Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2015

Ο Αζίζ Νεσίν για το θάνατο του Ναζίμ Χικμέτ

Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Στις 3 Ιουνίου του 1963 έφυγε από τη ζωή ο μεγάλος Τούρκος ποιητής, διανοητής και αγωνιστής Ναζίμ Χικμέτ. Στην Τουρκία καμιά εφημερίδα, κανένα περιοδικό, ούτε το ραδιόφωνο ανέφεραν την είδηση. Πολλοί Τούρκοι διανοούμενοι μαθαίνοντας το γεγονός δεν μπόρεσαν να γράψουν δυο λόγια ή να κάνουν ένα αφιέρωμα. Έτσι αρκετοί από αυτούς έστειλαν επιστολές σε άλλους  ανθρώπους, εκδότες, μεταφραστές, διανοούμενους άλλων χωρών. Ανάμεσα σε αυτούς που έλαβαν τέτοιες επιστολές ήταν ο μεταφραστής Στέλιος Μαγιόπουλος.
Στη δεύτερη έκδοση της συλλογής ποιημάτων του Ναζίμ Χικμέτ, Γιατί αυτοκτόνησε ο Μπενερτζή; που εκδόθηκε το 1981 από τις εκδόσεις Στοχαστής, ο μεταφραστής Στέλιος Μαγιόπουλος παρουσιάζει την επιστολή του Τούρκου συγγραφέα Αζίζ Νεσίν στο γιο του Ναζίμ Χικμέτ, την οποία έγραψε μετά την είδηση του θανάτου του μεγάλου ποιητή.
Ο Μαγιόπουλος σημειώνει: «Το γράμμα αυτό το πήρα στην περίοδο του θανάτου του Ναζίμ Χικμέτ όταν ο συγγραφέας δεν μπορούσε να το δημοσιεύσει πουθενά. Γι αυτό το λόγο το έστειλε σε μένα για να το δημοσιεύσω όπου λάχει. Αρκεί να δημοσιευτεί. Με τις εν γένει μεταβολές δε μπόρεσα κι εγώ να φανώ αντάξιος της εμπιστοσύνης του. Σήμερα όμως ήρθε η ώρα να εκπληρωθεί ο σκοπός του. Ζητώ χίλιες φορές συγνώμη απ’ τον Αζίζ Νεσίν για την καθυστέρηση αυτή.»


Αζίζ Νεσίν
                                  Αζίζ Νεσίν


ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΜΕΧΜΕΤ

                  Του Αζίζ Νεσίν
Αγαπημένε μου Μέμο.
Είτανε νύχτα η ώρα έντεκα 3 του Ιούνη. Είμουνα στο δωμάτιό μου και δούλευα ένα θεατρικό έργο. Χτύπησε η οξώπορτα. Αυτοί που είχανε έρθει είσανε ένας πολύ παλιός και πολύ στενός φίλος του πατέρα σου, με τη γυναίκα του. Απ’ τη σιωπή τους είτανε φανερό πως είχανε έρθει με κάποιο θλιβερό μήνυμα, και πως θέλανε μαζί μας να μοιραστούμε φιλικά τον πόνο τους.
Ο Ναζίμ πέθανε! Είπε ο πιο στενός φίλος του πατέρα σου.
Ο πατέρας σου, ο άνθρωπος της κ υ μ α τ ο ύ σ α ς  σημαίας της Τουρκίας είχε πεθάνει…
Πότε; τον ρώτησα.
Σήμερα.

Δεν είχα μήτε επίγνωση , μα μήτε μου ήρθε αυθόρμητο για να καθορίσω πώς θα φερνόμουνα, γιαυτό και απόμεινα σαστισμένος. Είπα και μερικά άλλα πράγματα και την ώρα αυτή που σου γράφω αυτό το γράμμα δεν μπορώ να θυμηθώ τώρα τι να μίλησα και τι να είπα.
Έπειτα καθίσαμε πέντε άτομα και μιλήσαμε. Μιλήσαμε π ά ν ω  στο θάνατό του, όμως ωσάν να μην είχε πεθάνει εκείνος, έτσι όπως μιλούσαμε κάθε φορά.
Ήπιαμε τσάι, πάλι μιλήσαμε, ακόμα και γελάσαμε, ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Ήθελα να μείνω μόνος μου.
Ο φίλος του πατέρα σου έτσι μάς ανιστόρησε, που έμαθε το μήνυμα σε κάποιο μέρος που είχε πάει:
– « Κάποιος μπήκε μέσα. Ο Ναζίμ Χικμέτ πέθανε είπε. Το μήνυμα το είχε μεταδόσει το ραδιόφωνο. Για μένα ο Ναζίμ Χικμέτ είναι πάντοτε νικητής. Ότι έκανε εκείνος ότι κάνει για μένα είναι μια νίκη. Όπου έλαχε κι άκουσα τόνομά του είχα συνηθίσει χρόνια νακούω στο κατόπι του και μια νίκη. Ο Ναζίμ Χικμέτ έγραψε ένα καινούργιο ποίημα: είναι νικητής. Έβγαλε ένα καινούργιο βιβλίο: είναι νικητής. Τον εξορίσανε: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Τον ρίξανε στη φυλακή: νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Έτσι όταν ο άνθρωπος που μπήκε στην κάμαρη ξεστόμισε τόνομα του Ναζίμ Χικμέτ, δίχως νακούσω το τέλος του λόγου καρτερούσα πάλι για καμιά καινούργια νίκη του Ναζίμ Χικμέτ. Είπε κατόπι πέθανε. Ακόμα κι ο θάνατος είναι σα μια νίκη του σκέφτηκα. Είχα συνηθίσει χρόνια τώρα στις νίκες του».
Αγαπημένε μου Μέμο σαν άκουσα το χαμό του πατέρα σου στο νου μου ήρθανε άλλα: Το έργο του πατέρα σου κι’ εσύ. Εκείνο που θα έγραφε ακόμα, που θα έκαμνε ακόμα, και συ που θα μεγαλώνεις δίχως πατέρα. Μόνο τα μάτια σου, τα φρύδια σου, το χρώμα των μαλλιών σου, το μπόι σου δε μοιάζουνε με του πατέρα σου. Η παλληκαριά σου είναι το ίδιο, το ίδιο με του πατέρα σου. Το δείγμα της παλληκαριάς που έδωσες στα πέντε σου χρόνια δε το ξεχνάμε, συχνά το αναφέρουμε μεταξύ μας με υγρά μάτια.
Ω Μέμο γυιέ του Ναζίμ Χικμέτ που έκαμε αθάνατη ποίηση τα αισθήματα, τους πόθους του Τούρκικου λαού! Μια μέρα καθώς έπαιζες με τους συνομηλίκους σου στο τσαΐρι μπροστά στο σπίτι σας στο Καντίκιοϊ καθώς κατάφατσα σου σού μιλήσανε με μιαν ασπλαχνία παιδική, εκείνα που είχαν ακουσμένα στα σπίτια τους από τους ξεγελασμένους γονιούς τους και κακολογίσανε τον πατέρα σου, εσύ μήτε έκλαψες, μήτε κοκκίνησες, μήτε θύμωσες, μήτε δυσαρεστήθηκες, με τους συνομηλίκους σου, και μήτε πηλάλησες στο σπίτι σας να κρυφτείς. Σκαρφάλωσες στο δεντρί που ήτανε στο τσαΐρι κι απ’ τα ψηλά κλωνιά του δέντρου χούγιαξες τα παιδιά που ήσανε κάτω:
– Εμένα ο πατέρας μου είναι ο πιο μεγάλος ποιητής του κόσμου! Κατόπι απ’ εκεί ψηλά απάγγειλες φωναχτά – φωναχτά στους κάτω, ένα ποίημα του πατέρα σου. Πέντε χρονώ Μέμο δεν υπεραμύνθηκες μονάχα όπως κάθε παιδί τον πατέρα του, μα φώναξες την αλήθεια, την πραγματικότητα…
Μέμο, έτσι είναι φυσικά. Αυτό ο Ναζίμ έκαμε να το πούνε κι οι οχτροί του. Οι εκπρόσωποι της εξουσίας που ρίξανε τον πατέρα σου στη φυλακή, διαβάλλοντας τα ποιήματά του κλάψανε. Οι εκπρόσωποι που απόμειναν στην εξουσία στην περίοδο της πολύχρονης φυλακής του πατέρα σου, διαβάζοντας ολοένα τα ποιήματά του κλάψανε. Καθώς ο Ναζίμ αναγκάστηκε να φύγει απ’ τη γενέθλια πατρίδα του και πονούσε από νοσταλγία για τον τόπο, οι εκπρόσωποι που ήρθανε στην εξουσία, διαβάζουν τα ποιήματά του και κλαίνε. Οι γενιές που θαρθούν δε θα ξέρουν μήτε ακόμα και τα ονόματα εκείνων που αδικήσανε τον Ναζίμ, όμως θα αισθανθούν περηφάνεια για τον Τούρκο ποιητή που τόνομά του θα κυματίζει στην οικουμένη και θα σηκώσουνε ψηλά το κεφάλι τους.
Στη βιβλιοθήκη μου δεν έχω κανένα βιβλίο του Ναζίμ. Οι πολίσηδες χρόνια σε κάθε έρευνα του σπιτιού μου, παίρνανε τα βιβλία του και φεύγανε. Ανίσως είχα το βιβλίο του θα σου έγραφα το ποίημα που μονάχα ένας στίχος έχει μείνει στο αδύναμο μυαλό μου. Ό, τι που έμεινε στο νου μου είναι αυτό:
– Εγώ είμαι πιο μπροστά απ’ τον πατέρα μου, πιο πίσω απ’ το παιδί μου!-
Εσύ γεννήθηκες, μεγάλωσες, φώναξες απ’ τα ψηλά σ’ αυτούς που ήσανε στη γης:
– Εμένα ο πατέρας μου είναι ο πιο μεγάλος ποιητής του κόσμου!
Πέντε νομάτοι κάτσαμε στο σπίτι το δικό μας, ήπιαμε τσάι, μιλήσαμε , ακόμα και γελάσαμε ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα, ωσάν να μην είχαμε ακούσει τίποτα. Κουβεντιάζαμε ολοένα για το θάνατό του σαν να μην είχε πεθάνει ο ίδιος. Ανάμεσά μας νοιώθαμε τη θέληση να στηριχτούμε ο ένας στον άλλο. Ανίσως δεν υπήρχε η απαγόρευση της κυκλοφορίας στους δρόμους απ’ τις μία τα μεσάνυχτα, από μέρους της Στρατιωτικής Διοίκησης, θα κουβεντιάζαμε έτσι ίσαμε το πρωί και θα στηριζόμαστε ο ένας στον άλλο.
Ακούσαμε απ’ το ραδιόφωνο τα νέα του πρακτορείου μπας και υπήρχε τίποτα για το χαμό του: Όχι, ο Ναζίμ δεν υπήρχε στο ραδιόφωνο.
Καρτερούσα να φύγουνε οι επισκέπτες να μείνω μόνος για να συλλογιστώ το Ναζίμ. Όταν φύγανε οι επισκέπτες έβαλα μπροστά μου τις δυο φωτογραφίες του πατέρα σου που είχα. Η μια ήτανε που έβγαλε στη Μόσχα το 1953, η άλλη δέκα χρόνια κατόπι βγαλμένη στη Ρώμη στα 1963 και δημοσιευμένη στο ιταλικό περιοδικό Epoca.
Αφότου ο Ναζίμ έφυγε απ’ την Πόλη ακούγαμε πως μέρα με τη μέρα καρδάμωνε πιο πολύ και χαιρόμασταν. Το ίδιο ήτανε και οι φωτογραφίες του. Στη φωτογραφία που έβγαλε στην Ιταλία φαινόταν ακόμα πιο υγιής, και πιο νέος απότι ήτανε στη φωτογραφία πριν από δέκα χρόνια. Στην πραγματικότητα εμείς δεν πιστεύαμε στο καρδάμωμα αυτό και πασκίζαμε να δείχνουμε πως το πιστεύουμε για να παρηγορήσουμε τον εαυτό μας. Ένας φίλος μας στην Ευρώπη, σ’ ένα γράμμα του που τόχε στείλει χρόνια πριν έγραφε για το Ναζίμ: « Σαν ένα θεόρατο πλατάνι που σώνει ολοένα από μέσα του, μια μέρα θα σωριαστεί ξαφνικά. Και μια μέρα το θεόρατο πλατάνι σωριάστηκε».
Κάθε φορά που θωρώ τη φωτογραφία που έβγαλε στη Μόσχα, συγκινούμαι, αναστενάζω. Στη φωτογραφία στον τοίχο του δωματίου του που ακουμπάει, είχε βάλει μια μικρούλικη σημαία Τούρκικη, να μια απ’ εκείνες τις χάρτινες σημαιούλες που στις μεγάλες γιορτές τα μαθητούδια κρατάνε στα χέρια τους…Είναι καταφάνερο πως θωρεί τη μικρή σημαιούλα και πασχίζει να καταλαγιάσει τη νοσταλγία της πατρίδας…Τι πολλά πράγματα μού έμειναν από τούτη τη σημαιούλα…
Ο Ναζίμ  κείνη τη σημαία όλο και τη μεγαλύνει στην οικουμένη, την πλαταίνει και την κυματίζει.
Τρεις μέρες πριν να μάθουμε το χαμό του είχαμε μαζωχτεί σ’ ένα φιλικό σπίτι και διαβάζαμε τα ποιήματα και κουβεντιάζαμε πάλι για κείνονε. Τώρα το σκέφτομαι και βρίσκω πως σε κείνη τη συζήτησή μας δεν αδίκησα μονάχα το Ναζίμ, μα του φέρθηκα σκληρά. Εμείς, τους τεχνίτες του ύψους του Ναζίμ, με το δίκιο απ’ τη μια μεριά, θέλουμε να τους δούμε και να τους επιδείξουμε σαν έναν οποιονδήποτε άνθρωπο, κι απ’ την άλλη όμως πάλι με το δίκιο, μια και δεν είναι ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος, δεν τους δίνουμε  το δικαίωμα να ζήσουν ατομικά, πράγμα που το αναγνωρίζουμε στον οποιονδήποτε άνθρωπο. Εγώ ήμουνα ανελέητος που δεν αναγνώριζα στους ανθρώπους που τάξανε όλη τη ζωή τους, το έχει τους στο λαό, στους ανθρώπους να ζήσουνε όξω απ’ αυτό μιαν ατομική ζωή…Από πού έβρισκα το δικαίωμα εγώ; Η γενιά η δική μας διαβάζοντας τα ποιήματά του τράφηκε και μεγάλωσε. Στο πλάσιμο του εαυτού μου υπάρχει μεγάλη επιρροή του Ναζίμ. Χρωστάω πολλά πολλά στο Ναζίμ. Με τα ποιήματά του στην αρχή μάς επηρέασε συναισθηματικά, πρώτα τον ακούσαμε, κατόπι αρχίσαμε να τον σκεφτόμαστε…
Ένα μέρος από μας που είχε υποστεί την επίδραση του Ναζίμ, κιότεψε όσο εκείνος δοκίμαζε παιδεμούς, γλύστρησε, σώπασε, αποτραβήχτηκε, πισοχώρησε, όμως το άλλο μέρος μας ολοένα και απόχτησε γνώση , οξύνθηκε , ακονίστηκε…ορισμένες ενέργειές του που με δυστροπούσανε θα προερχόνταν απ’ το χρέος που του είχα, απ’ το δυνατό σεβασμό μου. Μέμο, γιε του Ναζίμ, όλα τελειώσανε, πια κανείς δε θα μπορέσει ν’ αδικήσει τον πατέρα σου, και εγώ βρίσκομαι μες στη θλίψη της σκληρότητάς μου. Μου ερχότανε ωσάν δεν επρόκειτο να πεθάνουμε ποτέ και γι’ αυτό έτσι ξεκινούσα,
Είτανε μια εποχή όπου δεν μπορούσε να γράψει στις εφημερίδες με την υπογραφή του. Με τα άρθρα που έγραφε στην εφημερίδα « Aksan » με το ψευδώνυμο Ορχάν Σελίμ έδινε τα δοκίμια της πιο όμορφης Τούρκικης γλώσσας, των πιο αληθινών στοχασμών. Ήμουν μαθητής στο Λύκειο και την εποχή εκείνη ακούγαμε ό,τι διαδιδότανε από στόμα σε στόμα…Είτανε η εποχή που ο Μουσταφά Κεμάλ πάσκιζε για τη μεταρρύθμιση της γλώσσας μας.
Ο Γαζή πασάς σε όποια σκέψη μεταρρύθμισης και αν βρισκότανε πάσκιζε να κατακτήσει τις καρδιές όλων των καλλιτεχνών και των λογοτεχνών επειδή ήθελε με τη συμμετοχή τους σ’ αυτόν τον αγώνα της προόδου να τον υποστηρίζουνε. Στο τραπέζι του Μουσταφά Κεμάλ, στο παλάτι του Ντολμά μπαχτσέ, βρισκόντουσαν όλοι οι εξέχοντες λογοτέχνες, συγγραφείς…Περασμένα μεσάνυχτα ο Μουσταφά Κεμάλ θυμήθηκε τον πιο δυναμικό ποιητή της γλώσσας μας.
– Καλέστε το Ναζίμ Χικμέτ, λέει.
Κινητοποιούνται οι πολίσηδες και περασμένα μεσάνυχτα ξυπνάν το Ναζίμ απ’ το κρεββάτι του στο Ερένκιοϊ:
– Ο Γαζή χαζιρέτλερή σάς προσκαλεί στο παλάτι, του λένε.
Αν είτανε να πιαστεί ο Ναζίμ φυσικά θα πήγαινε – σαν προσκαλεσμένος όμως;
– Σας παρακαλώ να εκφράσετε το σεβασμό μου στον πασά, απαντάει σ’ αυτούς που τον περιμένανε στην πόρτα. Τέτοια ώρα ταιριάζει να προσκαλέσει κανένα τραγουδιστή, εγώ είμαι ποιητής
Ανίσως είχανε έρθει για να τον στείλουνε εξορία ξέρανε τι θα κάμνανε. Δεν αποτόλμησε κανείς τους να μεταφέρει στον Πασά τα λόγια του Ναζίμ.
Ο Μουσταφά Κεμάλ ρώτησε και ξαναρώτησε μερικές φορές ακόμα. Καρτέρησε, περάσανε οι ώρες. Κατά τα ξημερώματα κατάλαβε μόνος του τι θα συνέβαινε και χαμογέλασε.
– Ανάμεσά σας είναι ένας ποιητής κι εκείνος δεν έρχεται εδώ, τους είπε.
Τη μεγαλωσύνη μονάχα εκείνοι που είναι μεγάλοι την καταλαβαίνουν.
Εκείνος, που κατανόησε πιο καλά το Μουσταφά Κεμάλ, εκείνος που τον έκανε τραγούδι στάθηκε ο ποιητής Ναζίμ Χικμέτ. Για να μάθει κανείς τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα μας δεν φθάνουνε μονάχα τα ιστορικά βιβλία. Σα δε διαβάσει το έπος του Ναζίμ θαπομένουν πάντοτε κάποια κενά στην κατανόηση κείνου του αγώνα.
Είτανε πριν από τρία χρόνια. Το περιοδικό «  Literary Reveiw » που κυκλοφορεί στην Αμερική ανάλαβε ναφιερώσει ένα ιδιαίτερο τεύχος για την Τουρκική Λογοτεχνία. Οι Τούρκοι διανοούμενοι που είχανε αναλάβει να διαλέξουν και να συγκεντρώσουν διηγήματα και ποιήματα δε μπορέσανε να στείλουνε στην Αμερική μήτε ποιήματα του Ναζίμ Χικμέτ, μήτε διηγήματα του Σαμπαχαττίν Αλή. Ο αμερικάνος καθηγητής διευθυντής του περιοδικού μάς έκανε την παρακάτω ερώτηση:
– Εγώ και οι συνάδελφοί μου απορήσαμε πολύ πώς ανάμεσα στα κείμενα που στείλατε δεν υπάρχει κανένα ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, κανένα διήγημα του Σαμπαχαττίν Αλή. Τι συμβαίνει;
Του δόθηκε η απάντηση:
– Έχοντας υπ’ όψη μας πως το περιοδικό σας θα στελνότανε  και στην Τουρκία γι’ αυτό και δεν πήραμε κανένα ποίημα του μεγάλου ποιητή μας Ναζίμ Χικμέτ και κανένα διήγημα του αντάξιου του Τούρκου διηγηματογράφου Σαμπαχαττίν Αλή.
Ήρθε η απάντηση: – Καταλάβαμε…Έχετε δίκιο…
Δεν έχουμε καθόλου δίκιο. Στο περιοδικό εκείνο, δίχως κανένα ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ, κανένα διήγημα του Σαμπαχαττίν Αλή ντροπιαζόμαστε όλοι όσοι έχουμε την υπογραφή μας. Σε ποια δύσκολη κατάσταση βρίσκονται εκείνοι που θεν να μιλήσουνε, να διδάξουνε την Τούρκικη λογοτεχνία δίχως ν’ αναφέρουν τα ονόματά τους.
Ο Ναζίμ δεν έγραψε ποίηση, μίλησε ποίηση, γι’ αυτό και μάς έδωσε πολλή
π ο ί η σ η. Η προσφορά του αυτή αποδείχνει πως είναι ποιητής της εποχής μας. Κρατώντας αλάργα την ολότητα του έργου του, όσοι σηκωθήκανε να μελετήσουνε ένα οποιοδήποτε που έπεσε στα χέρια τους απ’ τ’ αναρίθμητα ποιήματά του, φτάσανε σε λανθασμένα συμπεράσματα, γελαστήκανε. Εγώ, επειδή είμαι μαζί με τον Ναζίμ ένα α΄τομο της ίδιας γης, όντας συμπατριώτης του και άνθρωπος της ίδιας εποχής μαζί με κείνον συντροφικά αναπνέω τον αγέρα αυτής χώρας, νοιώθω περηφάνεια.
Για τελευταία φορά τον είχα δει σε μια κάμαρα του νοσοκομείου Τζερράχ – πασά. Ήτανε οι μέρες που είχε κάμει απεργία πείνας. Ο γιατρός που με είχε αφήσει με ειδική άδεια, μου είχε πει να μην μιλήσω πολλήν ώρα γιατί θα κουραζόταν πολύ να μιλήσει εξαιτίας της πολυήμερης απεργίας του. Ωστόσο πήγα κοντά του στεναχωρημένος και απελπισμένος και τον αποχωρίστηκα γιομάτος χαρά κι ελπίδες…Είτανε ευδιάθετος ωσάν να μην είτανε εκείνος νηστικός τόσες μέρες.
Μέμο, γιε του Ναζίμ, ανίσως σήμερα, όπως οι φοβιτσάρηδες μες στο σκότος και την ερημία φωνάζοντας λένε τραγούδια, δε μπορούμε να εξωτερικεύσουμε την αγάπη μας και το σεβασμό μας στο Ναζίμ, συτό προέρχεται μονάχα απ’ το φόβο.
Είναι πολύς καιρός που δεν έχω καμμιά θέση. Οι εφημερίδες και τα περιοδικά πάλι κλείσανε τις πόρτες τους σε μένα.
Αγαπημένε Μέμο, γράφω για σένα αν κι έπρεπε να γράψω για το Ναζίμ. Το γράμμα μου αυτό όταν θα μεγαλώσεις πιο πολύ, πάλι να το διαβάσεις σε παρακαλώ.
Να τέλεψα το γράμμα μου. Θα ματαρχίσω να συνεχίζω το θεατρικό έργο μου απ’ εκεί που το έχω αφημένο, ωσάν να μην είχε συμβεί τίποτα, ωσάν να μην έχει πεθάνει ο Ναζίμ…
Σε φιλώ στα μάτια αγαπημένε μου Μέμο!
                                                                                                              ΑΖΙΖ ΝΕΣΙΝ
nazim1
( Έχει διατηρηθεί η ορθογραφία και η σύνταξη του κειμένου)

Δεν υπάρχουν σχόλια :