Είπες εδώ και χρόνια: «Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός». Και τώρα ακόμη σαν ακουμπάς στις φαρδιές ωμοπλάτες του ύπνου ακόμη κι όταν σε ποντίζουν στο ναρκωμένο στήθος του πελάγου ψάχνεις γωνιές όπου το μαύρο έχει τριφτεί και δεν αντέχει αναζητάς ψηλαφητά τη λόγχη την ορισμένη να τρυπήσει την καρδιά σου για να την ανοίξει στο φως.

Γιώργος Σεφέρης

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Ηλέκτρα Αποστόλου, μια τόσο σύντομη ζωή, γιομάτη τόσον απίστευτο αγώνα...

Συμπληρώνονται φέτος 70 χρόνια από τον μαρτυρικό θάνατο, τη δολοφονία της Ηλέκτρας Αποστόλου. Ήταν 26 Ιουλίου 1944. Το ιστολόγιο τιμώντας την κομμουνίστρια, την  αγωνίστρια, την  ηρωίδα, τον άνθρωπο, τη γυναίκα , τη μάνα Ηλέκτρα Αποστόλου  αφιερώνει τρεις αναρτήσεις  με κείμενα γραμμένα από τρεις γυναίκες - συγγραφείς  Είναι η Μέλπω Αξιώτη, η Έφη Πανσελήνου και η Διδώ Σωτηρίου.
 Η Μέλπω Αξιώτη γράφει για  αυτήν  στο βιβλίο της " Οι Ελληνίδες φρουροί της Ελλάδας  " στις 26 Ιουλίου 1945 στα πλαίσια τιμητικού αφιερώματος στην Ελληνίδα της Αντίστασης και στη μνήμη της Ηλέκτρας Αποστόλου. Το βιβλίο είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις " Ο Ρήγας. Εκδοτικός Οργανισμός" Αθήνα 1945. Αναδημοσίευτηκε  στον Γ' τόμο των Απάντων της Μέλπως Αξιώτη με τίτλο" Χρονικά " που εκδόθηκε από τον Κέδρο το 1980



Ηλέχτρα Αποστόλου

Το χρόνο 1912, στην οικογένεια Αποστόλου γεννήθηκε ένα κοριτσάκι. Το βάφτισαν Ηλέχτρα. Το παιδί από μικρό παρατηρεί και ξεχωρίζει γύρω του την κοινωνική αδικία. Θλίβεται η μικρή καρδιά του και γυρεύει να καταλάβει, γιατί άλλοι είναι πλούσιοι, όπως ήταν η ίδια, κι άλλοι πεινούν αδιάκοπα. Όταν μεγάλωσε λιγάκι, τη στέλνουν οι γονείς της και τελειώνει τη Γερμανική Σχολή. Τότε η μικρή Ηλέχτρα έρχεται σ' επαφή με τους κομμουνιστές. Αυτοί θα τις λύσουν τώρα τις κοινωνικές απορίες της, κι αυτοί θα τη διδάξουν πως δε φτάνει να θλίβεσαι, αλλά πρέπει και να βοηθείς τους αλυσοδεμένους να καταλύσουν τα δεσμά της σκλαβιάς. Σ' αυτήν την ιδεολογία η Ηλέχτρα εντάσσεται από κείνη την ώρα, σ' αυτήν υπηρετεί μ' όσες δυνάμεις μπορεί να διαθέσει άνθρωπος. Απάνω σ' αυτό το καθήκον τη δολοφονούν με μαρτύρια οι χαφιέδες της Ασφάλειας.
Στα 1925, όταν κηρύχτηκε η διχτατορία Παγκάλου, βρίσκομε ένα κοριτσάκι με τα κοτσιδάκια του, ήταν 13 χρονών, να γίνεται μέλος της ΟΚΝΕ, της Κομμουνιστικής Νεολαίας Ελλάδας. Μες στη Γερμανική Σχολή ιδρύει έναν μικρό όμιλο που στέλνει ταχτικά εμβάσματα στους εξόριστους της Ανάφης, όπου βρίσκεται και ο αδελφός της.
Στα 1930, για να γλιτώσει απ' την αντίδραση της αστικής της οικογένειας, παντρεύεται τον κομμουνιστή γιατρό Γιάννη Σιδερίδη. Από κείνη την ώρα δίνεται πια ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του βασανισμένου  ελληνικού λαού.
Στα 1931, γίνεται μέλος του ΚΚΕ, απ' τις ελάχιστες γυναίκες που βρίσκουνται τότε σ' εκείνο το κόμμα, κι η πιο μικρή οργανωμένη κομμουνίστρια που' χε ποτέ η Ελλάδα.
Γίνεται απ' τα πιο δραστήρια στελέχη της ΟΚΝΕ και συμμετέχει ειδικά  στο κίνημα της εργαζόμενης γυναίκας. Οργανώνει συγκεντρώσεις στα κλωστοϋφαντουργεία και καπνεργοστάσια, πρωτοστατεί στις απεργίες. Στις πιο δύσκολες ώρες της ζωής τους και του αγώνα τους οι εργαζόμενες γυναίκες της Αθήνας γνωρίζουν από κοντά της Ηλέχτρα που στέκει πάντα δίπλα τους. Όχι στεγνός ιδεολογικός οδηγητής , μα προπαντός ένας μεγάλος φίλος που συμμερίζεται την κάθε πίκρα της ζωής καθενός.
Στα 1932, διευθύνει τη Νεολαία, κεντρικό δημοσιογραφικό όργανο της ΟΚΝΕ. Στα 1933, γίνεται μέλος της καθοδήγησης της ΟΚΝΕ. Στα 1935, στέλνεται αντιπρόσωπος των Ελληνίδων γυναικών στο Διεθνές Αντιφασιστικό Συνέδριο του Παρισιού. Συνέχεια στέλνεται αντιπρόσωπος της ΟΚΝΕ στο VI Συνέδριο της Διεθνούς Κομμουνιστικής Νεολαίας. Στα συνέδρια κάνουν εντύπωση οι λόγοι της και η συνεισφορά της στη σύνταξη των διεθνών αποφάσεων.
Γυρίζοντας στην Ελλάδα περιοδεύει επαρχιακά κέντρα, Σέρρες, Θεσσαλονίκη, οργανώνει γυναικείες συγκεντρώσεις για την αντιμετώπιση του κινδύνου του "Φασισμού" που κρέμεται κιόλας απάνω στην Ευρώπη. Συμμετέχει τότε  και στην οργάνωση του Αντιφασιστικού Συνεδρίου που συνήλθε το 1936 στην Αθήνα.
Μόλις κηρύχτηκε η Μεταξική διχτατορία πιάνεται απ'  την  Ειδική Ασφάλεια και δικάζεται σε δυο χρόνια φυλάκιση. Στις φυλακές Αβέρωφ μπαίνει επικεφαλής των αντιφασιστριών γυναικών, οργανώνει την εισαγωγή του παράνομου τύπου στη φυλακή, μέσα στη φοβερή τρομοκρατία οργανώνει μαθήματα, και κλείνεται συχνά στο μπουντρούμι.

Μόλις αποφυλακίζεται το 1938, εργάζεται οργανωτικά ένα χρόνο στη Θεσσαλονίκη. Πιάνεται τις παραμονές που περιμένει γέννα. Γεννά σ' ένα νοσοκομείο κρατούμενη, και 7 ημερών λεχώνα στέλνεται με το νεογέννητο εξορία στην Ανάφη. Υποφέρει από έλκος και εκμεταλλεύεται την αρρώστια της για να μεταφερθεί στην Αθήνα να μπορέσει να δραπετεύσει. Το Σεπτέμβρη 1942, από το Τμήμα Μεταγωγών όπου μεταφέρθηκε, διώχνει το κοριτσάκι της και την επόμενη το σκάζει μεταμφιεσμένη σε καθαρίστρια.
Βρισκόμαστε τότε στις αρχές της φοβερής ξενικής κατοχής, τότε που πρωτοοργανώνει ο ελληνικός λαός την αντίστασή του. Η Ηλέχτρα ρίχνεται στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Πρωτοστατεί στην οργάνωση της ελληνικής νεολαίας και στη δημιουργία της ΕΠΟΝ. Από το 1943 γίνεται μέλος του Γραφείου της Κομμουνιστικής Οργάνωσης Αθήνας. Και το 1944, διευθύνει το Γραφείο Διαφώτισης της Αθήνας. Σ' αυτήν τη θέση τη δολοφονήσανε. Ήταν 32 χρονών.
Μια τόσο σύντομη ζωή, γιομάτη τόσον απίστευτο αγώνα. Κι όμως όσοι δεν την γνωρίσανε, δεν πρόκειται να την έχουν γνωρίσει ούτε τώρα. Δε βρίσκεται η Ηλέχτρα μέσα στην απαρίθμηση μιας οποιασδήποτε καταπληχτικής δράσης. Απάνω απ' όλα είναι άνθρωπος. Είναι  ο σωστός κομμουνιστής, ο τύπος ο ανθρώπινος που γι' αυτόν είπε ο Λένιν: " Με μια παράξενη αντίφαση, λεγόμαστε υλιστές, εμείς που είμαστε οι πιο μεγάλοι ιδεολόγοι".
Την αληθινή Ηλέχτρα τη βρίσκομε, όταν ανάμεσα στα μπλόκα τρέχει λαχανιασμένη να λούσει το παιδάκι της. Όταν ανάμεσα στα μπλόκα και κυνηγημένη τρέχει να παρηγορήσει μια μάνα, που ' χει δύο χρόνια ν' αντικρίσει την κόρη της για να της πει πως ζει. Τη βρίσκομε , όταν οι συναγωνίστριες τρέχουνε στην Ηλέκτρα να της πούνε τον πόνο τους, κι αυτή τ' αναβάλει όλα για να φροντίσει στοργικά " τον άνθρωπο".
Όταν βρισκόταν στην Ανάφη εξόριστη, στάλθηκε και ο άντρας της στα μπουντρούμια της Κέρκυρας. Αγαπιόνταν πολύ κι οι δυο κατάδικοι αλληλογραφούν ταχτικά. Ξαφνικά κάποιο γράμμα του τη βάζει σε μεγάλη έννοια. " Στενοχωρέθηκα, του απαντά, δεν θέλω να πιστέψω ότι μπορεί να εννοείς εκείνο που φαντάζομαι". Δεύτερο γράμμα του την κατατοπίζει σαφέστερα. Του απαντά: " Πρόσεξε Γιάννη. Θυμάσαι απάνω σε τι ορκιστήκαμε να βασίσομε το δεσμό μας. Πρόσεξε πολύ. Εγώ ποτέ δε θα πατήσω τον όρκο μου". Τρίτο γράμμα της φέρνει τη συγκλονιστική είδηση. Ο Σιδερίδης είχε κάμει δήλωση για να ξεφύγει από τη φυλακή.
Για την Ηλέχτρα το χτύπημα είναι φοβερό. Του ξαναγράφει λέγοντας πως παύει να είναι γυναίκα του, και μένει μόνο φίλη του, δίνοντας του χρόνο και συμβουλές να μετανοήσει. Όταν της γράφει απ' την Αθήνα, μιλώντας της για τη δουλειά του και πως θα βγάζει λεφτά να τη βοηθά μαζί με το παιδί τους, τότε η Ηλέχτρα απαντά: " Κύριε Σιδερίδη, από δω κι ύστερα θα λαβαίνετε είδηση για την υγεία της κόρης σας μέσω του τάδε γνωστού". Και κάθε τόσο στέλνει σε τηλεγράφημα δυο λέξεις: " Η μικρή αναπτύσσεται κανονικα΄".
" Έπρεπε να το κάμω αυτό, εξηγεί αργότερα η Ηλέχτρα, για να διατηρήσω την εικόνα του παλιού Γιάννη - αγωνιστή, κι όχι του Γιάννη αποστάτη"
Η αλληλογραφία αυτή είναι απ' τα τραγικότερα ανθρώπινα αισθηματικά ντοκουμέντα. Δείχνουν όλη την πάλη ανάμεσα σε μιαν ανθρώπινη καρδιά και στο καθήκον του κομμουνιστή. " Τον αγαπούσα πολύ, έλεγε η Ηλέχτρα αργότερα, κι εκρυβόμουν να κλάψω να μη με βλέπανε οι σύντροφοι".
- Μα κλαιν λοιπόν κι οι μπολσεβίκοι;
- Κλαίνε, φίλε, κι οι μπολσεβίκοι! Και κλαίνε ίσως απ' όλους ακόμη περισσότερο. Κλαιν την αγάπη που δεν χαίρουνται. Κλαιν τα παιδιά τους που δεν βλέπουνε. Κλαιν όλα τα δεινά του κόσμου. Και γι' αυτό αγωνίζουνται. Να στερέψουν τα δάκρυα.
19 χρόνια βρίσκεται η Ηλέχτρα στην υπηρεσία του ελληνικού λαού. 19 χρόνια τρώει ξυλοδαρμούς, εξευτελισμούς και εξορίες. Να γιατί αγωνίζεται. Να σταματήσουν απ' την ανθρωπότητα οι ξυλοδαρμοί και οι εξορίες.
6 χρόνια είναι μάνα, και βασανίζεται να βρει το γάλα, το φάρμακο και τη χαρά να δώκει στο παιδί της. Να γιατί αγωνίζεται. Να βρίσκουν όλες οι μανάδες γάλα, φάρμακα και χαρά να δίνουν στο παιδί τους.

Στις 25 Ιουλίου 1944, Τρίτη, στις 7.30 το πρωί πιάστηκε στη διασταύρωση Ιθάκης - Γ' Σεπτεμβρίου απ' την ομάδα Παρθενίου της Ειδικής Ασφάλειας. Μονάχη κι άοπλη πάλαιψε λεβέντικα με τους δήμιους. Κάλεσαν γερμανικό αυτοκίνητο , τους μίλησε εκείνη γερμανικά και την άφησαν. Κάλεσαν ελληνικό αυτοκίνητο και τη μετέφεραν στην οδόν Ελπίδας. Στο άντρο των μαρτυρίων , το ξενοδοχείο
 " Κρυστάλ", ο Παρθενίου , ο Καθρέφτης κι ο αντισυνταγματάρχης Πάτερης πέσαν απάνω της με λύσσα.

" Από πού είσαι; - Απ' την Αθήνα - Πού κάθεσαι; - Στην Αθήνα - Πώς σε λένε; - Ελληνίδα. - Τι έκανες ;- Υπηρετούσα το λαό". 

Χτυπούσαν και βασάνιζαν, αλλά δεν πήραν άλλη λέξη. Θυμόταν η Ηλέχτρα εκείνο που μας είπε κάποτε: " Εγώ όταν πιάνομαι, δεν νιώθω καμιά ανησυχία για την απολογία μου. Γιατί μόλις περάσω εκείνα τα κατώφλια, βάζω στο νου μου πως δεν έχω πια μνήμη, δεν έχω αυτιά, δεν έχω γλώσσα. Δεν έχω ούτε μιας μέρας παρελθόν".
Εκείνη τη βραδιά η Ασφάλεια πρόσφερε κρασί στα όργανά της. Επανηγύρισαν την τόσο σημαντική σύλληψη. Ήξεραν ότι σφάζοντας της Ηλέχτρα  Αποστόλου, γκρέμιζαν έναν από τους στύλους της Εθνικής Αντίστασης.
Ένα μερόνυχτο κράτησε το μαρτύριο. Μες στο μερόνυχτο την αποτελείωσαν.
Είχαν σκοτώσει μια γυναίκα που παράτησε πλούτη, μόρφωση κι ευτυχία για ν' αφοσιωθεί στην καλυτέρεψη της ανθρωπότητας. Είχαν σκοτώσει μια από τις καλύτερες ελληνίδες μητέρες, κι απ' τους πιο πιστούς φίλους του λαού. Τη λευτεριά που ετοίμασε δεν πρόλαβε να τη χαρεί[...]

Θάνατος πρόωρος εμπόδισε την ολοκλήρωση μιας τέτοιας αγωνιστικής προσωπικότητας. Αλλά κι ο τόσο ξέχωρος σε ηρωικότητα θάνατος ήρθε και σφράγισε με δόξα μια καταπληχτική ζωή.
Εμείς που' χαμε την τιμή να τη γνωρίσομε μες στον αγώνα της Εθνικής Αντίστασης, τώρα μέσα στο μνήμα της την ανακηρύσσομε Αρχηγό.
Την τοποθετούμε να στέκεται δίπλα στις γυναικείες διεθνείς αγωνιστικές προσωπικότητες. Δίπλα στη γερμανίδα Ρόζα Λούξεμπουργκ, στην ισπανίδα Πασσιονάρια, την πολωνίδα Βασιλέφσκα.
Κι απάνω στο άγνωστό μας μνήμα της, να της χαράξομε εκείνο το ρητό που της άρεσε:

 " Οι νεκροί μπολσεβίκοι είναι σεβαστοί όχι γιατί πεθάνανε, αλλά γιατί δεν πεθαίνουν ποτέ!"

Και την ημέρα της δολοφονίας της, όταν μέσα σ' ένα μπουντρούμι επί ένα μερόνυχτο χτύπησαν το κορμί της " άνθρωποι " που κατά λάθος λέγουνται άνθρωποι, και το θανάτωσαν απ' τα χτυπήματα, την ημέρα  εκείνη , την 26 Ιουλίου, να ορίσουμε " Ημέρα των ηρωίδων του αγώνα μας".
Να συγκεντρώνουνται αυτήν τη μέρα κάθε χρόνο οι Ελληνίδες. Να γονατίζουν μπροστά στις νεκρές του αγώνα μας. Να παραδίνει η μία γενεά στην άλλη γενεά, σαν λαμπάδα αναμμένη , τη φοβερή ανάμνηση απ' τα εγκλήματα του φασισμού. Και μ' όποια μάσκα κι αν μας ξεγελά, να μην τον ξαναφήσουν οι άνθρωποι ποτέ πια να φυτρώσει στο χώμα του πλανήτη μας!

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Σωτήρης Πέτρουλας

Ένα  βίντεο  απο τα αρχεία της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ (ΕΜΙΑΝ). Η εκπομπή  " Ρεπόρτερς" είχε κάνει  αφιέρωμα στην επέτειο των 17 χρόνων από τη δολοφονία του Σωτήρη Πέτρουλα. 
Σήμερα , 49 χρόνια μετά, οφείλουμε τουλάχιστον να γνωρίζουμε τους αγώνες και τις θυσίες εκείνων που ονειρεύτηκαν , τόλμησαν και αγωνίστηκαν για μια διαφορετική κοινωνία. 



Παλαιότερη ανάρτηση για το Σωτήρη Πέτρουλα με κείμενο - απόσπασμα από τη Χαμένη Άνοιξη του Στρατή Τσίρκα μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Πέτρινα χρόνια

Ο Μπάμπης Γκολέμας έφυγε χθες από τη ζωή. ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΗΣ . Τιμωρήθηκε για τη δράση του με μακρόχρονη φυλάκιση. Γνώρισε την Ελένη Βούλγαρη το 1954 και από τότε πέρασαν τη ζωή τους μέσα και έξω από τις φυλακές σε σκληρές συνθήκες παρανομίας και ανελευθερίας. Η ζωή τους ενέπνευσε τον Παντελή Βούλγαρη να δημιουργήσει την ταινία Πέτρινα Χρόνια, μια από τις καλύτερες ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου  και από τις πιο σημαντικές στιγμές του. Φορτωμένη με πολλά βραβεία εξακολουθεί να συγκινεί με το θέμα της, τη σκηνοθετική ματιά, την φωτογραφία  αλλά και την  μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη αποδοσμένη μοναδικά με το κλαρίνο του Βασίλη Σαλέα. 
Η ταινία αφιερωμένη στη μνήμη του Μπάμπη Γκολέμα.

Τα τρύπια χέρια


Fred Hatt, Light

«Εγώ δεν έχω να σου δώσω τίποτα» είπες. «Τίποτα,
Είναι τρύπια τα χέρια μου».
Ενώ
τον ουρανό που ήταν πάνω μου εσύ μου τον έφερνες.
Κ’ η πολιτεία ήταν όμορφη εκείνο το βράδυ.
Κι’ όλα είχαν όψη τρυφερή και ήρεμη. Κ’ η βροχή
σαν ένα διάφανο έπεφτε φως` αραιή, απαλή,
σαν καλωσύνη σε λουλούδια. Βαθιά στην καρδιά μου
σιγοψιχάλιζε ένα φως σαν στριμμένο μετάξι.
Μα περπατούσαμε σιγά στο δρόμο, γιατί εσύ,
κρατούσες κάτι σαν γρανίτη ή βαρύ φως. Γιατ’ είχες
εσύ τα χέρια σου γιομάτα. Τόσο, που
μόλις εσήκωνες το βάρος. Μόλις που μπορούσες
να ορίζεις το βήμα σου.
Γιατ’ είχες τα χέρια σου
φορτωμένα με πέτρες κομμένες απ’ το
λατομείο του ήλιου.
Απ’ αύριο
θ’ αρχίζω να χτίζω.


Νικηφόρος Βρεττάκος, Το βάθος του κόσμου (1961)

Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

...όταν το ’74 έγινε μ’ ένα τρόπο ανεξήγητο το πολλαπλάσιο του ’22


                                                          Nίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Ιούλιος 1974, λάδι, 1975
Ανομβρία και πάλι στον τόπο μου
τρέχουν στους δρόμους οι επίγονοι κι οι μεταπράτες

για τις δημοπρασίες και τις εκπτώσεις
όπου πουλιούνται παράσημα και θέσεις κι αξιώματα
κι όπου ξεπουλιούνται κι ανταλλάσσονται όνειρα
κι επιχρυσώνονται χάπια για να ταριχευτούν
όσο οι μη εξασκημένες μύτες και τα μη εξασκημένα αυτιά
να παραδεχτούν
πως πάμε καλά από υπόκλιση
και το καινούργιο όνομα της Κίρκης

πως δεν πάει κόντρα στην Ιθάκη
Κι εγώ ιδιωτεύω και ασκούμαι φιλέρημη
λέω πως λιμνάζω
μα μετακινούμαι άποδη κι άναυδη
σαν το μελάνι ή σαν την αμοιβάδα 

να μη με βρει η ξαφνική η καλοπέραση
Κι οσμίζομαι σαν το σκυλί
και λιώνω στις ολονυχτίες κερί
και δεν τα καρτερώ τα κατανυκτικά τα χελιδόνια
Γιατί τα χέρια των ποιητών ξεράθηκαν
και δεν αφήνουν οι φωνές κλαδιά
για να καθίσουν τα πουλιά να κελαδήσουν
Ανομβρία και ο σημαφόρος  δάσκαλος να ξεδιψά με ξύδι
Βγήκαν τότε φίδια ανάμεσα σε χόρτα ξερά
φίδια βασιλικά σηκώσαν κεφαλή, 

χοντρά μιας άλλης εποχής
φίδια, που σφυρίζουν
σέρνουν μαζί τον ψίθυρο
και πάνε κατά κει που οι καταθέσεις των υπομνημάτων

φιλοξενία κι άνοδο υπόσχονται
χάνονται ψίθυροι και μπαίνουν στις διόδους χιαστί
κι όλο σταυρώνουν
Γιατί την Πέμπτη όλα ασπρίζουν κι όλα κοκκινίζουνε
όλα σταυρώνονται και όλα σταυρώνουν
κι ανηφορίζουν την Παρασκευή 

και κείτονται το Σάββατο στη σκοτεινιά εξαντλημένα
Γιατί η Κυριακή των ποιητών λέγεται ερημιά
κι έρχονται με τη δοκό
να τα ξεπουπουλιάσουν τα κοκόρια
για Τρίτη αποφράδα ημέρα

 υστέρα από τον γάμο
Ξανά του γάμου χάχανα
όταν το ’74 έγινε μ’ ένα τρόπο ανεξήγητο
το πολλαπλάσιο του ’22



Πίτσα Γαλάζη, Σηματωροί (1983)
   
                                                           


 Η Πίτσα Γαλάζη (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Καλλιόπης Μόρτη-Σωτηρίου, Λεμεσός, 1940) σπούδασε πολιτικές και κοινωνικές επιστήμες στην Πάντειο Σχολή (1960-1964), όπου αργότερα (1969-1970) παρακολούθησε μαθήματα δημοσίων σχέσεων. Εργάστηκε στο ΡΙΚ (1966-1969) ως παραγωγός ραδιοφωνικών προγραμμάτων και στη συνέχεια ως δημοσιογράφος σε εφημερίδες και περιοδικά.
Η πρώτη της ποιητική συλλογή (Στιγμές εφηβείας, 1963) είναι εμπνευσμένη από τα προσωπικά της βιώματα και τη συμμετοχή της στον Αντιαποικιακό Αγώνα. Στη συνέχεια (Στα περιθώρια των καιρών, 1968· Άσπρη πολιτεία, 1969· Δέντρα και θάλασσα, 1969· Ψηφιδωτό, 1973· Η αδερφή του Αλέξαντρου, 1973· Υπνοπαιδεία, 1978· Σηματωροί, 1983 κ.ά.), θα στραφεί σε κατά κανόνα πολύστιχες συνθέσεις. Αυτές οι δημιουργίες διακρίνονται για τη λυρική τους ευφορία, συνταιριασμένη όμως με το δραματικό βάθος και τη συγκρατημένη, στοχαστική συγκίνηση. Θα εκφράσει, έτσι, τη διάψευση της γενιάς της, η οποία δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στη σύγχρονή της πραγματικότητα, καθώς αυτή απομακρύνεται διαρκώς από το προηγούμενο κλίμα των προσδοκιών και της ανάτασης. Εξέδωσε τη μονογραφία Οδός Αιμίλιου Χουρμούζιου (Αθήνα, 2005).


Πηγή: Κείμενα Κυπριακής Λογοτεχνίας, τ.Β

Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Το στοίχημα


Ήταν μια σκοτεινή φθινοπωρινή νύχτα. Ο γέροντας τραπεζίτης βημάτιζε στο γραφείο του από τη μια γωνιά στην άλλη και θυμόταν που, δεκαπέντε χρόνια πριν, ένα φθινοπωρινό βράδυ, είχε στο σπίτι του καλεσμένους. Σ' εκείνη τη συγκέντρωση ήταν πολλοί γνωστικοί άνθρωποι κι έγιναν ενδιαφέρουσες συζητήσεις. Μεταξύ των άλλων μίλησαν και για τη θανατική ποινή. Οι επισκέπτες, ανάμεσα στους οποίους βρίσκονταν αρκετοί επιστήμονες και δημοσιογράφοι, στην πλειοψηφία τους τάχτηκαν αρνητικά σχετικά με την ποινή του θανάτου. Έβρισκαν ξεπερασμένο αυτό τον τρόπο τιμωρίας, ανάρμοστο και ανήθικο για χριστιανικές κυβερνήσεις.Ορισμένοι υποστήριζαν ότι η θανατική ποινή θα έπρεπε, γενικά και παντού, ν' αντικατασταθεί με τα ισόβια δεσμά.
— Εγώ δε συμφωνώ μαζί σας, είπε ο οικοδεσπότης.
Δε δοκίμασα ούτε τη θανατική ποινή ούτε τα ισόβια δεσμά, αλλά, αν μπορεί κανείς να κρίνει a priori, τότε, κατά τη δική μου γνώμη, η θανατική ποινή είναι ηθικότερη και πιο ανθρωπιστική από τα ισόβια.Η εκτέλεση σκοτώνει αμέσως, αλλά τα ισόβια σκοτώνουν σιγά σιγά. Ποιος δήμιος απ' τους δυο είναι πιο ανθρωπιστικός; Εκείνος που σας σκοτώνει μέσα σε λίγα λεπτά ή αυτός ο οποίος σας αφαιρεί λίγο λίγο τη ζωή για πολλά χρόνια;
— Και το ένα και το άλλο είναι το ίδιο ανήθικα, παρατήρησε κάποιος απ' τους επισκέπτες, επειδή έχουν έναν και τον αυτό σκοπό: την αφαίρεση ζωής. Η κυβέρνηση δεν είναι θεός. Δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει εκείνο που δεν μπορεί, αν θελήσει, να δώσει πίσω.

Μεταξύ των επισκεπτών ήταν κι ένας νομικός, νέος άνθρωπος, γύρω στα είκοσι πέντε. Όταν του ζήτησαν τη γνώμη, είπε:
— Και η ποινή του θανάτου και τα ισόβια είναι
το ίδιο ανήθικα, αλλά, αν με πρότειναν να διαλέξω
ένα από τα δυο, θα διάλεγα βέβαια το δεύτερο. Να
ζεις με κάποιον τρόπο είναι καλύτερα από το να μη
ζεις.
Η συζήτηση άναψε για τα καλά. Ο τραπεζίτης, που τότε ήταν νεότερος και πιο νευρώδης, έγινε ξαφνικά έξω φρενών, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι και φώναξε απευθυνόμενος στο νεαρό νομικό:
— Δεν είναι αλήθεια! Βάζω στοίχημα δυο εκατομμύρια
ότι δε θα μείνετε στο κελί ούτε πέντε χρόνια.
— Αν το λέτε σοβαρά, απάντησε ο νομικός, βάζω
στοίχημα ότι θα μείνω όχι πέντε αλλά δεκαπέντε!
— Δεκαπέντε. Εντάξει! φώναξε ο τραπεζίτης.
Κύριοι, βάζω δυο εκατομμύρια!
— Σύμφωνοι! Εσείς βάζετε τα εκατομμύρια κι
εγώ την ελευθερία μου! είπε ο νομικός.

Κι αυτό, λοιπόν, το ανήκουστο και ανόητο στοίχημα
μπήκε! Ο τραπεζίτης, μην ξέροντας τότε ούτε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια έχει, κακομαθημένος κι απερίσκεπτος, ήταν ενθουσιασμένος με το στοίχημα.
Στο δείπνο πείραζε το νομικό κι έλεγε:
— Βάλτε λίγο μυαλό, νεαρέ μου, πριν ακόμα είναι αργά. Για μένα δυο εκατομμύρια δεν είναι τίποτα, εσείς όμως κινδυνεύετε να χάσετε τρία τέσσερα από τα καλύτερα χρόνια της ζωής σας. Λέω τρία τέσσερα γιατί δε θα μείνετε περισσότερο. Μην ξεχνάτε επίσης, κακόμοιρε, ότι η εθελοντική φυλάκιση είναι πολύ πιο βαριά από την υποχρεωτική. Η σκέψη ότι οποιαδήποτε στιγμή έχετε το δικαίωμα να βγείτε έξω ελεύθερος θα δηλητηριάσει όλη σας την ύπαρξη μέσα στο κελί της φυλακής. Σας λυπάμαι!
Ο τραπεζίτης τώρα, βηματίζοντας από τη μια γωνιά στην άλλη, θυμόταν όλ' αυτά κι αναρωτιόταν:
«Γιατί μπήκε αυτό το στοίχημα; Ποιο το όφελος που ο νομικός έχασε δεκαπέντε χρόνια ζωής, κι εγώ πετάω δυο εκατομμύρια; Μπορεί αυτό να αποδείξει στους ανθρώπους ότι η καταδίκη σε θάνατο είναι χειρότερη ή καλύτερη από τα ισόβια δεσμά; Όχι βέβαια. Μωρολογίες κι ανοησίες. Από τη δική μου πλευρά ήταν μια παραξενιά ανθρώπου που είναι χορτάτος, κι απ' την πλευρά του νομικού απληστία για λεφτά...».
Θυμήθηκε επίσης αυτά που έγιναν ύστερα από το βράδυ εκείνο. Αποφάσισαν ο νομικός να εκτίσει την εθελοντική ποινή του κάτω από την αυστηρότερη επίβλεψη, σε μία από τις πτέρυγες κοντά στο σπίτι του τραπεζίτη. Συμφώνησαν ότι στη διάρκεια των δεκαπέντε χρόνων δε θα είχε το δικαίωμα να περάσει το κατώφλι της πτέρυγας, να βλέπει ανθρώπους ζωντανούς, ν' ακούει ανθρώπινες
φωνές και να παίρνει γράμματα ή εφημερίδες.
Του επιτρεπόταν να έχει μουσικό όργανο, να διαβάζει
βιβλία, να γράφει γράμματα, να πίνει κρασί και να καπνίζει. Με τον έξω κόσμο, σύμφωνα με ειδικό όρο, μπορούσε να επικοινωνεί μόνο χωρίς να μιλάει, μέσα από ένα μικρό παράθυρο φτιαγμένο ειδικά γι' αυτόν το σκοπό. Η συμφωνία προέβλεπε ακόμα και τις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες, ώστε να υπάρχει αυστηρή απομόνωση, και υποχρέωνε το νομικό να μείνει στη φυλακή ακριβώς δεκαπέντε χρόνια, από τις 12 το μεσημέρι της 14ης  Νοεμβρίου 1870 μέχρι τις 12 το μεσημέρι της 14ης Νοεμβρίου 1885. Η παραμικρή απόπειρα από το νομικό να παραβεί τους όρους, έστω και δυο λεπτά πριν από το
τέλος της προθεσμίας, απελευθέρωνε τον τραπεζίτη
από την υποχρέωση να του πληρώσει τα δυο εκατομμύρια.
Τον πρώτο χρόνο φυλακής του, κι όσο μπορεί κανείς να κρίνει από τα σύντομα σημειώματα, υπέφερε πολύ από τη μοναξιά και την πλήξη. Από την πτέρυγα, νύχτα και μέρα, ακουγόταν συνεχώς το πιάνο. Κρασί και καπνό αρνήθηκε να πάρει. Το κρασί, έγραφε, διεγείρει τις επιθυμίες, οι οποίες είναι εχθροί του φυλακισμένου. Άλλωστε, να πίνεις ωραίο κρασί και να μη βλέπεις κανέναν, δεν υπάρχει τίποτα πιο πληκτικό. Όσο για τον καπνό, βρομίζει τον αέρα στο δωμάτιο του. Τον πρώτο χρόνο του έστελναν κυρίως βιβλία ελαφρού περιεχομένου Περίπλοκα ερωτικά μυθιστορήματα, διηγήματα με εγκληματικό και φανταστικό περιεχόμενο, κωμωδίες και άλλα.

Τη δεύτερη χρονιά η μουσική σίγησε στην πτέρυγα κι ο νομικός ζητούσε στα σημειώματα του μόνο κλασικούς. Τον πέμπτο χρόνο ακούστηκε πάλι μουσική κι ο έγκλειστος νομικός παρακάλεσε για κρασί. Εκείνοι που τον παρακολουθούσαν απ' το παράθυρο έλεγαν ότι ολόκληρη εκείνη τη χρονιά μόνο έτρωγε, έπινε και ξάπλωνε στο στρώμα, συχνά χασμουριόταν και μιλούσε θυμωμένα με τον εαυτό του. Βιβλία δε διάβαζε. Μερικές φορές καθόταν τις νύχτες να γράψει. Έγραφε για πολλή ώρα και, κοντά στα ξημερώματα, έσκιζε σε μικρά κομμάτια όλα όσα είχε γράψει. Άλλες φορές τον άκουγαν που έκλαιγε.

Στο δεύτερο μισό του έκτου χρόνου ο φυλακισμένος ασχολήθηκε επίμονα με τη μελέτη γλωσσών, φιλοσοφίας και ιστορίας. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη αυτών των επιστημών, τόσο, που ο τραπεζίτης μόλις προλάβαινε να του στέλνει βιβλία. Μέσα σε τέσσερα χρόνια ζήτησε και του 'στειλαν γύρω στους εξακόσιους τόμους. Κατά την περίοδο αυτής της μανίας ο τραπεζίτης, μεταξύ των άλλων, έλαβε από τον κατάδικο του το εξής γράμμα:

«Αγαπητέ μου δεσμοφύλακα! Σας γράφω αυτές τις γραμμές σε έξι γλώσσες. Δείξτε τις στους ειδικούς κι ας τις διαβάσουν. Αν δε βρουν κανένα λάθος, τότε, πολύ θα σας παρακαλούσα, προστάξτε να πυροβολήσουν στον κήπο με το ντουφέκι. Ο πυροβολισμός αυτός θα μου πει ότι οι προσπάθειες μου δεν πήγαν χαμένες. Οι μεγαλοφυίες όλων των εποχών και όλων των χωρών του κόσμου μιλούν σε διαφορετικές γλώσσες, αλλά μέσα σ' όλους καίει μία και μόνη φλόγα. Ω, αν ξέρατε ποια ουράνια ευτυχία δοκιμάζει τώρα η ψυχή μου που ξέρω πώς να τους καταλάβω! ».

Η επιθυμία του κατάδικου εκπληρώθηκε και ο τραπεζίτης πρόσταξε να πυροβολήσουν στον κήπο δυο φορές.
Στη συνέχεια, μετά το δέκατο χρόνο, ο νομικός καθόταν ακίνητος στο τραπέζι και διάβαζε μόνο το Ευαγγέλιο. Στον τραπεζίτη φαινόταν περίεργο που ένας άνθρωπος ο οποίος κατάφερε να διαβάσει σε τέσσερα χρόνια εξακόσιους δύσκολους τόμους χρειάστηκε ένα σχεδόν χρόνο για να διαβάσει ένα ευκολονόητο και όχι χοντρό βιβλίο. Μετά το Ευαγγέλιο πήραν σειρά η ιστορία των θρησκειών και η θεολογία.
Τα τελευταία δυο χρόνια της φυλάκισης ο κατάδικος
διάβαζε υπερβολικά πολύ, χωρίς καμία διάκριση.
Τη μια φορά μελετούσε φυσικές επιστήμες, την άλλη ζητούσε Μπάυρον ή Σαίξπηρ. Σε μερικά σημειώματα του παρακαλούσε να του στείλουν ταυτόχρονα και χημεία και εγχειρίδιο ιατρικής και μυθιστόρημα και κάποια φιλοσοφική ή θεολογική πραγματεία. Μ' όλα αυτά τα διαβάσματα που έκανε, έμοιαζε σαν να κολυμπούσε στη θάλασσα, ανάμεσα στα συντρίμμια κάποιου καραβιού, και, επιθυμώντας να σωθεί, πιανόταν άπληστα πότε απ' το 'να συντρίμμι και πότε απ' τ' άλλο!

II

Ο γερο-τραπεζίτης θυμόταν όλα αυτά και σκεπτόταν:
«Αύριο στις 12 το μεσημέρι θα είναι ελεύθερος. Κατά τη συμφωνία, υποχρεώνομαι να του πληρώσω δυο εκατομμύρια. Αν το κάνω, για μένα όλα τελειώνουν, θα χρεοκοπήσω οριστικά...». Πριν από δεκαπέντε χρόνια δεν ήξερε κι ο ίδιος πόσα εκατομμύρια είχε, αλλά τώρα φοβόταν να θέσει στον εαυτό του το ερώτημα: Τα λεφτά που είχε ή τα χρέη του ήταν περισσότερα; Το ριψοκίνδυνο χρηματιστηριακό παιχνίδι, οι τολμηρές κερδοσκοπίες και
το θερμόαιμο του χαρακτήρα του, απ' το οποίο δεν μπορούσε ν' απαλλαγεί ακόμα και στα γεράματα, οδήγησαν λίγο λίγο τις δουλειές του σε παρακμή και ο απαθής, ο επαρμένος, ο περήφανος ζάπλουτος μεταμορφώθηκε σ' έναν κοινό και μέτριο τραπεζίτη που τρέμει σε κάθε άνοδο και κάθοδο στις αξίες που έπαιρναν τα χρεόγραφα.
— Καταραμένο στοίχημα! μουρμούριζε ο γέρος πιάνοντας με απόγνωση το κεφάλι του. Γιατί δεν πέθανε αυτός ο άνθρωπος; Είναι ακόμα σαράντα χρονών. Θα μου πάρει ό,τι έχω και δεν έχω, θα παντρευτεί, θα απολαύσει τη ζωή, θα παίζει στο χρηματιστήριο, κι εγώ, σαν ζητιάνος, θα βλέπω με ζήλια και θ' ακούω κάθε μέρα να μου λέει τα ίδια λόγια: «Μένω υπόχρεος απέναντι σας για την ευτυχία μου, επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω!». Ε όχι, αυτό πάει πολύ!
Η μοναδική σωτηρία από τη χρεοκοπία και την ντροπή είναι ο θάνατος αυτού του ανθρώπου!
Χτύπησε η ώρα τρεις. Ο τραπεζίτης έβαλε το αυτί του ν' αφουγκραστεί. Στο σπίτι όλοι κοιμούνταν και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο θόρυβος έξω απ' τα παράθυρα που έκαναν τα παγωμένα απ' το κρύο δέντρα. Προσπαθώντας να μη βγάλει ούτε άχνα, πήρε από το χρηματοκιβώτιο το κλειδί της πόρτας, η οποία δεν άνοιξε ποτέ στη διάρκεια δεκαπέντε χρόνων, φόρεσε το παλτό του και βγήκε απ' το σπίτι.

Έξω ήταν σκοτεινά κι έκανε κρύο. Έβρεχε. Στο αλσύλλιο φυσούσε με βουητό δυνατός υγρός αέρας, που έκανε τα δέντρα να γέρνουν ακατάπαυστα μια από δω και μια από κει. Ο τραπεζίτης προσπαθούσε να εντείνει την όραση του, αλλά δεν έβλεπε ούτε γη ούτε άσπρα αγάλματα ούτε δέντρα ούτε την πτέρυγα. Πλησιάζοντας προς το μέρος της, φώναξε δυο φορές το φύλακα. Απάντηση καμία. Ήταν φανερό ότι είχε πάει να καλυφθεί απ' την κακοκαιρία και τώρα θα κοιμόταν κάπου στην κουζίνα ή στο θερμοκήπιο.
«Αν έχω το κουράγιο να κάνω αυτό που σκοπεύω να κάνω» σκέφτηκε ο γέρος «η υποψία θα πέσει πρώτα απ' όλα στο φύλακα».
Ψηλαφώντας στο σκοτάδι τα σκαλοπάτια και την πόρτα, μπήκε στον προθάλαμο της πτέρυγας. Προχώρησε λίγο χωρίς να βλέπει και βρέθηκε σ' ένα μικρό διάδρομο. Άναψε ένα σπίρτο. Δεν υπήρχε ψυχή. Είδε μόνο το κρεβάτι χωρίς στρώμα, ενώ στη γω νιά μαύριζε μια μαντεμένια σόμπα. Οι σφραγίδες στην πόρτα που οδηγούσε στο δωμάτιο του φυλακισμένου ήταν άθικτες...
Όταν έσβησε το σπίρτο, ο γέρος, τρέμοντας από την ταραχή, κοίταξε στο παραθυράκι. Μέσα στο δωμάτιο φώτιζε αμυδρά ένα κερί. Ο ίδιος ο φυλακισμένος καθόταν κοντά στο τραπέζι. Φαινόταν μόνο η ράχη του, τα μαλλιά του κεφαλιού και τα πόδια. Πάνω στο τραπέζι, στα δυο καθίσματα και στο χαλί, κοντά στο τραπέζι, βρίσκονταν ανοιχτά βιβλία.
Πέρασαν πέντε λεπτά κι ο φυλακισμένος δεν κουνήθηκε ούτε μια φορά. Τα δεκαπέντε χρόνια στη φυλακή τον δίδαξαν να κάθεται ακίνητος. Ο τραπεζίτης χτύπησε με το δάχτυλο στο παράθυρο, αλλά ο φυλακισμένος δεν απάντησε στο χτύπο ούτε με μια κίνηση. Ο τραπεζίτης τότε έβγαλε προσεχτικά απ' την πόρτα τη σφραγίδα κι έβαλε το κλειδί στην κλειδαρότρυπα. Από τη σκουριασμένη κλειδαριά ακούστηκε ένας βραχνός ήχος και η πόρτα έτριξε. Ο τραπεζίτης περίμενε ότι θ' ακουστεί αμέσως κραυγή έκπληξης και βήματα, αλλά πέρασαν δυο τρία λεπτά και μέσα ήταν ησυχία όπως πρώτα. Αποφάσισε να μπει στο δωμάτιο.
Στο τραπέζι καθόταν ακίνητος ένας άνθρωπος που δεν έμοιαζε με τους συνηθισμένους ανθρώπους. Ήταν σκελετός τυλιγμένος εφαρμοστά με δέρμα, είχε μακριά, όπως οι γυναίκες, σγουρά μαλλιά και τραχύμαλλη γενειάδα. Το χρώμα στο πρόσωπο του ήταν κίτρινο με χωματένια απόχρωση, τα μάγουλα βαθουλωτά, η ράχη μακρουλή και στενή, και το χέρι με το οποίο κρατούσε το μαλλιαρό του κεφάλι ήταν τόσο λεπτό κι αδύνατο, που, όταν το κοίταζες, ένιωθες φρίκη. Τα μαλλιά του έλαμπαν σαν ασήμι και, κοιτάζοντας το γεροντικό κι εξαντλημένο πρόσωπο, κανένας δε θα πίστευε ότι ήταν μόνο σαράντα χρονών. Κοιμόταν... Μπροστά στο γερμένο κεφάλι του, πάνω στο τραπέζι, ήταν ένα φύλλο χαρτιού, που είχε κάτι γραμμένο με ψιλά γράμματα.
«Απαίσιος άνθρωπος!» σκέφτηκε ο τραπεζίτης. «Κοιμάται και στα όνειρα του ίσως βλέπει εκατομμύρια!
Αρκεί να πάρω αυτόν το μισοπεθαμένο, να τον πετάξω στο κρεβάτι και να τον πνίξω απλά με το μαξιλάρι. Ακόμα και η πιο ευσυνείδητη πραγματογνωμοσύνη δεν πρόκειται να βρει σημάδια βίαιου θανάτου. Αλλά ας κοιτάξουμε πρώτα να δούμε τι γράφει εδώ».
Ο τραπεζίτης πήρε απ' το τραπέζι το χαρτί και διάβασε τα εξής:

«Αύριο στις 12 το μεσημέρι παίρνω την ελευθερία μου και το δικαίωμα να επικοινωνώ με τους ανθρώπους. Προτού όμως αφήσω αυτό το δωμάτιο και προτού ιδώ τον ήλιο, θεωρώ αναγκαίο να σας πω λίγα λόγια. Με καθαρή τη συνείδηση μπροστά στο Θεό, ο οποίος με βλέπει, σας δηλώνω ότι περιφρονώ και την ελευθερία και τη ζωή και την υγεία και όλα όσα ονομάζονται στα βιβλία σας αγαθά του κόσμου.
Επί δεκαπέντε χρόνια σπούδασα προσεχτικά τη ζωή. Είναι αλήθεια ότι δεν είδα γη και ανθρώπους, αλλά, διαβάζοντας τα βιβλία σας, γεύτηκα το αρωματικό κρασί, τραγούδησα τραγούδια, κυνήγησα ελάφια κι αγριογούρουνα, αγάπησα γυναίκες... Αιθέριες καλλονές, πλασμένες με τη μαγεία που τους εμφύσησε η μεγαλοφυία των ποιητών σας, μ' επισκέπτονταν τα βράδια σαν ένα πανάλαφρο σύννεφο και μου έλεγαν ψιθυριστά υπέροχα παραμύθια, με τα οποία μεθούσε το μυαλό μου. Μέσα από τα βιβλία σας σκαρφάλωνα στις κορφές του Έλμπορους και του Μονμπλάν, απ' όπου τα πρωινά έβλεπα τον ήλιο να ανατέλλει και τα δειλινά να πλημμυρίζει τον ουρανό, τον ωκεανό και τις κορφές των βουνών με το πορφυρό του χρυσάφι. Από κει ψηλά έβλεπα πώς έλαμπαν οι αστραπές, όταν πάνω απ' το κεφάλι μου χαράκωναν εκτυφλωτικά τα σύννεφα. Έβλεπα πράσινα δάση, λιβάδια, ποτάμια, λίμνες, πόλεις, άκουγα τις Σειρήνες να τραγουδούν και τους βοσκούς να παίζουν τις φλογέρες τους, ψηλάφιζα τα φτερά υπέροχων διαβόλων που έρχονταν πετώντας να μιλήσουμε για το Θεό... Ριχνόμουν μέσα στην απύθμενη άβυσσο των βιβλίων σας, έκανα θαύματα, σκότωνα, έκαιγα πόλεις, έκανα κηρύγματα νέων θρησκειών, κατακτούσα ολόκληρα βασίλεια...
Τα βιβλία σας μου 'δωσαν σοφία. Όλα αυτά που για αιώνες δημιουργούσε η ακούραστη ανθρώπινη σκέψη στριμώχτηκαν στο κρανίο μου σ' ένα μικρό σβόλο. Ξέρω ότι είμαι πιο γνωστικός απ' όλους σας.
Περιφρονώ τα βιβλία σας κι όλα τα καλά του κόσμου, περιφρονώ τη σύνεση και τη σοφία. Είναι όλα ασήμαντα, εφήμερα, πλασματικά κι απατηλά, είναι αρρωστημένη φαντασία. Είστε σοφοί και περήφανοι, αλλά ο θάνατος θα σας εξαφανίσει από το πρόσωπο της γης, ακριβώς όπως θα κάνει και με τα ποντίκια που είναι κάτω από το πάτωμα. Όσο για τους απογόνους σας, την ιστορία, την αθανασία των μεγαλοφυών ανθρώπων σας, θα παγώσουν όλα ή θα καούν κι αυτά μαζί με τη γήινη σφαίρα.
Έχετε χάσει το λογικό σας και δε βαδίζετε στο σωστό δρόμο. Το ψέμα το δέχεστε σαν αλήθεια και την ασχήμια σαν ομορφιά. Θα σας έκανε έκπληξη αν, σαν αποτέλεσμα κάποιων συνθηκών, στις μηλιές και στις πορτοκαλιές μεγάλωναν ξαφνικά, αντί καρπών, βάτραχοι και σαύρες
ή αν τα τριαντάφυλλα άρχιζαν να αναδίνουν μυρουδιά ιδρωμένων αλόγων. Εκπλήσσομαι, λοιπόν, με σας, που ανταλλάξατε τον ουρανό με τη γη. Δε θέλω να σας καταλάβω.
Για να σας αποδείξω στην πράξη την περιφρόνηση μου σε κάτι με το οποίο εσείς ζείτε, αρνούμαινα πάρω τα δύο εκατομμύρια, τα οποία κάποτε ονειρευόμουν σαν να ήταν ο παράδεισος και τα οποία τώρα καταφρονώ. Για να αφαιρέσω από τον εαυτό μου το δικαίωμα αυτό, θα βγω
από δω πέντε ώρες πριν από το συμφωνημένο χρόνο και, με τον τρόπο αυτό, θα καταπατήσω τη συμφωνία».
Αφού τα διάβασε αυτά, ο τραπεζίτης άφησε το χαρτί στο τραπέζι, φίλησε τον παράξενο άνθρωπο στο κεφάλι, άρχισε να κλαίει και βγήκε από την πτέρυγα.
Ποτέ άλλη φορά, ακόμα κι ύστερα από μεγάλες χασούρες στο χρηματιστήριο, δεν αισθανόταν τέτοια καταφρόνηση για τον εαυτό του όπως τώρα.
Όταν έφτασε στο σπίτι ξάπλωσε στο κρεβάτι, αλλά η συγκίνηση και τα κλάματα δεν τον άφηναν να κοιμηθεί
για πολλή ώρα...
Την άλλη μέρα το πρωί έτρεξαν χλωμοί οι φύλακες και του ανακοίνωσαν ότι ο άνθρωπος που έμενε στην πτέρυγα βγήκε απ' το παράθυρο στον κήπο, πήγε στην εξώπορτα κι ύστερα κάπου εξαφανίστηκε.
Ο τραπεζίτης μαζί με τους υπηρέτες πήγε αμέσως στην πτέρυγα και διαπίστωσε την απόδραση του φυλακισμένου του. Για να μην προκληθούν περιττές διαδόσεις, πήρε απ' το τραπέζι το χαρτί με την απάρνηση και, επιστρέφοντας στο σπίτι του, το κλείδωσε μέσα στο χρηματοκιβώτιο.


Άντον Τσέχωφ, Διηγήματα και Μονόπρακτα. Μια επιλογή.Μτφρ.Βασίλης Ντινόπουλος,Γιώργος Τσακνιάς,Πατάκης 2004