Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2021

Οι ξένες λέξεις

Τη Δευτέρα 11 Ιανουαρίου έφυγε από τη ζωή ο εξαίρετος συγγραφέας  Βασίλης Αλεξάκης. Στη μνήμη του ακολουθεί ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημά του "Οι ξένες λέξεις" για το οποίο έχουν πει ότι αποτελεί: " Το εκπληκτικό ταξίδι ενός σύγχρονου Οδυσσέα που ταξιδεύει πάνω στη σχεδία των λέξεων" και ότι: " Οι ξένες λέξεις σού ανοίγουν ένα δρόμο, σε βοηθούν να ζήσεις, όπως όλα τα μεγάλα μυθιστορήματα". 
Στην Ελλάδα το μυθιστόρημα αυτό  βραβεύτηκε το 2004 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος .

 Η πρώτη λέξη που έμαθα στα σάνγκο είναι μπαμπα, " ο μπαμπάς ".  Δεν δυσκολεύτηκα βέβαια να τη συγκρατήσω. " Ο πατέρας μου" μεταφράζεται μπαμπα τι μπι. Η κτητική αντωνυμία "μου" δεν συναντάται προφανώς σ' αυτή τη γλώσσα, γιατί μπι σημαίνει "εγώ". Μπαμπα τι μπι θα πει στην κυριολεξία " ο πατέρας του εαυτού μου". Κοντορο σημαίνει "χωριό" , και επίσης "χώρα".  Αν ήμουν υποχρεωμένος να δώσω τα στοιχεία της ταυτότητάς μου, θα έλεγα:
- Κοντορο τι μπι είναι η Ελλάδα.
Υπάρχει άραγε στα σάνγκο η λέξη Ελλάδα; Αλλά δεν έχω διάθεση να μιλήσω  για μένα ( μπι, το επαναλαμβάνω). Νομίζω ότι έχω εξαντλήσει το θέμα των ταξιδιών μου μεταξύ Αθήνας και Παρισιού. Αντιλαμβάνομαι άλλωστε ότι δεν παρουσιάζεται πια κανένα ενδιαφέρον: πολλά αεροπλάνα συνδέουν καθημερινά τις δύο πρωτεύουσες κι είναι σχεδόν πάντα γεμάτα. Δεν έχω ούτε τη διάθεση να επινοήσω κάποια ιστορία. Θα έπρεπε σίγουρα να το κάνω, γιατί τα μυθιστορήματά μου είναι σχετικά λίγα. Οφείλω ωστόσο να διευκρινίσω ότι η μετάφραση των βιβλίων μου από τα ελληνικά στα γαλλικά ή από τα γαλλικά στα ελληνικά μού τρώει πολύ χρόνο. Η εργογραφία μου θα αριθμούσε σαφώς περισσότερους τίτλους αν δεν ήμουν αναγκασμένος να γράφω κάθε βιβλίο μου δύο φορές.
Καμιά ιδέα μυθιστορήματος δεν μου ήρθε τους τελευταίους μήνες. Λες να απογοητεύτηκα από τη χλιαρή, αν όχι ψυχρή ( ντε λέγεται το κρύο σα σάνγκο) υποδοχή που είχε πέρυσι ο Μολυβένιος στρατιώτης; Πολλές  φορές συγκινήθηκα εξιστορώντας τις περιπέτειες της Μαρτίν, ενός μικρού κοριτσιού ερωτευμένου μ' ένα μολυβένιο  στρατιώτη, και πίστευα ότι θα άγγιζαν το αναγνωστικό κοινό. Δυστυχώς όμως δεν το άγγιξαν.
- Το δημοσιεύσαμε πιο νωρίς ή πιο αργά απ' ό,τι έπρεπε το βιβλίο σου, μου είπε ο εκδότης μου κοιτάζοντας αφηρημένα από το παράθυρο. Οι Γάλλοι δεν έχουν διάθεση για κλάματα φέτος.
Ο Μολυβένιος στρατιώτης θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά στο τέλος αυτού του έτους. Έκανα αρκετές αλλαγές στο μυθιστόρημά μου μεταφράζοντάς το, αφαίρεσα ένα σωρό φράσεις, συντόμευσα αισθητά τον εσωτερικό μονόλογο της Μαρτίν στο υπόγειο της Γκαλερί Λαφαγιέτ. Ξαναδιαβάζοντας τα γραπτά μου υπό το πρίσμα μιας άλλης γλώσσας, βλέπω καλύτερα τις αδυναμίες τους, τις διορθώνω, πράγμα που εξηγεί ότι προτιμώ να με διαβάζουν σε μετάφραση παρά στο πρωτότυπο. Ελπίζω οι συμπατριώτες μου να υποδεχτούν θερμότερα τη Μαρτίν. Αλλά μπορεί να μην έχουν διάθεση για κλάματα ούτε αυτοί.
Μια μόνο ιδέα μού ήρθε από τότε που τελείωσα αυτή τη μετάφραση: να ανακαλύψω μια νέα γλώσσα. Στην αρχή τη βρήκα εξωφρενική. Τι τη χρειαζόμουν μια τρίτη γλώσσα; Θυμήθηκα πόσο είχα κοπιάσει όταν ήμουν είκοσι τεσσάρων χρονών για να μάθω τα γαλλικά, και τις προσπάθειες που είχα καταβάλει δέκα χρόνια αργότερα για να συμφιλιωθώ με τη μητρική μου γλώσσα. Ανέτρεξα ακόμη πιο μακριά στο παρελθόν, στην εποχή που η μητέρα μου μού δίδασκε το ελληνικό αλφάβητο. Δυσκολευόμουν απίστευτα να ξεχωρίσω το ένα γράμμα από το άλλο. Η μητέρα μου απελπιζόταν. Ανακάλυψε  πολύ νωρίς ότι  δεν είχα καμία κλίση στις γλώσσες. Δεν έχω συγκρατήσει σχεδόν τίποτε από τα μαθήματα αγγλικών που παρακολούθησα επί σειρά ετών στο σχολείο.
Κι όμως, μου ήταν αδύνατο ν' απαλλαγώ από αυτή την ιδέα. Έπρεπε άραγε να παραδεχτώ ότι είχε κάποιο νόημα; Μήπως ήθελα ν' αποδείξω στον εαυτό μου ότι ήμουν ακόμη ικανός, στα πενήντα δύο μου χρόνια, να μάθω κάτι καινούργιο; Μοιραία γίνεται κανείς λίγο βλάκας όταν αρχίζει τη σπουδή μιας γλώσσας, επιστρέφει στη νηπιακή ηλικία. Να νοσταλγούσα άραγε αυτή την περίοδο της ζωής μου όπου δεν ήξερα ακόμη να μιλάω; Όσο κι αν με ταλαιπώρησε η κατάκτηση των γαλλικών, μου πρόσφερε κάποιες χαρές. Ορισμένες από τις λέξεις που ανακάλυπτα μ' ενθουσίαζαν, και προσπαθούσα, όχι χωρίς κέφι, να τις συνδυάζω μεταξύ τους για να σχηματίζω φράσεις. Τα γαλλικά με διασκεδάζουν λιγότερο από τότε που έγινα ένα είδος εργαλείου που μου επιτρέπει να βγάζω, άλλοτε καλά και άλλοτε όχι, τα προς το ζην. Δεν τα βλέπω πια ως ξένη γλώσσα: πάνε τόσα χρόνια που τα έμαθα ώστε μου φαίνεται ότι τα ήξερα ανέκαθεν. Ίσως σκέφτηκα να ανακαλύψω μια ξένη γλώσσα απλά και μόνο επειδή δεν ήξερα καμιά.
Το σχέδιο μου ωρίμαζε ερήμην μου. Ένα πρωί, ανοίγοντας τα μάτια μου, συλλογίστηκα την Αφρική. " Θα μάθω μια αφρικάνικη γλώσσα ελάχιστα γνωστή", είπα μέσα μου. Κι η ιδέα  αυτή μου έκανε κατάπληξη, γιατί δεν ξέρω καθόλου την Αφρική. Δεν είχα ασχοληθεί μαζί της παρά μόνο όταν ήμουν παιδί ή έφηβος. Ήξερα ότι ζούσε κατά διαστήματα εφιαλτικά δράματα, που όμως δεν με απασχολούσαν ιδιαίτερα. Απλά αρνιόμουν ν' αγοράζω πορτοκάλια Νότιας Αφρικής. Η άγνοιά μου μου απαγόρευε να κάνω κουβέντες με τους μαύρους που συναντούσα στο Παρίσι ή στην Αθήνα. Σε τι θα ωφελούσε να τους ρωτούσα ποια ήταν η χώρα τους εφόσον ήμουν ανίκανος να την τοποθετήσω στο χάρτη; Κάθε Αφρικανός που αντάμωνα πρόσθετε λίγο μυστήριο στην αμάθειά μου. Τι σήμαινε λοιπόν αυτή η αιφνίδια περιέργεια για τη μαύρη κουλτούρα; Και γιατί είχα την πρόθεση να επιλέξω  μια γλώσσα περιθωριακή;. Για να κάνω το εγχείρημά μου ακόμη πιο ασυνήθιστο; Από αλληλεγγύη προς τις μικρές γλώσσες που δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να επιβάλουν τη φωνή τους; Μεταξύ των γλωσσών αυτών συγκαταλέγονται και τα ελληνικά.
Τα βιβλία και οι ταινίες των παιδικών μου χρόνων εμφάνιζαν την Αφρική ως το σταυροδρόμι όλων των κινδύνων. Ο Ταρζάν ήταν μονίμως σε υπερένταση. Είχε βέβαια μερικούς φίλους, έναν ελέφαντα που τον χρησιμοποιούσε ως μεταφορικό μέσο κι έναν παιχνιδιάρη πίθηκο ( ο Ταρζάν γελούσε πότε - πότε), ζούσε ωστόσο υπό τη διαρκή απειλή αιμοβόρων ζώων και ανθρωποφάγων πολεμιστών. Οι τελευταίοι εκφράζονταν σε μια υποτυπώδη γλώσσα, που τους επέτρεπε όμως να καταστρώνουν καταχθόνια σχέδια. Οι λευκοί που ταξίδευαν διαμέσου της ζούγκλας ήταν κυρίως σωματέμποροι και κυνηγοί ελεφάντων.
Παρ' όλα αυτά η Αφρική με γοήτευε. Υποκαθιστούσε στην ασφυκτική κοινωνία που ήξερα ένα χώρο ελεύθερο, όπου όλα έπρεπε να τα φτιάξει κανείς απ' την αρχή, όπου όλα ήταν ακόμη δυνατά. Καμιά άλλη ήπειρος δεν ερέθιζε τόσο τη φαντασία μου.  Ήταν σαν μια απέραντη παιδική χαρά. Η περίφημη κραυγή του Ταρζάν αντηχούσε στ' αφτιά μου σαν ένας ύμνος στην ελευθερία. Ονειρευόμουν να κοιμηθώ σ' ένα κρεβάτι στρωμένο με φύλλα. Το λιοντάρι που μούγκριζε στην αρχή των ταινιών της Μέτρο Γκόλντουιν Μάγιερ δεν με τρόμαζε. Αντίθετα, έβρισκα υπερβολικά σύντομη την παρουσία του. Θα ρρώ άλλωστε ότι αυτής ακριβώς της εταιρείας παραγωγές ήταν οι ταινίες με τον Ταρζάν, τον οποίο υποδυόταν ο Τζόνι Βαϊσμίλερ. Κάναμε ουρά για να τις δούμε στο σινεμά στο σινεμά της γειτονιάς, όπου παίζονταν τα πρωινά της Κυριακής.
Ξαναβρίσκαμε τον Ταρζάν σε μια επιφυλλίδα που έγραφε ο δημοσιογράφος Νίκος Ρούτσος και που κυκλοφορούσε σε εβδομαδιαία τεύχη από τα περίπτερα. Αλλά ο Ταρζάν του Ρούτσου ήταν ένας άντρας ώριμος που ζήλευε τους ανταγωνιστές του και ήταν πολύ λιγότερο συμπαθής από τον ήρωα του Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ. Η τεράστια επιτυχία των εν λόγω φυλλαδίων οφειλόταν σ' έναν καινούργιο θαμώνα της ζούγκλας, πιο νέο και πιο δυνατό από τον Ταρζάν, με μελαψό δέρμα, θρέμμα θηλυκού γορίλα κι αυτός , που είχε για μας το ασύγκριτο πλεονέκτημα να είναι ελληνικής καταγωγής. Οναμαζόταν Γκαούρ. Το όνομα αυτό θυμίζει την τουρκική λέξη γκιαούρ, " άπιστος", που χρησιμοποιούσαν οι Οθωμανοί εις βάρος των Ελλήνων. Παρά την εντιμότητα και την αφέλειά του, ο Γκαούρ εκνεύριζε τον Ταρζάν, που σχεδίαζε κατά καιρούς να τον εξολοθρεύσει και να του κλέψει τη μνηστή του, μια εκρηκτική μελαχρινή ονόματι Ταταμπού, που προερχόταν επίσης από τους κόλπους της ελληνικής διασποράς. Θυμάμαι ακόμη μια συγκινητική σκηνή όπου ο Γκαούρ και η Ταταμπού προσπαθούν να κατασκευάσουν την ελληνική σημαία χρωματίζοντας με μπλε τις τέσσερις γωνίες ενός λευκού υφάσματος ώστε να σχηματιστεί στο κέντρο του ένας σταυρός. Πολλές εικόνες συνόδευαν την επιφυλλίδα. Τα πανίσχυρα μπούτια και τα σαν οβίδες βυζιά της Ταταμπού, που φορούσε ένα μπικίνι από δέρμα τίγρης, μου δημιουργούσαν άπειρες φαντασιώσεις. Η Αφρική με γοήτευε για τον πρόσθετο λόγο ότι τη φανταζόμουν κατοικημένη από ημίγυμνες γυναίκες. Πολλά άλλωστε λαϊκά τραγούδια της εποχής μνημόνευαν την ομορφιά των μαύρων γυναικών και τις μεθυστικές τροπικές νύχτες. Ο Βασίλης Τσιτσάνης διατύπωνε σ' ένα χιουμοριστικό άσμα την επιθυμία να γνωρίσει προσωπικά τον Ταρζάν:

Μέσα στη ζούγκλα τον Ταρζάν θα πάω να συναντήσω
Να παίξω φίνο μπαγλαμά κι ίσως τον συγκινήσω.

Γύρω στα δεκαπέντε μου ανακάλυψα μια άλλη Αφρική, πολύ λιγότερο συναρπαστική από αυτή του Μπάροουζ ή του Ιουλίου Βερν, χάρη στο μυθιστόρημα του Μ. Καραγάτση Άμρι α Μούγκου, που φέρει τον υπότιτλο " Στο χέρι του Θεού". Ο συγγραφέας εξιστορεί τις περιπέτειες δύο Ελλήνων ναυτικών που παρατούν τη δουλειά τους και περιπλανώνται στη μαύρη ήπειρο σε αναζήτηση ενός μυστηριώδους ατόμου, ενός Γερμανού θαρρώ, με τον οποίο δεν καταφέρνουν να έρθουν ποτέ σε επαφή. Κερδίζουν πολλά λεφτά, αλλά χάνουν σιγά - σιγά την υγεία τους και τα λογικά τους, γιατί οι τοπικοί θεοί τούς βλέπουν με κακό μάτι. Δεν ξέρω αν είχε διαβάσει ο Καραγάτσης την Καρδιά του σκότους του Κόνραντ, που αναφέρεται στην έρευνα γύρω από ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο χαμένο στη ζούγκλα. Σε ό,τι με αφορά, δεν ανακάλυψα αυτό το μυθιστόρημα παρά πολύ αργότερα, όταν ήμουν ήδη στη Γαλλία. Μου έχει μείνει η ανάμνηση μιας διαδρομής μέσα από πυκνές σκιές και μιας φωνής που ακούγεται δύο φορές, όπως στο τέλος μιας όπερας: " Φρίκη! Φρίκη!"
Είμαι περίπου βέβαιος ότι ο Καραγάτσης δεν κατονομάζει τη γλώσσα που του ενέπνευσε τον τίτλο του αφηγήματός του. Πώς λέγεται ο " Θεός" στα σάνγκο; Νζαπα, μόλις το βρήκα στο λεξικό, λέγεται Νζαπα. Μαθαίνω ταυτόχρονα την έκφραση νγκου τι Νζαπα, " το νερό του Θεού", που υποδηλώνει τη βροχή. Το άρθρο τι, " του" ή " της", το έχω εμπεδώσει άριστα. Αν υπήρχε ένας Θεός του κρύου, θα ονομαζόταν ασφαλώς Νζαπα τι ντε. Δεν χρησιμοποιώ τόνους στα σάνγκο γιατί καμία συλλαβή δεν προφέρεται εντονότερα από τις άλλες.
Πόσοι Έλληνες να ζούσαν στην Αφρική την εποχή της αποικιοκρατίας; Ήξερα ότι ένας ξάδελφος της μητέρας μου ήταν εγκατεστημένος στο Κέιπ Τάουν και ότι δούλευε στους σιδηροδρόμους. Η γιαγιά μου από τη μεριά του πατέρα μου, που είχε γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια στο τέλος του 19ου αιώνα, αναπολούσε ασταμάτητα την ευημερία των ελληνικών κοινοτήτων της Αιγύπτου. Υποστήριζε ότι είχε γνωρίσει τον Καβάφη, πράγμα που μου φαινόταν καταπληκτικό. Απεχθανόταν τον Νάσερ, που είχε αναγκάσει τους ξένους να πάρουν δρόμο. Κατά τη γνώμη της ήταν ένας αχάριστος:
- Αν δεν υπήρχαν οι Έλληνες, μας διαβεβαίωνε, η Αλεξάνδρεια θα είχε παραμείνει ένα χωριό.
Είχε εγκαταλείψει την Αίγυπτο το 1911, λίγο πριν γεννήσει τον πατέρα μου, γιατί ήθελε να τον μεγαλώσει στη χώρα των προγόνων της. Ο άντρας της την είχε ακολουθήσει με δύο χρόνια καθυστέρηση, όσο του είχε χρειαστεί για να πουλήσει την επιχείρησή του, μια βιομηχανία ζυμαρικών, και ν' αποχαιρετήσει την αδελφή του την Κλοτίλδη, που ζούσε στο Μπανγκί. Η μοναδική φωτογραφία του παππού μου που έχω δει ποτέ είναι τραβηγμένη στο Μπανγκί, κατά τη διάρκεια αυτής της επίσκεψης προφανώς. Πέθανε πολύ νέος, στην αρχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, από τύφο.
- Γίνεται πολύς λόγος για τις επιδημίες που μαστίζουν την Αφρική, έλεγε η γιαγιά μου, ωστόσο τον άντρα μου η Ελλάδα τον σκότωσε.
Στη φωτογραφία, που έχει χρώμα καφετί, βαστάει ένα τουφέκι κι ακουμπά το πόδι του στη ράχη ενός λιονταριού από χαρτόνι. Φαίνεται να τον διασκεδάζει η κατάσταση αυτή, γιατί έχει στα χείλη το ίδιο συγκρατημένο χαμόγελο που τον έκανε να μοιάζει τόσο με τον πατέρα μου. Μερικές γλάστρες με εξωτικές πρασινάδες συμπληρώνουν τη σύνθεση, που είναι έργο του " Στούντιο ντε Παρί, οδός Πολ Κράμπελ, Μπανγκί", όπως αναγράφεται στο κάτω μέρος της εικόνας με ασημένια γράμματα. Όταν ήμουν παιδί, ταύτιζα τον άνθρωπο με το τουφέκι με τον πατέρα μου και πίστευα ότι ήμουν γιος τυχοδιώκτη. Κάποια μέρα έμαθα ότι δεν ήταν αλήθεια. Ο πατέρας μου μου ομολόγησε ότι δεν είχε πάει ποτέ στην Αφρική και ότι ήταν υπεύθυνος του δημοτικού γραφείου τελετών.
- Ασχολούμαι με τους πεθαμένους, μου είπε κάπως προκλητικά. Ξέρεις τι πάει να πει " πεθαμένος";
Δεν το καλοήξερα. Συλλογίστηκα όμως το λιοντάρι, που είχε ακουμπισμένο το κεφάλι του καταγής και τα μάτια κλειστά, και απάντησα "ναι".
Ξαναείδα για τελευταία φορά αυτή τη φωτογραφία όταν σφάλισα το σπίτι των γονιών μου στην Αθήνα, όπου κανείς δεν κατοικεί πια. Έχουν πεθάνει και οι δύο, η μητέρα μου προ εννέα ετών, ο πατέρας μου στις 7 Μαρτίου αυτού του χρόνου. Τη βρήκα στη συνηθισμένη της θέση, σ' ένα συρτάρι του μπουφέ, προσεκτικά τυλιγμένη με ριζόχαρτο. Μου έκανε ξανά εντύπωση η ομοιότητα ανάμεσα στον παππού μου και τον πατέρα μου. Σκέφτηκα προς στιγμήν να τη βάλω στην τσέπη μου, αλλά δε μου φάνηκε σωστό. Τελικά δεν πήρα τίποτα εκτός από το γράμμα που έγραψε ο παππούς μου στον πατέρα μου φεύγοντας για το μέτωπο. Να προαισθανόταν άραγε ότι οι μέρες του ήταν μετρημένες; Το γεγονός ότι ένιωσε την ανάγκη να εκφράσει την αγάπη του στο γιο του. Ο πατέρας μου δεν ήξερε ακόμη να διαβάζει. Όταν έφτασε στην ηλικία που μπορούσε ν' αποκρυπτογραφήσει το μήνυμα, συγκινήθηκε τόσο πολύ που αναγκάστηκε να σταματήσει την ανάγνωση στην τρίτη γραμμή.
Μου τα είπε όλα αυτά πέρυσι, προς το τέλος του χρόνου, ενώ είχε ήδη αρχίσει να χάνει τις δυνάμεις του. Ήταν ογδόντα έξι χρονών.
- Καταλαβαίνεις, είπε, ο πατέρας μου είχε πεθάνει όταν άνοιξα το γράμμα του.
- Και πότε το διάβασες;
- Ποτέ...Δοκίμασα άλλες φορές...Αμέσως όμως γέμιζαν δάκρυα τα μάτια μου...Δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω την τρίτη γραμμή.
Διαπίστωσα ότι του ήταν αδύνατο να αναφερθεί στην επιστολή του πατέρα του χωρίς να συγκινηθεί. Του σκούπισα τα μάγουλα μ' ένα χαρτομάντηλο. Υπήρχαν ροζ, γαλάζια και πρασινωπά χαρτομάντιλα μέσα στο κουτί.
- Ποιος θα το διαβάσει; τον ρώτησα με κάποια δόση αφέλειας.
- Εσύ! είπε ορθώνοντας το σώμα του. Εσύ!
Το πήρα λοιπόν το γράμμα, αλλά δεν το έβγαλα απ' το φάκελό του, όπου είναι απ' το φάκελό του, όπου είναι σημειωμένο το όνομά του πατέρα μου, με μελάνι και πλαγιαστή γραφή, κι από κάτω το δικό μου, γραμμένο αδέξια με μολύβι. Δεν βιάζομαι να το διαβάσω. Ας κάνει ακόμη λίγη υπομονή αυτή η επιστολή, που περιμένει να διαβαστεί από το 1915.
Ήταν στο ίδιο συρτάρι με τη φωτογραφία. Δεν πείραξα τίποτε άλλο, δεν πέταξα τα φάρμακα που βρίσκονταν πάνω στο κομοδίνο. Ένα από τα χαρτομάντιλα είχε μισοβγεί από το κουτί, σαν να ήταν έτοιμο να πετάξει. Απλά βούλωσα το παγούρι όπου ο πατέρας μου έβαζε παγωμένο νερό για τη νύχτα. Κατόπιν έφυγα τραβώντας απαλά την πόρτα της εισόδου, από σεβασμό στη σιωπή που βασιλεύει οριστικά πια σ' αυτό το σπίτι.
Η Κλοτίλδη μάς ταχυδρομούσε ανελλιπώς μια κάρτα την Πρωτοχρονιά, την οποία υπέγραφε και ο σύζυγός της, ο Αντρέ Μπερεμιάν, ένας Αρμένης από τη Μασσαλία. Ήταν ασπρόμαυρες κάρτες που απεικόνιζαν σπίτια, ποταμόπλοια. Τις βύθιζα σ' ένα βαθύ πιάτο γεμάτο νερό για να ξεκολλήσω το γραμματόσημο. Οι λέξεις έφευγαν κι εκείνες από τη θέση τους, διαλύονταν στο νερό, ξαναγίνονταν μελάνι. Το λατινικό ρητό που διατείνεται ότι τα γραπτά μένουν μου φαινόταν απατηλό. " Όχι", σκεφτόμουν βλέποντας τις ευχές της Κλοτίλδης να σβήνουν, " δεν μένουν".
Χάρη στην αδελφή του παππού είχα αρκετά γραμματόσημα από τη γαλλική Ισημερινή Αφρική. Οι συμμαθητές μου διέθεταν ελάχιστα: υποθέτω ότι λίγοι Έλληνες ζούσαν  στην περιοχή. Σίγουρα ήταν πολύ περισσότεροι στην Αίγυπτο, στο Βελγικό Κονγκό, στη Νοτιοαφρικανική Ένωση και στην Αιθιοπία, γιατί ήταν σχετικά εύκολο να προμηθευτείς γραμματόσημα από κείνες τις χώρες. Ο βασιλιάς Φαρούκ κατείχε μόνος του μια ολόκληρη σελίδα στη συλλογή μου. Ήξερα άριστα το προφίλ του. Τα γραμματόσημα μου επιβεβαίωναν ότι η ελληνική παρουσία στην Αφρική ήταν σημαντική, μου έδειχναν τις διαστάσεις του μεταναστευτικού ρεύματος προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία, με ενημέρωναν ότι η Ασία δεν ενδιέφερε τους συμπατριώτες μου. Κανείς γύρω μου δεν διέθετε ινδικά ή κινέζικα γραμματόσημα. Ελάχιστα κυκλοφορούσαν από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Κι όμως, πολλοί Έλληνες κομμουνιστές είχαν βρει καταφύγιο μετά τον Εμφύλιο πίσω από το Παραπέτασμα. Υπέθετα ότι δεν έστελναν συχνά  νέα στους συγγενείς τους ή ότι τα γράμματά τους περνούσαν από λογοκρισία και δεν έφταναν ποτέ στον προορισμό τους. Το Βασίλειον της Ελλάδος κρατούσε τις αποστάσεις του από το ανατολικό μπλοκ, όπως κρατούσε τις αποστάσεις του κι από την Τουρκία, που είχε εξαλείψει το ελληνικό στοιχείο από την επικράτειά της. Είχα όλα κι όλα τρία ή τέσσερα τουρκικά γραμματόσημα.
Η Κλοτίλδη έκανε ένα σύντομο ταξίδι στην Ελλάδα στα μέσα της δεκαετίας του '60 και επισκέφθηκε τους γονείς μου. Θυμάμαι μια πανύψηλη γυναίκα με φαρδιές πλάτες. Έδινε μια αίσθηση δύναμης που δεν ταίριαζε ούτε στην ηλικία της ούτε στο φύλο της.
- Η Αφρική μάς άλλαξε την Κλοτίλδη σε άντρα! σχολίασε ο πατέρας μου μετά την αναχώρηση της θείας του.
Με φανατζόταν πολύ πιο μικρό απ' ό,τι ήμουν, γιατί μου χάρισε ένα σκαμνάκι με τρία σταυρωτά πόδια δεμένα στη μέση. Το δοκίμασα πάντως και το βρήκα πολύ σταθερό, πράγμα που με έκανε να σκεφτώ ότι στα δικά μας καθίσματα το ένα πόδι ήταν περιττό. Δεν έκανα καμιά ερώτηση στην Κλοτίλδη για την Ισημερινή Αφρική: ο Ταρζάν δεν με ενθουσίαζε πια. Προτιμούσα σαφώς τους καταχθόνιους ήρωες του Ντοστογιέφσκι. Η μητέρα μου τη ρώτησε σχετικά με τα παιδιά της, είχε ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Βγήκα απ' το δωμάτιο χωρίς να περιμένω την απάντηση. Ποτέ μου δεν έμαθα τι δουλειά έκανε ο Αντρέ Μπερεμιάν στο Μπανγκί.
Ήμουν στην Αθήνα στις 7 του περασμένου Μάρτη. Το θάνατο του πατέρα μου μου τον ανακοίνωσε η γυναίκα που τον φρόντιζε, μια Βουλγάρα που έβλεπε τηλεόραση όλη μέρα πλέκοντας μάλλινες κάλτσες. Έβρεχε εκείνο το πρωί. Σκούπισα με επιμέλεια τα παπούτσια μου πριν διαβώ το κατώφλι του σπιτιού. Χάιδεψα το μέτωπό του. Ήταν κρύο. Ακόμη και μετά την κηδεία του εξακολούθησα να φοβάμαι μη τον χάσω, σαν να μη ήταν ο θάνατός του παρά μια προειδοποίηση, ένα κακό σημάδι. Δέκα φορές την ημέρα έλεγα να του τηλεφωνήσω για να με καθησυχάσει.
Παραλίγο να τον πάρω τηλέφωνο κι όταν επέστρεψα στο Παρίσι, όπως έκανα πάντα επί είκοσι οκτώ χρόνια. Άπλωσα το χέρι προς τη συσκευή, αλλά δεν την άγγιξα. Κατόπιν βάλθηκα ν' αδειάζω τις αποσκευές μου. Ενώ έβγαζα τα πουκάμισα, που τα είχε σιδερώσει άψογα η Βουλγάρα, άκουσα το τηλέφωνο να χτυπάει. Καθόμουν ανακούρκουδα μπροστά στην ανοιχτή βαλίτσα. Το κουδούνισμα με πάγωσε. Ακούστηκε μόνο μια φορά, σαν να είχε αντιληφθεί αυτός που καλούσε ότι είχε πάρει λάθος αριθμό, ή σαν να μην ήταν σε θέση να μιλήσει...(απόσπασμα)

Βασίλης Αλεξάκης, Οι ξένες λέξεις, Εξάντας, Αθήνα 2003


Δεν υπάρχουν σχόλια :