Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2015

"...κι όσο έμπαινε πιο βαθιά στην πόλη, όλο και πιο πολύ άκουγε να μιλάνε χαμηλόφωνα για κάτι σαν απόπειρα που έγινε το πρωί στο Σαράγεβο, για δολοφονία του Φραντς Φέρντιναντ και της γυναίκας του..."

...Όπως κάθε χρόνο στις 28 Ιουνίου οι Σερβικοί σύλλογοι οργάνωσαν και φέτος πανηγύρι στην εξοχή, στο Μέζαλιν ( είναι η επέτειος της μάχης του Κόσοβο Πόλιε όπου καταλύθηκε το βασίλειο των Σέρβων από τους Τούρκους). Εκεί που ενώνονται τα δυο ποτάμια, ο Ρζαβ με το Δρίνο, στην καταπράσινη όχθη, κάτω από βαθύσκιες καρυδιές, στήθηκαν τσαντίρια και παράγκες όπου πουλούσαν πιοτά και δίπλα έψηναν στη θράκα αρνιά στη σούβλα. Κάτω από τον πλατύ ίσκιο κάθονταν οι οικογένειες με απλωμένα φαγητά που είχαν φέρει από το σπίτι. Και κάτω από ένα τσαρδάκι, σκεπασμένο με φρέσκα κλαδιά, τα όργανα έπαιζαν κιόλας ζωηρούς σκοπούς. Στο ξέφωτο εκεί κοντά, πάνω στο πατημένο χόρτο, ο χορός είχε ανάψει από το πρωί. Χορεύουν μόνο οι νεότεροι κι οι αργόσχολοι, αυτοί που, αμέσως μετά τη λειτουργία, από την εκκλησία πήγαν κατευθείαν για το Μέζαλιν. Το κανονικό πανηγύρι θ' αρχίσει μόλις τ' απομεσήμερο. Ο χορός όμως είναι από τώρα ζωηρός κι άναψε για τα καλά. Τώρα μάλιστα είναι πιο όμορφος και πιο ζωηρός απ' ό,τι θα' ναι αργότερα που θα γεμίσει κόσμο και θα μπαίνουν όλοι, κι οι παντρεμένοι κι οι ζωηρές χήρες και τα παιδάκια, τότε που όλος ο χορός θα μοιάζει με μια χαρούμενη, μακριά, αλλά άδετη και μπερδεμένη καλαμωτή. Τούτος ο μικρότερος και πιο σφιχτός χορός, όπου τ' αγόρια είναι περισσότερα από τις κοπέλες, κρατάει γερά και πετάει σαν ζωντανό γιορτάντι. Γύρω από το χορό όλα κινούνται, όλα λικνίζονται στο ρυθμό της μουσικής: ο αέρας, τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων, τ' άσπρα καλοκαιρινά σύννεφα, τα κρυστάλλινα νερά των ποταμών. Η γη γυρίζει κάτω από τα πόδια των χορευτών, όπως και γύρω τους, κι αυτοί αφήνονται και συνταιριάζουν τα κορμιά τους σ' αυτή την κίνηση.
Οι νεαροί τρέχουν από μακριά να πιαστούν στο χορό, οι κοπέλες όμως, πιο συγκρατημένες, μένουν για λίγο απ' έξω και παρακολουθούν  μονάχα, λες και μετρούν το χρόνο και περιμένουν να συμπέσει  αρμονικά με το δικό τους μυστικό ρυθμό, για να μπουν κι αυτές ξαφνικά κι ορμητικά με λυγισμένα τα γόνατα και σκυμμένο το κεφάλι, σαν να πέφτουν λαίμαργα, δίχως να μπορούν να συγκρατηθούν, στο παγωμένο νερό. Κι ένα ρίγος δυνατό περνάει από το ζεστό καλοκαιρινό χώμα στα πόδια των χορευτών κι απλώνεται στα χέρια που είναι πιασμένα σε ζωντανή αλυσίδα κι όλοι πετούν στον ξέφρενο χορό. Κι αυτή η αλυσίδα των χορευτών πάλλεται και στροβιλίζεται σαν ένα και μοναδικό πλάσμα που το ζεσταίνει το ίδιο καυτό αίμα και το συνεπαίρνει ο ίδιος ρυθμός. Οι νεαροί με τα κεφάλια ριγμένα πίσω, χλομοί, με ανοιχτά κι ανήσυχα ρουθούνια, κι οι κοπέλες με ροδοκόκκινα φλογάτα μάγουλα και ντροπαλά χαμηλωμένα μάτια από φόβο μη τυχόν και προδοθεί η γλυκιά διέγερση που τους φέρνει ο χορός.
Κι εκείνη ακριβώς την ώρα που μόλις άρχιζε το πανηγύρι, στην άκρη, στο ξέφωτο του Μέζαλιν, φάνηκαν κάποιοι χωροφύλακες, ντυμένοι με τις καινούριες τους μαύρες στολές και τα όπλα τους που γυάλιζαν στο μεσημεριανό ήλιο. Ήταν πιο πολλοί απ' ό,τι το συνήθιζαν για περίπολα που τριγυρίζουν σε πανηγύρια και γιορτές. Τράβηξαν κατευθείαν για το τσαρδάκι που ήταν τα όργανα, κι οι οργανοπαίχτες, ξαφνιασμένοι, ένας ένας σταματούσαν να παίζουν. Ο χορός ταλαντεύτηκε για λίγο και σταμάτησε. Ακούστηκαν φωνές των νέων που διαμαρτύρονταν. Όλοι τους κρατιόνταν  ακόμα από τα χέρια. Μερικοί είχαν τόσο παρασυρθεί στο ρυθμό, που δε σταμάτησαν να χορεύουν, χωρίς μουσική, περιμένοντας να ξαναρχίσουν τα όργανα. Οι βιολιτζήδες όμως σηκώνονταν στα γρήγορα ένας ένας και μάζευαν τα βιολιά και τα τρομπόνια τους και τα' βαζαν στις μουσαμαδένιες θήκες.
Οι χωροφύλακες πήγαν λίγο πιο πέρα, κατά τις παράγκες και τις οικογένειες που ήταν σκορπισμένες στο χορτάρι. Παντού ο περιπολάρχης έλεγε αυτά που είχε να πει, ήσυχα αλλά ξεκάθαρα, που δε σήκωναν αντίρρηση. Και μ' αυτά που έλεγε, λες κι ήταν λόγια μαγικά, χάλαγε αμέσως το κέφι, σταματούσε ο χορός και κοβόταν κάθε κουβέντα. Κι όπως πλησίαζε τον καθένα, σχεδόν αμέσως εκείνος πεταγόταν από τη θέση του και πάσχιζε όσο πιο γρήγορα να μαζέψει τα πράγματά του και να φύγει. Ο χορός των αγοριών και των κοριτσιών διαλύθηκε τελευταίος. Δεν τους έκανε καρδιά ν' αφήσουν το γλέντι στο γρασίδι και δεν τους χωρούσε στο μυαλό πως πραγματικά όλα τέλειωσαν, πως αυτό ήταν το τέλος του γλεντιού και της διασκέδασης. Μπροστά όμως στο χλομό πρόσωπο και το φαρμακερό βλέμμα του περιπολάρχη, τα παράτησαν κι οι πιο πεισματάρηδες.
Απογοητευμένος κι απορημένος γύριζε ο κόσμος από το Μέζαλιν, ακολουθώντας τον γκρίζο φαρδύ δρόμο, κι όσο έμπαινε πιο βαθιά στην πόλη, όλο και πιο πολύ άκουγε να μιλάνε χαμηλόφωνα για κάτι σαν απόπειρα που έγινε το πρωί στο Σαράγεβο, για δολοφονία του Φραντς Φέρντιναντ και της γυναίκας του και για το κυνηγητό των Σέρβων που τώρα απλώνεται παντού. Μπροστά στο διοικητήριο έπεσαν απάνω στους πρώτους που είχαν πιάσει οι χωροφύλακες και τους είχαν εκεί δεμένους, κι ανάμεσα τους ο νεαρός παπα - Μίλαν. Τους πήγαιναν στη φυλακή.
Έτσι το υπόλοιπο αυτής της καλοκαιρινής ημέρας, που όλοι το περίμεναν εύθυμο και γιορταστικό, έγινε ξαφνικά ταραγμένο, άγριο, γεμάτο τρόμο για το τι θα ξημερώσει. Στην Πύλη, αντί για κέφι γιορτινό και τα χωρατά των αργόσχολων, έπεσε σιωπή θανάσιμη. έχουν κιόλας βγάλει και σκοπιά. Ο σκοπός, με την καινούρια του πανοπλία, κόβει αργές βόλτες από το σοφά μέχρις εκείνο το σιδερένιο καπάκι που σκεπάζει την τρύπα της κολόνας όπου έχουν τα εκκρηκτικά. Περνάει πέρα δώθε, αυτά τα πέντ' έξι βήματα, χωρίς να κουράζεται, και κάθε φορά που κάνει στροφή, η λόγχη του αστράφτει στον ήλιο, σαν να στέλνει σινιάλο.
Την άλλη κιόλας μέρα, με το που ξημέρωσε, φάνηκε πάνω στο λευκό τοίχο, κάτω από την τούρκικη επιγραφή, μια ανακοίνωση σε άσπρο χαρτί και με πλατύ, μαύρο περιθώριο, τυπωμένη με χοντρά γράμματα. Μ' αυτήν ανακοινώνεται στον κόσμο επίσημα η δολοφονική ενέργεια κατά της ζωής του διαδόχου κι εκφράζεται η αγανάκτηση για την εγκληματική πράξη. Κανένας όμως από τους περαστικούς δε σταματάει να διαβάσει, όλοι τους περνάνε δίπλα από την ανακοίνωση και μπροστά από το σκοπό με το κεφάλι κάτω κι όσο πιο γρήγορα μπορούν.
Από την ημέρα εκείνη η σκοπιά έμεινε πάνω στο γεφύρι. Νέκρωσε κι ολόκληρη η ζωή της πόλης μονομιάς, ίδια σαν το χορό στο Μέζαλιν, όπως κι όλη εκείνη η καλοκαιρινή μέρα του Ιούνη που θα' πρεπε να' ταν γιορταστική και χαρούμενη. Από δω και πέρα οι μέρες περνούσαν παράξενα. Διάβασμα εφημερίδων στα βουβά, ατμόσφαιρα έντασης, ψίθυροι παντού, καρτερικότητα και φόβος για καινούριες συλλήψεις Σέρβων και ύποπτων περαστικών αλλά και ενίσχυση των στρατιωτικών μέτρων στα σύνορα. Οι καλοκαιρινές νύχτες περνούσαν χωρίς τραγούδια, δίχως τις νεανικές συντροφιές στην Πύλη και δίχως τα σιγανοκουβεντιάσματα των ερωτευμένων στα σκοτεινά. Τώρα στην πόλη βλέπεις πιο πολλούς στρατιώτες. Κι όταν κατά τις εννιά το βράδυ οι σάλπιγγες, από τα παραπήγματα του Μπίκαβατς κι από το μεγάλο στρατώνα κοντά στο γεφύρι, χτυπήσουν το λυπητερό αυστριακό σιωπητήριο, οι δρόμοι σχεδόν ερημώνουν. Άσχημοι καιροί για όσους αγαπιούνται και θέλουν ν' ανταμώνουν και να μιλούν στο σκοτάδι δίχως να τους βλέπουν... 


Στις 28 Ιουνίου 1914 δολοφονήθηκε στο Σεράγεβο ο  Φραγκίσκος - Φερδινάνδος , δούκας της Αυστρίας. Το γεγονός έγινε η αφορμή για να ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ο Ίβο Άντριτς αποδίδει την ατμόσφαιρα της ημέρας εκείνης στο παραπάνω απόσπασμα που περιέχεται στο αριστουργηματικό μυθιστόρημά του Το Γεφύρι του Δρίνου. 
Πρόκειται για ένα χρονικό της ιστορίας των Βαλκανίων από το 16ο αι. έως και τον 20ο αι. Γύρω από το θρυλικό Γεφύρι του Δρίνου εκτυλίσσεται η βαλκανική και ευρωπαϊκή ιστορία. Οι ανθρώπινες ζωές και τα ανθρώπινα έργα πρωταγωνιστούν μέσα από τις συγκρούσεις που διαδραματίστηκαν με τραγικό τρόπο για τέσσερις συνεχείς αιώνες  σε μια περιοχή που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται  από κοινότητες πολυεθνικές, πολυπολιτισμικές και ποικιλία θρησκειών. Έργο διορατικό και προφητικό για όσα εξακολουθούν να συμβαίνουν και να ταλανίζουν τα πολύπαθα Βαλκάνια.

Ίβο Άντριτς, Το Γεφύρι του Δρίνου,μτφρ. Χρήστος Γκουβής, Καστανιώτης 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια :