Μελέτα, μα έχε άγρυπνα και ανοιχτά τα μάτια της ψυχής σου στη ζωή...

Δημήτρης Γληνός

Τετάρτη, 13 Ιανουαρίου 2016

«Ο ήλιος κατακόκκινος, σαν απ’ το πολύ αίμα που χύθηκε, κρύφτηκε στην κορφή του Γράμμου…»


Επιμέλεια: ofisofi // atexnos

Ο Κώστας Πουρναράς (Μπόσης) έγραψε τη νουβέλα ΕΜΕΙΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ το 1953. Είναι ένα έργο που κατορθώνει να αποτυπώσει με τη δύναμη του γραπτού λόγου στιγμές από το μεγαλείο του Γράμμου. Από τα βιβλία του που δεν κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα.



Στα πλαίσια του αφιερώματος του περιοδικού μας στον Κώστα Πουρναρά (Μπόση), εν όψει της εκδήλωσης προς τιμή του στις 23 Γενάρη  (το ΑΤΕΧΝΩΣ συμμετέχει ως συνδιοργανωτής) δημοσιεύουμε απόσπασμα από το βιβλίο αυτό.


***
Ένα βαρύ πολυβόλο από μια γωνιά βάζει διαγώνια το λειβάδι ως τον αυχένα. Απ’ την άλλη γωνιά ένα οπλοπολυβόλο βάζει με τον ίδιο τρόπο προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κει κατά τη μέση οι σφαίρες τους συναντιούνται. Μπρεν και ατομικά βάζουν κατά μέτωπο. Γαζί περνάει. Λυγίζουν και θερίζονται τα χορτάρια. Οι μοναρχοφασίστες δαγκώνουν το χώμα. Άλλοι κάνουν απότομες κινήσεις και πεθαίνουν για τον Τρούμαν και το Κολωνάκι. Πολλοί τρέχουν προς τα πίσω. Σε λίγο σταματούν κάθε κίνηση. Την ίδια ώρα έπαψαν τα πυρά. Καινούργια προσπάθεια του εχτρού. Και ξανά κελάδησαν τα όπλα μας σα να τα πάτησε μια σούστα όλα.

Ο εχτρός γαντζώθηκε στον αυχένα, και κίνησε δυνάμεις απ’ τη χαράδρα προς τη μικρή χαραδρούλα δεξιότερα. Τότε το βαρύ πολυβόλο βάζει στον αυχένα, δυο ολμάκια και ένας μεγάλος όλμος αλωνίζουν τη χαραδρούλα. Και κει που παρακολουθούμε βλέπουμε κάτι σα σαΐτες να πετιούνται μπροστά. Φαίνονται και χάνονται. Πέφτουν και σηκώνονται. Προχωρούν μέσα απ’ τα χαμόκλαδα κι απ’ τις δυο πλευρές του ξέφωτου. Και κάποια στιγμή καταμεσής βλέπουμε  μια ψηλή σιλουέτα να προχωράει με άλματα. Είναι ο διμοιρίτης ο Θωμάς που οδηγάει τη διμοιρία του σε αντεπίθεση. Ζυγώνουν τον εχτρό. Κολάνε στη γης. Παίρνουν μια ανάσα. Παρακολουθάμε με την ψυχή στα δόντια. Τρέμει η καρδιά. Φωνή δε βγαίνει απ’ το λαιμό. Και κάποια στιγμή:

– Αέρα! πάνω τους παιδιά.

Σε λίγα λεφτά καβάλησαν τον αυχένα.Δυο μπρεν γαζώνουν την πλαγιά και το τρίτο γυρίζει δεξιά και βοηθάειι τους όλμους. Τρεχάματα στην πλαγιά και βρισιές. Βογγητά και κλάματα. Τρέχουν, γλιστράνε, πέφτουν. Γέμισε η πλαγιά κουφάρια.

Άρχισε ξανά το πυροβολικό κι η αεροπορία, με περισσότερη τώρα μανία. Κάνουν δυο ακόμα απόπειρες στον ίδιο τομέα χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Το βραδάκι γύρισαν κατ’ εμάς. Τώρα η μάχη δεν είναι πανηγύρι. Όχι μόνο γιατί ξεσπάει στην πλάτη μας. Είναι κι αυτό. Μα εκτός απ’ αυτό, το χέρι που τη διευθύνει είναι νευρικό. Νιώθεις το θερμόαιμο που ταράχτηκε, τον άπειρο παίχτη που τα χάνει, που κάνει άστοχες κινήσεις. Αποκρούσαμε δυο εφόδους.  Στην Τρίτη κόλησαν κοντά μας. Η κατάσταση είναι κρίσιμη. Και κει, που βλέπουμε το χάρο με τα μάτια, δυο ομάδες απ’ το λόχο του Αντώνη περνούν σα σφαίρα πλάγια το ξέφωτο και πέφτουν με ορμή στα πλευρά του εχτρού. Τώρα έχουμε κι εμείς πανηγύρι.

«400 νεκρούς και τραυματίες είχαμε, γράφαν οι φαντάροι στα ημερολόγιά τους. Τάγμα διαλύθηκε και τάγμα συγκροτήθηκε. Καινούργια τάγματα πήραν μέρος στη μάχη κι αυτοί ένα βήμα πίσω δεν έκαναν».

Ο τόπος γύρα απ’ τις γραμμές μας και τα περάσματα άλλαξε. Φύλλα, κλαδιά, στρώμα στη γης. Δέντρα ξεριζωμένα. Κάθε μέτρο και γούβα απ’ τις οβίδες.

Σταμάτησε ο χαλασμός της μάχης. Ο ήλιος κατακόκκινος, σαν απ’ το πολύ αίμα που χύθηκε, κρύφτηκε στην κορφή του Γράμμου. Μια απόλυτη παραδεισένια γαλήνη απλώθηκε ολόγυρα. Ούτε φωνή, ούτε τραγούδι, ούτε τουφεκιά. Ξαπλωμένοι στις θέσεις μας, ακίνητοι σαν πεθαμένοι, αμίλητοι, απολαβαίνουμε μ’ άφταστη, ανείπωτη ευχαρίστηση τη σιγαλιά, την ερημιά. Νικητές και ζωντανοί δεν υπάρχει τίποτα το μεγαλύτερο.

Μας φέραν νερό, φαΐ. Μα τίποτα δε θέλουμε. Μόνο ησυχία, ακινησία.

Και κάποια στιγμή ο διμοιρίτης μας, ο Ηλίας, είπε:

– Άιντε παιδιά…

Αφήσαμε τον οπλισμό  στις θέσεις μας και πήραμε άλλα τουφέκια. Πριόνια, κασμάδες και φτυάρια. Τέλειωσε η μάχη της μέρας κι αρχίζει η μάχη της νύχτας. Χροτς – χροτς ακούγονται οι κόφτρες. Βογγάνε οι οξυές καθώς πέφτουν. Βροντάνε τα ξύλα καθώς σωριάζονται δίπλα στα πολυβολεία. Πετάνε σπίθες οι κασμάδες, καθώς χτυπάνε πάνω στις πέτρες. ακούγεται χαρακτηριστικό σούρσιμο που κάνει το χώμα που γλιστράει στην κατηφοριά. Όλοι δουλεύουν. Ανάβουν και σβήνουν τ’ αστέρια στον ουρανό. Προχωράει η νύχτα. Σ’ όλη τη γραμμή μας συνεχίζεται αθόρυβα η οχύρωση. Στον ουρανό προβάλλει το λειψό φεγγάρι.

Κείνη τη στιγμή από κάποιο βράχο μια γλυκιά πλούσια φωνή κοριτσιού σκορπάει κύματα – κύματα το τραγούδι: « Στη βρύση τη βουνήσια κοντά είν’ η φλαμουριά». Ο λόγγος και τ’ αγρίμια, εμείς κι οι μπουραντάδες, απολαβαίνουμε το τραγούδι. Από κάποιο τσουγκάρι ο τηλεβόας κηρύχνει τη συναδέλφωση.

Τούτοι οι άνθρωποι όλη μέρα πολεμούσαν και τώρα δουλεύουν και τραγουδάνε. Τούτοι οι άνθρωποι στέλνουν μήνυμα συναδέλφωσης σε κείνους που τους στέλνουν το θάνατο. Η κοπέλα με την υπέροχη φωνή αύριο ίσως να μη ζει. Και τούτη η όμορφη νύχτα ήρθε ύστερα από μια κολασμένη μέρα.

Ξημερώνει η άλλη μέρα. Από νωρίς αρχίζει η μάχη. Πιο σκληρή και πιο αιματηρή. Καινούργιες δυνάμεις ρίχνει ο εχτρός. Μα κι οι δικοί μας μαχητές είναι καινούργιοι. Αλλιώτικοι, καλύτεροι. Η περασμένη μέρα πολλά τους έμαθε. Ο αντίπαλος κάνει επίθεση, σ’ όλη τη διάταξη μας. Δοκιμάζει την αντοχή μας. Ψάχνει να βρει το πιο αδύνατο σημείο. Κι είναι η γραμμή μας πολύ αραιή.

Πιο πίσω από μας, στη διοίκηση, γίνεται και κει μάχη, για ψωμί και για νερό, για τους τραυματίες και τα πυρομαχικά, για εφεδρείες και τουφέκια. Κι είναι μάχη όχι εύκολη. Έχεις να κάνεις μ’ ένα σωρό κόσμο, κι είναι άμαθος από τέτιες μάχες.

Τέσσερες γυναίκες αφήνουν καταγής απαλά ένα φορείο. Είναι αναμμένες, ιδρωμένες. Σφουγγίζουν τον ιδρώτα με την παλάμη ανάστροφα, με τα κεφαλομάντηλα. Μια σιάχνει τον τραυματία, η άλλη του χαϊδεύει τα μαλλιά. Πίνουν λίγο νερό, αρπάζουν άλλο φορείο και τρέχουν για τη φωτιά. Τ’ αεροπλάνα πετάνε πάνω απ’ τα κεφάλια τους, αγγίζουν τις κορυφές από τα δέντρα, πολυβολούν. Οβίδες πέφτουν ολόγυρά τους και φοράνε παρδαλά ρούχα. Μα δε σταματάνε. Τρέχουν. Πάνε κι έρχονται με τα φορεία στις πλάτες. Παίζουν με το χάρο. Άλλη τριάδα από τραυματιοφορίνες στέκουν ακίνητες στο σταθμό επίδεσης κρατώντας το φορείο…



Κώστας Μπόσης, Εμείς θα νικήσουμε,  Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα» 1953




1 σχόλιο :

ΕΥΡΥΤΑΝΑΣ ΙΧΝΗΛΑΤΗΣ είπε...

Τιμή σε όσους πάλεψαν για την Επανάσταση!