Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Δευτέρα, 29 Δεκεμβρίου 2014

Γυρισμός από τα χωράφια

Βάσω Κατράκη, Γυρισμός από τα χωράφια ( ξυλογραφία)
Γυρισμός από τα χωράφια. Τα ωραία μικρά χαρακτικά της Βάσως, μικρά στις διαστάσεις τους κι όμως τόσο μνημειακά στον χαρακτήρα.
Στενή λωρίδα δρόμου κάτω από δέντρα, μια μικρή ομάδα - άντρες, γυναίκες, παιδιά, ένα άλογο στο κάρο, ένας γάιδαρος παραπίσω, ένα σκυλί` όλα θέματα δικά μας, της αγροτικής μας κοινωνίας εν οδώ. Ο μόχθος και ο κάματος της σκληρής αγροτικής μέρας κάνουν τα κορμιά αυτά να γέρνουν, καθώς περπατούν, σαν δέντρα που τα λυγάει ο άνεμος κι άλλες δυνάμεις από μέσα τα υποβαστάζουν και κάπως τα ισορροπούν. Στο κέντρο, πίσω από το κάρο, πάνε δύο άντρες που φαίνεται να είναι οι πιο ώριμοι όλης της πορείας, οι πατεράδες και οι θείοι.
Εκεί, πάνω σ' αυτούς τους δύο μεσαίους στύλους, στηρίζεται η εικόνα. Και παρόλο που είναι κατάκοποι κρατούν ωστόσο όρθιους τους τοίχους της μικρής πορευόμενης οικουμένης.
Είναι αλήθεια συγκλονιστικές αυτές οι δύο μορφές. Κυρίως με την κλίση των κορμιών τους που φαίνονται σαν να παραπατούν υπό το βάρος που σηκώνουν. Δεν τα βάζουν όμως κάτω , προχωρούν πίσω από το κάρο ανάμεσα σ' αυτές τις δύο πιέσεις και τα κορμιά τους αποτελούν ακριβώς το ζωντανό σχήμα μιας επίμονης, σκληρής, ακριβοπληρωμένης ισορροπίας.
Τα τσαπιά στον ώμο, οι μακριές σαν άρμπουρα λαβές από τα γράβαλα και τα δικράνια. Ιδιαίτερα εντυπωσιακά είναι τα στριψίματα που κάνουν τα μέλη των κορμιών για να τα βγάλουν πέρα, το κεφάλι και ο τράχηλος - πεσμένος, λυγισμένος του ενός άντρα που φαίνεται και πιο μεγάλος, τσιτωμένος του άλλου - τα μπράτσα, οι γοφοί, όπου πέφτει το κύριο βάρος και τανύζονται να το βαστάξουν, τα μηριά, οι κνήμες. Όλα αυτά σαν να βιδώνονται πάνω στο κορμί για να το στεργιώσουν, μικροί κύβοι, πυραμίδες, κύλινδροι που γυρίζουν σ' ένα δικό τους άξονα με κίνδυνο να φύγουν και να διαλυθεί φύλλα - φτερά το κορμί. Αυτή είναι μια ορατή απειλή, αλλά ακόμα εξάρθρωση δεν υπάρχει, υπάρχει ξεθέωμα και ξεπάτωμα, οι άνθρωποι δεν είναι διαλυμένοι, είναι όμως αρκετά μπαταρισμένοι και, το χειρότερο, στραβογερασμένοι.
Να μια λέξη που μπορεί να μπει από κάτω σαν ένας πελώριος παρονομαστής, ατελείωτος, πέρα πέρα, παντού όπου υπήρξε, έζησε, μαρτύρησε - εκείνα τα χρόνια - Έλληνας αγρότης.
Στραβοφτειαγμένοι από φυσικού τους δεν ήταν, όχι, κάθε άλλο, εστράβωσαν όμως στην πορεία. Επαγγελματική, προαιώνια νόσος της αγροτικής φυλής: γρήγορα γρήγορα να στραβογέρνουν και στραβογερνούν.
***
Κάθε ηλιοβασίλεμα ατελείωτη πομπή μικρών ομάδων, όπως αυτές από το χαρακτικό της Βάσως. Το κάρο, το άλογο, ο γάιδαρος, η κατσίκα, βαριά από τη βοσκή στο χτήμα, χερόβολα χορτάρι, τα δεμάτια με τις κληματόβεργες, τα κούρβουλα για τη φωτιά. Αξίνες, κλαδευτήρια, ψυχαστήρες...Και οι ίδιοι εκείνοι στραβογερασμένοι άνθρωποι, όλοι γνωστοί, γείτονες, μερικά σπίτια πιο πάνω, συγγενείς, φίλοι, πατέρες, μάνες μεγαλύτερα αδέλφια φίλων μας και συμμαθητών μας.
Καθημερινό θέαμα  μπροστά στο σπίτι όλο το χρόνο.
....Όταν γύρισα στην Ελλάδα, χρειάστηκε να φέρω τη μητέρα μου στην Αθήνα για  μια μικρή χειρουργική επέμβαση. Της ήταν πια αδύνατο να καταλάβει τον κόσμο έξω από το σπίτι. Ούτε τον έβλεπε. Αυτό το ταξίδι δεν μπορούσε να το αντιληφθεί αλλιώς παρά σαν ένα γύρο μες στο σπίτι. Όταν αυτό που έβλεπε της θύμιζε κάτι που ήταν στο σπίτι, το πρόσεχε και το γνώριζε, όλα τα άλλα δεν τα έβλεπε, δεν σημείωνε καθόλου την παρουσία τους.
Ένα ποτήρι νερό στο τραπέζι. Ένα ποτηράκι νερό ήταν τώρα όλη κι όλη η νόηση και η σκέψη. Διαύγεια πλήρης, οι επαφές λειτουργούσαν περίφημα, όσο το ποτήρι ήταν στη θέση του. Όλα γύρω αναγνωρίζονταν, ήταν γνωστά, της μιλούσαν και τους μιλούσε όπως κάθε μέρα εδώ μέσα επί έναν περίπου αιώνα. Ένα σύννεφο όμως σηκωνόταν κι όλα θόλωναν όταν το ποτήρι το έπαιρνες αποδώ για να το πας πιο πέρα...
Στην επιστροφή πήραμε το τραίνο . Από το σπίτι που μέναμε στο αυτοκίνητο κι από το αυτοκίνητο στο βαγόνι πέρασε σαν να έμπαινε από μια κάμαρα σ' άλλη. Στο βαγόνι κάθησε δίπλα στο παράθυρο, έβγαλε το εργόχειρο από το καλαθάκι, έβαλε τα γυαλιά της.
Παράλληλα συζητούσαμε λέγοντας διάφορα.
Πίσω από το τζάμι έφευγε ο κόσμος, όλα κάπου πήγαιναν. Όσο ακόμα ήταν μέρα, αυτά δεν τα έβλεπε κι ας έριχνε ματιές πάνω από τα γυαλιά.
Δεν τα γνώριζε αυτά.
Όταν σκοτείνιασε, το φως του βαγονιού τα έφερε όλα ξυστά στο παράθυρο - να εδώ ένας τοίχος σπιτιού, να μια μάντρα κι οι φράχτες με τα καλάμια τους, τα γυμνά κλαριά, οι βέργες των φθινοπωρινών δέντρων. Όλα περνούσαν πίσω από το τζάμι και πήγαιναν πέρα.
- Γυρίζουν από τις σταφίδες, μου είπε ξαφνικά. Πάνε στα σπιτάκια τους...
Έτσι τις τελευταίες ώρες της διαδρομής τις κάναμε ξαναβλέποντας από το παράθυρο του βαγονιού τα ίδια που βλέπαμε νια ολόκληρη ζωή κάτω από το σπίτι κάθε ηλιοβασίλεμα.

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν. Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000


Δεν υπάρχουν σχόλια :