Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Η γλώσσα της πεταλούδας



Η ταινία «La lengua de las mariposas» διαδραματίζεται στην αρχή του ισπανικού εμφυλίου και είναι βασισμένη σε τρία διηγήματα του Μανουέλ Ρίβας.
Αφηγείται την ιστορία του Μόντσο, ενός εύθραυστου  οκτάχρονου αγοριού που στα τέλη του 1936 πηγαίνει στο σχολείο ξεκινώντας την θητεία του στην μάθηση και στην ζωή, με καθοδηγητή τον ιδιόρρυθμο δάσκαλό του.
Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, αρχή του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, οι αξίες και οι αρχές που ο δάσκαλος του έχει εμφυσήσει, θα ανατραπούν, καθώς θα παρακολουθήσει τον στραγγαλισμό της δημοκρατίας από το καθεστώς του Φράνκο και θα «υποστεί» μια βίαιη και τραυματική ενηλικίωση.

"Αν καταφέρουμε έστω και μια γενιά να ζήσει ελεύθερη, κανείς δεν θα μπορέσει να της κλέψει την ελευθερία…"

Μια ταινία τρυφερή σε πρώτο επίπεδο, με την αγωνία και την σκληρότητα να υποβόσκουν κάθε δευτερόλεπτο.
Μία εξαιρετική σκιαγράφηση της εποχής, που σε συνδυασμό με την θαυμάσια φωτογραφία και τη μουσική επένδυση της ταινίας, συνθέτουν έναν σπαραχτικό ύμνο στο τέλος της αθωότητας. Η εξαιρετική δημιουργία του Κουέρδα απέσπασε έξι βραβεία Γκόγια στις κατηγορίες καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, μουσικής, καλλιτεχνικής διεύθυνσης και καλύτερης ερμηνείας πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού, καθώς και το βραβείο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ του Κλίβελαντ.

Διάρκεια: 1:36
Κατηγορία: Κοινωνική, Δράμα
Σκηνοθεσία: Χοσέ Λουίς Κουέρντα
Σενάριο: Rafael Azcona, José Luis Cuerda

Πρωταγωνιστούν: Φερνάντο Φερνάν Γκόμεζ, Μανουέλ Λοζάνο, Ούξια Μπλάνκο

Kollect news

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

Άνοιξη, όνειρο τραχύ

Pablo Picasso, Άνοιξη (1956)
Ι

Σαν φτάσει η άνοιξη με τα νερά
και τ’ άγρια ράκη
και τρέξει αίμα
από το σώμα του καιρού πικρό
και είναι η ώρα σου
βαθειά φενάκη
το πρόσωπό σου όνειρο
στόχος για τον τραχύ καιρό…

Αν είσαι εκεί πρωί ψηλά
κοντά στα μάρμαρα
πλάι στο σύννεφο
και στον τραχύ καημό
αν σ’ έχουν πάρει από καιρό νησιά
και δέρματα πουλιών
και σούχουν κόψει τα φτερά
και στέκεσαι βαθύ παιδί
κ’ ένας σταθμός για του κορμού σου
                                                τη φθορά
και είναι η ώρα…

Και ψάχνεις πόρτες τραγουδιών
κι’ οργή σωμάτων
και θέλεις να κρατήσεις σ’ όνειρα
τα πιο γερά νησιά
και τα μεγάλα κύματα
πικρών θαυμάτων…
Αν θέλεις.
Αν σ’ έχει πάρει η ώρα και πετάς

πέρα απ’ όλα τα πικρά
και τρέχεις
κ’ είν’ η καρδιά φωνή
κ’ η άνοιξη η πιο πικρή τομή
και κάτω παίζουνε την τύχη των
                                             καιρών
και των κρυφών αιμάτων
αν είναι η ώρα…

Τα χέρια σου που έψαξαν απ’ άκρη σ’
                                      άκρη την πληγή
και γεύτηκαν τα μάτια σου
την πίκρα των θυμάτων
και σούναι ο θάνατος
ένα βαθύ σκυλί
και τρέχεις
και θέλεις όλα να σε βρουν
να έρθει ο άνεμος κ’ η δίνη κι ο καιρός
και είναι σύγκρυο στην ώρα των ωρών
                                                     η αμοιβή
και ψάχνεις νέο λυτρωμό
αν σούναι σήμερα η άνοιξη
ένα τραχύ κι ατίθασο παιδί
και δεν μετράς τι κάνει η μπόρα στον
                                                          καιρό
κι ούτε την άγρια σκηνή
όπου πληρώνει ο άνθρωπος
και θέλεις
να γίνεις ένα με το φως
και να τραβήξεις άγρια ψηλά
να πάρεις πίσω τ’ όνειδος
και να γινείς μια ώρα ανάμνηση
που όλα τα ξεχνά
να κάνεις μια και να βρεθείς
πρώτος από την πόρτα του φωτός
και ναν’ τα χέρια σου φτερά
το στόμα σου βαθειά πηγή
ο λόγος σου ένας τραχύς αστερισμός
κ’ η πείνα κάτω που λυσσά
η ώρα για μια νέα κραυγή…

Αν θες.

Αν είσαι από την πάστα του καιρού
και σπας το σώμα σου στα δυο
και γίνεσαι μια όνειρο
και μια μαχαίρι από θυμό
και ξέρεις
και ξεκινάς από το φως
να γίνεις άγρια βορά
και να σε πάρουν κύματα καημού
και μαύρου τρόμου
και σε καλεί ο ήλιος από κει
και πας
και τρέχεις όλος μια βροχή
και είναι οι δρόμοι από τριγμό
κ’ οι πόνοι τρόμο
και είσαι συ που θα το πεις
και τα κοράκια πέρα να χυμούν…
Τότε
πάρε μια νύχτα άνεμο
γίνε για μια στιγμή φωτιά
κύμα από την πόρτα της παραδοχής
και χτίσε το θυμό
έλα μαζί με τη βαθειά τροφή που
                     στέλνει ετούτη η άνοιξη
σφίξε ακόμα μια φορά ένα κομμάτι
άρνηση
τρέχα στην κοίτη των λυγμών
εκεί περνάει τ’ όνειρο
και γίνεται βαθειά φωτιά
χτυπάει την πόρτα του καιρού
και του ζητάει απάντηση…
Αν είσαι
πόνος και πικρός πηλός
χτισμένος μ’ άγριο μάρμαρο
θρεμμένος άγνωστον καρπό
κλεισμένος σ’ άγριο καλπασμό
από πληγή σε πυρετό
κι από πικρήν απόφαση
σ’ άλλον απέραντο κλαυθμό
αν είσαι…

ΙΙ

Γιατί μας βρήκε η άνοιξη και συ δεν είσαι πουθενά
χτυπάς τις πόρτες άγρια
κι ούτε π’ ακούγεται στιγμή
η μνήμη απ’ τ’ όνομά σου.

Σε θέλουν.

Ας είσαι μόνος κι όνειρος
ας είσαι απ’ άσπονδη κραυγή
ας είσαι όλος ο λυγμός
φτάνει να φτάσεις μια στιγμή
και να πετάξεις τα ρηχά
και να τραβήξεις την καρδιά
μπροστά μας να την κάψεις…

Γιατί σε θέλουν.

Σε κρύβουν όλα τα στενά
σε κρύβουν άγνωστες ριπές
και κάνεις μια και βρίσκεσαι
εκεί που καίει η άνοιξη
και κάνεις μια κι όποιος σε δει
φιλάει τη γη που πάτησες
και τρέχει πίσω να σου πει
και συ’ σαι κιόλας μνήμη…

Ποιος θα σε βρει;
Ποιος θα σου πει;

Έτσι που πήρες την καρδιά
και την κυλάς στα σκοτεινά
έτσι που δεν υπάρχεις μια στιγμή
να ορθωθούν οι πόνοι;

Κι όλοι σε θέλουν.

Ψάχνει η πίκρα να σε βρει
ψάχνουν οι πόνοι
ουρανομήκης άνοιξη
κρατάει φτερά για σένανε
και το γαλάζιο τ’ ουρανού δε θέλει να σε χάσει.
Σου στέλνει άγρια πουλιά
σου στέλνει όλα τα νερά
να πεις πως είσαι ποταμός
να πεις πως είσαι η νέα κραυγή
να πεις πως είσαι θάνατος
να τρίξουν τα φτερά σου.

Κάτι να πεις.

Να μην κυλάς από καιρό
κι από γαλάζιο σ’ ανοιχτό
να μη χαθείς στο γαλανό
κι ύστερα να ξεχάσεις…

Γιατί σα σκύλος χύμηξε
φέτος και τούτη η άνοιξη
και πάγωσαν τα μάτια μας
και τρέχουν σ’ άγνωστα νερά
γιατί πνιγήκανε ξανά
 δέντρα
και φύλλα
και κορμιά
τρέχει ο ήλιος σαν καημός
ξανά σε τούτα τα στενά
οι δρόμοι στέκουν μοναχοί
κ’ είναι φωνή τα χέρια μας
που σβήνει στο ασήμι…

Έλα γιατί σε θέλουν οι πολλοί

Πάρε τα μάτια μιας αυγής
κι ανέβα από την πόλη μας
γίνε ξανά – ξανθό πουλί
και θέρισε τον πόνο
έμπα ξανά στα όνειρα
και δώσε το βαθύ φιλί
να γίνουν όλα άνεμος
να γίνουν όλα από χαλκό
κι από κρασί της κερασιάς
να σπάσει η πόρτα του καιρού
να μπουν κοπάδια ανάμνηση
σ’ αυτήν την άγρια λησμονιά

να χτίσεις ένα σίδερο

κ’ ύστερα , να περάσεις.
                             Δημήτρης Χριστοδούλου

Δημοσιευμένο στην Επιθεώρηση Τέχνης τον Ιούλιο του 1963, τ.103
                                     


Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Σκάκι και λογοτεχνία

Ο Λένιν παίζει σκάκι με τον Αλεξάντερ Μπογκτάνοφ, κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στον Μαξίμ Γκόρκι, στο Κάπρι της Ιταλίας, τον Απρίλη του 1908

Λίγο παράξενος τίτλος. Οχι όμως και τόσο παράξενος, αν αναλογιστεί κανείς την αναμφισβήτητη επιρροή που δέχονται οι τέχνες και γενικότερα οι κορυφαίες πνευματικές δραστηριότητες μεταξύ τους.
Ανήκει όμως πράγματι το σκάκι στις δραστηριότητες αυτές; Δεν είναι κι αυτό ένα από τα τόσα επιτραπέζια παιγνίδια που μας βοηθούν απλά να σκοτώνουμε την ώρα μας ευχάριστα;
Το ζήτημα αυτό είναι αρκετά σύνθετο, και έχει αναλυθεί κατ' επανάληψη σε άλλα άρθρα και βιβλία (!) Το σκάκι αντικειμενικά έχει στοιχεία από την Τέχνη (συμμετρία, ασυμμετρία, αρμονία, φαντασία, ύπαρξη ρευμάτων και σχολών κυρίως από την Αναγέννηση και μετά), την επιστήμη (αναλυτική και συνθετική σκέψη, αντικειμενική εκτίμηση, σχεδιασμός, μελέτη) και τον αθλητισμό (ευγενής άμιλλα, αγωνιστικότητα κλπ.).
Σε όλα τα παραπάνω συνηγορούν και αρκετά εντυπωσιακά στοιχεία από τη σκακιστική ιστορία, τα οποία μας βεβαιώνουν πως το σκάκι κάθε άλλο παρά παιγνίδι είναι.
Τέτοια στοιχεία είναι η τεράστια βιβλιογραφία του (45.000 βιβλία περίπου μέχρι σήμερα!) η οποία έχει τις ρίζες της ήδη στον όγδοο μ.Χ. αιώνα (!) και συγκεκριμένα στην αυλή του Χαρούν ελ Ρασίδ.
Ακόμα, η καθιέρωση της υποχρεωτικής διδασκαλίας του σε πολλές χώρες κυρίως της Ευρώπης (πότε άραγε θα ζήσουμε αυτές τις μέρες;!) με πρώτη τη Σοβιετική Ενωση που αξιοποίησε τη μεγάλη παιδαγωγική και ηθοπλαστική του αξία ήδη από τη δεκαετία του 1920.
Το σκάκι είναι μία από τις γοητευτικότερες και συνάμα πιο ιδιότυπες πνευματικές ασχολίες που έχει συνεπάρει στο πέρασμα του χρόνου εκατομμύρια ανθρώπων και έχει αιχμαλωτίσει στο σύνολό τους σχεδόν τις κορυφαίες πνευματικές και πολιτικές φυσιογνωμίες του κόσμου.
Από τον Ιουστινιανό και τον Βοναπάρτη μέχρι τον Ρουσσώ και τον Λοκ, από τον Μαρξ και τον Λένιν μέχρι τον Φραγκλίνο και τον Αϊνστάιν, από τον Τολστόι και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Προκόφιεφ και τον Τσάρλι Τσάπλιν, το σκάκι έχει πάντα ένα σημαντικό και ωφέλιμο ρόλο.
Απ' όλες, όμως, αυτές τις σπουδαίες μορφές θα μας απασχολήσει μια συγκεκριμένη ομάδα, αυτή των λογοτεχνών.
Στις γραμμές που ακολουθούν θα επιχειρήσουμε μια σύντομη παρουσίαση της τεράστιας απήχησης του σκακιού στη λογοτεχνία, σημειώνοντας από τώρα πως δεν πρόκειται για μια ολοκληρωμένη προσέγγιση - αφού κάτι τέτοιο θα απαιτούσε αρκετούς τόμους! - αλλά για ένα καλό ερέθισμα για περισσότερο ψάξιμο.
Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον και πρωτότυπο θέμα.
Κανένα άλλο «παιγνίδι» δεν έχει επηρεάσει τόσο τη λογοτεχνία. Ο εύλογος παραλληλισμός του με την ίδια τη ζωή, οι φιλοσοφικοί συνειρμοί που προκαλεί, λειτουργούν ως ερέθισμα τουλάχιστον για μια εγκωμιαστική αναφορά και, πολύ συχνά, ακόμα και για την ίδια τη λογοτεχνική δημιουργία.
Η πρώτη αναφορά του σκακιού στη λογοτεχνία πιστεύεται από πολλούς πως βρίσκεται στην Ιλιάδα. Ωστόσο, οι πεσσοί πάνω από τους οποίους μας παρουσιάζεται αφοσιωμένος ο Παλαμήδης δεν μπορούν να ταυτιστούν με το σκάκι, αφού δεν παρέχονται άλλες πληροφορίες, ενώ η διάσημη σχετική αγγειογραφία είναι αρκετά ασαφής. Είναι πάντως χαρακτηριστικό το ότι το πρώτο σκακιστικό περιοδικό που κυκλοφόρησε στη Γαλλία τον δέκατο ένατο αιώνα είχε το όνομα του ομηρικού ήρωα.
Η πρώτη αναφορά στο σκάκι με τη σημερινή του μορφή, γίνεται από τον Πέρση ποιητή Ομάρ Καγιάμ, ο οποίος γράφει το 1100 μ.Χ. ένα τετράστιχο εμπνευσμένο από το σκάκι για να αποδώσει τον μάταιο κατ' αυτόν χαρακτήρα της ζωής.

Για να μιλήσουμε ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές
Είμαστε τα πιόνια της παρτίδας που παίζουν οι Ουρανοί
Διασκεδάζουν μαζί μας στη σκακιέρα της ύπαρξης
Και κατόπιν επιστρέφουμε ξανά, ένας ένας στην Ανυπαρξία.

Το ποίημα αυτό διασκευάστηκε από τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες σε ένα διπλό σονέτο, στο οποίο παρουσιάζονται με ποιητικό τρόπο, η πορεία της εξάπλωσης του σκακιού από την Ανατολή στη Δύση καθώς και το φιλοσοφικό ερώτημα που απασχολεί τον Ομάρ Καγιάμ, αφού στο σονέτο αυτό το σκάκι παρουσιάζεται ως ομοίωμα της ζωής, τα κομμάτια ως οι άβουλοι άνθρωποι και οι σκακιστές ως Θεοί που κινούν τα νήματα.


Ο Θεός κινεί τον παίκτη και ο παίκτης τα κομμάτια
Μα άραγε ποιος Θεός, πίσω από τον Θεό, κινεί το νήμα
Της σκόνης και του χρόνου, του ονείρου και της αγωνίας;

Ο Ιταλός ποιητής του δέκατου έκτου αιώνα Marco Girolamo Vida καταπιάνεται συχνά με το σκάκι, ενώ ο Sir William Jones γράφει στα 1763 το περίφημο ποίημα «Caissa» (η θεά του σκακιού στην αρχαία Ινδία), στο οποίο ο Άρης για να κερδίσει τον έρωτα της θεάς επινοεί το μαγικό παιγνίδι.
Αναφορές γεμάτες θαυμασμό συναντά κανείς στα έργα των Σαίξπηρ, Γκαίτε, Τολστόι, Ντοστογιέφσκι, Τουργκένιεφ (ο οποίος ήταν μάλιστα και πρόεδρος ενός σκακιστικού συνεδρίου που διεξήχθη στο Μπάντεν - Μπάντεν το 1870!), Ζολά, Τσβάιχ, Γκόρκι και πολλών άλλων.
Ο δημιουργός του «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» Λιουίς Κάρολ, γράφει το «Μέσα στον καθρέφτη», ένα λογοτέχνημα βασισμένο εξ ολοκλήρου στους σκακιστικούς κανόνες, ενώ δεν πρέπει να ξεχνάμε τον πασίγνωστο πια, «Παίκτη του σκακιού» του Ουναμούνο.
Ο Φερνάντο Πεσσόα, χρησιμοποιεί το συμβολισμό της αναίμακτης σκακιστικής μάχης, για να γράψει ένα σημαντικό αντιπολεμικό διήγημα («Οι σκακιστές», 1916), ενώ η γοητεία του σκακιού δεν αφήνει αδιάφορο ούτε τον Αμερικανό ποιητή Τόμας Ελιοτ («Μια παρτίδα σκάκι», 1922).
Παροιμιώδης έχει μείνει η αγάπη των Στέφαν Τσβάιχ και Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ για το σκάκι.
Ο Τσβάιχ μάς άφησε αρκετά έργα με σημαντικότερα τη «Σκακιστική νουβέλα», ενώ μια σύντομη δοκιμιακή του αναφορά στο σκάκι - την οποία παραθέτουμε στο τέλος του άρθρου - είναι ίσως η ωραιότερη που έχει γραφτεί μέχρι σήμερα.
Ο Ναμπόκοφ, δημιουργός των «Λολίτα» και «Η αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ», αναφέρεται στο σκάκι σε κάθε ευκαιρία, ενώ γράφει και το σκακιστικό μυθιστόρημα «Η άμυνα του Λόιζιν» με πρωταγωνιστή έναν μεγαλοφυή πλην παράφρονα σκακιστή.
Είναι επίσης σημαντικό το ότι αφιέρωσε ένα σημαντικό κομμάτι της αυτοβιογραφίας του στη γοητεία της σύνθεσης των σκακιστικών προβλημάτων (είχε και ο ίδιος συνθέσει αρκετά, τα οποία εξέδωσε αργότερα μαζί με μια ποιητική του συλλογή υπό τον τίτλο «Poems and Problems»).
Αυτοί και πολλοί άλλοι ξένοι λογοτέχνες όπως οι Εζρα Πάουντ, Ευγένιος Μοντάλε, Στάνλεϊ Ελιν, Πάολο Μαουρένσινγκ, Τζον Κόμπλερ, Ρόμπερτ Σέκλεϊ και Ρίτσαρντ Γκάρνετ χρησιμοποίησαν πολύ συχνά το σκάκι ως πηγή έμπνευσης και δημιουργίας.
Αλλά και οι νεότεροι Ελληνες λογοτέχνες έχουν επηρεαστεί με τη σειρά τους από το σκάκι.
Ο Κ.Π. Καβάφης δημιουργεί ένα ωραιότατο ποίημα βασισμένο στον σκακιστικό κανόνα της προαγωγής του πιονιού όταν αυτό φτάσει στην τελευταία γραμμή της σκακιέρας. Ο Μ. Στασινόπουλος δημοσιεύει το 1927 στη «Νέα Ζωή» το ποίημα του «Το Αλογο του σκακιού», ενώ ο Νίκος Καρούζος βασίζει κι αυτός συχνά τις συνθέσεις του στα 64 μαγικά τετράγωνα.
Πολύ σημαντικό και το πασίγνωστο πια και μελοποιημένο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη, «Το σκάκι», μια σύνθεση που εκφράζει την αντίθεση του ποιητή προς την αδράνεια και την πισωδρόμηση, προς την οποιαδήποτε παγιωμένη τάξη πραγμάτων. Ο ποιητής ταυτίζεται με τον τρελό (ο αξιωματικός στο σκάκι), παραπέμποντας στον γελωτοποιό της αυλής, ο οποίος μπορεί να λέει τις αλήθειες του με τρόπο σκωπτικό, αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις, με την παρτίδα της αντίστασης να συνεχίζεται παντοτινά.


Μάρκος Ηλιάδης
Ριζοσπάστης, Κυριακή 29 Ιούνη 2008 στο "ΡΙΖΟχαρτο"

Τρίτη 4 Απριλίου 2017

"Χάρτινα Πουλιά" σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη

Σκηνοθεσία: Νίκος Γκεσούλης
Μουσική: Γιώργος Τσαγκάρης, Γιάννης Ψειμάδας
Κίνηση: Ναταλία Στυλιανού
Φωτισμοί: Δημήτρης Τσιούμας
Παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί: Γιάννης Κρανάς, Νίκος Γκεσούλης, Ναταλία Στυλιανού, Λεωνίδας Αργυρόπουλος, Ισιδώρα Δωροπούλου, Κατερίνα Χατζάκη, Θωμάς Καζάσης, Γιώτα Βαμβακά
Ζωντανή μουσική-τραγούδι: Γιάννης Ψειμάδας
Η μουσική - ποιητική  παράσταση παρουσιάστηκε  στις 31 Ιανουαρίου 2013 στον  Πολυχώρο Τέχνης ''ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ'', στην Αθήνα
Το βίντεο του Ναπολέοντα Ροντογιάννη

Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

"Το δίκιο του αγώνα πολλά σου στέρησε, μα η ζωή λεχώνα ελπίδες γέννησε..."*

Στις 2 Απριλίου του 1994 έφυγε από τη ζωή ο δάσκαλος, ο λογοτέχνης, ο αγωνιστής Κώστας Πουρναράς (Μπόσης). Γεννημένος στην Κυψέλη Άρτας το 1908, βρέθηκε στα Γιάννενα μερικά χρόνια αργότερα ως σπουδαστής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Ήταν δάσκαλος . Οργανώθηκε στο ΚΚΕ και διώχτηκε από τη δικτατορία του Μεταξά . Εξορίστηκε στον Αη Στράτη , δραπέτευσε το 1942 και στη συνέχεια κατατάχτηκε στις γραμμές του ΕΛΑΣ.Μαχητής του Δημοκρατικού Στρατού στο δεύτερο αντάρτικο ακολούθησε,βαριά τραυματισμένος, τους δρόμους της πολιτικής προσφυγιάς μετά την ήττα. Ο δρόμος τον βγάζει πρώτα στην Τασκένδη και στη συνέχεια στη Ρουμανία. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές και επηρεάζουν καταλυτικά τη ζωή του και το λογοτεχνικό του έργο.  Στην Ελλάδα δεν επέστρεψε ποτέ παρά μόνο ως στάχτη το Σεπτέμβρη του 1994. 
Σπουδαίος λογοτέχνης , ο οποίος αν και ανήκει στη νέα γενιά των λογοτεχνών που ξεπήδησαν μέσα από τους αγώνες του λαού μας στην Κατοχή και στην Αντίσταση, το κυρίως λογοτεχνικό του έργο εντάσσεται στην πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων.
Η πεζογραφία των πολιτικών προσφύγων αναπτύχθηκε και καλλιεργήθηκε από τους λογοτέχνες εκείνους που βρέθηκαν στις λαϊκές δημοκρατίες μετά την ήττα του ΔΣΕ. Οι λογοτέχνες αυτοί εμπνέονταν από την Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά, τον Εμφύλιο, τις φυλακίσεις και τις εξορίες των κομμουνιστών στην Ελλάδα. Μερικοί αναφέρονται και στην προπολεμική περίοδο θέλοντας να παρουσιάσουν τις συνθήκες που οδήγησαν στον Εμφύλιο. Υπάρχει και μια μικρή ομάδα έργων που αναφέρεται στη ζωή των πολιτικών προσφύγων στις χώρες που ζούσαν. Κοινή προσπάθειά τους η διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και της πολιτιστικής τους ταυτότητας. Τα έργα τους δεν έγιναν γνωστά στην Ελλάδα, εκτός από ορισμένα, λόγω της θεματολογίας τους και των ιδιαίτερα δύσκολων συνθηκών στην επικοινωνία τους με την πατρίδα. Επιπλέον αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 η λογοτεχνική παραγωγή των πολιτικών προσφύγων και οι εκδόσεις τους υποχωρούν σε μια προσπάθεια να αναδειχθεί το έργο των λογοτεχνών στην Ελλάδα. Πολλά από τα έργα των πολιτικών προσφύγων δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε ελληνικό έδαφος και ελάχιστα εκδόθηκαν μετά από χρόνια. Έτσι παρέμειναν άγνωστα.


Η φωτογραφία από το ιστολόγιο Κώστας Μπόσης

Στη μνήμη του ένα μικρό απόσπασμα από το μυθιστόρημά του Ο Θωμάς ο Καρατζάς. Το έγραψε το 1971 αλλά εκδόθηκε το 1978. Πρόκειται για μια τοιχογραφία της νεότερης ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας από το 19ο αιώνα έως και τα μεταπολεμικά χρόνια. Παράλληλα με την πορεία των ηρώων του παρακολουθούμε και την διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του συγγραφέα. Με τη φωνή των προσώπων του μυθιστορήματος αναπτύσσει τις απόψεις του σε κρίσιμα ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος και των γεγονότων που ακολούθησαν την Εθνική Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο.
***
Ψηλά στο δασάκι κάθονταν οι δυο τους. Τα μάτια της - υγρά, φωτεινά - λάμπουν σαν τον πρωινό ξάστερο ουρανό. Το πρόσωπο του άντρα είναι σοβαρό και δείχνει πως κάποια σκέψη τον βασανίζει. Αυτά τα χρόνια εκείνη υπόφερε. Κόντεψε να πεθάνει. Τότε, όταν χώρισαν, φοβήθηκε μήπως τη γονατίσουν οι δυσκολίες. Αργότερα, στη δίκη, πίστεψε πως το κακό είχε γίνει. Και σήμερα τη βρήκε πιο ήρεμη κι αποφασισμένη να συνεχίσει το δρόμο κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, όμως τούτη η κατάσταση δεν πρέπει να συνεχιστεί.
- Να εκμεταλευτούμε την αναλαμπή, μουρμούρισε κάποια στιγμή. Αν περιμένουμε να τελιώσει πρώτα ο αγώνας!...Κι αυταπάτες δεν πρέπει να έχουμε. Οικογένεια, όπως τη φανταζόμαστε όταν είμασταν νέοι, δεν πρόκειται να φτιάξουμε...Έτσι, χώρια, πιο δύσκολη γίνεται η ζωή μας...Να προσαρμοστούμε στις συνθήκες...
Η Κατίνα τον κοιτάζει επίμονα. Με αιματηρές οικονομίες είχε μαζέψει λίγα λεφτά και σχεδίαζε να του κάνει κάποια έκπληξη. Τώρα έμπαιναν άλλα έξοδα στη μέση. Ο Γιώργος σα να μάντεψε τη σκέψη της.
- Λέω να κάνουμε το γάμο στο χωριό. Είναι η μόνη χαρά, που μπορούμε να δώσουμε στους γέρους...Μου έστειλε ο Λευτέρης ένα δικό του κοστούμι μεταχειρισμένο. Ο μπάρμπα - Στέφος θα το φέρει στα μέτρα μου...Εσένα σου χρειάζεται ένα φουστάνι, έστω και φτηνό. Παπούτσια, κάνουν κι αυτά που έχεις...
Οι κοπέλες, χρόνια και χρόνια ονειρεύονται τη μέρα της παντριάς: Φορέματα, στολίδια, τραγούδια και βιολιά, πλούσια γαμήλια πομπή...Και η ζωή τα φέρνει, όπως τα θέλει αυτή. Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Τυχαίνει να παντρευτούν δυο νέοι από αγάπη και να ξανοίγεται μπροστά τους χαρούμενη ζωή, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις - για το φτωχόκοσμο γίνεται λόγος - ο γάμος μετατρέπεται σε σκληρή ανάγκη, σε παζάρεμα για το αύριο...Στα δικά τους αισθήματα δεν υπήρχε τίποτα απ' αυτά. Η Κατίνα δεν ήταν σήμερα κοπέλα 18 χρονώ και κείνα τα νεανικά όνειρα - κι αν υπήρχαν κάποτε - έσβησαν από καιρό. Και τα άλλα τα πιο φτωχά, να γινόταν ησυχία, να είχαν κι αυτοί ένα δικό τους δωματιάκι, έστω και νοικιασμένο, να χώριζαν το πρωί για δουλιά, σφίγγοντας τα χέρια, να βιάζονταν τα βράδια να ανταμώσουν, να φρόντιζαν το μικρό τους νοικοκυριό...και δίπλα να προσφέρναν κι αυτοί το δικό τους μερτικό στον αγώνα, πάνε κι αυτά. Και το αύριο μόνο φουρτούνες θα έχει. Στον ένα χρόνο, στα δυο και αραιότερα θα συναντιούνται μια φορά, ύστερα θα χωρίζουν πάλι και θ' αρχίζουν ξανά οι πίκρες, η αναμονή, η αγωνία...Και θα ανταμώνουν πάλι, αν δεν μεσολαβήσει και τίποτε χειρότερο, και πάλι θα τραβάει ο καθένας το δικό του δρόμο. Κι έπειτα από κάμποσα χρόνια θα είναι γέροι πια και θα συλογιούνται με πόνο πως έφυγαν τα νιάτα, σε λίγο θα φύγει κι η ζωή, κι αυτοί δεν τα κατάφεραν να ανταμώσουν. Και η παντριά δεν θα άλαζε την κατάσταση, κι όμως, τούτη η απλή λύση τής έφερε ανείπωτη χαρά. Εκεί στην Ακρόπολη, όπου συναντήθηκαν την πρώτη φορά, θα ζούσαν μαζί, όσο θα βαστούσε η αναλαμπή, και, όταν θα ξεσπούσε πάλι μπόρα, θα είχε το δικαίωμα να επισκεφτεί τον άντρα της στο κρατητήριο, στη φυλακή ...να του στείλει ένα γράμμα, ένα δέμα...να μοιράζεται μαζί του τις χαρές και τις λύπες...
- Αύριο κιόλας, αποκρίθηκε κι απότομα σώπασε. Απ' τη ματιά της πέρασε μια σκιά. Αύριο κιόλας, δευτέρωσε, αλλά, αν κάνουμε παιδιά, τι θα γίνουν;
- Θα μεγαλώσουν, όπως μεγαλώσαμε κι εμείς, όπως μεγαλώνουν τα παιδιά όλου του κόσμου. Ο αγώνας θα έχει κι ένα σκοπό περισότερο δικό μας. Θα μας δίνουν κουράγιο στις δύσκολες στιγμές...

Κώστα Μπόση, Ο Θωμάς ο Καρατζάς, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978

*Ο τίτλος  από το τραγούδι Τίποτα δεν πάει χαμένο σε στίχους του Μανόλη Ρασούλη

Κυριακή 2 Απριλίου 2017

Ρημαγμένος Απρίλης

Πάνε εβδομήντα χρόνια από εκείνο το παγωμένο βράδυ του Οκτώβρη, τότε που ένας άγνωστος άντρας χτύπησε την πόρτα του σπιτικού των Μπερίσα και ζήτησε μια γωνιά για να περάσει τη νύχτα. Ο νοικοκύρης του σπιτιού άνοιξε την πόρτα και η οικογένεια δέχτηκε τον άγνωστο ξένο με όλους τους κανόνες που όριζε το έθιμο της φιλοξενίας. Του πρόσφεραν φαγητό και κρεβάτι για να κοιμηθεί, αλλά δεν τον ρώτησαν ποιος ήταν, από πού ερχόταν και πού πήγαινε. Μόνο το επόμενο πρωί ο μικρότερος αδελφός από την οικογένεια συνόδευσε τον ξένο μέχρι τα σύνορα του χωριού. 
Μια τουφεκιά οδήγησε στον άλλο κόσμο τον ξένο και δημιούργησε την υποχρέωση της εκδίκησης στην οικογένεια που τον φιλοξένησε, εκτός και αν ο μικρός αδελφός είχε προλάβει να γυρίσει την πλάτη του προς το χωριό τη στιγμή της δολοφονίας. Έτσι είχε συμβεί, αλλά δεν ήταν κανείς εκεί για να το επιβεβαιώσει. Η επιτροπή που σχηματίστηκε για να ερευνήσει την υποχρέωση αυτή κατέληξε στην απόφαση ότι η οικογένεια Μπερίσα έπρεπε να εκδικηθεί το φόνο του ξένου, γιατί όπως είχε χρέος να τον φιλοξενήσει έτσι είχε χρέος και να εκδικηθεί « …ο φιλοξενούμενος είναι πρόσωπο ιερό και, κατά το έθιμο πάντα, το σπίτι του βουνίσιου είναι πρώτα κατοικία του Θεού και του μουσαφίρη κι ύστερα του ίδιου του ιδιοκτήτη και της φαμίλιας του.»
Ο δολοφόνος ήταν ένας νέος από την οικογένεια των Κριεκίκε , ο οποίος είχε στήσει καρτέρι στον ξένο γιατί αυτός τον είχε προσβάλει κάποτε μπροστά σε μια γυναίκα, άγνωστη επίσης.

« Έτσι, λοιπόν, το τέλος εκείνης της ημέρας του Οκτώβρη, βρήκε εχθρούς τους Μπερίσα με τους Κριεκίκε» γιατί έτσι όριζε ο Κώδικας του Κανούν και η οικογένεια Μπερίσα , ειρηνική  μέχρι τότε, «  μπλέχτηκε στα γρανάζια αυτού του ατέλειωτου μηχανισμού, της βεντέτας. Σαράντα τέσσερα μνήματα ανοίχτηκαν από τότε – και ποιος ξέρει πόσα θα άνοιγαν ακόμα – κι όλα επειδή κάποιος χτύπησε την πόρτα τους κείνη τη νυχτιά του Οκτώβρη…»

Εβδομήντα χρόνια μετά οι τελάληδες διαλαλούσαν

« Ο Γκιοργκ Μπερίσα σκότωσε τον Ζεφ Κριεκίκε!»

Ήταν 17 Μάρτη και ο Γκιοργκ στα εικοσιέξι του χρόνια έπαιρνε εκδίκηση για τον φόνο του αδελφού του, ενάμιση χρόνο πριν, από έναν Κριεκίκε.

« Ενάμιση χρόνο μετά τη δολοφονία του αδελφού του, η μητέρα του τελικά έπλυνε το πουκάμισο που φορούσε ο δυστυχισμένος κείνη τη μέρα. Είχε μείνει ματωμένο ενάμιση χρόνο τώρα, κρεμασμένο, όπως το απαιτούσε το Κανούν, στο ψηλότερο πάτωμα της κούλα, περιμένοντας την εκδίκηση. Αν άρχιζαν να κιτρινίζουν οι κηλίδες, έλεγαν, ήταν σημάδι αναμφίβολο πως ο σκοτωμένος υπέφερε που δεν είχαν πάρει ακόμα εκδίκηση. Βαρόμετρο αλάθητο, το πουκάμισο έδειχνε  το χρόνο της εκδίκησης. Με το πουκάμισο, βαθιά μέσα στο χώμα που αναπαυόταν, ο πεθαμένος έστελνε τα μηνύματά του.
Πόσες φορές, στις ώρες της μοναξιάς του, δεν είχε ανέβει ο Γκιοργκ, σ' αυτό το φριχτό πάτωμα για να κοιτάξει το πουκάμισο! Το πουκάμισο κιτρίνιζε ολοένα περισσότερο. Αυτό σήμαινε πως ο πεθαμένος δεν έβρισκε ανάπαυση. Πόσες φορές δεν είχε δει στο όνειρό του ο Γκιοργκ αυτό το πουκάμισο να πλένεται μέσα σε σαπουνάδα, να καθρεφτίζεται η λευκότητά του σαν ανοιξιάτικος ουρανός. Το πρωί, όμως, που ξυπνούσε το έβρισκε πάντα εκεί, λερωμένο από τις καφετιές κηλίδες του ξεραμένου αίματος.
Και να' το επιτέλους τώρα κρεμασμένο στο σύρμα.
Όμως , παράξενο, δεν ένιωθε καμιά ανακούφιση.

Στο μεταξύ, σαν σημαία καινούρια, υψωμένη μετά την υποστολή της παλιάς, στο ψηλότερο πάτωμα του πύργου των Κριεκίκε, κρεμάστηκε το ματωμένο πουκάμισο του τελευταίου θύματος.
Οι εποχές, ψυχρές ή θερμές, επηρέαζαν το χρώμα του ξεραμένου αίματος, το ύφασμα του πουκάμισου, δεν ήθελε κανένας όμως να τις λάβει υπόψη. Όλες αυτές οι αλλαγές ερμηνεύονταν σαν μυστηριώδη μηνύματα που κανένας δεν τολμούσε να αμφισβητήσει.»

 Το φονικό είχε γίνει με όλους τους κανόνες που όριζε το Κανούν.

« Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του εκείνο το παγερό πρωινό του Γενάρη που τον φώναξε ο πατέρας του για να κουβεντιάσει μαζί του μόνος, στο καθιστικό που βρισκόταν στο τελευταίο πάτωμα του πύργου. Η ατμόσφαιρα ήταν εξαιρετικά καθαρή, ο διάφανος ουρανός και το χιόνι που έπεφτε σου θάμπωναν τα μάτια, η αστραφτερή πλάση θαρρείς πως ήταν γυάλινη και μέσα στην κρυστάλλινη τρέλα της σου έδινε την εντύπωση πως από τη μια στιγμή στην άλλη θα γλιστρούσε και θα γινόταν κομμάτια. Ένα τόσο ωραίο πρωινό, λοιπόν, του θύμισε ο πατέρας του το καθήκον του. Ο Γκιοργκ καθόταν κοντά στο παράθυρο και τον άκουγε να μιλάει για αίμα. Ο κόσμος ολόκληρος έμοιαζε γεμάτος αίματα. Το χιόνι έπαιρνε μια κόκκινη απόχρωση, οι κηλίδες μεγάλωναν και απλωνόνταν παντού. Αργότερα κατάλαβε πως αυτές οι κοκκινίλες ήταν στα μάτια του. Άκουγε πάντα τον πατέρα του με σκυμμένο κεφάλι….»


 και για τριάντα μέρες κηρύχθηκε ανακωχή.

« Τριάντα μέρες", μονολόγησε. Το βόλι που έριξε εκεί, στο ανάχωμα της δημοσιάς, είχε κόψει ξαφνικά στα δύο τη ζωή του: από τη μια πλευρά, τα εικοσιέξι χρόνια που είχε ζήσει μέχρι τότε, από την άλλη οι τριάντα μέρες που άρχιζαν σήμερα, στις δεκαεφτά του Μάρτη και θα τέλειωναν στις δεκαεφτά του Απρίλη. Έπειτα η ζωή του θα ήταν ζωή νυχτερίδας, δεν τη λογάριαζε ήδη.
Με την άκρη του ματιού, ο Γκιόργκ παρατήρησε το κομμάτι του τοπίου που διακρινόταν από το στενό παράθυρο. Έξω βασίλευε ο Μάρτης, μισο - χαμογελαστός, μισο - παγωμένος, με αυτό το επικίνδυνο αλπικό φως που τον χαρακτήριζε. Έπειτα θα' ρχόταν ο Απρίλης ή, μάλλον, μόνο το πρώτο του μισό. Ο Γκιοργκ ένιωσε κάτι σαν κενό αριστερά στο στήθος. Ο Απρίλης ήταν γι' αυτόν τυλιγμένος από τώρα σε μια γαλαζωπή οδύνη...Ναι, ο Απρίλης πάντα του έδινε αυτή την εντύπωση, σαν μήνας που άφηνε κάτι ανεκπλήρωτο. Ο Απρίλης του έρωτα, όπως έλεγαν τα τραγούδια. Ο μιοτελειωμένος Απρίλης του...Ωστόσο, αυτό ήταν καλύτερα έτσι, σκέφτηκε, χωρίς να καλοξέρει τι ήταν αυτό: το γεγονός πως είχε πάρει εκδίκηση για τον αδερφό του ή η εποχή που συνέπεσε η εκδίκηση;… Χωρίς να πάρει τα μάτια του από αυτό το ομιχλώδες κομμάτι του τοπίου, σκεφτόταν τι θα μπορούσε να κάνει αυτές τις τριάντα μέρες που του απόμεναν. Και πρώτα πρώτα, η προθεσμία αυτή του φαινόταν σύντομη, μια χούφτα μέρες που δεν έφταναν για τίποτα, όμως μερικά λεπτά αργότερα, η ίδια προθεσμία του φάνηκε τρομερά μεγάλη και τελείως ανώφελη.
" Δεκαεφτά του Μάρτη", μονολόγησε άθελά του. " Είκοσι μία του Μάρτη. Τέσσερις του Απρίλη. Έντεκα του Απρίλη. Δεκαεφτά του Απρίλη. Δεκαοχτώ. Πάει ο Απρίλης". Έπειτα αόριστα: " Πάει ο Απρίλης, ο Απρίλης πάει και δεν έχει Μάη. Ποτέ πια".
Καθόταν έτσι και μουρμούριζε ανάμεσα στα δόντια του διάφορες ημερομηνίες, από το Μάρτη στον Απρίλη, όταν άκουσε τα βήματα του πατέρα του που κατέβαινε από το πάνω πάτωμα. Κρατούσε ένα πουγκί από αδιάβροχο πανί.
" Να, Γκιοργκ τα πεντακόσια γρόσια για το αίμα", του είπε δίνοντάς του το πουγκί.
Ο Γκιοργκ άνοιξε τα μάτια διάπλατα κι έκρυψε τα χέρια πίσω από την πλάτη, για να απομακρυνθεί όσο πιο γρήγορα, θαρρείς, από αυτό το καταραμένο πουγκί.
" Τι;" είπε με σβησμένη φωνή. " Γιατί;"
Ο πατέρας του τον κοίταξε ξαφνιασμένος.
" Πώς τι; Ξέχασες πως πρέπει να πληρώσεις φόρο για το αίμα;"
" Α, ναι", έκανε ανακουφισμένος ο Γκιοργκ.
Το πουγκί βρισκόταν ακόμα απλωμένο μπροστά του κι έτεινε το χέρι.
" Θα πρέπει να ξεκινήσεις μεθαύριο για την κούλα του Ορός", συνέχισε ο πατέρας του. " Είναι μια μέρα δρόμος".
Ο Γκιοργκ δεν είχε καμιά διάθεση για ταξίδι.
" Δεν μπορεί να περιμένει η υπόθεση, πατέρα; Πρέπει να πληρώσω τώρα αμέσως;"
"Ναι, αμέσως, γιε μου. Η υπόθεση αυτή πρέπει να τακτοποιηθεί το συντομότερο. Ο φόρος για το αίμα πληρώνεται αμέσως μετά το φονικό."



Πάνω εκεί στο Ραφς, στο Οροπέδιο του Θανάτου, στα Καταραμένα Βουνά, ο Κώδικας του Κανούν είναι ο μόνος που ρυθμίζει τη ζωή των ανθρώπων και επιβάλλεται παντού, σε κάθε δραστηριότητα υλική , πνευματική και ηθική.

 « Το Κανούν ήταν πολύ ισχυρότερο από όσο φαινόταν. Η δύναμή του απλωνόταν παντού,από εκτάσεις, από τα όρια των αγρών, τρύπωνε στα θεμέλια των σπιτιών, στα μνήματα, στις εκκλησιές, στους δρόμους, στα παζάρια, στους αρραβώνες, αναρριχόταν στα ύψη και ανέβαινε ακόμα πιο ψηλά, μέχρι τον ουρανό, απ’ όπου ξανακατέβαινε σαν βροχή για να γεμίσει τα αρδευτικά αυλάκια που ήταν η αιτία για ένα το ένα τρίτο των φονικών...»

Ο Γκιοργκ Μπερίσα συνειδητοποιούσε ότι η εκδίκηση με αίμα ήταν μόνο ένα μέρος του άγραφου νόμου, του Κανούν. Όλη η ζωή ήταν δεμένη από αυτό το αίμα και « Όλα είχαν επινοηθεί με τέτοιο τρόπο, που αλληλογεννιόνταν, το άσπιλο γεννούσε το ματωμένο και το προηγούμενο το τελευταίο, κι έτσι αδιάκοπα, συνεχίζονταν από γενιά σε γενιά…»

Σε αυτόν τον άγριο και σκληρό τόπο επιλέγει ένα νιόπαντρο ζευγάρι να περάσει το μήνα του μέλιτος, ένας συγγραφέας που ασχολείται με αυτόν τον Κώδικα του θανάτου  και η γυναίκα του, αδιάφορη αρχικά. Στην διάρκεια του ταξιδιού, το πέρασμα από χωριά, η συνάντηση με διάφορους ανθρώπους και με τον Γκιοργκ Μπερίσα σημαδεύουν για πάντα τη ζωή και τη σχέση του ζευγαριού 

«Του φαινόταν απόμακρη, ψυχρή, κορμί μόνο, που είχε αφήσει την ψυχή του εκεί ψηλά. « Πώς διάβολε μου ήρθε η ιδέα να την πάω σ’ αυτό το καταραμένο Οροπέδιο!» βλαστήμησε για εκατοστή φορά. Η γυναίκα του δεν είχε παρά μια μόνο επαφή με το Οροπέδιο και αυτή η επαφή έφτασε για να του την κλέψει. Έφτασε μόνο να την αγγίξει αυτός ο τερατώδης μηχανισμός, για να την αποπλανήσει, να την κάνει αιχμάλωτή του και στην καλύτερη περίπτωση μια Ορειάδα…
Στιγμές στιγμές, με μια ηρεμία που τον τρόμαζε, σκεφτόταν πως ίσως και να έπρεπε να πληρώσει αυτό το φόρο στο Οροπέδιο. Ένα φόρο για τα έργα του, για τις νεράιδες και τις Ορειάδες που περιέγραφε και το θεωρείο από το οποίο παρακολουθούσε το θέαμα που έπαιζε ολόκληρος ο αιματοβαμμένος λαός…»

Ο Ισμαήλ Κανταρέ και ο Ρημαγμένος Απρίλης, γραμμένος το 1978,  ζωντανεύουν τον κόσμο του Κανούν μέσα σε μια ατμόσφαιρα αρχαίας τραγωδίας καταδυόμενοι στα ομιχλώδη και σκοτεινά χθόνια δώματα  Ανάμεσα στις πληροφορίες για τον Κώδικα Κανούν ,τις οδυνηρές ψυχολογικές μεταπτώσεις του Γκιοργκ Μπερίσα και τις βαριές διαθέσεις όσων συμμετέχουν στην ιστορία μπορεί να διακρίνει ο αναγνώστης και την προσπάθεια ορθολογικής ερμηνείας του Κανούν και τη σύνδεση του με οικονομικά συμφέροντα.

«…σύμφωνα με το Κανούν , όταν δυο άντρες πυροβολιούνται και ο ένας από αυτούς πεθαίνει, ενώ ο άλλος μόνο πληγώνεται, τότε ο πληγωμένος πληρώνει τη διαφορά, δηλαδή το επιπλέον αίμα. Με άλλα λόγια, όπως σας είπα στην αρχή, πίσω από αυτό το μισο – μυθικό κόσμο συχνά πρέπει να αναζητήσει κανείς το οικονομικό στοιχείο…στην εποχή μας, το αίμα, όπως και το καθετί, έγινε εμπόρευμα…»

Μυθιστόρημα σπαρακτικό και σκοτεινό σε αντίθεση με τη φωτεινότητα και την χαρά της Άνοιξης.

«Ήταν μια ιστορία σημαδεμένη με είκοσι δύο μνήματα για κάθε φαμίλια, σαράντα τέσσερα συνολικά, με φράσεις λακωνικές, που προσφέρονταν πριν από κάθε φονικό, με σιωπές, όμως, περισσότερες από τους θανάτους· με λυγμούς, με ένα αργόσυρτο ψυχορράγημα που εμποδίζει την έκφραση της τελευταίας θέλησης, με τρία τραγούδια του ραψωδού, που το ένα  άρχιζε μόλις έσβηνε το άλλο, με τον τάφο μιας γυναίκας που σκοτώθηκε από απροσεξία και που οι δικοί της αποζημιώθηκαν με όλους τους κανόνες, με τους άντρες κι από τις δυο φαμίλιες κλεισμένους στους πύργους των εγκλείστων με μια απόπειρα συμφιλίωσης που απέτυχε την τελευταία στιγμή, με ένα φονικό στη διάρκεια ενός αρραβώνα, με την παραχώρηση μιας μικρής και μιας μεγάλης ανακωχής, με το τραπέζι της παρηγοριάς με μια  κραυγή: 
« Ο τάδε Μπερίσα σκότωσε τον τάδε Κριεκίκε» ή, αντίθετα, με πυρσούς, με πηγαινέλα στο χωριό και στη συνέχεια μέχρι κείνο το σούρουπο στις δεκαεφτά του Μάρτη, που είχε έρθει η σειρά του Γκιοργκ να σύρει κι αυτός το μακάβριο χορό… Ο Μάρτης ήταν στις τελευταίες του μέρες. Ο Απρίλης δε θα αργούσε να φανεί. Με το πρώτο του μισό άσπρο και το υπόλοιπο μισό μαύρο. Ρημαγμένος Απρίλης…»


Ismail Kadare, Ρημαγμένος Απρίλης, μετφρ. Λένα Μιλιλή, Εκδόσεις Ροές, Αθήνα 1988 2η έκδοση



Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Τι θέλει τούτη η Άνοιξη...

Τι θέλει τούτη η Άνοιξη...
Σαλεύουν
αόρατα, πανάλαφρα
των δέντρων τα κλαδιά.
Τι θέλει η μυρωδιά
που μας χτυπά απαλότατα
με αμυγδαλιάς ανθόκλωνο
την καρδιά...

(Μια νέα περνά ζυγίζοντας
στα δάχτυλα
ένα κορμί, φτερό.
Κι’ όπως σιεί ρυθμικά
μια κατάλευκη ομπρέλλα,
είναι πουλί.

Ένας νέος αράθυμος
συλλογιέται γλυκά,
σα να πέρασε πλάι του
πεταλούδα μυρόβολη,
το φιλί).

(Τρέμει κάτι το αδύναμο
κι’ όλο μένει
σαν κουτσό... κοντοφτέρουγο...)
Λυπημένη
τη ματιά μας ρουφά
το ανοιξιάτικο απόγευμα
και χλωμαίνει.
Ξαφνικά, κάποιο σκίρτημα
στη γαλήνη
και σα λυγμός παράφορος.

Ένα πιάνο ξεσπά
το δικό μας εναντίωμα
με κλειστό στόμα.

Τι θέλει πάλιν η Άνοιξη...
Τι να μας φέρει ακόμα.


Μαρία Πολυδούρη ( Ηχώ στο χάος , 1929)
Ο Απρίλης είναι ο μήνας της γέννησης και του θανάτου της Μαρίας Πολυδούρη ( 1 Απριλίου 1902 - 29 Απριλίου 1930)

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!