ο ς καί ἄ γ ο ς


Ἅ γ ο ς καί ἄ γ ο ς

Τό δεύτερο ἀντιθέτου σημασίας πρός τό πρῶτο

καί διά τοῦτο ἀκριβῶς συνεφύρθη γραφικῶς πρός ἐκεῖνο,

ὅθεν πολλάκις ἐδασύνθη μέν καί τοῦτο, ἐψιλώθη δέ καί ἐκεῖνο

καί ἐθεωρήθησαν μία καί ἡ αὐτή λέξις...



Γιά τούς λεξικογράφους τέτοιες διακρίσεις

ὄχι γιά μᾶς πού κύλησε ἡ ζωή μας ὅλο συμφυρμούς

πού ἐδασύνθημεν καί ἐψιλώθημεν ἀμέτρητες φορές

πού ὅποιες σημασίες κι ἄν πήραμε καμμιά τους δέ μᾶς ταίριαζε



Καί διά τοῦτο ἀκριβῶς

γιά μᾶς

καί ἅγος καί ἄγος

καί ἁγίασμα κι ἀγιάζι

καί ἀγώνας καί ἀγωνία

τό ἴδιο ἄγχος καί Ἄουσβιτς τοῦ λόγου καί τῆς ὕπαρξης


ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ, ενότητα Στιχομαντεία, συλλογή Εν γη αλμυρά, Έρασμος , Αθήνα 1996

Ευχαριστώ την καλή φίλη που μου το έστειλε και έτσι θυμήθηκα και το θάνατο του Βύρωνα Λεοντάρη  τον  Αύγουστο του 2014.
Ο Βύρων Λεοντάρης ήταν ποιητής και κριτικός δοκιμιογράφος της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς. Άρχισε να δημοσιεύει τα γραπτά του το 1954. Το 1997 βραβεύτηκε με  το Κρατικό Βραβείο ποίησης για το έργο του «Εν γη αλμυρά». Μια σημαντική λυρική φωνή, της ελληνικής λογοτεχνίας.

Σάββατο, 8 Αυγούστου 2020

Ένα τραγούδι για τη Βηρυτό

Η μεγάλη Λιβανέζα ερμηνεύτρια Fairouz σε ένα διαχρονικό τραγούδι για τη Βηρυτό.


"Για τη Βηρυτό – ειρήνη στη Βηρυτό με όλη την καρδιά μου. 
 Και φιλιά – στην πόλη και τα σύννεφα. 
 Στον βράχο μιας πόλης που μοιάζει με το πρόσωπο γέρου ναύτη.
 Από την ψυχή των ανθρώπων της φτιάχνει κρασί. 
 Από τον ιδρώτα τους, φτιάχνει ψωμί και γιασεμί.

Πώς έφτασε λοιπόν να' χει γεύση καπνού και πυρκαγιάς;" 

Η μετάφραση από εδώ

Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

Σεμπρεβίβα


Κρατάμε την ανάσα μας το βράδυ, όπως κρυφά ο πόθος μας ανάβει
Μας σεργιανά του Αύγουστου καράβι κι είναι η θάλασσά μας λάδι
Φυσάει αγέρας και μοσχοβολά, θυμάρι και λιβάνι το κατάρτι
Κι έχουμε αστέρια κι άλλα κρεμαστά φυλαχτά τριγύρω στο λαιμό του μπάτη

Παίζουν δελφίνια πάνω στον αφρό και της καρδιάς μας σπάει το ρόδι
στων γλάρων τον τρελό χορό που στέκουν πάνω στο ένα πόδι
Μας ξενυχτάει ο τραγουδιστής που χει στα μάτια δυο φεγγάρια
και μας κερνάει ο μαρκονιστής με κρασί που βράζει μες στ αμπάρια.
Κι έτσι θα βγαίνει πάντα ζωντανή του ήλιου η χρυσή αχτίδα
Για να κεντάει πάνω σε πανί, όσα μέσα στ’ όνειρό μου είδα

Φεύγουν τα χρόνια μα ξαναγυρνάν στιγμές που ζήσαμε στ' αλήθεια
κι είναι η ζωή σαν ψέμα που κυλά, που γυρνά ξανά στα παραμύθια
Έχω πολλά τραγούδια να σου πω και άλλα που δεν τραγουδιούνται
σήματα από φάρο αλαργινό γι αυτούς που θέλουν να θυμούνται, 
γι αυτούς που ξέρουν να θυμούνται.
Απόψε θα σε πάρω μακριά κι έχω δυο ναι για κάθε όχι 

Να δεις πως βγαίνουνε αληθινά, στεριανά καράβια στ’ ουρανού την όχθη

Σέμπρεβίβα. Στίχοι Μουσική: Πάνος Μπούσαλης.
Πάνος Μπούσαλης, Αναστασία Μουτσάτσου. CD Σεμπρεβίβα: Μετρονόμος 2016
Χορωδία: Διαμάντη, Βέρα, Ισαβέλλα, Νίκος, Πάνος.
Νταούλι: Αντρέας Νικόλης,  Κοντραμπάσο: Θεόδωρος Κουέλης, 

Γκάιντα : Γιώργος Μακρής,  Ακουστική Κιθάρα: Γιάννης Χίνος, Ευγένιος Ζαρκάδας, Λαούτο: Γιάννης Χίνος 

Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2020

Προσέξτε με, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!

                                                   
...Είμαι
ένας δραπέτης απ' όλα τα βασίλεια της γης.
Έχω μέσα μου την πατρίδα μου. Κι έχω μες στην καρδιά μου
τους ανθρώπους απ' όλα τα έθνη της γης. Σας τους έφερα!
Εγώ σας τους έφερα, φίλε Οπενχάιμερ!
                                                      Στριγγλίζοντας
οι φωνές τους γυρίζουνε πάνω απ' τον ύπνο σας
και μέσα στον ύπνο σας κρέμονται σαν
κλωστές κεραυνού στ' απροστάτευτα τζάμια σας,
κόβονται απότομα σε σήματα μορς και σκορπίζονται
στο στερέωμα
σπαθίζοντας μέσα στα μάτια σας το παράπονο του αδελφού σας.
Χτυπάμε την πόρτα σας και περνάμε ένας - ένας
και πάλι γυρίζουμε και πάλι χτυπάμε και πάλι και πάλι, 
ουρές ατελείωτες, 
μετρείστε μας, φίλε Οπενχάιμερ, μετρείστε, να ξέρετε πόσες 
είναι περίπου οι στρατιές που προορίσατε για το θάνατο.

Προσέξτε με, είμαι αυτός που επέζησε, φίλε Οπενχάιμερ!
Τα χέρια μου και τα πόδια μου τάχω ξεθάψει απ' τη Χιροσίμα.
Τα χείλη μου γίνηκαν σκόνη και πέσανε.
Μόνο το στόμα μου έμεινε ν' ανοιγοκλείνει.
Τ' άσπρο μου σαν ασβεστωμένο πρόσωπο, 
δεν μπορεί πια να κλάψει, να γελάσει, νάχει ένα όνομα.
Δε μπορεί πια Ρομπέρτ! Κοίταξέ με καλύτερα.
Δυσκολεύεσαι ακόμη; Ρομπέρτ, δε με γνώρισες; Ο αδελφός σας Ρομπέρτ!
Είμαι εγώ, ο αδελφός σας,
που σας ζύμωσα το ψωμί και το ξέρατε.
Που σας ύφανα και το ξέρατε, που σας τάδωσα όλα,
που σας έχτισα τ' αργαστήρι σας με παράθυρα στον ουρανό,
να μελετάτε τον ήλιο, να ψάχνετε
το βάθος του κόσμου, να στοχάζεστε άνετα.
Κ' εσείς αντί να παρακάμψετε τη νύχτα,
να φυλαχτείτε από τη Σκύλα κι απ' τη Χάρυβδη,
που καιροφυλαχτούν ανάμεσα στις μεταμφιεσμένες συμπληγάδες, 
αφήσατε ανοιχτές τις πόρτες του εργαστηρίου σας
και μπήκε μέσα αυτό το μαύρο σκυλί ο Μεφιστοφελής
κ' έκατσε δίπλα σας
κι αφήσατε τα χέρια σας μες στα δικά του
και ψαλιδίζατε το φως
και μαστορεύατε το σκοτάδι.

Τι θέλετε, φίλε Οπενχάιμερ. Τι γυρεύετε τώρα; Δεν έχει, δεν έχει!
Τα μάθαμε όλα: πως φτιάξατε ένα κελί από τύψεις
και κλειστήκατε μέσα,
πως περνάτε τις μέρες σας κλαίγοντας.
Πως το κορμί σας ταράζεται τώρα, σαν ένας
μικρός χωματόλοφος σε ώρα σεισμού. Τα μάθαμε όλα.
Αδιάφορο. Εμείς ήρθαμε να χορέψουμε.
Σαν από χρέος θεϊκό ήρθαμε να σας βασανίσουμε,
γιατί ο κόσμος είναι όμορφος, ο ουρανός στάζει φως,
και σεις, σημαδέψατε στην καρδιά την ημέρα του κόσμου ( απόσπασμα)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Στον Ρομπέρτ Οπενχάιμερ.Τα Ποιήματα, τ.α, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1984, 2η έκδοση


Τετάρτη, 5 Αυγούστου 2020

Γράμμα στον Τσάρλι Τσάπλιν


"Κύριε, φύλαττε αυτούς εις πολλά έτη".
26 Ιουλίου, Ταΰγετος

Αδελφέ Τσάρλι Τσάπλιν.
Με την ψυχή γιομάτη περιστέρια
και γράμματα για όλο τον κόσμο,
πήρα το δρόμο στο πλευρό ενός φίλου
και δυο παιδιών κι ανέβηκα εδώ πάνω,
μ' όλη τη δύναμή μου να φωνάξω
πως κέρδισα τη μοίρα μου! Πως ήρθε
σήμερα ο χρόνος να μετατοπίσω
στης γης το μέσο φωταγωγημένο
το βουνό τούτο ολόκληρο.

Ε, Τσάρλι Τσάπλιν, παιδικέ μου φίλε,
που' μοιαζαν τα παπούτσια μας! Περάσαν
τόσα χρόνια από τότε κι όμως νιώθω
μια ζεστασιά παράξενη, ως να μ' είχες
στα χέρια σου ζεστάνει κάποια νύχτα,
που νιφάδες χιονιού τρύπωναν μέσα
στον κινηματογράφο του χωριού μου
και τα μάτια μου ελάμπαν βλέποντας σε
σαν του αγριμιού, ολοκάθαρα.

                                            Πού να' ξερα,
πως θα' μενες εσύ, Τσάρλι, ως το τέλος
ο φίλος μας στον κόσμο, ο παραστάτης
σε όλους εμάς, και πως εγώ μια μέρα
με τη φτωχή αλφαβήτα που εκεί κάτω
στο ταπεινό σχολειό μας με μαθαίναν,
θα σου' γραφα ένα γράμμα σαν και τούτο,
γιομάτο από φιλί και καρδοχτύπια
για όλο τον κόσμο, Τσάρλι. Για τον άστεγο
λουστράκο που τρεμούλιαζε χτυπώντας
τα δόντια του απ' το κρύο κι έχοντας ρίξει
το κεφάλι του πάνω στο δικό μου
σ' έβλεπε στο πανί και ξεχασμένος
γελούσε απαρηγόρητα. Για κείνον
τον ισχνό γεροντάκο που μπροστά μου
σήκωνε τ' αγγονάκι του, κι αυτό, 
με τα χέρια που κρέμονταν σαν άσπρα
μαραμένα τριαντάφυλλα, γελώντας, 
σου' γνεφε να το ιδείς. Για τους εργάτες
του Μπορινάζ. Για τους μεταλλωρύχους,
που βγαίνοντας στον ήλιο, έχουν στα χείλη
μια γεύση σκοταδιού και στην ψυχή τους
ένα κομμάτι νύχτας. Για τις πόρνες
που είναι πιο μοναχές κι από τις ίδιες
τις Μοναχές του Θεού. Για τις μητέρες
που αγιάζουνε το σύμπαν. Τους κοπιώντες
και τους πεφορτισμένους, Τσάρλι Τσάπλιν.

Τσάρλι Τσάπλιν, καλέ μου ταχυδρόμε,
που πας σ' όλες τις χώρες και χτυπάς
με το διακριτικό σου μπαστουνάκι
των φτωχών τα παράθυρα κι αφήνεις 
στο πατζούρι τους πάνω ένα γαρούφαλο, 
που με το πλάι το βράδι, ακροπατώντας, 
μπαίνεις απ' τις μισάνοιχτες πορτούλες
στον ύπνο των παιδιών, με την ψυχή σου
φορτωμένη παιχνίδια· Τσάρλι, φίλε
των φίλων μου όλων που δεν έχουν φίλους,
που τους πήραν τη χάρη και την πρόνοια
και που σένα έχουν μόνο ανάμεσά τους
να πηγαίνεις και να' ρχεσαι, κουνώντας
τα λοξά σου παπούτσια, διάβασέ τους
την αγάπη μου, Τσάρλι! Ένα λουλούδι
μ' εκατομμύρια φύλλα είναι το γράμμα
που σου στέλνω για όλους. Μοίρασέ τους
την ελπίδα μου, Τσάρλι!

                                         Σ' έναν αιώνα
που αλλοφρόνησε η γης, που οι μηχανές,
μας ταπεινώνουν, Τσάρλι, και που εμείς
μικροί δούλοι ανεπαίσθητοι κοιτάμε
δίχως πρόσωπα απάνω μας τον ήλιο,
πήρε η οθόνη το ύψος και το νόημα
του όρους Σινά. Γι' αυτό ποιος άλλος Τσάρλι,
βουλιάζοντας στη λάσπη θα μπορέσει 
να περπατήσει νύχτα και να φτάσει
στων κάμπων τα καλύβια, να κατέβει
στων ορυχείων τα βάθη, να μπει μέσα 
στις φάμπρικες τρυπώνοντας με τρόπο
πίσω απ' τον επιστάτη, να βαδίσει
στις βαμβακοφυτείες, στα ρυζοχώραφα,
στα καπνοτόπια, Τσάρλι; Εσύ γνωρίζεις
τη γλώσσα του αδελφού σε όλες τις γλώσσες,
και μόνο εσύ μπορείς , με τις συσπάσεις
του τραγικού μετώπου σου κουνώντας
το μαύρο σου καπέλο, να μιλήσεις
προς τους φίλους μου όλους. Να μοιράσεις
μια χάρτα καραμέλες στα Εσκιμώπουλα,
να κάνεις τον πατέρα μες στα σπίτια
που οι πατέρες σκοτώθηκαν, να βγάλεις
τα παιδιά τους στα πάρκα, παίρνοντάς τα
δυο δυο στην αγκαλιά σου. Να μοιράσεις
αυτά που σου προσφέρω: μιαν αγκάλη
άσπρα λουλούδια για όλους.

                                          Πες το σε όλους,
χαιρέτησέτους όλους, Τσάρλι Τσάπλιν,
πες τους πως όπου να' ναι πλησιάζουν
οι ταχυδρόμοι του ήλιου, που θα φέρουν
παπούτσια στο λουστράκο, που θα ρίξουν
στης Παναγίας τους ώμους ένα σάλι
κι ένα ζεστό πλεχτούλι στο παιδί της.

Πες τους πως είναι αλήθεια και πως ένας
φίλος τους απ' του Ομήρου την πατρίδα
τους στέλνει αυτό το γράμμα.

                                            Γεια σου Τσάρλι,
φίλοι γεια σας κι εγώ μια κι ήρθε ο Χρόνος
- σίδερο και φωτιά είναι η αγάπη -
θα βάλω τώρα να μετατοπίσω
σαν μια εκκλησία με αμέτρητες καμπάνες
το μέγα βουνό τούτο. Γεια σας. Γεια σας!

 Νικηφόρος Βρεττάκος (  έφυγε από τη ζωή στις 4 Αυγούστου 1991 )

Από την εξαιρετική ανθολογία  του Ηλία Γκρη,Ο Ταχυδρόμος φέρνει γράμματα. Ποιήματα. Εκδόσεις Ελληνικά Ταχυδρομεία, Αθήνα 2017



Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2020

... ολόγιομη καταλάμπει τη γη τη σκοτεινὴ ανεβαίνοντας , ασημοκαπνισμένη...


Ποίηση: Σαπφώ
Μουσική: Νίκος Ξυδάκης
Ερμηνεία: Νίκος Ξυδάκης & Ελευθερία Αρβανιτάκη ( Ντουέτο )

Σάββατο, 1 Αυγούστου 2020

Στο όριο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας...


Ήρθε ο Αύγουστος -ένα καυτό καλοκαίρι με μοναδικό του στολίδι το όνομα του αυτοκράτορα. Κάτω από τον ήλιο αυτού του μήνα, κάηκε ό,τι δεν είχε την ανθεκτικότητα του κάκτου, του γαϊδουράγκαθου ή της μυρίκης. Τις μεσημβρινές ώρες η φασαρία των τζιτζικιών ήταν τόσο ανυπόφορη που οι γυναίκες της σιδερένιας πόλης έκλειναν τα αφτιά των παιδιών τους με αγιασμένο κερί, για να τα προφυλάξουν από τη δαιμονική μουσική που πίστευαν ότι ακουγόταν πίσω από τα τερετίσματα. Γυαλιστερές σαύρες έβγαιναν έρποντας εκείνες τις ώρες από ρωγμές τοίχων και σχισμές βράχων, για να γλείψουν τις μύγες πάνω από τις ζεστές πέτρες της πόλης. Φίδια λιάζονταν πάνω στις στέγες από σχιστόλιθο.
Μόνο μια φορά, όταν ο Πλούτων ο Γερμανός έψαχνε αρωματικά φυτά για τα βάμματά του, στα ερείπια ενός δρόμου ακατοίκητου εδώ και δεκαετίες ανακάλυψε αράχνες μεγάλες σαν γροθιές· τα δίχτυα τους ήταν τόσο γερά, που εκεί δεν αφανίζονταν μόνο τζιτζίκια, αλλά και πλοκείς και σιταρήθρες, που μόλις είχαν μάθει να πετάνε.
Η φρίκη απ' αυτά τα πρωτόφαντα έντομα δεν κράτησε πολύ, η σιδερένια πόλη, εξαντλημένη από τη γοργή εναλλαγή των εποχών και τον καύσωνα, άρχισε να συνηθίζει στις νέες αυτές πληγές και στις καταιγίδες του νέου κλίματος. Μόνο ο Τηρεύς εξοργίστηκε. Μια μέρα, καθώς σερνόταν στα τέσσερα πάνω στη στέγη του σφαγείου για να σκοτώσει φίδια με τον αναδευτήρα της φωτιάς, στην αυλή του διπλανού σπιτιού μαζεύτηκε ένα αλαλάζον μπουλούκι παιδιών και θαμώνων από το υπόγειο του Φινέως, ένα κοινό που τον παρακολουθούσε εκεί ψηλά και τον παρόξυνε· το ίδιο κοινό τον ακολουθούσε αργότερα από απόσταση ασφαλείας, καθώς εκείνος έτρεχε μέσα στα μολυσμένα από τις αράχνες χαλάσματα με ένα δαδί και το σκαληστήρι του, σκίζοντας ιστούς, βαρυφορτωμένους τζιτζίκια και πουλιά σε αποσύνθεση, και καίγοντας τις αράχνες με το δαδί του. Έπειτα, ενώ το πλήθος σφύριζε και επευφημούσε, ο παραγιός του Φινέως βούτηξε το δάχτυλο στο σκούρο πηχτό έκκριμα, που ξεχυνόταν κοχλαστό από τις κοιλιές των εντόμων, και ζωγράφισε σύμβολα στο μέτωπο και στα μάγουλα του.
Εκείνες τις ημέρες, δεν υπήρχε μάλλον τίποτε, που να αδυνατεί να το συνηθίσει η σιδερένια πόλη, μετά την πρώτη στιγμή τρόμου ή έκπληξης , όσο παράξενο κι αν ήταν, μέσα σε μια ώρα η πόλη έμοιαζε να αδιαφορεί ήδη για το νέο φαινόμενο(...)

(...) Η ζέστη του Αυγούστου είχε κάτσει πάνω στην πόλη σαν εφιάλτης, απ' το οποίο κανείς δεν μπορούσε να ξεφύγει, εφιάλτης που βάραινε ακόμα και τα ζωντανά και επιβράδυνε όλες τις κινήσεις της ζωής...( απόσπασμα)

Κρίστοφ Ρανσμάγερ, Έσχατος κόσμος, μετφρ. Τούλα Σιετή, Οδυσσέας, Αθήνα 1990

"...μια ιστορία δραματική και γοητευτική, ένα "μεταφυσικό θρίλερ" που φέρνει στο νου ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΡΟΔΟΥ του Έκκο. Ο ΕΣΧΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ είναι η εξιστόρηση ενός φανταστικού ταξιδιού σ' έναν κόσμο στα σύνορα διαφορετικών εποχών και μύθων, ένα βιβλίο ποιητικό για το τέλος του κόσμου, για το πέρασμα του χρόνου και την απώλεια της ποίησης..." ( από το σημείωμα της Τούλας Σιετή)

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!