Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως.

Γιώργος Σεφέρης

Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Χαράγματα απελευθερωτικού αγώνα και ελπίδας




Βάλιας Σεμερτζίδης. Από τη σειρά «Παιδιά της πείνας» (1942)
Με τα δικά τους, ιδιαίτερα «όπλα», οι εικαστικοί δημιουργοί της χώρας μας αγωνίστηκαν μαζί με το λαό ενάντια στους κατακτητές. Εγραψαν τη δική τους σελίδα στον πόλεμο κατά του φασισμού, αλλά και στις ένδοξες μέρες της Εθνικής Αντίστασης.Τα χρόνια του πολέμου ενάντια στο φασισμό έδωσαν νέα ώθηση στη γελοιογραφία και στην εκτέλεση αφισών με θέμα τον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Στην περίοδο της δικτατορίας του Μεταξά, ο Γιάννης Κεφαλληνός και οι μαθητές του φιλοτέχνησαν, δωρεάν, αφίσες για τον αγώνα ενάντια στους Ιταλούς. Κορυφαία στιγμή οι τέσσερις αφίσες που γέμισαν τους τοίχους της Αθήνας φιλοτεχνημένες από τους Α. Τάσσο, Κ. Γραμματόπουλο και Β. Κατράκη. Σ' αυτήν την περίοδο φιλοτεχνήθηκαν και μια σειρά γελοιογραφιών από τον Γιώργο Φαρσακίδη, οι οποίες σατίριζαν τους Γερμανούς του εργοστασίου όπου δούλευε ο καλλιτέχνης, στη Θεσσαλονίκη, και αργότερα σατίριζαν τα γεγονότα. Κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι και μερικές ήταν τυπωμένες σε πολύγραφο. Αλλες έγιναν ταμπλό και κρεμάστηκαν.
Η άνοδος του κινήματος της Εθνικής Αντίστασης δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την προβολή και ανάπτυξη του πολιτικού ρόλου της χαρακτικής. Ετσι, για πρώτη φορά η χαρακτική απέκτησε τόσο έντονα κοινωνική σημασία. Η μαζική χαρακτική έγινε ο σημαντικότερος τομέας της τέχνης και διαμόρφωσε ένα κίνημα με δικά του ιδεολογικά, λειτουργικά και αισθητικά γνωρίσματα. Κάτω από την επίδραση των γεγονότων της κοινωνικής ζωής, η ακαδημαϊκή κατεύθυνση, η οποία χαρακτήριζε τις προηγούμενες δεκαετίες, μετασχηματίστηκε.
Η προοδευτική, αγωνιστική χαρακτική, η οποία ξεκίνησε με δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» και σε άλλα προοδευτικά έντυπα, αυτή την περίοδο έγινε η κύρια κατεύθυνση. Γύρω της συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των καλλιτεχνών και δημιουργήθηκαν πολλά χαρακτικά έργα που έμμεσα ή άμεσα συνδέθηκαν με τον πολιτικό αγώνα. Παλιότεροι και νεότεροι δημιουργοί, ανώνυμοι και επώνυμοι, εξέφρασαν, με τα «όπλα» που διέθεταν, τη δυστυχία και τον πόνο, αλλά και την πίστη τους για ένα καλύτερο αύριο. Οι Γιάννης Κεφαλληνός, Γιώργος Φαρσακίδης, Σπύρος Βασιλείου, Δημήτρης Γιολδάσης, Κατερίνα Χαριάτη - Σισμάνη, Λουκία Μαγγιώρου, Γ. Βελισσαρίδης, Βάσω Κατράκη, Χρήστος Δαγκλής, Αλέξανδρος Κορογιαννάκης, Βάλιας Σεμερτζίδης, Α. Τάσσος και πολλοί ακόμα συνέθεσαν έναν ενιαίο τύπο προπαγανδιστικής τέχνης, σαφή, πειστικό και άμεσο ως προς το περιεχόμενό του. Ξεχωριστή θέση κατέχει η δημιουργία του Αντώνη Πρωτοπάτση. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σκιτσάρει για το «Ριζοσπάστη», τη «Μάχη» και την «Ελεύθερη Ελλάδα». Τα σχέδιά του αυτά αποτύπωσαν φιγούρες και γεγονότα σημαντικά όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά για τη δραματική περίοδο αυτού του τόπου, που συνοδεύτηκε με τις εκτοπίσεις και την εξόντωση των αγωνιστών της Αντίστασης από το μετεμφυλιακό κράτος (και παρακράτος) της Δεξιάς.
Από το λεύκωμα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ(Μάρτης του 1943)
Εκτός όμως από τα ζητήματα της επικαιρότητας, ιδιαίτερη ανάπτυξη είχαν τα θέματα που συνδέονταν με τη γενικότερη ιστορία του απελευθερωτικού αγώνα του ελληνικού λαού. Η εθνική ιστορία και η εθνική κουλτούρα έγιναν η κύρια πηγή της καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η εξύμνηση του ηρωισμού των προηγούμενων χρόνων, οι άσβηστες πολιτισμικές αξίες της Ελλάδας, μετατράπηκαν σε πνευματικό στήριγμα του λαού. Ο αγώνας για εθνική ανεξαρτησία κατανοήθηκε ως λαϊκός αγώνας για ελευθερία και το εθνικό θέμα ως λαϊκό θέμα.Μέσα σ' αυτά τα πλαίσια ιδιαίτερη σημασία κατέχει η δημιουργία του Σπ. Βασιλείου. Τα πρώτα του χαρακτικά, τα οποία αποτελούν την εικονογράφηση στο βιβλίο του Αγγελου Σικελιανού «Ακριτικά», μπορούν να θεωρηθούν ως η αρχή της προπαγάνδισης του αντιστασιακού αγώνα. Αφιερωμένο σε μια ιδέα, την ιδέα της ελευθερίας και ανεξαρτησίας, το έργο του χαράκτη και του ποιητή ενώνεται σε μια «ψυχή». Στις συνθέσεις αυτής της σειράς εύκολα ανακαλύπτει κανείς την επίδραση της αρχαίας ελληνικής και της βυζαντινής τέχνης. Στο βιβλίο του Σκίπη «Πίσω απ' τα τείχη», το οποίο εικονογράφησε ο Σπ. Βασιλείου λίγο αργότερα (1943), η αλληγορία γίνεται επίμονη και άμεση.
Μέσα σ' αυτό το πνεύμα κινούνται και οι δημιουργίες της Λουκίας Μαγγιώρου. Κοινή ιδέα των έργων της: Η συνέχεια των παραδόσεων του ελληνικού λαού για την ελευθερία. Στο χαρακτικό του 1945 «Χαίρε, ω χαίρε Λευτεριά» απεικονίζεται ο ήρωας πολεμιστής του 1821 και ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης. Χέρι χέρι βρίσκονται ενωμένοι στο νέο αγώνα. Η Λ. Μαγγιώρου μαζί με την Β. Κατράκη, τον Τάσσο και τον Γ. Βελισσαρίδη συμμετέχουν στο παράνομο άλμπουμ του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, που εκδόθηκε το 1943. Στο λεύκωμα αυτό δημιουργεί δύο έργα, τα οποία συνοδεύουν στίχους δημοτικών τραγουδιών που υμνούν τη δύναμη και την ομορφιά των λαϊκών ηρώων. Ομως, η συνέχεια της παράδοσης δεν αποτελεί μόνον το θέμα των έργων της, αλλά καθορίζει και την επιλογή του τρόπου της καλλιτεχνικής έκφρασης. Η Λ. Μαγγιώρου απευθύνεται με λαϊκή τέχνη, επιχειρώντας να κάνει τα έργα της απλά και κατανοητά στον καθένα. Τόσο τα χαρακτικά του Σπ. Βασιλείου, όσο και εκείνα της Λ. Μαγγιώρου εμφανίστηκαν ως απάντηση στα γεγονότα της εποχής της Αντίστασης. Είναι διαποτισμένα από το δραματικό πάθος που χαρακτηρίζει την τέχνη εκείνων των χρόνων. Υπάρχει όμως και μια σημαντική στροφή προς τις παραδοσιακές λαϊκές μορφές, προς τα παραδοσιακά στοιχεία της καλλιτεχνικής έκφρασης.
«Το κουφάρι του αλόγου», 1942 (Το συμβολικό σχέδιο του Γιάννη Κεφαλληνού από την Κατοχή)
Σε διαφορετικό ύφος κινείται η δημιουργία του Α. Τάσσου. Με δάσκαλο τον Γ. Κεφαλληνό, ο Τάσσος μπήκε στην αντιστασιακή χαρακτική πορευόμενος από πριν το δρόμο της επαναστατικής τέχνης. Σε ηλικία 18 ετών παρουσιάζει έργα του στο περιοδικό «Νέοι Πρωτοπόροι» και λίγο αργότερα στο «Ριζοσπάστη». Η εκφραστικότητα, η δραματικότητα, οι τρόποι καλλιτεχνικής απόδοσης εναρμονίζονται με τη διεθνή επαναστατική τέχνη. Ταυτόχρονα όμως υπάρχει και μια δεύτερη αρχή, που συνδέεται με τις εθνικές-λυρικές παραδόσεις του δασκάλου του, του Κεφαλληνού. Μέσα σ' αυτές τις ήδη διαμορφωμένες θέσεις από τη δεκαετία του '30, ο καλλιτέχνης μπαίνει ενεργά στον αγώνα ενάντια στους Γερμανούς κατακτητές. Το χάραγμα στο ξύλο συνεχίζει να επικεντρώνει το ενδιαφέρον του, αφού την ξυλογραφία τη θεωρεί ο Τάσσος ως «την τέχνη του λαού».Μαθήτρια του Γ. Κεφαλληνού και η Β. Κατράκη, δημιουργεί τα πρώτα της έργα κάτω από την επίδραση του δασκάλου της. Είναι ειδυλλιακά-λυρικά τοπία, απλοί καθημερινοί άνθρωποι των παιδικών της χρόνων, που σαν ψυχικό σύμβολο χρωματίζουν τα έργα της και τα οδηγούν στο γνωστό κλίμα μιας βαθιάς δραματικής λυρικής αίσθησης ενός τόπου και ενός λαού. Γενικά, στο εργαστήρι του Κεφαλληνού έπνεε αέρας δημοκρατικής ελευθερίας και η συμβολή του εργαστηρίου του στάθηκε πατριωτική και στα χρόνια της Κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης. Εκεί, με την καθοδήγηση του Κεφαλληνού, τυπώθηκαν πολλά αντιστασιακά έργα του αγώνα. Οραματιστής και αγωνιστής ο Γ. Κεφαλληνός, φιλοτέχνησε δεκάδες έργα, πλημμυρισμένα από το βαθύ ανθρώπινο πόνο, από τον πύρινο ποταμό της Κατοχής. Μερικά, μάλιστα, από το μαρτυρολόγιο που τ' ονομάζει «Λιμό της Κατοχής» (1942), καταστράφηκαν από τους Γερμανούς. Τις ξυλογραφίες του που ήταν εμπνευσμένες από τους αγώνες για ελευθερία, τις παρουσίασε το 1948, στην «Πανελλήνια Καλλιτεχνική Εκθεση».
Εργο της Βάσως Κατράκη από το λεύκωμα του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ
Τα χρόνια της Αντίστασης έδωσαν νέα πνοή στη δημιουργία της Β. Κατράκη. Η εμφάνιση των Γερμανών, τα βασανιστήρια, οι πένθιμες νεκρικές πομπές, το λαϊκό δικαστήριο, γυναίκες και παιδιά, είναι μερικές από τις συνθέσεις αυτής της περιόδου. Με τραγικότητα και εκφραστικότητα η Β. Κατράκη δεν προσπαθεί να πετύχει την ακριβή απεικόνιση των μορφών. Γι' αυτήν ο άνθρωπος, η μητέρα, το παιδί, μετατρέπεται σε μια οικουμενική μορφή, που ενσαρκώνει όλο το βάθος της ανθρώπινης τραγικότητας και συμπόνιας.Τα χρόνια του πολέμου και το κίνημα της Αντίστασης έβαλαν τη σφραγίδα τους και στο έργο του Β. Σεμερτζίδη. Ο εθνικός ρομαντισμός και η διακοσμητικότητα, που χαρακτηρίζουν τη δουλιά του καλλιτέχνη στη δεκαετία του '30, δίνουν τη θέση τους στην άμεση αίσθηση της πραγματικότητας. «Τα παιδιά της πείνας» (ολόκληρη σειρά 1941- 1943), «1941», «Χειμώνας 1941», είναι μερικά από τα έργα αυτής της περιόδου. Τα περισσότερα είναι σειρές σχεδίων εκ του φυσικού. Βασικό για τον Β. Σεμερτζίδη είναι ένα έργο ντοκουμέντο, ένα ευρύ πανόραμα της ίδιας της ζωής, μια κραυγή ενάντια στον πόλεμο και στα δεινά του, ενάντια στο θάνατο και στην καταστροφή. Σ' αυτές τις σειρές ο καλλιτέχνης επανέρχεται για πολλά χρόνια. Μπορούμε να πούμε ότι ο Β. Σεμερτζίδης εγκαινίασε μια νέα ιδεολογική-καλλιτεχνική κίνηση. Μια κίνηση που στηρίχτηκε στην πείρα της Αντίστασης και αποτέλεσε την επαναστατική δημοκρατική κατεύθυνση στην ελληνική τέχνη των μεταπολεμικών χρόνων.
Η δικτατορία του Μεταξά βρίσκει τον Χρ. Δαγκλή σπουδαστή να συμμετέχει στην παράνομη δουλιά για την ανατροπή της. Ο δάσκαλός του, Γ. Κεφαλληνός, οργανώνει το εργαστήρι για τις παράνομες αφίσες. Μαζί του και ο Χρ. Δαγκλής. Με την κήρυξη του πολέμου, βρίσκεται στρατιώτης στην Κέρκυρα και φεύγει για τα Γιάννενα, όπου συμμετείχε στην τοπική οργάνωση του ΕΑΜ και στην έκδοση της εφημερίδας «Ο Αγωνιστής». Το 1942, ο Χρ. Δαγκλής φεύγει για την Αθήνα. Ολο αυτό το διάστημα, αποσπασμένος στην ΕΠΟΝ, εργάζεται παράνομα στα οργανωτικά και παράλληλα χαράσσει ένσημα και άλλο παράνομο υλικό. Το Μάη του 1944 συλλαμβάνεται και μεταφέρεται στο «κελί των μελλοθανάτων» στο Γουδί. Ακολουθούν τέσσερις μήνες βαρβαρότητας και κτηνωδίας. Ο Δεκέμβρης του '44 τον βρίσκει στη διαφώτιση της ΚΕ του ΕΑΜ. Το Μάη του 1946 και πάλι συλλαμβάνεται για «αντεθνική δράση» και ακολουθούν (έως τα τέλη του '56), τα χρόνια της εξορίας. Στα σχέδιά του και στα χαρακτικά του μένει περισσότερο πιστός στην ανθρώπινη μορφή και στις σκηνές από τα βιώματα και τη ζωή των εξορίστων. Η καλλιτεχνική του δημιουργία έχει ως ερέθισμα και αφετηρία την οπτική πραγματικότητα.
Αφίσα του 1943
Στο στρατόπεδο του Αϊ Στράτη γνώρισε ο Γ. Φαρσακίδης τον Χρήστο Δαγκλή και από αυτόν έμαθε τα «μυστικά» της χαρακτικής τέχνης. Η χαρακτική του Γ. Φαρσακίδη απεικονίζει με λιτό και ωμό ρεαλιστικό ιδίωμα τα βιώματά του από τον αγώνα των Ελλήνων εναντίον του κατακτητή, αλλά και τις σκληρές συνθήκες της καθημερινότητας στην εξορία. Τα θέματα των έργων του αντλούνται από τη ζωή και την αντίστασή του στο βουνό, στην πόλη και στην εξορία.
Γ. Σικελιώτης, «Ο προδότης» (1943)


Η. ΜΟΡΤΟΓΛΟΥ
Ριζοσπάστης,27 Οκτώβρη 2002

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Γιατί;

Σουρούπωνε και η μάχη που είχε αρχίσει σύναυγα κόπασε πια. Λίγη ώρα πριν έπεφτε ακόμη αραιό λιανοντούφεκο. Κάποιος θερμόαιμος χτυπούσε στο πείσμα του οχτρού.
         Όμως τώρα ήταν πλέρια ησυχία. Ο μεγάλος ήλιος που ολημερίς τσουρουφλούσε φίλους κι οχτρούς είχε γυρίσει πια να ξεκουραστεί. Σιχάθηκε να βλέπει τους ανθρώπους να σκοτώνονται συναμεταξύ τους κι έκλεισε τα μάτια να ξεχάσει.
         Ο νέος στρατιώτης ακούμπησε απάνω στο βράχο το ντουφέκι και το κράνος, άνοιξε τα χέρια πλατιά να ξεμουδιάσει το απανωκόρμι, ανάσανε βαθιά κάνα δυο φορές και βιαστικός βάλθηκε να κατηφορίζει την πλαγιά, να φτάξει πιο γρήγορα στη ρεματιά που από χτες είχε σημάνει μια φλεβίτσα γάργαρο, πεντακάθαρο νερό. Ήτανε δροσιά κάτω εκεί και το βρεμένο χορτάρι μύριζε όμορφα. Ο νέος στρατιώτης έσκυψε πάνω από την ξεχειλισμένη γουρνίτσα κι ήπιε άφθονο το κρύο νεράκι. Η φλόγα έσβησε από τα σωθικά του.
         «Αχ, τι δροσιά...», είπε. Έσκυψε πάλι, χούφτιασε το νερό και το 'χυσε στο πρόσωπο κι απάνω στο κεφάλι. Δροσίστηκε, καθαρίστηκε, μέρεψε. Έγινε άλλος άνθρωπος. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κοίταξε τον ουρανό και μίλησε χαρούμενα.
         - Θε μου, όμορφη 'ναι η ζωή του ανθρώπου. Κάνε με το καλό να τελέψει  γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ' αδέρφια μου.
         Τέλεψε το λόγο, χάιδεψε ακόμα με το χέρι, με το μάτι το δροσερό νεράκι. Σηκώθηκε να φύγει. Αξάφνου άκουσε πλάι του περπατηξιά, εκεί, από την άλλη μεριά της ανηφόρας, κι έστριψε απότομα το κεφάλι να δει.
         Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός, κατέβαινε και τούτος ξέγνοιαστος και ξαρμάτωτος  να πιει από τη γουρνίτσα, να δροσιστεί και, με τον τρόπο τούτο, να ευχαριστήσει το Θεό, που τον προστάτεψε και τον φύλαξε και τη μέρα τούτη.
         Μα ο πρώτος στρατιώτης ξέχασε ολότελα τα όσα τώρα δα είπε αγναντεύοντας τον ήσυχο ουρανό και μονοστιγμής τράβηξε από τη μέση του το πιστόλι και το πρότεινε στον οχτρό.
         Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα  κι ένιωθε κιόλας να λαγαρίζει μέσα του το τρεχούμενο νεράκι και να του δροσίζει τα πυρωμένα σωθικά, τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:
         - «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».
         Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.
         Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.
         Ο νέος στρατιώτης, νευρικός πολύ, σίμωσε το χτυπημένο και στάθηκε απάνω του κοιτώντας τον.
         Ο ξένος ήτανε πεσμένος ανάσκελα. Σάλευε σπασμωδικά, κούναγε τα πόδια κι έσφιγγε τα δυο χέρια του απάνω στο στήθος.
         Τα χλωμά πονεμένα χείλη κινιόντουσαν σιωπηλά. Τα ορθάνοιχτα μάτια κοιτούσαν γιομάτα απορία και φόβο το νέο στρατιώτη. Και πάνω σε όλο το πρόσωπο: μέτωπο, μάτια, χείλη, ήταν περιχυμένα ο ανθρώπινος πόνος και το ξάφνιασμα.
         Του νέου στρατιώτη τού φάνηκε σαν να τόνε ρωτούσε:
         «Γιατί το 'κανες το κακό τούτο, αδερφέ μου άνθρωπε; Γιατί θέλησες να κριματιστείς, να πάρεις στο λαιμό σου το αίμα ενός αθώου; Παρακάλαγα το Θεό να μ' έχει καλά και να γυρίσω γρήγορα στο χωριό, ν' αγκαλιάσω τη μανούλα μου και να της φιλήσω τα κουρασμένα ματάκια».
         Κι όσο ο νέος στρατιώτης τον κοίταζε, θάρρευε ότι τα πικραμένα χείλη του πληγωμένου τού μίλαγαν, του έλεγαν τον πόνο και το παράπονό του.
         «Κι ακόμα, σα να του 'λεγε, μια κοπελίτσα με περίμενε. Είχαμε κάνει όνειρα πολλά μαζί και καρτέραγε να σταματήσει ο καταραμένος πόλεμος να γυρίσω στο χωριό. Μα τώρα, αδερφέ μου, να, κοίταξε πώς με κατάντησες».
         Ένα σκληρό χέρι έσφιγγε την καρδιά του νέου στρατιώτη.
         Σιδερένιος κύκλος πέρασε γύρω από το κεφάλι του, του το 'σφιγγε και τον πόναγε. Τα μάτια καίγανε. Τον έπιασε παράξενο κακό κι άρχισε να τρέχει την ανηφόρα. Γλίστραγε, έπεφτε, πετιόταν απάνω και ξανά πάλι έτρεχε.
         Μεσοστρατίς του βουνού σταμάτησε. Δεν μπορούσε άλλο. Λαχάνιασε, πιάστηκε η καρδιά του, κουράστηκαν τα πόδια, λύγισαν τα γόνατα. Έμεινε εκεί ασάλευτος με το κεφάλι σκυμμένο να σκέφτεται. Μα να σκεφτεί δεν μπορούσε. Χτύπαγαν τα μηνίγγια, το κεφάλι βούιζε. Αξάφνου, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι κάνει, βάλθηκε να τρέχει πάλι την πλαγιά κατηφορίζοντας. Μέσα στο μυαλό του τώρα καρφώθηκε μια σκέψη: να προφτάξει, να βοηθήσει το χτυπημένο.
         - Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.
         Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.
         Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ' αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.
         Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του 'βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του 'σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που 'χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομάτου. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.
         - Αδερφέ μου, του 'λεγε γλυκά, τρυφερά, αδερφέ μου, συχώρα με· και τα δάκρυα τρέχαν καυτά.
         Η νύχτα κατέβηκε ολούθες και απλωμένο σκοτάδι τούς τύλιξε.
         - Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το 'θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ' ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.
         Θυμήθηκε τα λόγια που τους μάθαιναν κι έστρεψε πέρα το βλέμμα ανταριασμένο και άγριο μες στο σκοτάδι. Ύστερα τόνε συνεπήρε πάλι ο πόνος. Απαλοχάιδευε το χέρι του χτυπημένου και τα δάκρυα ξεχείλιζαν και το μούσκευαν.
         Όμως ο άλλος πια δεν άκουγε· μήδ' ένιωθε. Η ψυχή του είχε πετάξει και το τυραγνισμένο κορμί άρχισε να σκεβρώνει. Το σκοτάδι πύκνωσε πιότερο και σκέπασε τους δυο ανθρώπους: φονιά και θύμα, που στέκονταν πλάι πλάι και που ο ένας απαλοχάιδευε το χέρι του άλλου και του μουρμούριζε λόγια αγάπης και πόνου, σα να 'τανε φίλοι παλιοί, σα να 'τανε αδέρφια. Λόγια αγάπης που ο άλλος πια δεν άκουγε.


Γ. Μαγκλής, Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί , Δωρικός 1977

Ο Γ. Μαγκλής γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1909. Βιοποριζόμενος σαν σφουγγαράς, χάρη στο μεγαλύτερο κατά δέκα χρόνια αδελφό του, που αγαπούσε τη λογοτεχνία και την ιστορία, άρχισε κι εκείνος από μικρός να διαβάζει λογοτεχνικά έργα και να εκφράζει την κρίση του γι' αυτά. Τον συγκινούσαν ιδιαίτερα τα έργα που αναδείκνυαν τον αγωνιστικό μόχθο, τα όνειρα, αλλά και τα μύρια όσα βάσανα των λαϊκών ανθρώπων, κάτι που τον οδήγησε να γράφει κρυφά, στοιχείο που «σημάδεψε» το κατοπινό λογοτεχνικό του έργο, όπως και ο απελευθερωτικός αγώνας του ΕΑΜ και οι μεταπολεμικές διώξεις των αγωνιστών του.
Στη δεκαετία του 1930, ο Μαγκλής γνωρίζει στο σπίτι του φιλέλληνα Ολλανδού συγγραφέα Μπλέστρα, στην Αίγινα, τον Νίκο Καζαντζάκη, το έργο του οποίου θαύμαζε. Ο Καζαντζάκης τον καλεί στο σπίτι του. Ο Μαγκλής ανταποκρίνεται στην επιθυμία του Καζαντζάκη να του διηγηθεί ιστορίες της θάλασσας και των σφουγγαράδων. Εκτοτε έγιναν φίλοι και στα 1936 ο Μαγκλής άρχισε, φανερά πια, να γράφει ιστορίες που είχε βιώσει ή από παιδί άκουγε. Η σχέση των δύο συγγραφέων δυνάμωσε την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, καθώς και οι δύο ήταν στο ΕΑΜ Λογοτεχνών. Οταν κυκλοφόρησε η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Μαγκλή, «Οι κολασμένοι της θάλασσας», δημοσίευσε μια πολύ επαινετική κριτική του για το βιβλίο, το οποίο καθώς πήρε το Α' Βραβείο σε διαγωνισμό διηγήματος, έκανε αμέσως γνωστό το νέο συγγραφέα.
Μεταξύ των πιο γνωστών μυθιστορημάτων του Γ. Μαγκλή είναι τα: «Κοντραμπατζήδες του Αιγαίου», «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί», «Ο άρχοντας», «Τ' αδέλφια μου οι άνθρωποι» (Α' Κρατικό Βραβείο», «Οι σημαδεμένοι», «Ο ήλιος δε βασίλεψε ακόμα».
Τα βιογραφικά του Γιάννη Μαγκλή και εδώ

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο

Ο Τζων Ριντ( John Reed) γεννήθηκε στις 22 Οκτωβρίου του 1887 και πέθανε στις 19 Οκτωβρίου του 1920. Το Μάρτιο του 1919 εκδόθηκε στις ΗΠΑ το βιβλίο του για την Οκτωβριανή Επανάσταση  "Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο". 

Ο συγγραφέας προλογίζοντας το βιβλίο του γράφει ανάμεσα στα άλλα :

"Το βιβλίο αυτό είναι ένα κομμάτι μιας γεμάτης ένταση ιστορίας, όπως την έζησα εγώ. Δεν έχει την αξίωση να είναι τίποτα άλλο από μια λεπτομερή αφήγηση της Νοεμβριανής ( η χρονολόγηση γίνεται με βάση το νέο ημερολόγιο) επανάστασης, όταν οι μπολσεβίκοι επικεφαλής των εργατών και των στρατιωτών πήραν την εξουσία στη Ρωσία και την παράδοσαν στα χέρια των Σοβιέτ.
Μεγάλο μέρος φυσικά του βιβλίου αναφέρεται στην " Κόκκινη Πετρούπολη ", την πρωτεύουσα, την καρδιά της επανάστασης. Ο αναγνώστης όμως πρέπει να γνωρίζει , πως ό,τι έγινε στην Πετρούπολη, επαναλήφθηκε σχεδόν ακριβώς με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση και σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα σ' ολόκληρη τη Ρωσία.
Στο βιβλίο αυτό , το πρώτο από μια σειρά που δουλεύω, είμαι υποχρεωμένος να περιοριστώ σε ένα χρονικό γεγονότων , που είτε παρατήρησα και έχω προσωπική αντίληψη, είτε στηρίζονται σε αξιόπιστες μαρτυρίες[...]

Όποια γνώμη και νάχει κανείς για τον μπολσεβικισμό , είναι αναντίρρητο , πως η ρωσική επανάσταση είναι ένα από τα μεγαλύτερα γεγονόταν στην παγκόσμια ιστορία και η άνοδος των μπολσεβίκων στην εξουσία ένα φαινόμενο παγκόσμιας σημασίας. Όπως οι ιστορικοί ερευνούν τα αρχεία για να βρουν και τις πιο μικρές λεπτομέρειες  για την ιστορία της Κομμούνας του Παρισιού, έτσι θα θελήσουν να μάθουν όλα όσα έγιναν στην Πέτρούπολη το Νοέμβρη του 1917, για το πνεύμα που εμψύχωνε το λαό, πώς εμφανίζονταν , πώς μιλούσαν και πώς ενεργούσαν οι αρχηγοί του. Μ' αυτή την πρόθεση έγραψα αυτό το βιβλίο.
Στην πάλη δεν ήμουν ουδέτερος. Γράφοντας όμως την ιστορία αυτών των μεγάλων ημερών, προσπάθησα να δω τα γεγονότα με το μάτι του ευσυνείδητου ρεπόρτερ, που ενδιαφέρεται ν' αποδόσει την αλήθεια" 
 Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από το πέμπτο κεφάλαιο με τίτλο: Τραβώντας μπροστά

..Να ο Λένιν ακουμπώντας στην άκρη του βήματος και αφήνοντας τα μισόκλειστα μάτια του να πλανιώνται στο πλήθος καθώς έστεκαν  εκεί περιμένοντας, χωρίς σίγουρα να προσέχει τις θερμές επευφημίες που κράτησαν κάμποσα λεπτά. Μόλις σταμάτησαν , είπε απλά:

 " Θα προχωρήσουμε τώρα στην οικοδόμηση της σοσιαλιστικής τάξης πραγμάτων! "

Νέος ακράτητος ενθουσιασμός.

" Το πρώτο ζήτημα είναι η εφαρμογή πρακτικών μέτρων για την πραγματοποίηση της ειρήνης...Θα προτείνουμε ειρήνη στους λαούς όλων των εμπόλεμων χωρών με βάση τους σοβιετικούς  όρους: όχι προσαρτήσεις, όχι αποζημειώσεις και δικαίωμα αυτοδιάθεσης των λαών. Ταυτόχρονα, σύμφωνα με την υπόσχεσή μας, θα δημοσιέψουμε και θ' απορρίψουμε τις μυστικές συμφωνίες. Το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης είναι τόσο καθαρό, ώστε νομίζω ότι μπορώ να διαβάσω χωρίς καμιά εισαγωγή το σχέδιο της έκκλησης προς τους λαούς όλων των εμπόλεμων χωρών..."

Καθώς μιλούσε άνοιγε πλατειά το μεγάλο του στόμα και φαινόταν σα να χαμογελάει. Η φωνή του ήταν βραχνή, όχι δυσάρεστη, μα φαινόταν σαν να είχε τραχύνει έπειτα  από χρόνια και χρόνια ομιλίας και συνέχισε μονότονα δίνοντας την εντύπωση πως θα μπορούσε να μιλάει ασταμάτητα...Για να τονίσει τα λόγια του έσκυβε  ελαφρά μπροστά, χωρίς χειρονομίες. Απέναντί του χιλιάδες απλοί άνθρωποι τον κοίταζαν γεμάτοι θαυμασμό.

" 'Εκκληση προς τους Λαούς και τις Κυβερνήσεις όλων των εμπόλεμων χωρών "
Η Κυβέρνηση των Εργατών και των Αγροτών που δημιουργήθηκε από την επανάσταση  τις 6 - 7 του Νοέμβρη και στηρίζεται στα Σοβιέτ των Εργατών, Στρατιωτών και Αγροτών Αντιπροσώπων, προτείνει σ' όλους  τους εμπόλεμους λαούς και στις κυβερνήσεις τους ν' αρχίσουν αμέσως διπραγματεύσεις για μια δίκαι δημοκρατική ειρήνη.
Η κυβέρνηση μας εννοεί μια δίκαιη και δημοκρατική ειρήνη, που την ποθεί η συντριπτική πλειοψηφία των εργατών και των εργαζομένων τάξεων, που έχουν εξαντληθεί και τυραγνιστεί από τον πόλεμο - αυτή την ειρήνη που οι Ρώσοι εργάτες και αγρότες δεν έπαψαν να την απαιτούν κατηγορηματικά μετά τη συντριβή της τσαρικής μοναρχίας - μια άμεση ειρήνη χωρίς προσαρτήσεις δηλαδή χωρίς κατάχτηση ξένων εδαφών, χωρίς βίαιη προσάρτηση άλλων εθνοτήτων και χωρίς επανορθώσεις.
Η ρωσική κυβέρνηση προτείνει σ' όλους τους εμπόλεμους  λαούς να κλείσουν αμέσως μια τέτοια ειρήνη, αποδέχνοντας τη θέλησή της να προχωρήσει αποφασιστικά σε διαπραγματεύσεις αμέσως χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση για την οριστική επικύρωση όλων των όρων από όλες τις πληρεξούσιες συνελέυσεις  των λαών όλων των χωρών και όλων των εθνοτήτων[...]
Η κυβέρνηση θεωρεί σαν το μεγαλύτερο έγκλημα εναντίον της ανθρωπότητας τη συνέχιση αυτού του πολέμου που επιτρέπει στα ισχυρά και πλούσια έθνη να μοιράζουν μεταξύ τους τα αδύνατα και υποδουλωμένα έθνη. Δηλώνει επίσημα την απόφασή της να υπογράψει μια συνθήκη ειρήνης, που θα βάλει τέρμα σ' αυτό τον πόλεμο με βάση τους παραπάνω όρους εξίσου δίκαιους για όλες ανεξαίρετα τις εθνότητες[...]
Κάνοντας αυτή την πρόταση ειρήνης στις κυβερνήσεις και τους λαούς όλων των εμπόλεμων χωρών, η προσωρινή κυβέρνση των Εργατών και των Αγροτών της Ρωσίας, απευθύνεται ιδιαίτερα  στους συνειδητούς εργάτες των τριών πιο αναπτυγμένων εθνών της ανθρωπότητας, των πιο σπουδαίων κρατών που παίρνουν μέρος σ' αυτόν τον πόλεμο: της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας. Οι εργάτες αυτών των χωρών έχουν προσφέρει πολύ μεγάλες υπηρεσίες στην υπόθεση της προόδου και του σοσιαλισμού. Τα θαυμάσια παραδείγματα του κινήματος των χαρτιστών στην Αγγλία, μια σειρά από επαναστάσεις κοσμοϊστορικής σημασίας, που έκανε το γαλλικό προλεταριάτο και τέλος ο ιστορικός αγώνας εναντίον  των έκτακτων νόμων στη Γερμανία, αποτελεί για τους εργάτες όλου του κόσμου ένα παράδειγμα μακρόχρονης και επίμονης δράσης για τη δημιουργία των αξιοθαύμαστων οργανώσεων του γερμανικού προλεταριάτου. Όλα αυτά τα πρότυπα του προλεταριακού ηρωισμού, αυτά τα μνημεία της ιστορίας, αποτελούν για μας μια σίγουρη εγγύηση πως οι εργάτες αυτών των χωρών θα κατανοήσουν το καθήκον που επωμίζονται να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από τις φρίκες και τις συνέπειες του πολέμου. Πως οι εργάτες αυτοί με την αποφασιστική, ενεργητική και ασταμάτητη δραστηριότητά τους θα μας βοηθήσουν να φέρουεμ σε αίσιο πέρας την υπόθεση της απελευθέρωσης των εκμεταλλευόμενων εργαζόμενων μαζών από κάθε σκλαβιά και κάθε εκμετάλλευση".

Όταν σταμάτησε η θύελλα των χειροκροτημάτων ο Λένιν συνέχισε: 
[...] " Η επανάσταση της 6 και 7 του Νοέμβρη ...άνοιξε την εποχή της σοσιαλιστικής επανάστασης ...Το εργατικό κίνημα για την ειρήνη και το σοσιαλισμό θα νικήσει και θα εκπληρώσει τον προορισμό του..."

Υπήρχε τόση ηρεμία και δύναμη σ' όλα αυτά, που συνεπήρε τις καρδιές των ανθρώπων. Ήταν φανερό γιατί ο λαός πίστευε σ' ό,τι έλεγε ο Λένιν.

[...] Η έκκληση έγινε ομόφωνα δεχτή.

Ξαφνικά από κοινή παρόρμηση, βρεθήκαμε όλοι όρθιοι κι αρχίσαμε να τραγουδάμε με απαλή ομοφωνία τη " Διεθνή ". Ένας ψαρομάλλης ηλικιωμένος στρατιώτης έκλαιγε σα μικρό παιδί. Η Αλεξάνδρα Κολλοντάι σκούπισε γρήγορα τα δάκρυά της. Ο δυνατός ήχος γέμισε την αίθουσα, ξεχύθηκε από τα παράθυρα και τις πόρτες κι απλώθηκε στον ήρεμο ουρανό.

" Τέλειωσε ο πόλεμος! Τέλειωσε ο πόλεμος! ", είπε ένας νεαρός εργάτης κοντά μου, με πρόσωπο που έλαμπε. Κι όταν τελείωσε το τραγούδι, καθώς στεκόμαστε σε κάποια αδέξια σιωπή, κάποιος φώναξε από το πίσω μέρος της αίθουσας .

" Σύντροφοι! Ας θυμηθούμε εκείνους που πέθαναν για τη λευτεριά! "

Έτσι αρχίσαμε να τραγουδάμε  το πένθιμο εμβατήριο, αυτό το αργό, λυπητερό μα θριαμβευτικό τραγούδι, τόσο ρωσικό και συγκινητικό. Η " Διεθνής " στο κάτω - κάτω έχει ξενικό τόνο. Το πένθιμο εμβατήριο έδειχνε την αληθινή ψυχή αυτών των καταφρονεμένων μαζών, που οι αντιπρόσωποί τους συνεδρίαζαν σ' αυτή την αίθουσα, οικοδομώντας με τους ασαφείς ακόμα οραματισμούς τους μια νέα Ρωσία και ίσως κάτι περισσότερο.

Επέσατε θύματα αδέλφια εσείς
σ' άνιση μάχη κι αγώνα.
Ψωμί, λευτεριά και τιμή του λαού
γυρεύοντας , βρήκατε μνήμα...
Θεριεύει ο γίγαντας , τώρα , λαός
και σπάει δεσμά κι αλυσίδες.
Αιώνια η μνήμη σε σας αδερφοί,
στον τίμιο που πέσατε αγώνα!

Γι' αυτό κοίτονταν εδώ, οι μάρτυρες του Μάρτη, στον κρύο αδερφικό τους τάφο στο πεδίο του Άρεως, γι' αυτό χιλιάδες και δεκάδες χιλιάδες πέθαναν στις φυλακές, στην εξορία, στα ορυχεία της Σιβηρίας. Αυτό δεν έγινε όπως το περίμεναν, ούτε όπως το επιθυμούσε η διανόηση. Αλλά έγινε απότομα, δυνατά, χωρίς φόρμουλες περιφρονώντας το συναισθηματισμό. Έγινε αληθινά...

Τζων Ριντ, 10 μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο. Η εποποιΐα της ρωσικής επανάστασης. Μετφρ. Τούλα Χ. Δρακοπούλου,  Εκδόσεις Ωκεανίς (Τ. Δρακόπουλος)




















Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

«Η ζωή σε διάλεξε για να την υπηρετήσεις» ― Γ. Φαρσακίδης: “Ημερολόγιο του βουνού – 1944”

Πριν λίγο καιρό, τον Σεπτέμβριο, κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιώργου Φαρσακίδη, " ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ - 1944 ".  Η παρουσίαση του βιβλίου αναδημοσιεύεται από το φιλικό ιστολόγιο Οικοδόμος . Η ζεστή και ευαίσθητη ματιά του Οικοδόμου  συναντά το " χειμαρρώδη και τρυφερό λόγο " του Γιώργου Φαρσακίδη .

  «Την ευτυχία ή θα την γευτείς ή θα την προετοιμάσεις για τους άλλους. Και τα δυο μαζί δε γίνεται. Η ζωή σε διάλεξε για να την υπηρετήσεις», έγραφε ο Μενέλαος Λουντέμης. Η μοίρα τα φέρνει κάποιοι, λίγοι, να καταφέρνουν στη ζωή τους και τα δυο.  Πολύ περισσότερο αν οι ίδιοι, από τα πρώτα βήματά τους, υπόταξαν  τη μοίρα τους σε ανώτερο σκοπό και δεν αφέθηκαν στις βουλές της.
Στις εννιά σχεδόν δεκαετίες της πολυκύμαντης ζωής του ο Γιώργος Φαρσακίδης  δεν έπαψε ποτέ να «προετοιμάζει την ευτυχία για τους άλλους». Από τα μικράτα του  ―όταν  η οικογένειά του αναγκαστικά  εγκαταλείπει την «πρώτη πατρίδα»― που διέσχισε τη Μαύρη Θάλασσα και έφτασε στη  Θεσσαλονίκη, η ζωή τού επιφυλάσσει πολλές τρικυμισμένες «θάλασσες». Μέχρι σήμερα που, αν και δεν κατάφερε να δέσει τους κάβους του στο λιμάνι που ονειρεύτηκε, γεύεται την ευτυχία να μοιράζεται   μαζί μας ―μοιρασιά απλόχερη και γενναιόδωρη― την ομορφιά της τέχνης του και της ακριβής   σοφίας του και σε όσους έχουν την τύχη να βρεθούν  κοντά του τη συναρπαστική συντροφιά του, τον γενναιόδωρο λόγο του, τη ζεστασιά της ψυχής του.
«ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ – 1944» είναι ο τίτλος του φρεσκοτυπωμένου βιβλίου του αεικίνητου αγωνιστή εικαστικού καλλιτέχνη και συγγραφέα. Το εικοστό τέταρτο στη σειρά,  πλημμυρισμένο από τον χειμαρρώδη μα και τρυφερό λόγο του, εικαστικά έργα του και φωτογραφίες από τα χρόνια της πρώτης Αντίστασης, απέναντι στους Γερμανούς και Βούλγαρους καταχτητές. Από τα χρόνια τα πιο γλυκά της νιότης, τότε που το «ρουσάκι» νιώθει να πνίγεται στις σκλαβωμένες από τους ναζί γειτονιές του Ντεπό και αναζητά ανυπόμονα τη ―μοναδική γι’ αυτόν― διέξοδο στο βουνό. Εκεί τον σπρώχνει η περηφάνια του, αλλά και η αγάπη του για τη ζωή. Εκεί δίνει όρκο να γυρίσει πίσω με τη λευτεριά.
Παρά το νεαρό της ηλικίας του, δεν είναι η εφηβική ορμή ή η απερισκεψία που τον σπρώχνουν στο βουνό. Εποχές δύσκολες, σκληρές. Τα γεγονότα κυλούν σαν χιονοστιβάδα,  «βαραίνουν» τις νεανικές ψυχές,  ωριμάζουν πρώιμα οι συνειδήσεις. Ο Γ. Φαρσακίδης, μαζί με πολλά ακόμα παιδιά της ηλικίας του (και ακόμα μικρότερα) συμμετέχει ήδη στην αντιστασιακή οργάνωση των Γερμανικών Φούρνων όπου δούλευε ως αρτεργάτης.
Είναι δεκαοχτώ χρονών όταν εντάσσεται στον ΕΠΟΝίτικο λόχο του Τάγματος Χορτιάτη και έχει στον ώμο του το τουφέκι του ΕΛΑΣ. Ένα όπλο που θα το τιμήσει όσο καιρό μπορούν να το κρατήσουν τα χέρια του, μέχρι μια εχθρική ριπή να τα σακατέψει για πάντα. Από την πρώτη στιγμή, στο σακίδιό του βρίσκονται ένα μπλοκ και το προσωπικό του ημερολόγιο, όπου καταγράφει με σκίτσα και λέξεις τα συμβάντα της αντάρτικης ζωής. Πυκνογραμμένα  κομμάτια χαρτί, μικρά σε μέγεθος για να μπορούν να καταστραφούν εύκολα, αν χρειαστεί. Θα το ενημερώνει όσο τα χέρια του είναι γερά και θα γίνει η έγνοια του να φτάσει στα χέρια της οικογένειάς του, όταν τραυματισμένος βαριά θα δώσει μάχη για να κρατηθεί στη ζωή. Μέσα σε αυτά τα μικρά κομμάτια χαρτί ο Γ. Φαρσακίδης θα «χωρέσει» τις «αποτρόπαιες όψεις του πολέμου, τόσο διαφορετικές από τα όσα ρομαντικά είχα διαβάσει για τους πολέμους».
Οι αντάρτες στο βουνό δεν είχαν να πολεμήσουν μόνο τους Γερμανούς και Βούλγαρους καταχτητές αλλά και έναν μεγαλύτερο και πιο ύπουλο «καταχτητή», την πείνα. «Έβρασα μια χελώνα σ’ ένα κονσερβοκούτι, χωρίς αλάτι, με το λιγοστό στάρι και χόρτα και με την πείνα που είχαμε την βρήκαμε νοστιμότατη. Ήταν το πρώτο πλάσμα που είχα σκοτώσει! Κι ένιωθα άσχημα και νιώθω άσχημα να το θυμάμαι έως και σήμερα.»
Ο συγγραφέας θα έρθει πολλές φορές αντιμέτωπος με τη «φρικτή αναγκαιότητα και λογική του πολέμου».
«Ο οδηγός του αυτοκινήτου όπως τον αφήσαμε, πεσμένος στο τιμόνι, ακίνητος. Διαπιστώνουμε ότι είναι ζωντανός και ο Σταύρακας του ταρακουνάει τον ώμο. Ο οδηγός ανασηκώνει αργά το κεφάλι. Για μια στιγμή αντικρίζουμε ένα όμορφο παιδιάστικο πρόσωπο, και στην άλλη μεριά το μάγουλο κι ένα μάτι που κρέμεται κι έχουνε γίνει μια φριχτή αιμάτινη μάζα. Με συγκλονίζει αυτή η απρόσμενη εναλλαγή, που θα με σφραγίσει για μια ζωή μ’ αυτή την εικόνα. Θα είμαστε κοντά συνομήλικοι και σκέφτομαι ότι θα μπορούσαμε ίσως να ήμασταν φίλοι και ότι σίγουρα θα είχαμε να πούμε πολλά».
Μια λογική που θα γίνει αποδεχτή από το μυαλό του,  μα που δεν θα μπορέσει ποτέ να βρει χώρο στην ψυχή του.
«Μισώ τον πόλεμο, τον Χίτλερ, την αλαζονεία του φασισμού. Όλους αυτούς που βασανίζουν, που σκοτώνουν, που καίνε. Ωστόσο θα ήθελα, αν το μπορούσα, πολεμώντας το φασισμό να μη βρισκόμουν στην ανάγκη να σκοτώσω κανένα. Ούτε και τώρα νιώθω μίσος γι’ αυτούς με τους οποίους θα αλληλοσκοτωθούμε σε λίγο.
Σίγουρα αποτελώ την εξαίρεση κι αυτά που νιώθω  δεν είναι παρά «απαράδεκτοι συναισθηματισμοί», όπως λέει ο Γρηγοράκης, που έχουν τις ρίζες τους στη μικροαστική μου καταγωγή.
Έτσι θα είναι. Δεν εξηγείται αλλιώς τούτη η εικόνα που τόσο επίμονα στήνεται μπροστά μου σαν εφιάλτης:
Έχω γυρίσει. Η μάνα ράβει καθιστή στην ψάθινη πολυθρόνα της. Με ρωτάει συγκρατημένα και τάχα αδιάφορα (όπως το συνηθίζει, όταν κάτι την ενδιαφέρει πολύ): «Έχεις σκοτώσει;».  Ξέρω, πως δε θέλει να ξέρει αν ήταν Γερμανός, Βούλγαρος, Έλληνας. Αν αναγκάστηκα, αν έπρεπε να σκοτώσω, για να είμαι τώρα κοντά της. Της απαντάω πως ναι.
Η μάνα ανασηκώνει για λίγο τα μάτια της πάνω μου κι αμίλητη ξανασκύβει στο ράψιμο. Και είναι η ματιά της σαν μαχαιριά!
Έγινε κι άλλες φορές. Αγωνιώντας πριν από τη μάχη, να νιώθω στα χέρια μου τρέμουλο που σταματάει με τα πρώτα πυρά. Άντε όμως να πείσεις τους άλλους ότι δεν είναι από φόβο. Και κρύβω τα χέρια και βιάζομαι, πότε επί τέλους θ’ αρχίσει».
Από τις πιο συγκλονιστικές σελίδες του βιβλίου είναι η περιγραφή του τραυματισμού του Γ. Φαρσακίδη, στη μάχη της Κρήνης, και οι μέρες που ακολουθούν. Μια ριπή γερμανικού πολυβόλου θα σακατέψει τα δυο του χέρια, για πάντα.
«Και τώρα… μια ζωή δίχως χέρι… Σκατά…
Δεν αισθάνομαι πόνο. Μονάχα μια ζεστασιά, ένα μούδιασμα. Έτσι θα πρέπει να είναι κι ο θάνατος, απαλός και ανώδυνος! Κι αν μείνω για λίγο;
Το αρχέγονο ένστικτο μπολιασμένο τη λογική αντιπαλεύει τον πειρασμό. Είναι και η λευτεριά που περίμενες, κι οι δικοί σου που σε προσμένουν κι όλα εκείνα που δεν έχεις ακόμα γνωρίσει! Η ζωή βαραίνει στη ζυγαριά. Τώρα θέλω να ζήσω, πρέπει να ζήσω! […] ευτυχώς που κουνιούνται τα δάχτυλα. Να μπορώ να ζωγραφίσω αν τα καταφέρω και επιζήσω με τόση αιμορραγία».
Η αγάπη του για τη ζωγραφική αξεχώριστη από την αγάπη του για τη ζωή. Μέχρι τον τραυματισμό του γεμίζει τις σελίδες του μπλογκ με σκίτσα που απεικονίζουν την καθημερινότητα της αντάρτικης ζωής, αλλά και σχεδιαγράμματα με τις θέσεις που καταλαμβάνουν οι δυνάμεις του εχθρού, πολύτιμα για την επιτυχή αντιμετώπισή τους από τον ΕΛΑΣ.
Μετά τον τραυματισμό του οι σύντροφοί του δεν τον εγκαταλείπουν στο πεδίο της μάχης. Χάρη στην αυτοθυσία τους και μετά από πολλές περιπέτειες  ο Φαρσακίδης θα νικήσει το θάνατο. Καθοριστική στη νίκη του αυτή στάθηκε η άσβεστη δίψα του για ζωή. Και μέσα σ’ αυτή, σε ξεχωριστή θέση, ο έρωτας.
«Κλείνω τα μάτια να κοιμηθώ. Ο πόνος επίμονος, ελέγχει την κάθε μου αίσθηση. Μένω στην παραζάλη κάνα μισάωρο και ξανανοίγω τα μάτια.
―Κορίτσια, δεν κοιμάται, ελάτε.
Το δωμάτιο και πάλι έχει γεμίσει κοπέλες, ένα χαρούμενο σμάρι. Φέρανε δώρα. Εγγλέζικο δίκοχο με ΕΛΑΣίτικο σήμα, καραμέλες, λεμονάδα σε σκόνη.
―Το σήμα, μου λένε, το κεντήσαμε εμέις. Σου αρέσει;
―Μπαμπά, κάνει να πιει λεμονάδα;
―Αρκεί να το θέλει, της απαντά ο γιατρός.
Ώστε κόρη γιατρού!
Μα… είναι; Και βέβαια, είναι το Ζαρκαδάκι! Έχει αλλάξει στα ρούχα, στο χτένισμα. Μου ανασήκωσε το κεφάλι και με βοηθάει να πιω.
―Λίγο-λίγο, μου λέει, θα σου κάνει καλό.
Την λοξοκοιτάω και σκέφτομαι ότι δεν ξέρει και δε θα μάθει ποτέ για τις τόσες ώρες που έχω ξεροσταλιάσει στη γέφυρα του Ντεπώ. Μόνο και μόνο για την δω να περνά, έτσι χαμογελαστή, λυγερόκορμη, μ’ εκείνο το τσουλουφάκι της και την ποδιά του Β’ Θηλαίων!».
Τον Μάρτη του 1945 παίρνει εξιτήριο από το νοσοκομείο. Ανάπηρος,  έρχεται απότομα αντιμέτωπος με «την πεζότητα των καθημερινών αναγκών». Όλα αυτά που σαν σκέψεις τον επισκέπτονταν συχνά πυκνά στο κρεβάτι του πόνου γίνονται τώρα εμπόδια με σάρκα και οστά, που πρέπει να τα υπερνικήσει.
«Το αριστερό μου χέρι κρέμεται ανήμπορο και με το δεξί δυσκολεύομαι να κρατήσω κέρμα ή εισιτήριο. […] Το σπίτι μας πρέπει να επιβιώσει από την ισχνή αμοιβή των ξενόγλωσσων μαθημάτων της αδελφής μου. Νιώθω στόμα περίσσιο…  Την Τρίτη μέρα βρήκα δουλειά. Πλάι σ’ ένα φούρνο να πουλάω μικρά σταφιδόψωμα. Κατοχικά, έχω κάνει δουλειές και δουλειές και ποτέ μου δεν σκέφτηκα πως θα πρέπει να ντρέπομαι. Όμως τώρα, στημένος στην Εγνατίας… να σε καλημερίζουν ξαφνιασμένοι συναγωνιστές και γνωστοί, και οι κοπελιές που σε είχαν γνωρίσει να κοιτάνε  τα σακατεμένα σου χέρια και να μετράνε τα κέρματα, αν φτάνουνε να αγοράσουν απ’ τον «ανάπηρο».
Σε αυτές τις δύσκολες στιγμές θα βρεθεί δίπλα του, στήριγμά του, ο «Φιλόσοφος»  Ιππολύτ Αντρέγιεβιτς Γκοφστέτερ, ο πνευματικός του πατέρας:
«―Νιώθω περήφανος, είπε, που δεν έχεις προδώσει τον εαυτό σου. Η φωνή του είχε ραγίσει. Ένιωσα κι εγώ έναν κόμπο να μου κλείνει το λαιμό. Ένα μονάχα θα πω: συνέχισε, τράβα το δρόμο σου. Όμως τα όσα σωστά κι όσα ωραία, απ’ όποιον κι αν είναι, έλεγξέ τα με τη δική σου την κρίση πριν τα κάνεις δικά σου».

Το  «Ημερολόγιο του βουνού», είναι γεμάτο από πόλεμο για λευτεριά και  ανθρώπινο συναίσθημα. Από τις πρώτες σελίδες του ο αναγνώστης νιώθει να απαντώνται πολλά ερωτήματά του σχετικά με τη γενιά («δρακογενιά» την αποκαλεί ο Φαρσακίδης) των αγωνιστών που πέρασαν ―όχι αλώβητοι― από «σαράντα κύματα», χωρίς οι συμπληγάδες της ιστορίας να τους συνθλίψουν, και που συνοψίζονται στο εξής ένα: Από τι υλικό φτιάχνονται οι ήρωες; Η απάντηση είναι απλή, γι’ αυτό και δύσκολη: από τα ίδια υλικά που είναι φτιαγμένος  ο άνθρωπος.
Τα βιβλία του Γ. Φαρσακίδη μοσχοβολάνε τον ιδρώτα και το αίμα αυτής της δρακογενιάς. Τα όνειρα, τις αγωνίες, τον πόνο, την πίστη, τη συνέπεια όσων έπεσαν και όσων επέζησαν. Άξιος γιος αυτής της δρακογενιάς ο Γ. Φαρσακίδης, με τα τελευταία λόγια του «Φιλόσοφου» να ηχούν στ’ αυτιά του, συνέχισε το δρόμο του σ’ ένα αδιάκοπο ταξίδι γεμάτο φουρτούνες, πολλές, αλλά και στιγμές μπουνάτσας. Αλύγιστος σαν ατσάλι στη μάχη ενάντια στο άδικο, μα με τη φλόγα της ψυχής του αναμμένη από την αγάπη για το δίκιο, για τη ζωή, για τον άνθρωπο. «Οι κομμουνιστές έχουνε δέρμα μαλακό και καρδιά τρυφερή», έγραφε κάπου ο πανανθρώπινος Νερούδα. Ο κομμουνιστής Γιώργος Φαρσακίδης συνεχίζει το ταξίδι. Το «Ημερολόγιο του βουνού - 1944» είναι ένας σταθμός αυτού του ταξιδιού. Του ευχόμαστε να είναι γερός και να μας χαρίσει πολλούς ακόμα.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη στολίδι της αυλής μου...

" Ροδιά μου εσύ τετράκλωνη
στολίδι της αυλής μου
ανάπαυση της προσμονής
νεράκι της πληγής μου..."


Με τη φωνή του Γρηγόρη Μπιθικώτση
Σπάνια ηχογράφηση με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, στη "Ροδιά", η οποία έγινε γνωστή με τη φωνή της Μαίρης Λίντα. Από τον κύκλο τραγουδιών "ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ" (1960).

Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Πάνος Κοκκινόπουλος
Στο μπουζούκι ο Μανώλης Χιώτης.  



Με την κλασική ερμηνεία της Μαίρης Λίντα

" Στον κήπο μεγαλώνει μια ροδιά
παίζουν γελάνε τα παιδιά στη γειτονιά..."

Με τη φωνή του Γιώργου Νταλάρα
 Στίχοι: Βασίλης Ρούτης
Μουσική: Δημήτρης Ξαπλαντέρης
 Δίσκος: "Γιώργος Νταλάρας - Ο Μέτοικος"  (1971)

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

"... καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει..."

 Άρια Κομιανού
Είδα μια νύχτα το Χριστό
μέσα σ' αιφνίδια λάμψη κι απροσδόκητη.
Αν ήταν στ' όνειρο μου που τον είδα
ή στης αγρύπνιας μου το βύθος,
δύσκολο μού είναι τώρα να ορκιστώ.
Τον είδα όμως μια νύχτα το Χριστό.
Σα να' χε αποκαθηλωθεί λίγο πρωτύτερα,
έσταζε ακόμα το αίμα απ' τις πληγές του.
Τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Αν ήταν η φωνή του που μου μίλησε
κι όχι του γείτονά μου ο πνιχτός θρήνος
που τρία μερόνυχτα τον πόνο του άλεθε
για το μοναχογιό του που εκτελέστηκε,
δύσκολο μου είναι πάλι να ορκιστώ.
Τον άκουσα όμως το Χριστό που μούπε:
" Κι αν έπαψες να με πιστεύεις καθώς άλλοτε,
ακόμα αστράφτω σαν κοχύλι μαγικό
στης παιδικής σου μνήμης το ακρογιάλι.
Μα εγώ δε σου ζητώ την ώρα ετούτη
να ξαναφέρεις την ξενιτεμένη σου ψυχή
στα πράσινα λειβάδια των οχτώ σου  χρόνων
όπου σαν άυλο Χερουβίμ πάντα σου μ' έβλεπες
κάτασπρα αρνάκια και σγουρά να βόσκω.

Έτσι όπως τώρα σου ζητώ να με κοιτάς,
άντρα θλιμμένο, με σφιγμένα δόντια,
με τρυπημένα χέρια απ' τα καρφιά του σταυρωμού,
με λογχισμένα τα πλευρά μου,
με πληγιασμένο μέτωπο απ' τ' αγκάθια.
Το ξέρω , ναι το ξέρω πως πονείς
και συ κι ο γείτονας σου που του σκότωσαν το γυιο του
( Πριν έρθω εδώ, στο σπίτι του σταμάτησα).
Ακούω τις μάνες που παρακαλούνε
να ξεψυχήσουν πριν από τα βρέφη τους.
Βλέπω τον κόσμο που ζητώντας λυτρωμό,
είτε θερίζεται απ' το σίδερο,
είτε σα λύχνος δίχως λάδι αργοπεθαίνει.
Μα όλοι όπως είμαι τώρα όταν με βλέπετε,
χνούδι θα νιώθετε το βάρος του σταυρού σας.
Γιατί του μύθου μου το νόημα είναι τούτο:
πως δίχως σκότος δεν υπάρχει φως
και πως καρπό δε δένει της ζωής το δέντρο
ρίζες στο χώμα της οδύνης αν δεν πιάσει".

Έτσι θαρρώ μου μίλησε ο Χριστός.
Έτσι τον είδα και τον άκουσα μια νύχτα.
Κι όταν σαν ίσκιος πάλι χάθηκε άπιαστος,
άνθισε ξάφνου μέσα μου ένας κρίνος.
Βαριά της νύχτας γύρω μου έγινε σιωπή,
βαριά από προσδοκία,
κι έπαψε πια του γείτονα ο πνιχτός θρήνος.
Λέων Κουκούλας
Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην Ανθολογία Ελληνικής Αντιστασιακής Λογοτεχνίας 1941 - 1944, τ.2 Ποίηση , EDITEX Geneve 1970, επιμέλεια Έλλη Αλεξίου.

Ο Λέων Κουκούλας γεννήθηκε στην Ερμούπολη της Σύρου. Πραγματοποίησε θεατρικές και φιλοσοφικές σπουδές, αλλά και σπουδές καλών τεχνών στα Πανεπιστήμια του Βερολίνου, της Λειψίας, του Μονάχου και του Παρισιού. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε από τις σελίδες του Νουμά. Το 1915 κυκλοφόρησε η ποιητική συλλογή του Της ζωής και του θανάτου και το 1923 εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων του Ένας – ένας. Ακολούθησαν κι άλλες ποιητικές συλλογές του, γνωστός ωστόσο στο λογοτεχνικό χώρο έγινε κυρίως για το μεταφραστικό έργο του, κυρίως θεατρικό, από έργα των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Σίλλερ, Μολιέρου και άλλων σημαντικών συγγραφέων. Δημοσίευσε κριτικά δοκίμια και άρθρα σε διάφορες αθηναϊκές εφημερίδες και δίδαξε δραματολογία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου διετέλεσε και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο 1937-1946, και άλλες δραματικές σχολές. Διετέλεσε επίσης πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Πέθανε στην Αθήνα( 17 Οκτωβρίου 1967) ( ΕΚΕΒΙ )
 Ο Λέων Κουκούλας πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ 

" Τι τεράστια δύναμη, αλήθεια, η ποίηση! Όταν γράφονταν και δημοσιεύονταν τα ποιήματα του Λέοντα Κουκούλα, αυθόρμητα ο φανατικός ή και ο καλοπροαίρετος αναγνώστης της ποίησης θα τα συνέκρινε, ή απλώς θα τα συσχέτιζε, με άλλα ομόχρονά τους, λ.χ. του Κώστα Βάρναλη ή του Τάκη Παπατσώνη. (. . .) Σήμερα, όμως, εβδομήντα και εξήντα και πενήντα χρόνια μετά το γράψιμό τους, τα ποιήματα του Κουκούλα εξακολουθούν να ισχύουν και να συγκινούν; Κατά τη γνώμη μου, ναι. Ανεπιφύλακτα ναι. Αυτός είναι και ο λόγος που, ενώ τα διαβάζει κανείς, όποια γνώμη και αν σχηματίζει για την ιδεολογική ή την αισθητική τους ένταξη, μια έγνοια αισθάνεται να τον κυριεύει: να προσανατολιστεί, όσο γίνεται επιμελέστερα και πιο ακριβοδίκαια, στον κόσμο τους, να μην αδικήσει ούτε τον ποιητή που τα έγραψε, ούτε τα ίδια τα ποιήματα. Επειδή δε ο δημιουργός τους έχει υπάρξει στον καιρό του μια πληθωρική και συγγραφικά ακαταπόνητη φυσιογνωμία, τα ποιήματά του πρέπει και μπορούν να διαβαστούν κάτω από έναν πολυπρισματικό φωτισμό..." ( Θανάσης Νιάρχος)


Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Καλή πατρίδα! ...

[...] Τη γνώρισε στο σανατόριο , στη Γιάλτα, που είχε πάει να περάσει την άδεια του. Τρώγανε στο ίδιο τραπέζι. Λιγομίλητος εκείνος, δεν είχανε αλλάξει παρά τις τυπικές κουβέντες. Μια μέρα συναντήθηκαν τυχαία στην πόλη και πήρανε μαζί τον δρόμο για το σανατόριο. Ξάφνου, ενώ περνούσαν από το λιμάνι, ο Κώστας σταμάτησε. Τα γράμματα ήτανε καθαρά και φρεσκοβαμμένα: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. Το πλοίο, που είχε αυτό το όνομα, είχε σηκώσει κιόλας άγκυρα. Ο Κώστας το κοίταζε, σαν να' τανε το βαπόρι, που θα ταξίδευε ο ίδιος και να το' χασε. Στο κατάστρωμα ήτανε μαζεμένος κόσμος.

- Γεια σας, γεια σας, φωνάζει ο Κώστας, μ' όλη του τη δύναμη. Καλή πατρίδα!.

Ίσως να μην τον άκουσαν , γιατί ο " Αγαμέμνων " είχε ξεμακρύνει αρκετά. Κάποιος μονάχα του κουνάει το χέρι και κάτι φωνάζει. Παράξενη τρεμουλιαστή λέξη έφτασε από τ' ανοιχτά: " Α...ου...ι...εεε!".

Πόσο απόμεινε κει καρφωμένος ο Κώστας, δεν ξέρει` μα, σαν κίνησε να φύγει, είδε πως η Ταμάρα ήταν ακόμη δίπλα του. Την είχε ξεχάσει. Στον δρόμο, δεν έβγαλαν μιλιά. Μόνο που, από κείνη τη μέρα, κάνανε καθημερινή συντροφιά. Η Ταμάρα κόντευε τα σαράντα κι ο Κώστας είχε πατήσει τα σαρανταπέντε. Του μίλησε για τον Μπόρια και κείνος για τη Μαρία και, μόνο σαν κόντευαν οι μέρες που θα' φευγαν, έμαθε ο Κώστας πως ο Μπόρια είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, κι εκείνη πως η Μαρία είχε παντρευτεί το Βατικιώτη τον φαρμακοποιό. Του φαίνεται παράξενο του Κώστα, να κάθεται πλάι σε μια γυναίκα, να της μιλάει για τη Μαρία - που δεν έλεγε να το πάρει απόφαση πως δεν είναι πια δικιά του γυναίκα κι ας πέρασαν δυο ολόκληρα χρόνια. Κι εκείνη, η ξένη, ν' ακούει και να βουρκώνει, για τη Μαρία που τον άφησε, για τα παιδιά του, που δε γνώρισε, για κείνον τον ίδιο, που περνάνε τα καράβια για τον τόπο του, χωρίς να τον παίρνουν. Κι η ίδια, χήρα από είκοσι δύο χρονών.

Όταν έχεις μια γυναίκα πλάι σου, να σου λέει " Θα πάμε αύριο εκεί ", να σε παρασέρνει σε εκδρομές, σε περιπάτους με παρέες ξέγνοιαστες, για να ξεχάσεις τα όσα σε βαραίνουν, τολμάς τότε να συλλογιστείς: μήπως θα μπορούσα να φτιάξω τη ζωή μου από την αρχή; Κι η Ταμάρα πάλι, θαρρείς αυτό αποζητούσε, να μπορεί να νοιάζεται για κάποιον, να του λέει " απόψε θα πάμε εδώ", " αύριο θα κάνουμε εκείνο ", για ν' αποδιώξει από την ψυχή του τη μοναξιά. Ίσως κι από τη δική της. Και " διαλέξτε αυτό το φαγητό, Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, τόσα χρόνια και δε μάθατε ακόμη την κουζίνα μας" ή " σας βρήκα στη βιβλιοθήκη ένα ενδιαφέρον βιβλίο να διαβάσετε. Λογοτεχνικό. Τι πειράζει που είστε μηχανικός;"

Να παντρευτούνε το αποφάσισαν την τελευταία σχεδόν μέρα. Μπορεί, για τη γρήγορη απόφαση να τους επηρέασε και η Κυρία με το σκυλάκι, που είχανε δει την παραμονή στον κινηματογράφο.

- Την έκανες, θα μείνεις και στη Μόσχα - αστειεύτηκαν οι φίλοι του, σα μάθανε πως η Ταμάρα είναι Μοσχοβίτισσα.

Το λέγανε, γιατί δεν ξέρανε πως του Κώστα δεν του αρέσουν οι μεγάλες πολιτείες και πως, αν ήταν στο χέρι του, δε θα κούναγε ποτέ από το Μαρούσι  και θα περνούσε όλη του τη ζωή εκεί, στο σπίτι του, με τα "δειλινά " του, κοντά στον σταθμό, όπου ξαπόσταινε ξεφυσώντας το " θηρίο " , για να τραβήξει μετά στην Κηφισιά. Αυτό ήταν το πιο μακρινό ταξίδι, που είχε κάνει ο Κώστας με σιδηρόδρομο: Μαρούσι - Κηφισιά. Ένιωθε πάντα ένα παράξενο συναίσθημα, σαν έμπαινε στο τρένο, λες κι έφευγε μακρινό ταξίδι και δεν ήταν να ξαναγυρίσει. " Τι ώρα περίπου θα' ρθεις; " τον ρώταγε η μητέρα του και πάντα τον περίμενε στο σταθμό. Όταν γύριζε το τρένο κι έμπαινε σφυρίζοντας στο Μαρούσι  κι έβλεπε ο Κώστας από το παράθυρο τη μάνα του να τον περιμένει, ένιωθε σιγουριά, πως να, έφτασε σπίτι. Τώρα, παρόλο που έχει ταξιδέψει χιλιάδες χιλιόμετρα, σαν μπαίνει σε σταθμό του σφίγγεται η καρδιά. Ξέρει πως κανένα τρένο, όσες ώρες, όσες μέρες και να ταξιδέψει, δεν μπορεί να τον φέρει στο Μαρούσι.

Η απέραντη Μόσχα του φάνηκε σαν μια καινούρια ξενιτιά. Δεν είχε πια τους φίλους του, να μαζεύονται τα βραδάκια, να θυμούνται τα όσα πέρασαν μαζί, απ' όταν έφυγαν από τα σπίτια τους, ώσπου να φτάσουν σε τούτη τη μακρινή γωνιά της γης, την Κεντρική Ασία, που σαν τη ζωγράφιζαν στο σχολείο στη χαρτογραφία, ποιος το φανταζόταν πως θα περνούσαν ολόκληρη ζωή εκεί.

Κάθε πρωί, ο Κώστας παίρνει το μετρό, για να πάει στη δουλειά. Τριάντα πέντε λεπτά ταξιδεύει, για να φτάσει. Κοιτάζει τον κόσμο γύρω του, που σχεδόν καθένας και κάτι διαβάζει. Σε μια τόσο μεγάλη πόλη, σπάνια σου τυχαίνει να συναντήσεις τον ίδιο άνθρωπο κι ας παίρνεις κάθε μέρα, δυο χρόνια τώρα, το μετρό την ίδια ώρα. Στο Μαρούσι, κάθε φορά που κατέβαινε στην Αθήνα, όλο και κάποιον γνωστό θα συναντούσε κι ώσπου να φτάσουν στο τέρμα, θα μιλούσαν για το ένα, για το άλλο, για την " κατάσταση " - πρώτα Κατοχή, κυνηγητό μετά - που όπου να' ναι θα τέλειωνε.

Τριάντα πέντε λεπτά είναι πολύ μακρύ ταξίδι κι άμα δεν έχεις πάρει τη συνήθεια να διαβάζεις στη διαδρομή, τότε είναι που σκέφτεσαι. Έρχεται, στην αρχή ξεκάρφωτη, μια τυχαία φράση στο νου: " Τι άσχημη που είναι μπαμπά η θάλασσα, σαν την πιάνεις στη χούφτα σου! Γίνεται ένα ξασπρουλιάρικο νερό". Το' χε πει η Τασούλα, η κόρη του, σα γύρισε από την πρώτη της εκδρομή στη θάλασσα..." Τι καλά να σε διώξουνε, μπαμπά , από την τράπεζα, να φτωχύνουμε και να μένουμε σ' ένα παλιό λεωφορείο, σαν τους τσιγγάνους"...Η μια φράση φέρνει την άλλη, η μια σκέψη την άλλη κι από ξεκάρφωτες, γίνονται ολόκληρη αλυσίδα. Η Τασούλα τώρα της παντρειάς! Άραγε φωνάζουν τον Βατικιώτη πατέρα; Θα του τα πει όλα ο Μηνάς...Μα γιατί να παντρευτεί η Μαρία τον Βατικιώτη; Τι του βρήκε; Δε βαριέσαι, όποιος και να' τανε, το ίδιο θα' κανε...Πώς μπόρεσε να πλαγιάσει μαζί του;...Τη θυμάται τη Μαρία, την πρώτη νύχτα που πέρασαν μαζί. Δεκαοχτώ χρονών κοπελίτσα, που έβγαζε τα ρούχα της ένα ένα και τα κρεμούσε ταχτικά στην καρέκλα, σαν να' τανε να σηκωθεί την άλλη μέρα να πάει σχολειό...Πώς το φαντάστηκε η Μαρία, πως μπορούσε να γυρίσει; Δεν ήξερε πως ζητούνε " τη μάνατ'ς και τον πατέρατ'ς "; Στα γράμματά της, του μιλούσε γι' αυτούς που βολεύτήκανε. Για τον άντρα της Νίτσας, που ήταν εξορία, γύρισε και τώρα ως και δικό του μαγαζί άνοιξε, στην οδό Ερμού. Κι ο Τάκης που είχε συλληφθεί το '47 και δικάστηκε δις σε θάνατο, τώρα βγήκε, έχει δικιά του κούρσα κι ανεβοκατεβαίνει Αθήνα - Μαρούσι. Πώς όμως βολεύτηκαν η Μαρία δεν το' γραφε. Και γιατί δεν το' γραφε - αυτό ήτανε που τον ανησυχούσε.

" Έπρεπε να περιμένει ", θυμώνει ξαφνικά ο Κώστας.

Του ήρθε στο νου η Κατοχή εκείνο το καλοκαιριάτικο πρωινό. Η Μαρία ξυπόλυτη, με το κομπινεζόν, έτοιμη να θηλάσει την Τασούλα, να τον απειλεί να πάρει τη μικρή και να φύγει από το σπίτι, αν δεν κατέβαινε ο Κώστας στη διαδήλωση. Ένιωσε ένα κύμα οργής να τον κυριεύει. Μπορούσε η Μαρία να κάνει τα παιδιά να τον αγαπήσουνε και να περιμένει. Να περιμένει και πέντε και δέκα χρόνια κι όλη τη ζωή...

Γύρω του, στο μετρό, οι άνθρωποι να πηγαίνουν στις δουλειές τους και να διαβάζουν. Και μόνον εκείνος να μη διαβάζει τίποτα - τριάντα πέντε και τριάντα πέντε λεπτά κάθε μέρα, πάνε κι έλα -, παρά να τα βάζει με τη Μαρία, που πάνω στα έντεκα χρόνια δεν άντεξε. Έραβε, για να ζήσει τα παιδιά. Τις καθημερινές, περνούσε η μέρα. Τις Κυριακές όμως, όλες οι φιλενάδες της θα στολίζονταν και θα τραβούσαν με τους άντρες τους κατά τη Μαγκουφάνα. Η γειτονιά άδεια. Τα μαγαζιά κλειστά. Και αν αποφάσιζε να πάει καμιά βόλτα ως την πλατεία, θα ΄βρισκε μονάχα τον Βατικιώτη, στην πόρτα του φαρμακείου, Κυριακή παρά Κυριακή, όταν ήταν διημερεύων. Μπορεί να της πρότεινε να πάνε καμιά βόλτα, σα θα' κλεινε` κι η Μαρία, την πρώτη φορά, να' πε: " Μωρέ μούτρο, που μου προτείνει και βόλτα!" Ύστερα όμως να δέχτηκε και να' νιωσε πως είναι καλά να περπατάς μ' έναν άντρα στο πλάι, κι ας είναι ξερακιανός κι ας μην έχει δώσει , στην Κατοχή, μήτε μια ασπιρίνη.

Σήμερα, σε λίγες ώρες, θα τα μάθει όλα και δε θα μπορεί πια η φαντασία του, αχαλίνωτη, να πλάθει πώς έγινε τούτο και πώς εκείνο. Θα ησυχάσει κι η Ταμάρα, που τον βλέπει να βυθίζεται κάθε τόσο σε συλλογές. Ανησυχούσε κι αυτή σήμερα και τον ξεπροβόδισε. Τα βάζει με τον εαυτό του ο Κώστας, που τόσο είχε την έννοια της συνάντησης , ώστε δεν της είπε ούτε ένα "Καλό βράδυ". " Θα της τηλεφωνήσω από τη δουλειά", συλλογιέται. Δε θέλει να τη βλέπει στεναχωρημένη. Η Ταμάρα είναι ο καλύτερός του φίλος.

- Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, είπατε πως δε θα' ρχόσασταν σήμερα, απόρησαν, σαν τον είδανε στη δουλειά.

Παράξενο του φάνηκε το Κωνσταντίν Φιοντόροβιτς, ίσως γιατί, από χτες, είχε θυμηθεί το " Κωσταρίκο ".

- Ήθελα να ρίξω μια ματιά σε κάτι σχέδια και θα φύγω δικαιολογιέται.

Ο Κώστας είναι μηχανικός σε εργοστάσιο. Μια ολόκληρη παρέα τ' αποφάσισαν τότε να σπουδάσουνε μηχανικοί. Ακόμα κι ο Νικήτας, που ήτανε δικηγόρος στην Αθήνα, με γραφείο στην οδό Γενναδίου, πήγε από την αρχή πέντε χρόνια στο θρανίο, για μηχανικός κι αυτός.

Παίρνει μπροστά του ένα σχέδιο, μα δεν έχει νου να το μελετήσει. Η ώρα δέκα - τρεις ολάκερες ώρες ακόμα. Είναι μια καινούρια μηχανή. Κοιτάζει αφηρημένα το πολύπλοκο σχέδιο και, κάτω κάτω, καλλιγραφημένη την ημερομηνία: τέσσερις Μαρτίου. Θα τη θυμάται αυτή τη μέρα και ίσως αργότερα, άμα δει τη μηχανή έτοιμη μονταρισμένη, να του έρχεται στο νου η τέσσερις του Μάρτη και να θυμάται τα όσα θα' χε πει με τον Μηνά. ...Γερασίμου οσίου, Ιουλιανής - τέσσερις του Μάρτη. Η γιορτή της μητέρας του. Πού το θυμήθηκε; Ο Μηνάς σίγουρα θα ξέρει να του πει, για τα τελευταία χρόνια της, για τον θάνατό της. Σαν ήταν μικρός, κείνη τη μέρα δεν τον στέλνανε σχολείο, μόνο πηγαινόφερνε στον φούρνο τα ταψιά με τα γλυκά. Η μητέρα φορούσε ένα πράσινο φόρεμα , κεντημένο με χάντρες. άραγε να της έμεινε η πίκρα που, από πολλά χρόνια, δε γιόρταζε τη γιορτή της; Τη θυμάμαι να τους κοιτάζει απορεμένη , αυτόν και τη Μαρία που προσπαθούσαν να την πείσουν τότε, το ' 43, σα φάνηκε λίγο άσπρο αλεύρι κι ήθελε να κάνει λουκουμάδες, να καλέσει τις γειτόνισσες, πως είναι πολύ αστικό να γιορτάζει κανείς ονομαστική εορτή. Η μητέρα πέθανε, χωρίς να τον ξαναδεί και δε θα μάθει ποτέ πόσο στεναχωριέται ο Κώστας , που το θυμάται....


Απόσπασμα από το διήγημα Στο Μαρούσι( Μόσχα 1964). Περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων της Άλκης Ζέη, Αρβυλάκια και γόβες, Μεταίχμιο 2011

Η Άλκη Ζέη γράφει στο εισαγωγικό σημείωμα :

 " Τα διηγήματα αυτά τα έγραψα από το  '61 έως το ' 63 στη Σοβιετική Ένωση, όπου είχα ζήσει ως πολιτικός πρόσφυγας, μαζί με χιλιάδες άλλλους Έλληνες και Ελληνίδες, που είχαν εγκατασταθεί εκεί μετά τον εμφύλιο πόλεμο.
Από τότε εγώ ξαναγύρισα στην Ελλάδα, ξανάφυγα στο εξωτερικό, στη Γαλλία, "αυτοεξόριστη" αυτή τη φορά, γύρισα πάλη στην Ελλάδα.
Θυμάμαι, το καλοκαίρι του  '54 , που έφτασα στην Τασκένδη, τις γυναίκες από διάφορα χωριά της Ελλάδας να ξυπνούν από τα χαράματα και να κάθονται με τα μωρά τους στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου, κάτω από το παράθυρό μου, και να διηγούνται τα όνειρα της περασμένης νύχτας. Όλα γύρω στο ίδιο θέμα: Ο γυρισμός. " Είδα πως γύριζα στο χωριό μου, μα δεν μπορούσα να μπω στο σπίτι, γιατί ο σκοτωμένος αδελφός μου κρατούσε ένα ολοζώντανο φίδι κομμένο στα δύο". " Είδα πως γύριζα κρυφά στο χωριό και περνούσα μέσα από μια λαγκαδιά, που σ' όλα τα κλαριά ήτανε μπηγμένα κεφάλια". " Είδα πως είχα γυρίσει στο χωριό μας και μπήκα στην εκκλησία - γινότανε γάμος - παντρευότανε ο άντρας μου, η νύφη δεν ήμουνα εγώ".
Δύο από τα διηγήματα αναφέρονται σ' αυτό το θέμα του γυρισμού. Στα άλλα ίσως έδωσε μορφή η αγωνία κάθε συγγραφέα που ζει μακριά από τον τόπο του να μην ξεκοπεί ολότελα..."

O πίνακας του Avi Belaish από εδώ